← Κύπρος

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ν. ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΣΟΛΩΝΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2445 / 2021, 4/6/2024

ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ν. ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΣΟΛΩΝΟΣ, Αρ. Υπόθεσης: 2445 / 2021, 4/6/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2445 / 2021 Μεταξύ: ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Κατηγορούσα Αρχή και ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΣΟΛΩΝΟΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 04 Ιουνίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Γ. Προδρόμου Για τον Κατηγορούμενο: κος Θ. Ιωαννίδης για Θ.Μ. Ιωαννίδης & Σία ΔΕΠΕ Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

  1. Την 01.03.2020 ο Mostafa Elmahmoudy Ahmed Ali Shaltout (εφεξής «Αποβιώσας» ή «Mostafa») μετά το τέλος της εργασίας του εισήλθε σε δεξαμενή νερού για να κολυμπήσει μαζί με συνάδελφους του. Ο Αποβιώσας ενώ ευρίσκετο εντός της δεξαμενής η οποία ανήκει στον Κατηγορούμενο βρήκε τραγικό θάνατο από πνιγμό.
  2. Ο Κατηγορούμενος ήταν ο εργοδότης του Αποβιώσαντος και ιδιοκτήτης του υποστατικού και της δεξαμενής νερού στην οποία πνίγηκε ο Αποβιώσας.
  3. Ο Κατηγορούμενος με βάση το Κατηγορητήριο της υπόθεσης αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες οι οποίες αφορούν σε παραβάσεις του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου, Ν. 89(Ι)/1996, ως έχει τροποποιηθεί (εν τοις εφεξής «Νόμος»), των περί Διαχείρισης Θεμάτων Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Κανονισμών του 2002 (Κ.Δ.Π. 173/2002) (εφεξής «Κανονισμός Διαχείρισης Α&Υ») και των περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία (Γνωστοποίηση Ατυχημάτων και Επικίνδυνων συμβάντων) Κανονισμών του 2007 (Κ.Δ.Π. 531/2007) (εφεξής «Κανονισμός Γνωστοποίησης»). 1η Κατηγορία
  4. Ειδικότερα, με βάση την 1η κατηγορία ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι παρέλειψε να διασφαλίσει ότι οι δραστηριότητες του ως εργοδότης διεξάγονται κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται καθ' όσον είναι εύλογα εφικτό, ότι πρόσωπα τα οποία δεν εργοδοτούνται αλλά επηρεάζονται από τις δραστηριότητες του δεν εκτίθενται σε κίνδυνο, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 13

(5), 13
(18)και 53
(1), 53
(4)και 54 του Νόμου.
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος ενώ ήταν εργοδότης και εκτελούσε δραστηριότητες καλλιέργειας φθαρτών σε χώρο εργασίας που βρίσκεται σε αγροτική ζώνη στην Ορούντα, δεν διασφάλισε καθόσον ήταν ευλόγως εφικτό ότι, πρόσωπα τα οποία δεν εργοδοτούντο από αυτόν αλλά που μπορούσαν να επηρεαστούν από τις δραστηριότητες του δεν θα εκτίθενται σε κίνδυνο. Συγκεκριμένα, δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα ώστε η δεξαμενή νερού που βρισκόταν στον πιο πάνω χώρο να μην είναι προσβάσιμη και να μην μπορούν να εισέλθουν πρόσωπα σε αυτήν, με αποτέλεσμα τον πνιγμό του Αποβιώσαντος. 2η Κατηγορία
  2. Με βάση τη 2η κατηγορία, ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι παρέλειψε να διαθέσει γραπτή εκτίμηση των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και υγεία των εργοδοτουμένων και άλλων προσώπων κατά παράβαση των Κανονισμών 2,3, 4
(1)και 4
(2)των Κανονισμών Διαχείρισης Α&Υ και των άρθρων 2,3,13,38,53
(1), και 53
(4)του Νόμου.
  1. Με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος ενώ ήταν εργοδότης και διεξήγαγε γεωργικές εργασίες παρέλειψε να έχει στη διάθεση του γραπτή εκτίμηση των κινδύνων με βάση την οποία να καθοριστούν τα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα αντιμετώπισης των κινδύνων που προκύπτουν από τις δραστηριότητες του, με αποτέλεσμα εργοδοτούμενα και άλλα πρόσωπα να εκτίθενται σε κίνδυνο λόγω του μη έγκαιρου εντοπισμού και εκτίμησης των κινδύνων, καθώς και της μη λήψης των αναγκαίων προληπτικών μέτρων. 3η Κατηγορία
  2. Με βάση την έκθεση αδικήματος της 3ης κατηγορίας ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι παρέλειψε να γνωστοποιήσει το ατύχημα στο αρμόδιο Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας εντός δέκα πέντε ημέρων από την ημερομηνία του ατυχήματος κατά παράβαση των Κανονισμών 2, 3
(1)(α) και 4
(3)(β) του Κανονισμού Γνωστοποίησης και των άρθρων 2,3,38,53
(1)και 53
(4)του Νόμου.
  1. Με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο Κατηγορούμενος από την 01.03.2020 μέχρι και την 16.03.2020 ενώ ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε τον έλεγχο στο χώρο εργασίας όπου επισυνέβη το ατύχημα ως αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία παρέλειψε να υποβάλει το εγκεκριμένο έντυπο γνωστοποίησης ατυχήματος, με όσα στοιχεία ήταν εύλογα εφικτό να συλλέξει στο Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασία εντός δέκα πέντε ημέρων από την ημερομηνία του ατυχήματος.
  2. Αφού η Κατηγορούσα Αρχή ολοκλήρωσε την παρουσίαση της μαρτυρίας της, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου υπέβαλε εισήγηση με βάση το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εξ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου επαρκώς ώστε να υποχρεώνεται να προβάλει την υπεράσπιση του. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου τον οποίο κάλεσε σε απολογία. Ο Κατηγορούμενος επέλεξε να προβεί σε ανωμοτί δήλωση. Δεν κλήθηκαν μάρτυρες από πλευράς Υπεράσπισης. Β. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ
  1. Αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Ο κύριος Προδρόμου εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής αγόρευσε προφορικά προσκομίζοντας στο Δικαστήριο σχετικές νομικές αυθεντίες. Ο δε κ. Ιωαννίδης κατέθεσε γραπτή αγόρευση.
  2. Το Δικαστήριο ευχαριστεί αμφότερους τους συνήγορους για την πολύτιμη τους βοήθεια.
  3. Ο κ. Προδρόμου ανέφερε πως το γεγονός ότι ο ίδιος ο Αποβιώσας μαζί με άλλους αποφάσισαν να εισέλθουν στη δεξαμενή για να κολυμπήσουν δεν αναιρεί την ευθύνη του εργοδότη - Κατηγορούμενου ο οποίος θα έπρεπε να εντοπίσει τους κινδύνους, να παράσχει τις απαραίτητες οδηγίες και να λάβει μέτρα, περιλαμβανομένων και των ειδοποιήσεων, ούτως ώστε να μην είναι εύκολη η πρόσβαση προσώπων στη δεξαμενή. Η περίφραξη δεν ήταν επαρκής και δεν παρείχε την απαραίτητη ασφάλεια. Δεδομένου του ότι αυτό συνηθίζετο να γίνεται από υπάλληλους ο Κατηγορούμενος είχε γνώση περί αυτού του ενδεχομένου και όφειλε να λάβει επιπρόσθετα μέτρα.
  4. Σε σχέση με την παράλειψη γνωστοποίησης ανέφερε ότι το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας ενημερώθηκε από την Αστυνομία και ο Κατηγορούμενος δεν γνωστοποίησε το ατύχημα στο απαιτούμενο από τη νομοθεσία έντυπο. Παρέπεμψε ο κύριος Προδρόμου στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην George Elia - Motor Engineer Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας, Ποιν. Εφ. 207/2014, 20.12.2006 επί τούτου.
  5. Σε σχέση με το κατά πόσον θα πρέπει να αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης λήψης μέτρων ασφαλείας και του πνιγμού του Αποβιώσαντος ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Εν προκειμένω το συστατικό στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί είναι η έκθεση προσώπων σε κίνδυνο και όχι ο τραυματισμός ή ο θάνατος.
  6. Ο κ. Ιωαννίδης εν πρώτοις, σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία η οποία αφορά την παράλειψη διάθεσης από τον εργοδότη γραπτής εκτίμησης κινδύνων, ανέφερε ότι αυτή είναι παραδεκτή. Δεν αντεξέτασε τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής επί αυτής της κατηγορίας και στην ουσία υπάρχει παραδοχή του Κατηγορούμενου για την παράλειψη του να έχει στη διάθεση του γραπτή εκτίμηση των κινδύνων.
  7. Αναφορικά με την τρίτη κατηγορία, η οποία αφορά παράλειψη γνωστοποίησης του ατυχήματος στο αρμόδιο Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας εντός δέκα πέντε ημέρων από την ημερομηνία του ατυχήματος, ο κ. Ιωαννίδης προέβαλε τη θέση ότι υπήρξε γνωστοποίηση, άμεση μάλιστα, ωστόσο δεν είχε συμπληρωθεί το συγκεκριμένο έντυπο το οποίο προνοείται από το νόμο. Εν προκειμένω, η Κατηγορούσα Αρχή είχε ενημερωθεί την ίδια ημέρα για το ατύχημα και η «τυπική» παράλειψη συμπλήρωσης του εντύπου δεν καθιστά τον Κατηγορούμενο ένοχο στην τρίτη κατηγορία. Ο σκοπός του νόμου είναι η γνωστοποίηση για σκοπούς διεξαγωγής της κατάλληλης διερεύνησης και όχι η τυπική συμπλήρωση ενός εντύπου.
  8. Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία ο κ. Ιωαννίδης αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει στο Δικαστήριο ποιο ήταν το ευλόγως εφικτό το οποίο προβλέπεται στη νομοθεσία. Από τη μαρτυρία η οποία προσάχθηκε επιβεβαιώθηκε ότι η δεξαμενή ήταν κλειστή - περιφραγμένη, το ίδιο και η είσοδος της και ότι τα ξύλα τα οποία φαίνονται στις φωτογραφίες τα έριξαν οι παρευρισκόμενοι και/ή οι διασώστες όταν επιχείρησαν να διασώσουν τον Αποβιώσαντα. Τα μέτρα τα οποία έλαβε ο Κατηγορούμενος ήταν ευλόγως κατάλληλα. Περαιτέρω, η συμπεριφορά του Αποβιώσαντος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη.
  9. Επιπρόσθετα προβληθηκε η θέση ότι η διατύπωση της πρώτης κατηγορίας πάσχει και είναι ελαττωματική καθότι δεν αναφέρεται ποια μέτρα όφειλε να λάβει ο Κατηγορούμενος και δεν έλαβε. Συνεπώς κατά τον κ. Ιωαννίδη ο Κατηγορούμενος διατρέχει τον κίνδυνο να καταδικαστεί χωρίς να γνωρίζει επ' ακριβώς τι δεν έπραξε. Ζητήματα ελαττωματικότητας του κατηγορητηρίου μπορούν να εγερθούν σε οποιοδήποτε στάδιο.
  10. Επίσης, ο κ. Ιωαννίδης ανέφερε ότι απουσιάζει η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ισχυριζόμενης παράλειψης λήψης κατάλληλων μέτρων και του πνιγμού του Αποβιώσαντος και παρέπεμψε στην Voicu v. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. Αρ. 78/2016, 10.09.2018, ECLI:CY:AD:2018:B
  11. Επισημαίνω, ότι τα επιχειρήματα τα οποία τέθηκαν και η μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε από τους διάδικους εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση τη οποία μπορεί να έχει στη θεώρηση των επίδικών θεμάτων (BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολ. Εφ. 117/2018, 16.03.2022, ECLI:CY:AD:2022:A113, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490). Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΑ
  1. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν δύο μάρτυρες, ήτοι η κυρία Ανδρονίκη Λουκά, Επιθεωρήτρια Εργασίας (ΜΚ1) και ο Ihaab Shaaban Maksoud, συνάδελφος του Αποβιώσαντος (ΜΚ2). Η πλήρης μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω σε αυτό το σημείο. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε μέχρι στιγμής έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και την έχω υπόψιν μου. Θα επικεντρωθώ σε ορισμένα σημαντικά σημεία από τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα. ΜΚ1 - Ανδρονίκη Λουκά
  2. Η ΜΚ1 είναι Επιθεωρήτρια Εργασίας στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας από το έτος
  3. Είναι απόφοιτος του Ανώτερου Τεχνολογικού Ινστιτούτου και κατέχει επίσης μεταπτυχιακό στον τομέα ασφάλειας και υγείας στην εργασία. Τα καθήκοντα της περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, επιθεωρήσεις σε χώρους εργασίας και αξιολόγηση για το κατά πόσον τηρείται η νομοθεσία και διερεύνηση εργατικών ατυχημάτων.
