ΛΑΜΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΤΣΙΑΜΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 867 / 2021, 25/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Προς. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 867 / 2021 Μεταξύ: ΛΑΜΠΡΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ Παραπονούμενος και ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΤΣΙΑΜΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25 Ιουλίου 2024 Εμφανίσεις: Για τον Παραπονούμενο: κα Θ. Αντωνίου Για τον Κατηγορούμενο: κος Σ. Δράκος με κο Δ. Κουλαφέτη Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
- Ο Κατηγορούμενος με βάση το κατηγορητήριο αντιμετωπίζει μια κατηγορία έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των άρθρων 20, 29 και 305 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος της κατηγορίας η οποία προσάπτεται στον Κατηγορούμενο, αυτός κατά ή περί την 06.08.2019 στη Λευκωσία εξέδωσε και παρέδωσε προς όφελος του Παραπονούμενου μια επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό [ ] για το ποσό των €10.000 πληρωτέα την 06.08.2019 η οποία αφού εμφανίστηκε στην Τράπεζα μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση της.
- Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε ένα μάρτυρα ήτοι τον Παραπονούμενο (εφεξής «Παραπονούμενος ή «ΜΚ1»). Αφού το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του στις 15.02.2024 έκρινε ότι αποδείχθηκε επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με τον Κατηγορούμενο, ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Εκτός από τον Κατηγορούμενο για την υπεράσπιση έδωσαν μαρτυρία οι κυρίες Παναγιώτα Πετάση (ΜΥ1) και Χριστιάνα Αγγελίδου (ΜΥ2).
- Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.
- Σημειώνεται ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υπέβαλαν στο Δικαστήριο πλήρως εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσεται σε έκταση η επιχειρηματολογία τους και γίνεται παραπομπή σε σχετικές νομικές αυθεντίες. Το Δικαστήριο ευχαριστεί τους συνήγορους για τη βοήθεια τους. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων έχει ληφθεί υπόψη και ειδική αναφορά σε επιχειρήματα που προβάλλονται γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.
- Τα ακόλουθα δηλώθηκαν από κοινού από τους συνηγόρους των μερών και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα κατά τη διάρκεια της ακρόασης της υπόθεσης: 6.1 Η επιταγή - Τεκμήριο 1 παρουσιάστηκε για πληρωμή σε τραπεζικό ίδρυμα την 05.02.2020, μία μέρα πριν αυτή καταστεί εκπρόθεσμη και επιστράφηκε απλήρωτη λόγω ανεπαρκούς υπολοίπου και παγοποίησης του λογαριασμού του εκδότη της επιταγής (τοποθέτηση εκδότη στο ΚΑΠ), ως η σχετική σφραγίδα επί αυτής. 6.2 Ο κύριος Αλέξανδρος Δημοσθένους απέσυρε το ποσό των €10.000 από τον τραπεζικό του λογαριασμό σε μετρητά και το έδωσε στην κυρία Πετάση (ΜΥ1).
- Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ Ι. ΜΚ1 - Παραπονούμενος
- Ο ΜΚ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Στη γραπτή του δήλωση αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι ο δικαιούχος της επιταγής της Τράπεζας Κύπρου με αρ. [ ] της οποίας εκδότης είναι ο Κατηγορούμενος (εφεξής «Επιταγή»). Στις 05.02.2020 μετέβηκε σε κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου και κατέθεσε την Επιταγή η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Στις 06.02.2020 πληροφορήθηκε ότι ο λογαριασμός του εκδότη της Επιταγής παγοποιήθηκε λόγω ανεπαρκών υπολοίπων με βάση τις σφραγίδες επί αυτής.
- Ανέφερε ότι την Επιταγή την έλαβε «μέσω γνωστής για εξώφληση [sic] οφειλής άλλου ατόμου προς εμένα». Ο Κατηγορούμενος υπέγραψε την Επιταγή και ουδέποτε αμφισβήτησε το ότι την υπέγραψε.
- Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον Παραπονούμενο. Αρχικά ανέφερε ότι την Επιταγή του την έδωσαν η σύζυγος του και ο γιος του ενώ ανέφερε πως δεν γνώριζε λεπτομέρειες. Ακολούθως, ανέφερε ότι μια «κοπέλα» στην Πάφο η οποία ήταν τραπεζική υπάλληλος και συνάδελφος της συζύγου του, είχε οικονομικά προβλήματα και ζήτησε βοήθεια. Δεδομένου του ότι θεώρησε πως είχε τη δυνατότητα αποπληρωμής και «μου είπε υπάρχει και τούτη η επιταγή και είπα εντάξει, γι' αυτό και έδωσα τα λεφτά καταλάβατε;».
- Ο ίδιος έδωσε τα χρήματα - τις €10.000 στη σύζυγο του και το γιο του για να βοηθήσουν την εν λόγω κοπέλα. Δεν θυμόταν αν έδωσε επιταγή ή μετρητά αλλά επειδή ήταν διευθυντής στην Τράπεζα Κύπρου είχε χρήματα. Κάποια χρήματα τα είχε στο σπίτι και άλλα τα έδωσε από τα εισοδήματα του.
- Στην Επιταγή η οποία ήταν συμπληρωμένη μόνο σε σχέση με την ημερομηνία και το ποσό έγραψε ο ίδιος το όνομα του. Η Επιταγή δόθηκε στις 06.08.2019 και την κατέθεσε μια μέρα πριν να εκπνεύσει. Ο ΜΚ1 ανέφερε πως «τους έλεγαν» κάθε μήνα να περιμένουν και να μην καταθέσουν την επιταγή και υποψιάστηκε πως επιχείρησαν να τους πείσουν να μην καταθέσουν την επιταγή εντός 6 μηνών ούτως ώστε αυτή να εκπνεύσει (να καταστεί stale).
- Υποβλήθηκε στον Παραπονούμενο ότι έδωσε στην Γιώτα Πετάση €7.000 στο πλαίσιο συμφωνίας μεταξύ εκείνης και του γιου του, του Αλέξανδρου. Ο Παραπονούμενος αρνήθηκε την υποβολή αναφέροντας ότι δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Η Επιταγή, ανέφερε, δόθηκε αρχές Αυγούστου και δεν υπήρχε καμία περίπτωση οι €7.000 να γίνουν €10.000 σε δύο μήνες.
- Υποβλήθηκε επίσης ότι η συμφωνία μεταξύ του γιου του και της Πετάση ήταν ημερομηνίας 6.6.2019 και ήταν εκείνη την ημέρα που δόθηκαν οι €7.000 στην Πετάση. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Υποβλήθηκε επίσης ότι ο γιος του δάνεισε στην Πετάση €7000 για αποπληρωμή σε 2 μήνες με τόκο 21.5% και με αυτό τον τρόπο προκύπτει το ποσό των €10.
- Ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν έχει υπόψιν του κάτι τέτοιο.
- Ο ΜΚ1 απαντώντας σε σχετικές υποβολές ανέφερε πως δεν έχει σημασία ότι ο Κατηγορούμενος δεν χρωστά χρήματα ούτε στον ίδιο ούτε στην Πετάση καθότι η επιταγή είναι μεταβιβάσιμη και ο ίδιος θεωρεί ότι έδωσε αξία στην επιταγή.
- Υποβλήθηκε περαιτέρω στον ΜΚ1 ότι δεν υπήρχε κανένα αντάλλαγμα σε σχέση με τον Κατηγορούμενο και την Πετάση στην οποία έδωσε χρήματα και μπορούσε να το εντοπίσει πριν δώσει τα χρήματα. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν έχει υπόψιν του κάτι τέτοιο.
- Περαιτέρω, αντεξεταόμενος ο ΜΚ1 ανέφερε πως δεν είχε καμία επικοινωνία είτε με τον Κατηγορούμενο είτε με την Πετάση. Την δε Επιταγή την έλαβε τόσο για εξόφληση όσο και για εξασφάλιση. Ακολούθως, ο ΜΚ1 επέμεινε πως ήταν για εξόφληση που έλαβε την επιταγή αλλά επίσης περίμενε να εξοφλήσει το ποσό απευθείας η Πετάση.
- Επίσης, ο ΜΚ1 αρνήθηκε ότι χρεώθηκε τόκος επί του ποσού που δόθηκε στην Πετάση. Περαιτέρω αρνήθηκε υποβολή ότι τα χρήματα τα έδωσε ο Αλέξανδρος ο οποίος είναι δημόσιος υπάλληλος και δεν ήθελε να φανεί.
- Κατά την επανεξέταση του ο ΜΚ1 ανέφερε πως η Πετάση έδωσε την επιταγή με εκδότη τον Κατηγορούμενο ως αντάλλαγμα για το ποσό που πλήρωσε μέσω της συζύγου του. ΙΙ. ΜΥ1 Παναγιώτα Πετάση
- Η ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση της αναγνώρισε την Επιταγή Τεκμήριο 1 και ανέφερε ότι της την έδωσε η κυρία Χριστιάνα Αγγελίδου (ΜΥ3). Την παρέδωσε στον κύριο Αλέξανδρο Δημοσθένους, ο οποίος έμαθε εκ των υστέρων πως είναι γιος του Παραπονούμενου. Συναντήθηκε με τον Αλέξανδρο Δημοσθένους επειδή ήταν σε δύσκολη οικονομική κατάσταση και «τις άλλαξε κάποιες επιταγές» περιλαμβανομένης και της Επιταγής, την οποία παρέδωσε συμπληρωμένη όχι από την ίδια.
- Την επιταγή της την έδωσε η Χριστιάνα (ΜΥ3) και δανείστηκε λεφτά από τον Αλέξανδρο ήτοι €7.000 και το χρέος σε δύο μήνες θα γινόταν €10.
- Αυτό εξηγεί το ποσό των €10.000 της Επιταγής η οποία ήταν μεταχρονολογημένη και πληρωτέα σε δύο μήνες. Παρέλαβε χρήματα από τον Αλέξανδρο και παρέδωσε σε αυτόν την Επιταγή και αυτό έλαβε χώρα αρχές του Ιουνίου του
- Η ΜΥ1 απάντησε σε σχετική ερώτηση ότι μιλά τόσο με τον Αλέξανδρο όσο και με τη μητέρα του. Τους ζητά πίστωση χρόνου και τους διαβεβαιώνει ότι θα τους επιστρέψει τα χρήματα που τις έδωσε ο Αλέξανδρος. Αρχικά τους είχε ζητήσει να μην καταθέσουν την Επιταγή. Η παράταση χρόνου που τις διδόταν αρχικά ήταν υπό τον όρο ότι θα πλήρωνε μεγαλύτερο ποσό από αυτό που δανείστηκε. Τον τελευταίο καιρό που μιλούν δεν αναφέρεται ποσό.
