← Κύπρος

ΕΙΡΗΝΗ ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ κ.α. ν. POLYS BIKES LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4277 / 2020, 4/4/2024

ΕΙΡΗΝΗ ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ κ.α. ν. POLYS BIKES LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4277 / 2020, 4/4/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Σατσιά, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4277 / 2020 Μεταξύ:

  1. ΕΙΡΗΝΗ ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
  2. ΑΝΤΩΝΗΣ ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
  3. ΡΕΒΕΚΚΑ ΘΕΟΚΛΗΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ
  4. ΤΑΣΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΗΣ ΑΥΓΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ Παραπονούμενοι και
  5. POLYS BIKES LIMITED
  6. Α.Π.
  7. Κ.Π.
  8. ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΠΟΥΜΠΟΥΡΗΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 04 Απριλίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος Μ. Γ. Φλωρίδης Για την Κατηγορούμενη: κος Σ. Παπαθεοδώρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
  9. Οι κατηγορούμενοι με βάση το κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν αριθμό κατηγοριών οι οποίες εδράζονται στον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, Κεφ. 96, ως έχει τροποποιηθεί («Κεφ. 96»). Η υπόθεση στην ουσία αφορά την ανέγερση και χρήση μιας μεταλλικής κατασκευής μεγέθους 11μ.´ 10μ. η οποία εφάπτεται του καταστήματος των Παραπονούμενων το οποίο ενοικιάζουν οι Κατηγορούμενοι.
  10. Η υπόθεση σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2 και 3 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε λόγω μη επίδοσης του κατηγορητηρίου σε αυτούς και αυτοί απαλλάχθηκαν από τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζαν στις 25.02.
  11. Συνεπώς, η υπόθεση προχώρησε μόνο εναντίον των Κατηγορούμενων 1 και
  12. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 4 κατά τη διάρκεια της ακρόασης παραδέχθηκαν τις κατηγορίες 4 και 7 και 5,6,8 και 9, αντίστοιχα, δηλαδή την κατοχή, χρήση, επιτρέπειν και ανέχεσθαι την κατοχή και επιτρέπειν και ανέχεσθαι την χρήση οικοδομής χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Ο Κατηγορούμενος 4 αρχικά είχε παραδεχθεί και την κατηγορία αρ. 3, ωστόσο άλλαξε ξανά απάντηση αφού είχε κληθεί σε απολογία και έδωσε μαρτυρία με αποτέλεσμα να δοθεί το δικαίωμα στην Κατηγορούσα Αρχή να προσκομίσει περαιτέρω μαρτυρία (το οποίο εν τέλει δεν ασκήθηκε καθότι θεωρήθηκε πως η μαρτυρία που δόθηκε κάλυπτε και την 3η κατηγορία), να κληθεί σε απολογία και σε σχέση με την κατηγορία αρ. 3 κατόπιν απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του και να υιοθετήσει την προηγούμενη μαρτυρία του (με δικαίωμα αντεξέτασης στην Κατηγορούσα Αρχή).
  13. Στην ουσία παρέμειναν οι κατηγορίες 1,2,3 και κατέστη παραδεκτό ότι η επίδικη οικοδομή δεν κατέχει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης. Η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει την 1η κατηγορία η οποία αφορά ανέγερση οικοδομής άνευ αδείας από την Αρμόδια Αρχή κατά παράβαση των άρθρων 2,3 και 20 του Κεφ.
  14. Με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος: «Οι κατηγορούμενοι 1 σε άγνωστο προς τους Παραπονούμενους χρόνο προ της 31/05/2019, στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, και επί του τεμαχίου 219, Φ./ΣΧ. 21/61, W1, Τμήμα Ε, αριθμός εγγραφής Ε387, ιδιοκτησίας των παραπονούμενων, ενώ ήσαν ενοικιαστές των καταστημάτων Α,Β και Γ στο ακίνητο αυτό, προέβησαν άνευ αδείας της Αρμόδιας Αρχής, ήτοι του ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, πρότερον ληφθείσης και χωρίς την άδεια και συγκατάθεση των παραπονούμενων στην ανέγερση οικοδομής ήτοι μεταλλικού υποστατικού διαστάσεων περίπου 11.00 μ Χ 10.00 μ η οποία εφάπτεται στο πίσω μέρος των, υπό την κατοχή και ενοικίαση των καταστημάτων Α,Β και Γ και καταλαμβάνει τους χώρους στάθμευσης 1,2,3 και 14,15 και 16 της όλης οικοδομής.»
  15. Ο Κατηγορούμενος 4, ως διευθυντής της Κατηγορούμενης 1, αντιμετωπίζει τις κατηγορίες αρ. 2 και 3 οι οποίες αφορούν επιτρέπειν την ανέγερση οικοδομής και ανέχεσθαι την ανέγερση της οικοδομής η οποία αναφέρεται στην 1η κατηγορία χωρίς άδεια από την Αρμόδια Αρχή.
  16. Η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε τρεις μάρτυρες, τους κ.κ. Αιμίλιο Τσίγκη (ΜΚ1), Κυριάκο Καπελλίδη (ΜΚ2) και Αλέκο Νικολάου (ΜΚ3) .
  17. Αφού το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του στις 23.11.2023 έκρινε ότι αποδείχθηκε επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με τους Κατηγορούμενους, τους κάλεσε σε απολογία. Οι Κατηγορούμενοι επέλεξαν να δώσουν ένορκη μαρτυρία. Για την υπεράσπιση κατέθεσε ο Κατηγορούμενος 4 (ΜΥ1) και ο Γεώργιος Κωνσταντινόπουλος (ΜΥ2).
  18. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.
  19. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υπέβαλαν στο Δικαστήριο πλήρως εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσεται σε έκταση η επιχειρηματολογία τους και γίνεται παραπομπή σε σχετικές νομικές αυθεντίες. Το Δικαστήριο ευχαριστεί τους συνήγορους για τη βοήθεια τους. Το περιεχόμενο των αγορεύσεων έχει ληφθεί υπόψη και ειδική αναφορά σε επιχειρήματα που προβάλλονται γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους. Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ I. ΜΚ1 - Αιμίλιος Τσίγκης
  20. Ο ΜΚ1 είναι Κτηματολογικός Λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης την οποία ετοίμασε (Έγγραφο Α). Η μαρτυρία του περιορίστηκε στο να αναφέρει ποιοι είναι οι ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου. Κατέθεσε επίσης αντίγραφο από το μητρώο το οποίο διατηρεί το κτηματολόγιο σε σχέση με την ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου στο οποίο φαίνεται πως ιδιοκτήτες είναι οι Παραπονούμενοι 1,2 και
  21. Ανέφερε επίσης ότι την 31.05.2019 ιδιοκτήτρια του ¼ μεριδίου ήταν η Αυγή Στεφάνου η οποία απεβίωσε. Το μερίδιο της μεταβιβάστηκε δυνάμει κληρονομικής διαδοχής στους Παραραπονούμενους 1,2 και
  22. Η μαρτυρία του σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου δεν αμφισβητήθηκε και συνεπώς καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου. II. ΜΚ2 - Κυριάκος Καπελλίδης
  23. Ο ΜΚ2 ήταν τεχνικός μηχανικός στο τεχνικό Τμήμα του Δήμου Στροβόλου μέχρι και την 30.09.
  24. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης την οποία ετοίμασε και η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Β.
  25. Κατέθεσε ως τεκμήρια διάφορα αντίγραφα εγγράφων τα οποία διατηρούνται στο φάκελο για το επίδικο ακίνητο τον οποίο διατηρεί ο Δήμος Στροβόλου, περιλαμβανομένων των αδειών οικοδομής για το ακίνητο (Τεκμήρια 2 και 3) καθώς και των διαφόρων επιστολών - καταγγελιών σε σχέση με την ανέγερση από τους Κατηγορούμενους κατ' ισχυρισμόν παράνομου υποστατικού (Τεκμήρια 4 και 5). Ως Τεκμήρια 6 και 7 κατατέθηκαν επιστολές από το Δήμο Στροβόλου προς τους Κατηγορούμενους δια των οποίων οι τελευταίοι καλούντο να κατεδαφίσουν το υποστατικό το οποίο ανήγειραν χωρίς άδεια.
  26. Ο ΜΚ2 περαιτέρω ανέφερε ότι στο πλαίσιο των καθηκόντων του προέβη σε επιθεώρηση του ακινήτου στις 19.11.2019 για να διερευνήσει το παράπονο των ιδιοκτητών του ακινήτου. Διαπίστωσε ότι στο πίσω μέρος των καταστημάτων με αρ. 84 Α, 84Β και 84Γ στο επίδικο ακίνητο οι κατηγορούμενοι ανήγειραν υποστατικό με μεταλλική κατασκευή και τσίγκους διαστάσεων 11 Χ 11μ. περίπου το οποίο εφάπτεται των καταστημάτων και καταλαμβάνει χώρο πίσω από τα καταστήματα ο οποίος με βάση τα εγκριθέντα σχέδια έπρεπε να ήταν χώρος στάθμευσης. Παρουσίασε φωτογραφίες τις οποίες έλαβε εκείνη την ημέρα (Τεκμήριο 8).
  27. Σε σχέση με την μεταλλική κατασκευή, διαπίστωσε κατόπιν μελέτης του σχετικού φακέλου ότι δεν εξασφαλίστηκε καμία άδεια οικοδομής από το Δήμο Στροβόλου, ούτε και υποβλήθηκε οποιαδήποτε αίτηση προς τούτο. Περαιτέρω, κατά το χρόνο της επίσκεψης του η παράνομη οικοδομή χρησιμοποιείτο από την Κατηγορούμενη 1 ως αποθηκευτικός χώρος και για επιδιόρθωση ποδηλάτων και μέχρι και την ημέρα κατά την οποία έδωσε μαρτυρία χρησιμοποιείτο ως τέτοια. Η οικοδομή χρησιμοποιείται και κατέχεται από την Κατηγορούμενη 1 χωρίς να εξασφαλιστεί άδεια οικοδομής και πιστοποιητικό τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή.
  28. Κατά την αντεξέταση του ο ΜΚ1 συμφώνησε ότι η αποθήκη είχε κτιστεί πολύ πριν το 2019 αλλά δεν γνώριζε πότε ακριβώς. Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι η Κατηγορούμενη 1 συστάθηκε το 2018 και συνεπώς δεν υπήρχε όταν κτίστηκε η επίδικη αποθήκη και ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν το γνωρίζει αυτό.