  4. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης της υιοθέτησε την Έκθεση Διερεύνησης Θανατηφόρου Ατυχήματος την οποία ετοίμασε (Έγγραφο Α).
  5. Σύμφωνα με το Έγγραφο Α την 01.03.2020 έλαβε χώρα σε υποστατικό σε αγροτική ζώνη στο χωριό Ορούντα ατύχημα. Ο Αποβιώσας μετά το τέλος της εργασίας του κολύμπησε σε παρακείμενη δεξαμενή νερού η οποία χρησιμοποιείτο για σκοπούς άρδευσης. Η αιτία θανάτου του Αποβιώσαντος ήταν πνιγμός εντός ύδατος (Τεκμήριο 6 - ιατρικό πιστοποιητικό αιτιών θανάτου). Για το ατύχημα ενημερώθηκε την ίδια ημέρα από την προϊστάμενη της και επισκέφθηκαν το χώρο την επόμενη ημέρα για διερεύνηση.
  6. Ως Τεκμήριο 1 κατατέθηκαν τρεις φωτογραφίες από το χώρο του δυστυχήματος τις οποίες πήρε η ΜΚ1 την επόμενη ημέρα όταν επιθεώρησε το χώρο.
  7. Στον εξωτερικό χώρο του υποστατικού υπήρχε δεξαμενή νερού στη οποία μαζευόταν το νερό από διάτρηση και με το οποίο πότιζαν τα χωράφια με τα φθαρτά. Η δεξαμενή είναι κυκλικού σχήματος και είναι εγκατεστημένη κατά τρόπο που είναι κάτω από το επίπεδο του εδάφους. Εσωτερικά καλυπτόταν από μαύρο πλαστικό. Περιμετρικά της δεξαμενής υπήρχε περίφραξη αποτελούμενη από μεταλλικό πλέγμα (τέλι). Στο υποστατικό καλλιεργούνταν και συλλέγονταν φθαρτά. Μετά τη συγκομιδή τους πλένονταν στο υποστατικό και τοποθετούνταν σε χάρτινες κούτες.
  8. Την 01.03.2020 και κατά τις 17:17 ο Αποβιώσας βούτηξε στη δεξαμενή για να κολυμπήσει. Είχε διανύσει τη μισή απόσταση της διαμέτρου της δεξαμενής και σταμάτησε να κολυμπά, προσπάθησε να κρατηθεί στην επιφάνεια αλλά δεν τα κατάφερε με αποτέλεσμα τον πνιγμό του.
  9. Στην παράγραφο 8 του Εγγράφου Α παρατίθενται οι παρατηρήσεις και διαπιστώσεις της ΜΚ1: 29.1 Σύμφωνα με τον ιδιοκτήτη της δεξαμενής, ήτοι τον Κατηγορούμενο, η δεξαμενή υπήρχε εκεί από τότε που αγόρασε το κτήμα. Το βάθος της ήταν περίπου 4 - 5 μέτρα. 29.2 Το ατύχημα επισυνέβη μετά τη λήξη του ωραρίου εργασίας. 29.3 Στην περίφραξη της δεξαμενής υπήρχε ένα κενό όπου δεν υπήρχε μεταλλικό πλέγμα. 29.4 Ο υιός του Κατηγορούμενου πήρε βίντεο όταν οι εργοδοτούμενοι κολυμπούσαν στη δεξαμενή (Τεκμήριο 5). 29.5 Το ατύχημα δεν γνωστοποιήθηκε στο Επαρχιακό γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας. Ο Κατηγορούμενος δεν διέθετε γραπτή εκτίμηση των κινδύνων.
  10. Η ΜΚ1 διαπίστωσε ότι στο χώρο περιμετρικά της δεξαμενής υπάρχει περίφραξη, όμως ένα κομμάτι είναι ανοικτό και συνεπώς κάποιος εύκολα μπορούσε να εισέλθει στη δεξαμενή. Το μέρος αυτό φαίνεται και στις φωτογραφίες στο Τεκμήριο
  11. Η ΜΚ1 συμπλήρωσε ότι έπρεπε να ληφθούν μέτρα για να μην είναι εύκολο για τον οποιονδήποτε να εισέλθει στο χώρο της δεξαμενής. Όμως στο χώρο όπου υπάρχει συρμάτινο πλέγμα η ΜΚ1 ανέφερε ότι η περίφραξη φαίνεται να είναι στερεή.
  12. Η δεξαμενή είναι πίσω από το χώρο εργασίας ήτοι το χώρο όπου πλενόταν τα φθαρτά. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι εάν χρειάζεται να υπάρχει είσοδος για να μπορεί κάποιος να εισέλθει στον χώρο, για να κάνει κάποιες π.χ. εργασίες συντήρησης η πρόσβαση στον χώρο αυτό πρέπει να είναι κατάλληλη. Δηλαδή, όταν δεν χρειάζεται κάποιος να μπει μέσα, η είσοδος θα έπρεπε να ήταν κλειδωμένη, είτε στερεωμένη κατάλληλα, θα μπορούσαν να μπουν σημάνσεις ότι απαγορεύεται η είσοδος στους μη έχοντες εργασία, απαγορεύεται το κολύμπι και θα μπορούσαν να δοθούν και οδηγίες και στους εργαζομένους. Στο χώρο βρίσκονταν και εργαζόμενοι όπως ο Αποβιώσας και θα έπρεπε να δίδονταν πληροφορίες, οδηγίες, ώστε να μην μπορεί κάποιος να εισέλθει εκεί, αφού δεν είχε λόγο να μπει μέσα στον χώρο εκείνο. Έπρεπε, αναφέρει η ΜΚ1, να υπήρχε κατάλληλη είσοδος που να μην μπορεί να παραβιαστεί από τον οποιονδήποτε, για να μπορέσει να εισέλθει μέσα.
  13. Όσον αφορά τη γραπτή εκτίμηση κινδύνων η ΜΚ1 επεξήγησε τι είναι η εκτίμηση κινδύνων και γιατί είναι ιδιαίτερα σημαντικό να υπάρχει. Όσον αφορά τη γνωστοποίηση του ατυχήματος η ΜΚ1 ανέφερε ότι όντως ενημερώθηκαν από την Αστυνομία την ίδια ημέρα σε σχέση με το ατύχημα, ωστόσο δεν κατατέθηκε δεόντως συμπληρωμένο έντυπο γνωστοποίησης ατυχήματος εντός 15 ημερών από το ατύχημα.
  14. Η ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήρια 2,3 και 4 τις καταθέσεις του Κατηγορούμενου, του υιού του Κατηγορούμενου και του ΜΚ
  15. Ως Τεκμήριο 5 κατατέθηκε ένας ψηφιακός δίσκος ο οποίος περιλαμβάνει ένα βίντεο το οποίο τράβηξε με το κινητό του ο Σόλων Σόλωνος (υιός του Κατηγορούμενου) στο οποίο φαίνονται κάποια πρόσωπα να κολυμπούν μέσα στη δεξαμενή. Αναφέρθηκε ότι το βίντεο λήφθηκε την ημέρα του ατυχήματος.
  16. Η ΜΚ1 περαιτέρω ανέφερε ότι δεν υπήρχαν σημάνσεις στο χώρο ούτε πινακίδες. Εάν λαμβάνονταν τα κατάλληλα μέτρα, εάν υπήρχαν σημάνσεις και ελεγχόμενη είσοδος / έξοδος στο χώρο και δίδονταν κατάλληλες οδηγίες το ατύχημα μπορούσε να αποφευχθεί.
  17. Κατά την αντεξέταση της παραδέχθηκε ότι δεν μπήκε μέσα στο χώρο της δεξαμενής και δεν μέτρησε το ύψος του πλαστικού γύρω από τη δεξαμενή. Παρά το γεγονός ότι και αυτό ήταν ένα «εμπόδιο», η ΜΚ1 ανέφερε ότι κάποιοι πέτυχαν να εισέλθουν στη δεξαμενή και σε κάθε περίπτωση δεν είναι ψηλό για να αποτελεί εμπόδιο. Ούτε και το ύψος της περίφραξης είχε μετρήσει.
  18. Ερωτήθηκε σε σχέση με τα παλέτα και τα ξύλα τα οποία φαίνονται στο έδαφος στις φωτογραφίες 1 και 2 του Τεκμηρίου
  19. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι αυτά θεωρεί πως δεν ήταν μέρος της περίφραξης δεδομένου ότι στις καταθέσεις αναφέρεται πως η περίφραξη αποτελείτο από συρμάτινο πλέγμα (Τεκμήριο 3). Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου της υπέβαλε ότι όλα εκείνα τα παλέτα και αντικείμενα που φαίνονται στις φωτογραφίες στο Τεκμήριο 1 ήταν μέρος της περίφραξης και παρέπεμψε στην κατάθεση του Κατηγορούμενου στην Αστυνομία σε σχέση με το ότι υπήρχε μια είσοδος στη δεξαμενή η οποία ήταν κλειστή και ασφαλισμένη.
  20. Η ΜΚ1 επέμεινε ότι έπρεπε να είχαν ληφθεί μέτρα να μην μπορεί εύκολα να αφαιρεθεί το τέλι για να εισέλθει κάποιος στη δεξαμενή. Παρέπεμψε στην κατάθεση του ΜΚ2 και ανέφερε ότι με βάση τα λεγόμενα του είχε κολυμπήσει ξανά στη δεξαμενή στο παρελθόν.
  21. Ο συνήγορος του Κατηγορούμενου της υπέβαλε ότι στην κατάθεση του Σόλωνος Σόλωνος αναφέρθηκε ότι κάποιοι οι οποίοι επιχείρησαν στο παρελθόν να κολυμπήσουν στη δεξαμενή είχαν απολυθεί. Η ΜΚ1 απάντησε ότι αυτό δείχνει ότι ξανάγινε στο παρελθόν και συνεπώς έπρεπε να ληφθούν μέτρα.
  22. Υποβλήθηκε στην ΜΚ1 ότι υπήρχε πινακίδα η οποία ανέφερε πως απαγορεύεται η είσοδος. Η ΜΚ1 απάντησε πως δεν εντόπισε τέτοια πινακίδα στο χώρο. Υποβλήθηκε περαιτέρω ότι λήφθηκαν όλα τα μέτρα εκ μέρους του Κατηγορούμενου και ότι ο πνιγμός οφείλεται αποκλειστικά στις ενέργειες του θύματος. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι εάν λαμβάνονταν τα κατάλληλα μέτρα δεν θα εισέρχονταν στο χώρο της δεξαμενής, ούτε Αποβιώσας αλλά ούτε και οποιοσδήποτε άλλος.
  23. Σε σχέση με υποβολή ότι η Κατηγορούσα Αρχή επιρρίπτει υπερβολικό βάρος στον Κατηγορούμενο για λήψη υπερβολικών μέτρων η ΜΚ1 τον αρνήθηκε και ανέφερε ότι από τη στιγμή που στο χώρο υπήρχαν πρόσωπα πρέπει να λαμβάνονται τα απαραίτητα μέτρα για μην τίθενται σε κίνδυνο.
  24. Γενικότερα, η θέση της ΜΚ1 ήταν ότι από τη στιγμή που πρόσωπα εισήλθαν μέσα στη δεξαμενή σημαίνει ότι δεν είχαν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα. ΜΚ2 - Ihaab Shaaban Maksoud
  25. Ο ΜΚ2 ήταν συνάδελφος του Αποβιώσαντος και εργαζόταν στον Κατηγορούμενο για πέντε χρόνια. Ανέφερε ότι την 01.03.2020 δούλευαν στο χώρο της δεξαμενής με τον Αποβιώσαντα, έκοψαν το τέλι και μπήκαν μέσα. Υπήρχαν και άλλα άτομα που στέκονταν έξω.
  26. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης του που έδωσε στην Αστυνομία στις 04.03.
  27. Στην κατάθεση του ανέφερε ότι μπήκαν στη δεξαμενή αφού τελείωσαν την εργασία τους. Άλλοι συνάδελφοι τους ήταν έξω από τη δεξαμενή συμπεριλαμβανομένου και του υιού του Κατηγορούμενου. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ξαναμπήκε στη δεξαμενή μαζί με έναν άλλο συνάδελφο του (τον Ashraf) αλλά ο εργοδότης του δεν το γνώριζε. Την μέρα του ατυχήματος στο χώρο ήταν και ο γιος του Κατηγορούμενου ο οποίος τους είπε να βγουν έξω.
  28. Ανέφερε ότι εκείνη την μέρα μπήκαν μέσα με το να κόψουν / ανοίξουν το τέλι. Τα ξύλα ήταν κλειστά με τέλια κάτι σαν σχοινί ως ανέφερε ο ΜΚ
  29. Μπήκαν στη δεξαμενή χωρίς να ρωτήσουν πρώτα τον Κατηγορούμενο.
  30. Στην κατάθεση του σε ερώτηση αν ο Κατηγορούμενος τους είπε να μην μπαίνουν στη δεξαμενή ο ΜΚ2 είχε απαντήσει ότι δεν του είπε να μην μπαίνει και δεν ξέρει αν είπε στους άλλους.
  31. Κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο του Κατηγορούμενου ανέφερε ότι πήγαν στη δεξαμενή αφού σχόλασαν και η δεξαμενή ήταν πίσω από τη δουλειά τους. Η δεξαμενή ήταν κλειστή και την άνοιξαν οι ίδιοι. Υπήρχαν και άλλα άτομα εκεί συνάδελφοι τους που δούλευαν εκεί.
  32. Αφού του υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες (Τεκμήριο 1) ανέφερε ότι τα ξύλα τα οποία φαίνονται στο πάτωμα ήταν όρθια και τα έριξαν όταν ήρθαν για να ανασύρουν τον Αποβιώσαντα. Ο γιος του εργοδότη του τους φώναξε να μην μπουν μέσα και γνώριζαν ότι αυτό που έκαναν ήταν παράνομο.
  33. Περαιτέρω, επιβεβαίωσε ότι η δεξαμενή περιμετρικά είναι κλειστή και πριν το νερό ήταν ένα λάστιχο και πήδηξαν από πάνω για να μπουν. Για να μπουν μέσα αφαίρεσαν όσα φαίνονται στην δεύτερη φωτογραφία του Τεκμηρίου
  34. Ανωμοτί Δήλωση Κατηγορούμενου
  35. Ο Κατηγορούμενος αφού κλήθηκε σε απολογία επέλεξε να υιοθετήσει την κατάθεση την οποία έδωσε στην Αστυνομία, ήτοι το Τεκμήριο 2 χωρίς να ορκιστεί. Αναφέρονται στην κατάθεση του, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
  36. Κατά τις 17:30 του τηλεφώνησαν και του ανέφεραν ότι κάποιοι από τους εργαζόμενους μπήκαν μέσα στη δεξαμενή. Ξεκίνησε αμέσως για να πάει στο υποστατικό. Εκεί του ανέφεραν πως ο Αποβιώσας ήταν μέσα στο νερό και αμέσως μαζί με το γιο του κάλεσαν ασθενοφόρο, Αστυνομία και την Πυροσβεστική.
  37. Το χωράφι το αγόρασε πριν από περίπου 15 έτη και η δεξαμενή ήταν μέσα. Ο σκοπός της είναι για την φύλαξη νερού για σκοπούς άρδευσης. Η δεξαμενή είναι περιφραγμένη και απαγορεύεται η είσοδος σε αυτήν. Υπάρχει μια είσοδος η οποία είναι κλειστή για σκοπούς προστασίας. Η είσοδος της δεξαμενής είναι κλειστή και ασφαλίζει με σύρμα.
  38. Ο ίδιος ουδέποτε έδωσε οδηγίες να μπει κάποιος μέσα. Το starter της τουρμπίνας είναι εκτός της δεξαμενής στο σπιτάκι δίπλα από αυτή γι' αυτό δεν υπάρχει λόγος να μπει οποιοσδήποτε στον περιφραγμένο χώρο για να την ξεκινήσει. Τυχόν επιδιορθώσεις στο στην τουρμπίνα γίνονται από ειδικούς τεχνικούς οι οποίοι χρησιμοποιούν ειδικά μηχανήματα για την αφαίρεση της. Το φίλτρο αυτοκαθαρίζεται με επανεκκίνηση.
  39. Σε ερώτηση από τον ανακριτή αν έδωσε οδηγίες σε οποιονδήποτε εκείνη την ημέρα να μπει στη δεξαμενή απάντησε κατηγορηματικά όχι. Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
  40. Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273).
  1. Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητα τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.
  2. Παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506.)
  1. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
  2. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45). 59. Έχει νομολογηθεί πως για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις στη μαρτυρία του θα πρέπει να είναι ουσιαστικές. Οι δε αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ενδεχόμενα να ενισχύουν την φιλαλήθεια του μάρτυρα διότι αυτό δείχνει την έλλειψη προσχεδιασμού στην εκδοχή του (Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320). 60. Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε (Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). 61. Στην περίπτωση κατά την οποία ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, αυτό γενικώς θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που προβάλλει ένας μάρτυρας (ίδετε Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720). Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό (Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited
(1987)1 Α.Α.Δ. 383). 62. Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές από αφ' εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640). Ι. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ1
  1. Η ΜΚ1 γενικώς προκάλεσε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο κατά τη μαρτυρία της υπό την έννοια ότι μετέφερε στο Δικαστήριο με σαφήνεια τις ενέργειες στις οποίες προέβη για να διερευνήσει το ατύχημα καθώς και τις διαπιστώσεις της. Απαντούσε με ειλικρίνεια και ευθύτητα και φαινόταν αυθόρμητη. Μάλιστα σε ορισμένα σημεία κατά την αντεξέταση απάντησε και με τρόπο ο οποίος δεν ευνοεί την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, γεγονός το οποίο ενισχύει την φιλαλήθεια της, δείχνει έλλειψη προσχεδιασμού κατά τη μαρτυρία της καθώς και την αντικειμενικότητα της.
  2. Η μαρτυρία της σε σχέση με το πως έλαβε χώρα το ατύχημα δεν έχει αμφισβητηθεί. Αποδέχομαι τη μαρτυρία της σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία οδήγησαν στο δυστύχημα, ότι το ατύχημα δεν γνωστοποιήθηκε στο Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας με τον ενδεδειγμένο τρόπο και ότι ο Κατηγορούμενος δεν διέθετε γραπτή εκτίμηση κινδύνων.
  3. Παρά ταύτα, δεν μπορώ να δεχθώ τις θέσεις της σε σχέση με την επάρκεια των μέτρων τα οποία λήφθηκαν από τον Κατηγορούμενο για τη διασφάλιση της ασφάλειας των όσων επηρεάζονταν από τις εργασίες του και εξηγώ πιο κάτω το λόγο.
  4. Παρενθετικά αναφέρω ότι η ΜΚ1 στην ουσία κλήθηκε να καταθέσει ως πραγματογνώμονας σε σχέση με ζητήματα ασφάλειας και υγείας στην εργασία. Η εμπειρία της ως επιθεωρήτρια εργασίας και τα προσόντα της δεν έχουν αμφισβητηθεί. Έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Evangelou v. Ambizas
(1982)1 C.L.R. 41), αποτελεί κατάληξή του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω μάρτυρας, με βάση την επαγγελματική της πείρα αλλά και τις σπουδές της είναι εμπειρογνώμονας, και συνεπώς, κατ΄ εξαίρεση προς το γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του (Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746). 67. Σημειώνω επίσης ότι η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών που αξιολογούνται οι υπόλοιποι μάρτυρες (Καουρής v Δημητρίου κ.α
(2008)1 Α.Α.Δ. 967). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι οι εμπειρογνώμονες εφοδιάζουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, τα οποία θα επιτρέψουν σε αυτό να ελέγξει την ορθότητα των συμπερασμάτων του ώστε αυτό να είναι σε θέση να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία.
  1. Σε σχέση με τη θέση της ότι ο Κατηγορούμενος δεν έλαβε τα κατάλληλα μέτρα ώστε η δεξαμενή νερού να μην είναι προσβάσιμη και να μην μπορούν να εισέλθουν πρόσωπα σε αυτήν, αυτή όπως προανέφερα δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
  2. Η ΜΚ1 παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση της ότι δεν μέτρησε το ύψος και το πλάτους του πλαστικού το οποίο ήταν τοποθετημένο γύρω από την δεξαμενή, ούτε και το ύψος της περίφραξης αλλά ούτε και μπήκε μέσα να περπατήσει για να διαπιστώσει το κατά πόσον το μαύρο πλαστικό που φαίνεται στις φωτογραφίες μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο σε κάποιον να εισέλθει στο νερό.
  3. Στο σημείο όπου υπήρχαν στο πάτωμα διάφορα ξύλα και χαλάσματα απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν ήταν κλειστή σε εκείνο το σημείο η δεξαμενή πριν το ατύχημα. Η ΜΚ1 απάντησε ότι στις καταθέσεις αναφέρεται πως είναι κλειστή η δεξαμενή με συρμάτινο πλέγμα. Ωστόσο, στην κατάθεση του Κατηγορούμενου και στην κατάθεση του υιού του Κατηγορούμενου (Τεκμήριο 3) αναφέρεται ότι υπήρχε είσοδος η οποία κλείνει με σύρμα - τέλι εκεί όπου είναι τα μηχανήματα. Το ίδιο επιβεβαίωσε και ο ΜΚ2 ο οποίος έδωσε μαρτυρία στο Δικαστήριο. Στις φωτογραφίες στο Τεκμήριο 1 οι οποίες κατατέθηκαν από την ΜΚ1 φαίνονται διάφορα ξύλα και παλέτες να βρίσκονται στο έδαφος εκεί όπου ήταν η είσοδος της δεξαμενής.
  4. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι μετέβη στο χώρο την επόμενη ημέρα μετά το ατύχημα και από τα λεγόμενα της προκύπτει ότι δεν ήταν σε θέση να απαντήσει με θετικότητα και την απαραίτητη βεβαιότητα ότι τα ξύλα και παλέτες τα οποία ευρίσκοντο στο πάτωμα στην είσοδο της δεξαμενής δεν τα είχαν ρίξει την προηγούμενη ημέρα για να ανασύρουν τον Αποβιώσαντα από τη δεξαμενή. Αυτό αφενός δείχνει την ειλικρίνεια της, αφετέρου δείχνει το ότι δεν είχε γνώση σε σχέση με αυτό το ζήτημα το οποίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης.
  5. Κατά την αντεξέταση της σε σχετική υποβολή από τον κ. Ιωαννίδη απάντησε «[ν]αι, αλλά αν υπήρχε και το έριξαν, σημαίνει ότι δεν ήταν κατάλληλο εκείνο το κομμάτι της περίφραξης» και σε άλλο σημείο «[σ]ας λέω το κομμάτι εκεί δεν ήταν περιφραγμένο ή αν ήταν, δεν ήταν κατάλληλα στερεωμένο, με αποτέλεσμα να μπορούν να εισέλθουν στο χώρο» (σελ. 19 των πρακτικών 06.02.2024). Στην ουσία η ΜΚ1 επέμενε ότι δεν είχαν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει επακριβώς ποια ήταν τα μέτρα τα οποία λήφθηκαν και ποια έπρεπε να ληφθούν. Στη σελ. 20 των πρακτικών φαίνεται ότι όταν ερωτήθηκε ποια μέτρα έπρεπε να ληφθούν κατά την άποψη της, απάντησε ότι έπρεπε να υπάρχει «κατάλληλη είσοδος έξοδος». Ακολούθως αναφέρει ότι δεν μπορεί να ξέρει αν έριξαν τα ξύλα.