- Ο Αλέξανδρος εργάζεται στο τελωνείο και του τον σύστησε μια φίλη της από την Πάφο επειδή δανείζει χρήματα. Το Κατηγορούμενο δεν τον γνώριζε πριν την παρούσα υπόθεση. Τον είδε μια φορά, ωστόσο ξεκαθάρισε ότι ουδέποτε προσέφερε οτιδήποτε στον Κατηγορούμενο, ούτε και τις οφείλει οποιαδήποτε χρήματα. Κατά την ΜΥ1, ο Κατηγορούμενος ήταν φίλος της Χριστιάνας και απ' ότι αντιλήφθηκε ήθελε να βοηθήσει τη Χριστιάνα (ΜΥ3).
- Ανέφερε περαιτέρω ότι αρχικά δανείστηκε η ίδια από τον Αλέξανδρο. Του έδωσε τρεις επιταγές. Την επιταγή με αρ. [ ] για το ποσό των €4000 ενώ της δάνεισε το ποσό των €
- Δεν συζητούσαν επιτόκιο αλλά παραδέχθηκε πως η διαφορά των €1.000 ήταν επιτόκιο. Η δεύτερη επιταγή ήταν αυτή με αρ. [ ] για €5.750 ενώ το ποσό που τις έδωσε ήταν €
- Η διαφορά των €750 είναι ο τόκος. Η άλλη επιταγή είναι αυτή με αρ. [ ] για το ποσό των €6150 ενώ τις έδωσε €
- Από τις προαναφερόμενες επιταγές μόνο αυτή για €4.000 είχε ημερομηνία και ήταν η μόνη που κατατέθηκε από τον Αλέξανδρο και η μόνη που έφερε ημερομηνία. Οι υπόλοιπες δύο επιταγές δεν είχαν συμπληρωμένη την ημερομηνία και δεν έχουν κατατεθεί. Η επιταγή των €4.000 επιστράφηκε απλήρωτη και πληρώνει ένα ποσό κάθε μήνα το οποίο συμφώνησε μαζί τους μέχρι να εξοφληθεί ολόκληρο το ποσό των επιταγών.
- Κατά την αντεξέταση της από την ευπαίδευτη συνήγορο του Παραπονούμενου η ΜΥ1 ανέφερε πως η συμφωνία της με τον Αλέξανδρο ήταν να μην κατατεθούν οι επιταγές και θα πληρώνονταν εφάπαξ. Αφού δεν έγινε αυτό πληρώνει ένα ποσό κάθε μήνα, ωστόσο υπάρχουν μήνες που δεν μπορεί. Σε σχέση με την επίδικη Επιταγή αυτή ήταν για το ποσό των €10.000 αλλά είχε λάβει €7.000 η ΜΥ1 με τη συμφωνία ότι σε δύο μήνες θα αποπληρώνονταν οι €7.000 πλέον €3.000 τόκος.
- Η ΜΥ1 δεν γνώριζε τον Κατηγορούμενο, γνώριζε μόνο τη Χριστιάνα (ΜΥ3). Ούτε τον Παραπονούμενο τον γνωρίζει αλλά γνωρίζει το γιο του και τη σύζυγο του Παραπονούμενου.
- Για την Επιταγή η ΜΥ1 ανέφερε πως δεν ήταν δικό της το χρέος. Την ημέρα που την έδωσε στον Αλέξανδρο πήρε €10.000 σε μετρητά και του έδωσε την Επιταγή του Κατηγορούμενου για €10.000 και μια άλλη επιταγή για €4.
- Άρα πήρε €10.000 και έδωσε επιταγές για €14.
- Η συμφωνία της με τον Αλέξανδρο ήταν ότι η Επιταγή δεν θα κατατίθετο ποτέ.
- Υποβλήθηκε στην ΜΥ1 ότι θα μπορούσαν να την καταγγείλουν επειδή ήταν τραπεζικός υπάλληλος αλλά δεν το έπραξαν διότι είχαν εμπιστοσύνη στο πρόσωπο της. Απάντησε ότι ζει κάθε μέρα με αυτήν την απειλή και μάλιστα ανέφερε πως και η ίδια μπορεί να καταγγείλει τον Αλέξανδρο ο οποίος είναι ανώτερος τελωνειακός λειτουργός αλλά δεν το έπραξε.
- Η ΜΥ1 σε σχετική υποβολή απάντησε πως οι επιταγές είναι μεταβιβάσιμα έγγραφα αλλά στην παρούσα περίπτωση πρόκειται περί τοκογλυφίας.
- Κατά την επανεξέταση διευκρίνισε ότι πήρε ένα ποσό €10.000 σε μετρητά «κολλαριστά ...εκατοστάευρα» και έδωσε δύο επιταγές, η μια εκ των οποίων ήταν και η Επιταγή. ΙΙΙ. ΜΥ2 - Κατηγορούμενος
- Ο Κατηγορούμενος στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του ανέγνωσε τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β). Στη γραπτή του δήλωση ανέφερε μεταξύ άλλων ότι την Επιταγή την εξέδωσε και την παρέδωσε στη Χριστιάνα Α. (ΜΥ3) την οποία γνωρίζει προσωπικά και ήταν ανοιχτή επιταγή επειδή ήθελε να τη δείξει σε τρίτο πρόσωπο για δικούς της σκοπούς και ότι δεν θα κατατίθετο. Ο ίδιος τόνισε στην ΜΥ3 ότι δεν έχει χρήματα στο λογαριασμό του. Η ΜΥ3 τον διαβεβαίωσε πως ότι και να γίνει η Επιταγή δεν θα κατατεθεί στην τράπεζα και τότε της την παρέδωσε.
- Ουδέποτε έλαβε αντάλλαγμα από οποιοδήποτε πρόσωπο για την επιταγή και ούτε είχε συμπληρώσει οτιδήποτε επί αυτής εκτός από το ότι την υπέγραψε. Το ποσό, το όνομα του δικαιούχου και η ημερομηνία παρέμειναν ασυμπλήρωτα.
- Το 2020 του τηλεφώνησε ο Αλέξανδρος Δημοσθένους και του φώναζε ότι του χρωστούσε €10.000 επειδή η επιταγή του επιστράφηκε απλήρωτη. Ο Κατηγορούμενος αναφέρει πως του είπε πως δεν τον γνωρίζει και ούτε του χρωστά οποιοδήποτε ποσό και εκεί η συζήτηση τερματίστηκε.
- Στις 08.10.2020 έλαβε μήνυμα από τον Αλέξανδρο να συναντηθούν στη Λεμεσό και πράγματι είχαν συνάντηση. Στη συνάντηση ο Αλέξανδρος εμφανίστηκε με ένα φίλο του δικηγόρο και του ανέφερε ότι αν δεν του έδινε σύντομα €10.000 που δάνεισε ο Αλέξανδρος επί της επιταγής του θα τον «πήγαινε αδίκαστο». Περαιτέρω, ο Αλέξανδρος του είπε να πιέσει την ΜΥ3 την οποία χαρακτήρισε ως «π**τάνα» για να του δώσει τα χρήματα του. Αν και ο Αλέξανδρος αναγνώρισε ότι δεν έλαβε χρήματα ο Κατηγορούμενος δεν είχε άλλη επιλογή, ως του ανέφερε, εκτός από το να ασκήσει ιδιωτική ποινική δίωξη. Ο Κατηγορούμενος αναφέρει πως του απάντησε πως δεν χρωστούσε τίποτε σε κανένα αφού τίποτε δε δανείστηκε και μπορούσε και ας έκανε ότι ήθελε.
- Ο Κατηγορούμενος περαιτέρω αναφέρει πως μετά την καταχώριση του κατηγορητηρίου πληροφορήθηκε πως ο Παραπονούμενος είναι ο πατέρας του Αλέξανδρου και ότι ο Αλέξανδρος είχε κάποιες συναλλαγές με την ΜΥ1 και είναι αυτή που του έδωσε την επιταγή του. Ο Κατηγορούμενος αναφέρει πως δεν είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με την ΜΥ1 και ούτε καν την γνωρίζει. Ούτε και με τον Αλέξανδρο είχε οποιαδήποτε συναλλαγή, ούτε με τον Παραπονούμενο αλλά ούτε και με τη σύζυγο του.
- Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε σε σχέση με το μέρος της δήλωσης του όπου ανέφερε πως την Επιταγή την έδωσε στην ΜΥ3 για να την «δείξει σε τρίτο πρόσωπο» και για το κατά πόσον είχε τόση εμπιστοσύνη στην ΜΥ
- Ο Κατηγορούμενος απάντησε πως γνώριζε πολλά χρόνια την ΜΥ3, ήταν φίλοι και της είχε εμπιστοσύνη. Επανέλαβε πως είχε διαβεβαιώσεις πως η Επιταγή δεν θα κατατίθετο. Δεν γνωρίζει τι είχε μεσολαβήσει για να καταλήξει η Επιταγή που εξέδωσε να κατατεθεί στην Τράπεζα και να φτάσουμε εδώ που βρισκόμαστε σήμερα.
- Σε ερώτηση για το κατά πόσον μπορούσε να υπολογίσει ποιες θα ήταν οι συνέπειες της πράξης του απάντησε ότι ήξερε την Χριστιάνα (ΜΥ3) πολλά χρόνια και του υποσχέθηκε πως είχαν συμφωνία με τον Αλέξανδρο ότι δεν θα γινόταν κατάθεση στην τράπεζα της Επιταγής. ΙV. ΜΥ3 - Χριστιάνα Αγγελίδου
- Η ΜΥ3 υιοθέτησε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Γ) στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι με τον Κατηγορούμενο είναι φίλοι. Παρέδωσε την Επιταγή στην ΜΥ
- Την Επιταγή της την έδωσε ο Κατηγορούμενος και η ίδια δεσμεύθηκε ότι δεν θα κατατίθετο στην Τράπεζα.
