← Κύπρος

ΜΑΡΙΑ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΗ, Αρ. Υπόθεσης: 4207 / 2020, 14/6/2024

ΜΑΡΙΑ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΗ, Αρ. Υπόθεσης: 4207 / 2020, 14/6/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4207 / 2020 Μεταξύ: ΜΑΡΙΑ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ Παραπονούμενη και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΑΓΗ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 14 Ιουνίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κα Π. Σάββα Για τον Κατηγορούμενο: κα Χ. Ηλιοφώτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

  1. Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 2 μέχρι και 5 επί του κατηγορητηρίου οι οποίες αφορούν σε αδικήματα σε σχέση με τον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, Κεφ. 96, ως έχει τροποποιηθεί.
  2. Η πρώτη κατηγορία, η οποία αφορούσε την αλλαγή χρήσης του καταστήματος στο ισόγειο του τεμαχίου 510, Φ.Σχ.: ΧΧΧ/37W2, Σύμπλεγμα 9, Τσέρι, επί της οδού Αμαθούντος (εν τοις εφεξής «Κατάστημα») χωρίς την απαραίτητη άδεια από την Αρμόδια Αρχή έχει αποσυρθεί στις 08.03.
  3. Κατά συνέπεια, παρέμειναν οι κατηγορίες 2 - 5 οι οποίες αφορούν: 3.1 Το επιτρέπειν την αλλαγή χρήσης από κατάστημα σε μηχανουργείο χωρίς την λήψη άδειας από την Αρμόδια Αρχή, κατά παράβαση των άρθρων 2,3

(1)(ε), 9
(1)(β)(viii) και 20
(1)(ε) του Κεφ. 96 και του άρθρου 83 του περί Δήμων Νόμου, Ν. 111/1985, ως έχει τροποποιηθεί (Κατηγορία 2). 3.2 Την ανοχή αλλαγής χρήσης του καταστήματος από κατάστημα σε μηχανουργείο, χωρίς την άδεια της Αρμόδιας Αρχής (Κατηγορία 3). 3.3 Την χρήση του καταστήματος του ισογείου ως μηχανουργείο, χωρίς την άδεια της Αρμόδια Αρχής (Κατηγορία 4). 3.4 Επιτρέπειν τη χρήση του καταστήματος ως μηχανουργείο, χωρίς την άδεια της Αρμόδιας Αρχής (Κατηγορία 5).
  1. Ενόψει της μη παραδοχής του Κατηγορούμενου η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για την απόδειξη της υπόθεσης της έδωσε μαρτυρία η Παραπονούμενη. Αφού το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι αποδείχθηκε επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση και αφού απέρριψε σχετικές εισηγήσεις της Υπεράσπισης για κατάχρηση της διαδικασίας και μη νομιμοποίησης της Παραπονούμενης να προωθεί την παρούσα ποινική δίωξη, κάλεσε τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για την Υπεράσπιση.
  2. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα
  3. Προτού προχωρήσω με την περίληψη της μαρτυρίας η οποία προσάχθηκε σημειώνω ότι κατά την έναρξη της ακρόασης κατατέθηκε δήλωση παραδεκτών γεγονότων ως Έγγραφο Α. Εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα γεγονότα: 6.1 Η Παραπονούμενη είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου που περιγράφεται στις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας στο κατηγορητήριο και το οποίο βρίσκεται στην οδό Αμαθούντος 13 στο Τσέρι. 6.2 Η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος ήταν παντρεμένοι από τις 25.05.1997 μέχρι και την 09.06.2015 οπότε και εκδόθηκε το διαζύγιο τους. 6.3 Ο Κατηγορούμενος είχε για όλη την περίοδο στην οποία αφορά η παρούσα υπόθεση και έχει μέχρι και σήμερα την κατοχή του Καταστήματος. Διεξάγει σε αυτό επιχείρηση, ήτοι το χρησιμοποιεί ως μηχανουργείο. 6.4 Ο Δήμος Τσερίου καταχώρισε εναντίον της Παραπονούμενης υπό την ιδιότητα της ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου ως οι λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, την ποινική υπόθεση αρ. 14105/2016 του Ε.Δ. Λευκωσίας για τη χρήση του Καταστήματος. Αντίγραφο του κατηγορητηρίου της προαναφερόμενης υπόθεσης κατατέθηκε από κοινού ως Τεκμήριο
  4. 6.5 Στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης αρ. 14105/2016 επιβλήθηκε στην Παραπονούμενη πρόστιμο το οποίο και κατέβαλε. Αντίγραφα αποδείξεων πληρωμής του προστίμου κατατέθηκαν ως δέσμη ως Τεκμήριο
  5. 6.6 Ο κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή καταδικάστηκε στην 1η και στη 2η κατηγορία (αλλαγή χρήσης χωρίς άδεια και επιτρέπειν την αλλαγή χρήσης χωρίς άδεια), σε σχέση με την ποινική υπόθεση 1405/16 το κατηγορητήριο της οποίας αποτελεί το Τεκμήριο
  6. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα, ως έχουν εγκριθεί, καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ Ι. Παραπονούμενη
  7. Η Παραπονούμενη στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της ανέγνωσε γραπτή δήλωση την οποία ετοίμασε (Έγγραφο Β). Στη γραπτή της δήλωση αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στις 24.04.2014 οι δικηγόροι της απέστειλαν επιστολή προς τον Κατηγορούμενο καλώντας τον να παραδώσει ελεύθερη κατοχή του Καταστήματος στην Παραπονούμενη (Τεκμήριο 3).
  8. Παρά την προαναφερόμενη επιστολή και παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες της, ο Κατηγορούμενος αρνείται να παραδώσει ελεύθερη κατοχή του Καταστήματος και συνεχίζει να το κατέχει χωρίς τη συγκατάθεση της Παραπονούμενης. Κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιεί το Κατάστημα ως μηχανουργείο.
  9. Ως Τεκμήριο 4 κατέθεσε επιστολή από το Δήμο Τσερίου δια της οποίας η Παραπονούμενη, ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου, καλείτο να επαναφέρει την οικοδομή στην εγκεκριμένη της χρήση. Κατόπιν επιτόπιου ελέγχου είχε διαπιστωθεί ότι το ισόγειο της οικοδομής σε σχέση με το οποίο είχε εκδοθεί άδεια για τη χρήση του ως κατάστημα έχει μετατραπεί σε μηχανουργείο αυτοκινήτων χωρίς να εξασφαλιστεί προς τούτο άδεια.
  10. Αναφέρει περαιτέρω η Παραπονούμενη ότι ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιεί το Κατάστημα ως μηχανουργείο παράνομα και αυθαίρετα. Ο Κατηγορούμενος στο ισόγειο κατάστημα λειτουργεί μηχανουργείο τορναδόρου και λειτουργεί μηχανήματα ήτοι τόρνους μεγάλου μεγέθους οι οποίοι προκαλούν έντονο θόρυβο και δονήσεις ολόκληρου του ακινήτου.
  11. Ως Τεκμήριο 5 η Παραπονούμενη κατέθεσε επιστολή από το Δήμο Τσερίου, ημερ. 26.02.2015 δια της οποίας καλείτο όπως εντός 15 ημέρων επαναφέρει το Κατάστημα στην εγκεκριμένη του χρήση.
  12. Ως Τεκμήριο 6 κατέθεσε επιστολή από το δικηγορικό γραφείο Ζένιος Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρους του Δήμου Τσερίου, δια της οποίας καλείτο η Παραπονούμενη ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου να επαναφέρει την κανονική χρήση του καταστήματος δια της κατάργησης του μηχανουργείου. Το κατάστημα, αναφέρεται, είχε αυθαίρετα μετατραπεί σε μηχανουργείο.
  13. Ως Τεκμήριο 7 κατατέθηκε επιστολή από τους δικηγόρους της Παραπονούμενης προς τους κ.κ. Ζένιος Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε. δια της οποίας τους ενημέρωσε ότι οι αυθαίρετες ενέργειες στην οικοδομή έγιναν από τον πρώην σύζυγο της Παραπονούμενης, ήτοι τον Κατηγορούμενο, ο οποίος αρνείται να αποχωρήσει από το υποστατικό.
  14. Προσθέτει η Παραπονούμενη ότι στο πλαίσιο της υπόθεσης 14105/2016 εναντίον της ίδιας και του Κατηγορούμενου, η Παραπονούμενη είχε παραδεχθεί ορισμένες κατηγορίες κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου της και της επιβλήθηκε πρόστιμο.
  15. Ο Κατηγορούμενος από την 01.12.2019 μέχρι και σήμερα επιμένει να χρησιμοποιεί το Κατάστημα ως μηχανουργείο χωρίς να κατέχει σχετική άδεια. Αυτό το γνωρίζει διότι η Παραπονούμενη κατοικεί πάνω από το Κατάστημα. Πολλές φορές ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιεί τα μηχανήματα του σε ώρες κοινής ησυχίας (Τεκμήριο 8).
  16. Ο Κατηγορούμενος μέχρι σήμερα δεν έχει εξασφαλίσει άδεια για τη χρήση του Καταστήματος ως μηχανουργείο. Αυτό είναι σε θέση να το γνωρίζει, ως αναφέρει, διότι ως ιδιοκτήτρια του Καταστήματος θα πρέπει να ζητηθεί η συγκατάθεση της για σκοπούς των αιτήσεων. Η Παραπονούμενη επιθυμεί να τερματιστεί η παρανομία στο ακίνητο της.