  6. Περαιτέρω, η ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι δε διερεύνησε το κατά πόσο η τουρμπίνα ξεκινά από μέσα στη δεξαμενή ή έξω από το σπιτάκι δίπλα από τη δεξαμενή ούτως ώστε να μην χρειάζεται να μπαίνει οποιοσδήποτε στο χώρο της δεξαμενής.
  7. Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της ΜΚ1 για να εξαγάγω ασφαλή συμπεράσματα όσον αφορά το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος δεν διασφάλισε στο βαθμό που ήταν ευλόγως εφικτό ότι τα πρόσωπα τα οποία βρίσκονταν στο υποστατικό δεν εκτίθενται σε κίνδυνο. Σε σχέση με την υπόλοιπη μαρτυρία της ΜΚ1 την αποδέχομαι ως αξιόπιστη και εν πάση περιπτώσει στην ουσία δεν είχε αμφισβητηθεί από τον Κατηγορούμενο. ΙΙ. Αξιολόγηση ΜΚ2
  8. Ο ΜΚ2 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα και χωρίς υπεκφυγές και ενδοιασμούς στις ερωτήσεις οι οποίες τέθηκαν. Ένδειξη της ειλικρίνειας του είναι ότι παραδέχθηκε πως ο ίδιος με το να κόψει ή να ανοίξει το σύρμα με το οποίο έκλεινε η είσοδος της δεξαμενής στην ουσία παρανομούσε. Ο ΜΚ2 δεν ανάφερε οτιδήποτε το οποίο να είναι σε διάσταση με το περιεχόμενο της προηγούμενης του κατάθεσης.
  9. Κατά την αντεξέταση δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του, ούτε και υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Απαντούσε άμεσα και με φυσικότητα στις ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την αντεξέταση και απαντούσε κατά τρόπο που φαινόταν ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός στην εκδοχή του.
  10. Σημειώνω ότι η εκδοχή του για το πως έλαβε χώρα το ατύχημα δεν έχει αμφισβητηθεί.
  11. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του στο σύνολο της δεν εντοπίζω οποιαδήποτε εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Έχοντας κατά νου τα όσα προαναφέρθηκαν, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του Παραπονούμενου ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. ΙΙΙ. Ανωμοτί Δήλωση Κατηγορούμενου
  12. Σε σχέση με την ανώμοτη δήλωση ως έχει νομολογηθεί δεν υπάρχει κάποιος μαγικός τρόπος με τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να την προσεγγίσει αλλά εξαρτάται από τα γεγονότα της υπόθεσης και το τι είναι ακριβώς αυτό το οποίο προβάλλει ο Κατηγορούμενος. Θα πρέπει στην ουσία η αξιολόγηση της να έχει ως βάση την κοινή λογική.
  13. Στην υπόθεση Α.Δ. ν. Δημοκρατίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 544, γίνεται γενική επισκόπηση των αρχών οι οποίες διέπουν την δικαστική προσέγγιση ανώμοτης δήλωσης: «....Έχουμε την άποψη ότι ο Δικαστής βρίσκεται σε κάπως διαφορετική θέση από τους ενόρκους και θα πρέπει να δώσει κάποια ένδειξη, χωρίς πολλές λεπτομέρειες, για τον τρόπο που προσέγγισε την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου. Περισσότερο θα πρέπει να καθοδηγήσει τον εαυτό του σύμφωνα με τη νομολογία ότι η αποδεικτική αξία μιας ανώμοτης δήλωσης είναι μάλλον πειστική παρά αποδεικτική (βλ. R. v. Coughlan [1976] Crim. L.R. 629, Δρουσιώτης ν. Αστυνομίας, ανωτέρω και Εφραιμίδου ν. Αστυνομίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 319). Γι' αυτό εξετάζοντας την βαρύτητα που θα δώσει στην ανώμοτη δήλωση, θα πρέπει να έχει υπόψη το σύνολο των γεγονότων. Για παράδειγμα, αν κρίνει ότι η δήλωση είναι πειστική, μπορεί να προσεγγίσει διάφορα γεγονότα που έχει ενώπιον του, με διαφορετικό τρόπο. Όμως, αν κρίνει ότι η ανώμοτη δήλωση δεν είναι καθόλου πειστική, τότε το θέμα τελειώνει εκεί. Για να καταλήξει όμως ως προς τη βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδώσει, είναι αναπόφευκτη η εξέτασή της έχοντας υπόψη το σύνολο των γεγονότων και ιδιαίτερα εκείνα τα στοιχεία μαρτυρίας που είναι αναντίλεκτα ή δεν χωρούν αμφισβήτηση (βλ. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Η αξιολόγηση του δικαστηρίου δεν πρέπει να γίνεται αποσπασματικά ή να χρησιμοποιείται μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως σταθερή βάση για να κριθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορουμένου (βλ. Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 354). Θα πρέπει να υπενθυμίσει στον εαυτό του ότι η δήλωση δεν είναι μαρτυρία και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να αποδείξει οποιοδήποτε γεγονός για το οποίο υπάρχει άλλη μαρτυρία που να το αποδεικνύει. Όπως αναφέραμε, η δήλωση έχει περισσότερο πειστική αξία, γι' αυτό σε περίπτωση που κριθεί πειστική, μπορεί να επενεργήσει στο μυαλό των ενόρκων και του Δικαστή κατά τρόπο που να τους ωθήσει να δουν τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με μαρτυρία, με διαφορετικό μάτι (R. v. Coughlan, ανωτέρω)».
  1. Σημειώνω εν πρώτοις ότι η κατάθεση του Κατηγορούμενου την οποία υιοθέτησε στο πλαίσιο ανώμοτης δήλωσης είχε κατατεθεί ως Τεκμήριο 2 από την ΜΚ
  2. Λαμβάνω υπόψη μου ότι πρόκειται περί κατάθεσης που δόθηκε στην Αστυνομία δύο μέρες μετά το ατύχημα και η οποία δόθηκε μετά από caution.
  3. Εξετάζοντας τη βαρύτητα που θα αποδώσω στην ανώμοτη δήλωση του Κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου το σύνολο των γεγονότων της υπόθεσης και έχω υπόψη μου ότι η ανώμοτη δήωση δεν αποτελεί μαρτυρία αλλά η αποδεικτική της αξία είναι περισσότερο πειστική.
  4. Εν προκειμένω, παρατηρώ ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης του Κατηγορούμενου επιβεβαιώνεται από τα όσα ανέφερε ο ΜΚ2 για παράδειγμα όσον αφορά το ότι η πόρτα της δεξαμενής ήταν κλειστή με σύρμα / τέλι καθώς και από τις φωτογραφίες Τεκμήριο
  5. Επίσης δεν τέθηκε πουθενά ο ισχυρισμός ότι ο Κατηγορούμενος διέταξε τον οποιονδήποτε να εισέλθει στη δεξαμενή. Αντιθέτως ο ΜΚ2 ανέφερε ότι ήταν δική τους απόφαση να μπουν στη δεξαμενή για πλάκα επιβεβαιώνοντας τα όσα αναφέρει ο Κατηγορούμενος σε σχέση με αυτό το θέμα.
  6. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι τα όσα αναφέρονται στην κατάθεση του Κατηγορούμενου έχουν πειστική αξία και μπορώ να βασιστώ στο περιεχόμενο της κατάθεσης του ούτως ώστε να αντικρίσω τα γεγονότα με διαφορετικό φακό. ΕΥΡΗΜΑΤΑ
  7. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν και λαμβάνοντας υπόψη τις πτυχές της μαρτυρίας που δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: 77.1 Την 1.03.2020 έλαβε χώρα σε υποστατικό σε αγροτική ζώνη στο χωριό Ορούντα ατύχημα. 77.2 Τα επίδικά υποστατικά ανήκουν στον Κατηγορούμενο. Στον εξωτερικό χώρο του υποστατικού υπήρχε δεξαμενή νερού στη οποία μαζευόταν το νερό από διάτρηση και με το οποίο πότιζαν τα χωράφια με τα φθαρτά. 77.3 Ο Κατηγορούμενος ήταν ο εργοδότης του Αποβιώσαντος. 77.4 Την 01.03.2020 και κατά τις 17:17, μετά τη λήξη του ωραρίου εργασίας, ο Αποβιώσας βούτηξε στη δεξαμενή για να κολυμπήσει μαζί με 2 συνάδελφους τους. Είχε διανύσει τη μισή απόσταση της διαμέτρου της δεξαμενής και σταμάτησε να κολυμπά, προσπάθησε να κρατηθεί στην επιφάνεια αλλά δεν τα κατάφερε με αποτέλεσμα τον πνιγμό του. Η αιτία θανάτου του Αποβιώσαντος ήταν πνιγμός εντός ύδατος (Τεκμήριο 6 - ιατρικό πιστοποιητικό αιτιών θανάτου). 77.5 Για το ατύχημα ενημερώθηκε το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας και επισκέφθηκαν το χώρο την επόμενη ημέρα για διερεύνηση οι λειτουργοί του Τμήματος. 77.6 Δεν υπήρχε διαθέσιμη γραπτή εκτίμηση των κινδύνων από τον εργόδοτη και ιδιοκτήτη των επίδικών υποστατικών. 77.7 Η δεξαμενή η οποία χρησιμοποιείται για σκοπούς άρδευσης είναι κυκλικού σχήματος και είναι εγκατεστημένη κατά τρόπο που είναι κάτω από το επίπεδο του εδάφους. Το βάθος της είναι περίπου 4 - 5 μέτρα. Εσωτερικά καλυπτόταν από μαύρο πλαστικό. 77.8 Περιμετρικά της δεξαμενής υπήρχε περίφραξη αποτελούμενη από μεταλλικό πλέγμα (τέλι) η οποία είναι ψηλή και στερεή. 77.9 Στο υποστατικό καλλιεργούνταν και συλλέγονταν φθαρτά. Μετά τη συγκομιδή τους πλένονταν στο υποστατικό και τοποθετούνταν σε χάρτινες κούτες. 77.10 Σε ένα σημείο της περιμέτρου της δεξαμενής υπήρχε είσοδος και αντί συρμάτινο πλέγμα ήταν κλειστή με ξύλα και παλέτες. Η είσοδος έκλεινε με συρματόσχοινο. 77.11 Ο Αποβιώσας μαζί με τον ΜΚ2 και άλλον ένα συνάδελφο τους αφαίρεσαν το σύρμα με το οποίο έκλεινε η είσοδος και πέτυχαν να εισέλθουν στη δεξαμενή. 77.12 Τα πρόσωπα τα οποία εισήλθαν στη δεξαμενή δεν είχαν οδηγίες από τον εργοδότη τους να το πράξουν. 77.13 Τα ξύλα με τα οποία έκλεινε η είσοδος της δεξαμενής αφαιρέθηκαν ούτως ώστε να μπορέσει να ανασυρθεί ο Αποβιώσας από τη δεξαμενή και παρέμειναν πεσμένα στο έδαφος όταν η ΜΚ1 επιθεώρησε το χώρο και έλαβε φωτογραφίες της δεξαμενής. 77.14 Όσον αφορά τη γνωστοποίηση του ατυχήματος, το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας ενημερώθηκε από την Αστυνομία την ίδια ημέρα σε σχέση με το ατύχημα, ωστόσο δεν κατατέθηκε δεόντως συμπληρωμένο έντυπο γνωστοποίησης ατυχήματος εντός 15 ημερών από το ατύχημα. Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Συστατικά στοιχεία των υπό κρίση αδικημάτων
  8. Βάσει του άρθρου 2Α του Νόμου, αυτός έχει ως αντικειμενικό σκοπό την εφαρμογή μέτρων για την προαγωγή της ασφάλειας και της υγείας των προσώπων στην εργασία καθώς και άλλων προσώπων που μπορεί να επηρεαστούν από τις δραστηριότητες στην εργασία. Για το σκοπό αυτό, ο Νόμος περιέχει γενικές αρχές σχετικά με την πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων, την προστασία της ασφάλειας και της υγείας, την εξάλειψη των συντελεστών κινδύνου των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών, την πρόληψη σοβαρών ατυχημάτων και τον περιορισμό των συνεπειών τέτοιων ατυχημάτων, την ενημέρωση, τη διαβούλευση, την ισόρροπη συμμετοχή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Νόμου, την κατάρτιση ή εκπαίδευση των εργοδοτουμένων και των αντιπροσώπων τους, καθώς και τους κανόνες για την εφαρμογή των γενικών αυτών αρχών.