- Η Επιταγή ήταν ασυμπλήρωτη και η ίδια την έδωσε στην Πετάση (ΜΥ1) για να δανειστεί χρήματα από κάποιον Αλέξανδρο ο οποίος χρέωνε υπερβολικούς τόκους και ήταν γνωστός τοκογλύφος. Ο Αλέξανδρος αποδέχτηκε να δανείσει τα χρήματα με όρο ότι θα κρατούσε αλλά δεν θα κατέθετε την Επιταγή.
- Δανείστηκε με τη βοήθεια της ΜΥ1 το ποσό των €7.000 από τον Αλέξανδρο και αυτός της ζήτησε να επιστρέψει €10.000 εντός 2 μηνών, δηλαδή με επιτόκιο που η μάρτυρας υπολόγισε σε 21.5% κάθε μήνα. Τότε θα της έδιδε πίσω την Επιταγή.
- Δεν κατάφερε να τον εξοφλήσει εντός 2 μηνών και ο Αλέξανδρος ζητούσε και άλλους τόκους όμως τηρούσε την υπόσχεσή του και δεν κατέθετε την επιταγή στην Τράπεζα. Αφού πέρασαν 6 μήνες χωρίς να κατατεθεί η επιταγή συμφώνησε με τον Αλέξανδρο να υπογράψουν συναλλαγματική για μεγαλύτερο ποσό. Ο Αλέξανδρος όμως ήθελε να κρατήσει την επιταγή και έτσι εν τέλει δεν εφαρμόστηκε η συμφωνία.
- Στις 25.02.2021 έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από τον δικηγόρο του Αλέξανδρου για να υπογράψει γραμμάτιο για το ποσόν των €9.
- Ο Αλέξανδρος όμως εξακολουθούσε να αρνείται να παραδώσει την Επιταγή του Κατηγορούμενου και συνεπώς η ΜΥ3 δεν υπέγραψε το γραμμάτιο επειδή θεώρησε την όλη συμπεριφορά του καταπιεστική και κοροϊδία.
- Δεν είδε ποτέ από κοντά τον Αλέξανδρο και μόνο στο τηλέφωνο μίλησαν. Τον δε Παραπονούμενο δεν τον γνωρίζει καθόλου.
- Στην παρ. 10 του Εγγράφου Γ αναφέρει «Δεν έδωσα αντάλλαγμα για την επιταγή του Κατηγορούμενου και αυτό το γνώριζε ο Αλέξανδρος».
- Η ΜΥ1 την πληροφόρησε ότι ο Αλέξανδρος, την μέρα που της έδωσε χρήματα είχε προβεί σε ανάληψη μετρητών από την Τρ. Κύπρου και έδωσε σε μετρητά €7.000 για την ΜΥ3 και €3.000 για την ΜΥ
- Κατά την αντεξέταση της η ΜΥ3 ερωτήθηκε για το κατά πόσον η συνεννόηση της με τον Κατηγορούμενο ήταν να της δώσει την επιταγή για να την «δείξει» στον Αλέξανδρο. Η ΜΥ3 απάντησε ότι η επιταγή θα διδόταν σε τρίτο πρόσωπο ως εξασφάλιση για το ποσό που θα λάμβανε. Ο Κατηγορούμενος της ανέφερε ότι θα της δώσει την Επιταγή με τον όρο δεν θα κατατίθετο και αυτή του είπε ότι δεν θα κατατεθεί.
- Δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία με τον Αλέξανδρο ότι δεν θα κατατίθετο η επιταγή αλλά η ΜΥ3 το είπε στη ΜΥ
- Η συμφωνία της με τον Αλέξανδρο ήταν ότι δεν θα κατατίθετο η Επιταγή.
- Η θέση της ότι δεν έδωσε αντάλλαγμα για την επιταγή στον Κατηγορούμενο δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε και το ότι οι €3000 στις €10000 κατ' ουσίαν ήταν τόκος αμφισβητήθηκε. . Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
- Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273).
- Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητα τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.
- Παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506.)
- Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45). 55. Έχει περαιτέρω, νομολογηθεί πως για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις στη μαρτυρία του θα πρέπει να είναι ουσιαστικές. Οι δε αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ενδεχόμενα να ενισχύουν την φιλαλήθεια του μάρτυρα διότι αυτό δείχνει την έλλειψη προσχεδιασμού στην εκδοχή του (Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320). 56. Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε (Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). 57. Στην περίπτωση κατά την οποία ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, αυτό γενικώς θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που προβάλλει ένας μάρτυρας (ίδετε Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720). Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό (Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited
(1987)1 Α.Α.Δ. 383). 58. Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές από αφ' εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640). Ι. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ1
- O MK1 δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο κατά τη μαρτυρία του. Εξετάζοντας συνολικά τη μαρτυρία του διαπιστώνω ότι δεν χαρακτηρίζεται από την αναγκαία σαφήνεια, συνοχή, σταθερότητα και πειστικότητα ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο.
- Σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του δεν απαντούσε ευθέως τις ερωτήσεις οι οποίες υποβλήθηκαν από την Υπεράσπιση και απέφευγε να απαντήσει (π.χ. σελ. 1 και 2 πρακτικών ημερ. 15.02.2024). Κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο του Κατηγορούμενου ήταν εμφανής ο εκνευρισμός του και η αμηχανία του. Γενικώς, δεν μου έδωσε την εικόνα ενός μάρτυρα ο οποίος ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά μου έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε για να παρουσιάσει μια διαστρεβλωμένη εικόνα των γεγονότων για να μην φανεί ότι ο υιός του δάνειζε χρήματα.
- Η αστάθεια στην εκδοχή του, οι αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε και οι υπεκφυγές του μου έδωσαν την εντύπωση ενός προσώπου το οποίο δεν ήταν ειλικρινής σε σχέση με τα αμφισβητούμενα θέματα
- Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από ασάφεια, κενά, ελλείψεις και έλλειψη αυθορμητισμού. Ελλείπουν οι απαραίτητες λεπτομέρειες οι οποίες θα μπορούσαν να προσδώσουν αξιοπιστία στην εκδοχή του Παραπονούμενου. Δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με πειστικό τρόπο το πως κατέληξε η Επιταγή στα δικά του χέρια και πως ο Κατηγορούμενος συνδέεται με το δανεισμό χρημάτων προς την Πετάση (ΜΥ1). Εν ολίγοις, αναδύθηκαν κατά την αντεξέταση του κενά και ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να παράσχει εξηγήσεις παρόλο που ερωτήθηκε προς τούτο.
- Περαιτέρω, υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και κατά την αντεξέταση και η εκδοχή του κλονίστηκε σε βαθμό που δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων θεμάτων για να εξαγάγω οποιαδήποτε συμπεράσματα. Παραθέτω πιο κάτω, κάποια παραδείγματα των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε.
- Η δε μαρτυρία του ότι ο ίδιος έδωσε χρήματα στην κα Πετάση (ΜΥ1) δεν συνάδει με τα παραδεκτά γεγονότα. Κατέστη παραδεκτό γεγονός ότι ήταν ο γιος του Παραπονούμενου που έδωσε χρήματα στην κα Πετάση και ότι προέβη σε ανάληψη ποσού €10.000 σε μετρητά από την τράπεζα. Ο Παραπονούμενος στην αντεξέταση του ανέφερε επανειλημμένα σε εμφανή αντίφαση με τα παραδεκτά γεγονότα ότι ήταν του ιδίου τα χρήματα και όχι του Αλέξανδρου (π.χ. σελ. 4, 5 και 9 πρακτικών 15.02.2024).
- Κατόπιν σύγκρισης της μαρτυρίας του με τη μαρτυρία που έδωσαν οι υπόλοιποι μάρτυρες προκύπτει ότι τίποτε από αυτά που ανέφερε ο Παραπονούμενος δεν ευσταθεί και στην πραγματικότητα κατέστη δικαιούχος της Επιταγής και προώθησε την υπόθεση ο ίδιος για να μην φαίνεται ο γιος του. Επίσης δεν μπορεί να ευσταθεί το ότι την Επιταγή την έλαβε «μέσω γνωστής για εξώφληση [sic] οφειλής άλλου ατόμου προς εμένα». Ο ίδιος διαφάνηκε πως δεν είχε δανείσει οποιοδήποτε πρόσωπο. Μάλιστα κατέστη παραδεκτό πως ήταν ο γιος του που έδωσε τα χρήματα στην ΜΥ1 τον οποίον όλοι οι μάρτυρες χαρακτήρισαν ως τοκογλύφο και δόθηκε μαρτυρία η οποία δείχνει ότι επέβαλλε υπέρογκα ποσά ως τόκους π.χ. €3.000 επί των €7.000 σε δύο μήνες. Ως εκ τούτου, όταν απάντησε γιατί έμεινε έξω από την υπόθεση ο γιος του ότι «Γιατί να μη μείνει; Αφού εγώ έδωσα τις 10, εγώ πέρασα την επιταγή, έγραψα εγώ το όνομα μου», ο ΜΚ1 δεν έλεγε την αλήθεια.
- Αφενός, ανέφερε πως ο ίδιος έδωσε τα χρήματα στην κα Πετάση, αφετέρου ανέφερε πως δεν ήταν βέβαιος εάν τα χρήματα τα είχε δώσει ο γιος του. Στις περιπτώσεις που πιεζόταν κατά την αντεξέταση επικαλείτο την έλλειψη γνώσης του σχετικά με τα γεγονότα (π.χ. σελ. 3 πρακτικών 15.02.2024).
- Περαιτέρω, άλλη μια αντίφαση στην οποία υπέπεσε ήταν όταν στην σελ. 6 των πρακτικών 15.02.2024 αναφέρει πως πήρε την επιταγή τόσο για εξόφληση όσο και για εξασφάλιση. Η θέση αυτή δεν συνάδει με την παράγραφο 4 της δήλωσης του όταν ανέφερε πως έλαβε την επιταγή για εξόφληση χρέους τρίτου προσώπου προς τον ίδιο. Στη σελίδα 2 των πρακτικών επίσης αναφέρει πως δάνεισε στην κα Πετάση τα χρήματα επειδή είχε την ικανότητα αποπληρωμής, και «[του] είπε πως υπάρχει και αυτή η επιταγή και είπ[ε] εντάξει». Η αναφορά του αυτή δεν συνάδει με το ότι δόθηκε για εξόφληση οφειλής άλλου προσώπου προς τον ίδιο αλλά παραπέμπει σε κάποιο είδος εγγύησης.