  17. Περαιτέρω, η Παραπονούμενη ανέφερε ότι υπάρχουν δύο αγωγές μια εκ των οποίων για έξωση από το Ακίνητο εναντίον του Κατηγορούμενου. Την παρούσα διαδικασία την καταχώρισε για να αρθεί η παρανομία στο Ακίνητο της. Αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής 605/2022 του Ε.Δ. Λευκωσίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  18. Αντεξεταζόμενη η Παραπονούμενη απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος διατηρεί την επιχείρηση του στο Κατάστημα από το 1997 όταν παντρεύτηκαν, ωστόσο η ίδια ουδέποτε είχε συμφωνήσει.
  19. Υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη ότι παρανόμησε και η ίδια. Η Παραπονούμενη απάντησε ότι από τη στιγμή που είναι ιδιοκτήτρια και ο Κατηγορούμενος συνεχίζει να χρησιμοποιεί το Κατάστημα ως μηχανουργείο παρανομεί και η ίδια, ωστόσο προσπάθησε μέσω αγωγής για έξωση να τον υποχρεώσει να παραδώσει ελεύθερη κατοχή του Καταστήματος.
  20. Υποβλήθηκε επίσης στην Παραπονούμενη ότι ο λόγος για τον οποίο δεν είχε λάβει προηγουμένως μέτρα για την έξωση του Κατηγορούμενου είναι επειδή κατέβαλλε διατροφή και τον είχε ανάγκη. Η Παραπονούμενη αρνήθηκε κατηγορηματικά τον ισχυρισμό αυτό λέγοντας ότι ουδέποτε στηρίχθηκε πάνω στον Κατηγορούμενο. Αντιθέτως, η επιχείρηση του αυτή μόνο προβλήματα προκάλεσε καθώς υποχρεώθηκε να πληρώσει για τα δάνεια του για την αγορά των μηχανημάτων.
  21. Περαιτέρω, υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη ότι είχε συμφωνήσει με τον Κατηγορούμενο να χρησιμοποιεί το Κατάστημα και να μην καταχωρήσει αίτηση για περιουσιακές διαφορές σε σχέση με το ακίνητο. Η Παραπονούμενη αρνήθηκε τον ισχυρισμό αυτό. Περαιτέρω, η Παραπονούμενη απάντησε ότι ήταν η ίδια που ενημέρωσε το Δήμο Τσερίου περί της παράνομης μετατροπής του Καταστήματος κατόπιν συμβουλής από τους τότε δικηγόρους της ότι ήταν παράνομη η χρήση.
  22. Η Παραπονούμενη απέρριψε σχετική υποβολή ότι ο λόγος για την παρούσα δίωξη είναι εκδικητικός. Υποβλήθηκε περαιτέρω στην Παραπονούμενη ότι το μηχανουργείο είχε άδεια μέχρι το 2014 όταν και επήλθε η διάσταση τους. Η Παραπονούμενη αρνήθηκε καθότι δεν υπέγραψε οτιδήποτε και επειδή, ως ανέφερε, το Κατάστημα έχει άδεια για να είναι βιβλιοπωλείο και όχι μηχανουργείο.
  23. Υποβλήθηκε περαιτέρω ότι το μηχανουργείο κατέστη παράνομο λόγω της άρνησης της Παραπονούμενης να υπογράψει τα έγγραφα για την εξασφάλιση άδειας. Η Παραπονούμενη απάντησε ότι δεν θα υπογράψει κάτι επειδή είναι δικό της το ακίνητο και δεν της ζητήθηκε να υπογράψει κάτι.
  24. Σε ερώτηση αν η αλλαγή χρήσης έγινε το 2018 ή το 1997 η Παραπονούμενη απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε αλλαγή χρήσης επειδή αρχικά χρησιμοποιούσε το Κατάστημα για μοτοσυκλέτες και μετά έγινε τορναδόρος. Η Παραπονούμενη επέμεινε ότι ο Κατηγορούμενος άλλαξε την εργασία του, δεν θυμάται πότε, αλλά είναι γι' αυτό που επέτρεψε την αλλαγή χρήσης. ΙΙ. Κατηγορούμενος
  25. Ο Κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι η Παραπονούμενη είναι η πρώην σύζυγος του. Την επιχείρηση στο Κατάστημα τη διεξάγει από από το
  26. Ως Τεκμήριο 11 κατέθεσε κατάσταση ιστορικού κατανάλωσης ρεύματος σε σχέση με το Κατάστημα για την περίοδο 5/2008 μέχρι 09/
  27. Στο έγγραφο φαίνεται ότι πρόκειται περί βιομηχανικής διατίμησης με κωδικό
  28. Περαιτέρω, στο έγγραφο η ημερομηνία έναρξης σύμβασης προμήθειας αναγράφεται ως η 05.12.
  29. Ως Τεκμήριο 12 κατατέθηκε η κατάσταση ιστορικού κατανάλωσης για την κατοικία η οποία βρίσκεται πάνω από το Κατάστημα. Στο έγγραφο διευκρινίζεται ότι αφορά την ανώγεια κατοικία και η σύνδεση έγινε στις 16.05.
  30. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η οικοδομή έχει δύο μετρητές ένα για το σπίτι και ένα για το επίδικο υποστατικό. Η διεξαγωγή των εργασιών στο Κατάστημα προϋπήρχε της κατοίκησης στην ανώγειο κατοικία.
  31. Ο Κατηγορούμενος επίσης ανέφερε ότι κατείχε άδεια λειτουργίας επαγγελματικού υποστατικού. Αντίγραφα των αδειών λειτουργίας επαγγελματικού υποστατικού που εκδόθηκαν από το Δήμο Τσερίου για τα έτη 2012, 2013, 2014 κατατέθηκαν ως δέση ως Τεκμήριο
  32. Ωστόσο, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι στο επίδικο υποστατικό βρισκόταν από το 1995 και είναι από τότε του λειτουργούσε σαν μηχανουργείο.
  33. Ουδέποτε χρησιμοποιείτο το Κατάστημα ως οτιδήποτε άλλο εκτός από μηχανουργείο - τορναδόρος. Μάλιστα ανέφερε ότι είχαν επεκτείνει το Κατάστημα με απόφαση της συζύγου του αλλά δεν θυμάται πότε ακριβώς.
  34. Σε ερώτηση σχετικά με ποιο καθεστώς βρίσκεται εκεί και εξασκεί εργασίες ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι έχουν τρία παιδιά με την Παραπονούμενη, κατέβαλλε διατροφή, έχει βάλει αρκετά χρήματα στο κτίριο και πήρε και προσφυγικό επίδομα σε σχέση με αυτό. Δεν προχώρησε με αίτηση για να διεκδικήσει μερίδιο επί του κτιρίου καθότι υπήρχε προφορική συμφωνία με την Παραπονούμενη να χρησιμοποιεί το υποστατικό. Η συμφωνία έγινε μετά την αποστολή της επιστολής από τους δικηγόρους της Παραπονούμενης για να εγκαταλείψει το ακίνητο.
  35. Κατά την αντεξέταση του από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι δεν έχει οποιαδήποτε άδεια να λειτουργεί επιχείρηση στο Κατάστημα. Άδεια είχε μέχρι το 2014 άρα κατά την επίδικη σε σχέσημε την παρούσα υπόθεση περίοδο δεν κατέχει άδεια.
  36. Σε σχέση με το Τεκμήριο 11 υποδείχθηκε στον Κατηγορούμενο ότι αναφέρεται ως ημερομηνία τερματισμού της σύμβασης προμήθειας ρεύματος / αποσύνδεση η 29.10.
  37. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι η Παραπονούμενη βρήκε κάποιον δικό της στην ΑΗΚ και του έκοψαν το ρεύμα, ωστόσο με προσπάθειες του δικηγόρου του αποκαταστάθηκε η παροχή ρεύματος στο Κατάστημα.
  38. Υποβλήθηκε ότι δεν έγινε καμία συμφωνία για να παραμείνει ο Κατηγορούμενος στο Κατάστημα. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε την υποβολή και απάντησε ότι έγινε συμφωνία με τους δικηγόρους τους παρόντες και ήθελε η Παραπονούμενη να λαμβάνει διατροφή. Διερωτήθηκε πως αλλιώς θα μεγάλωναν τα παιδιά τους.
  39. Σύμφωνα με τον Κατηγορούμενο η Παραπονούμενη αποδέχθηκε ότι θα παραμείνει εκεί να δουλεύει για να της δίνει διατροφή μέχρι που έγιναν 18 ετών τα παιδιά τους. Ωστόσο, τώρα τα παιδιά τους είναι ενήλικές και δεν καταβάλλει διατροφή. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος δέχθηκε πως εδώ και ένα χρόνο και κάποιους μήνες κατέχει το Κατάστημα χωρίς τη συγκατάθεση της Παραπονούμενης (σελ. 15 πρακτικών 12.04.2024).
  40. Ο Κατηγορούμενος σε σχετική υποβολή επέμεινε ότι συγκατατέθηκε η Παραπονούμενη στο να επεκταθεί το κατάστημα. Υποβλήθηκε ότι δεν είναι αλήθεια πως το κατάστημα λειτουργούσε από το 1995 ως μηχανουργείο, υποβολή την οποία ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε, λέγοντας ότι πάντα ήταν μηχανουργείο το υποστατικό.
  41. Τέλος, ο Κατηγορούμενος συμφώνησε με τη συνήγορο της Παραπονούμενης ότι από το 2018 μέχρι και σήμερα το επίδικο υποστατικό χρησιμοποιείται ως μηχανουργείο: «Α. Χωρίς άδεια του Δήμου, εν τούτο που θέλετε να πείτε. Ε. Ναι Α. Ναι, έτσι είναι.» Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
  42. Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273).
  1. Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητα τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.
  2. Παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506.)
  1. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
  2. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45). 42. Έχει νομολογηθεί πως για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις στη μαρτυρία του θα πρέπει να είναι ουσιαστικές. Οι δε αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ενδεχόμενα να ενισχύουν την φιλαλήθεια του μάρτυρα διότι αυτό δείχνει την έλλειψη προσχεδιασμού στην εκδοχή του (Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320). 43. Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε (Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). 44. Στην περίπτωση κατά την οποία ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, αυτό γενικώς θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που προβάλλει ένας μάρτυρας (ίδετε Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720). 45. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό (Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited
(1987)1 Α.Α.Δ. 383). 46. Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές από αφ' εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640). Ι. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Παραπονούμενης
  1. Η Παραπονούμενη γενικώς μου προκάλεσε καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και κατά τρόπο σαφή στα ερωτήματα τα οποία τέθηκαν και χωρίς ενδοιασμούς ή υπεκφυγές.
  2. Κατά την αντεξέταση της παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της και δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία της, ούτε και υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις πλην ενός σημείου στο οποίο θα αναφερθώ πιο κάτω. Απαντούσε άμεσα και με φυσικότητα στις ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την αντεξέταση και απαντούσε κατά τρόπο που φαινόταν ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός στην εκδοχή της.
  3. Μόνο σε ορισμένα σημεία διέκρινα νευρικότητα στη συμπεριφορά της, ήτοι σε σχέση με τα σημεία που υποβλήθηκε πως συγκατατίθετο στο να κατέχει το Κατάστημα ο Κατηγορούμενος για να διασφαλίζει η Παραπονούμενη ότι θα λαμβάνει τη διατροφή τέκνων, που είναι κατανοητό ότι θα της προκαλούσε νευρικότητα.
  4. Η δε μαρτυρία της συνάδει, και εν πάση περιπτώσει δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε αντίφαση σε σχέση με, τη γραπτή μαρτυρία που κατατέθηκε κατόπιν αντιπαραβολής τους.
  5. Σημειώνω, πως το ότι η Παραπονούμενη απάντησε πως δεν θυμάται πότε ακριβώς ο Κατηγορούμενος ξεκίνησε να διεξάγει εργασίες τορναδόρου στο Κατάστημα δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της δεδομένου του ότι είναι αναμενόμενο ο μέσος άνθρωπος να μην μπορεί να προσδιορίσει επακριβώς πότε ξεκίνησε μια κατάσταση περίπου 30 χρόνια προηγουμένως. Αντιθέτως το ότι απάντησε πως δεν μπορεί να θυμάται ενισχύει την φιλαλήθεια της και δείχνει πως ήταν προσεκτική να μην αναφέρει πράγματα τα οποία δεν ισχύουν.
  6. Η αντεξέταση της Παραπονούμενης περιστράφηκε κυρίως γύρω από την κατάχρηση της διαδικασίας και την κατ' ισχυρισμόν εκδικητικότητα, ενώ επί της ουσίας, δεν αμφισβητήθηκε το ότι το Κατάστημα χρησιμοποιείται σαν μηχανουργείο, μετατράπηκε η εγκεκριμένη χρήση του και για τον επίδικο χρόνο δεν υπήρχε σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή για την μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης του Καταστήματος. Ουδέποτε εξασφαλίστηκε άδεια για την μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης.
  7. Σε ερώτηση αν η αλλαγή χρήσης έγινε το 2018 ή το 1997 η Παραπονούμενη απάντησε ότι ο Κατηγορούμενος προέβη σε αλλαγή χρήσης επειδή αρχικά χρησιμοποιούσε το Κατάστημα για μοτοσυκλέτες και μετά έγινε τορναδόρος. Η Παραπονούμενη επέμεινε ότι ο Κατηγορούμενος άλλαξε την εργασία του, δεν θυμάται πότε, αλλά είναι γι' αυτό που επέτρεψε την αλλαγή χρήσης. Σε σχέση με τις απαντήσεις τις σε αυτό το σημείο θεωρώ ότι ήταν κάπως ασαφείς και ακατανόητες. Βεβαίως η Παραπονούμενη εξέφρασε άποψη επί νομικών θεμάτων, ζητήματα για τα οποία δεν έχει γνώση. Συνεπώς θα αγνοήσω αυτήν της την θέση.
  8. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία της στο σύνολο της δεν εντοπίζω οποιαδήποτε εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Έχοντας κατά νου τα όσα προαναφέρθηκαν, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία της Παραπονούμενης ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της, εκτός από το ότι ο Κατηγορούμενος αρχικά χρησιμοποιούσε το Κατάστημα για μοτοσυκλέτες και μετά έγινε τορναδόρος. ΙΙ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατηγορούμενου
  9. Ο Κατηγορούμενος αν και απαντούσε αυθόρμητα, με ειλικρίνεια και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις οι οποίες του υποβλήθηκαν και υπό αυτή την έννοια προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, η όλη εκδοχή του ήταν αντιφατική, ασαφής και δεν χαρακτηριζόταν από λογικοφάνεια. Η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. Επιπρόσθετα κατά την αντεξέταση υπέπεσε σε αντιφάσεις στις οποίες αναφέρομαι πιο κάτω.
  10. Θεωρώ πως ο Κατηγορούμενος ήταν ειλικρινής σε σχέση με την παραδοχή του πως χρησιμοποιεί το Κατάστημα ως μηχανουργείο χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Η παραδοχή του συνάδει με τη θέση της Παραπονούμενης πως δεν εξασφαλίστηκε άδεια για τη μετατροπή της χρήσης καθώς και με το ότι εάν είχε δοθεί άδεια για την αλλαγή χρήσης ήταν αναμενόμενο να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Στην ουσία ο Κατηγορούμενος παραδέχθηκε πως χρησιμοποιεί το Κατάστημα ως μηχανουργείο χωρίς αυτή να είναι η εγκεκριμένη χρήση του Καταστήματος. Το ότι επέρριψε ευθύνη για αυτό στην Παραπονούμενη για το ότι δεν έχει άδεια, και εν γένει το ποιος έχει ευθύνη για τη χρήση του Καταστήματος ως μηχανουργείο κατά παράβαση της εγκεκριμένης χρήσης, εν τέλει διαφάνηκε πως δεν έχει σημασία στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης με δεδομένη και την απόσυρση της πρώτης κατηγορίας.
  11. Σε σχέση με τη θέση του ότι υπήρχε συμφωνία με την Παραπονούμενη να χρησιμοποιεί το Κατάστημα ως μηχανουργείο - τορναδόρος, η οποία αμφισβητήθηκε έντονα, θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να αποφασίσω εάν ευσταθεί η όχι καθότι δεν αποτελεί επίδικο θέμα εν προκειμένω. Με βάση τη σχετική επί του θέματος νομολογία στην οποία θα αναφερθώ στην επόμενη ενότητα οι συνεννοήσεις των μερών δεν έχουν κάποιο ρόλο να διαδραματίσουν σε αυτό το πλαίσιο και η αυθύπαρκτη ποινική ευθύνη δεν αλλοιούται ή υποβαθμίζεται ανάλογα με το ποιες ήταν οι σχέσεις ή οι συνεννοήσεις των εμπλεκομένων.
  12. Όσον αφορά τη διατροφή τέκνων η εκδοχή του Κατηγορούμενου σε σχέση με αυτό το θέμα δεν έχει λογική συνοχή και κατά την αντεξέταση στην ουσία αναίρεσε αυτή την εκδοχή. Η υποχρέωση για καταβολή διατροφής τέκνων προβλέπεται στη νομοθεσία και δεν εξαρτάται από τις συνεννοήσεις μεταξύ των συζύγων. Ακόμα και αν συμφώνησαν να χρησιμοποιεί το Κατάστημα και να καταβάλλει τη διατροφή για τα παιδιά του με την Παραπονούμενη, κάτι το οποίο παρενθετικά ήταν υποχρέωση του, τα παιδιά τους έχουν ενηλικιωθεί εδώ και ενάμιση χρόνο και ο ίδιος σταμάτησε να πληρώνει διατροφή. Αυτό το αντιλήφθηκε ο Κατηγορούμενος (σελ. 15 πρακτικών) και σε ερώτηση «άρα δέχεστε αν μη τι άλλο, εδώ και ένα χρόνο και κάποιους μήνες, δεν υπάρχει συγκατάθεση από την Παραπονούμενη, για να είστε μέσα στο ακίνητο;» απάντησε «Εντάξει».
  13. Ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να δείξει πως επειδή του χορηγήθηκε άδεια για λειτουργία επαγγελματικού υποστατικού για 3 έτη από το Δήμο Τσερίου σημαίνει πως είχε άδεια για την μετατροπή της χρήσης του υποστατικού, πράγμα το οποίο όμως, δεν έχει σημασία σε σχέση με το κατά πόσον είχε εξασφαλίσει άδεια ή όχι για τη μετατροπή της χρήσης του Καταστήματος. Συνεπώς η θέση του δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής και απορρίπτεται.
  14. Δέχομαι ότι χρησιμοποιεί το Κατάστημα από το 1995 και η θέση του αυτή υποστηρίζεται από τη γραπτή μαρτυρία που κατατέθηκε. Η δε Παραπονούμενη δεν θυμόταν από πότε ασκεί εργασίας ο Κατηγορούμενος στο υποστατικό και συνεπώς η θέση του Κατηγορούμενου εκτός από ορισμένες υποβολές προς το αντίθετο κατά την αντεξέταση δεν έχει αμφισβητηθεί.
  15. Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν η μαρτυρία του Κατηγορούμενου εκτός από την παραδοχή του σε σχέση με τη χρήση του Καταστήματος χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή και το ότι χρησιμοποιεί το Κατάστημα από το 1995, δεν γίνεται δεκτή και απορρίπτεται. ΙΙΙ. Ευρήματα
  16. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν και λαμβάνοντας υπόψη τις πτυχές της μαρτυρίας που δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: 62.1 Η Παραπονούμενη είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του του τεμαχίου 510, Φ.Σχ.: ΧΧΧ/37W2, Σύμπλεγμα 9, Τσέρι και το οποίο βρίσκεται στην οδό Αμαθούντος 13 στο Τσέρι. 62.2 Η Παραπονούμενη και ο Κατηγορούμενος ήταν παντρεμένοι από τις 25.05.1997 μέχρι και την 09.06.2015 οπότε και εκδόθηκε το διαζύγιο τους. 62.3 Ο Κατηγορούμενος είχε για όλη την περίοδο στην οποία αφορά η παρούσα υπόθεση και έχει μέχρι και σήμερα την κατοχή του Καταστήματος. Διεξάγει σε αυτό επιχείρηση τορναδόρου, ήτοι το χρησιμοποιεί ως μηχανουργείο. Η Παραπονούμενη διαμένει στην ανώγειο κατοικία πάνω από το Κατάστημα. Ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιεί το Κατάστημα και διεξάγει σε αυτό τις εργασίες του από το
  17. 62.4 Το ισόγειο της οικοδομής σε σχέση με το οποίο είχε εκδοθεί άδεια για τη χρήση του ως κατάστημα έχει μετατραπεί σε μηχανουργείο αυτοκινήτων χωρίς να εξασφαλιστεί προς τούτο άδεια από την αρμόδια αρχή. . 62.5 Ο Δήμος Τσερίου καταχώρισε εναντίον της Παραπονούμενης υπό την ιδιότητα της ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου ως οι λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας και εναντίον του Κατηγορούμενου, την ποινική υπόθεση αρ. 14105/2016 του Ε.Δ. Λευκωσίας για την μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης του Καταστήματος. Στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης αρ. 14105/2016 επιβλήθηκε στην Παραπονούμενη πρόστιμο το οποίο και κατέβαλε. Ο κατηγορούμενος μετά από δική του παραδοχή καταδικάστηκε στην 1η και στη 2η κατηγορία (αλλαγή χρήσης χωρίς άδεια και επιτρέπειν την αλλαγή χρήσης χωρίς άδεια), σε σχέση με την ποινική υπόθεση 1405/
  18. 62.6 Η χρήση του Καταστήματος ως μηχανουργείο δεν είναι εγκεκριμένη και δεν έχει υποβληθεί ποτέ αίτηση για αλλαγή της χρήσης του Καταστήματος. Ο Κατηγορούμενος από την 01.12.2019 μέχρι και σήμερα χρησιμοποιεί το Κατάστημα ως μηχανουργείο χωρίς να κατέχει σχετική άδεια. Δ. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ
  19. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Παραπονούμενης ανέφερε ότι προκύπτει αβίαστα από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία λόγω της παραδοχής του Κατηγορούμενου ότι χρησιμοποιεί το Κατάστημα χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή.
  20. Ακολούθως επικεντρώθηκε στο δικαίωμα της Παραπονούμενης να ασκήσει ιδιωτική ποινική δίωξη εναντίον του Κατηγορούμενου και παρέπεμψε στις αποφάσεις ΑΙΠΕΙΑ ΛΤΔ ν. SIROCCO ESTATES CO LTD KAI AΛΛΩN
(1997)2 ΑΑΔ 434, Pambos & Kostakis Moleskis Trading Ltd και Άλλοι ν. Melpomeni Hotel Apartments Ltd
(2011)2 ΑΑΔ
  1. Περαιτέρω, ανέφερε πως η Παραπονούμενη δεν φαίνεται να συνέδραμε στην παρανομία του Κατηγορούμενου. Το επιχείρημα ότι συμφώνησε να χρησιμοποιεί το κατάστημα ως μηχανουργείο και να λαμβάνει διατροφή τέκνων δεν ευσταθεί και συνεπώς δεν είχε η Παραπονούμενη οποιοδήποτε όφελος από την παρανομία.
  2. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου τόνισε ότι είναι αλλότριος ο σκοπός της καταχώρισης της ποινικής υπόθεσης. Αν η κατηγορούμενη ήθελε να άρει την την παράνομη χρήση έπρεπε να είχε αποταθεί στο Δικαστήριο με μονομερή αίτηση δυνάμει του άρθρου 20 (3Α) του Κεφ. 96 και όχι να ταλαιπωρεί του Κατηγορούμενο με αυτή την υπόθεση. Ανέφερε επίσης πως ο Κατηγορούμενος ήταν ειλικρινείς διότι ανέφερε πως αυτή την περίοδο δεν έχει άδεια για την επιχείρηση που διεξάγει στο Κατάστημα.
  3. Η δίωξη κατά την συνήγορο του Κατηγορούμενου ασκήθηκε καταχρηστικά και με αλλότριο σκοπό επειδή οι διάδικοι είχαν χωρίσει. Μάλιστα η ίδια η Παραπονούμενη κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο στο Δήμο Τσερίου. Ο Δήμος Τσερίου όμως δεν είχε ζητήσει διάταγμα άρσης της χρήσης του Καταστήματος. Περαιτέρω, η κα Ηλιοφώτου ανέφερε ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για αλλαγή χρήσης, ότι ο Κατηγορούμενος ανέχθηκε την αλλαγή χρήσης ή ότι επέτρεψε. Η οποιαδήποτε ανοχή είναι από μέρους της Παραπονούμενης που είναι η ιδιοκτήτρια. Ε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ι. Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος, Κεφ. 96
  4. Με βάση το άρθρο 2 του Κεφ. 96 οι όροι «οικοδομή», «αρμόδια αρχή» και «εγκεκριμένη χρήση» ερμηνεύονται ως ακολούθως: · "οικοδομή" σημαίνει οποιαδήποτε κατασκευή, είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λάκκο και οποιοδήποτε θεμέλιο, τοίχο, στέγη, καπνοδόχο, βεράντα, εξώστη, κορωνίδα ή προεξοχή ή τμήμα οικοδομής, ή οποιοδήποτε πράγμα που είναι προσαρτημένο σε αυτή, ή οποιοδήποτε τοίχο, ανάχωμα, φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή που περικλείει ή οροθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο. · "αρμόδια αρχή" σημαίνει την αρμόδια αρχή που καθιδρύεται ή που διορίζεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3, η οποία ασκεί εξουσίες σε σχέση με οποιοδήποτε σχετικό ζήτημα δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού εντός της περιοχής αναφορικά με την οποία εγκαθιδρύεται ή διορίζεται · "εγκεκριμένη χρήση" σημαίνει τη χρήση μιας οικοδομής όπως αυτή εγκρίθηκε με άδεια και όπως φαίνεται στα εγκεκριμένα σχέδια: Νοείται ότι η χρήση μιας οικοδομής κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου αυτού θα θεωρείται ως η εγκεκριμένη χρήση αν αυτή δεν συγκρούεται με την άδεια οικοδομής που εκδόθηκε και τα εγκεκριμένα σχέδια.
  5. Το άρθρο 3 του Κεφ. 96 φέρει ως πλαγιότιτλο τα ακόλουθα: «Χάραξη κλπ. οδών και ανέγερση κλπ. οικοδομών απαγορεύεται χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής». Το άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 προβλέπει ότι κανένα πρόσωπο δεν δύναται, μεταξύ άλλων, «να μετατρέψει ή επιτρέψει ή ανεχθεί τη μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής» χωρίς άδεια η οποία λαμβάνεται εκ των προτέρων από την Αρμόδια Αρχή. 69. Επιπρόσθετα το άρθρο 9
(1)(β) (viii) προνοεί ότι κατά τη χορήγηση της άδειας η αρμόδια αρχή έχει εξουσία να εξετάσει και να επιβάλει όρους οι οποίοι εκτίθενται στην άδεια «σχετικά με την ανέγερση οποιασδήποτε νέας οικοδομής ή προσθήκης, μετατροπής ή επισκευής σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή, όρους αναφορικά με . τη χρήση στην οποία η οικοδομή δυνατό να τεθεί.» 70. Το άρθρο 20 με πλαγιότιτλο «ποινικά αδικήματα και ποινές» προνοεί ότι πρόσωπο το οποίο, μεταξύ άλλων, ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής (όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3), ή παραβαίνει οποιοδήποτε όρο επιβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 6 ή 9, διαπράττει αδίκημα το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί. 71. Επιπρόσθετα, με βάση το εδάφιο
(3)του άρθρου 20 του Κεφ. 96: «Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει- (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή [...] (β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δε χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης ή η σχετική άδεια για τη συγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή [...]»
  1. Ο βασικός σκοπός του Κεφ. 96 είναι η προστασία του κοινού υπό την έννοια ότι διασφαλίζεται η ασφαλής από κατασκευαστικής άποψης χρήση των οικοδομών. Η ανέγερση και μετατροπή οικοδομών χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή ελλοχεύει κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία του κοινού.
  2. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Έπαρχος Πάφου ν. Tremetoushiotis Developers Ltd, Ποιν. Εφ. 153 / 2018, 27.03.2019, η νομοθεσία είναι αυστηρή διότι σχετίζεται με την ασφάλεια των οικοδομών και κατ΄ επέκταση των χρηστών και με αυτό τον τρόπο και υπό αυτή τη φιλοσοφία πρέπει να ερμηνεύεται ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εκδίδει και τα ανάλογα διατάγματα απαγόρευσης, κατεδάφισης, κλπ.
  3. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κοιλιάρη Ιουλία ν. Δήμου Αγίου Δομετίου
(2005)2 ΑΑΔ 350, αναφέρθηκε πως το αδίκημα της μετατροπής της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με δομικές μετατροπές της οικοδομής. Επιπρόσθετα στην ίδια απόφαση αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα σχετικά: « Εκείνο που έχει σημασία για την παρούσα υπόθεση είναι ότι με το άρθρο 3
(1)(ε) του Κεφ. 96 καθίσταται αδίκημα η μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης μιας οικοδομής.» 75. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δήμος Λεμεσού ν. Χριστοφίδη κ.α.
(1994)2 ΑΑΔ 206 αναφέρθηκε ότι «η μετατροπή "εγκεκριμένης χρήσης "οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή απαγορεύεται. Αυτό προβλέπει το άρθρο 3
(1)(ε) και (στ) σε συνδυασμό με το άρθρο 20 του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96 - όπως διαμορφώθηκε ύστερα από τις τροπολογίες τις οποίες υπέστη - που ποινικοποιούν τέτοια ενέργεια.» 76. Σε σχέση με τον όρο «οικοδομή» στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Δήμου Αγλαντζιάς
(2006)2 Α.Α.Δ. 291 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Το κατά πόσο κατασκευή θεωρείται «οικοδομή» ή όχι είναι θέμα πραγματικό (Tsiolis v. The District Officer Nicosia
(1982)2 C.L.R. 11). Λαμβάνονται υπ΄ όψιν όλα τα συναφή γεγονότα, όπως επί παραδείγματι, το σχήμα και το μέγεθος της κατασκευής, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, ο τρόπος κατασκευής της οικοδομής, κατά πόσο είναι προσαρτημένη στη λοιπή οικοδομή, η σχέση της κατασκευής με τα υπόλοιπα κατασκευάσματα και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει χρήση της οικοδομής. Κανένας από τους πιο πάνω παράγοντες δεν είναι καθοριστικός, αλλά όλα μαζί βοηθούν στην απάντηση του τιθέμενου ερωτήματος (βλέπε South Wales Aluminium Co. Ltd. v. Assessment Committee for the Neath Assessment Area [1943] 2 All E.R. 587). Ακόμα και η τοποθέτηση πασσάλου παράλληλα προς υφιστάμενο τοίχο και η τοποθέτηση στέγης κρίθηκε ότι αποτελεί κατασκευή η οποία περικλείει και οριοθετεί χώρο (Κυπριανού ν. Δήμου Στροβόλου
(1992)2 Α.Α.Δ. 344, 347).» 77. Σε σχέση με τον όρο «ανοχή» στην ανέγερση οικοδομής αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην απόφαση Μάριος Ανδρέα Σωφρονίου Λτδ ν. Δήμου Στροβόλου
(1991)2 Α.Α.Δ. 369 (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου): «Αποτελεί προϋπόθεση για να θεωρηθεί ότι κάποιος ανέχεται κάτι να γνωρίζει την ύπαρξή του ή να εθελοτυφλεί ή να κλείνει τα μάτια του μπροστά στην πραγματικότητα. (Βλ. Somerset v. Wade [1894] 1 Q.B. 574, Words and Phrases Legally defined, 2η έκδοση, Τόμος 5ος σελ. 143 και Strouds Judicial Dictionary, 4η έκδοση, τόμος 5, σελ. 26 - 66). Με αναντίλεκτο το γεγονός ότι η εφεσείουσα γνώριζε τη χρησιμοποίηση της πολυκατοικίας ενώ δεν υπήρχε πιστοποιητικό έγκρισης, η εισήγηση του δικηγόρου της περιορίστηκε στα ακόλουθα: Το ρήμα "suffer" (ανέχομαι) στο κείμενο του άρθρου 10
(1)του Νόμου, υπονοεί ή προϋποθέτει δυνατότητα, φυσική ή νομική, παρεμπόδισης της χρησιμοποίησης της πολυκατοικίας. Μας παράπεμψε σχετικά στην υπόθεση Rochford Rural District Council v. Port of Land Authority [1914] 2 K.B. 916 και εισηγήθηκε πως η εφεσείουσα δεν είχε τη δυνατότητα να παρεμποδίσει τη χρησιμοποίηση της πολυκατοικίας. Τόνισε πως όταν απέκτησε την κυριότητα της πολυκατοικίας, αυτή ήδη χρησιμοποιείτο από τους ενοικιαστές της που ήταν πια θέσμιοι και δεν υπήρχε δυνατότητα να πετύχει την έξωση τους. Δεν είναι η πρόθεσή μας να δώσουμε εξαντλητικό ορισμό στον όρο "ανέχομαι" και πολύ λιγότερο να αποπειραθούμε προσδιορισμό του φάσματος των πραγματικών καταστάσεων που θα ήταν δυνατό να θεωρηθούν ότι καλύπτονται από τον όρο αυτό. Επίσης δεν είναι ανάγκη να ασχοληθούμε με την πιθανή διάκριση του ρήματος "ανέχομαι" από το ρήμα "επιτρέπω" (permit) που απασχόλησε την αγγλική νομολογία κατά την ερμηνεία ποικίλων νομοθετικών διατάξεων και στην οποία αναφέρθηκε ο δικηγόρος της εφεσείουσας. (Βλ. Rochford Rural District Council v. Port of Land Authority (ανωτέρω), Ex. P. Eyston, Re Throckmorton [1877] 7 Ch. D. 145. To ζήτημα της διάκρισης μεταξύ των δυο όρων δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε πρακτική σημασία στην παρούσα υπόθεση. Σημειώνουμε πάντως, πως το άρθρο 10
(1)του Νόμου αναφέρεται διαζευκτικά και στα δύο ρήματα πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί ότι υποδηλώνει διαφοροποίηση μεταξύ των δύο. Όπως έχει υποδειχθεί, το ρήμα ανέχομαι (suffer) επιδέχεται περισσότερες από μια έννοιες. (Βλ. Re Hall Public Trustee v. Montgomery [1944] Ch. 46). Θα συμφωνούσαμε πως η ύπαρξη δυνατότητας, φυσικής ή νομικής για την παρεμπόδιση μιας απαγορευμένης ενέργειας, στην υπόθεση αυτή της χρησιμοποίησης της πολυκατοικίας, είναι εγγενές στοιχείο του όρου που εξετάζουμε. Δεν συμφωνούμε όμως ότι βρισκόμαστε μπροστά σε τέτοια περίπτωση.»
  1. Το σκεπτικό της πιο πάνω υπόθεσης υιοθετήθηκε και στην μεταγενέστερη και πιο πρόσφατη υπόθεση Έπαρχος Πάφου v TREMETOUSHIOTIS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποιν. Έφ. 153/2018, ημερ. 27.3.
  2. Το δε ρήμα «επιτρέπω» οδηγεί στην εκδήλωση ενέργειας ή ηθελημένης παράλειψης από ένα πρόσωπο υποβοηθώντας έτσι με το δικό του τρόπο στην δημιουργία και εδραίωση της παρανομίας. Ουσιαστικά οι δυο έννοιες επάλληλες αλλά οι πράξεις είναι διαφορετικές από τη φύση τους.
  3. Όσον αφορά τον όρο «επιτρέπω» στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ v. CHRISTAKIS N NEOPHYTOU BIOGAS LTD κ.α., Ποινική ΄Εφεση Αρ. 154/2020, 27/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:D182 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Γιασεμή: «Ο όρος «επιτρέπει», στην αγγλική γλώσσα "permits", στη γενική του χρήση, ερμηνεύτηκε από τη νομολογία. Η σημασία που τού αποδόθηκε είναι η ίδια, όπου αυτός απαντά, ανεξαρτήτως της φύσεως του αδικήματος. Στην υπόθεση Sweet v. Parsley ., τού αποδόθηκε η ακόλουθη σημασία: "Here the word 'permits' used to define the prohibited act in itself connotes as a mental element of the prohibited conduct knowledge or grounds for reasonable suspicion on the part of the occupier that the premises will be used by someone for that purpose and an unwillingness on his part to take means available to him to prevent it." Ανάλογη ερμηνεία δόθηκε στον προαναφερθέντα όρο, στο πλαίσιο της αστικής υπόθεσης Βerton v. Alliance Economic Investment Co., ανωτέρω στη σελίδα 759, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Tophams, Ltd. v. Sefton (Earl) [1966] 1 All E.R. 1039 (H.L.), στη σελίδα
  4. Από την πιο πάνω νομολογία, προκύπτει ότι ο ορισμός του όρου «επιτρέπει», ("permits"), θέτει θέμα γνώσεως περιστάσεων τέτοιων από πλευράς του φερομένου δράστη του αδικήματος, ώστε η παράλειψή του να τις ελέγξει να θεωρείται ότι ο ίδιος έχει επιτρέψει τη ρύπανση.»
  5. Η Αlphacell Ltd v Woodward [1972] Α.C. 824 είναι επίσης σχετική όπου αναφέρθηκε από τον Lord Wilberforce ότι ο όρος "knowingly permitting" περιλαμβάνει γνώση και παράλειψη άσκησης ελέγχου για αποτροπή (involves a failure to prevent the pollution, which failure, however, must be accompanied by knowledge).
  6. Η ημερομηνία διάπραξης ενός αδικήματος δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο αυτού (Αθηνάκη κ.α ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 218/2017 και 219/2017 ημερ. 28.07.2020, ECLI:CY:AD:2020:B269, Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice 2015, par. 1-204 μέχρι 1-2016 και Λάζαρος Χατζηφόραδος & Υιοι Λτδ ν. Δήμου Λάρνακας
(1995)2 ΑΑΔ 167). 83. Σημειώνεται ότι τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος είναι αδικήματα αυστηρής ευθύνης. Δεν απαιτείται η συνδρομή ένοχης διάνοιας (mens rea) για τη διάπραξή τους, αλλά μόνο το actus reus. Για το ποια αδικήματα είναι απόλυτης ευθύνης έχουν αναφερθεί ακόλουθα, στην απόφαση στην υπόθεση AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Ποιν. Εφ. 78/2014, 79/2014, 3/9/2015 «Πριν υπεισέλθουμε στην εξέταση του 2ου λόγου έφεσης θα πρέπει να εξεταστεί η φύση του αδικήματος που δημιουργεί το άρθρο 23 Α
(1)(γ) του Νόμου. Τόσο το ίδιο το νομοθέτημα, όσο και το επιμέρους άρθρο 23, δημιουργούν αδίκημα αυστηρής ποινικής ευθύνης, της φύσης των γνωστών άλλως πως και ως ρυθμιστικών (regulatory) αδικημάτων, που αποβλέπουν στη ρύθμιση συμπεριφοράς πολιτών σε συγκεκριμένους τομείς κοινωνικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας. Σε τέτοιας φύσης αδικήματα η εγκληματική πρόθεση (mens rea) δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο. Gammon (Hong Kong) Ltd v. A.G.
(1984)1 All E.R. 347, 362, Karaoglanian v. Police
(1984)2 C.L.R. 161, Οικονομίδης ν. Διευθ. Κοινων. Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235, 240-241.» 84. Προτού να προχωρήσω με την υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις εφαρμοστέες νομικές αρχές, υπενθυμίζω ότι το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Woolmington v. DPP
(1935)All ER Rep.1).
  1. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.
  2. Δεν επιτρέπονται εικασίες προς συμπλήρωση κενών στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Οποιοδήποτε κενό σε σχέση με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. 87. Στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΙΙ. Κατάχρηση της διαδικασίας
  1. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε στην αγόρευση της ότι η προώθηση της παρούσας υπόθεσης είναι καταχρηστική. Ζήτημα καταχρηστικότητας προκύπτει, με βάση την εισήγηση της υπεράσπισης, επειδή ο Κατηγορούμενος ασκούσε την επιχείρηση τορναδόρου στο Κατάστημα από το 1995 και ενόσω ήταν παντρεμένοι με την Παραπονούμενη η ίδια ανεχόταν την παρανομία και επειδή είναι εκδικητική η δίωξη καθότι καταχωρίστηκε όταν χώρισαν οι διάδικοι.
  2. Εν πρώτοις, αναφέρεται ότι το Δικαστήριο έχει το υπέρτατο καθήκον να προωθεί την απονομή της δικαιοσύνης και να εμποδίζει την αδικία. Είναι από αυτό το καθήκον που εκπηγάζει η σύμφυτη εξουσία για ανακοπή της δίωξης και αναστολή της διαδικασίας σε περιπτώσεις κατάχρησης.
  3. Το Δικαστήριο έχει τη σύμφυτη εξουσία για την περιστολή καταχρηστικών διαδικασιών (abuse of process). Η συμφυής αυτή εξουσία χαρακτηρίστηκε ως ευρύτατη (Μ&Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ ν. Αθανασίου, Ποιν. Εφ. 104/2019,03.07.2020), ECLI:CY:AD:2020:B
  4. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές (Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ.3),
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 και Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή, Ποιν. Έφ. 223/2014 ημερ. 11/11/2015). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ή απόρριψη ποινική υπόθεσης λόγω κατάχρησης της διαδικασίας υπάρχει σε όλα τα στάδια της υπόθεσης. Το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για αυτό το θέμα είτε κατόπιν αιτήσεως της υπεράσπισης είτε ex proprio motu. Ούτε και εμποδίζεται το Δικαστήριο στο να επανεξετάσει ζήτημα κατάχρησης οποτεδήποτε κρίνει ότι οι περιστάσεις το επιβάλλουν (Αρτοποιείο Άγιος Μάμας, ανωτέρω).
  1. Είναι όμως νομολογημένο ότι η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται με φειδώ και αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις (Δημοκρατία ν. xxx Ηλιάδη, Ποινική Έφεση Αρ. 348/2018, ημερ. 31/5/2018).
  2. Στην υπόθεση Δημοκρατία v Zoλώτας κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 144/2019, 11/12/2020 αναφέρθηκε επίσης τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Η εξουσία του δικαστηρίου για διακοπή ή αναστολή της διαδικασίας ενεργοποιείται σε περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι είναι αδύνατο ο κατηγορούμενος να τύχει δίκαιης δίκης ή υπό περιστάσεις που προσβάλλουν το περί δικαίου αίσθημα του δικαστηρίου (R. ν. Maxwell [2011] Cr Αpp R 31) ώστε να δημιουργείται η ανάγκη για προστασία του κύρους και της ακεραιότητας της απονομής της δικαιοσύνης και της ποινικής διαδικασίας. Όταν προβάλλεται τέτοιο ζήτημα θα πρέπει να εξετάζεται το κατά πόσο οι διωκτικές αρχές έχουν ενεργήσει κακόπιστα (Δημοκρατία v. Ηλιάδη, ECLI:CY:AD:2019:B207, Ποιν. Έφ. Αρ. 348/18, 31.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:B207, ECLI:CY:AD:2019:B207, ECLI:CY:AD:2019:B207). Στην υπόθεση Regina ν. Norman (Robert) [2016] EWCA Crim 1564, [2017] 4 W.L.R. 16, όπου προβλήθηκε ο ισχυρισμός για ανεπίτρεπτη συμπεριφορά της αστυνομίας και της κατηγορούσας αρχής, προκειμένου να προσάξουν τον κατηγορούμενο ενώπιον του δικαστηρίου το θέμα εξετάστηκε σε δύο επίπεδα: «This involves a two-stage approach. First it must be determined whether and in what respects the prosecutorial authorities have been guilty of misconduct. Secondly it must be determined whether such misconduct justifies staying the proceedings as an abuse. This second stage requires an evaluation which weighs in the balance the public interest in ensuring that those charged with crimes should be tried against the competing public interest in maintaining confidence in the criminal justice system and not giving the impression that the end will always be treated as justifying any means. How the discretion will be exercised will depend upon the particular circumstances of each case, including such factors as the seriousness of the violation of the accused's rights; whether the police have acted in bad faith or maliciously; whether the misconduct was committed in circumstances of urgency, emergency or necessity; the availability of a sanction against the person(s) responsible for the misconduct; and the seriousness of the offence with which the accused is charged. These are merely examples of factors which may be relevant...» Όταν δε τίθεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ 522). Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ 529: «η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων.» 93. Στη Σπύρου ν. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Εφ. 223/2014, 11/11/2015, έγινε αναφορά στην υπόθεση Hui Chi-Ming v. R. [1992] 1 AC 34 P.C. και επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Στη Hui Chi Ming v. R., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως "something so unfair and wrong that the court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respects a regular proceeding."» 94. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2024, D3.66 παρατίθενται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα: "In Maxwell [2010] UKSC 48 (at [13]), cited in Warren v A-G for Jersey [2011] UKPC 10 (at [22]), Lord Dyson summarised the two categories of case in which the court has the power to stay proceedings for abuse of process: It is well established that the court has the power to stay proceedings in two categories of case, namely (
  1. i)where it will be impossible to give the accused a fair trial, and (
  2. ii)where it offends the court's sense of justice and propriety to be asked to try the accused in the particular circumstances of the case. In the first category of case, if the court concludes that an accused cannot receive a fair trial, it will stay the proceedings without more. No question of the balancing of competing interests arises. In the second category of case, the court is concerned to protect the integrity of the criminal justice system. Here a stay will be granted where the court concludes that in all the circumstances a trial will offend the court's sense of justice and propriety (per Lord Lowry in R v Horseferry Road Magistrates' Court, ex p Bennett [1994] 1 AC 42 (at 74G)), or will undermine public confidence in the criminal justice system and bring it into disrepute (per Lord Steyn in Latif [1996] 1 WLR 104 (at 112F)). In Crawley [2014] EWCA Crim 1028, Sir Brian Leveson P summarised the scope of abuse of process thus (at [17]-[18]): [T]here are two categories of case in which the court has the power to stay proceedings for abuse of process. These are, first, where the court concludes that the accused can no longer receive a fair hearing; and, second, where it would otherwise be unfair to try the accused or, put another way, where a stay is necessary to protect the integrity of the criminal justice system. The first limb focuses on the trial process and where the court concludes that the accused would not receive a fair hearing it will stay the proceedings; no balancing exercise is required. The second limb concerns the integrity of the criminal justice system and applies where the Court considers that the accused should not be standing trial at all, irrespective of the potential fairness of the trial itself. . [T]here is a strong public interest in the prosecution of crime and in ensuring that those charged with serious criminal offences are tried. Ordering a stay of proceedings, which in criminal law is effectively a permanent remedy, is thus a remedy of last resort. His lordship observed (at [21]) that 'cases in which it may be unfair to try the accused (the second category of case) will include, but are not confined to, those cases where there has been bad faith, unlawfulness or executive misconduct'. In such a case, 'the court is concerned not to create the perception that it is condoning malpractice by law enforcement agencies or to convey the impression that it will adopt the approach that the end justifies the means: the touchstone is the integrity of the criminal justice system' (at [23]). In Horseferry Road Magistrates' Court, ex parte Bennett [1994] 1 AC 42, Lord Griffiths (at p. 61H) said that if the courts have a power to interfere with the prosecution in such cases: . it must be because the judiciary accept a responsibility for the maintenance of the rule of law that embraces a willingness to oversee executive action and to refuse to countenance behaviour that threatens either basic human rights or the rule of law . I have no doubt that the judiciary should accept this responsibility in the field of criminal law." 95. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους αυτού που επικαλείται την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή ή τερματισμό της (ίδετε Blackstone's Criminal Practice 2015, D3.76, σελ. 1326, Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B. 78). Κατά κανόνα, θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No. 2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 HL). 96. Σύμφωνα με τη νομολογία, το κυρίαρχο και μοναδικό ζήτημα που αναδύεται σε υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι η ύπαρξη ή όχι παραβάσεων του Κεφ. 96. Τα ελατήρια του κατηγόρου ή ο απώτερος σκοπός του, ακόμη και σε ιδιωτικές ποινικές διώξεις, είναι στοιχεία εντελώς άσχετα, υπό την έννοια ότι δεν αποτελούν έρεισμα για τον μη καταλογισμό ποινικής ευθύνης στον κατηγορούμενο. 97. Στη Neratzia Hotel Apartments Ltd ν. Αριστοδήμου Λτδ κ.ά.
(2004)2 Α.Α.Δ. 512 αναφέρθηκε ότι: «[σ]το πλαίσιο παραδεκτής ποινικής δίωξης [...] το θέμα εκφεύγει των παραμέτρων της ιδιωτικής διαφοράς. Η καταδικαστική απόφαση φέρνει τον ένοχο απέναντι στις επιπτώσεις όπως τις καθορίζει ο Νόμος, βεβαίως προς το δημόσιο συμφέρον, και η αυθύπαρκτη ποινική ευθύνη δεν αλλοιούται ή υποβαθμίζεται ανάλογα με το ποιές ήταν οι σχέσεις ή οι συνεννοήσεις των εμπλεκομένων. Πολύ λιγότερο όταν, όπως εν προκειμένω, την παράνομη ανέγερση την πραγματοποίησαν οι ενοικιαστές. Και, κυρίως, σε ό,τι αφορά στη διατήρηση ή μη της ούτως ή άλλως παράνομης οικοδομής, όσο και αν δεν υπήρχε στην παρούσα περίπτωση και προηγούμενο διάταγμα κατεδάφισης. Η τζαμαρία και η αποθήκη που ανήγειραν οι εφεσίβλητοι χωρίς άδεια ήταν παράνομες και η μη έκδοση διατάγματος για την κατεδάφισή τους για λόγους που αναφέρονται σε ιδιωτικές συνεννοήσεις ή στη στάση των εφεσειόντων, δεν ήταν παραδεκτοί στο πλαίσιο των αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου.» 98. Στην Neratzia Hotel Apartments Ltd v. Christoforou & Avraam (Catering Services) Ltd
(2004)2 ΑΑΔ 234 ήταν οι ιδιοκτήτες (εφεσείοντες) οι οποίοι είχαν προβεί στις προσθήκες και μετατροπές χωρίς να εξασφαλίσουν άδεια οικοδομής. Το Δικαστήριο καταδίκασε τους ενοικιαστές ωστόσο δεν επιβλήθηκε ποινή ούτε και διάταγμα κατεδάφισης επειδή «... η εφεσείουσα, που ήταν η αρμόδια για τη λήψη άδειας για τις μετατροπές που είχαν γίνει, παρέλειψε να πάρει οποιαδήποτε μέτρα για να νομιμοποιήσει τις αλλαγές και αντί αυτού προχώρησε στη μίσθωση του υποστατικού στην εφεσίβλητη εταιρεία, εισπράττοντας τα σχετικά ενοίκια από τη χρήση του. Ακολούθως προχώρησε στην καταχώριση αίτησης για έξωση και στην καταχώριση της παρούσας ποινικής διαδικασίας, σε μια προσπάθεια εξαναγκασμού των εφεσιβλήτων να της παραδώσουν κατοχή του υποστατικού.»
  1. Σημειώνεται ότι η δίωξη δεν είχε κριθεί ως καταχρηστική παρά τα ελατήρια των εφεσειόντων και παρότι ήταν οι ίδιοι που προέβησαν στις παράνομες μετατροπές. ΣΤ. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ Ι. Επί του κατά πόσον η δίωξη πρέπει να τερματιστεί λόγω κατάχρησης
  2. Καταρχάς, όσον αφορά το ζήτημα της κατάχρησης, ακόμα και αν η μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης του Καταστήματος έγινε με την ανοχή της ιδιοκτήτριας - Παραπονούμενης αυτό δεν αναιρεί το ότι το Κατάστημα χρησιμοποιείται για χρήση άλλην από την εγκεκριμένη και συνεπακόλουθα, παρανόμως.
  3. Όπως αναφέρθηκε στην Α/φοί Λαμπριανίδη ν. Συμβ. Βελτ. Γερίου
(1989)2 Α.Α.Δ. 390 «[π]ρέπει να γίνει κατανοητό, τόσο από τους εφεσείοντες όπως και από κάθε πολίτη, στον προγραμματισμό των πράξεων του ότι ο νόμος δεν είναι μόνο η υπέρτατη αρχή αλλά και η μόνη πηγή για την απόκτηση δικαιωμάτων. Η προσδοκία για την ανοχή της παρανομίας δεν αποτελεί λόγο για τη διαιώνισή της.»
  1. Με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ξεκάθαρο ότι τα ελατήρια των Παραπονουμένων ή ακόμη και η συγκατάθεση τους στην μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης δεν έχουν σημασία. Αυτό το οποίο υπερτερεί και προέχει είναι η εφαρμογή του νόμου και όχι οι συνεννοήσεις μεταξύ των εμπλεκομένων και η ποινική ευθύνη δεν επηρεάζεται από τις συνεννοήσεις των μερών.
  2. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Neratzia Hotel Appartments Ltd v. Αριστοδήμου Λτδ κ.α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 512 από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου έντιμο κ. Κωνσταντινίδη «[η] καταδικαστική απόφαση φέρνει τον ένοχο απέναντι στις επιπτώσεις όπως τις καθορίζει ο Νόμος, βεβαίως προς το δημόσιο συμφέρον, και η αυθύπαρκτη ποινική ευθύνη δεν αλλοιούται ή υποβαθμίζεται ανάλογα με το ποιες ήταν οι σχέσεις ή οι συνεννοήσεις των εμπλεκομένων» (ο τονισμός είναι του του παρόντος Δικαστηρίου). 104. Περαιτέρω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α. & P. Kkaras Estates Ltd v. A. & A. Topharos Catering Ltd κ.ά.
(2002)2 Α.Α.Δ. 400 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τα εσώτερα ελατήρια των κατηγόρων - εφεσειόντων, που δεν θα μας απασχολήσουν εδώ, δεν είχαν θέση στη συζήτηση της υπόθεσης. Σκοπός των εφεσειόντων ήταν, έστω και αργά, να εφαρμοστεί το διάταγμα του Δικαστηρίου. Γι' αυτό και απευθύνθηκαν και στους εφεσίβλητους, οι οποίοι γνώριζαν την παρανομία και την ανέχονταν, και ως εκ τούτου είχαν υποχρέωση να την άρουν.»
  1. Εν προκειμένω η Παραπονούμενη ανέφερε πως κατήγγειλε τον Κατηγορούμενο στο Δήμο Τσερίου σε σχέση με τη μη εγκεκριμένη χρήση του Καταστήματος το
  2. Η Παραπονούμενη καταδικάστηκε για την ανοχή της στην παρανομία και επιβλήθηκε σε αυτήν πρόστιμο. Στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης με βάση τη μαρτυρία της σταμάτησε να ανέχεται την παρανομία και έλαβε μέτρα για την άρση της.
  3. Εάν ο Κατηγορούμενος θεωρεί ότι η Παραπονούμενη δεν τήρησε τις υποσχέσεις της είτε στο πλαίσιο συμβιβασμού των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των διαδίκων ή άλλης συμφωνίας μεταξύ των και εάν συνεπεία αυτού υποστεί ζημιά, μπορεί να λάβει τα μέτρα του, ενδεχομένως με καταχώριση αστικής αγωγής αξιώνοντας θεραπεία για τη ζημιά την οποία υπέστη.
  4. Από τη στιγμή όμως που είναι κατ' ουσίαν παραδεκτό πως έχει μετατραπεί η εγκεκριμένη χρήση του Καταστήματος, οι σχέσεις μεταξύ των μερών, οι προθέσεις της Παραπονούμενης και ο ισχυρισμός περί κακοπιστίας θεωρώ ότι δεν παρέχουν έρεισμα για επιτυχία εισήγησης περί κατάχρησης διαδικασίας.
  5. Εν ολίγοις, δεν θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση αποτελεί μια εξ αυτών στην οποία ο τερματισμός ή αναστολή της διαδικασίας είναι αναγκαία για την προστασία του κύρους του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης (a stay is necessary to protect the integrity of the criminal justice system). Επομένως, η εισήγηση για τερματισμό της υπόθεσης λόγω κατάχρησης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. ΙΙ. Επί του κατά πόσον αποδείχθηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων επί του κατηγορητήριου
  6. Εν προκειμένω υπάρχει αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ότι το Κατάστημα για το οποίο είχε εκδοθεί άδεια για κατάστημα έχει μετατραπεί σε μηχανουργείο στο οποίο ασκείται από τον Κατηγορούμενο επιχείρηση τορναδόρου.
  7. Παρότι δεν παρουσιάστηκε η άδεια από την αρμόδια αρχή σε σχέση με την εγκεκριμένη χρήση, ήτοι ως κατάστημα, δόθηκε μαρτυρία από την Παραπονούμενη προς τούτο η οποία ουδόλως αμφισβητήθηκε από τον Κατηγορούμενο ότι αυτή ήταν η εγκεκριμένη χρήση του Καταστήματος και το ότι μετατράπηκε η χρήση του σε μηχανουργείο - τορναδόρο.
  8. Υπενθυμίζω ότι ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720).
  9. Εν προκειμένω, εκτός από τη μαρτυρία της Παραπονούμενης, παρουσιάστηκαν επίσης έγγραφα όπως επιστολές από το Δήμο Λατσιών στα οποία αναφερόταν ότι η εγκεκριμένη χρήση ήταν ως κατάστημα (Τεκμήρια 4,5,6) και ούτε το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων είχε αμφισβητηθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Στην ουσία πρόκειται περί εξ ακοής μαρτυρία η οποία μεταφέρθηκε επ' ακριβώς και είναι η ίδια με την αρχική δήλωση και δεδομένου του ότι δεν αμφισβητήθηκε αποδίδω σημαντική βαρύτητα σε αυτήν.
  10. Υπήρχε και η παραδοχή του Κατηγορούμενου σε σχέση με το ότι δεν έχει άδεια για τη χρήση του καταστήματος ως μηχανουργείο. Παρουσιάστηκαν αντίγραφα άδειας λειτουργίας επαγγελματικού υποστατικού που εκδόθηκαν από το Δήμο Τσερίου ως Τεκμήριο 13 για τα έτη 2012 -
  11. Ωστόσο, η άδεια λειτουργίας επαγγελματικού υποστατικού η οποία εκδίδεται από τον εκάστοτε Δήμο ή Κοινότητα δεν εξισώνεται με έγκριση της μετατροπής της εγκεκριμένης χρήσης. Το γιατί ο Δήμος Τσερίου εξέδιδε άδειες λειτουργίας επαγγελματικού υποστατικού σε υποστατικό του οποίου η χρήση ήταν μη εγκεκριμένη και μάλιστα μετά καταχώρισε και ποινική υπόθεση (Τεκμήριο 1) σε σχέση με την αυθαίρετη αλλαγή χρήσης, είναι θέμα το οποίο δεν θα πρέπει να απασχολήσει το παρόν Δικαστήριο.
  12. Περαιτέρω, δεν έχει παρουσιαστεί κάποια άδεια από την αρμόδια αρχή για την μετατροπή της χρήσης του Καταστήματος από κατάστημα σε μηχανουργείο.
  13. Είναι επίσης παραδεκτό ότι το Κατάστημα χρησιμοποιείται από τον Κατηγορούμενο ως μηχανουργείο κατά παράβαση της εγκεκριμένης χρήσης.
  14. Κατά συνέπεια σε σχέση με την κατηγορία αρ. 4, κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά της στοιχεία, ήτοι η χρήση του Καταστήματος ως μηχανουργείο χωρίς τη λήψη σχετικής άδειας προς τούτο.
  15. Σε σχέση με την κατηγορία 5 δηλαδή ότι ο Κατηγορούμενος επέτρεψε τη χρήση του Καταστήματος ως μηχανουργείο, ως προαναφέρθηκε ο όρος «επιτρέπω» περιλαμβάνει γνώση και παράλειψη άσκησης ελέγχου για αποτροπή μιας κατάστασης. Το να «επιτρέπει» κάποιος οδηγεί στην εκδήλωση ενέργειας ή ηθελημένης παράλειψης από ένα πρόσωπο υποβοηθώντας έτσι με το δικό του τρόπο στην δημιουργία και εδραίωση της παρανομίας. Το επιτρέπειν προϋποθέτει ότι ένα πρόσωπο παραλείπει να ασκήσει έλεγχο ούτως ώστε να υποβοηθήσει ή να επιτρέψει σε κάποιο άλλο πρόσωπο να προβεί σε μια πράξη ή μια παράλειψη. Δεδομένου του ότι ο Κατηγορούμενος χρησιμοποιεί το Κατάστημα ως μηχανουργείο δεν μπορεί να καταδικαστεί ότι επέτρεψε στον εαυτό του να πράξει τούτο. Κατά συνέπεια, αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία αρ.
  16. Η ίδια ανάλυση ισχύει και σε σχέση με την κατηγορία αρ.
  17. Σε σχέση με την αυθαίρετη μετατροπή της χρήσης του Καταστήματος ο Κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικαστεί στο πλαίσιο της υπόθεσης αρ. 14105 / 2016 και συνεπώς λόγω δεδικασμένου και κωλύματος δεν θα μπορεί να καταδικαστεί στην παρούσα υπόθεση για το ότι επέτρεψε την αλλαγή της χρήσης. Προσκομίστηκε επίσης μαρτυρία πως είναι ο ίδιος που μετέτρεψε την εγκεκριμένη χρήση και δεν μπορεί να επέτρεψε την μετατροπή. Επομένως, ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαγεί και σε σχέση με την κατηγορία αρ.
  18. Όσον αφορά την ανοχή στην αλλαγή χρήσης με βάση την κατηγορία αρ. 3 επαναλαμβάνεται ότι αποτελεί προϋπόθεση για να θεωρηθεί ότι κάποιος ανέχεται κάτι να γνωρίζει την ύπαρξή του ή να εθελοτυφλεί ή να κλείνει τα μάτια του μπροστά στην πραγματικότητα. Επίσης, το αδίκημα ότι ανέχθηκε κάποιος την ανέγερση ή την αλλαγή χρήσης προϋποθέτει την τέλεση μιας πράξης ή παράλειψης από κάποιο άλλο πρόσωπο. Επομένως, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την τρίτη κατηγορία.
  19. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η Παραπονούμενη δεν νομιμοποιείται να εγείρει και να προωθεί την παρούσα δίωξη υιοθετείται και επαναλαμβάνεται το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Περαιτέρω, παραπέμπω στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις ΑΙΠΕΙΑ ΛΤΔ και Pambos & Kostakis Moleskis Trading Ltd και Άλλοι, ανωτέρω. ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
  20. Κατ' ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 2,3, και
  21. Κρίνεται ένοχος στην κατηγορία αρ.
  22. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, σημειώνεται ότι σε ποινικές υποθέσεις η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας για την παροχή εξόδων δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα (Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ.
  1. Εν προκειμένω, επιδικάζονται έξοδα ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ της Παραπονούμενης και εναντίον των Κατηγορούμενων μειωμένα όμως κατά το ήμισυ, λόγω της αθώωσης του Κατηγορούμενου στις κατηγορίες 2,3 και
  2. Υπ. ____________________ Χ. Σατσιάς Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.