← Κύπρος

THEMIS PORTFOLIO (H3) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. ΜΑΡΙΟΣ (ΛΕΑΝΔΡΟΥ) ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2734 / 2024, 4/11/2024

THEMIS PORTFOLIO (H3) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. ΜΑΡΙΟΣ (ΛΕΑΝΔΡΟΥ) ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 2734 / 2024, 4/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2734 / 2024 Μεταξύ: THEMIS PORTFOLIO (H3) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED Κατηγορούσα Αρχή / Αιτήτρια και ΜΑΡΙΟΣ (ΛΕΑΝΔΡΟΥ) ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Κατηγορούμενος / Καθ' ου η Αίτηση Ημερομηνία: 04 Νοεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή / Αιτητές: κ. Μ. Καούλλας για Δημητρίου & Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Κατηγορούμενο / Καθ' ου η Αίτηση: κ Α. Χατζησέργης για Ανδρέας Χατζησέργης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση ημερ. 02.08.2024 για Προσωρινό Διάταγμα («Αίτηση») Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1. Δια της παρούσης Αίτησης η Κατηγορούσα Αρχή / Αιτήτρια (εφεξής «Αιτήτρια») ζητεί από το Δικαστήριο: (α) Προσωρινό Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται ο Κατηγορούμενος / Καθ' ου η Αίτηση (εφεξής «Κατηγορούμενος» ή «Καθ' ου η Αίτηση») όπως εντός τριών

(3)ημερών από την επίδοση του Διατάγματος, τόσο ο ίδιος όσο και οι εκπρόσωποι και/ή αντιπρόσωποι και/ή υπάλληλοι του εκκενώσουν το μέρος της οικοδομής το οποίο κατέχουν στο κτίριο επί της οδού Καλλιπόλεως αρ. 6 (αρ. εγγραφής 1/[ ], Φ./Σχ. 21/550101, τμήμα 1, τεμ. [ ], Δήμος Λευκωσίας) και δη τα καταστήματα τα οποία λειτουργεί ο Κατηγορούμενος ως εστιατόριο με την επωνυμία «Καλλίπολις» και όπως απομακρύνουν οποιοδήποτε πρόσωπο κατέχει και/ή χρησιμοποιεί τα καταστήματα 6Ε, 6Ζ, 6Η τα οποία αποτελούν μέρος της οικοδομής. (β) Οποιοδήποτε άλλο ή περαιτέρω Διάταγμα ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο το Σεβαστό Δικαστήριο. (γ) Τα έξοδα της Αίτησης. 2. Η Αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο (Κεφ. 96), ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, άρθρα 2, 15Β, 15Δ και 20
(1)(η), 20
(2)(β), στους περί Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικούς) Κανονισμούς του 1963 μέχρι 2017, στο άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν14/60, ως έχει τροποποιηθεί, άρθρο 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, ως έχει τροποποιηθεί, άρθρο 9, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, Μέρη 1,2 και 23 (Κανονισμοί 1-16), στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου.
  1. Επιπρόσθετα, η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Ιωάννας Ευαγγέλου ως υπάλληλος και εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος των Αιτητών (εφεξής «ΕΔ Ευαγγέλου»). Β. ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
  2. Το παρόν κατηγορητήριο παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο στις 02.08.2024 με βάση το άρθρο 43 του Κεφ.
  3. Το κατηγορητήριο (ποινικό έντυπο αρ. 7) τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου την ίδια ημέρα για έγκριση και η καταχώριση του εγκρίθηκε από το Δικαστήριο.
  4. Το κατηγορητήριο περιλαμβάνει τρεις κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία αφορά την άρνηση του Κατηγορούμενου να προβεί στις δέουσες ενέργειες για υλοποίηση των αναγκαίων εργασιών για την άρση της επικινδυνότητας οικοδομής μετά τη λήψη της ειδοποίησης και εντός της καθορισθείσας προθεσμίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 15Β, 15Δ και 20
(1)(η) του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ως έχει τροποποιηθεί (εφεξής «Νόμος»). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος από την 18.07.2024 μέχρι και την ημέρα καταχώρισης της υπόθεσης παρότι επιδόθηκε σε αυτόν η εκ του Νόμου προειδοποίηση δεν προέβη στις απαραίτητες ενέργειες για την εκκένωση του Ακινήτου ούτως ώστε να υλοποιηθούν οι αναγκαίες εργασίες για την άρση της επικινδυνότητας του κτιρίου. 6. Η δεύτερη κατηγορία αφορά την εκούσια παρεμπόδιση προσώπου να ασκήσει ή να εκτελέσει οποιαδήποτε από τα καθήκοντα τα οποία προκύπτουν από την εφαρμογή του Νόμου και παρέμβαση στην άσκηση ή εκτέλεση αυτών κατά παράβαση των άρθρων 2, 15Β, 15Δ και 20
(2)(β) του Νόμου. Η τρίτη κατηγορία αφορά είσοδο σε ξένη περιουσία με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικά καθότι ο Κατηγορούμενος στις 19.06.2024 εισήλθε στην περιουσία της Κατηγορούσας Αρχής και τοποθέτησε χωρίς την έγκριση της βαρύ αντικείμενο και συγκεκριμένα φούρνο.
  1. Μόλις εγκρίθηκε η καταχώριση του κατηγορητηρίου η Κατηγορούσα Αρχή καταχώρισε την μονομερή Αίτηση δια της οποίας εξαιτείτο προσωρινού διατάγματος το οποίο να διατάσσει τον Κατηγορούμενο όπως εκκενώσει την οικοδομή την οποία χρησιμοποιεί εντός τριών ημερών από την επίδοση του Διατάγματος.
  2. Το Δικαστήριο αφού εξέτασε αμέσως την Αίτηση και την ένορκη δήλωση η οποία την υποστήριζε διέταξε όπως αυτή επιδοθεί και όρισε την Αίτηση για ακρόαση διαδικαστικών οδηγιών («ΑΔΟ») στις 08.08.
  3. Εκείνη την ημέρα αφού εμφανίστηκε ο κ. Χατζησέργης εκ μέρους του Κατηγορούμενου δόθηκαν οδηγίες για καταχώριση ένστασης, την καταχώριση συμπληρωματικής μαρτυρίας, ημερομηνίες για προώθηση αιτημάτων αντεξέτασης καθώς και ημερομηνία αντεξέτασης σε περίπτωση κατά την οποία εγκρινόταν τέτοιο αίτημα ως επίσης και ημερομηνίας για υποβολή αγορεύσεων και ακρόασης της Αίτησης. Ι. Μαρτυρία Αιτητών - Ε.Δ. Ευαγγέλου
  4. Στην ΕΔ Ευαγγέλου αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι είναι υπάλληλος στην Themis Portfolio Management Ltd και εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της Παραπονούμενης / Αιτήτριας (Τεκμήριο 1 - πληρεξούσιο). Στις 20.12.2022 η Αιτήτρια κατέστη η νόμιμη ιδιοκτήτρια του ακινήτου αρ. εγγραφής 1/[ ], Φ./Σχ. 21/550101, τμήμα 1, τεμ. [ ], Δήμος Λευκωσίας επί της οδού Καλλιπόλεως αρ. 6 (εφεξής «Ακίνητο»). Τίτλος ιδιοκτησίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  5. Ο Κατηγορούμενος κατέχει και χρησιμοποιεί τα καταστήματα αρ. 6Ε και 6Ζ δυνάμει ενοικιαστηρίου εγγράφου ημερ. 23.11.1998 μεταξύ του ιδίου και του προγενέστερου ιδιοκτήτη καθώς και το κατάστημα αρ. 6Η χωρίς την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας.
  6. Στις 15.04.2021 το κτίριο επί του Ακινήτου έχει κηρυχθεί ως επικίνδυνη οικοδομή από το Δήμο Λευκωσίας. Παρουσιάστηκε επιστολή ημερ. 25.05.2023 προς την Τράπεζα Κύπρου που ήταν η προηγούμενη ιδιοκτήτρια από το Δήμο Λευκωσίας στην οποία γίνεται αναφορά στην απόφαση κήρυξης της οικοδομής ως επικίνδυνης (Τεκμήριο 3). Στις 13.04.2023 εκδόθηκε άδεια κατεδάφισης για ολόκληρο το κτίριο (Τεκμήριο 4).
  7. Την 21.08.23 οι Αιτητές επέδωσαν στον Καθ' ου η Αίτηση επιστολή δια της οποίας ο τελευταίος καλείτο να παραδώσει ελεύθερη κατοχή των καταστημάτων τα οποία κατέχει ούτως ώστε να διενεργηθεί η κατεδάφιση ή να διενεργηθούν οι απαραίτητες εργασίες για την άρση της επικινδυνότητας του κτιρίου (Τεκμήριο 5). Ο Καθ' ου η Αίτηση αρνείται να παραδώσει κατοχή του καταστήματος το οποίο κατέχει.
  8. Η ενόρκως δηλούσα περαιτέρω αναφέρει ότι η άρνηση του Καθ' ου η Αίτηση να συνεργαστεί θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια ασφάλεια και υγεία. Η χρήση του καταστήματος ως εστιατόριο αυξάνει τον κίνδυνο τραυματισμού των διερχομένων και των παρευρισκόμενων θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή τους. Επιδόθηκε εκ νέου επιστολή ημερ. 08.07.2024 στον Καθ' ου η Αίτηση στη βάση των προνοιών του άρθρου 15 Β του Νόμου δια της οποίας τέθηκε η προθεσμία των τριών ημέρων για την εκκένωση των καταστημάτων για να ληφθούν μέτρα προστασίας του κοινού από την κηρυχθείσα ως επικίνδυνη οικοδομή (Τεκμήριο 6).
  9. Στο μεταξύ η Αιτήτρια ξεκίνησε τις εργασίες για άρση της άμεσης επικινδυνότητας του κτιρίου περιλαμβανομένων των: κάλυψη των όψεων της οικοδομής με δίκτυ εκτός των καταστημάτων τα οποία κατέχει ο Κατηγορούμενος, αφαίρεση των ασταθών τεμαχίων σκυροδέματος, περίφραξη της οικοδομής με κιγκλιδώματα, εκτός του χώρου του εστιατορίου, αφού ο Κατηγορούμενος δεν τους επιτρέπει να λάβουν προστατευτικά μέτρα σε σχέση με αυτό. Φωτογραφίες και έκθεση από το Δρ. Παντελή σε σχέση με την κατάσταση του κτιρίου κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
  10. Στην έκθεση ξεκαθαρίζεται πως αυτά τα μέτρα είναι προσωρινά και λήφθηκαν προς αποφυγή του άμεσου κινδύνου. Στο σκυρόδεμα του φέροντος οργανισμού της οικοδομής υπάρχει οξειδωμένος οπλισμός και καθίσταται απαραίτητη η τελική επισκευή ή η κατεδάφιση της οικοδομής.
  11. Η ενόρκως δηλούσα προβάλλει ότι η άρνηση του Κατηγορούμενου να εκκενώσει τους χώρους που χρησιμοποιεί θέτουν σε άμεσο κίνδυνο την ασφάλεια των διερχομένων καθώς και του κοινού εν γένει. Ο Κατηγορούμενος δεν επιτρέπει και εκούσια παρεμποδίζει την Αιτήτρια να λάβει μέτρα για την άρση της επικινδυνότητας της οικοδομής. Η άρνηση του να συμμορφωθεί με την απαίτηση για εκκένωση των καταστημάτων που κατέχει δείχνει πλήρη αδιαφορία για τη σωματική ακεραιότητα των χρηστών του δημοσίου χώρου που διατηρεί και λειτουργεί καθώς και των διερχόμενων πολιτών.
  12. Η Αιτήτρια ανά πάσα στιγμή μπορεί να βρεθεί υπόλογη προς τρίτα πρόσωπα, κρατικές, δημόσιες και αρμόδιες αρχές λόγω της άρνησης του Καθ' ου η Αίτηση να εκκενώσει τα καταστήματα τα οποία κατέχει για να επιτρέψει την λήψη μέτρων προστασίας.
  13. Ο Κατηγορούμενος επίσης εσκεμμένα και παράνομα αφαίρεσε μέρος της περίφραξης η οποία τοποθετήθηκε περιμετρικά του Ακινήτου για τοποθετήσει ένα φούρνο μπροστά από χώρο που ανήκει στην Αιτήτρια. Όταν δε επισκέφθηκαν εκπρόσωποι της Αιτήτριας το χώρο ο Κατηγορούμενος προκάλεσε ανησυχία απειλώντας τους ότι θα έχουν προβλήματα αν συνεχίσουν να λαμβάνουν μέτρα για την ασφάλεια του κτιρίου. Το συμβάν καταγγέλθηκε στην Αστυνομία.
  14. Ως Τεκμήριο 8 κατατέθηκε η απαντητική επιστολή του δικηγόρου του Καθ΄ ου η Αίτηση η οποία κατά την ενόρκως δηλούσα καταδεικνύει την καταφρονητική του στάση. Ξεκαθαρίζει επίσης ότι δεν πρόκειται να εκκενώσει τα υποστατικά και αποδίδει αλλότρια κίνητρα στους Αιτητές. Κατά την ενόρκως δηλούσα ο Κατηγορούμενος κρύβεται πίσω από το ότι θέσμιος ενοικιαστής για να συνεχίσει τη λειτουργία του εστιατορίου του σε μια οικοδομή η οποία κρίθηκε επικίνδυνη.
  15. Ο λόγος για τον οποίο καταχωρίστηκε η Αίτηση στις 02.08.2024 είναι επειδή από τότε που εκδόθηκε η άδεια κατεδάφισης (13.04.2024) γίνονταν συνεχείς επικοινωνίες με το Δήμο Λευκωσίας ούτως ώστε μέχρι να επιτευχθεί η κατεδάφιση να συμφωνηθούν τα απαραίτητα προσωρινά μέτρα για την προστασία του κοινού. Έγιναν και στο παρελθόν ενέργειες για άρση της επικινδυνότητας της οικοδομής ωστόσο η κατάσταση της οικοδομής επιδεινώθηκε με αποτέλεσμα να απαιτούνται πιο δραστικά μέτρα.
  16. Δεδομένου του ότι κάθε μέρα που περνά αυξάνεται ο κίνδυνος για το κοινό λόγω της κατάστασης της οικοδομής η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος είναι επιβεβλημένη. Μόνο αν διαταχθεί ο Κατηγορούμενος από Δικαστήριο θα εγκαταλείψει τα καταστήματα για να καταστεί εφικτό να ληφθούν μέτρα για την διασφάλιση της ασφάλειας του κοινού. ΙΙ. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Ιωάννας Ευαγγέλου («ΣΕΔ ΙΕ»)
  17. Στη ΣΕΔ ΙΕ επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1 εκτύπωση έρευνας στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών στην οποία φαίνεται πως τα πρόσωπα τα οποία την εξουσιοδότησαν να προβεί στην ΕΔ Ευαγγέλου είναι διευθυντές της Αιτήτριας.
  18. Επαναλαμβάνει πως το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Κατηγορούμενου επιβεβαιώνει τα όσα αναφέρει ότι δηλαδή ο Κατηγορούμενος αδιαφορεί πλήρως για την επικινδυνότητα του κτιρίου αφού αναφέρει πως ακόμα και αν υπάρχει αποκολλημένο σκυρόδεμα είναι ευθύνη της Αιτήτριας για να το επιδιορθώσει. ΙΙΙ. Η Ένσταση
  19. Στις 03.09.2024 καταχωρήθηκε η ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση και σύμφωνα με το έντυπο αρ. 36 - ένσταση σε εκκρεμούσα διαδικασία - ενίσταται στο σύνολο της Αίτησης («Ένσταση»).
  20. Στο σώμα της Ένστασης περιλαμβάνονται 24 (α - ψ) λόγοι ένστασης. Θα επιχειρήσω να παραθέσω μια περίληψη των λόγων ένστασης: 25.1 Εν πρώτοις ο Καθ' ου η Αίτηση προβάλλει ότι η Αίτηση είναι αβάσιμη και τίθεται κατ' ουσίαν ζήτημα νομιμοποίησης της Αιτήτριας να προωθεί την παρούσα Αίτηση για διάταγμα εκκένωσης με βάση το Νόμο. Η Αιτήτρια ως ιδιοκτήτρια δεν νομιμοποιείται να καταχωρίσει την Αίτηση για εκκένωση. Μόνο η αρμόδια αρχή μπορεί να εγείρει τέτοια Αίτηση με βάση το άρθρο 15Β
(1)(β) του Νόμου για εκκένωση και όχι ο ιδιοκτήτης. 25.2 Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Δεν υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της ποινικής υπόθεσης. Δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος για την έκδοση του Διατάγματος και η Αιτήτρια δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το Διάταγμα. 25.3 Από την ΕΔ Ευαγγέλου δεν προκύπτει ή να στοιχειοθετείται οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα. Στην ΕΔ Ευαγγέλου υπάρχουν κενά και είναι γενική, αόριστη και χωρίς επαρκή τεκμηρίωση. Επίσης, η ΕΔ Ευαγγέλου είναι παράτυπη και αντικανονική. 25.4 Η Αίτηση είναι καταχρηστική, εκδικητική, κακόπιστη, εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς και έχει ως σκοπό την έξωση του Κατηγορούμενου. Δεν ενδιαφέρει την Αιτήτρια η ασφάλεια του κοινού αλλά με την Αίτηση επιδιώκει να εξυπηρετήσει τα οικονομικά της συμφέροντα. 25.5 Αν εγκριθεί η Αίτηση θα παραβιαστεί το δικαίωμα του Κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. 25.6 Η Ιωάννα Ευαγγέλου δεν είναι το πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την Αίτηση, δεν είναι αρμόδιο πρόσωπο να προβεί στην Ε.Δ. και δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης της. 25.7 Τα καταστήματα αρ. 6Ε, 6Ζ, 6Η στην οδό Καλλιπόλεως αρ. 6 δεν αποτελούν επικίνδυνη οικοδομή εν τη εννοία του Νόμου. 25.8 Δεν επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο καμία έγγραφη ειδοποίηση από την αρμόδια αρχή η οποία να τον πληροφορεί για τους λόγους έκδοσης τέτοιας απόφασης και να τον καλεί να εκκενώσει τα καταστήματα. Δεν υπάρχει απόφαση ότι τα καταστήματα αποτελούν επικίνδυνη οικοδομή. 25.9 Το Δικαστήριο δεν έχει τη δικαιοδοσία να διατάξει την έξωση του θέσμιου ενοικιαστή (Κατηγορούμενου) καθότι αυτός απολαμβάνει την προστασία που παρέχει ο περί Ενοικιοστασίου Νόμος. Αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. 25.10 Αν εκδοθεί το Διάταγμα ο Κατηγορούμενος θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι θα καταστραφεί η επιχείρηση του η οποία κατέχει τις απαραίτητες άδειες. Η ταβέρνα λειτουργεί εδώ και 40 έτη. ΙV. Μαρτυρία Καθ' ου η Αίτηση
  1. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση (εφεξής «ΕΔ Παπαλεξάνδρου»). Στην ΕΔ Παπαλεξάνδρου επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης οι οποίοι παρατίθενται στο σώμα της Ένστασης.
  2. Αμφισβητείται επίσης η εξουσιοδότηση της ενόρκως δηλούσας να προβεί στην ΕΔ Ευαγγέλου. Ο ενόρκως δηλών παραδέχεται ότι η Αιτήτρια είναι ιδιοκτήτρια του Ακινήτου και ότι ο ίδιος είναι κάτοχος των καταστημάτων 6Ε, 6Ζ και 6Η τα οποία είναι μέρος του κτιρίου, ως θέσμιος ενοικιαστής. Δύο ενοικιαστήρια έγγραφα επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
  3. Στα καταστήματα λειτουργεί την ταβέρνα με την επωνυμία «Καλλίπολις» από το
  4. Αμφισβητεί το κατά πόσον εκδόθηκε απόφαση του Δήμου Λευκωσίας για την κήρυξη των τριών καταστημάτων που κατέχει ως επικίνδυνη οικοδομή. Εν πάση περιπτώσει δεν παρουσιάστηκε καμία απόφαση για την κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης ούτε και επιδόθηκε τέτοια απόφαση στον ίδιο. Ούτε και παρουσιάζεται οποιαδήποτε μελέτη από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής η οποία να τεκμηριώνει την επικινδυνότητα της οικοδομής. Από το Τεκμήριο 3 της ΕΔ Ευαγγέλου δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα περί της ύπαρξης νόμιμης απόφασης.
  5. Αναφέρει ότι η άδεια κατεδάφισης (Τεκμήριο 4 της ΕΔ Ευαγγέλου) είναι προγενέστερη του Τεκμηρίου 3 της ΕΔ Ευαγγέλου που καλεί την ιδιοκτήτρια του Ακινήτου να λάβει μέτρα για την άρση της επικινδυνότητας της οικοδομής. Η Αίτήτρια ισχυρίζεται ότι έλαβε μέτρα για την άρση της επικινδυνότητας του κτιρίου και δεν υπάρχει ανάγκη για κατεδάφιση του.
  6. Αναφέρει ότι έλαβε την επιστολή 21.08.2023 από τους προηγούμενους δικηγόρους της Αιτήτριας και ήταν σε διαπραγματεύσεις μαζί τους για να του καταβάλουν αποζημιώσεις προκειμένου να τους παραχωρήσει την κατοχή των καταστημάτων. Κανονικά αυτή η υπόθεση έπρεπε να απασχολήσει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Στην παρ. 17 της ΕΔ Παπαλεξάνδρου αναφέρονται λεπτομέρειες σε σχέση με τις διαπραγματεύσεις που είχε με τους προηγούμενους δικηγόρους της Αιτήτριας, για προτάσεις και αντιπροτάσεις που υποβλήθηκαν καθώς και για το ότι ανέμενε να αυξηθεί το ποσό της αποζημίωσης που θα ελάμβανε για να παράδωσει την κατοχή των καταστημάτων στις €100.
  7. Αντί απάντησης επί της αντιπρότασης του έλαβε την απειλητική επιστολή ημερ. 08.07.2024 από τους νυν δικηγόρους της Αιτήτριας (Τεκμήριο 6 στην ΕΔ Ευαγγέλου). Απάντησε δια μέσου των δικηγόρων του με επιστολή ημερ 15.07.2024 (Τεκμήριο 8 στην ΕΔ Ευαγγέλου) το περιεχόμενο της οποίας υιοθετεί.
  8. Θεωρεί ότι η παρούσα ποινική δίωξη είναι κακόβουλη και αβάσιμη και έχει ως σκοπό την έξωση του από τα καταστήματα στα οποία διεξάγει την επιχείρηση του εδώ και 40 έτη. Αποδίδει βαρύτατες κατηγορίες στην Αιτήτρια για εκβιασμούς, απειλές και παράνομες πρακτικές αφού απέτυχε η διαπραγμάτευση για την καταβολή αποζημίωσης προς τον ίδιο.
  9. Ουδέποτε αρνήθηκε να πράξει οτιδήποτε προκειμένου να ληφθούν μέτρα για την ασφάλεια του κτιρίου, ωστόσο αρνείται να παραδώσει κατοχή των καταστημάτων καθότι τέτοιο αίτημα είναι αυθαίρετο και παράνομο. Τα όσα του καταλογίζουν η Αιτήτρια για δήθεν επικινδυνότητα των καταστημάτων είναι ανήκουστα. Ανέθεσε σε πραγματογνώμονες να ετοιμάσουν μελέτες για τη στατικότητα των καταστημάτων τόσο για να βεβαιωθεί ότι οι πελάτες της ταβέρνας θα μπορούν να απολαμβάνουν με ασφάλεια το φαγητό που προσφέρει για να βεβαιωθεί ότι τα μέλη της οικογένειας του που εργάζονται εκεί είναι ασφαλείς, όσο και για να αντικρούσει τα όσα του καταλογίζουν.
  10. Ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε Τεχνική Έκθεση για τη στατική αποτίμηση του ισογείου της οικοδομής στην οδό Καλλιπόλεως αρ. 6Ε, 6Ζ, 6Η η οποία ετοιμάστηκε από τον Πολιτικό Μηχανικό Α.Ν. Χατζηγιαννακού. Το συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι ο σκελετός της οικοδομής του ισογείου (ταβέρνα) είναι στατικά επαρκής και η οικοδομή δεν μπορεί να κριθεί σε καμία περίπτωση ως επικίνδυνη. Ως Τεκμήριο 3 κατατέθηκε έκθεση της C.K. DRILCO LTD η οποία υπογράφεται από τον Κ. Κούτσουμπα, Γεωλόγο με θέμα «Εργαστηριακός έλεγχος πυρήνων σκυροδέματος». Πρόκειται για έλεγχο αντοχής του σκυροδέματος. Δείγματα λήφθηκαν από τις κολώνες των καταστημάτων τα οποία κατέχει ο Καθ' ου η Αίτηση.
  11. Κατά τον Καθ' ου η Αίτηση, η Αιτήτρια εκμεταλλεύεται τη νομοθεσία για να αποκομίσει όφελος για την ίδια και όχι για να εξυπηρετηθούν οι σκοποί του Νόμου. Τα καταστήματα τα οποία κατέχει δεν έχουν κανένα θέμα με τη στατικότητα τους, είναι ασφαλή και δεν υπάρχουν αποκολλημένα τεμάχια σκυροδέματος στην όψη των καταστημάτων. Εν πάση περιπτώσει ουδέποτε εμπόδισε την Αιτήτρια να λάβει μέτρα για επιδιόρθωση του κτιρίου.
  12. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να τοποθετηθούν κιγκλιδώματα και δίχτυ μπροστά από τα καταστήματα εφόσον δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος. Αν το πράξει αυτό η Αιτήτρια στην ουσία θα τον εξαναγκάζουν να κλείσει το κατάστημα του. Τα περί επικινδυνότητας είναι προφάσεις της Αιτήτριας για να τον αναγκάσει να παραδώσει κατοχή των καταστημάτων του.
  13. Ως Τεκμήρια 4 - 10 επισύναψε διάφορες άδειες περιλαμβανομένης άδειας οικοδομής, πιστοποιητικό έγκρισης, άδεια λειτουργίας κέντρου, πιστοποιητικό καταλληλόλητας του 2015, άδεια πώλησης ποτών, τιμοκατάλογο καθώς και φωτογραφίες. Προσθέτει ότι εδώ και 40 χρόνια κανένας δεν τραυματίστηκε στο χώρο της επιχείρησης του.
  14. Ο ίδιος ποτέ δεν παρεμπόδισε την Αιτήτρια να εκτελέσει τα καθήκοντα της. Αντιθέτως είναι η Αιτήτρια που επεμβαίνει στην επιχείρηση του. Η Αιτήτρια για να αποκομίσει κέρδος καταστρατηγεί με βάναυσο τρόπο τα δικαιώματα του και επιθυμεί να τον εκδιώξει από τα καταστήματα του. Το ότι η Αιτήτρια θα βρεθεί υπόλογη στις αρμόδιες αρχές είναι υποθετικά εφόσον καμία ειδοποίηση δεν έχει λάβει.
  15. Πράγματι η Αιτήτρια τοποθέτησε περίφραξη περιμετρικά του κτιρίου εκτός από το χώρο που βρίσκεται το εστιατόριο του. Όμως δεν επέμβηκε παράνομα ούτε και προκάλεσε οποιαδήποτε ζημιά στην περιουσία της Αιτήτριας. Δεν ισχύει ότι τοποθέτησε βαρύ αντικείμενο. Υπήρχε από προηγουμένως ένα φουρνάκι πάνω σε τροχούς για διαφημιστικούς σκοπούς το οποίο τοποθετεί μπροστά από το εστιατόριο του και ποτέ δεν το τοποθέτησε σε χώρο που ανήκει στην Αιτήτρια. Το τοποθετεί στο πεζοδρόμιο που είναι δημόσιος χώρος. Περαιτέρω, ουδέποτε απείλησε τον οποιοδήποτε από την Αιτήτρια ούτε και γνωρίζει για την ύπαρξη οποιασδήποτε καταγγελίας εναντίον του.
  16. Επιπρόσθετα, ο Καθ΄ου η Αίτηση αναφέρει ότι τα καταστήματα του και το κτίριο δεν έχει κηρυχθεί ως «επικίνδυνη οικοδομή». Αν όντως ήταν επικίνδυνη η οικοδομή η Αιτήτρια έχει την υποχρέωση να την επιδιορθώσει για την ασφάλεια όλων συμπεριλαμβανομένου και του ιδίου και όχι να ζητείται η έξωση του. Η πραγματική πρόθεση της Αιτήτριας είναι η κατεδάφιση του κτιρίου προκειμένου να εκμεταλλευτεί το Ακίνητο ως οικόπεδο με ελεύθερη κατοχή, δηλαδή με αυξημένη τιμή και χωρίς θέσμιους ενοικιαστές.
  17. Εάν εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά καθότι το κτίριο θα κατεδαφιστεί και δεν θα μπορεί να λειτουργήσει εκεί την επιχείρηση του ξανά. Εάν το Δικαστήριο τον αθωώσει στις αβάσιμες κατηγορίες που αντιμετωπίζει θα είναι πολύ αργά καθότι το κτίριο δεν θα υπάρχει.
  18. Η Ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων το οποίο συνοψίσθηκε πιο πάνω και με την υποβολή γραπτών και προφορικών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών. Ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξέταστηκε.
  19. Επισημαίνω, ότι τα επιχειρήματα τα οποία τέθηκαν και η μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε από τους διάδικους εξετάστηκαν σε όλη τους την εμβέλεια από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησής τους καθότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση τη οποία μπορεί να έχει στη θεώρηση των επίδικών θεμάτων (BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολ. Εφ. 117/2018, 16.03.2022, ECLI:CY:AD:2022:A113, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490). Γ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 43. Το άρθρο 15Β του Νόμου με πλαγιότιτλο «επικίνδυνες οικοδομές» προνοεί τα ακόλουθα: 15Β.-
(1)Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή είναι πεπεισμένη ότι οποιαδήποτε οικοδομή, κατοικημένη ή όχι, η οποία βρίσκεται στην περιοχή της αρμοδιότητάς της, είναι σε τέτοια κατάσταση, ώστε να γίνεται επικίνδυνη για τα πρόσωπα που διαμένουν σε αυτήν ή σε γειτονική οικοδομή ή για τους διερχομένους ή για τις γειτονικές οικοδομές και ότι είναι επιβεβλημένη η λήψη μέτρων για άρση τέτοιου κινδύνου, η αρμόδια αυτή αρχή δύναται- (α) Να εισέλθει αυτεπάγγελτα στην οικοδομή ή/και στο χώρο που την περιβάλλει και να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την άρση του άμεσου κινδύνου πρόκλησης σωματικής βλάβης, στη παρουσία αστυνομικού, σε περίπτωση που έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι θα παρεμποδισθεί στην άσκηση των εξουσιών της ή στην εκτέλεση των καθηκόντων της, (β) με έγγραφη ειδοποίησή της, που επιδίδεται στον ιδιοκτήτη ή/και στα πρόσωπα που διαμένουν σε αυτή, να πληροφορεί αυτούς για την απόφαση που λήφθηκε, καθώς και για τους λόγους οι οποίοι υποστηρίζουν την απόφαση αυτή και να τους καλεί όπως, εντός προθεσμίας που καθορίζεται στην ειδοποίηση, να εγκαταλείψουν και να εκκενώσουν την οικοδομή: Νοείται ότι, σε περίπτωση που πρόσωπο που διαμένει σε αυτήν αρνείται να εγκαταλείψει και να εκκενώσει την οικοδομή, η αρμόδια αρχή αιτείται την έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου για την απομάκρυνση προσώπων και την εκκένωση της οικοδομής, (γ) με έγγραφη ειδοποίησή της, που επιδίδεται στον ιδιοκτήτη, να πληροφορεί αυτόν για την απόφαση που λήφθηκε, καθώς και για τους λόγους οι οποίοι υποστηρίζουν την απόφαση αυτή και να καλεί αυτόν όπως, εντός προθεσμίας που καθορίζεται στην ειδοποίηση, η οποία σε καμιά περίπτωση δεν είναι μικρότερη των τριών
(3)ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης να- (
  1. i)διορίσει μελετητή για την ετοιμασία σχετικής έκθεσης ή/και μελέτης για την άρση της επικινδυνότητας και την επισκευή της οικοδομής και για την υποβολή αυτής άμεσα στην αρμόδια αρχή, ή/και (
  2. ii)επισκευάσει, απομακρύνει, προστατεύσει ή περιφράξει την οικοδομή και γενικά όπως λάβει όλα τα μέτρα που καθορίζονται στην ειδοποίηση για την άρση κάθε κινδύνου που απορρέει από τέτοια οικοδομή: Νοείται ότι, η αρμόδια αρχή δύναται να ζητήσει επιπρόσθετα μέτρα για την άρση της επικινδυνότητας.
(2)Σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης αδυνατεί να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες που περιγράφονται στην ειδοποίηση που εκδίδεται με βάση τις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ενημερώνει την αρμόδια αρχή γραπτώς, εντός τριών
(3)ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης, για τους λόγους για τους οποίους δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα προβλεπόμενα στην ειδοποίηση.
(3)Εάν μετά την επίδοση της ειδοποίησης στον ιδιοκτήτη, αυτός δεν συμμορφωθεί εντός της καθορισμένης προθεσμίας με τις απαιτήσεις που περιέχονται σε αυτήν, η αρμόδια αρχή δύναται να μεριμνήσει για τη διενέργεια τέτοιων έργων ως ήθελαν κριθεί κατάλληλα για την επισκευή, την απομάκρυνση, την προστασία ή την περίφραξη ή για την πραγματοποίηση των μέτρων που καθορίζονται στην ειδοποίηση και τα έξοδα αυτών καταβάλλονται από τον ιδιοκτήτη, δυνάμενα να αναζητηθούν δικαστικώς με αγωγή ως αστικό χρέος: Νοείται ότι, δεν είναι δυνατή η λήψη οποιουδήποτε μέτρου δυνάμει του παρόντος εδαφίου, αναφορικά με οικοδομή η οποία χρησιμοποιείται ως κατοικία, χωρίς διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την είσοδο σε τέτοια οικοδομή και τη λήψη των μέτρων που προτείνονται· το διάταγμα αυτό εκδίδεται κατόπιν διαδικασίας που αρχίζει με αίτηση διά κλήσεως σύμφωνα με τους οικείους δικονομικούς κανόνες: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που εντοπιστεί από την τοπική αρχή επικίνδυνη οικοδομή, η οποία βρίσκεται στην περιοχή της αρμοδιότητάς της, η τοπική αρχή οφείλει να ενημερώσει άμεσα την αρμόδια αρχή.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι όροι «Δικαστήριο», «επίδοση» και «ιδιοκτήτης» έχουν την ερμηνεία που τους αποδίδεται από τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 15Α.
  1. Σημειώνω ότι η «αρμόδια αρχή» με βάση το Νόμο «σημαίνει τον Διευθυντή Αδειοδότησης της Ανάπτυξης εκάστου Επαρχιακού Οργανισμού Αυτοδιοίκησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Επαρχιακών Οργανισμών Αυτοδιοίκησης Νόμου.».
  2. Το άρθρο 15Δ του Νόμου με πλαγιότιτλο «αδικήματα και ποινές» προνοεί τα ακόλουθα: 15Δ. Πρόσωπο το οποίο παραλαμβάνει την ειδοποίηση που καθορίζεται στις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15Β, αλλά δεν προβαίνει στις δέουσες ενέργειες για υλοποίηση των αναγκαίων εργασιών εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, διαπράττει αδίκημα και υπόκειται- (α) Σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τον ένα
(1)χρόνο ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί, και (β) σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί. 46. Σε αυτό το σημείο σημειώνω ότι το πρόσωπο το οποίο παραλαμβάνει την ειδοποίηση «που καθορίζεται στις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15Β» είναι ο ιδιοκτήτης (...με έγγραφη ειδοποίησή της, που επιδίδεται στον ιδιοκτήτη, να πληροφορεί αυτόν για την απόφαση που λήφθηκε..). Συνεπώς, το αδίκημα το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 15Δ του Νόμου απευθύνεται στον ιδιοκτήτη οικοδομής και όχι τον κάτοχο αυτής. 47. Τα σχετικά με την υπόθεση αδικήματα στο άρθρο 20 του Νόμου είναι τα ακόλουθα: 20.-
(1)Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού προστίμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο - . (η) παραβαίνει οποιαδήποτε ειδοποίηση επιδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15Β∙ ... διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί. 20.-
(2)Ανεξαρτήτως από την επιβολή οποιουδήποτε διοικητικού πρόστιμου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο το οποίο - (α) ... (β) εκούσια παρεμποδίζει οποιοδήποτε πρόσωπο να ασκήσει οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελέσει οποιαδήποτε από τα καθήκοντα τα οποία προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος Νόμου και των εκδιδόμενων δυνάμει αυτού Κανονισμών και Διαταγμάτων ή παρεμβαίνει στην άσκηση ή εκτέλεση αυτών· (γ) ... διαπράττει αδίκημα για το οποίο υπόκειται σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο ποινές μαζί και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης, σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα
(4)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις σαράντα χιλιάδες ευρώ (€40.000) ή και στις δύο ποινές μαζί.
  1. Το άρθρο 280 του Κεφ. 154 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος (που τιμωρείται σύμφωνα με το Κεφ. 154 ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία), ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.
  2. Η εξουσία ενός ποινικού Δικαστηρίου να εκδώσει προσωρινό διάταγμα σε αυτό το πλαίσιο προκύπτει από το άρθρο 20(3Α) του Νόμου: 20 (3Α) Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται κατηγορία που προσάχθηκε εναντίον κάποιου προσώπου για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση του εδαφίου
(1)δύναται κατόπι αίτησης ex parte να διατάξει αναστολή κάθε περαιτέρω εργασίας αναφορικά με κάποια υπό ανέγερση, κατεδάφιση, κατασκευή ή ανοικοδόμηση οικοδομή ή οδό ή την υπό μετατροπή της εγκεκριμένης χρήσης της οικοδομής, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης αναφορικά με την οποία προσάχθηκε η κατηγορία: Νοείται ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος υπόκειται στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των περί Δικαστηρίων Νόμων και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. 50. Όπως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 20 (3Α) η έκδοση τέτοιου διατάγματος υπόκειται στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, των περί Δικαστηρίων Νόμων και των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. 51. Το άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση προσωρινών Διαταγμάτων.[i] Το άρθρο 32 έχει τύχει πλούσιας και εκτεταμένης ανάλυσης από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σειρά υποθέσεων (ίδετε μεταξύ άλλων: Acropol Shipping Co. Ltd ν. Petros I. Rossis
(1976)1. C.L.R. 38, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R 557, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσιολάκκη κ.ά. ν. Στυλιανίδης
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 282) στις οποίες και καθορίστηκαν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν προκειμένου το Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης παρεμπίπτοντος Διατάγματος. Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά είναι οι ακόλουθες: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. (β) Ύπαρξη πιθανότητας ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το ενδιάμεσο Διάταγμα. 52. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται αίτηση για ενδιάμεσα Διατάγματα τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις οι οποίες υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, ενώ δεδομένη είναι πάντα η δυνατότητα αντεξέτασης. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248: «Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση τον πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης». 53. Στο στάδιο έκδοσης ενδιάμεσων Διαταγμάτων το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων σε σχέση με τα νομικά και/ή πραγματικά ζητήματα που προκύπτουν και η ενδιάμεση διαδικασία δεν μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας (ίδετε Τhe Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου [ανωτέρω], Νικόλα v. Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572)).
  1. Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση ήτοι το κατά πόσον υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αυτό που εξετάζεται είναι αν στην βάση των έγγραφών προτάσεων, αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στο νόμο ή από το δίκαιο της επιείκειας αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Θα πρέπει δηλαδή ο Ενάγων να ικανοποιήσει ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγομένου και ότι δεν είναι «επιπόλαιο και ενοχλητικό».
  2. Εν τέλει, η εξέταση στο στάδιο αναζήτησης προσωρινού διατάγματος της πρώτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 περιορίζεται στη δύναμη των δικογράφων και στα όσα αντικειμενικά προκύπτουν από αυτά. Το επίπεδο απόδειξης δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό, καθώς αναμένεται από τον Αιτητή μέσα από τα δικόγραφά του (εν προκειμένω μέσα από το κατηγορητήριο) να εγείρει το αγώγιμο δικαίωμά του το οποίο, ως ισχυρίζεται, παραβιάζει η αντίδικη πλευρά. Στην υπό εξέταση περίπτωση, σημείο αναφοράς για το Δικαστήριο αποτελούν οι εκθέσεις αδικημάτων των επίδικων κατηγοριών καθώς και οι λεπτομέρειες των αδικημάτων ως αυτές εμφαίνονται στο κατηγορητήριο.
  3. Σχετικά με την δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι η ύπαρξη πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα (something more than a mere possibility), αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (but something much less than the 'balance of probabilities') (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). 57. Όπως έχει αναφερθεί στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Η απλή προβολή ισχυρισμών δεν θεωρείται αρκετή. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας (Trafalgar Developments Ltd κ.α. ν. Uralchem Holdings P.L.G., Πολ. Έφ. 331/17, ημερ. 21.2.19).
  1. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης.
  2. Είναι επίσης νομολογημένο ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα, εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (T.A. Micrologic Com. Consult. Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1802). Σε αυτά τα πλαίσια και για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 ΑΑΔ 1980 και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λόρδος ν. Σιακόλας Πολ. Εφ. Ε143/2015: «... κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω και στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το πεδίο.» 60. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι το κατά πόσον θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην κυρίως υπόθεση (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή και ο Εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές της επιείκειας δεν θεωρείται απαραίτητη. 61. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην υπόθεση Εκδόσεις «Αρκτίνος» Λίμιτεδ κ.α. ν. Λοϊζίδου, Πολιτική Έφεση Ε7/2018 (η έμφαση είναι δική μου): «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.» 62. Στην Κυρισάββα κ.α. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245 σημειώθηκαν τα ακόλουθα κατά την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν. 14/60: «Υπήρχαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεδομένα στη βάση των οποίων θα μπορούσε εύλογα να θεωρηθεί ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εφόσον ο χαρακτήρας του κτήματος θα είχε σημαντικά, αλλά και τελεσίδικα, αλλοιωθεί αν αφηνόταν η οικοδομή (που περιλάμβανε την κατασκευή πεζοδρομίων, χώρου στάθμευσης, πρέμιξ, σιδηρών πασσάλων, πρόνοια όπως ορισμένα τμήματα παραχωρηθούν και εγγραφούν ως δημόσιοι πεζόδρομοι) να τελεσφορήσει. Αλλά και οι ακόλουθες επισημάνσεις του Δικαστηρίου, με τις οποίες συμφωνούμε απόλυτα, ήταν αρκετά σοβαρές για να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ του εφεσίβλητου: «Πρόσθετα μέσα στα κριτήρια κατά την άποψη του Δικαστηρίου που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την εξέταση αυτής της πτυχής, είναι και το ζήτημα το οποίο δεν έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί από τους καθ' ων, ότι δεν λήφθηκε ακόμη άδεια οικοδομής ενώ η πολεοδομική άδεια που λήφθηκε βασίσθηκε πάνω σε ορισμένα γεγονότα τα οποία δεν ήταν πλήρη, με αποτέλεσμα η αρμόδια αρχή όπως υποδεικνύει το τεκμήριο «ΣΤ» της Αίτησης να ζητήσει τη λήψη μέτρων από το Δήμο Αραδίππου για την αναστολή όλων των εργασιών. Αυτό το γεγονός από μόνο του, οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να θεωρείται εύκολη η αποκατάσταση της ζημιάς με την έννοια της επαναφοράς της στην προτέρα κατάσταση της πριν δηλαδή την επέμβαση εφόσον ενδεχόμενα θα υπάρχει εμπλοκή σε άλλες δικαστικές διαδικασίες για την κατεδάφιση του περιπτέρου με περαιτέρω προσπάθεια των καθ' ων να εξασφαλίσουν είτε εκ των υστέρων καλυπτική άδεια είτε παράταση χρόνου για την κατεδάφιση. Το Δικαστήριο αποτελεί το θεματοφύλακα γενικά του κράτους δικαίου και δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι η αρμόδια αρχή για τις ανοικοδομήσεις κτιρίων έχει λάβει μια συγκεκριμένη θέση μετά από την καταγγελία της όλης υπόθεσης από την πλευρά του αιτητή, που οδηγεί εκ πρώτης όψεως στο συμπέρασμα ότι η οικοδομή αυτή δεν θα έπρεπε να είχε αρχίσει καν.»...» 63. Περαιτέρω, στην υπόθεση Zena Company Ltd ν. Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848 με αναφορά στην απόφαση Κυρισάββα (ανωτέρω), σημειώθηκαν περαιτέρω τα ακόλουθα (ο τονισμός είναι το παρόντος Δικαστηρίου): «Προκύπτει ότι δεν ήταν αδήριτη ανάγκη η περαιτέρω εξήγηση της καταγραφείσας στην παρ. 29 της ένορκης δήλωσης της Κάνθερ, ότι θα ήταν δύσκολο και αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αρκούσε, υπό τις συνθήκες, η καταγραφείσα στην παρ. 30 σύνδεση των ενεργειών της εφεσίβλητης με το παράνομο της ενέργειας της, παρανομία που έχει τη δική της καταλυτική σημασία εφόσον ένα Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ανέχεται τη διαιώνιση μιας κατάστασης πραγμάτων κατά παράβαση είτε των συμφωνηθέντων, είτε του νόμου.» 64. Η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης δεν αρκούν, αλλά απαιτείται αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία (Loucas Panayiotou Estates ltd κ.α v. Hellenic Bank Public Company Ltd, Π.Ε. αρ. 203/2013, ημερ. 11/09/2019, Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1 Α.Α.Δ. 626, Penderhill Holdings Ltd κ.α. ν. Abramchyk κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A21, Π.Ε. αρ. 319/11 κ.α. ημερ. 13/1/2014). 65. Σημειώνεται επίσης ότι ο διάδικος ο οποίος αιτείται την έκδοση του προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 και σε περίπτωση αμφισβητούμενων γεγονότων η υποχρέωση απόδειξης τους βρίσκεται στους ώμους των αιτητών (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) A.A.Δ. 1377).
  1. Με δεδομένη την πλήρωση των τριών κριτηρίων του άρθρου 32, υπεισέρχεται στην όλη εικόνα το ζήτημα της εξέτασης του πιο σημαντικού ίσως παράγοντα στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ήτοι, το κατά πόσο είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» να εκδώσει το Δικαστήριο το αιτούμενο διάταγμα. Τα Δικαστήρια προτού εκδώσουν ή οριστικοποιήσουν προσωρινά διατάγματα, ανάλογα με την περίπτωση, θα πρέπει να λάβουν υπόψη και κάποιες ευρύτερες αρχές οι οποίες έχουν αποκρυσταλλωθεί και αναπτυχθεί μέσω της νομολογίας και των αρχών της επιείκειας. Σε περίπτωση κατά την οποία πληρούνται σωρευτικά όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη και τον παράγοντα του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience).
  2. Το Δικαστήριο ενεργώντας με βάση τους κανόνες του δικαίου της επιείκειας, διατηρεί σε κάθε περίπτωση την ευχέρεια να αρνηθεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, έστω και αν τηρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις έκδοσής του.
  3. Όπως έχει νομολογηθεί, το όλο ζήτημα συνίσταται στον ισοζυγισμό των ιδιαίτερων αναγκών των διαδίκων, υπό το φως πάντοτε των στοιχείων που καλύπτουν την κάθε περίπτωση. Στην όλη πορεία εντοπισμού ενός δίκαιου ισοζυγίου ο κάθε παράγοντας που καλύπτει την κάθε συγκεκριμένη υπόθεση αποκτά τη δική του σημασία και δυναμική στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος.
  4. Το Δικαστήριο, δηλαδή, θα πρέπει να αποφασίσει, συνεκτιμώντας και ζυγίζοντας όλα τα δεδομένα, κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να το εκδώσει το Διάταγμα, καθώς και θα ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί στις δύο πλευρές. Η οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου θα πρέπει να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας (Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)1(B)Α.Α.Δ.: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη.»). 70. Όπως, περαιτέρω, αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευστρατίου ν. Dicran Ouzounian and Company Limited, Πολιτική Έφεση 292/2010, ημερ. 20.01.2014 από το Ανώτατο Δικαστήριο: «...είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στη Films Rover International Limited v Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670».
  1. Ζητούμενο είναι η άσκηση από το Δικαστήριο, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, της διακριτικής του εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και να εξαλειφθεί, στο μέτρο του δυνατού, ο κίνδυνος αδικίας στην περίπτωση κατά την οποία φανεί ότι λανθασμένα χορηγήθηκε το παρεμπίπτον διάταγμα.
  2. Έχει νομολογηθεί ότι παράγοντες που επιδρούν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, οι διαβλεπόμενες επιπτώσεις από την έκδοση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος στο πρόσωπο των διαδίκων ή ακόμη και σε τρίτα πρόσωπα, η ίδια η συμπεριφορά των διαδίκων, η καθυστέρηση προσφυγής προς αναζήτηση θεραπείας προσωρινού διατάγματος, αλλά και τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, δεδομένου ότι η άσκηση της υπό αναφορά διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εδράζεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας. Διατάγματα Quia Timet
  3. Αναφορικά με Διατάγματα τύπου Quia Timet, στο σύγγραμμα «Διατάγματα» των κ.κ. Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 11, κάτω από τον τίτλο «Διάταγμα «Quia Timet» - Απειλούμενη ζημιά»: «Αυτού του είδους το διάταγμα δίδεται για να παρεμποδίσει επαπειλούμενη ζημιά. Συνήθως ο ενάγων κινεί την αγωγή του μετά την παραβίαση των δικαιωμάτων του και την πρόκληση ζημιάς. Στην περίπτωση διατάγματος Quia Timet ο ενάγων δύναται, αφού εναγάγει τον εναγόμενο ο οποίος απειλεί να παραβιάσει τα δικαιώματα του, να εξασφαλίσει το συγκεκριμένο απαγορευτικό διάταγμα ώστε να εμποδιστεί ο εναγόμενος να προχωρήσει στην τέλεση της απειλούμενης πράξης. Με αυτό τον τρόπο αναχαιτίζεται το ενδεχόμενο πρόκλησης ζημιάς ιδιαίτερα όταν η ζημιά που θα δημιουργείτο δεν θα μπορούσε εύκολα να αποζημιωθεί σε χρήμα, π.χ. η παρεμπόδιση ανέγερσης ή δημιουργίας ενός επικίνδυνου εργαστηρίου, ή ενός παράνομου πλυντηρίου αυτοκινήτων κατά παράβαση των όρων ενοικίασης του χώρου ή της παράνομης εισαγωγής προϊόντων. Λόγω της φύσης του διατάγματος απαιτείται σαφής και ισχυρή μαρτυρία ότι ο απειλούμενος κίνδυνος είναι άμεσος και ορατός και όχι ασαφής ή αόριστος. Επίσης, ότι η ζημιά είναι αναπόφευκτη και όχι μια απλή δυνατότητα ή απομακρυσμένη. Τέλος, η ζημιά θα πρέπει να είναι σοβαρή και να μην αποζημιώνεται χρηματικά, εκτός και αν ο εναγόμενος προσπαθεί να επιβάλει την οικονομική του ισχύ. Το βάρος είναι στους ώμους του ενάγοντα για να ικανοποιήσει το δικαστήριο για όλα τα πιο πάνω.»
  4. Περαιτέρω, αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελ. 188-189: «Συνήθως για να εκδοθεί ένα απαγορευτικό διάταγμα απαιτείται να έχει προκληθεί ζημιά η οποία αν δεν εμποδιστεί θα συνεχίσει, με αποτέλεσμα να παραβιάζονται τα δικαιώματα του ενάγοντα, π.χ. παράνομη εισαγωγή προϊόντων. Όμως όπου η ζημιά και παραβίαση των δικαιωμάτων του Ενάγοντα δεν έχει ακόμη επέλθει, αλλά υπάρχει σαφής μαρτυρία και ένδειξη ότι υπάρχει ορατός κίνδυνος ότι ο ενάγων θα υποστεί ζημιά, τότε το διάταγμα «Quia Timet» είναι βοηθητικό. Ο επαυξημένος κίνδυνος θα πρέπει να είναι άμεσος και θα πρέπει να υπάρχει αυξημένη πιθανότητα ότι θα επέλθει ζημιά μέχρι την ολοκλήρωση της αγωγής. Για παράδειγμα το δικαστήριο δεν θα διστάσει να επέμβει αν η επαπειλούμενη ζημιά είναι καταστροφικής φύσης ή δημιουργεί σημαντική οχληρία. Η ζημιά δεν πρέπει να είναι απομακρυσμένη για να εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα. Αναμφίβολα το μέγεθος και η σοβαρότητα της ζημιάς είναι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν. Αντίθετα, ασήμαντη ζημιά αγνοείται, όπως επίσης και ζημιά που μπορεί να αποζημιωθεί χρηματικά εκτός και αν ο εναγόμενος ενεργεί προκλητικά, χρησιμοποιώντας την οικονομική του ισχύ για να παραβιάσει τα δικαιώματα του ενάγοντα. Γι' αυτό και ορισμένες φορές η απόφαση κατά πόσον θα εκδοθεί ή όχι διάταγμα «Quia Timet» περιστρέφεται γύρω από το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων και του ισοζυγίου της ευχέρειας.»
  5. Περαιτέρω, στο σύγγραμμα «The Principles of Equitable Remedies», Specific Performance, Injunctions, Rectification and Equitable Damages, 3η έκδοση αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 360 για τα διατάγματα Quia Timet: «The words "quia timet" mean simply "since he fears". If an applicant seeks an injunction before the act of the defendant has occurred that is alleged to involve an interference with his rights, he is commonly said to seek a quia timet injunction. »
  6. Τα ιδιαίτερα γεγονότα και ιδιαίτερες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης είναι αυτά που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο όταν αυτό καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα πρέπει να εκδοθεί ή όχι ένα τέτοιο διάταγμα. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στη σελ. 363 του πιο πάνω συγγράμματος: «Therefore the criterion by which the degree of probability of future injury must be established is not fixed or invariable but rather depends on the various other relevant circumstances of the case. Accordingly the greater the prejudice or inconvenience that will be caused by the apprehended injury, if it occurs, the more readily will the court intervene despite uncertainties and deficiencies of proof; and it has been said by Russell L.J. that "the degree of probability of future injury is not an absolute standard: what is to be aimed at is justice between the parties, having regard to all the relevant circumstances". The court will take account of all relevant matters and will make such orders as appear most just in view of the various interests of the parties and of third persons. As a negative proposition, however, it may be safely stated that courts of equity in their auxiliary jurisdiction will not exercise their discretion by granting an injunction when the risk of injury that is complained of is merely insignificant or illusory» Δ. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
  7. Αφού έχω αντλήσει καθοδήγηση από το προαναφερόμενο νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο προχωρώ με την εξέταση του κατά πόσον πληρούνται στην παρούσα περίπτωση οι προϋποθέσεις για την έκδοση του Αιτούμενου Διατάγματος.
  8. Εν πρώτοις θα πρέπει να διακριβωθεί το κατά πόσον το παρόν Δικαστήριο έχει τη δικαιοδοσία να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα και/ή εάν η Αιτήτρια νομιμοποιείται να ζητά την έκδοση τέτοιου Διατάγματος για εκκένωση της οικοδομής.
  9. Έχοντας μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα άρθρα 15Β, 15Δ και 20 του Νόμου κατέληξα στο συμπέρασμα ότι στην παρούσα Αίτηση το Δικαστήριο δεν μπορεί να χορηγήσει στην Αιτήτρια την ενδιάμεση θεραπεία την οποία επιζητεί δια μέσου της Αίτησης καθότι η Αιτήτρια δεν είναι Αρμόδια Αρχή εν τη εννοία του Νόμου και επειδή το Δικαστήριο με βάση το άρθρο 20(3Α) έχει μόνο την εξουσία να αναστείλει κάθε περαιτέρω εργασία αναφορικά με κάποια υπό ανέγερση, κατεδάφιση, κατασκευή ή ανοικοδόμηση οικοδομή ή οδό και όχι να διατάξει εκκένωση οικοδομής.
  10. Το άρθρο 15Β του Νόμου προνοεί ότι στην περίπτωση κατά την οποία πρόσωπο το οποίο διαμένει σε οικοδομή αρνείται να εγκαταλείψει ή να εκκενώσει την οικοδομή παρά την επίδοση σε αυτό έγγραφης ειδοποίησης, η αρμόδια αρχή αιτείται την έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου για την απομάκρυνση των προσώπων και την εκκένωση της οικοδομής. Η αρμόδια αρχή μετά την τροποποίηση του Νόμου με τον Περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών (Τροποποιητικό Νόμο) του 2024, Ν. 89(Ι)/2024 (25.06.2024) είναι ο Διευθυντής Αδειοδότησης της Ανάπτυξης εκάστου Επαρχιακού Οργανισμού Αυτοδιοίκησης.
  11. Επομένως, η Αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να ζητά την εκκένωση και απομάκρυνση του Κατηγορούμενου από το Ακίνητο καθότι δεν αποτελεί την αρμόδια αρχή. Εν ολίγοις, δεν είναι ο σωστός Αιτητής για να μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει την αίτηση και να εκδώσει διάταγμα εκκένωσης.
  12. Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται κατηγορία με βάση το άρθρο 20
(1)έχει την εξουσία με βάση το άρθρο 20(3Α) του Νόμου να εκδίδει διάταγμα για αναστολή περαιτέρω εργασίας αναφορικά με υπό ανέγερση, κατεδάφιση, κατασκευή ή ανοικοδόμηση οικοδομή.
  1. Είναι την αναστολή της εργασίας ανέγερσης, κατεδάφισης, κατασκευής ή ανοικοδόμησης που έχει εξουσία το Δικαστήριο να διατάξει και όχι την αναστολή πάσης φύσεως εργασίας η οποία ενδέχεται να διεξάγεται εντός της οικοδομής με την ευρεία έννοια του όρου αναστολή. Εν προκειμένω, δεν διεξάγονται εργασίες ανέγερσης ή κατεδάφισης για να ανασταλθούν ούτε και επιζητείται η αναστολή τέτοιων εργασιών. Αντιθέτως, ζητείται μόνο εκκένωση της οικοδομής. Συνεπακόλουθα, το άρθρο 20(3Α) φαίνεται ότι δεν καλύπτει την παρούσα περίπτωση.
  2. Το δε άρθρο 32 του Ν.14/60 καθιστά ξεκάθαρο ότι παρέχει εξουσία έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων (απαγορευτικών, διηνεκών, ή προστακτικών) σε Δικαστήριο «κατά την άσκηση της πολιτικής του[ς] δικαιοδοσίας». Το παρόν ποινικό Δικαστήριο αντλεί την εξουσία του από το Νόμο και εν προκειμένω, εκτός των περιπτώσεων στις οποίες η αρμόδια αρχή προβαίνει στην υποβολή αίτησης, δεν έχει την εξουσία - στο πλαίσιο αίτησης καταχωρηθείσας από ιδιοκτήτη του ακινήτου - να εκδώσει διάταγμα εκκένωσης οικοδομής.
  3. Ούτε και μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε μια ερμηνεία του άρθρου 15Β του Νόμου κατά τρόπο που να νομιμοποιεί τον ιδιοκτήτη να προβεί σε τέτοια αίτηση για εκκένωση, ειδικά σε αυτό το πλαίσιο, ήτοι στο πλαίσιο μια ποινικής υπόθεσης, στο οποίο η νόμοι πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και υπέρ του Κατηγορούμενου. Θεωρώ πως αν ερμηνεύσω το άρθρο 15Β κατά τρόπο που να νομιμοποιείται ο ιδιοκτήτης να προβεί στην αίτηση εκκένωσης, θα ήταν σαν να έγραφα ξανά ή να τροποποιούσα το Νόμο, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να πράττει το Δικαστήριο σεβόμενο την αρχή της διάκρισης των εξουσιών.
  4. Υπό το φως των όσων προαναφέρθηκαν, η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Για σκοπούς πληρότητας και σε περίπτωση κατά την οποία η πιο πάνω ανάλυση είναι εσφαλμένη, θα προχωρήσω με την ανάλυση του κατά πόσον εν προκειμένω πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
  5. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την πρώτη προϋπόθεση, κατά πόσο δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην παρούσα υπόθεση. Έχοντας κατά νου την έκθεση αδικήματος έκαστης κατηγορίας και τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, προκύπτει ότι, για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι το κατηγορητήριο της υπό κρίση υπόθεσης αποκαλύπτει γνωστά στο νόμο ποινικά αδικήματα. Ως εκ τούτου, πληρείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου.
  6. Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο συντρέχει η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ήτοι, το κατά πόσο έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Για την κατάδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας θα πρέπει να προκύπτουν από την ένορκη δήλωση των Αιτητών συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία να παρέχουν ενδείξεις περί της ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος.
  7. Η έρευνα, όμως, του Δικαστηρίου αναφορικά με τη διακρίβωση της συνδρομής της δεύτερης προϋπόθεσης, θα πρέπει να σταματά στο σημείο όπου επιτρέπεται η διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, για τους περιορισμένους πάντα σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων σε σχέση με τα νομικά και/ή πραγματικά ζητήματα που προκύπτουν και η ενδιάμεση διαδικασία δεν θα πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας.
  8. Έχοντας κατά νου τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τα οποία έχω ήδη εκθέσει κατά το στάδιο της παράθεσης της μαρτυρίας η οποία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, καθίσταται κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι οι Αιτητές παραθέτουν το αναγκαίο, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, υπόβαθρο γεγονότων σε σχέση με τα ποινικά αδικήματα που προσάπτονται στον Κατηγορούμενο.
  9. Διίστανται βεβαίως οι εκδοχές σε αρκετά ζητήματα, όμως στο παρόν στάδιο, οι Αιτητές είχαν υποχρέωση παράθεσης επαρκούς μαρτυρίας που να καταδεικνύει προοπτική επιτυχίας. Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα σταματά όπου διαπιστώνεται ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Τα όσα αντιτείνει ο Κατηγορούμενος είναι ζητήματα τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης.
  10. Στην προκείμενη περίπτωση, εξετάζοντας τις θέσεις αμφοτέρων των διαδίκων και χωρίς το Δικαστήριο να αξιολογεί επί αντικρουόμενων εκδοχών και να προβαίνει σε ευρήματα επί της ουσίας της διαφοράς, κρίνω ότι στο παρόν στάδιο υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης των ουσιαστικών δικαιωμάτων των Αιτητών έναντι του Καθ' ου η Αίτηση.
  11. Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία έχει δοθεί μαρτυρία πως η Αιτήτρια επέδωσε ειδοποίηση στον Καθ' ου η Αίτηση και πως ο Καθ' ου η Αίτηση δεν συμμορφώθηκε με την ειδοποίηση. Το κατά πόσον η ειδοποίηση είναι καταχρηστική, ή παράτυπη ή εάν την ειδοποίηση μόνο η αρμόδια αρχή μπορεί να τη δώσει δεν είναι ζήτημα το οποίο θα αποφασίσει το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο αλλά θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης.
  12. Αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία, προσκομίστηκε μαρτυρία (Τεκμήριο 3) η οποία παραπέμπει σε απόφαση περί κήρυξης του κτιρίου από το Δήμο Λευκωσίας ως επικίνδυνο και για την επιβολή υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο προκύπτει από την εφαρμογή του Νόμου στην Αιτήτρια. Δεν αμφισβητήθηκε το ότι ο Κατηγορούμενος παραμένει στο Ακίνητο αν και ισχυρίζεται ότι τα καταστήματα δεν είναι επικίνδυνα και ότι ουδέποτε εκούσια παρεμπόδισε την Αιτήτρια - ιδιοκτήτρια να επιδιορθώσει το κτίριο. Ο Καθ΄ ου η Αίτηση επίσης αντιτείνει πως τα καταστήματα του δεν έχουν κηρυχθεί επικίνδυνα και πως δεν υπάρχει απόφαση για κήρυξη της οικοδομής ως επικίνδυνης.
  13. Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητα ύπαρξης των ουσιαστικών δικαιωμάτων της Αιτήτριας έναντι του Καθ' ου η Αίτηση. Η αναφορά στο Τεκμήριο 3, ΕΔ Ευαγγέλου σε επιστολή του Δήμου Λευκωσίας για κήρυξη της οικοδομής - ολόκληρου του ακινήτου - ως επικίνδυνης δημιουργεί αυτές τις ενδείξεις. Περαιτέρω, δεν έχει δοθεί μαρτυρία περί αμφισβήτησης της κήρυξης ολόκληρου του κτιρίου ως επικίνδυνου με κάποια προσφυγή ή άλλο μέτρο. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας όπως προαναφέρθηκε απαιτεί κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και επομένως η μη παρουσίαση της απόφασης κήρυξης της οικοδομής ως επικίνδυνη δεν οδηγεί απαρεγκλίτως σε αποτυχία της Αίτησης.
  14. Το ίδιο ισχύει και για την τρίτη κατηγορία. Το που τοποθετήθηκε ακριβώς ο φούρνος, αν ήταν βαρύ αντικείμενο ή αν μετακινείτο εύκολα είναι ζητήματα τα οποία δεν θα πρέπει στο πλαίσιο της Αίτησης να απασχολήσουν το Δικαστήριο.
  15. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση ήτοι, το κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί τα αιτούμενο διάταγμα. Σε ότι αφορά την τρίτη προϋπόθεση, οι Αιτητές αναφέρουν στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ότι η συνέχεια της λειτουργίας των καταστημάτων ως ταβέρνα ελλοχεύει κινδύνους για την ασφάλεια και υγεία του κοινού ένεκα της κατάστασης της οικοδομής και της κήρυξης της οικοδομής ως επικίνδυνης.
  16. Από τη στιγμή που δέχθηκα ότι η οικοδομή έχει κηρυχθεί ως επικίνδυνη (το Τεκμήριο 3 αναφέρεται στην κήρυξη ολόκληρης της οικοδομής ως επικίνδυνης) και η απόφαση αυτή δεν έχει προσβληθεί, έστω και όταν ο Καθ' ου η Αίτηση ενημερώθηκε για αυτή την απόφαση, θεωρώ ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Όπως και να προσεγγίσει κάποιος το ζήτημα όταν η οικοδομή κηρυχθεί ως επικίνδυνη θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για άρση της επικινδυνότητας. Στο Τεκμήριο 7 γίνεται λόγος για οξείδωση του οπλισμού στο σκυρόδεμα του φέροντος οργανισμού της οικοδομής. Ο Δρ. Παντελή δεν αντεξετάστηκε για αυτή του τη θέση. Οι δε γνωμοδοτήσεις που παρουσίασε ο Καθ' ου η Αίτηση αφορούν μόνο την κατάσταση του σκυροδέματος και όχι του οπλισμού ήτοι του σίδερου στο σκυρόδεμα.
  17. Με βάση τη σχετική νομολογία όσο πιο σοβαρός είναι ο κίνδυνος τόσο πιο εύκολά επεμβαίνει το Δικαστήριο. Εν προκειμένω η αρμόδια αρχή φαίνεται ότι κήρυξε την οικοδομή ως επικίνδυνη καθότι έκρινε ότι υπάρχει κίνδυνος για μεταξύ άλλων τα πρόσωπα τα οποία διαμένουν σε αυτήν.
  18. Σημειώνω ότι ο βασικός σκοπός του Κεφ. 96 είναι η προστασία του κοινού υπό την έννοια ότι διασφαλίζεται η ασφαλής από κατασκευαστικής άποψης χρήση των οικοδομών. Η ανέγερση και μετατροπή οικοδομών χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή όπως και η χρήση της οικοδομής αφ' ης στιγμής αυτή έχει κριθεί ως επικίνδυνη ελλοχεύει κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία του κοινού. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Έπαρχος Πάφου ν. Tremetoushiotis Developers Ltd, Ποιν. Εφ. 153 / 2018, 27.03.2019, η νομοθεσία είναι αυστηρή διότι σχετίζεται με την ασφάλεια των οικοδομών και κατ΄ επέκταση των χρηστών και με αυτό τον τρόπο και υπό αυτή τη φιλοσοφία πρέπει να ερμηνεύεται.
  19. Από τη στιγμή που γίνεται λόγος για επικίνδυνη οικοδομή για την υγεία των διαμενόντων σε αυτήν, για τους διερχόμενους και για το κοινό εν γένει θεωρώ ότι πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Το Δικαστήριο αποτελεί το θεματοφύλακα γενικά του κράτους δικαίου και δεν μπορεί να παραγνωρίσει το γεγονός ότι η αρμόδια αρχή έχει λάβει μια συγκεκριμένη θέση που οδηγεί εκ πρώτης όψεως στο συμπέρασμα ότι η οικοδομή αυτή δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται. Η συνέχιση της χρήσης μιας επικίνδυνης οικοδομής αποτελεί παραγνώριση της απόφασης της αρμόδιας αρχής και αυτό έχει τη δική του καταλυτική σημασία εφόσον το Δικαστήριο δεν μπορεί να ανέχεται τη συνέχισε μιας κατάστασης πραγμάτων που είναι αντίθετη με απόφαση της αρμόδιας αρχής.
  20. Παρά τους ισχυρισμούς του Καθ' ου η Αίτηση ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην παράγραφο 17 της ΕΔ Παπαλεξάνδρου αναφέρει ότι ο ίδιος αντιπρότεινε στην Αιτήτρια το ποσό των €100.000 ως αποζημίωση αφού του είχαν προτείνει αρχικά το ποσό των €20.000 και την κάλυψη των εξόδων μεταφοράς της επιχείρησης σε άλλο χώρο. Ο ισχυρισμός του για ανεπανόρθωτη ζημιά αντικρούεται από τη θέση του ότι στην ουσία η ζημιά του ανέρχεται σε €100.
  21. Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας ή των αναγκών της δικαιοσύνης ή το κατά πόσον θα ήταν δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θεωρώ ότι αυτό κλίνει υπέρ της Αιτήτριας. Σταθμίζοντας τη ζημιά την οποία δύναται να υποστεί η Αιτήτρια από τη μη χορήγηση προσωρινής θεραπείας δεδομένης της κήρυξης της οικοδομής ως επικίνδυνης και έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθηκαν κατά την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης ανωτέρω, κρίνω ότι η έκδοση του προσωρινού διατάγματος ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί στο τέλος της δίκης, ότι η παρούσα απόφαση είναι εσφαλμένη.
  22. Ως εκ τούτου, εάν το Δικαστήριο είχε την εξουσία να εκδώσει τέτοιο Διάταγμα για εκκένωση κατόπιν Αίτησης από ιδιοκτήτη και όχι από την αρμόδια αρχή, η Αίτηση θα πετύχαινε και θα εκδίδετο Διάταγμα ως το αιτητικό Α της Αίτησης. Δ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
  23. Ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, η Αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη και απορρίπτεται.
  24. Τα έξοδα, κατ' εφαρμογή του γενικού κανόνα, από τον οποίο δεν βρίσκω λόγο να αποκλίνω, ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ του Κατηγορούμενου / Καθ' ου η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Υπ. __________________ Χ. Σατσιάς, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [i] Άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, ως έχει τροποποιηθεί: Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα (απαγορευτικό, διηνεκές, ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη, εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, παρόλο που δεν αξιώνεται ή χορηγείται μαζί με αυτό οποιαδήποτε αποζημίωση ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι, δεν εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα, εκτός εάν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία, και ότι θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η πλήρης απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.