- Το ότι δεν ήταν σταθερός στις θέσεις του φαίνεται από τις πρώτες 3 σελίδες των πρακτικών της αντεξέτασης του. Αρχικά ερωτήθηκε πως κατέληξε στα χέρια του η επιταγή και είπε του την έδωσαν η σύζυγος του και ο γιος του και δεν ξέρει τίποτε άλλο. Ακολούθως, εξήγησε ότι δόθηκε η επιταγή από την γυναίκα στην Πάφο (κ. Πετάση) ως (επιπλέον) εξασφάλιση καίτοι ενημερώθηκε πως είχε τη δυνατότητα να αποπληρώσει το χρέος. Έπειτα, όταν ερωτήθηκε για το κατά πόσον ήταν ο γιος του που έδωσε τα χρήματα ο ΜΚ1 απάντησε πως δεν μπορεί να γνωρίζει και δεν έχει ιδέα, αναιρώντας στην ουσία τα όσα προέβαλε προηγουμένως.
- Αφενός προώθησε τη θέση ότι τους έλεγαν να μην καταθέσουν την επιταγή και υποψιαζόταν ότι προσπαθούσαν να τον παραπλανήσουν για να λήξει η επιταγή, αφετέρου όταν ερωτήθηκε ποιος τους έλεγε αυτό το πράγμα δεν ήξερε να απαντήσει (σελ. 6 πρακτικών).
- Άλλη αντίφαση εντοπίζεται στη σελίδα 9 των πρακτικών όταν ο ΜΚ1 αρνήθηκε πως τα χρήματα τα έδωσε ο Αλέξανδρος στην κα Πετάση. Όπως προαναφέρθηκε έγινε παραδεκτό και συνεπώς υπάρχει ανάλογο εύρημα ότι είναι ο Αλέξανδρος που έδωσε τα χρήματα.
- Κατά την αντεξέταση του στην σελίδα 7 των πρακτικών ημερ. 15.02.2024 ανέφερε πως τα χρήματα τα έδωσε στην σύζυγο του. Όταν του υποβλήθηκε ότι αν τα έδωσε στη σύζυγο του σημαίνει ότι δεν υπάρχει μαρτυρία πως τα πήρε η ΜΥ1 - Πετάση ο ΜΚ1 το αρνήθηκε κατά τρόπο που αναίρεσε τα όσα είχε προαναφέρει.
- Υπό το φως των όσων έχω εξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 ως προς τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η Επιταγή και ειδικότερα το αντάλλαγμα αυτής δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. ΙΙ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ1
- Η ΜΥ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας. Σημειώνω ότι η μαρτυρία της σε σχέση με τα αμφισβητούμενα θέματα δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά και συγκρίνοντας την με την υπόλοιπη μαρτυρία δεν εντοπίζω οποιαδήποτε εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας.
- Κατά την αντεξέταση της επιχειρήθηκε να προσβληθεί η αξιοπιστία της επειδή χρωστά χρήματα στον Αλέξανδρο ενώ τώρα δίδει μαρτυρία εναντίον του, ωστόσο η ΜΥ1 με αφοπλιστική ειλικρίνεια απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που τέθηκαν, χωρίς υπεκφυγές και παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της.
- Το ότι απάντησε σε σχετική ερώτηση ότι δεν μιλούσαν για ποσοστά επιτοκίου με τον Αλέξανδρο δεν πλήττει την αξιοπιστία της. Αντιθέτως και δεδομένου του ότι θα έπρεπε να επιστρέψει εντός ενός ή δύο μηνών ποσό μεγαλύτερο από αυτό που δανειζόταν (από αυτό προκύπτει ότι χρεωνόταν τόκος επί του κεφαλαίου) το ότι απάντησε πως δεν μιλούσαν για τόκο δείχνει την ειλικρίνεια της.
- Επομένως κρίνω ότι η μαρτυρία της MY1 είναι αξιόπιστη και την αποδέχομαι. ΙΙΙ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατηγορούμενου
- Ο Κατηγορούμενος προκάλεσε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του συνολικά δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Υπήρξε σταθερός, σαφής και πειστικός στις αναφορές του και απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Κατόπιν σύγκρισης της μαρτυρίας του με τη μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων παρατηρώ ότι δεν υπάρχουν αντιφάσεις στην εκδοχή του.
- Το ότι ανέφερε πως έδωσε την επιταγή στην ΜΥ3 για να την δείξει σε τρίτο πρόσωπο, δεδομένου του ότι ο Κατηγορούμενος ξεκαθάρισε πως αυτό που εννοούσε ήταν πως η Επιταγή δεν θα κατατίθετο, πράγμα το οποίο επανέλαβε σε διάφορες περιπτώσεις και παρέμεινε σταθερός σε αυτό, δεν θεωρώ ότι αποτελεί αντίφαση ικανή να πλήξει την αξιοπιστία του. Ο Κατηγορούμενος επίσης δεν είναι δικηγόρος και το ότι προσπάθησε με τη δική του γλώσσα να εξηγήσει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες παρέδωσε την επιταγή στην ΜΥ3 δεν αποτελεί ουσιώδη αντίφαση ικανή να καταστρέψει την αξιοπιστία του αλλά ένδειξη ειλικρίνειας και έλλειψης προσχεδιασμού στην εκδοχή του.
- Κατά τ' άλλα η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη υπό την έννοια ότι δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ότι ο ίδιος έδωσε την Επιταγή με τον όρο ότι δεν θα κατατίθετο ότι τόνισε στην ΜΥ3 ότι δεν έχει χρήματα στο λογαριασμό του, ότι η ΜΥ3 τον διαβεβαίωσε πως ότι και να γίνει η Επιταγή δεν θα κατατεθεί στην τράπεζα και τότε της την παρέδωσε.
- Σημειώνω ότι οι παραδοχές στις οποίες προέβη ο Κατηγορούμενος μεταξύ άλλων ότι υπέγραψε την επιταγή είναι ένδειξη της ειλικρίνειας του και της διάθεσης του να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια ειλικρινή εικόνα χωρίς να διαστρεβλώνει ή να παραποιεί τα γεγονότα.
- Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για ειλικρινή μάρτυρα ο οποίος ήρθε στο Δικαστήριο για να αναφέρει την αλήθεια χωρίς καμία πρόθεση να αποκρύψει οποιαδήποτε πτυχή της υπόθεσης, Κρίνω επομένως ότι η μαρτυρία του ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι. IV. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ3
- Η ΜΥ3 επίσης άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε αυθόρμητα και χωρίς ενδοιασμούς στις ερωτήσεις οι οποίες τίθεντο και δεν διαπίστωσα αντιφάσεις στη μαρτυρία της. Παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις κατά την αντεξέταση της.
- Εξετάζοντας τη μαρτυρία της συνολικά δεν διαπίστωσα να υπάρχουν εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας σε αυτήν. Ούτε και αντιλήφθηκα οποιαδήποτε προσπάθεια για παραποίηση των γεγονότων ή παραπλάνησης του Δικαστηρίου.
- Η μαρτυρία της συνάδει τόσο με τη μαρτυρία της ΜΥ1 όσο και με τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου.
- Εάν ήθελε να βοηθήσει την εκδοχή του Κατηγορούμενου ως ισχυρίζεται η Κατηγορούσα Αρχή θα χρησιμοποιούσε το ίδιο λεκτικό / ορολογία που χρησιμοποίησε ο Κατηγορούμενος. Αντιθέτως, η ΜΥ3 δήλωσε ευθαρσώς ότι η συνεννόηση που είχε με τον Κατηγορούμενο ήταν ότι η επιταγή δεν θα κατατίθετο και όχι ότι απλώς θα την «έδειχνε» σε τρίτο πρόσωπο για να δανειστεί χρήματα.
- Πρέπει επίσης να αναφέρω ότι ορισμένες ουσιαστικές πτυχές της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκαν. Η θέση της ότι δεν έδωσε αντάλλαγμα για την επιταγή στον Κατηγορούμενο δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε και το ότι οι €3.000 στις €10.000 κατ' ουσίαν ήταν τόκος αμφισβητήθηκε.
- Επομένως, θεωρώ πως η ΜΥ3 ήταν μια αξιόπιστή μάρτυρας η οποία ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να μεταφέρει με ειλικρίνεια και χωρίς καμία πρόθεση παραποίησης ή διαστρέβλωσης των γεγονότων τα όσα η ίδια γνωρίζει. Κρίνω ότι η μαρτυρία της ήταν αξιόπιστη και την αποδέχομαι. V. Ευρήματα
- Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν και λαμβάνοντας υπόψη τις πτυχές της μαρτυρίας που δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: 88.1 Ο Κατηγορούμενος υπέγραψε την Επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 24376477 και την παρέδωσε ασυμπλήρωτη ως προς το όνομα του δικαιούχου, το ποσό και την ημερομηνία στην ΜΥ
- 88.2 Η Επιταγή δόθηκε στην ΜΥ3 με τον όρο ότι δεν θα κατατίθετο στην τράπεζα. Το ποσό δεν είχε συμπληρωθεί στην Επιταγή. Η ΜΥ3 δεν έδωσε στον Κατηγορούμενο οποιοδήποτε αντάλλαγμα για την Επιταγή. 88.3 Η ΜΥ3 έδωσε την Επιταγή του Κατηγορούμενου στην ΜΥ
- Ακολούθως η ΜΥ1 κατά ή περί τον Ιούνιο του 2019 έδωσε την Επιταγή στον Αλέξανδρο Δημοσθένους και έλαβε σε σχέση με την Επιταγή το ποσό των €7.
- 88.4 Ο Αλέξανδρος Δημοσθένους ο οποίος είναι ο υιός του Παραπονούμενου απέσυρε το ποσό των €10.000 από τον τραπεζικό του λογαριασμό σε μετρητά και το έδωσε στην ΜΥ
- Από τις €10.000 οι €7.000 αφορούσαν την Επιταγή ενώ οι €3.000 αφορούσαν άλλη επιταγή με αξία €4.