  9. Με βάση το άρθρο 3 του Νόμου αυτός εφαρμόζεται σε χώρους εργασίας, υποστατικά, επιχειρήσεις, εγκαταστάσεις όπως, μεταξύ άλλων, γεωργικές και εν πάση περιπτώσει σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση όπου διεξάγεται επιχείρηση ή άλλη δραστηριότητα για σκοπούς κέρδους. 1η κατηγορία
  10. Σύμφωνα με το άρθρο 13
(5)του Νόμου με πλαγιότιτλο «γενικές υποχρεώσεις εργοδοτών»: «κάθε εργοδότης οφείλει να διευθύνει την επιχείρησή του και/ή να διεξάγει τις δραστηριότητές του κατά τέτοιο τρόπο και παρέχοντας τέτοιες πληροφορίες, ώστε να διασφαλίζει σε βαθμό ευλόγως εφικτό ότι άλλα πρόσωπα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, τα οποία δυνατόν να επηρεαστούν από τις δραστηριότητες της επιχείρησής του δεν εκτίθενται σε κίνδυνο.»
  1. Ο όρος «άλλα πρόσωπα» ερμηνεύεται στο Νόμο ως ακολούθως: «άλλα πρόσωπα σημαίνει εκείνα τα πρόσωπα που βρίσκονται σε χώρο εργασίας, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο ‟εργασίαˮ από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, τα οποία όμως δεν συνιστούν πρόσωπα τα οποία παρέχουν εργασία ως εργοδοτούμενοι, αυτοεργοδοτούμενοι ή εξωτερικοί εργάτες, αλλά δεν περιλαμβάνει πρόσωπα τα οποία βρίσκονται στον χώρο ή πλησίον του χώρου του υποστατικού, της επιχείρησης ή/και της εγκατάστασης όπου παρέχεται εργασία για σκοπούς αναψυχής, άθλησης, εστίασης, συμμετοχής σε πολιτιστική δραστηριότητα ή εν γένει για σκοπούς ερασιτεχνικής δραστηριότητας∙»
  2. Περαιτέρω, το εδάφιο
(18)του άρθρου 13 προνοεί ως ακολούθως: «Κάθε εργοδότης οφείλει να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την οργάνωση, διεύθυνση και έλεγχο της επιχείρησης και των δραστηριοτήτων του κατά τρόπο κατάλληλο, συστηματικό και επαρκή, ώστε να διασφαλίζει την προστασία από τους κινδύνους οποιουδήποτε προσώπου στην εργασία που δυνατόν να προκληθούν από τις δραστηριότητές του.» 91. Το άρθρο 53
(1)καθιστά ποινικό αδίκημα την παράλειψη συμμόρφωσης με οποιαδήποτε εκ των υποχρεώσεων οι οποίες τίθενται από το Νόμο και τους Κανονισμούς οι οποίοι εκδίδονται δυνάμει αυτού: «Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, οποιοδήποτε πρόσωπο στο οποίο επιβάλλονται υποχρεώσεις με βάση τον παρόντα Νόμο ή τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού παραλείπει να συμμορφωθεί με αυτές, είvαι έvoχo αδικήματoς και υπoκείται σε πρόστιμo πoυ δεv υπερβαίvει τις ογδόντα χιλιάδες ευρώ ή σε φυλάκιση πoυ δεv θα υπερβαίvει τα τέσσερα χρόνια ή και στις δύo αυτές πoιvές.
  1. Οι διατάξεις του Νόμου περιγράφουν το αποτέλεσμα το οποίο επιδιώκεται ήτοι την διασφάλιση της ασφάλειας, υγείας και ευημερίας στην εργασία των εργοδοτουμένων. Οι υποχρεώσεις αυτές δεν είναι απόλυτες αλλά υπό την αίρεση του «πρακτικώς εφικτού», υπό την έννοια ότι ο εργοδότης μπορεί να απαλλαχθεί από την ποινική ευθύνη εάν αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι έπραξε ότι ήταν πρακτικά εφικτό για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του (R. v. Chargot Ltd (t/a Contract Services) and ors [2009] 2 All ER 645).
  2. Όπως αναφέρθηκε από τον Λόρδο Hope στην R v. Chargot, ανωτέρω, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει μόνο ότι το αποτέλεσμα των διατάξεων του Νόμου ήτοι η διασφάλιση ασφάλειας και υγείας δεν επιτεύχθηκε. Όταν το πετύχει αυτό η Κατηγορούσα Αρχή, το βάρος μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου να αποδείξει ότι έπραξε αυτό το οποίο ήταν ευλόγως / πρακτικώς εφικτό για να συμμορφωθεί με το Νόμο: "For these reasons I would reject Mr Lissack's primary submission that ss 2
(1)and 3
(1)require the prosecution to identify and prove the acts and omissions by which it is alleged that there was a breach of the duty to achieve or prevent the result that they describe. What the prosecution must prove is that the result that those provisions describe was not achieved or prevented. Once that is done a prima facie case of breach is established. The onus then passes to the defendant to make good the defence which s 40 provides on grounds of reasonable practicability." 94. Σημειώνω ότι το άρθρο 13
(5)του Νόμου, το λεκτικό του οποίου παρατίθεται ανωτέρω, θέτει ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος τη διεύθυνση της επιχείρησης από τον εργοδότη κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται σε βαθμό ευλόγως εφικτό ότι άλλα πρόσωπα που επηρεάζονται από τις δραστηριότητες του δεν τίθενται σε κίνδυνο. Με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το άρθρο 13
(5)θα μπορούσε να λεχθεί ότι το βάρος για την απόδειξη ότι ο εργοδότης δεν διασφάλισε στο μέτρο του ευλόγως εφικτού ότι οι δραστηριότητες του δεν θέτουν άλλα πρόσωπα σε κίνδυνο φαίνεται να τίθεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής. Ωστόσο, στο άρθρο 54 του Νόμου καθίσταται φανερό ότι σε διαδικασία για αδίκημα σε σχέση με παράβαση «οποιωνδήποτε διατάξεων του παρόντος Νόμου, το οποίο συνίσταται σε παράλειψη προσώπου να συμμορφωθεί με υποχρέωση ή με απαίτηση για εκτέλεση καθήκοντος καθόσo η συμμόρφωση αυτή είvαι πρακτικώς εφικτή ή είvαι ευλόγως εφικτή, απoτελεί ευθύvη τoυ κατηγoρoύμεvoυ vα απoδείξει ότι δεv ήταv πρακτικώς εφικτό ή δεv ήταv ευλόγως εφικτό vα πράξει περισσότερα από όσα έπραξε για εκπλήρωση της υπoχρέωσης ή της απαίτησης πoυ τέθηκαv σ' αυτόv.» 95. Στην υπόθεση Mass Pack Trading Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας Πάφου
(1996)2 Α.Α.Δ. 142, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου): «Κάθε εργοδότης πρέπει να διατηρεί συνεχή έλεγχο και επιτήρηση της πιστής εφαρμογής των κανονισμών ασφαλείας. Το καθήκον συντήρησης των προστατευτικών μέτρων στις οικοδομικές εργασίες είναι απόλυτο. Η υποχρέωση για διατήρηση των μέτρων ασφάλειας και η συντήρησή τους δεν είναι μόνο απόλυτη αλλά και διαρκής (Εταιρεία Γενικών Κατασκευών Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Λεμεσού
(1989)2 Α.Α.Δ. 51, Επαρχιακός Λειτουργός Εργασίας Πάφου ν. Κώστα Κυριάκου και Υιού Λτδ και Άλλου,
(1995)2 Α.Α.Δ.
  1. Η μέριμνα για διασφάλιση της συμμόρφωσης με τους κανονισμούς ασφαλείας αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των εργοδοτών που είναι και οι μόνοι που έχουν τον έλεγχο των συνθηκών εργασίας. Η πιθανή συντρέχουσα αμέλεια του Μ.Κ.1 δυνατόν να σχετίζεται με τον καταμερισμό της ευθύνης σε πολιτική υπόθεση, δεν επηρεάζει όμως την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων για την παράλειψή τους να φροντίσουν όπως ο συγκεκριμένος εργάτης απασχολείται σε δάπεδο εργασίας που διέθετε μέσα προστασίας»
  2. Επιπρόσθετα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λατομεία Φαρμακάς Λτδ
(2004)2 Α.Α.Δ. 573, στη σελ. 580, αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «η ευθύνη για λήψη μέτρων συμμόρφωσης με τις επιταγές ενός Νόμου ο οποίος ρυθμίζει θέματα ασφάλειας στους τόπους εργασίας βαρύνει αποκλειστικά τους εργοδότες [.] σε μια εποχή που οι εργασίες διεξάγονται κυρίως με μηχανήματα με προφανή σκοπό την αύξηση της πραγωγικότητας προβάλλει πιο επιτακτική η υποχρέωση των εργοδοτών για διατήρηση συνθηκών πλήρους ασφάλειας στους τόπους εργασίας. Οι εργαζόμενοι δικαιούνται μετά τον κάματο της ημέρας να επιστρέφουν στις οικογένειες τους αρτιμελείς και υγιείς. Δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε χαλάρωση αυτής της υποχρέωσης των εργοδοτών. Παράλειψη τήρησης της θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα». 97. Στην Γενικός Eισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. P Pastellis Engineering Works Ltd και Άλλου
(2001)2 ΑΑΔ 90 λέχθηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Κάθε εργοδότης οφείλει να διατηρεί συνεχή έλεγχο και επιτήρηση της πιστής εφαρμογής των Κανονισμών Ασφαλείας. Αφού αυτός είναι και ο μόνος που έχει τον έλεγχο του χώρου εργασίας, αντίθετα με τους εργοδοτούμενους που δεν έχουν εκλογή όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας τους, η ανάγκη προστασίας της ζωής, σωματικής ακεραιότητας και υγείας των εργαζομένων είναι αυταπόδεικτη.»
  1. Περαιτέρω, σε σχέση με το ζήτημα της παράβασης από τον εργοδοτούμενο των οδηγιών του εργοδότη, όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Mass Pack Trading Ltd (ανωτέρω): «Ακόμα και αν είχε αποδειχθεί ο ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι ο Μ.Κ.1 απειθαρχώντας στις οδηγίες των εργοδοτών του αποφάσισε να εργαστεί από τη συγκεκριμένη εξέδρα εκθέτοντας έτσι τον εαυτό του σε κίνδυνο, κάτι τέτοιο δεν θα αποτελούσε υπεράσπιση. Έχει λεχθεί ότι ακόμα και όταν οι εργαζόμενοι αφαιρούν μετά την τοποθέτησή τους τα προφυλακτικά μέτρα, η ευθύνη του εργοδότη δεν μειώνεται γιατί η συνεχής παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας αποτελεί αποκλειστικά δική του ευθύνη. Κάθε εργοδότης πρέπει να διατηρεί συνεχή έλεγχο και επιτήρηση της πιστής εφαρμογής των κανονισμών ασφαλείας.»
  2. Και στην υπόθεση Evpalia Trading Ltd v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 162, στις σελ. 166 - 167 αναφέρθηκε ότι: «.και αν ακόμη ο παθών ενήργησε κατά παράβαση της εκπαίδευσης και των οδηγιών που είχε, οι εφεσείοντες δεν απαλλάσσονταν της ποινικής ευθύνης - (βλ. Mass Pack Trading Ltd ν. Επ. Λειτ. Εργ. Πάφου
(1996)2 Α.Α.Δ. 142). Η ευθύνη τους δε μειώνεται, γιατί η συνεχής παροχή ασφαλούς συστήματος εργασίας τους βαρύνει αποκλειστικά.»
  1. Τα αδικήματα που καθιερώνονται από το Νόμο και τους δυνάμει αυτού Κανονισμούς είναι αυστηρής ευθύνης. Από το λεκτικό των σχετικών νομοθετικών διατάξεων προκύπτει πως αυτά συντελούνται με την εκδήλωση της αξιόποινης συμπεριφοράς, χωρίς να απαιτείται η συνδρομή της ένοχης διάνοιας (mens rea) του κατηγορουμένου.
  2. Ωστόσο, η ευθύνη του εργοδότη δεν είναι απόλυτη υπό την έννοια ότι παρέχεται σε αυτόν από το Νόμο υπεράσπιση η οποία εάν υφίσταται απαλλάσσει τον εργοδότη από την ευθύνη. Η επιφύλαξη του άρθρου 13
(1)του Νόμου καθώς και το άρθρο 54 διαλαμβάνουν τα εξής: «13.-
(1)Κάθε εργoδότης πρέπει vα διασφαλίζει τηv ασφάλεια, υγεία και ευημερία στηv εργασία όλωv τωv εργoδoτoυμέvωv τoυ: Νοείται ότι, ο εργοδότης απαλλάσσεται από την ευθύνη για συμβάντα οφειλόμενα σε ανώμαλες και/ή απρόβλεπτες συνθήκες που εκφεύγουν του ελέγχου του και/ή σε έκτακτα γεγονότα οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί παρ' όλη την επιδειχθείσα επιμέλεια.» «
  1. Σε oπoιεσδήπoτε διαδικασίες για αδίκημα πoυ διαπράττεται κατά παράβαση oπoιωvδήπoτε διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ, τo oπoίo συvίσταται σε παράλειψη πρoσώπoυ vα συμμoρφωθεί με υπoχρέωση ή με απαίτηση για εκτέλεση καθήκovτoς, καθόσo η συμμόρφωση αυτή είvαι πρακτικώς εφικτή ή είvαι ευλόγως εφικτή, απoτελεί ευθύvη τoυ κατηγoρoύμεvoυ vα απoδείξει ότι δεv ήταv πρακτικώς εφικτό ή δεv ήταv ευλόγως εφικτό vα πράξει περισσότερα από όσα έπραξε για εκπλήρωση της υπoχρέωσης ή της απαίτησης πoυ τέθηκαv σ' αυτόv.»
  2. Τα όσα η επιφύλαξη του Άρθρου 13
(1)καθώς και το Άρθρο 54 προνοούν συνιστούν υπερασπίσεις. Εάν αποδειχθεί η παράβαση, ο κατηγορούμενος δύναται να ισχυριστεί, ανάλογα με την περίπτωση, ότι υπήρξαν ανωμαλίες ή απρόβλεπτες συνθήκες ή έκτακτα περιστατικά, τα οποία τον εμπόδισαν να συμμορφωθεί με τις εκ του νόμου απορρέουσες υποχρεώσεις του ή ότι δεν ήταν πρακτικώς εφικτό και ούτε ευλόγως εφικτό να πράξει περισσότερα από όσα έπραξε για να εκπληρώσει τις νόμιμες υποχρεώσεις του. Εφόσον, λοιπόν, αποδείξει, επί τη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τη συνδρομή των σχετικών γεγονότων, τότε αίρεται ο κατ' αρχήν αξιόποινος χαρακτήρας των πράξεων ή παραλείψεών του. 103. Στην απόφαση ΛΙΓΓΗΣ v. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Ποινικές Εφέσεις Αρ. 48/2011 και 49/2011, 30.09.2014, επισημάνθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με την υπεράσπιση που έχει στη διάθεση του ο εργοδότης: «Η πιο πάνω υπεράσπιση αποτελεί, απλώς, επιβεβαίωση ότι η εν λόγω ευθύνη του εργοδότη δεν είναι απόλυτη και ότι αυτός μπορεί να απαλλαγεί από αυτήν, αν αποδείξει ότι έλαβε όλα τα ευλόγως εφικτά μέτρα για αποτροπή του κινδύνου. Η συμπερίληψή της, όμως, στο Νόμο δεν αναιρεί κατά το ελάχιστο τον, κατά τα άλλα, αποκλειστικό χαρακτήρα της ευθύνης του εργοδότη για λήψη τέτοιων μέτρων, όπως αυτή προκύπτει, σαφώς, από τη διατύπωση του άρθρου 13
(5), (βλ. Reg. v. British Steel Plc. (C.A.)
(1995)1 W.L.R. 1356). Επομένως, με δεδομένο ότι η εν λόγω ευθύνη τίθεται αποκλειστικά στον εργοδότη, δεν είναι επιτρεπτή η ανάθεσή της από αυτό σε άλλο πρόσωπο, όπως, για παράδειγμα, σε έναν ανεξάρτητο εργολάβο, οπότε θα καθίστατο η απόδοσή της σε έναν εκ των δύο θέμα διαπίστωσης της ύπαρξης ή μη εκ προστήσεως ευθύνης. ΄Οπως εξηγείται στην υπόθεση R v Associated Octel Ltd, ανωτέρω, το δόγμα της εκ προστήσεως ευθύνης είναι αδιάφορο προς τις αυστηρές πρόνοιες της ανάλογης του άρθρου 13
(5)αγγλικής πρόνοιας, ανωτέρω. Το ίδιο, βέβαια, ισχύει και στην περίπτωση του άρθρου 13
(5). Η εκπλήρωση δε από τον εργοδότη της ευθύνης που του εναποθέτει το πιο πάνω άρθρο, λόγω της ανάθεσης από αυτόν της επί μέρους εργασίας σε ανεξάρτητο εργολάβο, ελέγχεται μέσα από τους όρους της σχετικής μεταξύ τους συμφωνίας. Αυτό είναι αναγκαίο, προκειμένου να διαπιστώνεται κατά πόσο είχε γίνει πρόνοια από τον εργοδότη, ώστε να λαμβάνονταν από τον εργολάβο ευλόγως εφικτά μέτρα, για να διασφαλιζόταν ότι δε θα εκτίθεντο σε κίνδυνο μη εργοδοτούμενα από τον εργοδότη πρόσωπα.» 104. Ο όρος «πρακτικώς εφικτό» ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Βαρνάβας Νικολάου & Υιοί Λτδ ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 261 ως ακολούθως: «Ο όρος σημαίνει εκείνο που μπορεί να γίνει στην πράξη ανεξάρτητα από το κατά πόσο αυτό είναι δύσκολο ή άβολο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Παράγοντες όπως πιθανές δυσκολίες ή το ύψος της δαπάνης σε σύγκριση με το μέγεθος του κινδύνου που υπάρχει, οι οποίοι θ' αποκτούσαν σημασία αν το ζητούμενο ήταν τί είναι εύλογα πρακτικώς εφικτό που είναι όρος στενότερος, δεν διαδραματίζουν ρόλο. Όμως το πρακτικώς εφικτό δεν εξομοιώνεται με το φυσικώς αδύνατο. Το κατά πόσο κάποιο μέτρο είναι πρακτικώς εφικτό κρίνεται κάτω από το φως των σύγχρονων γνώσεων και εφευρέσεων. Έχει εξηγηθεί πως δεν μπορεί να θεωρηθεί πρακτικώς εφικτό να παίρνονται προφυλάξεις για αντιμετώπιση κινδύνων, η γνώση της ύπαρξης των οποίων είναι αδύνατη ή να υιοθετούνται μέτρα που δεν έχουν εφευρεθεί ακόμα και ότι η έννοια του όρου πρακτικώς εφικτό εμπεριέχει κάποιο βαθμό λογικής και κάποια σχέση με την πρακτική.... Είναι φανερό ότι η συνάρτηση αυτή περιορίζει το απόλυτο του καθήκοντος. Το τί είναι πρακτικώς εφικτό πρέπει να προσδιορίζεται όχι κατ' απομόνωση αλλά σε συσχετισμό και με την εργασία που γίνεται».
  1. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι το τι δύναται να θεωρηθεί υπό τις περιστάσεις «πρακτικώς εφικτό ή ευλόγως εφικτό» είναι θέμα πραγματικό και αποφασίζεται με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Θα μπορούσε όμως να λεχθεί ότι όσο πιο προβλέψιμος και λογικά αναμενόμενος είναι ο κίνδυνος, τόσο πιο αυξημένο είναι και το καθήκον του εργοδότη να μεριμνήσει για την ασφάλεια των επηρεαζόμενων προσώπων.
  2. Παρόμοια γραμμή έχει υιοθετηθεί και από τη νομολογία στην Αγγλία. Σχετική είναι η παράγραφος Α6.20 στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2024 όπου αναλύεται ο όρος "so far as reasonably practicable" δηλαδή το «πρακτικώς εφικτό». Αναφέρεται ότι αν ο κίνδυνος είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να προβλεφθεί τότε δεν αναμένεται από τον εργοδότη να λάβει μέτρα για την αποτροπή του. Ο Νόμος δεν αποσκοπεί στο να δημιουργήσει ένα περιβάλλον εργασίας πλήρως απαλλαγμένο από κινδύνους αλλά να περιορίσει στο μέτρο του εφικτού το ρίσκο της έκθεσης των εργοδοτουμένων σε κινδύνους οι οποίοι θεωρούνται ουσιώδεις και μπορούν να προβλεφθούν: "If the event was wholly unknown or unexpected, it would be unreasonable to require the accused to take measures against it and thus the defence could pertain (Austin Rover Group Ltd v Inspector of Factories [1990] 1 AC 619). Latham LJ in HTM Ltd [2006] EWCA Crim 1156 stated (at [22]): 'Foreseeability is merely a tool with which to assess the likelihood of a risk eventuating. It is not a means of permitting a defendant to bring concepts of fault appropriate to civil proceedings into the equation by the back door.' From a string of cases concerning the Health and Safety at Work etc. Act 1974, the following principles can be gleaned: health and safety offences are concerned primarily with exposure to risk; the law does not aim to create an environment which is risk-free, only one in which there is no material (as opposed to trivial, fanciful or hypothetical) risk to health and safety, i.e. risks 'which any reasonable person would appreciate and take steps to guard against' (per Lord Hope in Chargot Ltd (t/a Contract Services) [2008] UKHL 73, at [27]). This has an impact on whether there was a risk of harm at all, and on whether a defence of guarding against a risk so far as reasonably practicable had been raised or discharged; foreseeability of danger (and thus risk) is relevant to the question whether a risk to safety exists; but the principal relevance of foreseeability is to the defence of whether all reasonable precautions have been taken (Tangerine Confectionery Ltd [2011] EWCA Crim 2015, at [36]; Porter [2008] EWCA Crim 1271; EGS Ltd [2009] EWCA Crim 1942). An example is found in Squibb Group Ltd [2019] EWCA Crim 227, where a sub-contractor who was engaged to refurbish a school obtained an inadequate survey which failed to identify the widespread presence of asbestos before demolition occurred. Even though it scheduled the demolition in the school holidays and bagged up and removed rubble via fire escapes, it had not acted to avoid the risk posed by asbestos so far as reasonably practicable and was properly found guilty at trial. In Baker v Quantum Group Ltd [2011] UKSC 17, the Supreme Court, in a civil case relating to the Factories Act 1961, considered that compliance with acceptable standards at the time or 'recognized and established practice' was relevant to the issue of negligence. This reasoning was followed in the criminal case of Tangerine Confectionery."
  3. Παραθέτω επίσης σχετικό απόσπασμα από το σύγγραμμα Redgrave's Health and Safety, παρ. 3.17, στο οποίο αναλύεται το αγγλικό Health and Safety at Work Act 1974 του οποίου οι πρόνοιες είναι παρόμοιες με αυτές του Νόμου: "Section 2, in common with ss 3-4, creates an absolute duty subject only to the qualification by reference to what is reasonably practicable: see R v British Steel plc [1995] 1 WLR 1356, CA (a case on s 3) and R v Gateway Food Markets [1997] IRLR 189, CA. Proof of harm is not necessary and a risk of harm—a possibility of danger—is sufficient: see R v Board of Trustees of Science Museum [1993] 3 All ER 853, CA. It matters not if the risk arises out of an employee's carelessness or foolishness: Wilcox v Survey Roofing Group Ltd [2016] EWHC 868 (Admin)), [2016] All ER (D) 119 (Apr). Thus it is sufficient for the prosecution to prove that the result required by the section has not been achieved or prevented, without specifying precise obligations which had been breached. Once such a prima facie breach has been established, the onus passes to the defendant under HSWA 1974, s 40 to establish that it had done everything reasonably practicable to prevent the risk: see R v Chargot Ltd [2008] UKHL 73, [2009] ICR 263 per Lord Hope at [21]. [...] For an illustration of the strict nature of the duty in the section, see Pope v Gould (HM Inspector of Health and Safety) [1996] Lexis Citation 1093, QBD: held that it was not sufficient for instructions of a health and safety nature merely to be given to employees; an employer must also ensure that those instructions are carried out. In Balmoral Group Ltd v HM Advocate 1996 SLT 1230, HCJ, the court held that the appropriate test in relation to this section did not depend on the assessment of the apportionment of blame as between the employers and any independent contractors, although considerations of blame are relevant when assessing the level of fine. The general duty to ensure the safety of the employer's own workforce may involve giving information and instructions to persons not in its employment, and supervising their system of work, if the employer might otherwise endanger its own employees: R v Swan Hunter Shipbuilders Ltd [1982] 1 All ER 264 (shipbuilders gave instructions to own employees for safe use of oxygen equipment but gave no instruction to employees of sub-contractors). 2η κατηγορία
  4. Με βάση το άρθρο 13 του Νόμου ο εργοδότης στο πλαίσιο της διασφάλισης της ασφάλειας, υγείας και ευημερίας στην εργασία των εργοδοτουμένων του θα πρέπει να ακολουθεί και τις γενικές αρχές πρόληψης περιλαμβανομένων της αποφυγής των κινδύνων, της εκτίμησης των κινδύνων που μπορούν να αποφευχθούν, την καταπολέμηση των κινδύνων στην πηγή τους και την παροχή κατάλληλων οδηγιών στα πρόσωπα στην εργασία.
  5. Στον Κανονισμό Διαχείρισης Θεμάτων Α&Υ, Κανονισμός 4, εδάφια
(1)και
(2)διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: «4.
(1)Ο εργοδότης οφείλει, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των δραστηριοτήτων του υποστατικού, της επιχείρησης ή/και της εγκατάστασης του— (α) Να εκτιμά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία των εργοδοτουμένων του, μεταξύ άλλων, κατά την επιλογή των εξοπλισμών εργασίας, των χρησιμοποιούμενων χημικών ουσιών ή παρασκευασμάτων, κατά τη διαρρύθμιση ή και καταλληλότητα των χώρων εργασίας, (β) Μετά την εκτίμηση αυτή, και όπου είναι αναγκαίο, οι δραστηριότητες πρόληψης και οι μέθοδοι εργασίας και παραγωγής που εφαρμόζονται από τον εργοδότη πρέπει— (i) Να εξασφαλίζουν βελτίωση του επιπέδου προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργοδοτουμένων (ii) να ενσωματώνονται στο σύνολο των δραστηριοτήτων του υποστατικού, της επιχείρησης ή/και της εγκατάστασης και σε όλα τα επίπεδα ιεραρχίας.
(2)Ο εργοδότης οφείλει— (α) Να έχει στη διάθεση του μια γραπτή εκτίμηση— (
  1. i)Των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία των εργοδοτουμένων του, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των κινδύνων που αφορούν ομάδες εργοδοτουμένων που εκτίθενται σε ιδιαίτερους κινδύνους· και (
  2. ii)των κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία προσώπων που δεν εργοδοτούνται από αυτόν και οι οποίοι δημιουργούνται από ή σε σχέση με τον τρόπο που διεξάγει τις δραστηριότητες του ή διευθύνει την επιχείρηση του. (β) Με βάση την πιο πάνω γραπτή εκτίμηση ο εργοδότης οφείλει να καθορίζει τα προληπτικά και προστατευτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν και, αν χρειαστεί, το υλικό ή τον εξοπλισμό προστασίας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί.» 3η κατηγορία 110. Ο Κανονισμός Γνωστοποίησης κανονισμός 4
(3)(β) ως έχει τροποποιηθεί από τους Τροποποιητικούς Κανονισμούς του 2017 (ΚΔΠ 319/2017) προνοεί τα ακόλουθα (οι τροποποιήσεις φαίνονται πιο κάτω με τη διαγραφή των φράσεων που αντικαταστάθηκαν και με έμφαση στις φράσεις οι οποίες προστέθηκαν): «Όταν συμβεί οποιοδήποτε ατύχημα το οποίο προκαλεί απώλεια ζωής σε τρίτο πρόσωπο ή βλάβη η οποία συνεπάγεται περίθαλψη του προσώπου αυτού από ιατρό ή περίθαλψη σε δημόσιο ή ιδιωτικό Νοσοκομείο ή κλινική ως εσωτερικού ή εξωτερικού ασθενή πρόσωπο που βρίσκεται εκτός εργασίας τότε το υπεύθυνο πρόσωπο πρέπει: (α) να πληροφορήσει αμέσως το Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας της Επαρχίας όπου συνέβηκε το ατύχημα με τον πιο γρήγορο πρακτικό τρόπο, και (β) εντός δεκαπέντε
(15)ημέρων από την ημερομηνία του ατυχήματος να αποστείλει στο Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας της Επαρχίας όπου συνέβηκε το ατύχημα γραπτή γνωστοποίηση του ατυχήματος υποβάλλοντας κατάλληλα και πλήρως συμπληρωμένο με όσα στοιχεία είναι εύλογα εφικτό να συλλέξει το εγκεκριμένο έντυπο γνωστοποίησης ατυχήματος.»
  1. Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα το υπεύθυνο πρόσωπο (πρόσωπο το οποίο έχει τον έλεγχο του χώρου εργασίας ή του υποστατικού όπου συνέβηκε το ατύχημα) θα πρέπει όχι μόνο να πληροφορήσει αμέσως το επαρχιακό γραφείο για το ατύχημα, αλλά και να υποβάλει γραπτή γνωστοποίηση του ατυχήματος με το εγκεκριμένο έντυπο. Ε. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
  2. Αφού παρατέθηκε και αναλύθηκε προηγουμένως η νομική πτυχή της υπόθεσης επανέρχομαι τώρα στα γεγονότα της εν προκειμένω υπόθεσης έχοντας κατά νου τα ευρήματα του Δικαστηρίου, το νομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος. Πρώτη Κατηγορία
  3. Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία, με δεδομένη και την απόρριψη της θέσης της ΜΚ1 επί του κατά πόσον λήφθηκαν επαρκή μέτρα για αποτροπή της πρόσβασης προσώπων στη δεξαμενή, δεν έχει δοθεί επαρκής μαρτυρία για την απόδειξη στο βαθμό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι δεν λήφθηκαν τα απαραίτητα ή/και επαρκή μέτρα προς αποτροπή της εισόδου των εργοδοτούμενων ή άλλων προσώπων στη δεξαμενή νερού. Αντιθέτως, έχει προσκομιστεί μαρτυρία ότι λήφθηκαν μέτρα για την αποτροπή της πρόσβασης προσώπων στη δεξαμενή.
  4. Η ΜΚ1 στην ουσία εξέφρασε την πεποίθηση της ότι δεν διασφαλίστηκε στο μέτρο του ευλόγως εφικτού ότι τα πρόσωπα τα οποία ήταν στο χώρο δεν θα εκτίθενται σε κίνδυνο. Έγινε αναφορά σε ορισμένα μέτρα τα οποία κατά τη θέση της ΜΚ1 έπρεπε να είχαν ληφθεί κατά τρόπο γενικό και αόριστο, π.χ. να κλειδώνει η είσοδος. Η ΜΚ1, ωστόσο βάσισε αυτή της την εισήγηση σε εσφαλμένη βάση, δηλαδή επί τη βάσει ότι δεν υπήρχαν καθόλου εμπόδια στο χώρο της εισόδου επειδή θεωρούσε ότι τα ξύλα και παλέτες που βρίσκονταν στο πάτωμα δεν ήταν όρθια πριν από το συμβάν. Η μαρτυρία της δε συνάδει με τα όσα ανέφερε ο ΜΚ
  5. Ο ΜΚ2 επιβεβαίωσε ότι η είσοδος ήταν κλειστή και ότι τα ξύλα και χαλάσματα τα οποία ήταν στο πάτωμα στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 1 ήταν τα υλικά τα οποία έκλειναν την είσοδο στη δεξαμενή και συνδέονταν με συρματόσχοινο το οποίο έπρεπε να αφαιρεθεί για να πετύχει κάποιος να εισέλθει στη δεξαμενή. Επίσης, δόθηκε μαρτυρία ότι τα πρόσωπα που εισήλθαν στη δεξαμενή έκοψαν ή αφαίρεσαν εν πάση περιπτώσει το συρματόσχοινο με το οποίο έκλεινε η είσοδος και στην ουσία επέμβηκα παράνομα σε αυτήν.
  6. Με βάση σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου, τα ξύλα με τα οποία έκλεινε η είσοδος της δεξαμενής αφαιρέθηκαν ούτως ώστε να μπορέσει να ανασυρθεί ο Αποβιώσας από τη δεξαμενή και παρέμειναν πεσμένα στο έδαφος όταν η ΜΚ1 επιθεώρησε το χώρο και έλαβε φωτογραφίες της δεξαμενής.
  7. Κατά τα άλλα, γύρω από τη δεξαμενή υπήρχε περίφραξη με στύλους και συρμάτινο πλέγμα η οποία με βάση την ΜΚ1 ήταν στερεή και εν πάση περιπτώσει κρίθηκε επαρκής. Επίσης δεν δόθηκε οδηγία σε εργοδοτούμενους να εισέρχονται στη δεξαμενή για τη διεξαγωγή οποιασδήποτε εργασίας και το ατύχημα έλαβε χώρα την 01.03.2020 δηλαδή την πρώτη ημέρα του Μαρτίου. Με βάση δεν την κατάθεση του Κατηγορούμενου η οποία ως προαναφέρθηκε έχει πειστική αξία εν προκειμένω, η αντλία ξεκινούσε από έξω, το φίλτρο αυτοκαθαριζόταν και η συντήρηση γινόταν από ειδικούς με εξειδικευμένα μηχανήματα ούτως ώστε να μην εισέρχονται στη δεξαμενή οι εργοδοτούμενοι.
  8. Εν ολίγοις, προσκομίστηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή μέσω του ΜΚ2 από την οποία προκύπτει πως λήφθηκαν επαρκή μέτρα για να εμποδίζονται εργοδοτούμενοι και άλλα πρόσωπα να εισέρχονται στη δεξαμενή.
  9. Περαιτέρω, θεωρώ ότι είναι σχετική η απόφαση στην Hampstead Heath Winter Swimming Club and another v Corporation of London and another [2005] LGR 481, [2005] EWHC 713 (Admin) στο πλαίσιο της οποία ερμηνεύθηκε το άρθρο 3
(1)του Αγγλικού Νόμου περί Ασφάλειας και Υγείας το οποίο είναι παρόμοιο με τη διάταξη που εφαρμόζεται εν προκειμένω κρίθηκε ότι εάν ένας ενήλικας κολυμβητής με πλήρη γνώση του ρίσκου που αναλαμβάνει επιλέξει να κολυμπήσει σε λίμνη χωρίς επιτήρηση, ο κίνδυνος στον οποίο εκτίθεται προέρχεται από τη δική του απόφαση και όχι από την διαγωγή του Corporation of London που ήταν ο εργοδότης σε εκείνη την περίπτωση (δείτε επίσης Redgrave's Health and Safety, par. 3.18: .if an adult swimmer with full knowledge of the risks involved chose to swim unsupervised in the ponds, the risks to which he or she was exposed arose from his own decision and not from the conduct of its undertaking by the Corporation of London).
  1. Δεν αποδείχθηκε στον αναγκαίο βαθμό με την απαραίτητη βεβαιότητα ότι τα μέτρα που έλαβε ο Κατηγορούμενος για την προστασία των όσων χρησιμοποιούσαν το χώρο δεν ήταν επαρκή. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου φαίνεται ότι είχαν ληφθεί μέτρα στο μέτρο του ευλόγως εφικτού ότι πρόσωπα τα οποία δεν ήταν εργοδοτούμενοι του Κατηγορούμενου αλλά τα οποία μπορούσαν να επηρεαστούν από τις δραστηριότητες του δεν θα εκτίθενται σε κίνδυνο. Έχει νομολογηθεί ότι ο εργοδότης δεν έχει την υποχρέωση να δημιουργήσει ένα χώρο εργασίας πλήρως απαλλαγμένο από κίνδυνους. Η δε εν προκειμένω κατηγορία αφορά άλλα πρόσωπα τα οποία επηρεάζονται από δραστηριότητες του εργοδότη και όχι τους εργοδοτούμενους επειδή το ατύχημα φαίνεται να έγινε εκτός ωραρίου εργασίας.
  2. Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν σε σχέση με τα μέτρα που είχαν ληφθεί, το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι λήφθηκαν ευλόγως εφικτά μέτρα για να διασφαλιστεί ότι η δεξαμενή νερού που βρισκόταν στον πιο πάνω χώρο δεν θα είναι προσβάσιμη και να μην μπορούν να εισέλθουν πρόσωπα σε αυτήν. Λόγω της περίφραξης και του ότι η είσοδος έκλεινε δεν θεωρώ ότι υπήρχε κάποιος κίνδυνος οποίος να θεωρείται ουσιώδης σε σχέση με την ασφάλεια και υγεία και που ένα λογικό πρόσωπο θα έπραττε περισσότερα για να προστατεύσει τα πρόσωπα τα οποία επηρεάζονται από τις δραστηριότητες του.
  3. Ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος, αθωώνεται και απαλλάσσεται από την πρώτη κατηγορία.
  4. Καίτοι παρέλκει η ενασχόληση με τα ζητήματα αιτιώδους συνάφειας και ελαττωματικότητας της κατηγορίας τα οποία τέθηκαν από το συνήγορο του Κατηγορούμενου δεδομένης της αθώωσης του Κατηγορούμενου σε σχέση με την πρώτη κατηγορία πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:
  5. Σε σχέση με την αιτιώδη συνάφεια το γεγονός ότι προκλήθηκε τραυματισμός ή θάνατος, αυστηρά ομιλούντες, δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας. Ως προαναφέρθηκε, ο σκοπός του Νόμου είναι η δημιουργία συνθηκών ασφαλείας έτσι ώστε να αποφεύγονται ατυχήματα στο χώρο εργασίας (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Μάριος & Μιχάλης Παύλου Εργοληπτική Εταιρεία Λτδ, Ποιν. Εφ. 183 / 2021, 25.01.2023). Αυτό το οποίο πρέπει να αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή είναι η έκθεση σε κίνδυνο των εργοδοτούμενων ή άλλων προσώπων τα οποία επηρεάζονται και όχι ότι προκλήθηκε θάνατος ή τραυματισμός.
  6. Αναφορικά με το ζήτημα της ελαττωματικότητας της κατηγορίας λόγω ασάφειας και αοριστίας της κατηγορίας, κατ' αρχάς σημειώνω ότι αυτό το ζήτημα μπορεί να εγερθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμα και κατ' έφεση (ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, Ποιν. Εφ. 89 / 2016, 16.03.2020) και συνεπώς δεν ευσταθεί η θέση του κ. Προδρόμου ότι η Υπεράσπιση δεν μπορεί σε αυτό το σημείο να το εγείρει.
  7. Εν πάση περιπτώσει, η άποψη μου είναι ότι δεν ευσταθεί κάτι τέτοιο. Η πρώτη κατηγορία αναφέρεται συγκεκριμένα σε παράλειψη λήψης μέτρων ώστε να μην υπάρχει πρόσβαση στην δεξαμενή. Δεν υπάρχει υποχρέωση να αναφέρονται στο κατηγορητήριο τα συγκεκριμένα μέτρα τα οποία ο εργοδότης όφειλε να εφαρμόσει, π.χ. «δεν είχε επαρκή περίφραξη» για να είναι σε θέση να γνωρίζει την υπόθεση που αντιμετωπίζει. Προσδιορίζεται ότι τα μέτρα τα οποία δεν έλαβε αφορούσαν την πρόσβαση στη δεξαμενή πράγμα το οποίο έγινε. Θεωρώ ότι με τον τρόπο που συντάχθηκε η πρώτη κατηγορία ο Κατηγορούμενος γνώριζε επακριβώς τι κατηγορία αντιμετώπιζε και δεν έχει τεθεί οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων άμυνας του. Η παρούσα υπόθεση διακρίνεται από τη Δημητρίου, ανωτέρω.
  8. Παραπέμπω σε σχετικό με τα πιο πάνω ζητήματα απόσπασμα στο σύγγραμμα Redgrave's Health and Safety, ενότητα 3.19 στο οποίο αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο τραυματισμός δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος και ότι η Κατηγορούσα Αρχή αυτό που πρέπει να πράξει είναι να δώσει κάποια εύλογη / δίκαιη ειδοποίηση στον Κατηγορούμενο ως προς την υπόθεση που αντιμετωπίζει : "Exposure to risk, denoting a possibility of danger, is an ingredient of the offence; resulting harm is not: see R v Board of Trustees of the Science Museum [1993] 3 All ER 853, CA and Polyflor Ltd v HSE [2014] EWCA Crim 1522, [2014] ICR 1142, [2014] All ER (D) 195 (Jul). Resulting harm is evidence of the existence of risk, but not conclusive evidence: Tangerine Confectionery Ltd and Veolia ES (UK) Ltd v R [2011] EWCA Crim 2015 at [14]-[18]. It is sufficient for the prosecution to prove that the result required by s 3 is not achieved or prevented, without specifying precise obligations which had been breached. Once that prima facie breach has been established the onus passes to the defendant under s 40 to establish that it had done everything reasonably practicable to prevent the risk: see R v Chargot Ltd [2008] UKHL 73, [2009] ICR 263 per Lord Hope at [21]. The precise cause of any accident is consequently irrelevant to whether that result has been met: R v Chargot per Lord Hope at [29]-[30]; R v EGS Ltd [2009] EWCA Crim 1942 at [28]. The judge should make plain to the jury that the issue whether harm was caused by the alleged breach is a side-issue: Tangerine Confectionery Ltd and Veolia ES (UK) Ltd v R per Hughes LJ at [17]. As a matter of prosecution practice, the test of how much detail need be given is fair notice, and it is always open to a defendant to ask for further particulars: see R v Chargot, above, per Lord Hope at para 24." Δεύτερη Κατηγορία
  9. Σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία, δηλαδή ότι ο Κατηγορούμενος παρέλειψε να διαθέσει γραπτή εκτίμηση των υφιστάμενων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και υγεία των εργοδοτουμένων και άλλων προσώπων, προσκομίστηκε μαρτυρία από την ΜΚ1 ότι δεν υπήρχε διαθέσιμη γραπτή εκτίμηση των κινδύνων, η οποία δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και συνεπώς η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη. Η υποχρέωση για καταρτισμό γραπτής εκτίμησης κινδύνων είναι απόλυτη.
  10. Η ΜΚ1 ως εμπειρογνώμονας επεξήγησε με σαφήνεια γιατί πρέπει να υπάρχει διαθέσιμη γραπτή εκτίμηση κινδύνων. Η εκτίμηση κινδύνων εντάσσεται στις γενικές αρχές πρόληψης και είναι μια μέθοδος η οποία καταπολεμά τους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία των εργοδοτουμένων καθώς και άλλων προσώπων τα οποία επηρεάζονται από τις δραστηριότητες του εργοδότη στην πηγή τους.
  11. Ως εκ τούτου, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην δεύτερη κατηγορία. Τρίτη Κατηγορία
  12. Αναφορικά με την τρίτη κατηγορία, δεν αμφισβητήθηκε από τον Κατηγορούμενο ότι δεν υποβλήθηκε το εγκεκριμένο έντυπο γραπτής γνωστοποίησης του ατυχήματος με όσα στοιχεία ήταν εύλογα εφικτό να συλλέξει το υπεύθυνο πρόσωπο. Αναφέρθηκε από την ΜΚ1 και δεν αμφισβητήθηκε ότι υπενθύμισε τον Κατηγορούμενο να υποβάλει το συμπληρωμένο έντυπο γνωστοποίησης του ατυχήματος, ωστόσο παρέλειψε να το πράξει.
  13. Με βάση τον Κανονισμό Γνωστοποίησης, κανονισμός 4
(3)(β) ως έχει τροποποιηθεί από τους Τροποποιητικούς Κανονισμούς του 2017 (ΚΔΠ 319/2017) «[ό]ταν συμβεί οποιοδήποτε ατύχημα το οποίο προκαλεί απώλεια ζωής σε πρόσωπο που βρίσκεται εκτός εργασίας τότε το υπεύθυνο πρόσωπο πρέπει: (α) να πληροφορήσει αμέσως το Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας της Επαρχίας όπου συνέβηκε το ατύχημα με τον πιο γρήγορο πρακτικό τρόπο, και (β) εντός δεκαπέντε
(15)ημέρων από την ημερομηνία του ατυχήματος να αποστείλει στο Επαρχιακό Γραφείο Επιθεώρησης Εργασίας της Επαρχίας όπου συνέβηκε το ατύχημα γραπτή γνωστοποίηση του ατυχήματος υποβάλλοντας με όσα στοιχεία είναι εύλογα εφικτό να συλλέξει το εγκεκριμένο έντυπο γνωστοποίησης ατυχήματος.»
  1. Όπως προκύπτει από το πιο πάνω απόσπασμα το υπεύθυνο πρόσωπο (πρόσωπο το οποίο έχει τον έλεγχο του χώρου εργασίας ή του υποστατικού όπου συνέβηκε το ατύχημα) θα πρέπει όχι μόνο να πληροφορήσει αμέσως το επαρχιακό γραφείο για το ατύχημα, αλλά και να υποβάλει γραπτή γνωστοποίηση του ατυχήματος με το εγκεκριμένο έντυπο. Ο Κανονισμός Γνωστοποίησης είναι ξεκάθαρος επί αυτού και η χρήση του συμπλεκτικού συνδέσμου «και» δεν αφήνει περιθώριο για διαφορετική ερμηνεία.
  2. Τα όσα ανέφερε ο κ. Ιωαννίδης σε σχέση με το κατά πόσον η συμπλήρωση του συγκεκριμένου εντύπου εμπίπτει εντός των σκοπών του Νόμου και το κατά πόσον αναμένετο από τον Κατηγορούμενο να συμπληρώσει το έντυπο αφ' ης στιγμής η Κατηγορούσα Αρχή είχε ενημερωθεί την ίδια ημέρα για το συμβάν, δεν αποτελούν υπεράσπιση στην παράλειψη του Κατηγορούμενου να συμμορφωθεί πλήρως με τις πρόνοιες του Κανονισμού Γνωστοποίησης.
  3. Οι νόμοι και οι κανονισμοί, ειδικά αυτοί οι οποίοι έχουν ως σκοπό την προστασία του κοινού περιλαμβανομένων των εργαζομένων και των προσώπων που επηρεάζονται από τις δραστηριότητες κάποιας επιχείρησης θα πρέπει να εφαρμόζονται από όλους κατά τρόπο πλήρη, κατά γράμμα και χωρίς εξαιρέσεις.
  4. Ο νομοθέτης επέλεξε να καταστήσει ποινικό αδίκημα την παράλειψη υποβολής της γραπτής γνωστοποίησης ατυχήματος στην οποία περιλαμβάνονται συγκεκριμένες πληροφορίες για σκοπούς της διερεύνησης του ατυχήματος. Σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο κρίνει ότι η γραπτή γνωστοποίηση στον συγκεκριμένο τύπο δεν είναι αναγκαία επειδή το ατύχημα γνωστοποιήθηκε προφορικά αμέσως, τότε θεωρώ πως θα παραβιαζόταν η αρχή της διάκρισης των εξουσιών καθότι θα καταργείτο η ρητή επιταγή του κανονισμού 4
(3)(β) του Κανονισμού Γνωστοποίησης.
  1. Ως εκ των προαναφερόμενων, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην τρίτη κατηγορία επί του κατηγορητηρίου. ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
  2. Υπό το φως των όσων έχουν προαναφερθεί, αποτελεί αναπόδραστη κατάληξή μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου στη δεύτερη κατηγορία την οποία στην ουσία έχει παραδεχθεί και στην τρίτη κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 2 και
  3. Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την πρώτη κατηγορία καθότι τα μέτρα οποία έλαβε για περιορισμό της πρόσβασης των εργοδοτουμένων και άλλων προσώπων στη δεξαμενή νερού ικανοποιούν το κριτήριο του ευλόγως εφικτού. Υπ. __________________ Χ. Σατσιάς, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.