  29. Ο ΜΚ1 κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει ποιος έκτισε το παράνομο υποστατικό - αποθήκη - αλλά ότι ούτε και ρώτησε. Ο ΜΚ1 τόνισε επανειλημμένα ότι δεν τον ενδιέφερε και δεν ενδιαφέρει ούτε και το Δήμο Στροβόλου το πότε ή ποιος επακριβώς ανήγειρε την αποθήκη και ότι αυτό το οποίο έχει σημασία είναι πως η αποθήκη είναι παράνομη. Δόθηκε χρόνος για να εξασφαλίσουν άδεια αλλά μέχρι και σήμερα δεν έχει υποβληθεί οποιαδήποτε αίτηση.
  30. Υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ότι ήταν ένας εν των όρων που έθεσε ο τότε ενοικιαστής του ακινήτου να ανεγερθεί η αποθήκη και να εκδοθούν οι απαραίτητες άδειες. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει και ότι αυτά τα ζητήματα δεν εμπίπτουν στη γνώση του Δήμου Στροβόλου.
  31. Τέλος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι και ο Δήμος Στροβόλου άσκησε ποινική δίωξη εναντίον των ίδιων Κατηγορούμενων σε σχέση με την επίδικη αποθήκη (Υπόθεση αρ. 16405 / 2023). III. ΜΚ3 - Αλέκος Νικολάου
  32. Ο ΜΚ3 υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Γ). Είναι ειδικός πληρεξούσιος αντιπρόσωπος στην Κύπρο των Παραπονούμενων 1, 2 και 3 οι οποίοι είναι κάτοικοι εξωτερικού και είναι το πρόσωπο το οποίο διαχειρίζεται τα καταστήματα επί του ακινήτου από τότε που ανεγέρθηκε η οικοδομή από τους γονείς των Παραπονούμενων οι οποίοι απουσίαζαν στο εξωτερικό. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12 πληρεξούσιο έγγραφο σε σχέση με τη διαχείριση των καταστημάτων επί του επίδικου ακινήτου ημερομηνίας 05.01.
  33. Σε σχέση με τα καταστήματα 7 - 10 αυτά αρχικά ενοικιάστηκαν σε μια άλλη εταιρεία η οποία πωλούσε έπιπλα ενώ στη συνέχεια τα καταστήματα 8, 9 και 10 ενοικιάστηκαν προσωπικά στον Κατηγορούμενο
  34. Τον Αύγουστο του 2018 ο Κατηγορούμενος 4 του ζήτησε να καταρτιστεί νέα συμφωνία ενοικίασης στο όνομα της Κατηγορούμενης 1 πράγμα το οποίο και αποδέχθηκε ο ΜΚ
  35. Το χειμώνα του 2019 οι ενοικιαστές των διπλανών καταστημάτων τα οποία εφάπτονται των καταστημάτων τα οποία ενοικιάζει η Κατηγορούμενη 1 παραπονέθηκαν για υγρασίες στην οροφή τους και για το ότι έσταζαν νερά από τη οροφή και ο ΜΚ3 μετέβηκε στο ακίνητο για να δει το πρόβλημα. Όταν ανέβηκε στην οροφή διαπίστωσε πως οι Κατηγορούμενοι σε άγνωστο προς αυτόν χρόνο προέβησαν στην ανέγερση στο πίσω μέρος των τριών καταστημάτων μεταλλικού υποστατικού μεγάλων διαστάσεων το οποίο ήταν ενωμένο με τα καταστήματα και το οποίο καταλάμβανε μέρος του χώρου στάθμευσης. Το μεταλλικό αυτό υποστατικό ανεγέρθηκε κατά τον ΜΚ3 χωρίς την συγκατάθεση των ιδιοκτητών και δημιουργούσε προβλήματα υγρασίας καθότι λόγω της ανέγερσης του ακυρώθηκαν οι υδρορροές.
  36. Ο ΜΚ3 ακολούθως αναφέρει ότι συνομίλησε με τον Κατηγορούμενο 4 και του ζήτησε εξηγήσεις. Περαιτέρω, τον κάλεσε να κατεδαφίσει την οικοδομή καθότι ήταν παράνομη και δημιουργούσε προβλήματα, τόσο στους υπόλοιπους ενοικιαστές οι οποίοι ήθελαν να αξιοποιήσουν το ακίνητο με το διαχωρισμό οικοπέδων. Ο Κατηγορούμενος 4, κατά τον ΜΚ3, αρχικά αρνήθηκε πως η οικοδομή ήταν δική του και ότι την έκτισε ο ίδιος, και ο ΜΚ3 του ανέφερε πως αφού δεν είναι δικό του θα έρθει με μια μπουλντόζα να το κατεδαφίσει. Τότε, ο Κατηγορούμενος 4 του απάντησε «μα είσαι πελλός έχω μέσα πράγματα αξίας €100,000» .
  37. Όταν διαπίστωσε πως οι Κατηγορούμενοι δεν είχαν πρόθεση να κατεδαφίσουν την παράνομη οικοδομή, έδωσε οδηγίες για λήψη νομικών μέτρων κατόπιν οδηγιών των ιδιοκτητών του ακινήτου. Περαιτέρω, δια μέσου δικηγόρων κατήγγειλε τους Κατηγορούμενους στο Δήμο Στροβόλου.
  38. Ανέφερε ότι για την επιδιόρθωση της μόνωσης στην οροφή και για δημιουργία υδρορροής δαπανήθηκαν αρκετές χιλιάδες ευρώ.
  39. Κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορούμενων, ο ΜΚ3 επανέλαβε ότι διαχειρίζεται το ακίνητο από το 1999 και ότι μετέβαινε στο ακίνητο για να εισπράξει τα ενοίκια. Ανέφερε ότι δεν θυμάται αν το αρχικό συμβόλαιο το υπέγραψε ο Κατηγορούμενος 4 εκ μέρους κάποιας εταιρείας. Αυτό το οποίο θυμάται ήταν ότι ο Κατηγορούμενος 4 υπέγραψε το ενοικιαστήριο το
  40. Υποβλήθηκε στον ΜΚ3 ότι οι ιδιοκτήτες συμφώνησαν όπως ανεγερθεί αποθήκη στο πλαίσιο της πρώτης συμφωνίας ενοικίασης το 1999 και μάλιστα ότι η ανέγερση αποθήκης ήταν σημαντικό μέρος της συμφωνίας, πράγμα το οποίο αρνήθηκε ο ΜΚ
  41. Περαιτέρω, υποβλήθηκε πως το πέδιλο για την αποθήκη είναι οι ιδιοκτήτες που το έκαναν, ισχυρισμό τον οποίο επίσης απέρριψε κατηγορηματικά ο ΜΚ
  42. Επιπρόσθετα, υποβλήθηκε στον ΜΚ3 πως είναι απίθανο αφού πήγαινε στο ακίνητο για να εισπράξει τα ενοίκια να μην γνώριζε ότι είχε ανεγερθεί η αποθήκη μέχρι το
  43. Ο ΜΚ3 περαιτέρω αρνήθηκε ότι η παρούσα υπόθεση δεν έγινε για την τιμωρία των Κατηγορούμενων αλλά με απώτερο σκοπό να κατεδαφιστεί η αποθήκη για να μπορέσουν οι Παραπονούμενοι να αξιοποιήσουν το ακίνητο. IV. ΜΥ1 - Πολύκαρπος Πουμπουρής - Κατηγορούμενος 4
  44. Ο ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι το 1999 ενοικίασε από τον ΜΚ3 ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους των ιδιοκτητών του ακινήτου το κατάστημα στην οδό Μακεδονιτίσσης. Καταρτίστηκε γραπτή συμφωνία για την ενοικίαση των καταστημάτων. Τέθηκε επίσης ως προϋπόθεση για τη σύναψη της συμφωνίας ενοικίασης ότι στο πλάι του καταστήματος στο χωμάτινο δρόμο θα τοποθετείτο σκυρόδεμα και ότι θα του επέτρεπαν να ανεγείρει την επίδικη αποθήκη για τις ανάγκες της εργασίας τους.
  45. Ο ΜΚ3, σύμφωνα με τον ΜΥ1, συμφώνησε ότι ήταν εντάξει να προχωρήσει. Συγκεκριμένα ο ΜΥ1 ανέφερε: «Ναι. Συμφώνησε ότι είναι ΟΚ να κάνουμε την αποθήκη, αλλά την ανέγερση μου είπε ότι πρέπει να την κάνω εγώ τζιαι έτσι εκάμαμε. Απλώς είχε κάνει το δάπεδο και εγώ προχώρησα στην ανέγερση της αποθήκης. Τούτα έγιναν το 1999», και ακολούθως, «Όταν κάναμε το συμβόλαιο αναγραφόταν πάνω στο συμβόλαιο ότι μου επιτρέπει να ανεγείρω την αποθήκη στο υφιστάμενο κατάστημα που μου ενοικίαζε και ότι θα φρόντιζε για τις υπόλοιπες άδειες και οτιδήποτε χρειαστεί». (σελ. 2 των πρακτικών ημερομηνίας 15.12.2023).
  46. Η ενοικιάστρια ήταν η εταιρεία Πόλυς Πουμπουρής & Υιοι Λτδ και το συμβόλαιο ο ΜΥ1 το φύλαξε σε ένα χρηματοκιβώτιο το οποίο κλάπηκε περί το 2014 -
  47. Μάλιστα ανέφερε ότι επειδή εκείνη την περίοδο είχαν διαρρήξει και άλλα καταστήματα στην περιοχή, ο ΜΚ3 είχε περάσει από το κατάστημα για να δει τι γίνεται και τον θυμάται συγκεκριμένα να μπαίνει και στην αποθήκη.
  48. Η Κατηγορούμενη 1 εγγράφηκε το 2018 επειδή ο ΜΥ1 είχε λάβει συμβουλή από το λογιστή του για διαχωρισμό των δραστηριοτήτων της Πόλυς Πουμπουρής & Υιοι Λτδ και αποφάσισε να ιδρύσει την Κατηγορούμενη 1 για να ασχολείται μόνο με τις δραστηριότητες σχετικά με την πώληση ποδηλάτων. Αφού ιδρύθηκε η Κατηγορούμενη 1 επικοινώνησε με τον ΜΚ3 για να καταρτιστεί νέα σύμβαση ενοικίασης. Με βάση το Τεκμήριο 13 η σύμβαση έγινε την 01.09.
  49. Μετά από 6 μήνες άρχισε να παίρνει επιστολές από δικηγόρους για διάφορα θέματα, π.χ. για αποκοπή φορολογίας για την άμυνα. Ακολούθως, του ανέφεραν ότι θα έπρεπε να χαλάσει την αποθήκη επειδή οι ιδιοκτήτες ήθελαν να διαχωρίσουν τα οικόπεδα. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ3 του ανέφερε ότι θα πρέπει να χαλάσει την επίδικη αποθήκη διότι αντιμετωπίζει πρόβλημα με τους ιδιοκτήτες.
  50. Η βάση -το πέδιλο- για την αποθήκη θυμάται ότι του ανέφερε ο ΜΚ3 πως κόστισε γύρω στις 800ΛΚ, ενώ η αποθήκη στοίχισε στον ίδιο γύρω στις 8000ΛΚ. Ο ΜΚ3 επισκεπτόταν το κατάστημα του κάθε μήνα μέχρι το 2019 για να εισπράττει τα ενοίκια και ποτέ δεν του ανέφερε οτιδήποτε σε σχέση με την αποθήκη πριν από το
  51. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Παραπονούμενων υπέβαλε στο μάρτυρα ότι εάν ήταν τόσο σημαντική για την επιχείρηση του ΜΥ1 η αποθήκη ως ο ίδιος ισχυρίζεται και εάν όντως προϋπήρχε τότε γιατί δεν περιλήφθηκε στη σύμβαση ενοικίασης - Τεκμήριο
  52. Θα ήταν λογικό να γίνεται αναφορά στην αποθήκη. Ο ΜΥ1 απάντησε ότι ζήτησε να περιληφθεί και ο ΜΚ3 αρνήθηκε. Δεν μπορούσε να μην έχει συμβόλαιο σε ισχύ τόσο για φορολογικούς όσο και για λογιστικούς σκοπούς και γι' αυτό αναγκάστηκε να υπογράψει το Τεκμήριο 13 χωρίς την αναφορά στην επίδικη αποθήκη.
  53. Περαιτέρω, υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι οι ιδιοκτήτες του ακινήτου ουδέποτε έδωσαν τη συγκατάθεση τους για την ανέγερση της επίδικης αποθήκης. Ο ΜΥ1 επέμεινε ότι είχαν δεχθεί δια μέσου του ΜΚ3 να ανεγερθεί η αποθήκη. Χωρίς αυτήν τα καταστήματα δεν εξυπηρετούν τις ανάγκες τις επιχείρησης του και ουδέποτε θα τα ενοικίαζε αν δεν υπήρχε συνεννόηση ότι θα ανεγείρετο το επίδικο υποστατικό για να στεγάζεται ο αποθηκευτικός χώρος και ο χώρος επιδιόρθωσης ποδηλάτων.
  54. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ΜΥ1, αυτός παραδέχθηκε ξανά (εφόσον είχε αναφέρει ότι ανήγειρε την αποθήκη και κατά την κυρίως εξέταση του) ότι ανήγειρε την αποθήκη (σελ. 19, πρακτικών, ημερ.15.12.2023). Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Απλώς για να καταλάβω, εγώ ανέχτηκα να χτίσω τζείνη την αποθήκη; Γιατί δεν λέμε έκτισα την αποθήκη να τελειώνουμε. Δέχομαι ανέγειρα, απλώς να καταλάβω τι σημαίνει το ανέχτηκα. Ανέχτηκα την αποθήκη που ήθελα να χτίσω; Αφού ήθελα να την χτίσω.» και ακολούθως «Δεν κατάλαβα. Ποιον ανέχτηκα; Εγώ ανήγειρα την αποθήκη». V. ΜΥ2 - Γεώργιος Κωνσταντινόπουλος
  55. Ο ΜΥ2 είναι υπάλληλος - τεχνικός στο κατάστημα της Κατηγορούμενης 1 από το Μάιο του
  56. Από την έναρξη της εργοδότησης του εργάζεται εντός της επίδικης αποθήκης η οποία βρίσκεται στο πίσω μέρος του καταστήματος. Περαιτέρω ο ΜΥ2 ανέφερε ότι είναι πολύ σημαντικό για την εργασία του να υπάρχει εκείνος ο χώρος καθότι εκεί υπάρχει το στοκ, γίνονται οι επιδιορθώσεις και φυλάγεται και ο σχετικός εξοπλισμός για τις επιδιορθώσεις. Κατά την αντεξέταση ο ΜΥ2 ανέφερε ότι δεν τον ενδιαφέρει εάν ο χώρος είναι παράνομος ή νόμιμος και επέμεινε στο ότι αν δεν υπάρχει το επίδικο υποστατικό δεν θα μπορεί να εκτελεί την εργασία του. Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
  57. Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ. 1273).
  1. Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητα τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.
  2. Ωστόσο, παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506.)
  1. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Εν προκειμένω, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
  2. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45). 43. Έχει νομολογηθεί πως για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις στη μαρτυρία του θα πρέπει να είναι ουσιαστικές. Οι δε αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ενδεχόμενα να ενισχύουν την φιλαλήθεια του μάρτυρα διότι αυτό δείχνει την έλλειψη προσχεδιασμού στην εκδοχή του (Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320). 44. Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε (Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). 45. Στην περίπτωση κατά την οποία ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, αυτό γενικώς θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που προβάλλει ένας μάρτυρας (ίδετε Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720). Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό (Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited
(1987)1 Α.Α.Δ. 383). 46. Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές από αφ' εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640). I. Αξιολόγηση ΜΚ1 και ΜΚ2
  1. Η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 δεν αμφισβητήθηκε και στην ουσία παρέμεινε αναντίλεκτη. Ο ΜΚ1 έδωσε μαρτυρία υπό την ιδιότητα του ως κτηματολογικός λειτουργός και παρουσίασε αυτά τα οποία υπάρχουν στο μητρώο το οποίο διατηρεί το κτηματολόγιο σε σχέση με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και έγινε αποδεκτή στο σύνολο της. Ο ΜΚ2 έδωσε μαρτυρία υπό την ιδιότητα του ως τεχνικός μηχανικός του Δήμου Στροβόλου και κατέθεσε αντίγραφα εγγράφων τα οποία ήταν μέσα στο φάκελο που διατηρεί ο Δήμος Στροβόλου. Απαντούσε μόνο σε σχέση με τα ζητήματα για τα οποία είχε γνώση και για τα οποία ήταν αρμόδιος χωρίς να προβαίνει σε εικασίες. Απαντούσε ευθέως, με ειλικρίνεια και δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. II. Αξιολόγηση ΜΚ3
  2. Σε σχέση με τον ΜΚ3 πρέπει να αναφερθεί ότι δεν προκάλεσε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο κατά τη μαρτυρία του. Σε ορισμένα σημεία μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν απαντούσε ευθέως και χωρίς ενδοιασμούς τα ερωτήματα που τέθηκαν από το συνήγορο των Κατηγορούμενων. Διαπίστωσα επίσης ότι κατά την αντεξέταση διακατείχετο από νευρικότητα και δεν απαντούσε τις ερωτήσεις με φυσικότητα.
  3. Πρέπει να σημειώσω ότι το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του δεν έχει τύχει αμφισβήτησης. Παρά ταύτα, σε σχέση με το πότε ανεγέρθηκε η οικοδομή και το κατά πόσον ο ίδιος γνώριζε για την ανέγερση της, η μαρτυρία του θεωρώ ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Αυτό καθότι το θεωρώ απίθανο να μην γνώριζε πότε ακριβώς ανεγέρθηκε η οικοδομή εφόσον διαχειρίζετο το ακίνητο από το 1999 και με βάση τη δική του εκδοχή επισκεπτόταν το κατάστημα συχνά, και κατ' ελάχιστον κάθε μήνα, για να εισπράξει τα ενοίκια μέχρι και το
  4. Ανέφερε επίσης πως αυτός ήταν υπεύθυνος για όλες τις ενοικιάσεις στο Ακίνητο.
  5. Συνεπώς, δεν γίνεται αποδεκτός ο ισχυρισμός του ότι το 2019 συνειδητοποίησε ότι εκεί υπήρχε η επίδικη αποθήκη η οποία είναι μεγέθους 11μ. χ 10μ. Με βάση τις φωτογραφίες οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 8 είναι πολύ δύσκολο κάποιος να μην αντιληφθεί την ύπαρξη της επίδικης αποθήκης στο χώρο πόσω δε μάλλον το πρόσωπο το οποίο διαχειριζόταν το ακίνητο. Η μαρτυρία του ΜΚ3 επί αυτού του ζητήματος δεν συνάδει ούτε και με τη μαρτυρία του ΜΚ2 ο οποίος ανέφερε πως η αποθήκη υπήρχε στο χώρο από πολύ παλιά. Ούτε συνάδει με τη μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ
  6. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι εργάζεται μέσα στην αποθήκη και επιδιορθώνει ποδήλατα από το
  7. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση όταν ο ΜΚ3 ερωτήθηκε σε σχέση με το που ήξερε ο πραγματογνώμονας (Τεκμήριο 16) για το ότι οι ιδιοκτήτες δεν έδωσαν συγκατάθεση τους για την ανέγερση της αποθήκης, ο ΜΚ3 σε αντίφαση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 16, ανέφερε ότι ήταν προφορικά που έδωσε οδηγίες στον πραγματογνώμονα και ότι δεν είπε οτιδήποτε σε αυτόν περί τούτου αλλά πρέπει να το διαπίστωσε μόνος του ότι η αποθήκη είναι παράνομη. Στη σελ. 3 του Τεκμηρίου 16 (έκθεση πραγματογνωμοσύνης) όμως, αναφέρεται ότι είναι ο ΜΚ3 που ενημέρωσε τον πραγματογνώμονα περί τούτου.
  8. Η όλη του εκδοχή δηλαδή ότι το χειμώνα του 2019 υπήρχαν νέοι ιδιοκτήτες οι οποίοι αποφάσισαν να αξιοποιήσουν το ακίνητο (ως αναφέρεται στην παρ. 10 του Εγγράφου Γ) και τότε και μόνο συμπωματικά διαπίστωσε ότι υπήρχε μια παράνομη αποθήκη διαστάσεων 11μ. Χ 11μ., η οποία μάλιστα επεμβαίνει και επί των χώρων στάθμευσης του όλου Ακινήτου και συνεπώς δεν επέτρεπε στους ιδιοκτήτες να αξιοποιήσουν το Ακίνητο τους, σε συνδυασμό με το ότι μόνο τότε ζήτησε από τους Κατηγορούμενους να την κατεδαφίσουν, αφού είχε δημιουργήσει και προβλήματα με υγρασίες, δημιουργεί κάποιες υποψίες σε σχέση με τα ελατήρια των Παραπονούμενων για την άσκηση της δίωξης, μια εικόνα προσχεδιασμού και γενικότερα δεν πείθει ως προς το ότι ο ίδιος δεν γνώριζε για την ύπαρξη της αποθήκης.
  9. Στην ουσία μου δημιουργήθηκε η εντύπωση πως τα όσα αναφέρθηκαν σε σχέση με υγρασίες και ζημιές που προκλήθηκαν από την αποθήκη το 2019 σε συνδυασμό με το ότι μόνο τότε συνειδητοποίησε πως βρίσκεται εκεί μια σημαντικού μεγέθους μεταλλική κατασκευή είναι κατ' επίφαση. Τα προαναφερόμενα γεγονότα, αν τα προσεγγίσει κάποιος συνολικά, δίδουν στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι ο ΜΚ3 δεν ήταν ειλικρινής ως προς το κατά πόσον γνώριζε για την επίδικη αποθήκη και ότι προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο μια εικόνα η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
  10. Εκτός από το σημείο σε σχέση με το πότε αντιλήφθηκε ο ΜΚ3 ότι υπήρχε η αποθήκη στο χώρο και το κατά πόσον είχε δώσει τη συγκατάθεση του για την ανέγερση της, η μαρτυρία του δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης από την υπεράσπιση και συνεπώς το μέρος αυτό της μαρτυρίας του γίνεται αποδεκτό. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΚ3 και παραθέτοντας πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του καταλήγω ότι σε σχέση με τα αμφισβητούμενα θέματα η μαρτυρία του δεν ήταν αξιόπιστη και συνεπακόλουθα δεν γίνεται αποδεκτή. III. Αξιολόγηση ΜΥ1
  11. Ο ΜΥ1 προκάλεσε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε με αμεσότητα, ευθύτητα, κατά τρόπο αυθόρμητο και σαφή όλες τις ερωτήσεις οι οποίες τέθηκαν. Απαντούσε με ειλικρίνεια και χωρίς ενδοιασμούς αναφέροντας ακόμα και γεγονότα τα οποία δεν ευνοούσαν την υπεράσπιση του. Ένδειξη της ειλικρίνειας του είναι ότι παραδέχθηκε ότι ο ίδιος ανήγειρε την αποθήκη κατά ή περί το
  12. Κατά την αντεξέταση παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του, ούτε και υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Απαντούσε άμεσα και με φυσικότητα στις ερωτήσεις που τέθηκαν κατά την αντεξέταση και απαντούσε κατά τρόπο που φαινόταν ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός στην εκδοχή του.
  13. Η δε μαρτυρία του συνάδει, και εν πάση περιπτώσει δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε αντίφαση σε σχέση με, τη γραπτή μαρτυρία που κατατέθηκε κατόπιν αντιπαραβολής τους αλλά και με την μαρτυρία του ΜΚ2 σε σχέση με το πότε ανεγέρθηκε η επίδικη αποθήκη.
  14. Το ότι σε ορισμένα σημεία δεν θυμόταν κάποιες λεπτομέρειες σε σχέση με γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα πριν από πολλά χρόνια, εκτός από το ότι είναι απόλυτα φυσιολογικό και αναμενόμενο, κατά την άποψη μου, ενισχύουν την εκδοχή του και δείχνουν την ειλικρίνεια και την έλλειψη προσχεδιασμού στη μαρτυρία του.
  15. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του στο σύνολο της δεν εντοπίζω οποιαδήποτε εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Έχοντας κατά νου τα όσα προαναφέρθηκαν, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του Κατηγορούμενου ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της, περιλαμβανομένου και του ότι η επίδικη αποθήκη ανεγέρθηκε από τον ίδιο με τη συγκατάθεση των τότε ιδιοκτητών του Ακινήτου δα μέσου του ΜΚ3 ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους. IV. Αξιολόγηση ΜΥ2
  16. Η μαρτυρία του ΜΥ2 περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι εργάζεται εντός της επίδικης αποθήκης από το
  17. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και συνεπώς γίνεται αποδεκτή στην ολότητα της. V. Ευρήματα
  18. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και λαμβάνοντας υπόψη τις πτυχές της μαρτυρίας που δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: 61.1 Οι Παραπονούμενοι 1 - 3 είναι ιδιοκτήτες του τεμαχίου 219, Φ./ΣΧ. 21/61, W1, Τμήμα Ε, αριθμός εγγραφής Ε387 από το
  19. 61.2 Η Κατηγορούμενη 1 είναι ενοικιαστής των καταστημάτων 8, 9 και 10 επί του τεμαχίου 219 με αρ. αρ. 84 Α, 84Β και 84Γ στην Οδό Μακεδονιτίσσης. 61.3 Η Κατηγορούμενη 1 συστάθηκε στις 12.07.
  20. Ο Κατηγορούμενος 4 είναι διευθυντής της Κατηγορούμενης
  21. 61.4 Περί το 1999 ανεγέρθηκε από τον Κατηγορούμενο 4 οικοδομή, ήτοι μεταλλική κατασκευή διαστάσεων περίπου 11.00 μ. Χ 10.00 μ., η οποία εφάπτεται στο πίσω μέρος των, υπό την κατοχή και ενοικίαση από την Κατηγορούμενη 1 καταστημάτων και καταλαμβάνει τους χώρους στάθμευσης 1,2,3 και 14,15 και 16 της όλης οικοδομής. 61.5 Η οικοδομή χρησιμοποιείται ως αποθήκη και χώρος επιδιόρθωσης ποδηλάτων και, υπό αυτή την έννοια, είναι σημαντική για την επιχείρηση των Κατηγορούμενων. 61.6 Για την ανέγερση της οικοδομής δεν εξασφαλίστηκε άδεια οικοδομής από την αρμόδια αρχή. 61.7 Όταν ανεγέρθηκε η οικοδομή, ιδιοκτήτες του Ακινήτου ήταν οι γονείς των Παραπονούμενων. 61.8 Ο ΜΚ3 ο οποίος ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των τότε ιδιοκτητών γνώριζε για την ύπαρξη της αποθήκης και είχε συγκατατεθεί στην ανέγερση της. Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ I. Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμος, Κεφ. 96
  22. Με βάση το άρθρο 2 του Κεφ. 96 ο όρος «οικοδομή» ερμηνεύεται ως ακολούθως: "οικοδομή" σημαίνει οποιαδήποτε κατασκευή, είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λάκκο και οποιοδήποτε θεμέλιο, τοίχο, στέγη, καπνοδόχο, βεράντα, εξώστη, κορωνίδα ή προεξοχή ή τμήμα οικοδομής, ή οποιοδήποτε πράγμα που είναι προσαρτημένο σε αυτή, ή οποιοδήποτε τοίχο, ανάχωμα, φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή που περικλείει ή οροθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο.
  23. Το άρθρο 3
(1)(β) προβλέπει ότι κανένα πρόσωπο δεν δύναται, μεταξύ άλλων, να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζεται οικοδομή χωρίς άδεια η οποία λαμβάνεται εκ των προτέρων από την Αρμόδια Αρχή. 64. Το άρθρο 20 με πλαγιότιτλο «ποινικά αδικήματα και ποινές» προνοεί ότι πρόσωπο το οποίο, μεταξύ άλλων, ανεγείρει οικοδομή χωρίς προηγουμένως να έχει εξασφαλίσει άδεια οικοδομής (όπως προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 3) διαπράττει αδίκημα το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί. 65. Επιπρόσθετα, με βάση το εδάφιο
(3)του άρθρου 20 του Κεφ. 96: «Επιπρόσθετα με οποιαδήποτε άλλη ποινή που καθορίζεται από το άρθρο αυτό, το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου καταδικάζεται πρόσωπο για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1), δύναται να διατάξει- (α) όπως η οικοδομή ή οποιοδήποτε τμήμα αυτής, ανάλογα με την περίπτωση, σε σχέση με την οποία το ποινικό αδίκημα διαπράχτηκε κατεδαφιστεί ή μετακινηθεί εντός τέτοιου χρόνου ως ήθελε καθοριστεί σε τέτοιο διάταγμα, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ ληφθεί άδεια σε σχέση με αυτή από την αρμόδια αρχή [...] (β) σε περίπτωση οικοδομής για την οποία δε χορηγήθηκε το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10, ή όταν η συγκεκριμένη χρήση οικοδομής δεν είναι σύμφωνη με την εγκεκριμένη, με βάση τη σχετική άδεια, χρήση, τον τερματισμό της χρήσης της οικοδομής αυτής μέσα στην προθεσμία που καθορίζεται στο διάταγμα του Δικαστηρίου, αλλά δεν υπερβαίνει τους δύο μήνες, εκτός αν στο μεταξύ εξασφαλιστεί το σχετικό πιστοποιητικό έγκρισης ή η σχετική άδεια για τη συγκεκριμένη χρήση από την αρμόδια αρχή [...]»
  1. Ο βασικός σκοπός του Κεφ. 96 είναι η προστασία του κοινού υπό την έννοια ότι διασφαλίζεται η ασφαλής από κατασκευαστικής άποψης χρήση των οικοδομών. Η ανέγερση και μετατροπή οικοδομών χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή ελλοχεύει κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία του κοινού. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Έπαρχος Πάφου ν. Tremetoushiotis Developers Ltd, Ποιν. Εφ. 153 / 2018, 27.03.2019, η νομοθεσία είναι αυστηρή διότι σχετίζεται με την ασφάλεια των οικοδομών και κατ΄ επέκταση των χρηστών και με αυτό τον τρόπο και υπό αυτή τη φιλοσοφία πρέπει να ερμηνεύεται ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εκδίδει και τα ανάλογα διατάγματα απαγόρευσης, κατεδάφισης, κλπ.
  2. Σε σχέση με τον όρο «οικοδομή» στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Δήμου Αγλαντζιάς
(2006)2 Α.Α.Δ. 291 λέχθηκαν τα πιο κάτω: «Το κατά πόσο κατασκευή θεωρείται «οικοδομή» ή όχι είναι θέμα πραγματικό (Tsiolis v. The District Officer Nicosia
(1982)2 C.L.R. 11). Λαμβάνονται υπ΄ όψιν όλα τα συναφή γεγονότα, όπως επί παραδείγματι, το σχήμα και το μέγεθος της κατασκευής, τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν, ο τρόπος κατασκευής της οικοδομής, κατά πόσο είναι προσαρτημένη στη λοιπή οικοδομή, η σχέση της κατασκευής με τα υπόλοιπα κατασκευάσματα και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει χρήση της οικοδομής. Κανένας από τους πιο πάνω παράγοντες δεν είναι καθοριστικός, αλλά όλα μαζί βοηθούν στην απάντηση του τιθέμενου ερωτήματος (βλέπε South Wales Aluminium Co. Ltd. v. Assessment Committee for the Neath Assessment Area [1943] 2 All E.R. 587). Ακόμα και η τοποθέτηση πασσάλου παράλληλα προς υφιστάμενο τοίχο και η τοποθέτηση στέγης κρίθηκε ότι αποτελεί κατασκευή η οποία περικλείει και οριοθετεί χώρο (Κυπριανού ν. Δήμου Στροβόλου
(1992)2 Α.Α.Δ. 344, 347).» 68. Σε σχέση με την «ανοχή» στην ανέγερση οικοδομής αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στην απόφαση Μάριος Ανδρέα Σωφρονίου Λτδ ν. Δήμου Στροβόλου
(1991)2 Α.Α.Δ. 369 (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου): « Αποτελεί προϋπόθεση για να θεωρηθεί ότι κάποιος ανέχεται κάτι να γνωρίζει την ύπαρξή του ή να εθελοτυφλεί ή να κλείνει τα μάτια του μπροστά στην πραγματικότητα. (Βλ. Somerset v. Wade [1894] 1 Q.B. 574, Words and Phrases Legally defined, 2η έκδοση, Τόμος 5ος σελ. 143 και Strouds Judicial Dictionary, 4η έκδοση, τόμος 5, σελ. 26 - 66). Με αναντίλεκτο το γεγονός ότι η εφεσείουσα γνώριζε τη χρησιμοποίηση της πολυκατοικίας ενώ δεν υπήρχε πιστοποιητικό έγκρισης, η εισήγηση του δικηγόρου της περιορίστηκε στα ακόλουθα: Το ρήμα "suffer" (ανέχομαι) στο κείμενο του άρθρου 10
(1)του Νόμου, υπονοεί ή προϋποθέτει δυνατότητα, φυσική ή νομική, παρεμπόδισης της χρησιμοποίησης της πολυκατοικίας. Μας παράπεμψε σχετικά στην υπόθεση Rochford Rural District Council v. Port of Land Authority [1914] 2 K.B. 916 και εισηγήθηκε πως η εφεσείουσα δεν είχε τη δυνατότητα να παρεμποδίσει τη χρησιμοποίηση της πολυκατοικίας. Τόνισε πως όταν απέκτησε την κυριότητα της πολυκατοικίας, αυτή ήδη χρησιμοποιείτο από τους ενοικιαστές της που ήταν πια θέσμιοι και δεν υπήρχε δυνατότητα να πετύχει την έξωση τους. Δεν είναι η πρόθεσή μας να δώσουμε εξαντλητικό ορισμό στον όρο "ανέχομαι" και πολύ λιγότερο να αποπειραθούμε προσδιορισμό του φάσματος των πραγματικών καταστάσεων που θα ήταν δυνατό να θεωρηθούν ότι καλύπτονται από τον όρο αυτό. Επίσης δεν είναι ανάγκη να ασχοληθούμε με την πιθανή διάκριση του ρήματος "ανέχομαι" από το ρήμα "επιτρέπω" (permit) που απασχόλησε την αγγλική νομολογία κατά την ερμηνεία ποικίλων νομοθετικών διατάξεων και στην οποία αναφέρθηκε ο δικηγόρος της εφεσείουσας. (Βλ. Rochford Rural District Council v. Port of Land Authority (ανωτέρω), Ex. P. Eyston, Re Throckmorton [1877] 7 Ch. D. 145. To ζήτημα της διάκρισης μεταξύ των δυο όρων δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε πρακτική σημασία στην παρούσα υπόθεση. Σημειώνουμε πάντως, πως το άρθρο 10
(1)του Νόμου αναφέρεται διαζευκτικά και στα δύο ρήματα πράγμα που μπορεί να θεωρηθεί ότι υποδηλώνει διαφοροποίηση μεταξύ των δύο. Όπως έχει υποδειχθεί, το ρήμα ανέχομαι (suffer) επιδέχεται περισσότερες από μια έννοιες. (Βλ. Re Hall Public Trustee v. Montgomery [1944] Ch. 46). Θα συμφωνούσαμε πως η ύπαρξη δυνατότητας, φυσικής ή νομικής για την παρεμπόδιση μιας απαγορευμένης ενέργειας, στην υπόθεση αυτή της χρησιμοποίησης της πολυκατοικίας, είναι εγγενές στοιχείο του όρου που εξετάζουμε. Δεν συμφωνούμε όμως ότι βρισκόμαστε μπροστά σε τέτοια περίπτωση.»
  1. Το σκεπτικό της πιο πάνω υπόθεσης υιοθετήθηκε και στην μεταγενέστερη και πιο πρόσφατη υπόθεση Έπαρχος Πάφου v TREMETOUSHIOTIS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποιν. Έφ. 153/2018, ημερ. 27.3.
  2. Το δε ρήμα «επιτρέπω» οδηγεί στην εκδήλωση ενέργειας ή ηθελημένης παράλειψης από ένα πρόσωπο υποβοηθώντας έτσι με το δικό του τρόπο στην δημιουργία και εδραίωση της παρανομίας. Ουσιαστικά οι δυο έννοιες επάλληλες αλλά οι πράξεις είναι διαφορετικές από τη φύση τους.
  3. Όσον αφορά τον όρο «επιτρέπω» στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΣ, ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ v. CHRISTAKIS N NEOPHYTOU BIOGAS LTD κ.α., Ποινική ΄Εφεση Αρ. 154/2020, 27/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:D182 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον έντιμο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Γιασεμή: «Ο όρος «επιτρέπει», στην αγγλική γλώσσα "permits", στη γενική του χρήση, ερμηνεύτηκε από τη νομολογία. Η σημασία που τού αποδόθηκε είναι η ίδια, όπου αυτός απαντά, ανεξαρτήτως της φύσεως του αδικήματος. Στην υπόθεση Sweet v. Parsley [1969] 1 All E.R. 347 (H.L.) στη σελίδα 363, τού αποδόθηκε η ακόλουθη σημασία: "Here the word 'permits' used to define the prohibited act in itself connotes as a mental element of the prohibited conduct knowledge or grounds for reasonable suspicion on the part of the occupier that the premises will be used by someone for that purpose and an unwillingness on his part to take means available to him to prevent it." Ανάλογη ερμηνεία δόθηκε στον προαναφερθέντα όρο, στο πλαίσιο της αστικής υπόθεσης Βerton v. Alliance Economic Investment Co., ανωτέρω στη σελίδα 759, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Tophams, Ltd. v. Sefton (Earl) [1966] 1 All E.R. 1039 (H.L.), στη σελίδα
  4. Από την πιο πάνω νομολογία, προκύπτει ότι ο ορισμός του όρου «επιτρέπει», ("permits"), θέτει θέμα γνώσεως περιστάσεων τέτοιων από πλευράς του φερομένου δράστη του αδικήματος, ώστε η παράλειψή του να τις ελέγξει να θεωρείται ότι ο ίδιος έχει επιτρέψει τη ρύπανση.»
  5. Η Αlphacell Ltd v Woodward [1972] Α.C. 824 είναι επίσης σχετική όπου αναφέρθηκε από τον Lord Wilberforce ότι ο όρος "knowingly permitting" περιλαμβάνει γνώση και παράλειψη άσκησης ελέγχου για αποτροπή (involves a failure to prevent the pollution, which failure, however, must be accompanied by knowledge).
  6. Η ημερομηνία διάπραξης ενός αδικήματος δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο αυτού (Αθηνάκη κ.α ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 218/2017 και 219/2017 ημερ. 28.07.2020, ECLI:CY:AD:2020:B269, Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice 2015, par. 1-204 μέχρι 1-2016 και Λάζαρος Χατζηφόραδος & Υιοι Λτδ ν. Δήμου Λάρνακας
(1995)2 ΑΑΔ 167). 74. Σημειώνεται ότι τα αδικήματα για τα οποία κατηγορούνται οι Κατηγορούμενοι είναι αδικήματα αυστηρής ευθύνης. Δεν απαιτείται η συνδρομή ένοχης διάνοιας (mens rea) για τη διάπραξή τους, αλλά μόνο το actus reus. Για το ποια αδικήματα είναι απόλυτης ευθύνης έχουν αναφερθεί ακόλουθα, στην απόφαση στην υπόθεση AESTAS TRADING LTD κ.α. ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ, Ποιν. Εφ. 78/2014, 79/2014, 3/9/2015 «Πριν υπεισέλθουμε στην εξέταση του 2ου λόγου έφεσης θα πρέπει να εξεταστεί η φύση του αδικήματος που δημιουργεί το άρθρο 23 Α
(1)(γ) του Νόμου. Τόσο το ίδιο το νομοθέτημα, όσο και το επιμέρους άρθρο 23, δημιουργούν αδίκημα αυστηρής ποινικής ευθύνης, της φύσης των γνωστών άλλως πως και ως ρυθμιστικών (regulatory) αδικημάτων, που αποβλέπουν στη ρύθμιση συμπεριφοράς πολιτών σε συγκεκριμένους τομείς κοινωνικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας. Σε τέτοιας φύσης αδικήματα η εγκληματική πρόθεση (mens rea) δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο. Gammon (Hong Kong) Ltd v. A.G.
(1984)1 All E.R. 347, 362, Karaoglanian v. Police
(1984)2 C.L.R. 161, Οικονομίδης ν. Διευθ. Κοινων. Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235, 240-241.» 75. Προτού να προχωρήσω με την υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις εφαρμοστέες νομικές αρχές, υπενθυμίζω ότι το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Woolmington v. DPP
(1935)All ER Rep.1).
  1. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής.
  2. Δεν επιτρέπονται εικασίες προς συμπλήρωση κενών στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Οποιοδήποτε κενό σε σχέση με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. 78. Στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. II. Κατάχρηση Διαδικασίας
  1. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων εισηγείται στην αγόρευση του ότι η προώθηση της παρούσας υπόθεσης είναι καταχρηστική. Ζήτημα καταχρηστικότητας προκύπτει, με βάση την εισήγηση της υπεράσπισης, επειδή «οι παραπονούμενοι έκτισαν οι ίδιοι τη βάση της αποθήκης και μάλιστα ήταν και ουσιώδης όρος του αρχικού συμβολαίου τους με τον Κατηγορούμενο 4 και την τότε εταιρεία του να κτίσει την αποθήκη».
  2. Εν πρώτοις, αναφέρεται ότι το Δικαστήριο έχει το υπέρτατο καθήκον να προωθεί την απονομή της δικαιοσύνης και να εμποδίζει την αδικία. Είναι από αυτό το καθήκον που εκπηγάζει η σύμφυτη εξουσία για ανακοπή της δίωξης και αναστολή της διαδικασίας σε περιπτώσεις κατάχρησης.
  3. Το Δικαστήριο έχει τη σύμφυτη εξουσία για την περιστολή καταχρηστικών διαδικασιών (abuse of process). Η συμφυής αυτή εξουσία χαρακτηρίστηκε ως ευρύτατη (Μ&Π Αρτοποιείο Άγιος Μάμας Λίμιτεδ ν. Αθανασίου, Ποιν. Εφ. 104/2019,03.07.2020), ECLI:CY:AD:2020:B
  4. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές (Ευάγγελος Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ.3),
(2009)1 Α.Α.Δ. 529 και Σπύρος Σπύρου ν. Βαρβάρας Ξενή, Ποιν. Έφ. 223/2014 ημερ. 11/11/2015). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ή απόρριψη ποινική υπόθεσης λόγω κατάχρησης της διαδικασίας υπάρχει σε όλα τα στάδια της υπόθεσης. Το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει για αυτό το θέμα είτε κατόπιν αιτήσεως της υπεράσπισης είτε ex proprio motu. Ούτε και εμποδίζεται το Δικαστήριο στο να επανεξετάσει ζήτημα κατάχρησης οποτεδήποτε κρίνει ότι οι περιστάσεις το επιβάλλουν (Αρτοποιείο Άγιος Μάμας, ανωτέρω).
  1. Είναι όμως νομολογημένο ότι η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται με φειδώ και αν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις (Δημοκρατία ν. xxx Ηλιάδη, Ποινική Έφεση Αρ. 348/2018, ημερ. 31/5/2018).
  2. Στην υπόθεση Δημοκρατία v Zoλώτας κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 144/2019, 11/12/2020 αναφέρθηκε επίσης τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Η εξουσία του δικαστηρίου για διακοπή ή αναστολή της διαδικασίας ενεργοποιείται σε περιπτώσεις που διαπιστώνεται ότι είναι αδύνατο ο κατηγορούμενος να τύχει δίκαιης δίκης ή υπό περιστάσεις που προσβάλλουν το περί δικαίου αίσθημα του δικαστηρίου (R. ν. Maxwell [2011] Cr Αpp R 31) ώστε να δημιουργείται η ανάγκη για προστασία του κύρους και της ακεραιότητας της απονομής της δικαιοσύνης και της ποινικής διαδικασίας. Όταν προβάλλεται τέτοιο ζήτημα θα πρέπει να εξετάζεται το κατά πόσο οι διωκτικές αρχές έχουν ενεργήσει κακόπιστα (Δημοκρατία v. Ηλιάδη, ECLI:CY:AD:2019:B207, Ποιν. Έφ. Αρ. 348/18, 31.5.2019, ECLI:CY:AD:2019:B207, ECLI:CY:AD:2019:B207, ECLI:CY:AD:2019:B207). Στην υπόθεση Regina ν. Norman (Robert) [2016] EWCA Crim 1564, [2017] 4 W.L.R. 16, όπου προβλήθηκε ο ισχυρισμός για ανεπίτρεπτη συμπεριφορά της αστυνομίας και της κατηγορούσας αρχής, προκειμένου να προσάξουν τον κατηγορούμενο ενώπιον του δικαστηρίου το θέμα εξετάστηκε σε δύο επίπεδα: «This involves a two-stage approach. First it must be determined whether and in what respects the prosecutorial authorities have been guilty of misconduct. Secondly it must be determined whether such misconduct justifies staying the proceedings as an abuse. This second stage requires an evaluation which weighs in the balance the public interest in ensuring that those charged with crimes should be tried against the competing public interest in maintaining confidence in the criminal justice system and not giving the impression that the end will always be treated as justifying any means. How the discretion will be exercised will depend upon the particular circumstances of each case, including such factors as the seriousness of the violation of the accused's rights; whether the police have acted in bad faith or maliciously; whether the misconduct was committed in circumstances of urgency, emergency or necessity; the availability of a sanction against the person(s) responsible for the misconduct; and the seriousness of the offence with which the accused is charged. These are merely examples of factors which may be relevant...» Όταν δε τίθεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ 522). Όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Εμπεδοκλή κ.α. (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ 529: «η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου μπορεί να προσλάβει διάφορες μορφές και δεν υπάρχουν εκ προοιμίου συμπεριφορές που μπορούν να καταταχθούν ως καταχρηστικές. Το όλο ζήτημα εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων.» 84. Στη Σπύρου ν. Ξενή, ECLI:CY:AD:2015:B742, Ποιν. Εφ. 223/2014, 11/11/2015, έγινε αναφορά στην υπόθεση Hui Chi-Ming v. R. [1992] 1 AC 34 P.C. και επισημάνθηκαν τα ακόλουθα: «Στη Hui Chi Ming v. R., η κατάχρηση της διαδικασίας καθορίστηκε ως "something so unfair and wrong that the court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respects a regular proceeding."» 85. Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2024, D3.66 παρατίθενται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα: "In Maxwell [2010] UKSC 48 (at [13]), cited in Warren v A-G for Jersey [2011] UKPC 10 (at [22]), Lord Dyson summarised the two categories of case in which the court has the power to stay proceedings for abuse of process: It is well established that the court has the power to stay proceedings in two categories of case, namely (
  1. i)where it will be impossible to give the accused a fair trial, and (
  2. ii)where it offends the court's sense of justice and propriety to be asked to try the accused in the particular circumstances of the case. In the first category of case, if the court concludes that an accused cannot receive a fair trial, it will stay the proceedings without more. No question of the balancing of competing interests arises. In the second category of case, the court is concerned to protect the integrity of the criminal justice system. Here a stay will be granted where the court concludes that in all the circumstances a trial will offend the court's sense of justice and propriety (per Lord Lowry in R v Horseferry Road Magistrates' Court, ex p Bennett [1994] 1 AC 42 (at 74G)), or will undermine public confidence in the criminal justice system and bring it into disrepute (per Lord Steyn in Latif [1996] 1 WLR 104 (at 112F)). In Crawley [2014] EWCA Crim 1028, Sir Brian Leveson P summarised the scope of abuse of process thus (at [17]-[18]): [T]here are two categories of case in which the court has the power to stay proceedings for abuse of process. These are, first, where the court concludes that the accused can no longer receive a fair hearing; and, second, where it would otherwise be unfair to try the accused or, put another way, where a stay is necessary to protect the integrity of the criminal justice system. The first limb focuses on the trial process and where the court concludes that the accused would not receive a fair hearing it will stay the proceedings; no balancing exercise is required. The second limb concerns the integrity of the criminal justice system and applies where the Court considers that the accused should not be standing trial at all, irrespective of the potential fairness of the trial itself. . [T]here is a strong public interest in the prosecution of crime and in ensuring that those charged with serious criminal offences are tried. Ordering a stay of proceedings, which in criminal law is effectively a permanent remedy, is thus a remedy of last resort. His lordship observed (at [21]) that 'cases in which it may be unfair to try the accused (the second category of case) will include, but are not confined to, those cases where there has been bad faith, unlawfulness or executive misconduct'. In such a case, 'the court is concerned not to create the perception that it is condoning malpractice by law enforcement agencies or to convey the impression that it will adopt the approach that the end justifies the means: the touchstone is the integrity of the criminal justice system' (at [23]). In Horseferry Road Magistrates' Court, ex parte Bennett [1994] 1 AC 42, Lord Griffiths (at p. 61H) said that if the courts have a power to interfere with the prosecution in such cases: . it must be because the judiciary accept a responsibility for the maintenance of the rule of law that embraces a willingness to oversee executive action and to refuse to countenance behaviour that threatens either basic human rights or the rule of law . I have no doubt that the judiciary should accept this responsibility in the field of criminal law." 86. Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους αυτού που επικαλείται την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή ή τερματισμό της (ίδετε Blackstone's Criminal Practice 2015, D3.76, σελ. 1326, Ex parte Badhan [1991] 2 Q.B. 78). Κατά κανόνα, θα πρέπει να αποδείξει όχι μόνο ότι υπήρξε κατάχρηση αλλά και ότι επηρεάζεται δυσμενώς, συνεπεία αυτής (βλ. Attorney Generals Reference (No. 2 of 2001) [2004] 2 A.C. 72 HL). 87. Σύμφωνα με τη νομολογία, το κυρίαρχο και μοναδικό ζήτημα που αναδύεται σε υποθέσεις, όπως η παρούσα, είναι η ύπαρξη ή όχι παραβάσεων του Κεφ. 96. Τα ελατήρια του κατηγόρου ή ο απώτερος σκοπός του, ακόμη και σε ιδιωτικές ποινικές διώξεις, είναι στοιχεία εντελώς άσχετα, υπό την έννοια ότι δεν αποτελούν έρεισμα για τον μη καταλογισμό ποινικής ευθύνης στον κατηγορούμενο. 88. Στη Neratzia Hotel Apartments Ltd ν. Αριστοδήμου Λτδ κ.ά.
(2004)2 Α.Α.Δ. 512 αναφέρθηκε ότι: «[σ]το πλαίσιο παραδεκτής ποινικής δίωξης [...] το θέμα εκφεύγει των παραμέτρων της ιδιωτικής διαφοράς. Η καταδικαστική απόφαση φέρνει τον ένοχο απέναντι στις επιπτώσεις όπως τις καθορίζει ο Νόμος, βεβαίως προς το δημόσιο συμφέρον, και η αυθύπαρκτη ποινική ευθύνη δεν αλλοιούται ή υποβαθμίζεται ανάλογα με το ποιές ήταν οι σχέσεις ή οι συνεννοήσεις των εμπλεκομένων. Πολύ λιγότερο όταν, όπως εν προκειμένω, την παράνομη ανέγερση την πραγματοποίησαν οι ενοικιαστές. Και, κυρίως, σε ό,τι αφορά στη διατήρηση ή μη της ούτως ή άλλως παράνομης οικοδομής, όσο και αν δεν υπήρχε στην παρούσα περίπτωση και προηγούμενο διάταγμα κατεδάφισης. Η τζαμαρία και η αποθήκη που ανήγειραν οι εφεσίβλητοι χωρίς άδεια ήταν παράνομες και η μη έκδοση διατάγματος για την κατεδάφισή τους για λόγους που αναφέρονται σε ιδιωτικές συνεννοήσεις ή στη στάση των εφεσειόντων, δεν ήταν παραδεκτοί στο πλαίσιο των αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου.» 89. Στην Neratzia Hotel Apartments Ltd v. Christoforou & Avraam (Catering Services) Ltd
(2004)2 ΑΑΔ 234 ήταν οι ιδιοκτήτες (εφεσείοντες) οι οποίοι είχαν προβεί στις προσθήκες και μετατροπές χωρίς να εξασφαλίσουν άδεια οικοδομής. Το Δικαστήριο καταδίκασε τους ενοικιαστές ωστόσο δεν επιβλήθηκε ποινή ούτε και διάταγμα κατεδάφισης επειδή «... η εφεσείουσα, που ήταν η αρμόδια για τη λήψη άδειας για τις μετατροπές που είχαν γίνει, παρέλειψε να πάρει οποιαδήποτε μέτρα για να νομιμοποιήσει τις αλλαγές και αντί αυτού προχώρησε στη μίσθωση του υποστατικού στην εφεσίβλητη εταιρεία, εισπράττοντας τα σχετικά ενοίκια από τη χρήση του. Ακολούθως προχώρησε στην καταχώριση αίτησης για έξωση και στην καταχώριση της παρούσας ποινικής διαδικασίας, σε μια προσπάθεια εξαναγκασμού των εφεσιβλήτων να της παραδώσουν κατοχή του υποστατικού.»
  1. Σημειώνεται ότι η δίωξη δεν είχε κριθεί ως καταχρηστική παρά τα ελατήρια των εφεσειόντων και παρότι ήταν οι ίδιοι που προέβησαν στις παράνομες μετατροπές. Ε. ΑΝΑΛΥΣΗ - ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
  2. Προχωρώ τώρα με την εξέταση του κατά πόσον στοιχειοθετήθηκαν στο απαιτούμενο επίπεδο οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι έχοντας κατά νου τη νομική πτυχή ως παρατίθεται στην προηγούμενη ενότητα, το βάρος απόδειξης, τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και οδήγησε στην εξαγωγή των σχετικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε.
  3. Εν πρώτοις, σημειώνεται ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι η επίδικη αποθήκη αποτελεί οικοδομή. Με βάση τη μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε ξεκάθαρα προκύπτει πως η αποθήκη αποτελεί οικοδομή εν τη εννοία του Κεφ.
  4. Πρόκειται περί μεταλλικής κατασκευής προσαρτημένης στη λοιπή οικοδομή, χρησιμοποιείται ως αποθήκη και χώρος επιδιόρθωσης ποδηλάτων και περικλείει και οριοθετεί χώρο.
  5. Το τεμάχιο στο οποίο βρίσκεται η επίδικη οικοδομή εμπίπτει στα δημοτικά όρια του Δήμου Στροβόλου. Ο Δήμος Στροβόλου είναι συνεπώς η αρμόδια αρχή με βάση το Κεφ.
  6. Η Κατηγορούμενη 1 είναι κάτοχος - ενοικιαστής των καταστημάτων 8,9 και 10 στο τεμάχιο
  7. Ο Κατηγορούμενος 4 είναι ένας εκ των διευθυντών της Κατηγορούμενης
  8. Η ανέγερση της αποθήκης προϋπόθετε την εξασφάλιση της απαραίτητης άδειας από την αρμόδια αρχή, άδεια την οποία ο Κατηγορούμενος 4 δεν έλαβε όταν ανήγειρε την οικοδομή. Ο Κατηγορούμενος 4 παραδέχθηκε άλλωστε δηλώνοντας ευθαρσώς ότι αυτός ανήγειρε την οικοδομή. Αν δεν ανεγείρετο η αποθήκη δεν θα ενοικίαζε τα καταστήματα ως ανέφερε κατά τη μαρτυρία του. Ο δε ΜΚ2, υπάλληλος του Δήμου Στροβόλου, διαπίστωσε κατόπιν μελέτης του σχετικού φακέλου ο οποίος διατηρείται από την αρμόδια αρχή ότι δεν εξασφαλίστηκε καμία άδεια οικοδομής από το Δήμο Στροβόλου, ούτε και υποβλήθηκε οποιαδήποτε αίτηση προς τούτο.
  9. Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία, δεν έχει αποδειχθεί όμως ότι η Κατηγορούμενη 1 ανήγειρε την αποθήκη / οικοδομή. Ο ΜΚ2 είχε αναφέρει ότι η αποθήκη υπήρχε εδώ και πολλά χρόνια. Η Κατηγορούμενη 1 εγγράφηκε στις 12.07.2018 με βάση το Τεκμήριο 14 το οποίο προσκομίστηκε από τους Παραπονούμενους. Ο ΜΚ3 ανέφερε ότι τα καταστήματα είχαν ενοικιαστεί αρχικά στον Κατηγορούμενο 4 και ότι το 2018 δεδομένου του ότι συστάθηκε η νέα εταιρεία, ήτοι η Κατηγορούμενη 1, καταρτίστηκε νέα σύμβαση ενοικίασης. Στην ουσία δεν προσκομίστηκε μαρτυρία ότι η Κατηγορούμενη 1 ανήγειρε την αποθήκη μετά την 12.07.2018 όταν συστάθηκε, δηλαδή όταν γεννήθηκε, η εταιρεία ως νομικό πρόσωπο. Ο δε Κατηγορούμενος 4 παραδέχθηκε επανειλημμένα κατά την αντεξέταση του ότι ο ίδιος ανήγειρε την επίδικη αποθήκη. Επιπρόσθετα, ο ΜΥ2 εργάζεται στην αποθήκη από το 2015, πράγμα που δεν αμφισβητήθηκε και συνεπώς, προκύπτει πως η αποθήκη προϋπήρχε και η ανέγερση της προηγείται της σύστασης της Κατηγορούμενης
  10. Συνεπώς, η Κατηγορούμενη 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται σε σχέση με την 1η κατηγορία.
  11. Ο Κατηγορούμενος 4 δεδομένου ότι παραδέχθηκε πως ο ίδιος ανήγειρε την αποθήκη δεν μπορεί να καταδικαστεί για ανοχή ή για το ότι επέτρεψε την ανέγερση από την Κατηγορούμενη
  12. Σημειώνω επίσης ότι κατηγορείται ως διευθυντής / αξιωματούχος της Κατηγορούμενης 1 ότι ανέχθηκε και επέτρεψε την ανέγερση της οικοδομής.
  13. Αφ' ης στιγμής η Κατηγορούμενη 1 δεν μπορεί να ανήγειρε την οικοδομή, για τους λόγους οι οποίοι προαναφέρθηκαν, σημαίνει ότι ο αξιωματούχος αυτής δεν μπορεί να θεωρείται ότι ο Κατηγορούμενος 4 ανέχθηκε την ανέγερση από την Κατηγορούμενη 1, ή ότι επέτρεψε στην Κατηγορούμενη 1 να ανεγείρει την οικοδομή. Οι όροι ανέχομαι και επιτρέπω προϋποθέτουν ότι το ένα πρόσωπο ανέχεται ή επιτρέπει σε κάποιο άλλο πρόσωπο να προβεί στην ανέγερση της οικοδομής.
  14. Ο Κατηγορούμενος 4 θα πρέπει να καταδικαστεί για το αδίκημα το οποίο διέπραξε ως προκύπτει από τη μαρτυρία η οποία έχε προσκομιστεί και έγινε αποδεκτή. Αυτό το οποίο προέκυψε από τη μαρτυρία ήταν ότι ο Κατηγορούμενος 4 ανήγειρε την επίδικη αποθήκη χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή. Εάν καταδικαζόταν στις κατηγορίες 2 και 3 τότε στην ουσία θα καταδικαζόταν για το ίδιο ουσιαστικά αδίκημα, την ίδια πράξη, τρεις φορές. Επομένως, ο Κατηγορούμενος 4 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες με αριθμούς 2 και
  15. Σημειώνω ότι έστω και αν η ανέγερση έχει γίνει με τη συγκατάθεση ή εν πάση περιπτώσει την ανοχή των ιδιοκτητών αυτό δεν είναι ικανό να άρει την παρανομία. Το ζήτημα αυτό αναλύεται πιο κάτω σε σχέση με την εισήγηση περί κατάχρησης διαδικασίας. Τροποποίηση κατηγορητηρίου
  16. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155 , αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι με τη μαρτυρία έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία δεν μπορεί να καταδικασθεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου, τότε μπορεί να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο κατηγορίας ή κατηγοριών για το ποινικό αυτό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα και να αποφασίσει πάνω σε αυτά ως εάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες να αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου. 103. Όπως προκύπτει από το πιο πάνω άρθρο και όπως διατυπώθηκε από τη νομολογία για την εφαρμογή του άρθρου 85
(4)πρέπει να συντρέχουν οι εξής τέσσερεις προϋποθέσεις: (α) Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον Κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο. (β) Είναι αδύνατη η καταδίκη του Κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου. (γ) Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο Κατηγορούμενος δεν υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του έχει επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου. Δηλαδή η ποινή που προβλέπεται για την κατηγορία που προστίθεται δεν υπερβαίνει εκείνη που προβλέπεται για τα αδικήματα του αρχικού κατηγορητηρίου. (δ) Η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν θα επηρεάσει δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του. 104. Η τροποποίηση κατηγορητηρίου συνιστά ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας μέσα στα πλαίσια των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Βασικό κριτήριο στην μεταβολή ενός κατηγορητηρίου είναι η απουσία δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του Κατηγορουμένου. Στην απόφαση Charalambous v. Municipality of Nicosia
(1965)2 C.L.R. 63, αναφέρθηκε ότι η πιθανότητα επηρεασμού της υπεράσπισης του κατηγορουμένου δεν μπορεί να αποκλειστεί όπου υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση των λεπτομερειών της υφιστάμενης κατηγορίας, συγκρινόμενη με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας που προστίθεται από το Δικαστήριο. 105. Έχοντας κατά νου τα όσα έχουν προαναφερθεί, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 85
(4)του Κεφ. 155 κατά τρόπο ώστε η ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στην υπό εξέταση περίπτωση για μεταβολή του κατηγορητηρίου δια της προσθήκης κατηγορίας να είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
  1. Η δε πλευρά του Κατηγορούμενου 4 και της Κατηγορούμενης 1 δεν επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο στην υπεράσπιση της, μεταξύ άλλων, διότι ο Κατηγορούμενος 4 δεν αμφισβήτησε ότι αυτός ανήγειρε την οικοδομή. Αντιθέτως είχε αμφισβητηθεί και υποβλήθηκε ότι η Κατηγορούμενη 1 δεν μπορεί να ανήγειρε την οικοδομή. Η έκθεση αδικήματος παραμένει η ίδια και τροποποιούνται στην ουσία οι λεπτομέρειες για να ανταποκρίνονται στη μαρτυρία που δόθηκε και αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει δηλαδή ουσιαστική διαφοροποίηση των λεπτομερειών υφιστάμενων κατηγοριών.
  2. Συνακόλουθα διατάσσεται η τροποποίηση του Κατηγορητηρίου δια της προσθήκης μιας κατηγορίας ως ακολούθως: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Δέκατη Κατηγορία Ανέγερση οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, κατά παράβαση των άρθρων 2,3
(1)(β) και 20
(1)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ως έχει τροποποιηθεί. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Ο Κατηγορούμενος 4 σε άγνωστο προς τους Παραπονούμενους χρόνο, προ της 31.05.2019, στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας, επί του τεμαχίου 219, Φ./ΣΧ. 21/61, W1, Τμήμα Ε, αριθμός εγγραφής Ε387, ιδιοκτησίας των παραπονούμενων («Ακίνητο»), ενώ κατείχε τα καταστήματα Α,Β και Γ στο Ακίνητο, προέβη άνευ αδείας της Αρμόδιας Αρχής, ήτοι του ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ληφθείσας πριν από την ανέγερση της οικοδομής, στην ανέγερση οικοδομής ήτοι μεταλλικού υποστατικού διαστάσεων περίπου 11.00 μ Χ 10.00 μ η οποία εφάπτεται στο πίσω μέρος των, υπό την κατοχή του Κατηγορούμενου 4 καταστημάτων Α,Β και Γ και καταλαμβάνει τους χώρους στάθμευσης 1,2,3 και 14,15 και 16 της όλης οικοδομής.»
  1. Υπό το φως των πιο πάνω διαπιστώσεων και επισημάνσεων και με δεδομένα τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του Κατηγορούμενου στην κατηγορία 10 η οποία έχει προστεθεί. Συνακόλουθα, ο Κατηγορούμενος 4 κρίνεται ένοχος την Κατηγορία αρ.
  2. Κατάχρηση διαδικασίας
  3. Όσον αφορά το ζήτημα της κατάχρησης, το ότι η επίδικη αποθήκη ανεγέρθηκε με την ανοχή των τότε ιδιοκτητών δια μέσου του αντιπροσώπου τους, αυτό δεν αναιρεί το ότι η αποθήκη ανεγέρθηκε χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή και συνεπακόλουθα, παρανόμως. Όπως αναφέρθηκε στην Α/φοί Λαμπριανίδη ν. Συμβ. Βελτ. Γερίου
(1989)2 Α.Α.Δ. 390 «[π]ρέπει να γίνει κατανοητό, τόσο από τους εφεσείοντες όπως και από κάθε πολίτη, στον προγραμματισμό των πράξεων του ότι ο νόμος δεν είναι μόνο η υπέρτατη αρχή αλλά και η μόνη πηγή για την απόκτηση δικαιωμάτων. Η προσδοκία για την ανοχή της παρανομίας δεν αποτελεί λόγο για τη διαιώνισή της.»
  1. Εν προκειμένω, ο Κατηγορούμενος 4 ισχυρίστηκε ότι οι ιδιοκτήτες ανέχθηκαν την ανέγερση της οικοδομής από τον ίδιο και μάλιστα συμμετείχαν στην ανέγερση καθότι ο ΜΚ3, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των ιδιοκτητών κατά τον χρόνο ανέγερσης του παράνομου υποστατικού, ήτοι των γονέων των τωρινών ιδιοκτητών (Παραπονούμενων), διευθέτησε την τοποθέτηση σκυροδέματος - πέδιλο για να την ανέγερση πάνω σε αυτό της μεταλλικής κατασκευής. Περαιτέρω, είναι παραδεκτό ότι οι ιδιοκτήτες το 2019 αποφάσισαν πως επιθυμούν να αξιοποιήσουν το Ακίνητο στο οποίο ανεγέρθηκε η επίδικη αποθήκη.
  2. Παρότι έκρινα την εκδοχή του Κατηγορούμενου 4 αξιόπιστη και αποδέχθηκα ότι ήταν με τη συγκατάθεση των τότε ιδιοκτητών που ανεγέρθηκε η επίδικη αποθήκη, με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ξεκάθαρο ότι τα ελατήρια των Παραπονουμένων ή ακόμη και η συγκατάθεση τους στην ανέγερση δεν έχουν σημασία. Αυτό το οποίο προέχει είναι η εφαρμογή του νόμου και όχι οι συνεννοήσεις μεταξύ των εμπλεκομένων και η ποινική ευθύνη δεν επηρεάζεται από τις συνεννοήσεις των μερών.
  3. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Neratzia Hotel Appartments Ltd v. Αριστοδήμου Λτδ κ.α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 512 από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου έντιμο κ. Κωνσταντινίδη «[η] καταδικαστική απόφαση φέρνει τον ένοχο απέναντι στις επιπτώσεις όπως τις καθορίζει ο Νόμος, βεβαίως προς το δημόσιο συμφέρον, και η αυθύπαρκτη ποινική ευθύνη δεν αλλοιούται ή υποβαθμίζεται ανάλογα με το ποιες ήταν οι σχέσεις ή οι συνεννοήσεις των εμπλεκομένων» (ο τονισμός είναι του του παρόντος Δικαστηρίου). 113. Περαιτέρω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Α. & P. Kkaras Estates Ltd v. A. & A. Topharos Catering Ltd κ.ά.
(2002)2 Α.Α.Δ. 400 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τα εσώτερα ελατήρια των κατηγόρων - εφεσειόντων, που δεν θα μας απασχολήσουν εδώ, δεν είχαν θέση στη συζήτηση της υπόθεσης. Σκοπός των εφεσειόντων ήταν, έστω και αργά, να εφαρμοστεί το διάταγμα του Δικαστηρίου. Γι' αυτό και απευθύνθηκαν και στους εφεσίβλητους, οι οποίοι γνώριζαν την παρανομία και την ανέχονταν, και ως εκ τούτου είχαν υποχρέωση να την άρουν.» 114. Πρέπει να σημειώσω ότι οι Παραπονούμενοι 1 - 3 έγιναν ιδιοκτήτες το 2019 δηλαδή, με βάση και σχετικό εύρημα του Δικαστηρίου, είκοσι
(20)χρόνια μετά την ανέγερση της παράνομης οικοδομής. Δεν μπορεί να τεθεί δηλαδή ότι οι Παραπονούμενοι οι οποίοι ήγειραν την παρούσα ιδιωτική ποινική δίωξη ενήργησαν κακόπιστα ή ότι εμποδίζονταν (estopped) να εγείρουν τη διαδικασία λόγω συμμετοχής τους στην παρανομία.
  1. Εάν ο Κατηγορούμενος 4 θεωρεί ότι οι ιδιοκτήτες δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους και εάν συνεπεία αυτού υποστεί ζημιά μπορεί να λάβει τα μέτρα του, ενδεχομένως με καταχώριση αστικής αγωγής αξιώνοντας θεραπεία για τη ζημιά την οποία υπέστη. Από τη στιγμή όμως που η οικοδομή κρίθηκε ότι είναι παράνομη, οι σχέσεις μεταξύ των μερών, οι προθέσεις των Παραπονουμένων και ο ισχυρισμός περί κωλύματος θεωρώ ότι δεν παρέχουν έρεισμα για επιτυχία εισήγησης περί κατάχρησης διαδικασίας.
  2. Εν ολίγοις, δεν θεωρώ ότι η παρούσα περίπτωση αποτελεί μια εξ αυτών στην οποία ο τερματισμός ή αναστολή της διαδικασίας είναι αναγκαία για την προστασία του κύρους του συστήματος απονομής της ποινικής δικαιοσύνης (a stay is necessary to protect the integrity of the criminal justice system). Επομένως, η εισήγηση για τερματισμό της υπόθεσης λόγω κατάχρησης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
  3. Κατ' ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν, η Κατηγορούμενη 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την πρώτη κατηγορία.
  4. Ο Κατηγορούμενος 4 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 2 και 3 και κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 10 η οποία έχει προστεθεί δυνάμει του άρθρου 85
(4)του Κεφ.
  1. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, σημειώνεται ότι σε ποινικές υποθέσεις η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας για την παροχή εξόδων δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα (Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 603. Εν προκειμένω, επιδικάζονται έξοδα ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ των Παραπονούμενων και εναντίον των Κατηγορούμενων μειωμένα όμως κατά το ήμισυ, λόγω της αθώωσης τους στις κατηγορίες 1 - 3 σε σχέση με τις οποίες διεξήχθη ακρόαση και δεδομένου ότι έχουν παραδεχθεί τις υπόλοιπες κατηγορίες. Υπ. ____________________ Χ. Σατσιάς Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.