- 88.5 Η ΜΥ1 και η ΜΥ3 συμφώνησαν με τον Αλέξανδρο η Επιταγή να μην κατατεθεί ποτέ στην Τράπεζα. 88.6 Η ΜΥ1 και η ΜΥ3 συμφώνησαν με τον Αλέξανδρο ότι η ΜΥ3 θα επέστρεφε στον Αλέξανδρο το ποσό των €7.000 πλέον τόκο ύψους €3.000 σε δύο μήνες από την ημέρα που δόθηκαν οι €7.000 ήτοι την 06.08.
- 88.7 Σε άγνωστο χρόνο ο Παραπονούμενος έγραψε το όνομα του ως δικαιούχος πάνω στην Επιταγή. 88.8 Η επιταγή - Τεκμήριο 1 παρουσιάστηκε για πληρωμή σε τραπεζικό ίδρυμα την 05.02.2020, μία μέρα πριν αυτή καταστεί εκπρόθεσμη και επιστράφηκε απλήρωτη λόγω ανεπαρκούς υπολοίπου και παγοποίηση του λογαριασμού του εκδότη της επιταγής (τοποθέτηση εκδότη στο ΚΑΠ) ως η σχετική σφραγίδα επί αυτής. 88.9 Η Επιταγή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίαση της. Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
- Το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
- Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.
- Στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας 92. Ο Κατηγορούμενος κατηγορείται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Από το λεκτικό ρηθείσας διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος το οποίο αποδίδεται στον Κατηγορούμενο είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής. (β) Η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. (γ) Η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. (δ) Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και (ε) Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε.
- Με βάση το άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, ερμηνευτικές διατάξεις, «"Επιταγή" σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή»
- Η έννοια της «έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων» εξηγήθηκε στην υπόθεση Wellfit Engineering Co Ltd v. Άκη Χαπίδη
(2004)2 Α.Α.Δ. 271 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επικρότησε το σκεπτικό του πρωτόδικου δικαστηρίου, το οποίο επισήμανε, μεταξύ άλλων ότι, η ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων εξυπακούει τη δυνατότητα ανάληψης ή μεταφοράς κεφαλαίων από το λογαριασμό για πληρωμή της επιταγής. 95. Στην υπόθεση Ιωάννου v. Ναναίμο Λίμιτεδ και άλλος
(2005)2 Α.Α.Α.Δ. 555 που αφορούσε την έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε πως το ότι ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος σήμαινε ότι ο εκδότης της επιταγής δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια για να την τιμήσει. Επίσης, στην υπόθεση Πασχάλη κ.α. v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 283 τονίστηκε πως η αναφορά του άρθρου 305Α σε διαθέσιμα κεφάλαια είναι αναφορά στο σύνολο των κεφαλαίων του εκδότη στον πιστωτικό οργανισμό, πλην όμως το βάρος της κατηγορούσας αρχής να καταδείξει έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης της και στοιχειοθέτησης του εν λόγω συστατικού στοιχείου εξαντλείται είτε με μαρτυρία αρμοδίου υπαλλήλου του πιστωτικού οργανισμού ότι η επιταγή δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων είτε με τη βοήθεια της σχετικής σφραγίδας του εν λόγω οργανισμού που τοποθετείται επί της επιταγής η οποία σύμφωνα με το εδάφιο 3 του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154 αποτελεί μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου της. 96. Για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα προϋποτίθεται κατά πρώτον η έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (L.C.A. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α.
(2015)2 Α.Α.Δ. 18).
- Στην πιο πάνω απόφαση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τη δυνατότητα συμπλήρωσης επιταγής από τον κάτοχο αυτής (η έμφαση είναι δική μου): «Μια επιταγή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της. Με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη, το έγγραφο παραμένει επιταγή εν τη εννοία του Άρθρου 4 του Κεφ.
- Μάλιστα στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange 24η Έκδ. σελ. 31-33, γίνεται μνεία των περιπτώσεων των μη συμπληρωμένων συναλλαγματικών εγγράφων, θεωρουμένων τότε ως inchoate instruments, τα οποία όμως καθίστανται κανονικά αξιόγραφα εφόσον συμπληρώνονται δεόντως από τον κομιστή ή τον κάτοχο του. Όπως αναφέρεται, «A bill which is incomplete at the time of issue is to be treated, when delivered in accordance with the section, as though it had never been defective at all.». Το «section» εδώ, είναι το s. 20 του Bills of Exchange Act
- Και επίσης η παράλειψη της ένθεσης του ονόματος του δικαιούχου («payee») και άλλων ουσιαστικών στοιχείων, μπορούν να θεραπευτούν με τη συμπλήρωση τους από τον κάτοχο, δυνάμει του ως άνω s. 20 του Bills of Exchange Act 1882 (δέστε και Chalmers and Guest on Bills of Exchange and Cheques 17η Έκδ. σελ. 102-111). Στην Κύπρο υπάρχει ανάλογη πρόνοια στο Άρθρο 12 του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, ως τροποποιήθηκε, σχετική δε ανάλυση γίνεται στο σύγγραμμα του Χριστάκη Λουκά: Τραπεζική Επιταγή
(1987), σελ. 39-
- Η ουσία είναι ότι η ασυμπλήρωτη επιταγή δύναται να τύχει συμπλήρωσης από τον κάτοχο της και θεωρείται για όλους τους σκοπούς κανονική και νόμιμη. Συμπληρώνεται εδώ ότι «επιταγή» κατά το Άρθρο 73 του Κεφ. 262, ως τροποποιήθηκε, είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει και όλες οι πρόνοιες του Νόμου αυτού σε σχέση με συναλλαγματικές εφαρμόζονται και στις επιταγές. Έπεται ότι ο ορισμός της επιταγής στο ερμηνευτικό Άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δεν μπορεί να αποκλίνει από την έννοια της επιταγής στο Κεφ. 262 και η αναφορά στο Άρθρο 4, ότι «επιταγή» σημαίνει «γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ...», εξυπακούει την εξουσιοδότηση του κατόχου της να συμπληρώσει όλα τα σχετικά στοιχεία.»
- Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής, ο νομοθετικός ορισμός της διά του άρθρου 4 του Κεφ. 154 πρέπει να συμβαδίζει με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.
- Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». 99. Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής, και κατ' επέκταση μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εντολέα της, (βλ. Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.α.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 96). Ως προς την συμπλήρωση των υπόλοιπων στοιχείων μίας επιταγής, αυτή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της. 100. Ιδιαίτερα σε σχέση με την δυνατότητα συμπλήρωσης μιας επιταγής από τον κάτοχο αυτής ή από το πρόσωπο στο οποίο δίνεται σε περίπτωση ανοικτής επιταγής και στην οποία ο κάτοχος της συμπληρώνει ο ίδιος το όνομα του στη θέση του δικαιούχου σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Τσιακλίδη ν. Σιάνου,
(2008)1 Α.Α.Δ. 296 στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την έφεση, υπέδειξε ότι από τη στιγμή που δόθηκε αξία στην επιταγή και αυτή περιήλθε νομίμως στην κατοχή του εφεσίβλητου από τον Ευαγγέλου, ο Εφεσίβλητος κατέστη κάτοχος της επιταγής για αξία (holder for value) με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ.262 και υπό αυτή την ιδιότητα, είχε εκ του νόμου εξουσία δυνάμει του προαναφερόμενου άρθρου 20 του Κεφ. 262 να συμπληρώσει την επιταγή διά της αναγραφής του ονόματος του ως δικαιούχου και να την παρουσιάσει για πληρωμή. 101. Η ίδια η επιταγή συνεπάγεται την ύπαρξη νόμιμου ανταλλάγματος. Το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για ύπαρξη αντιπαροχής υπέρ του κατόχου της επιταγής άρθρο το οποίο τυγχάνει εφαρμογής και στις επιταγές με βάση το άρθρο 73 του Κεφ. 262. Σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)«Κάθε μέρος του οποίου η υπογραφή εμφανίζεται σε συναλλαγματική θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έχει καταστεί μέρος αυτής για αξία.» Το δε άρθρο 73 προνοεί: «Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια στο Μέρος αυτό, οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται σε επιταγή.»
- Σημειώνεται ότι το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο εγείρεται δυνάμει των πιο πάνω διατάξεων, ενεργοποιείται μόνο όταν ο Παραπονούμενος ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης, αποδείξει ότι είναι κάτοχος ή νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής εν τη έννοια του νόμου και κατά συνέπεια ότι νομιμοποιείται να προωθεί την υπόθεση.
- Η επιταγή είναι μέσο πληρωμής και για να είναι έγκυρη θα πρέπει να δοθεί αξία σε αυτή. Αξία σημαίνει αξιόλογη αντιπαροχή. Αξιόλογη αντιπαροχή (valuable consideration) μπορεί να αποτελείται από οποιαδήποτε αντιπαροχή επαρκή για να στηρίξει σύμβαση ή από οποιαδήποτε παρελθούσα οφειλή ή υποχρέωση. Η αξιόλογη αντιπαροχή μπορεί να είναι μικρής αξίας αλλά πρέπει να έχει κάποια πραγματική αξία (real value) και να μην είναι συναισθηματικής φύσης, π.χ. φυσική στοργή και αγάπη. Η επιταγή επομένως η οποία δίδεται αιτία δωρεάς δεν θεωρείται ότι εκδίδεται έναντι αξιόλογης αντιπαροχής και συνεπώς ο δικαιούχος δεν αποκτά δικαίωμα κατά του εκδότη (Χρ. Λουκά, Τραπεζική Επιταγή, 1ος τόμος, 2η έκδοση, σελ. 321 - 323). Αντίθετα, είναι έγκυρη και δεσμευτική για τον εκδότη η επιταγή που εκδίδεται σε αντάλλαγμα της υπόσχεσης του δικαιούχου να μην ασκήσει δικαστικά μέτρα εναντίον του ή εναντίον τρίτου προσώπου.
- Κάθε μέρος στην επιταγή του οποίου η υπογραφή φαίνεται να έχει τεθεί σε αυτή θεωρείται εκ πρώτης όψεως ότι έδωσε αξία στην επιταγή και κάθε κάτοχος θεωρείται κάτοχος για αξία όσον αφορά τον εκδότη και τα πρόσωπα τα οποία κατέστησαν μέρη της επιταγής.
- Σημειώνεται ότι παρελθούσα οφειλή ή υποχρέωση θεωρείται αξιόλογη αντιπαροχή ανεξάρτητα εάν η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει ή σε μέλλοντα χρόνο. Όμως για να δικαιολογείται ο πιστωτής - δικαιούχος της επιταγής να μην δώσει νέα αξία στην επιταγή , πρέπει η επιταγή να έχει εκδοθεί από τον ίδιο τον οφειλέτη - εκδότη. Εάν η επιταγή εκδοθεί από τρίτο πρόσωπο τότε ο πιστωτής είναι υποχρεωμένος να δώσει νέα αξία στην επιταγή. Συνεπώς για να συνιστά αξιόλογη αντιπαροχή η παρελθούσα οφειλή ή υποχρέωση πρέπει να είναι οφειλή ή υποχρέωση του εκδότη και όχι του τρίτου προσώπου. Εάν η υποχρέωση είναι υποχρέωση τρίτου προσώπου, για να υπάρξει ευθύνη του εκδότη πρέπει να υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ της λήψης της επιταγής και της παρελθούσας οφειλής ή υποχρέωσης όπως η ρητή ή σιωπηρή υπόσχεση αποφυγής λήψης δικαστικών μέτρων σε σχέση με την οφειλή ή υποχρέωση του τρίτου προσώπου (Χρ. Λουκά, Τραπεζική Επιταγή σελ. 332 και εντεύθεν).
- Σχετική είναι η απόφαση του Court of Appeal στην Oliver v Davis and Another [1949] 2 All ER
- Τα γεγονότα παρατίθενται εν συντομία στην σελ. 333 του συγγράμματος Τραπεζική Επιταγή του Χρ. Λουκά. Εκεί η εκδότρια εξέδωσε επιταγή προς τον Oliver για χρέος του Davis ο οποίος διαφάνηκε πως ήταν απατεώνας και συνεπώς ανακάλεσε την επιταγή. Η αγωγή του Oliver εν τέλει απορρίφθηκε καθότι δεν έδωσε αξιόλογη αντιπαροχή προς την εκδότρια και ούτε απέδειξε οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα στην λήψη της επιταγής και στο χρέους του Davis σε αυτόν. Παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση του Sir R. Evershed, Master of the Rolls: "With all respect, I cannot agree that that is an exhaustive statement of the case. An antecedent debt or liability of a third party in vacuo cannot form a valuable consideration. Some connection at the least must be shown between the receipt of the bill and the debt, and, even though the motives of the second defendant were as the learned judge stated, there is no doubt that they were not communicated at the material time to the plaintiff. In my judgment, there is nothing in this case which can provide a consideration for the cheque by reference to the antecedent debt or liability of Davis, and nothing which would allow the court to infer any forbearance, any change of attitude to his detriment, on the part of the plaintiff, as a result of this cheque, in regard to Davis and his claim on Davis's cheque. For these reasons, with all respect to the learned judge, I think that the plaintiff ought not to have obtained judgment against the second defendant on the cheque. I confess I am not sorry to reach that conclusion, for it seems to me that the contrary result would in the circumstances of this case have offended against common sense. I think, therefore, that this appeal should be allowed."
- Είναι αξιοσημείωτο ότι το Δικαστήριο έκρινε πως οποιαδήποτε άλλη κατάληξη θα ήταν αντίθετη με την κοινή λογική.
- Στην Παναγιώτου v. Φουρνίδου
(2012)2 ΑΑΔ 916, αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με το άρθρο 30
(1)του Κεφ. 262 ήτοι σε σχέση με το τεκμήριο αντιπαροχής: «Για σκοπούς ολοκλήρωσης της εικόνας που αναδύεται μέσα από τη συγκεκριμένη θέση του εφεσείοντα, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι εκεί και όπου δημιουργείται το μαχητό τεκμήριο, το βάρος απόδειξης έλλειψης αντιπαροχής βαραίνει τον εκδότη της επιταγής, στη συγκεκριμένη περίπτωση τον εφεσείοντα. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στις υποθέσεις Ρωμανός ν. Χρυσάνθου
(1991)1 Α.Α.Δ. 991, Vasos Charalambides Limited v. Ψαρά
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 849, Cyprio Sun Holidays Limited v. A. Papouis Hotels Limited
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 107 και Heatron Co. Ltd. v. Σωκράτους,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1034. [...]Το τεκμήριο (presumption) δημιουργείται στην περίπτωση όπου, επειδή ένα γεγονός έχει αποδειχθεί, η ύπαρξη ενός άλλου γεγονότος μπορεί να εξαχθεί φυσιολογικά ως συμπέρασμα, χωρίς να απαιτείται η απόδειξη του, απλά και μόνο γιατί είναι πιθανό το γεγονός αυτό να έλαβε χώρα. Σε μια τέτοια περίπτωση το γεγονός που τεκμαίρεται θεωρείται δεδομένο, εκτός βέβαια αν το αντίθετο αποδειχθεί από την άλλη πλευρά. Στην περίπτωση του Άρθρου 30
(1)του Νόμου, Κεφ. 262, το μαχητό τεκμήριο της αντιπαροχής, το οποίο όντως δημιουργείται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, δεν ενεργοποιείται παρά μόνο αν αποδειχθεί, εκτός βέβαια και αν αυτό δεν αμφισβητείται, ότι ο παραπονούμενος είναι κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, Κεφ. 262. Σύμφωνα με τις εν λόγω πρόνοιες, ««Κάτοχος» σημαίνει το δικαιούχο ή το πρόσωπο υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση συναλλαγματικής ή γραμματίου το οποίο έχει αυτά στην κατοχή του ή τον κομιστή αυτών». ««Κομιστής»», σύμφωνα με το ίδιο άρθρο «σημαίνει το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του συναλλαγματική ή γραμμάτιο το οποίο είναι πληρωτέο στον κομιστή. Στην παρούσα υπόθεση το κατά πόσο ο εφεσείων ήταν κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, αποτέλεσε ένα από τα σημεία αντιπαράθεσης κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Στο πρωτόδικο δικαστήριο δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η επιταγή περιήλθε στην κατοχή του εφεσείοντα, όπως και ως προς το αντάλλαγμα της. Υπενθυμίζουμε ότι τόσο η μαρτυρία του εφεσείοντα, όσο και η μαρτυρία της εφεσίβλητης και του μάρτυρα της, απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστες. Συνεπώς, το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε εφόσον ο εφεσείων, ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης, απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει ακόμα μια παράμετρος. Ως προς την ύπαρξη αντιπαροχής ο εφεσείων επέλεξε να μην βασιστεί στο μαχητό τεκμήριο που δημιουργείται από το Άρθρο 30
(1)του Νόμου, αλλά επί της δικής του μαρτυρίας. Η επί του προκειμένου όμως εκδοχή του, δηλαδή ότι εξαργύρωσε την επιταγή και συνεπώς έδωσε αντιπαροχή, δεν έγινε δεκτή από το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο υπενθυμίζουμε απέρριψε τη μαρτυρία του στο σύνολο της, ως αναξιόπιστη. Επομένως, υιοθέτηση της εισήγησης της υπεράσπισης αναπόφευκτα θα δημιουργούσε, υπό τις περιστάσεις, αντιφατική κατάσταση, καθότι θα οδηγούσε ουσιαστικά σε εξουδετέρωση της κρίσης του Δικαστηρίου ως προς το αναξιόπιστο της μαρτυρίας του εφεσείοντα.» 109. Στην ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΤΡΙΦΤΑΡΙΔΗΣ ν. ΣΑΒΒΑ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 340/2015, ECLI:CY:AD:2017:B407, 18/12/2017 το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση επεσήμανε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Οι περιστάσεις έκδοσης των επιταγών υπήρξαν αντικείμενο αντιπαράθεσης. Ο εφεσείων δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο ότι τα ποσά των επιταγών δόθηκαν σε μετρητά για τους λόγους που ανέφερε ο ίδιος στη μαρτυρία του. Στηρίχθηκε δηλαδή ο εφεσείων στη δική του μαρτυρία ως προς το στοιχείο της αντιπαροχής και η εκδοχή του δεν έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεν μπορεί να έχει δεύτερη ευκαιρία και να ζητήσει εκ των υστέρων ενεργοποίηση του μαχητού τεκμηρίου του άρθρου 30
(1). Αντίθετη κατάληξη θα σήμαινε ότι ο Νόμος αντιστρατεύεται και εξουδετερώνει την αξιολόγηση της μαρτυρίας που έγινε από το Δικαστήριο.» Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παναγιώτου ν. Φουρνίδου: «Στην παρούσα υπόθεση το κατά πόσο ο εφεσείων ήταν κάτοχος της επιταγής εν τη εννοία του Άρθρου 2 του Νόμου, αποτέλεσε ένα από τα σημεία αντιπαράθεσης κατά την πρωτόδικη διαδικασία. Στο πρωτόδικο δικαστήριο δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η επιταγή περιήλθε στην κατοχή του εφεσείοντα, όπως και ως προς το αντάλλαγμα της. Υπενθυμίζουμε ότι τόσο η μαρτυρία του εφεσείοντα, όσο και η μαρτυρία της εφεσίβλητης και του μάρτυρα της, απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστες. Συνεπώς, το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε εφόσον ο εφεσείων, ο οποίος έφερε και το βάρος απόδειξης, απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής.» Δεν διαφωνούμε με τον κ. Βορκά ότι τα γεγονότα στην πιο πάνω υπόθεση είναι διαφορετικά από την παρούσα. Σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσείων απέτυχε να αποδείξει ότι ήταν «κάτοχος» της επίδικης επιταγής, ενώ στην παρούσα το γεγονός αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Όμως, στην προκείμενη περίπτωση, δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και κυρίως ως προς το αντάλλαγμα αυτών, λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας που δόθηκε σε συνάρτηση με αυτά τα ζητήματα. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρούμε ότι το τεκμήριο της αντιπαροχής δεν δημιουργήθηκε ούτε στην παρούσα περίπτωση.» 110. Επίσης σύμφωνα και με το άρθρο 29 του Κεφ.262, νομιμοποιημένος κομιστής είναι ο κάτοχος ο οποίος έλαβε συναλλαγματική, μεταξύ άλλων, υπό τον όρο ότι έλαβε τη συναλλαγματική καλή τη πίστει και για αξία και ότι κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η συναλλαγματική μεταβιβάστηκε σε αυτόν, αυτός δεν είχε ειδοποίηση για οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο του προσώπου το οποίο μεταβίβασε αυτή. Η έκφραση νομιμοποιημένος κομιστής, όπως καθορίζεται στο άρθρο 29, δεν περιλαμβάνει τον αρχικό δικαιούχο της επιταγής. Προτού ένα πρόσωπο καταστεί νομιμοποιημένος κομιστής πρέπει το έγγραφο αυτό να μεταβιβασθεί σε αυτόν και τούτο γιατί η αρχική παράδοση του εγγράφου της επιταγής ή της συναλλαγματικής δεν θεωρείται μεταβίβαση. 111. Το ζήτημα του νομιμοποιημένου κομιστή εξετάστηκε στην απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 153/2011 ημερ. 16.01.2013 Κλεάνθους v. Τύχωνος στην οποία αφού έγινε μία ανασκόπηση της νομολογίας σε σχέση με το άρθρο 305Α
(1)και
(2)και των αλλαγών που επήλθαν με την τροποποίηση του, το Ανώτατο Δικαστήριο διαφοροποιήθηκε από τα νομολογηθέντα στην Τομάζου v. Σαββίδη
(2010)2 Α.Α.Δ 626 και ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τον νομιμοποιημένο κομιστή μέσα στην έννοια του πιο πάνω αναφερόμενου άρθρου: «Το σκεπτικό της πρωτόδικης δικαστού είναι βεβαίως εσφαλμένο και επί των δικών του όρων. Όχι μόνο γιατί μέρος της επιταγής αφορούσε στα δικηγορικά του έξοδα τα οποία θα εισέπραττε μέσω του πελάτη του, αλλά και γιατί ο ίδιος ως κάτοχος της οπισθογραφημένης επιταγής εκ πρώτης όψεως κατέστη, σύμφωνα με το άρθρο 29, νομιμοποιημένος κομιστής [.....] Στη Νεοφύτου έγινε επίσης αναφορά στην υπόθεση Λοΐζου ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω, στην οποία αναφέρθηκε ότι:- «Η φύση της επιταγής δεν επιτρέπει άλλη ερμηνεία. Είναι χρεόγραφο μεταβιβάσιμο και, σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, ο κομιστής θεωρείται, εκ πρώτης όψεως, πως έδωσε αξιόλογη αντιπαροχή για τη λήψη της. Ο κομιστής, όπου δεν είναι το πρόσωπο επ' ονόματι του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, δεν γνωρίζει τις συνθήκες που εκδόθηκε. Κατά συνέπεια ο πιθανός παραπονούμενος, σε περίπτωση που αυτή δεν εξαργυρώνεται, δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε και που είναι μόνο γνωστές στον εκδότη.» Τα πιο πάνω αντικατοπτρίζουν τις ορθές αρχές της νομολογίας. Η αναφορά σε αγώγιμο δικαίωμα είναι σε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εκδότη κατά την έκδοση της επιταγής, ώστε να πληρούται η προϋπόθεση για να καταστεί ο οποιοσδήποτε επόμενος κάτοχος της επιταγής, νομιμοποιημένος κομιστής. Εφόσον τούτο ικανοποιηθεί, δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί αγώγιμο δικαίωμα του εν λόγω κομιστή ως προς την αρχική συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής» 112. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Δρούγκα ν. Μάριου, Ποιν. Εφ. 248/2018, 31.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B454 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τις περιπτώσεις που ο Παραπονούμενος επιλέγει να καταστήσει το ζήτημα της αντιπαροχής επίδικο: «Εξετάσαμε την πρωτόδικη απόφαση υπό το πρίσμα των εκατέρωθεν θέσεων και να επισημάνουμε καταρχάς ότι σύμφωνα με το άρθρο 305Α
(1)το αντάλλαγμα έκδοσης μιας επιταγής δεν συνιστά συστατικό στοιχείο του αδικήματος, πλην όμως η έλλειψη αντιπαροχής συνιστά υπεράσπιση εφόσον σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου το τεκμήριο ύπαρξης αντιπαροχής δεν είναι απόλυτο αλλά μαχητό. Εξ αυτού συνάγεται ότι το βάρος απόδειξης ανυπαρξίας αντιπαροχής είναι επί των ώμων του εκδότη της επιταγής, αλλά αφ΄ ης στιγμής ο αποδέκτης της επιταγής - εδώ ο εφεσείων - επιλέγει με τη μαρτυρία του να καταστήσει το ζήτημα της αντιπαροχής επίδικο, δεν μπορεί να παραπονείται ότι η επί τούτου μαρτυρία του κρίθηκε αναξιόπιστη ή ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντέστρεψε το βάρος απόδειξης του υπό αναφορά ζητήματος. Σχετικές είναι οι αποφάσεις από τις οποίες άντλησε καθοδήγηση το πρωτόδικο Δικαστήριο και για τους σκοπούς της παρούσης παραθέτουμε το πιο κάτω απόσπασμα από την Τριφταρίδης (ανωτέρω) με το οποίο συμφωνούμε και το οποίο προδιαγράφει και την τύχη της υπό κρίση έφεσης εφόσον θέματα αξιοπιστίας και συνακόλουθα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν εντάσσονται στις πρόνοιες του άρθρου 137
(1)(α) του Κεφ. 155 και επομένως δεν μπορούν να εγερθούν σε έφεση που στρέφεται εναντίον αθωωτικής απόφασης.»
- Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα, στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν τις κατηγορίες που αποδίδονται στον Κατηγορούμενο. Ε. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
- Αφού παρατέθηκε και αναλύθηκε προηγουμένως η νομική πτυχή της υπόθεσης επανέρχομαι τώρα στα γεγονότα της εν προκειμένω υπόθεσης έχοντας κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου και το νομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος.
- Δεν αμφισβητήθηκε η έκδοση της Επιταγής από τον Κατηγορούμενο ο οποίος την υπέγραψε. Μια επιταγή δεν παύει να είναι επιταγή διότι συμπληρώθηκε ως προς τα στοιχεία της από πρόσωπο άλλο από τον εκδότη της. Με την προϋπόθεση ότι η συμπλήρωση γίνεται με την εντολή ή συγκατάθεση του εκδότη, το έγγραφο παραμένει επιταγή εν τη εννοία του Άρθρου 4 του Κεφ.
- Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τραπεζική Επιταγή του Χριστάκη Λουκά, Τόμος 1, 2η έκδοση στη σελ. 242: «Η υπογραφή του εκδότη επί λευκής επιταγής και η παράδοση της παρέχει, εκ πρώτης όψεως, στον κάτοχο της εξουσία να συμπληρώσει τα κενά αργότερα, υπό μια, όμως, ουσιαστική προϋπόθεση, ότι η συμπλήρωση θα πρέπει να γίνει μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα και με βάση τα συμφωνηθέντα. ... Εάν πάλιν αφεθεί ασυμπλήρωτο το ποσό της επιταγής, ο κάτοχος θα πρέπει να συμπληρώσει το ακριβές ποσό που είχε συμφωνηθεί και όχι οποιοδήποτε άλλο ποσό».
- Εν προκειμένω υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η συμπλήρωση έγινε με εντολή ή συγκατάθεση του Κατηγορούμενου ενόψει και των ρητών οδηγιών του Κατηγορούμενου προς την ΜΥ3 και αντίστοιχων υποσχέσεων από την ΜΥ3 προς τον Κατηγορούμενο και από τον Αλέξανδρο προς τις ΜΥ1 και ΜΥ3 ότι η επιταγή ουδέποτε θα κατατίθετο. Δεν αμφισβητήθηκε το ότι ο Αλέξανδρος υποσχέθηκε πως δεν θα κατατίθετο η Επιταγή.
- Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε για το ποσό που θα αναγραφόταν πάνω στην Επιταγή την οποία υπέγραψε. Δεν υπάρχει καθόλου μαρτυρία ως προς το ποιος συμπλήρωσε το ποσό επί της Επιταγής ενόψει και της απόρριψης της μαρτυρίας του ΜΚ1, ο οποίος εν πάση περιπτώσει ανέφερε πως όταν ήρθε στα χέρια του η Επιταγή ήταν συμπληρωμένο το ποσό και συνεπώς δεν έδωσε μαρτυρία ως προς το ποιος συμπλήρωσε το ποσό. Το ίδιο ανέφερε και η ΜΥ1 ότι έδωσε την Επιταγή στον Αλέξανδρο συμπληρωμένη αλλά όχι από την ίδια. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, και η οποιαδήποτε αμφιβολία θα πρέπει να επενεργήσει υπέρ του Κατηγορούμενου.
- Ο Παραπονούμενος είναι δικαιούχος της Επιταγής και όχι νομιμοποιημένος κομιστής δεδομένου του ότι η Επιταγή δεν είχε οπισθογραφηθεί προς όφελος του. Με βάση το άρ. 20 του Κεφ. 262 για να δύναται οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο, όταν συμπληρωθεί να καταστεί εκτελεστό κατά οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έγινε μέρος αυτού πριν από τη συμπλήρωση του, πρέπει να συμπληρωθεί εντός ευλόγου χρόνου, και αυστηρά σύμφωνα με τη δοθείσα εξουσία. Εάν δεν τηρηθούν οι δύο προαναφερόμενες προϋποθέσεις δηλαδή εάν συμπληρωθεί κατά παράβαση της εξουσίας του εκδότη η επιταγή είναι άκυρη εναντίον του δικαιούχου της επιταγής. Δεν είναι άκυρη έναντι νομιμοποιημένου κομιστή ο οποίος απέκτησε την επιταγή καλή τη πίστει και χωρίς να έχει γνώση της ελαττωματικότητας του τίτλου.
- Ο Παραπονούμενος όμως δεν μπορεί να είναι νομιμοποιημένος κομιστής καθότι είναι ο δικαιούχος της επιταγής (Jones (R.E.) Ltd ν. Waring & Gillow Ltd
(1926)A.C. 670). Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα Τραπεζική Επιταγή, του Χρ. Λουκά, τόμος 1, 2η έκδοση, σελ. 140 για να θεμελιωθεί η ιδιότητα του νομιμοποιημένου κομιστή πρέπει να συντρέχουν ορισμένες προϋποθέσεις όπως αυτές καθορίζονται από το νόμο και τη νομολογία. Μια εκ των προϋποθέσεων είναι η επιταγή να είναι οπισθογραφημένη. Η οπισθογράφηση προσθέτει έχει τυπική νομιμοποιητική λειτουργία.
- Ο Παραπονούμενος με το που συμπλήρωσε το όνομα του στην επιταγή κατέστη (πρώτος) δικαιούχος και όχι νομιμοποιημένος κομιστής (ίδετε επίσης Αλουμίνια Τάκης Σιεγγέρης Λτδ ν. Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ, Ποιν Εφ. 181/2015, 10.09.2018), ECLI:CY:AD:2018:B
- Ο αρχικός δικαιούχος θεωρείται κάτοχος για αξία όχι όμως και νομιμοποιημένος κομιστής. Συνεπώς, μπορεί να προβληθεί εναντίον του η ένσταση της πλήρους έλλειψης αντιπαροχής (ίδετε Τραπεζική Επιταγή, σελ 158) καθώς επίσης και η ένσταση ότι η επιταγή θεωρείται άκυρη αν συμπληρωθεί ποσό κατά παράβαση της εξουσιοδότησης του εκδότη, ως έχει προαναφερθεί
- Επομένως, ο Κατηγορούμενος αναπόδραστα θα πρέπει να αθωωθεί και να απαλλαχθεί από την κατηγορία που αντιμετωπίζει και για αυτό το λόγο. Ο άλλος λόγος ο οποίος θα πρέπει να οδηγήσει στην απαλλαγή του Κατηγορούμενου, αναλύεται ακολούθως:
- Τα υπόλοιπα συστατικά στοιχεία ήτοι: (α) η παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, (β) η παρουσίαση αυτή να έχει γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα, (γ) η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και (δ) η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, είναι παραδεκτά και αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι δηλαδή συντρέχουν.
- Αυτό το οποίο έτυχε έντονης αμφισβήτησης είναι η αντιπαροχή / αντάλλαγμα, ήτοι το κατά πόσον δόθηκε αξία στην Επιταγή και το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος έλαβε οποιοδήποτε αντάλλαγμα για αυτήν.
- Σημειώνω ότι ο Παραπονούμενος δεν βασίστηκε στο τεκμήριο για την ύπαρξη αντιπαροχής που προκύπτει από το άρθρο 30
(1)του Νόμου, αλλά επί της δικής του μαρτυρίας. Ανέφερε ότι πήρε την Επιταγή μέσω γνωστής για εξόφληση οφειλής άλλου ατόμου προς τον ίδιο (παρ. 4 του Εγγράφου Α) ενώ κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η Επιταγή δόθηκε και ως εγγύηση.
- Η μαρτυρία του Παραπονούμενου κρίθηκε αναξιόπιστη και διαφάνηκε ότι δεν οφειλόταν οποιοδήποτε ποσό προς τον ίδιο. Αφού ο ίδιος ήταν ο πρώτος δικαιούχος της Επιταγής και λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας του δεν υπάρχει εύρημα πως έδωσε αξία στην Επιταγή ή το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος έλαβε οποιοδήποτε αντάλλαγμα σημαίνει, κατ' ουσίαν, πως δεν υπάρχει μαρτυρία για την ύπαρξη ανταλλάγματος, ενώ δεν μπορεί να γίνει επίκληση του τεκμηρίου εκ των υστέρων και αφού απορρίφθηκε η μαρτυρία του Παραπονούμενου.
- Στην προκείμενη περίπτωση, δημιουργήθηκαν σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η Επιταγή και κυρίως ως προς το αντάλλαγμα αυτής, λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας που δόθηκε σε συνάρτηση με αυτά τα ζητήματα από τον Παραπονούμενο. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου η Επιταγή δόθηκε από την ΜΥ1 στον Αλέξανδρο Δημοσθένους και όχι στον Λάμπρο Δημοσθένους - Παραπονούμενο. Ταυτόχρονα υπήρχε και η μαρτυρία της ΜΥ3 η οποία δεν αμφισβητήθηκε ότι δεν έδωσε οποιοδήποτε αντάλλαγμα στον Κατηγορούμενο για την Επιταγή.
- Ο κάτοχος για αξία είναι ένα πρόσωπο το οποίο δίδει αξία στην επιταγή, δηλαδή δίδει κάποιο αντάλλαγμα για να την αποκτήσει. Δεν απαιτείται να δοθεί η αντιπαροχή από το ένα μέρος προς το άλλο αλλά αρκεί να δοθεί αξία στην επιταγή από τρίτο πρόσωπο (Diamond v. Graham
(1968)1 WLR 1061). Εν προκειμένω, δόθηκε μαρτυρία σε σχέση με το αντάλλαγμα - για το κατά πόσον δόθηκε αξία η οποία ωστόσο είναι πλήρως αναξιόπιστη. Συνεπώς δεν υπάρχει αποδεκτή μαρτυρία ότι δόθηκε αξία στην επιταγή. Αντιθέτως υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος έδωσε μια ανοιχτή επιταγή χωρίς να είναι συμπληρωμένο το ποσό με όρο ότι δεν θα κατατίθετο και χωρίς να λάβει οποιοδήποτε αντάλλαγμα.
- Επίσης, επειδή ο Κατηγορούμενος έδωσε την Επιταγή για το χρέος ενός τρίτου προσώπου, και δόθηκε υπό συνθήκες που προκαλούν απορίες και αμφιβολίες, δεν δόθηκε αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με την αξία που μπορεί να δόθηκε στην επιταγή και συνεπώς δεν αποδείχθηκε ότι η Επιταγή δόθηκε για αξιόλογη αντιπαροχή. Ο Παραπονούμενος δεν έδωσε αξιόλογη αντιπαροχή προς τον εκδότη Κατηγορούμενο και ούτε απέδειξε οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα στην λήψη της επιταγής και στο χρέους της ΜΥ3 ή της ΜΥ1 προς αυτόν. Ούτε και ανέφερε κάτω από ποιες περιστάσεις πήρε ο ίδιος την επιταγή και για το κατά πόσον της έδωσε αξία. Αντιθέτως, ανέφερε γενικά και αόριστα ότι έδωσε αξία στην Επιταγή.
- Επίσης, ακόμα και αν γινόταν δεκτή η θέση του Παραπονούμενου ότι η επιταγή δόθηκε για εξόφληση χρέους κάποιου τρίτου προσώπου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Κατηγορούμενος έλαβε αντάλλαγμα για την επιταγή. Παρελθούσα οφειλή ή υποχρέωση θεωρείται αξιόλογη αντιπαροχή ανεξάρτητα εάν η επιταγή είναι πληρωτέα εν όψει ή σε μέλλοντα χρόνο. Όμως για να δικαιολογείται ο πιστωτής - δικαιούχος της επιταγής να μην δώσει νέα αξία στην επιταγή, πρέπει η επιταγή να έχει εκδοθεί από τον ίδιο τον οφειλέτη - εκδότη. Εάν η επιταγή εκδοθεί από τρίτο πρόσωπο τότε ο πιστωτής είναι υποχρεωμένος να δώσει νέα αξία στην επιταγή.
- Συνεπώς για να συνιστά αξιόλογη αντιπαροχή η παρελθούσα οφειλή ή υποχρέωση πρέπει να είναι οφειλή ή υποχρέωση του εκδότη και όχι του τρίτου προσώπου. Εάν η υποχρέωση είναι υποχρέωση τρίτου προσώπου, για να υπάρξει ευθύνη του εκδότη πρέπει να υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ της λήψης της επιταγής και της παρελθούσας οφειλής ή υποχρέωσης όπως η ρητή ή σιωπηρή υπόσχεση αποφυγής λήψης δικαστικών μέτρων σε σχέση με την οφειλή ή υποχρέωση του τρίτου προσώπου (Χρ. Λουκά, Τραπεζική Επιταγή σελ. 332 και εντεύθεν και Oliver v Davis and Another [1949] 2 All ER 353)
- Όπως και στην Oliver, ανωτέρω, στην οποία η εκδότρια εξέδωσε επιταγή προς τον Oliver για χρέος του Davis και η αγωγή του Oliver εν τέλει απορρίφθηκε καθότι δεν έδωσε αξιόλογη αντιπαροχή προς την εκδότρια και ούτε απέδειξε οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα στην λήψη της επιταγής και στο χρέους του Davis σε αυτόν, έτσι και στην παρούσα υπόθεση η επιταγή δόθηκε από τον Κατηγορούμενο για οφειλή ή υποχρέωση τρίτου προσώπου (ΜΥ3) (ενδεχόμενα και τέταρτου εφόσον ήταν η ΜΥ1 που έδωσε την Επιταγή στον Αλέξανδρο και εισέπραξε τα χρήματα εκ μέρους της ΜΥ3), και δεν δόθηκε καμία μαρτυρία για οποιαδήποτε διασύνδεση μεταξύ της λήψης της επιταγής και της οφειλής ή υποχρέωσης του τρίτου προσώπου ή οτιδήποτε από το οποίο μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα για αντιπαροχή ("an antecedent debt or liability of a third party in vacuo cannot form a valuable consideration").
- Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν και λόγω της απόρριψης της υπόθεσης για τους προαναφερόμενους λόγους δεν θα ασχοληθώ περαιτέρω με το ζήτημα της παρανομίας του ανταλλάγματος και της κατάχρησης που ενδεχόμενα να υπάρχει λόγω της παρανομίας. ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
- Ως εκ τούτου, η υπόθεση απορρίπτεται και ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει.
- Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια με βάση το άρθρο 169 του Κεφ. 155, αυτά επιδικάζονται εναντίον της Κατηγορούσας Αρχής και υπέρ του Κατηγορούμενου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ. ________________ Χ. Σατσιάς Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο