ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ν. Α/ΦΟΙ Β. ΚΑΙ Κ. ΚΑΡΑΛΟΥΚΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 2568 / 2021, 6/2/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά Προσ. Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 2568 / 2021 ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ Κατηγορούσα Αρχή και
- Α/ΦΟΙ Β. ΚΑΙ Κ. ΚΑΡΑΛΟΥΚΑ ΛΙΜΙΤΕΔ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΛΟΥΚΑΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 06 Φεβρουαρίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κύριος. Γ. Προδρόμου Για τους Κατηγορούμενους: κυρία Σ. Θεμιστοκλέους Κατηγορούμενος 2: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
- Οι Κατηγορούμενοι με βάση το κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν από δύο
(2)κατηγορίες ο καθένας οι οποίες εδράζονται στις πρόνοιες του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν.35(Ι)/2007, ως έχει τροποποιηθεί (εν τοις εφεξής «Νόμος») και στον Περί Ενημέρωσης του Εργοδοτουμένου από τον Εργοδότη για τους Όρους που διέπουν τη Σύμβαση ή τη Σχέση Εργασίας Νόμο, Ν.100(I)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (εν τοις εφεξής «Νόμος Ενημέρωσης»). 2. Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1 και 3 στο πλαίσιο των οποίων κατηγορείται: 2.1 Ότι παρέλειψε να καταβάλει μηνιαίο μισθό σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)και 20 του Νόμου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, η Κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι δεν κατέβαλε στον παραπονούμενο - εργοδοτούμενο της, κ. Α.Χ. το μισθό του Μαρτίου του 2019, ύψους €739. 2.2 Ότι παρέλειψε να παρουσιάσει αρχείο, πιστοποιητικό, βιβλίο ή άλλο έγγραφο ή στοιχείο το οποίο απαιτείται να παρουσιαστεί κατά παράβαση των άρθρων 2 και 10Γ και 10ΣΤ του Νόμου Ενημέρωσης. Συγκεκριμένα, με βάση τις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας η Κατηγορούμενη 1 από τις 19.04.2019 μέχρι και τις 02.09.2019 δεν παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας, αντίγραφα γραπτής ενημέρωσης των υπαλλήλων της όπως της είχε ζητηθεί να πράξει αρμόδιος επιθεωρητής. 3. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 2 και 4. Συγκεκριμένα κατηγορείται ότι, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, την παρακίνησε ώστε να μην καταβάλει στον εργοδοτούμενο της Α.Χ. το μισθό του Μαρτίου του 2019, ύψους €739. Σε σχέση με την τέταρτη κατηγορία, κατηγορείται ότι ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 από τις 19.04.2019 μέχρι και τις 02.09.2019 δεν παρουσίασε στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων Λευκωσίας, αντίγραφα γραπτής ενημέρωσης των υπαλλήλων της όπως της είχε ζητηθεί να πράξει αρμόδιος επιθεωρητής κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. 4. Δεδομένου ότι οι Κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζαν, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σημειώνω ότι την ημέρα κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για τελικές αγορεύσεις, ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέστειλε τις κατηγορίες 3 και 4 εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και 2, αντίστοιχα και συνεπώς οι Κατηγορούμενοι απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες αυτές. 5. Κατά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης έγιναν παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: - Η Κατηγορούμενη 1 είναι νομότυπα εγγεγραμμένη. - Ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, εταιρείας. - Κατά τον επίδικο χρόνο ο παραπονούμενος Α.Χ. ήταν εργοδοτούμενος στην Κατηγορούμενη 1, εταιρεία. 6. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα ως έχουν εγκριθεί καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. 7. Η Κατηγορούσα αρχή για την απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε δύο μάρτυρες την Επιθεωρήτρια Εργασιακών Σχέσεων κυρία Τόνια Ολίβια Αντωνίου (ΜΚ1) και τον Παραπονούμενο (ΜΚ2). Αφού το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι αποδείχθηκε επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με τους Κατηγορούμενους, τους κάλεσε σε απολογία. Οι Κατηγορούμενοι επέλεξαν όπως δώσουν ένορκη μαρτυρία. Για την υπεράσπιση κατέθεσαν τρεις μάρτυρες ήτοι ο Κατηγορούμενος 2 (ΜΥ1), η κα Χρυστάλλα Καράλουκα (ΜΥ2) και η κα Σιμώνη Καράλουκα (ΜΥ3). 8. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα. Β. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ (
- i)ΜΚ1 - Τόνια Ολίβια Αντωνίου 9. Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η κα Τόνια Ολίβια Αντωνίου, η οποία είναι Επιθεωρήτρια στο Επαρχιακό Γραφείο Λευκωσίας του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων. Η ΜΚ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (Έγγραφο Α) και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. 10. Ανέφερε ότι στις 20.03.2019 προσήλθε στο Επαρχιακό Γραφείο Λευκωσία ο κ. Α.Χ. (Παραπονούμενος) και υπέβαλε παράπονο εναντίον των Κατηγορούμενων. Ο Παραπονούμενος εργάστηκε στην Κατηγορούμενη 1 εταιρεία από την 04.02.2019 μέχρι και την 19.03.2019 ως οδηγός. Ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 1 του οφείλει το ποσόν των €739,00. Το συμπληρωμένο έντυπο υποβολής παραπόνου σε σχέση με τον Παραπονούμενο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1. 11. Απέστειλε επιστολή στις 19.04.2019 μέσω επιδότη στον Κατηγορούμενο 2 στην οποία γνωστοποιούσε γραπτώς τους ισχυρισμούς του Παραπονούμενου και έθετε διορία μιας εβδομάδας από την επίδοση της επιστολής για την πληρωμή του ποσού το οποίο οφειλόταν. Αναφέρει, ωστόσο ότι η επιστολή επιστράφηκε καθότι δεν επιδόθηκε. 12. Στις 26.07.2019 απέστειλε επιστολή μέσω τηλεομοιότυπου προς τον Κατηγορούμενο 2 στην οποία ετίθετο προθεσμία μίας εβδομάδας από τη λήψη της για την καταβολή του προαναφερόμενου μισθού στον Παραπονούμενο. Η επιστολή ημερομηνίας 26.07.2019 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3. Την ίδια ημέρα είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος της ανέφερε ότι έδειξε εμπιστοσύνη στον Παραπονούμενο και του καταβλήθηκε το ποσό το οποίο του αναλογούσε. 13. Ακολούθως αναφέρει ότι έγιναν προσπάθειες για να διευθετηθεί συνάντηση με τον Κατηγορούμενο 2, ωστόσο αυτός ανέφερε πως ήταν πιεσμένος και εν τέλει η ΜΚ1 συναντήθηκε με την κυρία Χρυστάλλα Καράλουκα στις 28.08.2019. Η Χρυστάλλα Καράλουκα της ανέφερε πως θα απαντήσει στην επιστολή και απέστειλε στοιχεία στις 02.09.2019 τα οποία ωστόσο με βάση την ΜΚ1 δεν ήταν επαρκή. Τα στοιχεία τα οποία αποστάλθηκαν από τους Κατηγορούμενους κατατέθηκαν ως δέσμη ως Τεκμήριο 4 (επιστολή ημερομηνίας 02.09.2019 και τρία επισυναπτόμενα έγγραφα). 14. Υπήρξε επανειλημμένη επικοινωνία με τους Κατηγορούμενους και τον Παραπονούμενο ωστόσο μέχρι την 27.04.2021 δεν καταβλήθηκαν τα ποσά τα οποία εκκρεμούσαν και συνεπώς το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων προχώρησε με την ποινική δίωξη των Κατηγορούμενων. 15. Η ΜΚ1 επεξήγησε κατά την κυρίως εξέταση της τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκε το ποσό των €739. Ο Παραπονούμενος της ανέφερε πως λάμβανε μισθό ύψους €1200 και έτσι υπολόγισε το ημερομίσθιο του σε €46,19 και το πολλαπλασίασε επί 16 που ήταν οι μέρες κατά τις οποίες εργάστηκε ο Παραπονούμενος τον Μάρτιο του 2019. Ο ισχυρισμός των Κατηγορούμενων είναι ότι ο Παραπονούμενος χρησιμοποίησε άδεια, ωστόσο μετά από έρευνα η ΜΚ1 διαπίστωσε πως η Κατηγορούμενη 1 δεν συμμετέχει στο ταμείο αδειών και συνεπώς την άδεια έχει ο εργοδότης την ευθύνη να την πληρώσει. 16. Πρόσθεσε ότι στα στοιχεία τα οποία αποστάλθηκαν από τους Κατηγορούμενους δεν περιλαμβανόταν οποιαδήποτε σύμβαση εργοδότησης, ούτε και οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να περιλαμβάνει την υπογραφή του εργοδοτούμενου ότι έλαβε ή αιτήθηκε άδειας. 17. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ1 αναγνώρισε αντίγραφο επιταγής της Κατηγορούμενης 1 προς τον Παραπονούμενο ημερομηνίας 28.02.2019 για το ποσό των €1.050 (Τεκμήριο 4) και ερωτηθείσα αν διερεύνησε μέσω των Κοινωνικών Ασφαλίσεων ποιος ήταν ο μισθός του Παραπονούμενου απάντησε ότι δεν θυμάται. Ανέφερε ότι ο Παραπονούμενος δήλωσε πως ο μισθός του ανέρχετο στα €1.200 και εξάλλου είχε ξεκινήσει να εργάζεται στην Κατηγορούμενη 1 στις 04.02.2019. 18. Σε υποβολή ότι ο μισθός του Παραπονούμενου δεν ήταν €1.200 και ο υπολογισμός στον οποίο προέβη δεν είναι σωστός απάντησε ότι κατέγραψε αυτό που της ανέφερε ο Παραπονούμενος και επέμεινε ότι είναι σωστός ο υπολογισμός της. Σε σχετική ερώτηση ανέφερε ότι είχε εκδοθεί επιταγή προς τον Παραπονούμενο για το ποσό των €343 για το μισθό του Μαρτίου του 2019, ωστόσο ο Παραπονούμενος δεν δέχθηκε να παραλάβει την επιταγή διότι δεν αντικατοπτρίζει τα δεδουλευμένα του για την εν λόγω περίοδο. Υπήρχε διαφωνία ως προς το ύψος του μισθού. 19. Για το κατά πόσον διερεύνησε τη θέση της Κατηγορούμενης εταιρείας η ΜΚ1 απάντησε ότι διερεύνησε τον ισχυρισμό ότι πληρώθηκε το ποσό που αντιστοιχεί στις ημέρες τις οποίες δούλεψε ο Παραπονούμενος υπό την έννοια ότι διερεύνησε το κατά πόσον η εταιρεία συμμετέχει στο ταμείο αδειών. Η θέση της ΜΚ1 είναι ότι από τη στιγμή που δεν συμμετέχει η εταιρεία στο ταμείο αδειών η άδεια πληρώνεται από τον εργοδότη και δεν μπορεί να αποκόψει την άδεια. 20. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα ότι ο Παραπονούμενος δεν είχε λάβει άδεια αλλά απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούσε να λάβει ο εργοδοτούμενος περισσότερο από 2 μέρες άδεια τον κάθε μήνα. Η ΜΚ1 απάντησε ότι για το πρώτο σκέλος δεν μπορεί να γνωρίζει αν απουσίαζε αδικαιολόγητα και σε σχέση με το δεύτερο σκέλος ότι όντως είθισται να δικαιούται ο εργοδοτούμενος να λαμβάνει την άδεια του αναλογικά με βάση την περίοδο που εργάστηκε. 21. Σε ερώτηση γιατί θεώρησε πως δεν ήταν επαρκή τα στοιχεία τα οποία έλαβε από τους Κατηγορούμενους απάντησε η ΜΚ1 ότι ήταν ανεπαρκή διότι δεν υπήρχε κάποια υπογραφή του εργοδοτούμενου ότι έλαβε εκείνες τις ημέρες ως άδεια. Δεν μπορεί να γνωρίζει εάν ο Παραπονούμενος δεν υπέγραφε διότι δεν παρουσιαζόταν καθόλου στην εργασία του όπως υποβλήθηκε στη ΜΚ1. 22. Δεν συμφώνησε με τη θέση ότι ο Παραπονούμενος απουσίαζε περισσότερες ημέρες από την εργασία του και όχι μόνο για σκοπούς παρακολούθησης μαθημάτων οδήγησης. 23. Αρνήθηκε υποβολή ότι οι Κατηγορούμενοι ουδέποτε αρνήθηκαν να πληρώσουν τον Παραπονούμενο το μισθό που δικαιούτο και ότι οι Κατηγορούμενοι έχουν προμηθεύσει την υπηρεσία της με όλα τα στοιχεία για τους σκοπούς της διερεύνησης. Συμφώνησε ότι οι Κατηγορούμενοι έδειξαν την πρόθεση τους να πληρώσουν αλλά διαφωνούσαν σε σχέση με τις ημέρες που είχε δουλέψει ο Παραπονούμενος. 24. Κατά την επανεξέταση διευκρινίστηκε από τη ΜΚ1 ότι δεν την προμήθευσαν με οποιαδήποτε επιστολή η στοιχείο που να δείχνει ότι έγινε επίπληξη στον Παραπονούμενο σε σχέση με αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία του. (
- ii)ΜΚ2 - Ανδρέας Χατζηνικολάου - Παραπονούμενος 25. Ο δεύτερος μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής ήταν ο Παραπονούμενος. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι εργάστηκε στην Κατηγορούμενη 1 εταιρεία και αναγνώρισε ως εργοδότη του τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος τον προσέλαβε. Δεν είχε υπογράψει σύμβαση εργοδότησης και εργαζόταν εκεί για μικρό χρονικό διάστημα. Εκτελούσε εργασίες παραλαβής και μεταφορών με το ημιφορτηγό της Κατηγορούμενης 1. 26. Ο λόγος για τον οποίο έφυγε από τη δουλειά του ήταν επειδή μάλωσε με τον Κατηγορούμενο 2. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι ο Κατηγορούμενος 2 του είχε φωνάξει και αυτός δεν δέχθηκε αυτό το πράγμα. Οι οικονομικές τους διαφορές δεν έχουν επιλυθεί από τότε. 27. Ο Παραπονούμενος περαιτέρω ανέφερε ότι υπέβαλε παράπονο εναντίον του πρώην εργοδότη του και αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 1. Ανέφερε ότι ο μισθός του ήταν €1.100 και καταβαλλόταν με επιταγή. 28. Σε ερώτηση να σχολιάσει το κατά πόσον απουσίαζε συχνά από την εργασία του χωρίς να ενημερώνει, ο Παραπονούμενος απέρριψε τον ισχυρισμό. Ανέφερε ότι εργαζόταν 12 ώρες την ημέρα και έφευγε 1 ώρα νωρίτερα και αυτό έγινε 10 - 13 φορές. Ο λόγος ήταν επειδή έκανε μαθήματα να εξασφαλίσει άδεια οδήγησης βαρέων οχημάτων (νταλίκας). Και αυτό, ανέφερε ο Παραπονούμενος, ήταν εις γνώση του του Κατηγορούμενου 2. 29. Περαιτέρω, ανέφερε ότι έλειψε και μια ολόκληρη ημέρα για τους σκοπούς της εξέτασης για την άδεια. 30. Επιβεβαίωσε ότι ο πρώην εργοδότης του εξέδωσε μια επιταγή στο όνομα του την οποία αρνήθηκε να παραλάβει επειδή το ποσό το οποίο αναγραφόταν σε αυτή δεν ήταν σωστό. Το Μάρτιο του 2019 εργάστηκε στην Κατηγορούμενη 1 μέχρι και την 19.03.2019. 31. Αφού υποβλήθηκε το παράπονο στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρους του να επικοινωνήσει με τους Κατηγορούμενους ούτε και οι Κατηγορούμενοι επικοινώνησαν μαζί του. Το ποσό των €739 το διεκδικεί μέχρι και σήμερα. 32. Αντεξεταζόμενος ο Παραπονούμενος - ΜΚ2 ανέφερε ότι πριν να ξεκινήσει να εργάζεται στους Κατηγορούμενους είχε συναντηθεί με τον Κατηγορούμενο 2 και συζήτησαν τους όρους εργασίας του (καθήκοντα, ωράριο και μισθό). Επιβεβαίωσε ότι το μήνα Φεβρουάριο του 2019 είχε πληρωθεί το ποσόν των €1050 με επιταγή και δεν είχε κανένα παράπονο για αυτό. Δεν έδειξε την επιταγή που έλαβε για το μισθό του τον Φεβρουάριο του 2019 στην ΜΚ1 κατά τη διερεύνηση του παραπόνου του επειδή ως ανέφερε την επιταγή την είχε η τράπεζα πλέον. 33. Σε ερώτηση γιατί ανέφερε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων γιατί δήλωσε ότι ο καθαρός του μισθός ήταν €1.200 απάντησε ότι τόσα είχαν συμφωνήσει με τον Κατηγορούμενο 2. Σε υποβολή ότι ο καθαρός του μισθός ήταν €1.050 συμφώνησε και διευκρίνισε ότι έδωσε το μεικτό μισθό του στη Λειτουργό. 34. Ο ΜΚ2 δεν θυμόταν πότε ξεκίνησε μαθήματα για άδεια οδήγησης νταλίκας, ωστόσο επανέλαβε ότι απουσίασε από την εργασία του σε 10-12 περιπτώσεις αλλά μόνο για μια ώρα. Αρνήθηκε ότι την 01.03.2019 απουσίασε μισή ημέρα επειδή πήγε στην τράπεζα και ότι την 02.03.2019 απουσίασε μια ημέρα επειδή ήταν άρρωστος. Στις 05.03.2019 είχε μάθημα οδήγησης και έλειψε για μια ώρα. Αρνήθηκε ότι απουσίαζε από την εργασία του στις 11.03.2019 και στις 16.03.2019. 35. Όταν του υποβλήθηκε ότι ψεύδεται και στην πραγματικότητα απουσίαζε από την εργασία του αδικαιολόγητα ο ΜΚ2 απέρριψε την υποβολή και επιβεβαίωσε ότι δεν έλειπε εκείνες τις ημέρες. Απουσίαζε μόνο σε κάποιες περιπτώσεις για μια ώρα κάθε φορά για σκοπούς μαθημάτων οδήγησης. Δεν θυμόταν ποια ήταν η μέρα εξέτασης για άδεια οδηγού βαρέων οχημάτων επειδή όπως ανέφερε έχουν περάσει 4 χρόνια. 36. Συμφώνησε ότι ο μισθός του καταβαλλόταν μηνιαίως. Στην ερώτηση σε σχέση με την άδεια και το κατά πόσον στους όρους εργοδότησης του ήταν ότι θα έπρεπε να την λαμβάνει το μήνα Αύγουστο, ο μάρτυρας ανέφερε πως δεν ήταν στους όρους εργοδότησης του να λαμβάνει άδεια μόνο τον Αύγουστο και δεν υπέγραψε κανένα χαρτί που να αναφέρει αυτό το πράγμα. 37. Σε ερώτηση σε σχέση με τους λόγους αποχώρησης του από την εργασία του, ανέφερε πως είχε αναφέρει στον Κατηγορούμενο 2 ότι το ημιφορτηγό το οποίο οδηγούσε είχε κάποιο μηχανικό πρόβλημα και δεν μπορούσε να εκτελέσει την εργασία του και τότε ο Κατηγορούμενος 2 άρχισε να του φωνάζει χωρίς λόγο. Συνεπώς, ο Παραπονούμενος εγκατέλειψε την εργασία του χωρίς ειδοποίηση. Όταν μίλησε στο τηλέφωνο με τον Κατηγορούμενο 2 του είπε να πάει όπου θέλει και ότι «δεν έχει τίποτε». 38. Σε υποβολή ότι όχι μόνο απουσίαζε συχνά αλλά μια μέρα εγκατέλειψε τη δουλειά του και δεν επέστρεψε χωρίς καν να απαντά στο τηλέφωνο ανέφερε ότι ο ίδιος πήρε τηλέφωνο τον Κατηγορούμενο 2 και τον ενημέρωσε ότι σταματά. Η απάντηση του Κατηγορούμενου 2 ήταν «πήγαινε όπου θέλεις δεν έχει τίποτε». Ως προς το γιατί επέλεξε να υποβάλει παράπονο στο γραφείο εργασιακών σχέσεων ανέφερε ότι δεν είχε οικονομική ευχέρεια να προσλάβει δικηγόρο. 39. Αναγνώρισε την επιταγή ημερομηνίας 31.03.2019 για το ποσόν των €343,80 (Τεκμήριο 5) και επιβεβαίωσε ότι είχε ενημερωθεί από το επαρχιακό γραφείο εργασιακών σχέσεων ότι ήταν διαθέσιμη να την παραλάβει από τα γραφεία της Κατηγορούμενης 1. 40. Υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι το ποσό το οποίο οι εργοδότες του του είχαν προσφέρει την 31.3.19 ήταν το σωστό ποσό με βάση τις ημέρες που απουσίαζε από την εργασία του και στη βάση του πραγματικού του μισθού ήτοι €1050. Ο ΜΚ2 αρνήθηκε την υποβολή. 41. Σε υποβολή προς τον Παραπονούμενο ότι το ποσό που του είχαν προσφέρει οι εργοδότες του ήταν το σωστό με βάση τις μέρες κατά τις οποίες απουσίαζε από την εργασία του και στη βάση του πραγματικού μηνιαίου μισθού του (€1.050), ο Παραπονούμενος απάντησε ότι δεν αποδέχεται αυτόν τον ισχυρισμό. Σε υποβολή ότι οι εργοδότες του ουδέποτε αρνήθηκαν του καταβάλουν τα δεδουλευμένα και θα πληρωνόταν το τέλος του μήνα απάντησε ότι δεν μπορούσε να ξέρει αν θα τον πλήρωναν ή όχι και προέβη σε καταγγελία για «να εί[ν]αι καλυμμένος». 42. Σε υποβολή ότι δεν ανέφερε στην ΜΚ1 τον σωστό του μισθό, ανέφερε ότι τις είχε αναφέρει το ποσό του μικτού του μισθού. Περαιτέρω, αρνήθηκε ότι εγκατάλειψε την εργασία του χωρίς να ενημερώσει κανέναν και ότι ο λόγος για τον οποίο αποχώρισε από την εργασία του ήταν επειδή είχε εξασφαλίσει άλλη εργασία ως οδηγός. 43. Κατά την επανεξέταση διευκρίνισε ότι δεν υπέγραφε κατά την έναρξη και το τέλος της κάθε εργάσιμης ημέρας. Επίσης δεν του έγινε κάποια παρατήρηση είτε γραπτώς είτε προφορικά σε σχέση με την κατ' ισχυρισμόν αδικαιολόγητη απουσία του από την εργασία του. Ανέφερε χαρακτηριστικά «δεν πήρα κανένα χαρτί ούτε υπέγραψα κάποιο έγγραφο». (iii) ΜΥ1 - Κατηγορούμενος 2 44. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 - εταιρείας. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι τα καθήκοντα του Παραπονούμενου στην εταιρεία ήταν η εκτέλεση μικροπαραγγελιών, οδηγός καθώς και ορισμένα καθήκοντα στο κατάστημα με τα υλικά οικοδομής. Εργοδότησε τον Παραπονούμενο αφού είχε έρθει ο πατέρας του και του ζήτησε να τον προσλάβει. Με τον Παραπονούμενο συναντήθηκαν αρχικά στο γραφείο του και συζήτησαν τα καθήκοντα του και τους όρους πρόσληψης του. Ο μισθός του Παραπονούμενου συμφωνήθηκε στα €1050 καθαρά μηνιαίως, θα πληρωνόταν στο τέλος του μήνα, θα καταβάλλονταν εισφορές στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, και η άδεια θα πληρωνόταν τον Αύγουστο όπως σε όλους τους εργοδοτουμένους του. 45. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι τον Φεβρουάριο ο Παραπονούμενος πληρώθηκε €1.050 καθαρά και πληρώθηκαν και οι κοινωνικές ασφαλίσεις του. Κατατέθηκε αντίγραφο κατάστασης αποδοχών του προσωπικού της Εταιρείας στο οποίο περιλαμβάνετο και ο Παραπονούμενος για τον Φεβρουάριο του 2019 ως Τεκμήριο 6. Ο μισθός που αναφέρεται σε σχέση με τον Παραπονούμενο στο Τεκμήριο 6 - €1.145 κατά τον ΜΥ1 είναι ο ακάθαρτος - μικτός μισθός. Για τον Μάρτιο στις κοινωνικές ασφαλίσεις ο μισθός του Παραπονούμενου είχε δηλωθεί ως €654 σύμφωνα με την κατάσταση που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7. Ο λόγος της διαφοράς είναι επειδή τον Μάρτιο εργάστηκε λιγότερες ημέρες. 46. Ανέφερε επίσης ότι ο Παραπονούμενος αποχώρησε από την εργασία του για μεσημεριανό και δεν επέστρεψε. Ο ΜΥ1 του τηλεφώνησε αλλά δεν απαντούσε στο τηλέφωνο. Μάλιστα δοκίμασε να επικοινωνήσει με τον πατέρα του Παραπονούμενου αλλά ούτε εκείνος ανταποκρίθηκε. Συνειδητοποίησε ότι ο Παραπονούμενος είχε εγκαταλείψει την εργασία του όταν του τηλεφώνησαν από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων και τότε ενημερώθηκε από την ΜΚ1 ότι ο Παραπονούμενος απαιτούσε να πληρωθεί το μισθό του. Ο ΜΥ1 ανέφερε ότι είχε αναφέρει στην ΜΚ1 «να περάσει στο τέλος του μήνα, όπως όλος ο κόσμος που εργάζεται εκεί για να πληρωθεί». Στο τέλος του Μάρτη ειδοποίησαν την ΜΚ1 ότι ήταν έτοιμη η επιταγή αλλά ο Παραπονούμενος αρνήθηκε να μεταβεί στα γραφεία της Κατηγορούμενης 1 και να την παραλάβει. 47. Σε ερώτηση πως προέκυψε το ποσό της επιταγής (Τεκμήριο 5) ο ΜΥ1 ανέφερε ότι υπολογίστηκαν οι μέρες που δούλεψε ο Παραπονούμενος 48. Δεν θυμάται να επικοινώνησαν μαζί του από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων σε σχέση με τυχόν ανεπάρκεια των στοιχείων που είχαν προσκομιστεί. Αναγνώρισε την υπογραφή του στο Τεκμήριο 3 - στοιχεία που αποστάλθηκαν στο ΤΕΕ από τους Κατηγορούμενους. 49. Σε ερώτηση αν είχε φωνάξει στον Παραπονούμενο ή αν τον πρόσβαλε ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν συνηθίζει να φωνάζει σε κανέναν. 50. Σε ερώτηση αν αποδεχόταν τις απουσίες του Παραπονούμενου από την εργασία του τις ημέρες που έκανε μαθήματα οδήγησης ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ήθελε να φεύγει από τη δουλειά αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι διαφορετικό. Μερικές φορές τον ενημέρωνε εκ των προτέρων ο Παραπονούμενος για την απουσία του. Δεν ζήτησε από τον Παραπονούμενο να υπογράφει όποτε απουσιάζει λόγω της καλής σχέσης την οποία είχε ο Κατηγορούμενος 2 με τον πατέρα του Παραπονούμενου. 51. Το ποσό το οποίο προσφέρθηκε στον Παραπονούμενο υπολογίστηκε με βάση τον καθαρό του μισθό που ήταν €1.050 και τις ημέρες που απουσίαζε από την εργασία του. Ουδέποτε είχε αναφέρει στον Παραπονούμενο ότι δεν θα πληρωνόταν για την εργασία του και ουδέποτε αρνήθηκε να παράσχει στοιχεία που ζητήθηκαν στην αρμόδια λειτουργό. 52. Αντεξεταζόμενος ο ΜΥ1 ανέφερε πως ο Παραπονούμενος εργαζόταν 6 ημέρες την εβδομάδα και συμφώνησε ότι ήταν 24 ημέρες άδεια που δικαιούτο και όχι 21. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε γραπτή σύμβαση εργοδότησης ο Παραπονούμενος και μάλιστα παραδέχθηκε πως αυτό ήταν υποχρέωση του την οποία παρέβη. 53. Σε σχέση με το μισθό του Παραπονούμενου το Φεβρουάριο ο μάρτυρας ανέφερε ότι παρά το γεγονός ότι ο Φεβρουάριος είχε 28 μέρες και ο Παραπονούμενος ξεκίνησε να εργάζεται από τις 4 Φεβρουαρίου τον πλήρωσε για ένα ολόκληρο μήνα (ήτοι €1.145). Είχε και κάποια απουσία ο Παραπονούμενος αλλά του ζήτησε ο ίδιος όπως πληρωθεί για ολόκληρο το μήνα και έτσι και έγινε. 54. Σε ερώτηση γιατί τότε τον Μάρτιο δήλωσαν στις κοινωνικές ασφαλίσεις ότι ο μισθός του ήταν €654 ο ΜΥ1 απάντησε ότι ίσως να μην υπολόγισαν τις απουσίες του. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας αρχής υπέδειξε στο μάρτυρα την αντίφαση που υπάρχει, δηλαδή ότι δηλώθηκε στις κοινωνικές ασφαλίσεις από την ίδια την Κατηγορούμενη 1 ότι ο μισθός του Παραπονούμενου ήταν €654 αλλά εξέδωσαν επιταγή για €343.80. Υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι είτε με βάση τον μισθό που δήλωσε η εταιρεία στις κοινωνικές ασφαλίσεις είτε με τον τρόπο που υπολογίστηκε από την ΜΚ1, καταβλήθηκε στον Παραπονούμενο μικρότερο ποσό. Ο ΜΥ1 διαφώνησε και απάντησε ότι οι απουσίες του Παραπονούμενου υπάρχουν και μπορούν να το επιβεβαιώσουν άτομα που εργάζοντο στην Εταιρεία. Οι απουσίες του σημειώνονταν ανέφερε ο ΜΥ1, ωστόσο δεν παρουσίασε τη σημείωση την οποία αναφέρει. 55. Σε ερώτηση γιατί τότε του κατέβαλαν εισφορές αφού έλειπε εκείνες τις ημέρες, ο ΜΥ1 απάντησε ότι ήταν λάθος του και ότι δηλώθηκε το ποσό των €654 στις κοινωνικές ασφαλίσεις λόγω του ότι το λογιστήριο έκανε «βεβιασμένες κινήσεις». 56. Παραδέχθηκε ότι δεν δόθηκε καμία γραπτή ειδοποίηση στον Παραπονούμενο για τις αδικαιολόγητες απουσίες του αλλά ούτε και υπάρχει οποιοδήποτε αρχείο στο οποίο να υπέγραφε ο Παραπονούμενος. Σε υποβολή ότι ο λόγος για τον οποίο δεν πλήρωσαν τον Παραπονούμενο είναι επειδή παραιτήθηκε από την εργασία του ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε ότι δεν αρνήθηκαν να τον πληρώσουν. 57. Σε υποβολή ότι παραδέχθηκε πως είναι με την συγκατάθεση του που πήγαινε ο Παραπονούμενος σε μαθήματα οδήγησης βαρέων οχημάτων ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε ότι κάποτε ενημερωνόταν εκ των προτέρων και κάποτε εκ των υστέρων αλλά του έκανε παρατήρηση να μην πηγαίνει την ώρα της δουλειάς αλλά δεν άλλαξε τίποτε. 58. Όταν ερωτήθηκε πόσες ημέρες κατά την άποψη του θα πρέπει να πληρωθεί ο Παραπονούμενος τον Μάρτη του 2019 ο ΜΥ1 απάντησε ότι θα έπρεπε να πληρωθεί για 9 με 10 ημέρες. 59. Ο ΜΥ1 ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι δεν θεωρούσε σωστό να υποχρεώνει τον Παραπονούμενο να υπογράφει όταν απουσίαζε διότι πρόκειται για μια μικρή οικογενειακή επιχείρηση και διότι ο ίδιος γνώριζε καλά τον πατέρα του Παραπονούμενου. 60. Περαιτέρω, σε σχετική υποβολή ανέφερε ότι παρουσιάστηκαν όλα τα στοιχεία τα οποία είχαν ζητηθεί από την αρμόδια λειτουργό. Διαφώνησε επίσης με την υποβολή ότι θα πρέπει να πληρωθούν και οι 19 ημέρες που δούλεψε το Μάρτιο του 2019 ο Παραπονούμενος. 61. Τέλος, ο ΜΥ1 διευκρίνισε ότι το Φεβρουάριο του 2019 ο Παραπονούμενος πληρώθηκε το ποσό που αντιστοιχεί σε ένα μήνα που έχει 31 ημέρες (€1.145) παρότι ξεκίνησε να εργάζεται από τις 04.02.2019 και απουσίαζε μια ημέρα. (
- iv)ΜΥ2 - Χρυστάλλα Καράλουκα 62. Η ΜΥ2 είναι αδελφή του Κατηγορούμενου 2 και μέτοχος της Κατηγορούμενης 1. Βοηθά τον αδελφό της στο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που αφορούν την Κατηγορούμενη 1 όταν χρειάζεται βοήθεια. Ήταν το πρόσωπο το οποίο παρέδωσε τα έγγραφα στο Τεκμήριο 3 στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Ανέφερε ότι επιχείρησε να τα αποστείλει με φαξ αλλά δεν λειτουργούσε το φαξ που αναγραφόταν στο επιστολόχαρτο του Τεκμηρίου 2 και συνεπώς τα απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τα παρέδωσε σε έντυπη μορφή δια χειρός. 63. Όταν παρέδωσε τα έγγραφα η λειτουργός της ανέφερε ότι θα τα μελετήσει και θα επανέλθει αν χρειαστεί. Η ΜΥ2 ανέφερε στη λειτουργό ότι είναι στη διάθεση της αν χρειαστεί οποιαδήποτε διευκρίνιση ή περαιτέρω πληροφορίες, ωστόσο η λειτουργός, ως ανέφερε, δεν επικοινώνησε ξανά μαζί της. 64. Κατά την αντεξέταση της η ΜΥ2 διευκρίνισε ότι η εμπλοκή της με την υπόθεση περιορίζετο στο να παραδώσει τα έγγραφα τα οποία της ζήτησε να παραδώσει ο Κατηγορούμενος 2 - αδελφός της και δεν γνωρίζει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες. (
- v)ΜΥ3 - Σιμώνη Καράλουκα 65. Η ΜΥ3 είναι είναι επίσης αδελφή του Κατηγορούμενου 2 και είναι υπεύθυνη για το λογιστήριο της Κατηγορούμενης 1 - εταιρείας. Εργάζεται στην Κατηγορούμενη 1 εδώ και 20 χρόνια. Επιβεβαίωσε ότι το Τεκμήριο 2 παραλήφθηκε με φαξ και ανέφερε ότι αυτά τα οποία ζητήθηκαν μέσω του Τεκμηρίου 2 είχαν δοθεί στο Επαρχιακό Γραφείο Εργασιακών Σχέσεων (Τεκμήριο 3). 66. Επίσης, κατά την κυρίως εξέταση της, ανέφερε ότι εκδόθηκε επιταγή από το λογιστήριο της Κατηγορούμενης 1 προς τον Παραπονούμενο (Τεκμήριο 5) και ότι η επιταγή πέρασε από αυτήν δεδομένου του ότι είναι υπεύθυνη για το λογιστήριο. Τον υπολογισμό του ποσού τον είχε κάνει ένα πρόσωπο το οποίο δεν εργάζεται πλέον στην εταιρεία αλλά ανέφερε ότι γνωρίζει πως έγινε ο υπολογισμός. Ο Παραπονούμενος, εξήγησε η ΜΥ3, εργάστηκε 9 ½ μέρες το Μάρτιο του 2019. Το καθαρό του εισόδημα σύμφωνα με την ΜΥ3 ήταν €1050. 67. Ανέφερε ότι η ίδια δηλώνει τις απουσίες στον ελεγκτή της εταιρείας και ότι ελέγχει τα στοιχεία που αποστέλλονται στον ελεγκτή της εταιρείας. Οι απουσίες καταγράφονται και αφαιρούνται οι μέρες από το μισθό του κάθε υπαλλήλου. 68. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι δεν υπήρχε γραπτή συμφωνία μεταξύ της Εταιρείας και του Παραπονούμενου. Ο Παραπονούμενος για το Φεβρουάριο πληρώθηκε περισσότερα απ' όσο έπρεπε καθότι απουσίαζε από την εργασία του. Όταν ερωτήθηκε για το κατά πόσον υπάρχει αρχείο ανέφερε, εν τέλει, ότι δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ 69. Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. 70. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273). Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητα τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν. 71. Παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506.)
- Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Έχω κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45). 74. Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε (Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). 75. Στην περίπτωση κατά την οποία ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, αυτό γενικώς θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που προβάλλει ένας μάρτυρας (ίδετε Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720). Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό (Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited
(1987)1 Α.Α.Δ. 383). 76. Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές από αφ' εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640). (
- i)Αξιολόγηση ΜΚ1 77. Η ΜK1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο αφού έδιδε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις σε σχέση με τα ζητήματα τα οποία γνώριζε. Εξήγησε με ειλικρίνεια ότι η ίδια στην ουσία μετέφερε τους ισχυρισμούς και παράπονα του Παραπονούμενου χωρίς η ίδια να είναι σε θέση να δώσει μαρτυρία κατά τρόπο θετικό τρόπο σε σχέση με το κατά πόσον ο Παραπονούμενος απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του ή όχι ή για το ακριβές ύψος του μισθού του. Εξήγησε επίσης με σαφήνεια τις ενέργειες στις οποίες προέβη για σκοπούς της διερεύνησης του παραπόνου. 78. Η ΜΚ1 περιορίστηκε στο να δώσει μαρτυρία σε σχέση με αυτά για τα οποία γνώριζε. Το ότι απαντούσε πως δεν γνωρίζει ορισμένα θέματα το εκλαμβάνω ως ένδειξη της ειλικρίνειας της. 79. Κατά την αντεξέταση δεν κλονίστηκε, απαντούσε χωρίς ενδοιασμούς σε όλες τις ερωτήσεις οι οποίες υποβλήθηκαν και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Εξήγησε ότι στην ουσία κατέγραψε τους ισχυρισμούς του Παραπονούμενου, ενημέρωσε τους Κατηγορούμενους για αυτούς καλώντας τους να του καταβάλουν το μισθό του και ζήτησε σχετικές πληροφορίες. Οι πληροφορίες τις οποίες απέστειλαν οι Κατηγορούμενοι δεν θεωρήθηκαν επαρκείς επειδή δεν κατατέθηκε κάποιο μητρώο σχετικά με τις άδειας ούτε και αιτήσεις για άδεια με υπογραφή του Παραπονούμενου. 80. Εξήγησε με σαφήνεια τι διερεύνησε, ήτοι το κατά πόσον ο εργοδότης συμμετείχε στο Ταμείο Αδειών και εξήγησε στο Δικαστήριο γιατί κατά την ίδια αυτό έχει σημασία. Σημειώνω σε αυτό το σημείο, ότι η θέση της πως η Κατηγορούμενη 2 δεν συμμετείχε στο Ταμείο Αδειών δεν είχε αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση της. Μάλιστα, επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο των καταστάσεων αποδοχών και εισφορών για τους υπαλλήλους της Κατηγορούμενης 1 για τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2019 (Τεκμήρια 6 και 7). 81. Η μαρτυρία της ΜΚ1 χαρακτηρίζεται από την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, σαφήνεια και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. 82. Παρά το γεγονός ότι η ΜΚ1 ήταν αξιόπιστη μάρτυρας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία της επί του ύψους του μισθού του Παραπονούμενου. Η ΜΚ1 ξεκάθαρα ανέφερε ότι βασίστηκε στα όσα της είπε ο Παραπονούμενος ο οποίος όπως θα επεξηγηθεί ευθύς αμέσως σε τρεις περιπτώσεις έδωσε διαφορετικούς αριθμούς όσον αφορά το ύψος του μισθού του. Περαιτέρω, παρότι αποδέχθηκε ότι της αποστάλθηκε η επιταγή Τεκμήριο 4 στην οποία φαινόταν ο καθαρός μισθός του Παραπονούμενου για το Φεβρουάριο του 2019 δεν φαίνεται να προέβη σε περαιτέρω έρευνα για να διαπιστώσει το κατά πόσον τα όσα της ανέφερε ο Παραπονούμενος, δηλαδή ότι ο μισθός του ήταν €1.200 καθαρά ευσταθούσε. Υπολόγισε ότι επειδή ο Φεβρουάριος του 2019 είχε 28 ημέρες η θέση του Παραπονούμενου συνάδει με τη λογική. 83. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία της ΜΚ1 και την όλη συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητα της εκτός από τα όσα ανέφερε σε σχέση με το ύψος του μισθού του Παραπονούμενου και κατ' επέκταση τον υπολογισμό στον οποίο προέβη. Με βάση τη σχετική επί του ζητήματος νομολογία δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. (
- ii)Αξιολόγηση ΜΚ2 - Παραπονούμενος 84. Θετική ήταν και η εντύπωση την οποία το Δικαστήριο αποκόμισε από το ΜΚ2. Ο ΜΚ2 απαντούσε αυθόρμητα και έδιδε σαφείς απαντήσεις σε σχέση με τα ζητήματα τα οποία γνώριζε. Κατά την αντεξέταση του από την ευπαίδευτη συνήγορο των Κατηγορούμενων, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, απάντησε αυθόρμητα, χωρίς ενδοιασμούς σε όλες τις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. 85. Στην ουσία, δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι δεν είχε σύμβαση εργοδότησης και ότι δεν του ζητείτο να υπογράφει όταν απουσίαζε από την εργασία του. Σε σχέση με τις απουσίες του για μαθήματα οδήγησης για εξασφάλιση άδειας οδήγησης βαρέων οχημάτων ο ΜΥ1 - Κατηγορούμενος 2 στην ουσία παραδέχθηκε ότι το γνώριζε και ότι σε κάποιες περιπτώσεις έδωσε τη συγκατάθεση του στον ΜΚ2 να φύγει από την εργασία του και να παρακολουθήσει μάθημα. Θεωρώ πως ήταν ειλικρινής ο ΜΚ2 όταν ανάφερε πως απουσίαζε μια ώρα από την εργασία του κάθε φορά σε σχέση με μαθήματα οδήγησης. Κατά την αντεξέταση του παρέμεινε σταθερός στη θέση του και δεν φάνηκε να κλονίζεται. Επίσης, παρότι οι ΜΥ1 και ΜΥ3 ανέφεραν πως υπήρχε γραπτό μητρώο για άδειες και βασίστηκαν σε αυτό για να του αφαιρέσουν το ποσό που αντιστοιχεί στις ημέρες που έλειπε, τίποτε δεν παρουσίασαν στο Δικαστήριο. 86. Σε ορισμένες περιπτώσεις έδωσε απαντήσεις οι οποίες μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ευνοούσαν την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής και αυτό δείχνει κατά την άποψη μου τον αυθορμητισμό και την ειλικρίνεια του Παραπονούμενου. Για παράδειγμα, παραδέχθηκε ότι ο ΜΥ1 τον ενημέρωσε για ορισμένους βασικούς όρους εργοδότησης του (όχι για το ότι άδεια μόνο τον Αύγουστο δικαιούτο να λάβει), ότι για το Φεβρουάριο δεν είχε κανένα παράπονο και ότι όντως απουσίαζε σε κάποιες περιπτώσεις από την εργασία του που λόγω της παρόδου μακρού χρόνου δεν μπορεί να θυμηθεί ακριβώς. 87. Αμφισβητήθηκε η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος 2 του ανέφερε πως δεν θα πληρωθεί («δεν έχει τίποτε») στις 19.03.2019. Ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι δεν είχε καταλάβει ότι ο Παραπονούμενος παραιτήθηκε και το κατάλαβε μόνο όταν επικοινώνησαν μαζί του από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Η θέση του Παραπονούμενου ωστόσο, συνάδει με το ότι στις 20.03.2019 (την επόμενη μέρα που είχε διαφωνήσει με τον Κατηγορούμενο 2) είχε μεταβεί στο Τμήμα και υπέβαλε παράπονο. Ενισχύεται από την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 1 το οποίο φέρει και την υπογραφή του. Αν δεν ευσταθούσε το ότι ο Κατηγορούμενος 2 του ανέφερε ότι δεν «έχει τίποτε» δεν θα υπέβαλλε παράπονο την επόμενη κιόλας ημέρα. Συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Παραπονούμενου ότι ο Κατηγορούμενος 2 του ανέφερε πως δεν θα του καταβληθεί ο μισθός του. 88. Η μαρτυρία του ΜΚ2 χαρακτηρίζεται από την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, σαφήνεια και συνοχή ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή, εκτός από το σημείο σχετικά με το ύψος του μισθού του που ο ΜΚ2 απάντησε αρχικά ότι ελάμβανε €1.100 καθαρά, δήλωσε με βάση το Τεκμήριο 1 ότι έπαιρνε €1.200 καθαρά, ωστόσο κατά την αντεξέταση συμφώνησε με τη συνήγορο των Κατηγορούμενων ότι είναι €1.050 καθαρά που έπαιρνε και η διαφορά οφείλεται στο ότι αυτό που δήλωσε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων εν τέλει ήταν το ποσό του ακάθαρτου μισθού του. Παραδέχθηκε ότι τον Φεβρουάριο πληρώθηκε το ποσό των €1.050 και δεν διαμαρτυρήθηκε. Εάν ίσχυε το ότι ο μισθός του είχε συμφωνηθεί σε €1.200 καθαρά τότε αναμενόταν να διαμαρτυρηθεί ή έστω κατά την ακρόαση όταν τέθηκε το ερώτημα να παράσχει κάποια εξήγηση. 89. Για τους λόγους οι οποίοι παρατέθηκαν ανωτέρω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ2, με εξαίρεση τη μαρτυρία του όσον αφορά το ύψος του μισθού του. Δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45). (iii) Αξιολόγηση ΜΥ1 - Κατηγορούμενος 2 90. Ο ΜΥ1 - Κατηγορούμενος 2, δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο αν και σε ορισμένα σημεία στη μαρτυρία του, τα οποία αναφέρω ακολούθως, θεωρώ πως ήταν ειλικρινής. Παραδείγματος χάριν, δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι δεν είχαν γραπτές συμβάσεις ή ότι εν πάση περιπτώσει δεν δόθηκε γραπτή ενημέρωση στον Παραπονούμενο και όσον αφορά αυτή τη πτυχή της μαρτυρίας του δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια του να παρουσιάσει τα πράγματα αλλιώς. Περαιτέρω, δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι δεν είχε δώσει οδηγίες τον Παραπονούμενο να συμπληρώνει αιτήσεις για άδεια και να υπογράφει και ότι στις περιπτώσεις που ενημερωνόταν έδιδε την άδεια του στον Παραπονούμενο να απουσιάζει. 91. Δόθηκε η εντύπωση ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήθελε να βοηθήσει τον Παραπονούμενο και γι' αυτό τον πλήρωσε για ολόκληρο μήνα το Φεβρουάριο του 2019 ενώ δούλεψε 4 μέρες λιγότερες. Παρά ταύτα όταν ορισμένες πτυχές της μαρτυρίας του ήρθαν σε αντιπαραβολή με την πραγματική μαρτυρία η οποία κατατέθηκε και συγκρίθηκαν με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε, διαπιστώθηκε ότι ο ΜΥ1 υπέπεσε σε αντιφάσεις επί ουσιωδών ζητημάτων. Περαιτέρω, αναδύθηκε μια προσπάθεια παρουσίασης μιας εικόνας η οποία δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, ενώ ο ΜΥ1 έδειξε μια αδυναμία να στοιχειοθετήσει τους ισχυρισμούς του. 92. Ενδεικτικά αναφέρω ότι σε ερώτηση γιατί το Μάρτιο δήλωσαν στις κοινωνικές ασφαλίσεις ότι ο μισθός του Παραπονούμενου ήταν €654, ο ΜΥ1 απάντησε ότι ίσως να μην υπολόγισαν τις απουσίες του. Ωστόσο, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ανέφερε ότι κρατούσε σημείωση για τις απουσίες του την οποία όμως δεν παρουσίασε. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας αρχής υπέδειξε στο ΜΥ1 την αντίφαση η οποία αναδύεται από την αντιπαραβολή των όσων ανέφερε με την πραγματική μαρτυρία, ήτοι δηλώθηκε στις κοινωνικές ασφαλίσεις από την ίδια την Κατηγορούμενη 1 ότι ο μισθός του Παραπονούμενου ήταν €654, αλλά εξέδωσαν επιταγή για €343.80. Ο ΜΥ1 σε μια προσπάθεια του να εξηγήσει την αντίφαση ανέφερε ότι πρέπει να έγινε λάθος από το λογιστήριο και επέρριψε ευθύνη στο λογιστήριο της Κατηγορούμενης 1 ότι προέβη σε «βεβιασμένες κινήσεις». Αφετέρου δε, ισχυρίστηκε ότι ήταν σημειωμένες οι απουσίες του Παραπονούμενου και το ίδιο ανέφερε και η ΜΥ3. Εάν ήταν «σημειωμένες» οι απουσίες του Παραπονούμενο αναμένετο ότι δεν θα γινόταν το λάθος αυτό. Επαναλαμβάνω επίσης ότι καμία σημείωση δεν παρουσιάστηκε ή οποιοδήποτε αρχείο. 93. Υποβλήθηκε επίσης στον ΜΥ1, κατά τρόπο εύστοχο από τον κ. Πρόδρόμου ότι, είτε με βάση τον μισθό που δήλωσε η εταιρεία στις κοινωνικές ασφαλίσεις είτε με τον τρόπο που υπολογίστηκε ο μισθός από την ΜΚ1, καταβλήθηκε στον Παραπονούμενο μικρότερο ποσό. Ο ΜΥ1 διαφώνησε και απάντησε ότι οι απουσίες του Παραπονούμενου υπάρχουν και μπορούν να το επιβεβαιώσουν άτομα που εργάζοντο στην Εταιρεία. Δεν προσκομίστηκε όμως τέτοια μαρτυρία από τον Κατηγορούμενο ή από την υπεράσπιση, γενικότερα με αποτέλεσμα να παραμείνει αυτή η αντίφαση δηλαδή ότι αφενός κρατούσε αρχείο με τις απουσίες του Παραπονούμενου, αφετέρου δεν τις υπολόγισε και δήλωσε στις κοινωνικές ασφαλίσεις (Τεκμήριο 7) ότι ο Παραπονούμενος έλαβε το ποσό των €654 ενώ οι Κατηγορούμενοι επιμένουν πως μόνο το ποσό των €343.80 οφείλεται. 94. Ανέφερε ότι οι απουσίες του Παραπονούμενου σημειώνονταν: «...διότι εγώ εξέφραζα το παράπονο μου τζιαι το σημειώναμε κάτω όταν είχε απουσία» (σελ. 22 πρακτικού ημερ. 24.10.2023). Ωστόσο, δεν παρουσιάστηκε κανένα αρχείο ούτε κάποια σημείωση. Ανέφερε συνεχώς ότι υπάρχουν μάρτυρες που μπορούν να το επιβεβαιώσουν τις απουσίες του Παραπονούμενου αλλά δεν παρουσιάστηκε τέτοια μαρτυρία, ούτε και οι σημειώσεις του και συνεπώς οι ισχυρισμοί του παρέμειναν ατεκμηρίωτοι. 95. Το ποσό το οποίο δέχθηκαν να καταβάλουν στον Παραπονούμενο δεν φαίνεται να συνάδει με τις ημέρες που κατά τους ίδιους στο Τεκμήριο 3 απουσίαζε από την εργασία του. Ούτε και συνάδει με το ποσό που δηλώθηκε στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Αυτό το οποίο προκύπτει είναι ότι δεν κατέβαλαν οι Κατηγορούμενοι στον Παραπονούμενο το μισθό τον οποίο έπρεπε να λάβει όπως και να προσεγγίσει κάποιος το ζήτημα και συνεπώς η μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 σε σχέση με αυτό το ζήτημα δεν είναι ικανή για να χρησιμοποιηθεί για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων όσον αφορά αυτό το επίδικο ζήτημα. 96. Η μαρτυρία του ΜΥ1 επίσης έρχεται σε αντίφαση με την πραγματική μαρτυρία ήτοι με τα Τεκμήρια 3, 6 και 7. Οι μέρες που κατά τον ΜΥ1 απουσίαζε ο Παραπονούμενος και κατ' επέκταση το ποσό των €343,80 που ο ΜΥ1 θεωρεί ότι έπρεπε να λάβει ο Παραπονούμενος δεν συνάδουν με το ποσό το οποίο δηλώθηκε από τους Κατηγορούμενους στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ήτοι €654. Επίσης, ο Παραπονούμενος ήταν σημειωμένος στα Τεκμήρια 6 και 7 ως μηνιαίως αμειβόμενος. Αν όντως καταγράφονταν οι απουσίες του Παραπονούμενου ως ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος 2 δεν θα υπήρχε αυτό το λάθος, όπως το χαρακτήρισε, να δηλωθεί ποσό €654 αλλά να δικαιούται ο Παραπονούμενος να λάβει μόνο το ποσό των €343,80, όπως υποστηρίζουν. 97. Περαιτέρω, αυτό που προέκυψε από την αντεξέταση ήταν πως σε κάποιες περιπτώσεις ήταν με τη συγκατάθεση του Κατηγορούμενου 2 που απουσίαζε ο Παραπονούμενος και αυτό φανερώνει αντίφαση με τη δήλωση του ότι ενημέρωσε τον Παραπονούμενο πως μόνο Αύγουστο μπορεί να ληφθεί άδεια. 98. Επιπρόσθετα, η θέση του ΜΥ1 ότι ο Παραπονούμενος απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του, καταρρίφθηκε τόσο από την παραδοχή του ιδίου ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν με την συγκατάθεση του που έλειπε, όσο και από την έλλειψη οποιασδήποτε προειδοποίησης ή γραπτής επίπληξης προς τον Παραπονούμενο. Το γεγονός επίσης ότι για το Φεβρουάριο πληρώθηκε για ολόκληρο μήνα παρότι και εκείνο το μήνα είχε απουσίες έρχεται σε αντίφαση με τους ισχυρισμούς του ΜΥ1. Ακόμα, ο ισχυρισμός του ότι ο Παραπονούμενος εγκατέλειψε τη δουλειά του χωρίς να ενημερώσει και δεν απαντούσε το τηλέφωνο για μέρες δεν γίνεται αποδεκτός για τους λόγους που εξήγησα στην παράγραφο 87 πιο πάνω. 99. Παρά το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 2 υπέπεσε σε αντιφάσεις όσον αφορά το ποσό το οποίο οφειλόταν στον Παραπονούμενο, για το Μάρτιο του 2019 προσκόμισε το Τεκμήριο 6 (κατάσταση αποδοχών και εισφορών) και ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι το ποσό το οποίο συμφώνησε να πληρώνει τον Παραπονούμενο ήταν €1.145 ακάθαρτα. Δεδομένου ότι η θέση του συνάδει με την πραγματική μαρτυρία η οποία κατατέθηκε θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής όσον αφορά αυτή τη πτυχή. Περαιτέρω, αποδέχομαι πως συμφώνησε με τον Παραπονούμενο όπως ο μισθός του τελευταίου καταβάλλεται μηνιαίως. 100. Δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του σε σχέση με το ποσό το οποίο δικαιούτο ο Παραπονούμενος να λάβει το Μάρτιο του 2019 λόγω των ουσιωδών αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε κατά τη μαρτυρία του. 101. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου 2 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του, καταλήγω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή εκτός από την αναφορά του στο ύψος του μισθού του Παραπονούμενου που συμφωνήθηκε μεταξύ τους. (
- iv)Αξιολόγηση ΜΥ2 102. Η μόνη εμπλοκή της ΜΥ2 στην υπόθεση, ως ανέφερε, ήταν ότι παρέδωσε το Τεκμήριο 3 στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων για λογαριασμό του Κατηγορούμενου 2 και δε γνώριζε οτιδήποτε άλλο σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Η θέση της ότι ανέφερε στην επιθεωρήτρια ότι είναι στη διάθεση της και να επικοινωνήσει μαζί της αν χρειάζεται οποιεσδήποτε πληροφορίες και ότι δεν επικοινώνησε κανένας μαζί της για περαιτέρω πληροφορίες δεν αμφισβητήθηκε. Συνεπώς αποδέχομαι εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία της. (
- v)Αξιολόγηση ΜΥ3 103. Η ΜΥ3 δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση της απέφευγε να απαντά στις ερωτήσεις τις οποίες υποβάλλονταν και σε πολλές περιπτώσεις αρνείτο να απαντήσει είτε αντιστρέφοντας την ερώτηση είτε δηλώνοντας ευθαρσώς ότι δεν θα απαντήσει. Για παράδειγμα, όταν ερωτήθηκε από το συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής πως προέκυψε η διαφορά μεταξύ του ποσού των €654 και του €343,80, η ΜΥ3 δεν απάντησε σε κανένα από τα ερωτήματα που τέθηκαν. 104. Ενώ εξέφραζε απόψεις για κάποια ζητήματα όταν υποβάλλονταν περαιτέρω ερωτήσεις αρνείτο να απαντήσει (π.χ. σελ. 10 πρακτικών ημερ. 7.11.2023). Για παράδειγμα σε σχέση με το κατά πόσον ο Παραπονούμενος δικαιούτο να λάβει άδεια ανέφερε ότι η θέση της είναι πως έχασε το δικαίωμα του σε άδεια καθότι εγκατέλειψε την εργασία του. Όταν υποβλήθηκαν περαιτέρω ερωτήσεις σε σχέση με αυτό το θέμα, η ΜΥ3 δεν ήταν σε θέση ή αρνείτο να απαντήσει. 105. Περαιτέρω, υπέπεσε και σε αντιφάσεις κατά την αντεξέταση ενώ ισχυρισμοί της παρέμειναν ατεκμηρίωτοι. Ενδεικτικά αναφέρω ότι αφενός δήλωσε ότι καταγράφονταν οι απουσίες των εργοδοτούμενων και αποστέλλονταν στον ελεγκτή της εταιρείας (σελ. 6 πρακτικών 07.11.2023), ο οποίος υπέβαλλε τις καταστάσεις στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Ωστόσο, δεν παρουσιάστηκε κανένα αρχείο με τις απουσίες των υπαλλήλων. 106. Ακολούθως, υπέπεσε σε αντίφαση καθότι όταν της ζητήθηκε να απαντήσει για το κατά πόσον τελικά υπάρχει κάποιο αρχείο με τις άδειες άφησε να νοηθεί σε διάσταση με την απάντηση της κατά την κυρίως εξέταση, ότι δεν υπάρχει κάτι τέτοιο (σελ. 9 πρακτικών ημερ. 7.11.2023). 107. Επιπρόσθετα, στη σελίδα 8 των πρακτικών ημερ. 07.11.2023 επεξηγεί τη διαδικασία που υπάρχει στην Κατηγορούμενη 1 εταιρεία για να ζητήσει κάποιος εργοδοτούμενος άδεια και αφήνει να νοηθεί ότι δεν είναι μόνο τον Αύγουστο που δικαιούνται οι εργοδοτούμενοι της εταιρείας να λάβουν άδεια. Αυτό έρχεται σε διάσταση με την απάντηση της στη σελίδα 10 των πρακτικών εκείνης της δικασίμου («Ήταν ξεκάθαρο ότι δεν μπορεί να πάρει άδεια ανάπαυσης»). 108. Από τη μαρτυρία της ΜΥ3 αναδύθηκαν ασάφειες και αντιφάσεις και η ίδια δεν ήταν σε θέση να δώσει πειστικές απαντήσεις στα ερωτήματα που της υποβλήθηκαν. Το Δικαστήριο συνεπώς δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της σε σχέση με την απόδειξη για τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Παρέθεσα πιο πάνω παραδείγματα των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε, της αδυναμίας της να παράσχει σαφείς και πειστικές απαντήσεις σε απλά ερωτήματα και καταλήγω στο ότι η μαρτυρία της σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή. (
- vi)Ευρήματα 109. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και λαμβάνοντας υπόψη τις πτυχές της μαρτυρίας που δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: 109.1 Η Κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία νομότυπα εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι ο διευθυντής της Κατηγορούμενης 1. Κατά τον επίδικο χρόνο, ο Παραπονούμενος κ. Α.Χ. ήταν εργοδοτούμενος στην Κατηγορούμενη 1, εταιρεία. 109.2 Ο Παραπονούμενος εργάστηκε στην Κατηγορούμενη 1 εταιρεία από την 04.02.2019 μέχρι και την 19.03.2019. 109.3 Δεν υπογράφηκε γραπτή σύμβαση εργοδότησης ωστόσο είχε λάβει χώρα συνάντηση μεταξύ του Παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου 2, πριν την έναρξη της εργοδότησης του πρώτου και του επεξηγήθηκαν προφορικά κάποιοι βασικοί όροι της εργοδότησης του, δηλαδή τα καθήκοντα, ωράριο και ο μισθός του. Ο μισθός του Παραπονούμενου ανέρχετο σε €1.145 ακάθαρτα και ήταν πληρωτέος σε μηνιαία βάση. Αυτό προκύπτει και από τα Τεκμήρια 6 και 7. 109.4 Στις 20.03.2019 ο Παραπονούμενος υπέβαλε παράπονο εναντίον των Κατηγορούμενων στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Ανέφερε ότι η Κατηγορούμενη 1 του οφείλει το ποσόν των €739,00. 109.5 Αποστάλθηκε επιστολή από το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων στις 26.07.2019 μέσω τηλεομοιότυπου προς τον Κατηγορούμενο 2 στην οποία ετίθετο προθεσμία μίας εβδομάδας από τη λήψη της για την καταβολή του προαναφερόμενου ποσού - μισθού στον Παραπονούμενο (Τεκμήριο 2). 109.6 Η ΜΚ1 συναντήθηκε με την κυρία ΧΚ (ΜΥ2) στις 28.08.2019. Η ΜΥ2 παρέδωσε δια χειρός στοιχεία σε σχέση με την υπόθεση στις 02.09.2019 (επιστολή ημερομηνίας 02.09.2019 και τρία επισυναπτόμενα έγγραφα - Τεκμήριο 4). 109.7 Η Κατηγορούμενη 1 δεν συμμετέχει στο Ταμείο Αδειών. 109.8 Η Κατηγορούμενη 1 δεν τηρούσε μητρώο στο οποίο να καταγράφονται οι άδειες - απουσίες του Παραπονούμενου από την εργασία του και δεν παρουσιάστηκε αρχείο στο οποίο να καταγράφονται αποκοπές από το μισθό και ο λόγος για την κάθε αποκοπή. 109.9 Ο Παραπονούμενος απουσίασε από την εργασία του 10-12 φορές για μια ώρα για σκοπούς παρακολούθησης μαθημάτων οδήγησης για την εξασφάλιση άδειας οδήγησης βαρέων οχημάτων και μία εργάσιμη ημέρα για να παρακαθίσει την εξέταση για την άδεια οδήγησης βαρέων οχημάτων. 109.10 Προσφέρθηκε το ποσό των €343.80 στον Παραπονούμενο (Τεκμήριο 5). Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε να παραλάβει την επιταγή. 109.11 Δεν καταβλήθηκε ο μισθός για το μήνα Μάρτιο του 2019 στον Παραπονούμενο και ακόμη οφείλεται. Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΩΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ (
- i)Παράλειψη πληρωμής μισθού 110. Ο σκοπός της θέσπισής του Νόμου είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και, πιο συγκεκριμένα, η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση (μεταξύ άλλων ΡΟΔΟΣΘΕΝΟΥΣ ν. AQUA MASTERS PLC, Ποιν. Εφ. 138/2017, 04.06.2018), ECLI:CY:AD:2018:B268, ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ v. ΣΤΑΥΡΟΥ κ.α., Ποιν. Εφ. 264/2018 και 265/2018, 03.07.2020, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποιν. Εφ. 233/2020, 04.07.2022, ECLI:CY:AD:2022:B277, ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ, Ποιν. Εφ. 200/2019, 12.04.2021), ECLI:CY:AD:2021:B136. 111. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις στο άρθρο 2 του Νόμου ο όρος «μισθός» «σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές·» 112. Σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)«[η] συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.» Σύμφωνα δε με το άρθρο 10 του Νόμου, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν επιτρέπονται αποκοπές από το μισθό εργοδοτούμενου παρά μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα, αποκοπές που προνοούνται από νόμο ή κανονισμό, αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας ή δυνάμει δικαστικής απόφασης. Στην περίπτωση άλλων αποκοπών απαιτείται συγκατάθεση του εργοδοτούμενου. 113. Περαιτέρω, το άρθρο 12 του Νόμου με τίτλο «Υποχρέωση τήρησης στοιχείων, αρχείων και απόδειξης» είναι ιδιαίτερα σημαντικό και διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «12.-
(1)Ο εργοδότης οφείλει να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται, για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία σχετικά με τον ακάθαρτο και τον καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές αυτές. [.]
(3)Το βάρος της απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης.»
- Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι σε ποινικές υποθέσεις στην περίπτωση κατά την οποία το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, όπως εν προκειμένω, το επίπεδο απόδειξης το οποίο εφαρμόζεται είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
- Περαιτέρω σημειώνω σε σχέση με το βάρος απόδειξης ως προς το κατά πόσον καταβλήθηκαν ή αν ήταν οφειλόμενοι οι μισθοί αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Ροδοσθένους (ανωτέρω): «Η ευπαίδευτη πρωτόδικος Δικαστής έσφαλε στην προσέγγισή της ότι ο Παραπονούμενος - Εφεσείων όφειλε και να αποδείξει ότι οι μισθοί ήταν ή όχι οφειλόμενοι. Κάτι τέτοιο - η αυστηρή δηλαδή απόδειξη, ουσιαστικά, ότι οι μισθοί δεν καταβλήθηκαν - θα καθιστούσε κενή περιεχομένου και θα αντιστρατευόταν τη νομοθετική πρόνοια του άρθρου 12
(3), η οποία εναποθέτει το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού στους ώμους του εργοδότη. Υπό τις συνθήκες λοιπόν, κατ΄ ακολουθία και του άρθρου 12
(3)του Νόμου, ο εργοδότης - Εφεσίβλητη έφερε πλέον το βάρος απόδειξης της καταβολής του μισθού στον εργοδοτούμενο - Εφεσείοντα. Προσθέτουμε ότι η εκ του νόμου, άρθρο 12
(1)
(2), υποχρέωση προς τήρηση αρχείων, εντάσσεται στην όλη φιλοσοφία προστασίας και διασφάλισης των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων, αλλά και ενισχύει τη δυνατότητα απόσεισης του βάρους που φέρει ο εργοδότης προς απόδειξη της καταβολής των μισθών εργοδοτουμένων.» 116. Το άρθρο 20 του Νόμου με τίτλο «Αδικήματα και ποινές» ως είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο ( πριν την τροποποίηση του με το Ν. 221(Ι)/2022 διαλαμβάνει, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, τα ακόλουθα: «20.-
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Το Δικαστήριο επιπρόσθετα από τις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), δύναται, με την καταδίκη του εργοδότη, να εκδώσει και Διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού προς τον εργοδοτούμενο.» 117. Όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, το υπό κρίση αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, αφού το στοιχείο της ένοχης διάνοιας ή εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής μισθών (MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoιν. ΄Εφ. αρ. 198/15, ημερ. 02.12.2016). Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι (Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235: η διάπραξη του αδικήματος συναρτάται με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια και όχι τους λόγους για την παράλειψη ή την αμέλεια). (ii) Ποινική ευθύνη διευθυντή εταιρείας
- Επαναλαμβάνεται ότι ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται ότι ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 ότι την παρακίνησε ώστε να μην καταβάλει στον Παραπονούμενο το μισθό του. Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (εφεξής «ΠΚ») το οποίο έχει ως ακολούθως είναι σχετικό εν προκειμένω: «
- Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά το ποινικό αδίκημα (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει το ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.»
- Όπως και σε άλλα αδικήματα, έτσι και στην παρούσα περίπτωση, ένοχος δύναται να κριθεί και ο συμμέτοχος ή συνεργός στη διάπραξή του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρο 20 του ΠΚ. Βεβαίως, στις περιπτώσεις όπου ο αυτουργός ενός αδικήματος είναι κάποιο νομικό πρόσωπο, η ιδιότητα του διευθυντή ή άλλου αξιωματούχου του δεν δύναται από μόνη της να στοιχειοθετήσει την καταδίκη βάσει του εν λόγω άρθρου. Απαιτείται μαρτυρία για τη συγκεκριμένη δράση η οποία συνιστά συμμετοχή του φυσικού προσώπου στη διάπραξη του αδικήματος (Ευριβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600, Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). 120. Όσον αφορά την ποινική ευθύνη Διευθυντή εταιρείας εργοδότη στην Terezian (ανωτέρω) επιβεβαιώνεται η δυνατότητα ποινικής ευθύνης διευθυντή της εργοδότριας εταιρείας ως συνεργού. Ένας διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας μπορεί να κριθεί ένοχος ως συνεργός της εταιρείας, εάν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα (Αστυνομία ν. Toorac Fashion
(1993)2 Α.Α.Δ. 117, Ajini κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319, Επίσημος Παραλήπτης v. Kalavas & Assoc. Ltd. κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, (Σ.Ε.Κ.) ν. Samoa Clothing Industry Ltd. κ.ά. (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 619, Ιωάννου ν. Νανάιμο Λίμιτεδ κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555).
- Ένα από τα είδη συμμετοχής ή συνέργειας, ως καθορίζονται στο άρθρο 20 του ΠΚ, είναι η παροχή συνδρομής (βοήθειας) σε άλλον ή η παρακίνηση άλλου να διαπράξει αδίκημα («aiding and abetting»). Η συγκεκριμένη συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, ήτοι η δράση η οποία συνιστά τη συμμετοχή αυτή, είναι δυνατόν να αφορά είτε την προετοιμασία είτε οποιοδήποτε στάδιο της διάπραξης του αδικήματος.
- Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ashworth's Principles of Criminal Law, 2022, 10η έκδοση, σελ. 478: «Αbetting involves some encouragement of the principal to commit the offence and this usually accompanies, or is implicit in, an act of aiding. Aid may be given by supplying an instrument to the principal, keeping a look‑out, doing preparatory acts, and many other forms of assistance given before or at the time of the offence».
- Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό ότι η συνέργεια, συνδρομή ή βοήθεια δυνατόν να μην αφορά απλά μια μεμονωμένη στιγμιαία πράξη. Υπό τις κατάλληλες περιστάσεις γεγονότων και υποκειμενικής υπόστασης, είναι ενδεχόμενο να αποτελείται από σειρά ενεργειών ή από συνολική συμπεριφορά. Στην απόφαση στην υπόθεση Vrontis Builders Ltd κ.α. ν. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ
(2016)2 Α.Α.Δ. 518 η πλειοψηφία ανέφερε τα ακόλουθα (η έμφαση είναι δική μου): «Η συνέργεια κατά το Άρθρο 20 του Κεφ. 154, δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής. (Πουτζιουρής κ.α v. Δημοκρατίας
(1990), 2 Α.Α.Δ. 309, σελ. 346 κ.ε). Το Άρθρο 305Α ποινικοποιεί, σύμφωνα με τον πλαγιότιτλο, την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Κατά τη νομολογία, (Militos Trading Ltd ν. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609 και Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261), η συνέργεια συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής. Η συνέργεια δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει καθ' όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης. Η έκδοση επιταγής από την εταιρεία ως νομικό πρόσωπο καθιστά βέβαια υπεύθυνη την ίδια την εταιρεία ως την εκδότρια της επιταγής, αλλά ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας που υπογράφει την επιταγή δύναται να είναι ποινικά υπεύθυνος ως συνεργός νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεση του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος».
- Αντλήθηκε επίσης καθοδήγηση από το σύγγραμμα Smith & Hogan, Criminal Law, 11th edn, σελ. 177 υπό τον τίτλο "Omission as a sufficient actus reus of secondary liability" καθότι η παρούσα υπόθεση αφορά παράλειψη, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "The law does not generally impose criminal liability for a failure to act . In the context of secondary liability, the question arises whether D's omission to prevent P committing the crime is sufficient to trigger liability. [.] Secondly, there are circumstances in which D has a right to control the actions of another and he deliberately refrains from exercising it, his inactivity may be a positive encouragement to the other to perform an illegal act, and, therefore an aiding and abetting. If a licensee on a public house stands by and watches his customers drinking after hours, he is guilty of aiding them and abetting them in doing so".
- Όσον αφορά το mens rea του συνεργού (secondary party) είναι σχετικά τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 179 - 190 του πιο πάνω αναφερόμενου συγγράμματος. Υπό μορφή περίληψης αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 179: "
(1)the secondary party must intent to assist or encourage the principal's act, or in the case of procuring, to bring the offence about;
(2)the secondary party must have knowledge as to the facts forming the essential elements of the principal's offence, (including any facts as to which the principal bears strict liability). This includes an awareness that the principal will act with mens rea".
- Άντλησα επίσης καθοδήγηση από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2015, παρ. Α4.5 και Α4.
- Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το mens rea στις περιπτώσεις ενός συνεργού (accessory) είναι «στενότερο» από αυτό του αυτουργού (principal) καθότι χρειάζεται πρόθεση ή γνώση, παρά αμέλεια ή απερισκεψία.
- Εν πρώτους, λοιπόν, αυτό το οποίο εξετάζεται, είναι το κατά πόσον εντοπίζεται συγκεκριμένη συμπεριφορά ή δράση, η οποία να συνιστά τη συμμετοχή κάποιου στο αδίκημα άλλου προσώπου. Αυτή η δράση, αν εντοπιστεί, αποτελεί την αντικειμενική υπόσταση της συμμετοχής ή συνέργειας (actus reus).
- Η διάπραξη της πράξης ή η παράλειψη, ωστόσο, δεν είναι αφ' εαυτής αρκετή για απόδειξη του αδικήματος επί τη βάσει του άρθρου 20 του ΠΚ, δεδομένου ότι ακόμα και στις περιπτώσεις αδικημάτων αυστηρής ευθύνης (strict liability), απαιτείται όσον αφορά το συνεργό να υφίσταται η αναγκαία γνώση ή πρόθεση, δηλαδή η υποκειμενική υπόσταση ή άλλως, η ένοχη διάνοια (mens rea). Εν ολίγοις, εάν κατά τη στιγμή της διενέργειας κάποιας πράξης (ή παράλειψης) δεν συνυπάρχει και το απαραίτητο για το συγκεκριμένο αδίκημα νοητικό στοιχείο, τότε δεν προκύπτει ποινική ευθύνη.
- Όπως περαιτέρω εξηγείται στο σύγγραμμα Archbold 2015, §17‑113 «. in general the mental element of a crime must exist at the time of the physical act .». Έπεται πως η ένοχη διάνοια θα πρέπει να υφίσταται κατά τη στιγμή της συγκεκριμένης ενέργειας η οποία συνιστά τη συνέργεια. Στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, η οποία αφορούσε σε αδίκημα της συνέργειας σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του εδαφίου (γ) του άρθρου 20 του ΠΚ αναφέρθηκαν τα εξής: «Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 πάρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence") Ο Devlin J. Στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» («. aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances")». 130. Σε περίπτωση συνέργειας κρίθηκε ότι «προτού πρόσωπο καταδικασθεί ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος, πρέπει, τουλάχιστον, να αποδειχθεί ότι γνώριζε τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα» (βλ. Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 544). Περαιτέρω, τούτο ισχύει και όπου το αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης (βλ. Pavlos Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). 131. Ως προς την προαναφερθείσα γνώση ή πρόθεση, είναι καλώς θεμελιωμένο ότι σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία για την απόδειξή τους. Κατά κανόνα τα στοιχεία αυτά αποδεικνύονται εμμέσως, με περιστατική μαρτυρία (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 75) ή όπως αλλιώς έχει τεθεί, κατά κανόνα αυτά αναδύονται ως εξυπακουόμενα στοιχεία μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα, τα οποία αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου και περαιτέρω εννοείται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του (Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646 132. Προτού να προχωρήσω με την υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις εφαρμοστέες νομικές αρχές, υπενθυμίζω ότι το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Woolmington v. DPP
(1935)All ER Rep.1).
- Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Στις περιπτώσεις στις οποίες το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους της υπεράσπισης το επίπεδο απόδειξης το οποίο εφαρμόζεται είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
- Δεν επιτρέπονται εικασίες προς συμπλήρωση κενών στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Οποιοδήποτε κενό σε σχέση με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Ε. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
- Προχωρώ τώρα με την εξέταση του κατά πόσον στοιχειοθετήθηκαν στο απαιτούμενο επίπεδο οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, δηλαδή τις κατηγορίες 1 και 2 οι οποίες έχουν παραμείνει, έχοντας κατά νου τη νομική πτυχή ως παρατίθεται στην προηγούμενη ενότητα, το βάρος απόδειξης, τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και οδήγησε στην εξαγωγή των σχετικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε.
- Εν πρώτοις σημειώνω ότι είναι παραδεκτό πως ο Παραπονούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εργοδοτούμενος της Κατηγορούμενης
- Είναι επίσης παραδεκτό ότι ο μισθός θα καταβαλλόταν στον Παραπονούμενο μηνιαίως. Περαιτέρω, δεν αμφισβητήθηκε η θέση της ΜΚ1, δεν προωθήθηκε κάποια άλλη θέση από την υπεράσπιση και, περαιτέρω, προκύπτει και από την πραγματική μαρτυρία (Τεκμήρια 6 και 7), ότι η Κατηγορούμενη 1 ως εργοδότης δεν συμμετείχε στο Ταμείο Αδειών. Κατά συνέπεια, αποτελεί ευθύνη του εργοδότη να πληρώνει κανονικά το μισθό το εργοδοτούμενου του κατά τη διάρκεια της άδειας του.
- Είναι επίσης παραδεκτό ότι δεν καταβλήθηκε μισθός στον Παραπονούμενο για τις 19 ημέρες που ήταν στην υπηρεσία της Κατηγορούμενης 1 τον Μάρτιο του
- Με βάση τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή εξάχθηκε σχετικό εύρημα ότι ο μηνιαίος μισθός του Παραπονούμενου ανέρχετο σε €1,145 (μικτός μισθός).
- Υπό αυτές τις συνθήκες, κατ' ακολουθία του άρθρου 12
(3)του Νόμου, η Κατηγορούμενη 1 έφερε πλέον το βάρος απόδειξης, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, της καταβολής του μισθού στον Παραπονούμενο για το μήνα Μάρτιο του
- Η υποχρέωση του εργοδότη να τηρεί αρχεία στα οποία να φαίνονται, για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία σχετικά με τον ακάθαρτο και τον καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών οι οποίες έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι αποκοπές αυτές δεν έχει τηρηθεί. Όπως έχει νομολογηθεί, η εκ του άρθρου 12
(1)του Νόμου υποχρέωση για τήρηση αρχείων, εντάσσεται στην όλη φιλοσοφία προστασίας και διασφάλισης των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων, αλλά και ενισχύει τη δυνατότητα απόσεισης του βάρους που φέρει ο εργοδότης προς απόδειξη της καταβολής των μισθών των εργοδοτουμένων. Η Κατηγορούμενη 1, εν προκειμένω, απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε.
- Κατ' ουσίαν, το επίδικο ζήτημα ήταν το κατά πόσον το ποσόν των €343.80 το οποίο οι Κατηγορούμενοι πρόσφεραν στον Παραπονούμενο ως μισθό για το Μάρτιο του 2019, αντιπροσωπεύει το ποσό το οποίο έπρεπε ο Παραπονούμενος να λάβει ως μισθό. Κατά τους Κατηγορούμενους το ποσό αυτό υπολογίστηκε στη βάση των ημέρων κατά τις οποίες πραγματικά εργάστηκε ο Παραπονούμενος εφόσον, με βάση τους ισχυρισμούς οι οποίοι προβλήθηκαν από αυτούς, ο Παραπονούμενος απουσίαζε από την εργασία του σε διάφορες περιπτώσεις.
- Ωστόσο, η μαρτυρία των Κατηγορούμενων σε σχέση με τις απουσίες του Παραπονούμενου δεν έγινε αποδεκτή. Εν πάση περιπτώσει, δεν τηρείτο αρχείο με τις αποκοπές από το μισθό του Παραπονούμενου για να μπορεί ο εργοδότης να αποδείξει ότι πράγματι υπήρξαν τέτοιες αποκοπές ή το κατά πόσον ο εργοδοτούμενος συγκατατέθηκε σε τέτοιες αποκοπές. Ούτε και προσκομίστηκε οποιοδήποτε αρχείο, σημειώσεις ή στοιχεία τα οποία να τεκμηριώνουν ότι ο Παραπονούμενος απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του ή, εν πάση περιπτώσει, ότι έλαβε άδεια και απουσίαζε.
- Επαναλαμβάνεται επίσης ότι ο μισθός του Παραπονούμενου του καταβαλλόταν μηνιαίως. Αυτό προκύπτει τόσο από τη μαρτυρία των ΜΚ1, ΜΚ2 και ΜΥ1 όσο και από τα Τεκμήρια 6 και 7 (ένδειξη «Μ» δίπλα από το όνομα του Παραπονούμενου). Παρενθετικά αναφέρω ότι στο Τεκμήριο 3 φαίνεται ότι έγινε αποκοπή το Μάρτιο για απουσίες του Φεβρουαρίου «[λ]όγω του ότι δεν μας είχε ενημερώσει έγκαιρα η αποκοπή έγινε το Μάρτιο». Δεν τηρείτο κατάσταση, ούτε μητρώο ούτε και δόθηκε συγκατάθεση για αποκοπή από το μισθό του Παραπονούμενου και η μαρτυρία ότι είχε αδικαιολόγητες απουσίες ο Παραπονούμενος δεν έγινε αποδεκτή.
- Επειδή είναι παραδεκτό ότι ο μισθός ότι καταβάλλετο μηνιαίως και όχι ανάλογα με το πόσες ώρες δούλεψε ο εργοδοτούμενος, επειδή δεν αποδείχθηκε ότι ο Παραπονούμενος απουσίαζε αδικαιολόγητα από την εργασία του με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, επειδή τις ημέρες κατά τις οποίες ο Παραπονούμενος είχε λάβει άδεια ή απουσίαζε με τη συγκατάθεση του εργοδότη θα έπρεπε να λαμβάνει μισθό (λόγω της μη συμμετοχής του εργοδότη στο Ταμείο Αδειών) και επειδή ο Παραπονούμενος δεν συγκατατέθηκε για αποκοπές από το μισθό του, κρίνω ότι δεν είχε δικαίωμα η Κατηγορούμενη να αποκόψει από το μισθό του εργοδοτούμενου τις ημέρες κατά τις οποίες έλαβε άδεια ακόμα και αν όντως απουσίαζε εκείνες τις ημέρες. Αυτό ενόψει και της μη συμμετοχής της Κατηγορούμενης 1 στο Ταμείο Αδειών κάτι το οποίο συνεπάγεται υποχρέωση της για καταβολή μισθού για τις ημέρες που ο Παραπονούμενος απουσίαζε.
- Υπενθυμίζω δε πως σε κάθε περίπτωση, με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Παραπονούμενος δεν απουσίαζε ολόκληρες ημέρες από την εργασία του αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις για μία ώρα στο τέλος της ημέρας για να παρακολουθήσει μαθήματα οδήγησης. Και αυτό γινόταν, τουλάχιστον για ορισμένες περιπτώσεις, με τη συγκατάθεση του Κατηγορούμενου 2, ως ο ίδιος παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του. Δεν αποδείχθηκε ότι απουσίαζε ο Παραπονούμενος αδικαιολόγητα από την εργασία του για να νομιμοποιείται ο εργοδότης του να του αποκόψει χρήματα από το μισθό του.
- Το βάρος απόδειξης ότι ο μισθός έχει καταβληθεί το φέρει ο εργοδότης. Το ποσό το οποίο προσφέρθηκε ως μισθό στον Παραπονούμενο δεν ανταποκρίνεται στο ποσό του μισθού που είχαν συμφωνήσει και συνεπώς οι Κατηγορούμενοι δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης ότι καταβλήθηκε ο μισθός με το να προσφέρουν στον Παραπονούμενο το ποσό που προσφέρθηκε το οποίο έχει μια διαφορά ύψους €400 περίπου με το ποσό που διεκδικεί ο Παραπονούμενος και διαφορά €300 με το ποσό που δήλωσαν οι ίδιοι οι Κατηγορούμενοι ως μισθό του Παραπονούμενου στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Εν προκειμένω, επειδή δεν παρουσιάστηκε αρχείο στο οποίο να φαίνονται οι αποκοπές που έγιναν στον μισθό καθώς και ο λόγος για αυτές τις αποκοπές από τον εργοδότη, και με βάση τα ευρήματα τα οποία προκύπτουν από την μαρτυρία την οποία αποδέχτηκε το Δικαστήριο ως αξιόπιστη, ο εργοδότης δεν έχει αποσείσει το βάρος το οποίο το φέρει ο ίδιος ο εργοδότης ότι έχει καταβληθεί ο μισθός.
- Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην πρώτη κατηγορία.
- Αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος κατηγορείται ως συνεργός, δυνάμει του άρθρου 20, από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, ήταν το πρόσωπο που είχε ενεργό ανάμιξη στο να εργοδοτηθεί ο Παραπονούμενος, το πρόσωπο που αποφάσισε το μισθό του και που εξήγησε στον Παραπονούμενο κάποιους βασικούς όρους για την εργοδότηση του.
- Γνώριζε όλα τα δεδομένα σε σχέση με τη σχέση εργασίας και τα δικαιώματα τα οποία απορρέουν από τη σχέση αυτή προς όφελος του Παραπονούμενου. Προκύπτει από τη μαρτυρία ότι είχε στην ουσία τον έλεγχο της Κατηγορούμενης 1, ότι ελάμβανε αποφάσεις σε σχέση με την Κατηγορούμενη και είχε σαφή γνώση για τα δεδομένα που συνιστούν το αδίκημα και προκύπτει η πρόθεση του να μην αποδώσει στον Παραπονούμενο το μισθό που δικαιούτο και που είχαν σε κάθε περίπτωση συμφωνήσει.
- Τα προαναφερόμενα προκύπτουν μεταξύ άλλων από την δήλωση του κατά την αντεξέταση του, ότι: «Έχουμε μια διαφορά γύρω στα €300 - €
- Δεν ξέρω πόσα μεροκάματα έχασα από την εργασία μου για να είμαι εδώ και πόσα θα πληρώσω τη δικηγόρο μου, ο λόγος που το κάνω είναι διότι θεωρώ πως εκατόν τοις εκατόν έχω δίκαιο και γι' αυτό συνεχίζω. Έκανα παραπάνω έξοδα απ' ότι θα έπρεπε. Αν πλήρωνα από την πρώτη στιγμή αυτά που απαιτεί ο κύριος Αντρέας, δεν θα είχαμε ... θα τέλειωνε η υπόθεση. Απλά θεωρώ ότι έχω δίκαιο και γι' αυτό απασχολώ το Δικαστήριο, τη δικηγόρο μου, τον χρόνο μου, για να φτάσουμε ως δαμαί». Από την εκδηλωθείσα στο Δικαστήριο πεποίθηση του Κατηγορούμενου 2 ότι έχει δίκαιο και δεν θα υπαναχωρήσει από τη θέση του και να πληρώσει το ποσό που ζητά ο Παραπονούμενος, προκύπτει και η πρόθεση του να μην καταβάλει το μισθό του Παραπονούμενου.
- Υπό αυτές τις περιστάσεις, ο Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 2 την οποία αντιμετωπίζει πλην όμως το ποσό πρέπει να υπολογιστεί στη βάση του μισθού του Παραπονούμενου με βάση το σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου ήτοι €1.145 (ακάθαρτα). Επειδή καταβλήθηκε εισφορά στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για τον Μάρτιο του 2019 ως προκύπτει από το Τεκμήριο 7 σε σχέση με τον Παραπονούμενο, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί ο καθαρός του μισθός, ήτοι €1.050 διά 30.5 ημέρες, δηλαδή €34.43 επί 19 ημέρες (που ήταν στην υπηρεσία της Κατηγορούμενης 1), δηλαδή σύνολο €654.
- Περαιτέρω, υπό το φως των νομολογηθέντων στην ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ Πoινική ΄Εφεση αρ. 253/2014, 15.10.2015 και (ΧENAKIS MELI) ΞΕΝΑΚΗ ΜΕΛΗ ν. VASSOS LEPTOS LTD, Ποιν. Έφ. αρ. 182/2014, 23.10.2015 οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 μπορούν να καταδικασθούν για έλασσον σε σχέση με αυτό που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ποσό, χωρίς είναι αναγκαία η τροποποίηση του κατηγορητηρίου και χωρίς να επανακατηγορηθούν και απαντήσουν εκ νέου. Το ακριβές ποσό του μισθού το οποίο οφείλεται δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος εν προκειμένω. Εν πάση περιπτώσει, θεωρώ ότι τα δικαιώματα τους δεν επηρεάζονται δυσμενώς δεδομένου ότι καταδικάζονται οι Κατηγορούμενοι για μη καταβολή μισθού μικρότερου ποσού. ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
- Κατ' ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν, η Κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη στην πρώτη κατηγορία και ο Κατηγορούμενος 2 κρίνεται ένοχος στη δεύτερη κατηγορία. Υπ. ___________________ Χ. Σατσιάς Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο