ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ν. 1.IMPLY LUNCH BOX LTD κ.α., Αρ. Yπόθεσης: 2569 / 2021, 24/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 2569 / 2021 ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ Κατηγορούσα Αρχή και
- SIMPLY LUNCH BOX LTD
- ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΑΘΟΚΛΕΟΥΣ Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 24.09.2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Α. Γιαλελή με κα. Μ. Κουλέντη Για Κατηγορούμενο 3: κα. Χ. Κωνσταντίνου με κ. Ρ. Βούργια Κατηγορούμενοι παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
- Οι Κατηγορούμενοι με βάση το κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν από έξι
(6)κατηγορίες έκαστος οι οποίες εδράζονται στις πρόνοιες του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν.35(Ι)/2007, ως έχει τροποποιηθεί (εν τοις εφεξής «Νόμος»). 2. Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη 1 αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 1,3,5,7,9 και 11 στο πλαίσιο των οποίων κατηγορείται ότι παρέλειψε να καταβάλει μηνιαίο μισθό σε μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό κατά παράβαση των άρθρων 2, 9
(1)και 20 του Νόμου. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών τις οποίες αντιμετωπίζει η Κατηγορούμενη 1 κατηγορείται ότι δεν κατέβαλε στην παραπονούμενη - εργοδοτούμενη της κ. Ανδρονίκη Λούμα (εφεξής «Παραπονούμενη») μέρος του μισθού της για το Μάρτιο του 2020 και το μισθό της για τους μήνες Απρίλιο 2020 μέχρι και τον Αύγουστο του
- Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες με ζυγούς αριθμούς από τη 2η μέχρι και τη 12η κατηγορία. Συγκεκριμένα κατηγορούνται ότι, υπό την ιδιότητά τους ως διευθυντές της Κατηγορούμενης 1, την παρακίνησαν ώστε να μην καταβάλει στην εργοδοτούμενή της, τους μισθούς της για τη χρονική περίοδο που προαναφέρθηκε.
- Δεδομένου ότι οι Κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζαν, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Το ζήτημα το οποίο τίθεται εν προκειμένω και ο λόγος για τον οποίο παρουσιάζει ενδιαφέρον η παρούσα υπόθεση είναι επειδή αμφισβητήθηκε το κατά πόσον υπήρχε σχέση εργοδότη - εργοδοτούμενου μεταξύ της Παραπονούμενης και της Κατηγορούμενης κατά τον επίδικο χρόνο. Η Παραπονούμενη εργάστηκε μόνο για δεκαπέντε
(15)ημέρες δοκιμαστικά και ακολούθως η Κατηγορούμενη ανέστειλε τις εργασίες της λόγω των μέτρων τα οποία αποσκοπούσαν στον περιορισμό της εξάπλωσης του κορωνοϊού.
- Κατά την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης έγιναν παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα: 5.1 Η Κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία. 5.2 Κατά τον επίδικο χρόνο οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ήταν διευθυντές της Κατηγορούμενης
- Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα ως έχουν εγκριθεί καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου.
- Η Κατηγορούσα Αρχή για την απόδειξη της υπόθεσής της κάλεσε δύο μάρτυρες, την Επιθεωρήτρια Εργασιακών Σχέσεων κυρία Τόνια Ολίβια Αντωνίου (ΜΚ1) και την Παραπονούμενη (ΜΚ2). Αφού το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι αποδείχθηκε επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με τους Κατηγορούμενους, τους κάλεσε σε απολογία. Οι Κατηγορούμενοι επέλεξαν όπως δώσουν ένορκη μαρτυρία. Για την υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία ο Κατηγορούμενος
- Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.
- Το δε περιεχόμενο των προφορικών αγορεύσεων των συνηγόρων των μερών έχει ληφθεί υπόψη και ειδική αναφορά σε επιχειρήματα που προβάλλονται γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση την οποία μπορεί να έχει στη θεώρηση των επίδικων θεμάτων (BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολ. Εφ. 117/2018, 16.03.2022, ECLI:CY:AD:2022:A113, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490). Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ (
- i)ΜΚ1 - Τόνια Ολίβια Αντωνίου 10. Πρώτος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή ήταν η κα Τόνια Ολίβια Αντωνίου, η οποία είναι Επιθεωρήτρια Εργασιακών Σχέσεων στο Επαρχιακό Γραφείο Λευκωσίας του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, από το 2013. Ήταν το πρόσωπο το οποίο εξέτασε και χειρίστηκε το παράπονο το οποίο υπέβαλε στην Κατηγορούσα Αρχή η Παραπονούμενη. Κατέθεσε γραπτή κατάθεση ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (Έγγραφο Α) και υιοθέτησε το περιεχόμενο της. 11. Στο Έγγραφο Α αναφέρει μεταξύ άλλων ότι την 29.05.2020, προσήλθε στο Επαρχιακό Γραφείο Λευκωσίας, η Παραπονούμενη, η οποία υπέβαλε παράπονο εναντίον της Κατηγορούμενης εταιρείας και των διευθυντών αυτής. Η Παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε στην Κατηγορούμενη από τις 02.03.2020 χωρίς να έχει τερματιστεί η εργοδότησή της και εκτελούσε καθήκοντα Executive Chef. Αντίγραφο του συμπληρωμένου εντύπου υποβολής παραπόνου, του εσωτερικού σημειώματος του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων και αντίγραφο της συμφωνίας εργοδότησης (δεν υπογράφεται από τον εργοδότη) κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 1. 12. Ειδικότερα, στο παράπονο της δήλωσε ότι εργάστηκε μέχρι τις 16.03.2020 όταν η Κατηγορούμενη ανέστειλε πλήρως τις εργασίες της λόγω κορονωϊού, αλλά ο εργοδότης της δεν της ανάφερε αν θα επέστρεφε στην εργασία της. Δεν έχει ενταχθεί στα σχέδια της κυβέρνησης για τον κορωνοϊό και ανέφερε ότι o εργοδότης της, της οφείλει μισθούς από τις 02.03.2020. 13. Η ΜΚ1 επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Κατηγορούμενο 3 και τον ενημέρωσε για το παράπονο. Ο Κατηγορούμενος 3 της ανέφερε ότι είχαν καταβληθεί τα δεδουλευμένα της Παραπονούμενης για τις μέρες του Μάρτη που έχει εργαστεί. Πέραν τούτου η Κατηγορούμενη 1 δεν θα προχωρούσε με την εργοδότηση της Παραπονούμενης, καθότι η θέση άνοιξε δοκιμαστικά και συνειδητοποίησαν ότι δεν υπήρχε ανάγκη για τη θέση αυτή. Επίσης, ο Κατηγορούμενος 3 ανάφερε ότι η εργοδότηση της Παραπονούμενης είχε τερματιστεί. Η ΜΚ1 ζήτησε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι υπήρχε τερματισμός της απασχόλησης. 14. Στις 24.07.2020 η ΜΚ1 απέστειλε επιστολή μέσω ηλ. ταχυδρομείου προς τους Κατηγορούμενους σχετικά με το παράπονο και δόθηκε προθεσμία μίας εβδομάδας, για να καταβληθεί το ποσό που εκκρεμούσε (Τεκμήριο 2). 15. Στις 23.09.2020, πραγματοποιήθηκε συνάντηση στα γραφεία του Τμήματος με τον Κατηγορούμενο 3 και την τότε δικηγόρο του. Κατά τη συνάντηση ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο 3 ότι σε περίπτωση κατά την οποία η εργοδότηση της Παραπονούμενης δεν είχε τερματιστεί από την εταιρεία και δεν είχε ενταχθεί σε κάποιο από τα σχέδια της κυβέρνησης για τον κορωνοϊό τότε είτε θα έπρεπε να επιστρέψει στην εργασία της, είτε να της καταβληθούν τα δεδουλευμένα της. 16. Μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε η ΜΚ1 με τον Κατηγορούμενο 2 της ανάφερε ότι απέστειλε επιστολή στην Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για να λάβει απάντηση σχετικά με την υπόθεση. 17. Στις 05.10.2020 και μετά από έρευνα μέσω της υπηρεσίας επιδομάτων του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ενημερώθηκε η Υπουργός από την τότε Διευθύντρια του Τ.Ε.Ε. (χειρόγραφες σημειώσεις επί της επιστολή από τους Κατηγορούμενους προς την Παραπονούμενη ημερ. 16.03.2020 - Τεκμήριο 4) ότι: 17.1 το όνομα της Κατηγορούμενης 1 δεν είχε περιληφθεί σε κανένα σχέδιο της κυβέρνησης για τον κορωνοϊό, 17.2 η εγγραφή της Παραπονούμενης στις ΥΚΑ έγινε την 01.06.2020 από την 01.03.2020, και 17.3 ότι ο τερματισμός της απασχόλησης στις κοινωνικές ασφαλίσεις έγινε με ισχύ από την 31.08.2020. 17.4 Με βάση τα πιο πάνω ο εργοδότης όφειλε να πληρώσει τουλάχιστον το 60% για τη χρονική περίοδο 1/3/2020 μέχρι 31/8/2020 συνολικού ύψους €4254. 18. Στις 04.11.2020 λειτουργοί του Τμήματος είχαν τηλεφωνική επικοινωνία με τους Κατηγορούμενους. Ο κ. Γιαλελή, δικηγόρος της εργοδοτικής πλευράς επικοινώνησε με το Τμήμα και ανέφερε ότι η εργοδότηση της Παραπονούμενης είχε τερματιστεί από τις 15.03.2020 αλλά η ίδια δεν παραλάμβανε την επιστολή τερματισμού και ότι υπάρχουν μάρτυρες που μπορούν να το αποδείξουν. Η κα Πέτρου του ανάφερε ότι μετά από έρευνα στις ΥΚΑ διαφάνηκε ότι τερματίστηκε η εργοδότηση της κας Λούμα στις 31/08/2020 και η εταιρεία όφειλε είτε να την εντάξει στα σχέδια της κυβέρνησης ή να την καλέσει πίσω στην εργασία της. Σε αντίθετη περίπτωση η εταιρεία οφείλει να της καταβάλει το 60% του συμφωνημένου μισθού για την περίοδο που η εταιρεία απασχολούσε την κα. Λούμα. Ο κ. Γιαλελή ενημέρωσε την κα Πέτρου ότι θα συζητήσει το θέμα με την εργοδοτική πλευρά και θα την ενημερώσει. 19. Στις 05.11.2020 η Παραπονούμενη πληροφορήθηκε για το ότι η εργοδοτική πλευρά δεν προτίθεται να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό και θα την ενημέρωναν για το κατά πόσον θα ασκείτο δίωξη εναντίον των Κατηγορούμενων. Στις 13.11.2020 στάλθηκε επιστολή προς τους Κατηγορούμενους με προθεσμία δύο εβδομάδων από τη λήψη της επιστολής να καταβάλουν τα ποσά που εκκρεμούν προς την Παραπονούμενη ενώ σε αντίθετη περίπτωση υπάρχει το ενδεχόμενο της ποινικής δίωξης (Τεκμήριο 3). 20. Οι Κατηγορούμενοι δεν κατέβαλαν κανένα ποσό προς την Παραπονούμενη. Ως εκ τούτου, το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων καταχώρησε ποινική δίωξη περί τις αρχές Μαΐου του 2021. 21. Ως Τεκμήριο 5 κατατέθηκε εκτύπωση των στοιχείων εργοδότησης της Παραπονούμενης από το πληροφοριακό σύστημα ΕΡΓΑΝΗ. Ως ημερομηνία έναρξης εργοδότησης φαίνεται η 2.3.2021 ενώ ως ημερομηνία λήξης η 31.08.2020. Ως Τεκμήριο 6 κατατέθηκε δέσμη εγγράφων στην οποία περιλαμβάνεται εκτύπωση από το σύστημα των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων της κατάστασης αποδοχών της Παραπονούμενης, κατάλογος εργοδοτήσεων, καθώς και επιστολή ημερ. 23.09.2020 από την Κατηγορούμενη προς την Υπουργό Εργασίας. 22. Περαιτέρω, η ΜΚ1 ανέφερε ότι στην Παραπονούμενη καταβλήθηκε μόνο ο μισθός από την 1.3.2020 μέχρι και την 15.03.2020, δεν είχε ενταχθεί σε κάποιο πρόγραμμα για λήψη επιδόματος λόγω αναστολής εργασιών της Κατηγορούμενης και η επιστολή τερματισμού της εργοδότησης δεν είχε σταλθεί στην ΜΚ1, για να μπορεί να την παρουσιάσει στην Παραπονούμενη. Μίλησε με την Παραπονούμενη για την επιστολή τερματισμού και της ανέφερε ότι ουδέποτε την έλαβε. 23. Κατά την αντεξέταση της ΜΚ1 της υποδείχθηκε η επιστολή τερματισμού στο Τεκμήριο 4. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων 1 και 2 διερωτήθηκε γιατί ανέφερε η ΜΚ1 ότι δεν είχε λάβει την επιστολή, για να τη δείξει στην Παραπονούμενη δεδομένου του ότι η ίδια την κατέθεσε ως τεκμήριο. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν είχε υπόψη της την επιστολή στις αρχές, όταν διερευνούσε την υπόθεση και την είδε μόνο όταν τέθηκε ενώπιον της με τις σημειώσεις της Διευθύντριας, περί τον Οκτώβριο του 2020. 24. Σε σχέση με το ότι η Παραπονούμενη μετά τις 15.03.2020 δεν είχε δουλέψει στην Κατηγορούμενη, η ΜΚ1 επέμεινε ότι επειδή στο σύστημα των κοινωνικών ασφαλίσεων φαινόταν ότι ήταν «γραμμένη» στην Κατηγορούμενη σημαίνει ότι ήταν σαν να συνέχισε να εργάζεται. Υπήρχε ανοιχτή η εργοδότηση της μέχρι την 31.08.2020. Η ΜΚ1 επέμεινε ότι από τη στιγμή που η εργοδότηση ήταν ανοιχτή, δεδομένης της κατάστασης με τα επιδόματα, ο εργοδοτούμενος δικαιούτο να λάβει το 60% του μισθού του, μέχρι την ημέρα που φαινόταν στο σύστημα των κοινωνικών ασφαλίσεων ότι εργαζόταν. Αυτές ήταν οι οδηγίες που είχε λάβει. 25. Δεν γνωρίζει αν η Παραπονούμενη αποτάθηκε στις κοινωνικές ασφαλίσεις, για να λάβει επίδομα. Υποβλήθηκε από το συνήγορο των Κατηγορούμενων ότι η ΜΚ1 αποφάσισε να πιστέψει τη μια πλευρά και να αγνοήσει εντελώς τις παραστάσεις των πελατών του. Η ΜΚ1 επικαλέστηκε τις σαφείς οδηγίες που είχε από τους ανώτερους της. 26. Υποδείχθηκε επίσης στην ΜΚ1 η συμφωνία εργοδότησης. Η ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι αρχικά δεν το είχε προσέξει ότι δεν είναι υπογραμμένη από τον εργοδότη (σελ. 16 πρακτικών, ημερ. 26.03.2024). Υποβλήθηκε η θέση ότι ο λόγος για τον οποίο δεν υπάρχει υπογραφή του εργοδότη είναι διότι η Παραπονούμενη δεν εργοδοτήθηκε ποτέ. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι η εργοδότηση ξεκίνησε στις 02.03.2020 και τερματίστηκε την 31.08.2020. Υποβλήθηκε ότι δεν έχει σημασία τι φαίνεται μέσα στο σύστημα των κοινωνικών ασφαλίσεων, από τη στιγμή που η Παραπονούμενη δεν εργαζόταν στην πραγματικότητα. 27. Η ΜΚ1 ανέφερε ότι στις αρχές της διερεύνησης δεν είχε στοιχεία ενώπιον της που να δείχνουν ότι είχε τερματιστεί η εργοδότηση της. Σε εκείνο το σημείο η ΜΚ1 κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 την απάντηση της δικηγόρου των Κατηγορούμενων ημερ. 27.07.2024 στην επιστολή ημερ. 24.07.2024 με τα επισυνημμένα σε αυτήν έγγραφα. Στο Τεκμήριο 7 αναφέρεται, μεταξύ άλλων ότι, η Παραπονούμενη προσλήφθηκε στις 2.3.2020 υπό δοκιμασία. Μετά το τέλος της δοκιμαστικής περιόδου στις 15.03.2020 ανακοινώθηκε στην Παραπονούμενη ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις της συγκεκριμένης θέσης και δεν θα προσληφθεί. 28. Σε ερώτηση κατά την αντεξέταση εάν η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε με βάση δεδουλευμένο μισθό η ΜΚ1 απάντησε ως ακολούθως: «Δεν τις εργάστηκε, οι υπολογισμοί έγιναν με βάση το ότι τον καιρό εκείνο, το χρονικό διάστημα εκείνο, οι εταιρείες ή θα εντάσσονταν στα προγράμματα στήριξης της κυβέρνησης και το προσωπικό τους θα πληρωνόταν, μέσω των σχεδίων αυτών ή θα συνέχιζαν να καταβάλλουν τους μισθούς των υπαλλήλων οι ίδιοι. Με αυτό το σκεπτικό, επειδή η συγκεκριμένη εργοδοτούμενη φαινόταν ότι δεν είχε τερματιστεί η απασχόλησή της στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων έγιναν οι υπολογισμοί, για το χρονικό διάστημα εκείνο το οποίο φαινόταν ότι εργοδοτείτο στην εταιρεία μέχρι τις 31/8/20.» 29. Υποβλήθηκε ότι δεν θα μπορούσε ο εργοδότης να την εντάξει στα σχέδια καθότι τερματίστηκε η εργοδότηση της. Η ΜΚ1 δέχθηκε ότι εάν όντως διδόταν η επιστολή τερματισμού Τεκμήριο 4 και τερματιζόταν η απασχόληση της δεν θα μπορούσε ο εργοδότης να την εντάξει σε οποιοδήποτε σχέδιο. 30. Διευκρίνισε επίσης ότι εάν όντως ήταν υπό δοκιμασία η Παραπονούμενη και δεν είχε συμπληρώσει 6 μήνες εργοδότησης θα μπορούσαν να τερματίσουν την απασχόλησή της χωρίς προειδοποίηση. Σε ερώτηση αν θεωρεί ότι δεν έλαβε χώρα ο τερματισμός με την επιστολή στο Τεκμήριο 4 η ΜΚ1 απάντησε ότι δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Ωστόσο η ίδια θεώρησε ως τερματισμό εργοδότησης την ημερομηνία που καταχωρίστηκε στις κοινωνικές ασφαλίσεις. 31. Σε υποβολή ότι οι Κατηγορούμενοι εν καιρώ πανδημίας δεν μπορούσαν να μεταβούν στις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για να προβούν σε τερματισμό της απασχόλησης, η ΜΚ1 απάντησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει. 32. Υποβλήθηκε επίσης ότι η ΜΚ1 δεν προέβη σε σωστή διερεύνηση της υπόθεσης, υποβολή την οποία απέρριψε η μάρτυρας. Σε ερώτηση γιατί δεν έλαβε υπόψη το Τεκμήριο 4 ανέφερε ότι οι οδηγίες που είχε ήταν να βασιστεί στο τι ήταν καταχωρισμένο στις κοινωνικές ασφαλίσεις. 33. Για το πώς υπολόγισε το ποσό το οποίο αναφέρεται στις λεπτομέρειες των κατηγοριών η ΜΚ1 ανέφερε ότι υπολόγισε το 60% του μισθού της, ως εάν να ήταν ενταγμένη στα σχέδια για τη μερική αναστολή των εργασιών. Υποβλήθηκε ότι η Παραπονούμενη δεν μπορούσε να λάβει επίδομα. 34. Η ΜΚ1 περαιτέρω παραδέχθηκε πως στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρχαν δεδουλευμένα. Από την άλλη φαινόταν πως η εργοδότησή της είχε τερματιστεί στις 31.08.2020. Σε ερώτηση αν εργοδοτήθηκε σε άλλη εταιρεία την περίοδο που η Κατηγορούσα Αρχή θεωρούσε ότι ήταν εργοδοτούμενη στην Κατηγορούμενη, η ΜΚ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Ούτε και γνώριζε αν θα ήταν δικαιούχος επιδόματος, αν εργαζόταν κάπου αλλού την ίδια περίοδο. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Κατηγορούμενου 3 παρέπεμψε την ΜΚ1 στο Τεκμήριο 6, όπου φαίνεται πως η Παραπονούμενη εργοδοτήθηκε την 01.07.2020 σε άλλον εργοδότη. Σε ερώτηση αν διερεύνησε το κατά πόσον η άλλη εταιρεία ήταν κλειστή ή όχι την επίδικη περίοδο, η ΜΚ1 απάντησε αρνητικά και παραδέχθηκε ότι ίσως να έπρεπε να το διερευνήσει. 35. Περαιτέρω, παραδέχθηκε η ΜΚ1 ότι από τη στιγμή που από την 01.07.2020 η Παραπονούμενη εργαζόταν σε άλλη εταιρεία, δεν μπορούσε να ενταχθεί σε σχέδιο της κυβέρνησης, σε σχέση με στήριξη εργοδοτουμένων και επιχειρήσεων, λόγω αναστολής εργασιών. 36. Επιπρόσθετα, κατά την αντεξέτασή της από τη συνήγορο του Κατηγορούμενου 3 η ΜΚ1 αποδέχθηκε ότι οι καταχωρίσεις στο σύστημα των κοινωνικών ασφαλίσεων χρησιμοποιούνται ως μαρτυρία ή ως μέσο για την επιβεβαίωση των όσων αναφέρει κάποιος παραπονούμενος. (
- ii)ΜΚ2 - Παραπονούμενη 37. Η Παραπονούμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι, ασχολείται με τη μαγειρική τέχνη, αναγνώρισε τους Κατηγορούμενους 2 και 3 και ανέφερε ότι της είχαν προσφέρει εργασία το 2020. Την είχαν προσλάβει ως σεφ για ένα συγκεκριμένο project που αφορούσα φαγητό σε πακέτα. Ξεκίνησε από τον Ιανουάριο και συζήτησαν το θέμα, αποφάσισαν να προχωρήσουν μέχρι που έγινε το πρώτο lockdown τον Μάρτιο του 2020. Μάλιστα υπέγραψε τις κάρτες των κοινωνικών ασφαλίσεων από τον Ιανουάριο. Επειδή επρόκειτο για κάτι καινούριο υπήρξε δοκιμαστική περίοδος. 38. Της έδωσαν τη σύμβαση εργοδότησης, επειδή το ζήτησε η ίδια και αφού είχε περάσει ενάμισι μήνας, αλλά ο ένας εκ των διευθυντών απουσίαζε στο εξωτερικό. Όταν είδε τον εργοδότη της μια μέρα πριν το lockdown και τον ρώτησε τι θα γινόταν με την ίδια, της ανέφερε «κατά λέξη» να μην ανησυχεί και θα την καλύψουν. Ακολούθως έμεινε στο σπίτι όπως όλος ο κόσμος. Ήρθε σε επικοινωνία με τον ένα εκ των δύο διευθυντών (στη συνέχεια διευκρίνισε πως ήταν με τον Κατηγορούμενο 3) και της είπαν πως θα υπέβαλλαν αίτηση, για να πληρωθεί μέσω του προγράμματος που εξήγγειλε η Υπουργός. Περί τα μέσα του Απριλίου του 2020 έλαβε ένα μήνυμα το οποίο ανέφερε πως είχε υποβληθεί αίτηση. 39. Αφού πέρασε το Πάσχα ανέμενε ότι θα πληρωνόταν αλλά η ίδια δεν είδε τίποτε στο λογαριασμό της. Περί τα τέλη Απριλίου είχαν ξανά επικοινωνία και τότε την ενημέρωσαν ότι για κάποιο λόγο δεν μπορούσαν να υποβάλουν την αίτηση με το σύστημα. Όταν τους ρώτησε τι θα γίνει με μένα, δεν της έδωσαν κάποια απάντηση, αλλά της ανέφεραν ότι θα ανοίξουν ξανά και θα επιστρέψει στην εργασία της. Ωστόσο, δεν το δέχτηκε, καθότι θεωρούσε ότι έπρεπε να αποζημιωθεί για την περίοδο που ήταν εκτός εργασίας. Συνεπώς, μετέβη η ίδια στο Υπουργείο και ενημερώθηκε ότι δεν είχε υποβληθεί αίτηση από τον εργοδότη της, για επίδομα. Επικοινώνησε ξανά με τον εργοδότη της αλλά δεν της είπαν τίποτε και συνεπώς προέβη σε καταγγελία. 40. Δεν έλαβε ποτέ επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών της και διερωτήθηκε γιατί να υποβάλει τον εαυτό της σε αυτή τη διαδικασία, εάν ελάμβανε επιστολή τερματισμού της εργοδότησής της. Μετά τις 15 Μαρτίου 2020 δεν πληρώθηκε κανένα ποσό, ούτε από τους Κατηγορούμενους αλλά ούτε και έλαβε επίδομα από την Κυβέρνηση. 41. Περαιτέρω, η Παραπονούμενη περιέγραψε την ταλαιπωρία την οποία υπέστη καθότι δεν έπαιρνε απαντήσεις από κανέναν, στις κοινωνικές ασφαλίσεις φαινόταν ότι οι εργοδότες της δεν κατέβαλλαν εισφορές (φαινόταν ότι ήταν εργοδοτούμενη με μηδενικό εισόδημα), ενώ είχε πολύ σοβαρά προβλήματα. Διόρισε μία δικηγόρο για να απαιτήσει από τους εργοδότες της αυτά που δικαιούτο, ωστόσο δεν έλαβε καμία απάντηση. 42. Εκτός από το μήνυμα ότι είχε ενταχθεί στα σχέδια της κυβέρνησης το οποίο δεν το κράτησε, αναφέρθηκε σε διάφορες καταθέσεις και έγγραφα τα οποία ωστόσο δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο. 43. Κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο των Κατηγορούμενων 1 και 2 ανέφερε ότι η απαίτηση της είναι να πληρωθεί τα χρήματα που της αναλογούν, για το διάστημα κατά το οποίο δεν εργαζόταν λόγω του lockdown δηλαδή μέχρι το Μάϊο του 2020. Ωστόσο, αργότερα ανέφερε ότι απαιτεί και τους μισθούς μέχρι τον Αύγουστο του 2020, καθότι οι εργοδότες της δημιούργησαν μια «θολή κατάσταση» για την οποία απαιτεί να αποζημιωθεί. Δεν είχε ξεκάθαρη εικόνα και δεν μπορούσε να αποταθεί, για να λάβει ανεργιακό επίδομα. 44. Τον Αύγουστο ανέφερε ότι δεν γνώριζε ότι την είχαν απολύσει. Σε ερώτηση γιατί εργάστηκε τον Ιούλιο, αν δεν ήξερε το κατά πόσον την είχαν απολύσει η Παραπονούμενη ανέφερε ότι εργάστηκε 5-6 φορές. Παραδέχθηκε εν τέλει ότι έλαβε μισθό, αλλά για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, καθότι εργαζόταν υπό το καθεστώς μερικής απασχόλησης. Αναγνώρισε αντίγραφο της επιταγής που έλαβε τον Ιούλιο του 2020 από την εταιρεία Ivory Papel Enterprises Ltd. Υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη πως δεδομένου ότι εργαζόταν αλλού, τον Ιούλιο του 2020 είναι παράλογο να απαιτεί ταυτόχρονα να της κατέβαλλαν οι Κατηγορούμενοι κοινωνικές ασφαλίσεις τον Ιούλιο του 2020. Η Παραπονούμενη ανέφερε ότι το παράπονο της στις κοινωνικές ασφαλίσεις (Τεκμήριο 8) δεν αφορά μόνο τον Ιούλιο, αλλά είχε γενικότερα παράπονο και προσπαθούσε απελπισμένα να βρει απαντήσεις: «..δεν είχα απάντηση από πουθενά και έψαχνα να βρω τι γίνεται με εμένα και από πού πρόκειται να πληρωθώ.» 45. Σε υποβολή ότι η Παραπονούμενη εκμεταλλεύτηκε το σύστημα απάντησε ότι προσπάθησε να ακουστεί η φωνή της και δεν είχε τρόπους. 46. Σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης της (σελ. 18-19 πρακτικών 21.05.2024) η Παραπονούμενη περιόρισε στην ουσία την απαίτηση της από τις 16 Μαρτίου μέχρι τα μέσα Μαΐου. Ανέφερε επίσης ότι πριν να προσληφθεί στην Κατηγορούμενη λάμβανε επίδομα ανεργίας και παραδέχθηκε ότι δεν δικαιούτο να λάβει επίδομα ανεργίας, όταν είχε τερματιστεί η εργοδότηση της στην Κατηγορούμενη. 47. Αντεξετάστηκε επίσης σε σχέση με το παράπονο της - Τεκμήριο 1 - στο οποίο αναφέρεται ότι «επίδομα δεν πήρε λόγω ποσόστωσης». Η Παραπονούμενη αρνήθηκε και ανέφερε ότι δεν της ανέφεραν τέτοιο πράγμα. 48. Κατά την αντεξέταση της από την ευπαίδευτη συνήγορο του Κατηγορούμενου 3 επέμενε στο ότι ξεκίνησε να εργάζεται στην Κατηγορούμενη από τον Ιανουάριο του 2020 με μισθό €1000. Υποβλήθηκε ότι στις 16.03.2020 όταν της δόθηκε η επιταγή για τα δεδουλευμένα της από τις 02.03.2020 μέχρι τις 16.03.2020 της είχε δοθεί και η επιστολή τερματισμού, ισχυρισμό τον οποίο αρνήθηκε η Παραπονούμενη. 49. Υποβλήθηκε επίσης ότι ο λόγος για τον οποίο δεν υπογράφηκε η συμφωνία εργοδότησης (Τεκμήριο 1) ήταν επειδή ήταν σε δοκιμαστική περίοδο, ισχυρισμό τον οποίο επίσης αρνήθηκε η Παραπονούμενη. Υποβλήθηκε επίσης η θέση ότι το lockdown έλαβε χώρα από τις 24.03.2020 και όχι στις 16.03.2024. Η Παραπονούμενη επέμεινε ότι είχε ξεκινήσει από τις 16.03.2020. (iii) ΜΥ1 - Κατηγορούμενος 2 50. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι ένας εκ των διευθυντών της Κατηγορούμενης 1. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β) στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων ότι η Παραπονούμενη ξεκίνησε να εργάζεται στην Κατηγορούμενη 1 την 01.03.2020 δοκιμαστικά με σκοπό να δουν, εάν θα μπορέσουν να την ενσωματώσουν σε ένα μέρος της εταιρείας ως εργοδοτούμενη. 51. Εγγράφηκε στις κοινωνικές ασφαλίσεις από την πρώτη κιόλας μέρα της δοκιμαστικής περιόδου και εκδόθηκε η σχετική κάρτα (στα Τεκμήρια 4 και 7). Η σύμβαση εργοδότησης που παρουσιάστηκε στην ουσία είναι προσχέδιο. Η σύμβαση εργοδότησης δεν υπογράφηκε από την Κατηγορούμενη καθότι μετά το πέρας της δοκιμαστικής περιόδου αποφάσισαν ότι δεν θα εργοδοτείτο. Δόθηκε αντίγραφο της σύμβασης εργοδότησης στην Παραπονούμενη καθότι από την πρώτη μέρα πήγαινε συνέχεια στο γραφείο του και ζητούσε όπως λάβει αντίγραφο και συμπεριφερόταν «περίεργα» σε σχέση με αυτό το θέμα. Της έδωσαν αντίγραφο της σύμβασης, για να το μελετήσει σε περίπτωση που αποφάσιζαν να την εργοδοτήσουν. Η Παραπονούμενη μόνη της υπέγραψε το αντίγραφο της σύμβασης. Τα γράμματα είναι δικά της πάνω στη σύμβαση. 52. Ο ισχυρισμός της Παραπονούμενης ότι ο ίδιος δεν υπέγραψε τη σύμβαση, επειδή απουσίαζε στο εξωτερικό, δεν είναι αληθής, καθότι επρόκειτο για την περίοδο κατά την οποία είχε ξεκινήσει η πανδημία του κορωνοϊού και ήταν σχεδόν αδύνατο να ταξιδέψει κάποιος λόγω των έκτακτων μέτρων. Εν πάση περιπτώσει δεν θα υπέγραφε τη σύμβαση εργοδότησής της, καθότι δεν θα προχωρούσε η εταιρεία στη μονιμοποίηση της. 53. Στις 16.3.2020 μετά το πέρας της δοκιμαστικής περιόδου τερματίστηκε η εργοδότησή της, όπως αναφέρεται και στο Τεκμήριο 4. Η Παραπονούμενη πληρώθηκε κανονικά για τις δύο εβδομάδες που εργαζόταν στην Κατηγορούμενη μέχρι και τον τερματισμό της. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν δικαιούταν σε οποιοδήποτε άλλο μισθό ή να ενταχθεί στα σχέδια για την αναστολή των εργασιών της εταιρείας. 54. Εξήγησε επίσης ότι λόγω της κατάστασης με την πανδημία, δεν μπορούσαν να ενημερώσουν τις κοινωνικές ασφαλίσεις για τον τερματισμό της εργοδότησης της Παραπονούμενης. Δεν υπήρχε η δυνατότητα επίσκεψης στις κοινωνικές ασφαλίσεις, δεν απαντούσαν τα τηλέφωνα και δεν υπήρχε η δυνατότητα να το πράξεις, μέσω διαδικτύου. Τη μοναδική φορά που ανταποκρίθηκαν οι κοινωνικές ασφαλίσεις σε τηλεφώνημα τους, ήταν για τους ενημερώσουν ότι δεν αποδέχονταν τον τερματισμό, επειδή αυτές τις οδηγίες είχαν λόγω της πανδημίας και των έκτακτων μέτρων. Στη συνέχεια η ίδια η επιθεωρήτρια του Γραφείου Εργασιακών Σχέσεων, τους παρέπεμψε στις κοινωνικές ασφαλίσεις, για να υποβάλουν τον τερματισμό εργοδότησης της Παραπονούμενης. Προσθέτει ότι ακόμα και σε ολιγωρία να οφείλεται ο μη έγκαιρος τερματισμός στο σύστημα των κοινωνικών ασφαλίσεων, αυτό δεν δίδει δικαίωμα στην Παραπονούμενη να έχει οποιεσδήποτε απαιτήσεις και ότι πρόκειται περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. 55. Κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ο ίδιος προσέλαβε την Παραπονούμενη και επέμεινε ότι ξεκίνησε την 01.03.2020 και όχι προηγουμένως. Ανέφερε επίσης ότι κατά τη δοκιμαστική περίοδο υπήρξαν διάφορα θέματα με τη συμπεριφορά της Παραπονούμενης, καθώς και αντιδράσεις. Επίσης, εξήγησε ότι δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της και για τους λόγους που προαναφέρθηκαν αποφάσισαν να τερματίσουν την εργοδότησή της, στις 16.03.2020. Δόθηκε επιστολή τερματισμού στην Παραπονούμενη μαζί με επιταγή για το μισθό της, για τις μέρες που εργάστηκε. Την παρέλαβε την επιστολή αλλά δεν είχε υπογράψει ότι την παρέλαβε. 56. Υποβλήθηκε στον ΜΥ1 ότι επειδή η Κατηγορούμενη συμμετείχε στο σχέδιο για μερική αναστολή εργασιών της επιχείρησης δεν μπορούσε να απολύσει κανέναν εργοδοτούμενο από την 01.03.2020, ισχυρισμό τον οποίο ο ΜΥ1 αρνήθηκε. Ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι για να μπορεί να συμπεριληφθεί στο σχέδιο η Παραπονούμενη θα έπρεπε να εργαζόταν κοντά τους από την 1η Ιανουαρίου. Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ 57. Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. 58. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273). Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν. 59. Παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάννου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506.)
- Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Έχω κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45). 62. Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε (Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). 63. Στην περίπτωση κατά την οποία ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, αυτό γενικώς θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που προβάλλει ένας μάρτυρας (ίδετε Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720). Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό (Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited
(1987)1 Α.Α.Δ. 383). 64. Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές αφ' εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαΐας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640). (
- i)Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ1 65. Η ΜK1 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο, αφού έδιδε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις σε σχέση με τα ζητήματα τα οποία γνώριζε και τα όσα διαπίστωσε κατά τη διερεύνηση του παραπόνου. Απαντούσε ευθέως, με ειλικρίνεια και χωρίς ενδοιασμούς τις ερωτήσεις οι οποίες υποβάλλονταν και δεν επιχείρησε να αποκρύψει ή να διαστρεβλώσει γεγονότα. 66. Εξήγησε με ειλικρίνεια ότι η ίδια στην ουσία μετέφερε τους ισχυρισμούς και παράπονα της Παραπονούμενης και τις οδηγίες τις οποίες έλαβε. Εξήγησε επίσης με σαφήνεια τις ενέργειες στις οποίες προέβη για σκοπούς της διερεύνησης του παραπόνου, καθώς και ποια ήταν η βάση για τα διάφορα συμπεράσματα της. 67. Η ΜΚ1 περιορίστηκε στο να δώσει μαρτυρία σε σχέση με αυτά για τα οποία γνώριζε. Το ότι απαντούσε πως δεν γνωρίζει ορισμένα θέματα το εκλαμβάνω ως ένδειξη της ειλικρίνειας της. Δεν δίστασε να απαντήσει και με τρόπο ο οποίος δεν ευνοεί την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. Για παράδειγμα, σε ορισμένα σημεία απάντησε ευθαρσώς ότι είχε οδηγίες από ανώτερους της ή σε σχέση με τις καταχωρίσεις στο σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων παραδέχθηκε πως αποτελεί ένδειξη του κατά πόσον υπάρχει εργοδότηση. Επίσης, διαφάνηκε το πόσο ειλικρινής ήταν, όταν απάντησε πως της διέφυγε πως η σύμβαση εργοδότησης δεν ήταν υπογεγραμμένη από τον εργοδότη. 68. Δεν συμφωνώ με τη θέση του συνήγορο των Κατηγορούμενων ότι ήταν μονόπλευρη η διερεύνηση της καθότι η ΜΚ1 εξήγησε με σαφήνεια πως ο εργοδότης ισχυρίστηκε μεν ότι είχε τερματιστεί η εργοδότηση της, αλλά δεν είχε προσκομίσει στα αρχικά στάδια την επιστολή τερματισμού, η Παραπονούμενη ισχυρίζετο ότι ουδέποτε την είχε παραλάβει και το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων έδειχνε ανοιχτή την εργοδότηση. 69. Κατά την αντεξέταση δεν κλονίστηκε, απαντούσε χωρίς ενδοιασμούς σε όλες τις ερωτήσεις οι οποίες υποβλήθηκαν και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Η μαρτυρία της ΜΚ1 χαρακτηρίζεται από την αναγκαία σταθερότητα, θετικότητα, σαφήνεια και συνοχή, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή. 70. Παρά το γεγονός ότι η ΜΚ1 ήταν αξιόπιστη ως μάρτυρας, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στη θέση της, για το κατά πόσον ήταν εργοδοτούμενη η Παραπονούμενη ή αν δικαιούτο επίδομα, επειδή φαινόταν ανοικτή η εργοδότηση της στις κοινωνικές ασφαλίσεις. Η ΜΚ1 παραδέχθηκε ότι η Παραπονούμενη δεν δούλεψε στην πραγματικότητα, πως το ότι στις κοινωνικές ασφαλίσεις υπάρχει ανοιχτή εργοδότηση δεν είναι καθοριστικό για το κατά πόσον υπάρχει σχέση εργοδότη-εργοδοτούμενου. Επίσης, η θέση της αυτή δεν συνάδει με την επιστολή τερματισμού εργοδότησης την οποία παρενθετικά αναφέρω ότι δεν αμφισβήτησε (σελ. 4 πρακτικών 02.04.2024). Γενικά θεωρώ ότι αυτή η θέση δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. 71. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία της ΜΚ1 και την όλη συμπεριφορά της στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στην ολότητά της εκτός από τα όσα ανέφερε σε σχέση με το κατά πόσον η Παραπονούμενη ήταν εργοδοτούμενη στην Κατηγορούμενη. Με βάση τη σχετική επί του ζητήματος νομολογία δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. (
- ii)Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ2 - Παραπονούμενης 72. Η εντύπωση την οποία αποκόμισε το Δικαστήριο από την Παραπονούμενη δεν ήταν θετική. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα στο σύνολο της, διαπιστώνω ότι ήταν γενική, αόριστη και ασαφής, χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές, έλλειψη αυθορμητισμού και δεν περιέχει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή, για να μπορέσει να γίνει δεκτή. Γενικώς, δεν μου έδωσε την εικόνα μιας μάρτυρα η οποία προσήλθε στο Δικαστήριο, για να πει την αλήθεια και να δώσει μια ειλικρινή και αληθινή εικόνα των επίδικών γεγονότων. 73. Σε πολλές περιπτώσεις δεν απαντούσε ευθέως τις ερωτήσεις οι οποίες υποβάλλονταν, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις απέφευγε να απαντήσει. Παραδείγματα υπεκφυγών εντοπίζονται στις σελίδες 14-15, 17 και 25 των πρακτικών ημερ. 21.05.2024 ενώ στη σελίδα 16 φαίνεται ότι η Παραπονούμενη δεν απαντά στην ερώτηση, η οποία της υποβλήθηκε. 74. Αναφέρθηκε σε μήνυμα για το ότι είχε ενταχθεί στο σχέδιο για την αναστολή των εργασιών της Κατηγορούμενης, καθώς και σε άλλα έγγραφα, όπως «καρτελάκια ... για κοινωνικές ασφαλίσεις από τον Ιανουάριο ως το Μάρτιο» τα οποία ωστόσο δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο. Αυτό παρά το γεγονός ότι δήλωσε κατά την κυρίως εξέταση πως ότι έστειλε το κράτησε. Γενικότερα, υπήρχε μια αδυναμία στη στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών της, ενώ ταυτόχρονα συγκρούονταν με τη γραπτή μαρτυρία η οποία κατατέθηκε. 75. Πιο σημαντικά η Παραπονούμενη υπέπεσε σε αντιφάσεις επί ουσιωδών ζητημάτων. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η εκδοχή της ότι ξεκίνησε να εργάζεται στην Κατηγορούμενη περί τον Ιανουάριο του 2020 έρχεται σε ευθεία αντίφαση με τη μαρτυρία της ΜΚ1, με το παράπονο της το οποίο αναγνώρισε και στο σημείο της έναρξης της απασχόλησης ήταν σημειωμένη η ημερομηνία 02.03.2020 (Τεκμήριο 1), με την ανυπόγραφη σύμβαση εργοδότησης, η οποία φέρει ημερομηνία 01.03.2020, με το Τεκμήριο 5 (εκτύπωση από το ΕΡΓΑΝΗ) και το Τεκμήριο 6 (καταχωρίσεις στο σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων). Στην ουσία, προσπαθώντας να πείσει ότι είχε ξεκινήσει να εργάζεται στην Κατηγορούμενη, από τον Ιανουάριο του 2020 αναίρεσε η ίδια τη βάση της απαίτησής της, που ήταν το προσχέδιο της σύμβασης εργοδότησης. 76. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση της αρχικά ανέφερε ότι έχει απαίτηση για τους μισθούς από τις 16.03.2020 μέχρι και το τέλος Αυγούστου του 2020, ενώ σε μεταγενέστερο στάδιο αναίρεσε τα όσα ανέφερε περιορίζοντας ταυτόχρονα την απαίτησή της μέχρι και το Μάιο του 2020. Ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι έχει απαίτηση για μισθούς ή επίδομα μέχρι τον Αύγουστο, καθότι λόγω των Κατηγορούμενων δημιουργήθηκε μια «θολή» κατάσταση και δεν μπορούσε να ζητήσει επίδομα ανεργίας (θέση η οποία προκάλεσε αρνητική εντύπωση και δείχνει και την κακοπιστία της Παραπονούμενης) αναίρεσε τη θέση της αυτή, καθότι παραδέχθηκε πως δεν δικαιούτο σε επίδομα ανεργίας, καθότι είχε λάβει πριν από την εργοδότησή της στους Κατηγορούμενους. Στην ουσία η απαίτηση της εδράζετο στο ότι ως ανέφερε ταλαιπωρήθηκε από αυτή την κατάσταση. 77. Άλλη μια σοβαρή αντίφαση στη μαρτυρία της είναι το ότι αφενός στο παράπονο της (Τεκμήριο 1) αναφέρεται ότι «επίδομα δεν πήρε λόγω ποσόστωσης» ενώ κατά την αντεξέταση της αρνήθηκε ότι ανέφερε κάτι τέτοιο (σελ. 19 πρακτικών, 21.05.2024) αναιρώντας τα όσα ανέφερε στο παράπονο της. 78. Επιπρόσθετα, η θέση της ότι δεν γνώριζε αν απολύθηκε ή όχι μέχρι τον Αύγουστο του 2020 (σελ. 15 πρακτικών: «Ε. Άρα τον Αύγουστο δεν ξέρατε ότι σας είχαν απολύσει; Α. Όχι», δεν συνάδει με τη λογική, καθότι εάν δεν γνώριζε ότι είχε απολυθεί αναμένετο να επέστρεφε στην εργασία της κατά τον Μάϊο του 2020, αφού η ίδια ανέφερε ότι αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ότι ο Κατηγορούμενος 3 της ανέφερε ότι θα συνέχιζε η εργοδότησή της. 79. Η θέση της για το ότι δεν γνώριζε, αν την είχαν απολύσει τον Αύγουστου του 2020 δεν συνάδει ούτε και με το ότι εξασφάλισε εργασία τον Ιούλιο του 2020 σε άλλο εργοδότη, γεγονός το οποίο κατ' ουσίαν αναγκάστηκε να παραδεχθεί κατά την αντεξέταση της και μόνο όταν συνειδητοποίησε ότι ο συνήγορος των Κατηγορούμενων γνώριζε ότι είχε εγγραφεί ως εργοδοτούμενη άλλης εταιρείας και ότι έλαβε μισθό. 80. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία της Παραπονούμενης στο σύνολό της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών της, καταλήγω ότι η μαρτυρία της επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. (iii) Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατηγορούμενου 2 - ΜΥ1 81. Η εντύπωση την οποία το Δικαστήριο αποκόμισε από το ΜΥ1 ήταν θετική. Ο ΜΥ1 απαντούσε αυθόρμητα και έδιδε σαφείς απαντήσεις σε σχέση με τα ζητήματα τα οποία γνώριζε. Κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του, απάντησε αυθόρμητα, χωρίς ενδοιασμούς σε όλες τις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. 82. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του στο σύνολο της δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας. Η μαρτυρία του ήταν σταθερή συνεκτική και πειστική. 83. Στην ουσία, δεν αμφισβητήθηκε η θέση του ότι δόθηκε στην Παραπονούμενη η επιστολή του τερματισμού της απασχόλησης της στις 16.03.2020. Αυτό το οποίο αμφισβητήθηκε ήταν το κατά πόσον η Κατηγορούμενη δικαιούτο να συμμετέχει στα σχέδια της Κυβέρνησης, αφού απέλυσε την Παραπονούμενη μετά την 01.03.2020. Παρά ταύτα, η ΚΔΠ 131/2020 την οποία επικαλέστηκε ο κύριος Προδρόμου δημοσιεύτηκε στις 29.03.2020, ήτοι 13 μέρες μετά την απόλυση της Παραπονούμενης και τέθηκε σε ισχύ αναδρομικά από την 16.03.2020. Συνεπώς, όταν έλαβε χώρα ο τερματισμός της Παραπονούμενης, ο Κατηγορούμενος 2 δεν μπορούσε να είχε υπόψη του το σχέδιο. Η θέση του γιατί δεν την συμπεριέλαβε στο σχέδιο, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθότι δεν ισχύει το ότι έπρεπε να εργάζεται κάποιος από την 01.01.2020 για να μπορείς να τον συμπεριλάβεις. Εν πάση περιπτώσει, δεν έχει σημασία το κατά πόσον μπορούσε ή όχι να συμμετέχει στο σχέδιο η Παραπονούμενη καθότι κατέστη παραδεκτό ότι η εργοδότηση της είχε τερματιστεί. 84. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία του ΜΥ1 και την όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα κρίνω ότι επρόκειτο για αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του. (
- iv)Ευρήματα 85. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και λαμβάνοντας υπόψη τις πτυχές της μαρτυρίας που δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: 85.1 Η Κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή δημοκρατία. Κατά τον επίδικο χρόνο οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ήταν διευθυντές της Κατηγορούμενης 1. 85.2 Η Παραπονούμενη προσλήφθηκε από την Κατηγορούμενη την 01.03.2020 δοκιμαστικά. Η εργόδοτηση της υπό δοκιμασία τερματίστηκε την 16.03.2020. Στις 16.03.2020 δόθηκε στην Παραπονούμενη επιταγή για τον μισθό της από την 01.03.2020 μέχρι τις 16.03.2020 και η επιστολή τερματισμού ίδιας ημερομηνίας. Δεν καταβλήθηκε κανένα άλλο ποσό προς την Παραπονούμενη. Η Παραπονούμενη δεν υπέγραψε ότι παρέλαβε επιταγή για το μισθό της και την ειδοποίηση τερματισμού απασχόλησης. 85.3 Η Παραπονούμενη δεν εντάχθηκε στο σχέδιο της Κυβέρνησης σε σχέση με την αναστολή εργασιών της επιχείρησης. 85.4 Η Παραπονούμενη από τις 16.03.2020 δεν εργάστηκε στην Κατηγορούμενη. 85.5 Στο σύστημα της Υπηρεσίας Κοινωνικών Ασφαλίσεων καταχωρίστηκε ότι η εργοδότηση της Παραπονούμενης ξεκίνησε την 01.03.2020, ενώ ο τερματισμός της, την 31.08.2020. Οι Κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν δυσκολίες σε σχέση με τον τερματισμό της απασχόλησης της Παραπονούμενης λόγω της κατάστασης η οποία επικρατούσε συνεπεία της πανδημίας του κορωνοϊού. 85.6 Δεν υπάρχει υπογραμμένη σύμβαση εργοδότησης από τα δύο μέρη. Δόθηκε προσχέδιο της σύμβασης στην Παραπονούμενη για να το μελετήσει. 85.7 Την 29.05.2020 η Παραπονούμενη, η οποία υπέβαλε παράπονο εναντίον της Κατηγορούμενης εταιρείας και των διευθυντών αυτής στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΩΝ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ (
- i)Παράλειψη πληρωμής μισθού 86. Ο σκοπός της θέσπισής του Νόμου είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και, πιο συγκεκριμένα, η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση. Η παράλειψη πληρωμής μισθού αποτελεί ιδιώνυμο αδίκημα με βάση το Νόμο ο οποίος έχει ως σκοπό την αντιμετώπιση με το δραστικό τρόπο τον οποίο προσφέρει η ποινική δικαιοδοσία ενός κοινωνικού προβλήματος το οποίο δημιουργείται συνεπεία της εν λόγω συμπεριφοράς του εργοδότη έναντι του εργοδοτούμενου του (Ροδοσθένους ν. AQUA MASTERS PLC, Ποινική Εφεση Αρ. 138/2017, ECLI:CY:AD:2018:B268, 4/6/2018, Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων v. Σταύρου κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 264/2018 και 265/2018, 3/7/2020, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Στυλιανίδης v. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική Εφεση Αρ. 200/2019, ECLI:CY:AD:2021:B136, 12/4/2021, ΑQUA MASTERS PLC ν. ΡΟΔΟΣΘΕΝΟΥΣ, Ποιν. Εφ. 233/2019, 14.07.2022), ECLI:CY:AD:2022:D314. 87. Επιπρόσθετα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την επιβολή ποινής κατόπιν ανατροπής της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σκουφίδη ν. Χ.Α. Quality Paper Services Ltd, Ποινική Έφεση αρ. 134/2016, 5.6.2018 (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου): «Η θέσπιση του ως άνω Νόμου καθώς και η ποινικοποίηση των παραλείψεων πληρωμής μισθού και άλλα συναφή αδικήματα με βάση τις πρόνοιες του έχει ως σκοπό την προστασία των εργοδοτουμένων από πράξεις ή παραλείψεις που έχουν ως αποτέλεσμα τη στέρηση του δικαιώματος είσπραξης του μισθού, δικαιώματος που άπτεται θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου προς αξιοπρεπή διαβίωση, αφού η στέρηση του μισθού δύναται να οδηγήσει οποιονδήποτε πρόσωπο σε δυσχερή κατάσταση μη δυνατότητας αντιμετώπισης των καθημερινών του αναγκών.» 88. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις στο άρθρο 2 του Νόμου ο όρος «μισθός» «σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές·» 89. Ο όρος «εργοδοτούμενος»: «σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας» 90. Το άρθρο 3 του Νόμου με πλαγιότιτλο «τρόπος πληρωμής μισθών», πριν από την τροποποίηση του με το Ν. 221(Ι)/2022 προνοεί τα ακόλουθα: «3. Οι μισθοί των εργοδοτουμένων πρέπει να πληρώνονται τοις μετρητοίς σε νόμιμο χρήμα, δηλαδή σε χαρτονομίσματα ή κέρματα, ή μέσω λογαριασμού μισθών ή με τραπεζική ή ταχυδρομική επιταγή.» 91. Σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)«[η] συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.» Σύμφωνα δε με το άρθρο 10 του Νόμου, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν επιτρέπονται αποκοπές από το μισθό εργοδοτούμενου παρά μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα, αποκοπές που προνοούνται από νόμο ή κανονισμό, αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας ή δυνάμει δικαστικής απόφασης. Στην περίπτωση άλλων αποκοπών απαιτείται συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.
- Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι σε ποινικές υποθέσεις στην περίπτωση κατά την οποία το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, όπως εν προκειμένω, το επίπεδο απόδειξης το οποίο εφαρμόζεται είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
- Περαιτέρω σημειώνω σε σχέση με το βάρος απόδειξης ως προς το κατά πόσον καταβλήθηκαν ή αν ήταν οφειλόμενοι οι μισθοί αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Ροδοσθένους (ανωτέρω): «Η ευπαίδευτη πρωτόδικος Δικαστής έσφαλε στην προσέγγισή της ότι ο Παραπονούμενος - Εφεσείων όφειλε και να αποδείξει ότι οι μισθοί ήταν ή όχι οφειλόμενοι. Κάτι τέτοιο - η αυστηρή δηλαδή απόδειξη, ουσιαστικά, ότι οι μισθοί δεν καταβλήθηκαν - θα καθιστούσε κενή περιεχομένου και θα αντιστρατευόταν τη νομοθετική πρόνοια του άρθρου 12
(3), η οποία εναποθέτει το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού στους ώμους του εργοδότη. Υπό τις συνθήκες λοιπόν, κατ΄ ακολουθία και του άρθρου 12
(3)του Νόμου, ο εργοδότης - Εφεσίβλητη έφερε πλέον το βάρος απόδειξης της καταβολής του μισθού στον εργοδοτούμενο - Εφεσείοντα. Προσθέτουμε ότι η εκ του νόμου, άρθρο 12
(1)
(2), υποχρέωση προς τήρηση αρχείων, εντάσσεται στην όλη φιλοσοφία προστασίας και διασφάλισης των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων, αλλά και ενισχύει τη δυνατότητα απόσεισης του βάρους που φέρει ο εργοδότης προς απόδειξη της καταβολής των μισθών εργοδοτουμένων.»
- Το άρθρο 19 του Νόμου προνοεί ότι το «Αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση οποιασδήποτε αστικής φύσεως διαφοράς, μέσα στα πλαίσια του παρόντος Νόμου, είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών» και «[σ]ε περίπτωση που ο εργοδότης καταδικαστεί για παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών θα μπορεί να εκδίδει διάταγμα καταβολής χρηματικών οφειλών του εργοδότη που προκύπτουν από τη μη πληρωμή μισθών»
- Το άρθρο 20 του Νόμου με τίτλο «Αδικήματα και ποινές» ως είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο ( πριν την τροποποίηση του με το Ν. 221(Ι)/2022 διαλαμβάνει, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, τα ακόλουθα: «20.-
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Το Δικαστήριο επιπρόσθετα από τις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), δύναται, με την καταδίκη του εργοδότη, να εκδώσει και Διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού προς τον εργοδοτούμενο.»
- Στην ουσία αυτό το οποίο πρέπει να αποδείξει η Κατηγορούσα Αρχή είναι ότι η Παραπονούμενη ήταν εργοδοτούμενη της Κατηγορούμενης
- Ακολούθως με βάση το άρθρο 12
(3)του Νόμου ο εργοδότης θα πρέπει να αποδείξει ότι καταβλήθηκαν σε αυτήν οι μισθοί. 97. Όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, το υπό κρίση αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, αφού το στοιχείο της ένοχης διάνοιας ή εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής μισθών (MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoιν. ΄Εφ. αρ. 198/15, ημερ. 02.12.2016). Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι (Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235: η διάπραξη του αδικήματος συναρτάται με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια και όχι τους λόγους για την παράλειψη ή την αμέλεια). (ii) Ποινική ευθύνη διευθυντή εταιρείας
- Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κατηγορούνται ως διευθυντές της Κατηγορούμενης 1 ότι την παρακίνησαν ώστε να μην καταβάλει στην Παραπονούμενη το μισθό της. Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί, μεταξύ άλλων, ότι ότι πρόσωπο το οποίο διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον ή που παρακινεί, συμβουλεύει ή προάγει αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός.
- Όπως και σε άλλα αδικήματα, έτσι και στην παρούσα περίπτωση, ένοχος δύναται να κριθεί και ο συμμέτοχος ή συνεργός στη διάπραξή του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρο 20 του Κεφ.
- Βεβαίως, στις περιπτώσεις όπου ο αυτουργός ενός αδικήματος είναι κάποιο νομικό πρόσωπο, η ιδιότητα του διευθυντή ή άλλου αξιωματούχου του δεν δύναται από μόνη της να στοιχειοθετήσει την καταδίκη βάσει του εν λόγω άρθρου. Απαιτείται μαρτυρία για τη συγκεκριμένη δράση η οποία συνιστά συμμετοχή του φυσικού προσώπου στη διάπραξη του αδικήματος (Ευριβιάδης ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 600, Παντελή ν. Κωνσταντίνου
(2001)2 Α.Α.Δ. 708). 100. Όσον αφορά την ποινική ευθύνη Διευθυντή εταιρείας εργοδότη στην Terezian (ανωτέρω) επιβεβαιώνεται η δυνατότητα ποινικής ευθύνης διευθυντή της εργοδότριας εταιρείας ως συνεργού. Ένας διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας μπορεί να κριθεί ένοχος ως συνεργός της εταιρείας, εάν στοιχειοθετούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα (μεταξύ άλλων: Αστυνομία ν. Toorac Fashion
(1993)2 Α.Α.Δ. 117, Ajini κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319, Επίσημος Παραλήπτης v. Kalavas & Assoc. Ltd.κ.ά.
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, (Σ.Ε.Κ.) ν. Samoa Clothing Industry Ltd. κ.ά. (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 619, Ιωάννου ν. Νανάιμο Λίμιτεδ κ.α.
(2005)2 Α.Α.Δ. 555).
- Ένα από τα είδη συμμετοχής ή συνέργειας, ως καθορίζονται στο άρθρο 20 του ΠΚ, είναι η παροχή συνδρομής (βοήθειας) σε άλλον ή η παρακίνηση άλλου να διαπράξει αδίκημα («aiding and abetting»). Η συγκεκριμένη συμπεριφορά, πράξη ή παράλειψη, ήτοι η δράση η οποία συνιστά τη συμμετοχή αυτή, είναι δυνατόν να αφορά είτε την προετοιμασία είτε οποιοδήποτε στάδιο της διάπραξης του αδικήματος.
- Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Ashworth's Principles of Criminal Law, 2022, 10η έκδοση, σελ. 478: «Αbetting involves some encouragement of the principal to commit the offence and this usually accompanies, or is implicit in, an act of aiding. Aid may be given by supplying an instrument to the principal, keeping a look‑out, doing preparatory acts, and many other forms of assistance given before or at the time of the offence».
- Καθίσταται λοιπόν αντιληπτό ότι η συνέργεια, συνδρομή ή βοήθεια δυνατόν να μην αφορά απλά μια μεμονωμένη στιγμιαία πράξη. Υπό τις κατάλληλες περιστάσεις γεγονότων και υποκειμενικής υπόστασης, είναι ενδεχόμενο να αποτελείται από σειρά ενεργειών ή από συνολική συμπεριφορά. Στην απόφαση στην υπόθεση Vrontis Builders Ltd κ.α. ν. Γεώργιος Κλεόπα & Υιοί Λτδ
(2016)2 Α.Α.Δ. 518 η πλειοψηφία ανέφερε τα ακόλουθα (η έμφαση είναι δική μου): «Η συνέργεια κατά το Άρθρο 20 του Κεφ. 154, δεν είναι στατική. Καλύπτει όλο το χρονικό διάστημα της παροχής συνδρομής στη διάπραξη αδικήματος ή της παράλειψης εκείνης που συνεισφέρει στη δημιουργία και τέλεση του ποινικού αδικήματος από την αρχή της παροχής της συνδρομής μέχρι και την τυχόν αναίρεση της συνδρομής αυτής. (Πουτζιουρής κ.α v. Δημοκρατίας
(1990), 2 Α.Α.Δ. 309, σελ. 346 κ.ε). Το Άρθρο 305Α ποινικοποιεί, σύμφωνα με τον πλαγιότιτλο, την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα. Κατά τη νομολογία, (Militos Trading Ltd ν. Μαλέκκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609 και Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261), η συνέργεια συντελείται κατά το χρόνο έκδοσης και υπογραφής της επιταγής. Η συνέργεια δεν είναι όμως στιγμιαία. Συνεχίζει καθ' όλη τη διάρκεια της διενέργειας της αξιόποινης πράξης. Η έκδοση επιταγής από την εταιρεία ως νομικό πρόσωπο καθιστά βέβαια υπεύθυνη την ίδια την εταιρεία ως την εκδότρια της επιταγής, αλλά ο διοικητικός σύμβουλος της εταιρείας που υπογράφει την επιταγή δύναται να είναι ποινικά υπεύθυνος ως συνεργός νοουμένου ότι αποδεικνύεται η πρόθεση του σε σχέση με τη συνέργεια και τις περιστάσεις του αδικήματος».
- Αντλήθηκε επίσης καθοδήγηση από το σύγγραμμα Smith & Hogan, Criminal Law, 11th edn, σελ. 177 υπό τον τίτλο "Omission as a sufficient actus reus of secondary liability" καθότι η παρούσα υπόθεση αφορά παράλειψη, όπου αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: "The law does not generally impose criminal liability for a failure to act . In the context of secondary liability, the question arises whether D's omission to prevent P committing the crime is sufficient to trigger liability. [.] Secondly, there are circumstances in which D has a right to control the actions of another and he deliberately refrains from exercising it, his inactivity may be a positive encouragement to the other to perform an illegal act, and, therefore an aiding and abetting. If a licensee on a public house stands by and watches his customers drinking after hours, he is guilty of aiding them and abetting them in doing so".
- Όσον αφορά το mens rea του συνεργού (secondary party) είναι σχετικά τα όσα αναφέρονται στις σελίδες 179 - 190 του πιο πάνω αναφερόμενου συγγράμματος. Υπό μορφή περίληψης αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 179: "
(1)the secondary party must intend to assist or encourage the principal's act, or in the case of procuring, to bring the offence about;
(2)the secondary party must have knowledge as to the facts forming the essential elements of the principal's offence, (including any facts as to which the principal bears strict liability). This includes an awareness that the principal will act with mens rea".
- Άντλησα επίσης καθοδήγηση από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2015, παρ. Α4.5 και Α4.
- Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το mens rea στις περιπτώσεις ενός συνεργού (accessory) είναι «στενότερο» από αυτό του αυτουργού (principal) καθότι χρειάζεται πρόθεση ή γνώση, παρά αμέλεια ή απερισκεψία.
- Εν πρώτοις, λοιπόν, αυτό το οποίο εξετάζεται, είναι το κατά πόσον εντοπίζεται συγκεκριμένη συμπεριφορά ή δράση, η οποία να συνιστά τη συμμετοχή κάποιου στο αδίκημα άλλου προσώπου. Αυτή η δράση, αν εντοπιστεί, αποτελεί την αντικειμενική υπόσταση της συμμετοχής ή συνέργειας (actus reus).
- Η διάπραξη της πράξης ή η παράλειψη, ωστόσο, δεν είναι αφ' εαυτής αρκετή για απόδειξη του αδικήματος επί τη βάσει του άρθρου 20 του Κεφ. 154, δεδομένου ότι ακόμα και στις περιπτώσεις αδικημάτων αυστηρής ευθύνης (strict liability), απαιτείται όσον αφορά το συνεργό να υφίσταται η αναγκαία γνώση ή πρόθεση, δηλαδή η υποκειμενική υπόσταση ή άλλως, η ένοχη διάνοια (mens rea). Εν ολίγοις, εάν κατά τη στιγμή της διενέργειας κάποιας πράξης (ή παράλειψης) δεν συνυπάρχει και το απαραίτητο για το συγκεκριμένο αδίκημα νοητικό στοιχείο, τότε δεν προκύπτει ποινική ευθύνη.
- Όπως περαιτέρω εξηγείται στο σύγγραμμα Archbold 2015, §17‑113 «.in general the mental element of a crime must exist at the time of the physical act .». Έπεται πως η ένοχη διάνοια θα πρέπει να υφίσταται κατά τη στιγμή της συγκεκριμένης ενέργειας η οποία συνιστά τη συνέργεια.
- Στην υπόθεση Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, η οποία αφορούσε σε αδίκημα της συνέργειας σε έκδοση ακάλυπτης επιταγής κατά παράβαση του εδαφίου (γ) του άρθρου 20 του ΠΚ αναφέρθηκαν τα εξής: «Στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 πάρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence") Ο Devlin J. Στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» («. aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances")». 111. Σε περίπτωση συνέργειας κρίθηκε ότι «προτού πρόσωπο καταδικασθεί ως συνεργός στη διάπραξη του αδικήματος, πρέπει, τουλάχιστον, να αποδειχθεί ότι γνώριζε τα αναγκαία στοιχεία που συνιστούν το αδίκημα» (βλ. Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 544). Περαιτέρω, τούτο ισχύει και όπου το αδίκημα είναι αυστηρής ευθύνης (βλ. Pavlos Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). 112. Ως προς την προαναφερθείσα γνώση ή πρόθεση, είναι καλώς θεμελιωμένο ότι σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία για την απόδειξή τους. Κατά κανόνα τα στοιχεία αυτά αποδεικνύονται εμμέσως, με περιστατική μαρτυρία (Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 75) ή όπως αλλιώς έχει τεθεί, κατά κανόνα αυτά αναδύονται ως εξυπακουόμενα στοιχεία μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα, τα οποία αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου και περαιτέρω εννοείται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεων του (Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 646 (iii) Βάρος και Επίπεδο Απόδειξης 113. Προτού να προχωρήσω με την υπαγωγή των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης στις εφαρμοστέες νομικές αρχές, υπενθυμίζω ότι το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Woolmington v. DPP
(1935)All ER Rep.1).
- Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Στις περιπτώσεις στις οποίες το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους της υπεράσπισης το επίπεδο απόδειξης το οποίο εφαρμόζεται είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
- Δεν επιτρέπονται εικασίες προς συμπλήρωση κενών στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (Λοϊζου ν Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363). Οποιοδήποτε κενό σε σχέση με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη. Στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 επισημαίνεται ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης παραμείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. Ε. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
- Προχωρώ τώρα με την εξέταση του κατά πόσον στοιχειοθετήθηκαν στο απαιτούμενο επίπεδο οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι, έχοντας κατά νου τη νομική πτυχή ως παρατίθεται στην προηγούμενη ενότητα, το βάρος απόδειξης, τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και οδήγησε στην εξαγωγή των σχετικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε.
- Εν πρώτοις, σημειώνω ότι είναι παραδεκτό πως δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό προς την Παραπονούμενη από τις 16.03.2020 μέχρι και την 31.08.
- Αυτό το οποίο θα πρέπει να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσον κατά τον ουσιώδη χρόνο η Παραπονούμενη ήταν εργοδοτούμενη της Κατηγορούμενης
- Εν προκειμένω δεν προσκομίστηκε επαρκής μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η Παραπονούμενη ήταν εργοδοτούμενη εν τη εννοία του Νόμου από τις 16 Μαρτίου 2020 μέχρι και το τέλος Αυγούστου του
- Εφαρμόζοντας τις προϋποθέσεις, για να θεωρηθεί ένα πρόσωπο ως εργοδοτούμενος εν τη εννοία του Νόμου παρατηρώ ότι δεν είχε υπογραφεί σύμβαση εργασίας ή μαθητείας, ούτε και εργαζόταν για την Κατηγορούμενη 1 κατά την επίδικη περίοδο, κάτω από τέτοιες περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου.
- Το Δικαστήριο αποδέχθηκε ότι η απασχόληση της Παραπονούμενης ήτο επί δοκιμαστικής βάσεως και κατά το τέλος της δοκιμαστικής περιόδου η Κατηγορούμενη 1 αποφάσισε όπως η απασχόληση της τερματιστεί. Βάσει του άρθρου 9 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του 1967 (Ν. 24/1967), ως έχει τροποποιηθεί δεν απαιτείται οποιαδήποτε περίοδος προειδοποίησης σε αυτή την περίπτωση.
- Το ότι στο σύστημα της Υπηρεσίας Κοινωνικών Ασφαλίσεων φαινόταν πως η Παραπονούμενη ήταν εργοδοτούμενη μέχρι την 31.08.2020 δεν μπορεί άνευ εταίρου να τεκμηριώσει στο επίπεδο του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου. Εν πάση περιπτώσει, αποτελεί κοινό τόπο ότι η εργοδότηση της Παραπονούμενης είχε τερματιστεί στις 16.03.
- Συνεπώς, κρίνω ότι η Παραπονούμενη δεν ήταν εργοδοτούμενη της Κατηγορούμενης 1 κατά την επίδικη περίοδο. Η υποχρέωση του εργοδότη αφορά την καταβολή μισθού σε εργοδοτούμενους. Ο Νόμος καθιστά ποινικό αδίκημα την μη καταβολή μισθού σε εργοδοτούμενο. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου δεν μπορεί να διαπραχθεί αδίκημα με βάση το άρθρο 20 του Νόμου.
- Σημειώνω ότι όπως προαναφέρθηκε, το βάρος απόδειξης ότι ο μισθός έχει καταβληθεί το φέρει ο εργοδότης. Ωστόσο, για να μετατεθεί το βάρος απόδειξης στους ώμους του εργοδότη θα πρέπει πρώτα η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, καθότι πρόκειται για ποινικό αδίκημα, ότι ο Κατηγορούμενος ήταν όντως εργοδότης του προσώπου στο οποίο δεν καταβλήθηκαν οι μισθοί. Είναι αυτονόητο ότι πρόσωπο του οποίου η απασχόληση έχει τερματιστεί δεν δικαιούται σε μισθό εν τη εννοία του Νόμου, δηλαδή σε χρηματική αντιμισθία η οποία προκύπτει από την απασχόληση του εργοδοτούμενου.
- Όπως πολύ σωστά ανέφερε ο κύριος Προδρόμου η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες υπό την έννοια ότι ανέκυψαν αυτά τα ζητήματα την περίοδο του κορωνοϊού και ο εργοδότης της συμμετείχε στα σχέδια της κυβέρνησης για τη μερική αναστολή των εργασιών.
- Πρέπει να σημειωθεί όμως ότι εν προκειμένω το ζήτημα το οποίο τίθεται δεν είναι το κατά πόσον ορθώς ή εσφαλμένα δεν είχε συμπεριληφθεί η Παραπονούμενη στο ειδικό σχέδιο μερικής αναστολής εργασιών της Κυβέρνησης αλλά ούτε και το κατά πόσον τηρήθηκαν ορθώς οι πρόνοιες της ΚΔΠ 131/
- Σε κάθε περίπτωση το σχέδιο στήριξης εργοδοτουμένων και επιχειρήσεων με αναστολή εργασιών ίσχυε από την 16.03.2020 (ίδετε ΚΔΠ 131/2020, στοιχείο 6) ήτοι από την ημέρα κατά την οποία η εργοδότηση της Παραπονούμενης είχε ήδη τερματιστεί και είχε δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 29.05.2020 ήτοι 13 μέρες μετά τον τερματισμό απασχόλησης της Παραπονούμενης. Θα ήταν παράλογο να δηλωθεί στο σχέδιο πρόσωπο το οποίο δεν εργοδοτείτο υπό την έννοια ότι η απασχόληση του τερματίστηκε στις 16.03.
- Ακόμα και αν οι Κατηγορούμενοι δεν εφάρμοσαν σωστά τις προϋποθέσεις του σχεδίου αυτό δεν είναι ικανό να δημιουργήσει ποινικές ευθύνες για μη καταβολή μισθού σε πρόσωπο το οποίο κατά τον χρόνο εφαρμογής του σχεδίου δεν ήταν εργοδοτούμενο.
- Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ότι με βάση την ΚΔΠ 131/2020 απαγορευόταν στην Κατηγορούμενη 1 να απολύσει οποιονδήποτε εργαζόμενο. Πράγματι, η βασική προϋπόθεση συμμετοχής στο ειδικό σχέδιο μερικής αναστολής εργασιών της επιχείρησης ήταν αν μην είχε απολυθεί οποιοσδήποτε υπάλληλος από την 1η Μαρτίου του
- Παρά ταύτα, το ζητούμενο στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης δεν είναι το κατά πόσον η Κατηγορούμενη πληρούσε τις προϋποθέσεις για συμμετοχή στο σχέδιο ή αν εν τέλει δεν τις πληρούσε.
- Η μη συμπερίληψη της Παραπονούμενης στο σχέδιο δεν δημιουργεί ποινικό αδίκημα. Το ποινικό αδίκημα με βάση το άρθρο 20 του Νόμου είναι η «παραβίαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου» δηλαδή η παράλειψη καταβολής μισθού σε εργοδοτούμενο κατά την έννοια του Νόμου. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Axiom Consulting Ltd v. Διευθύντριας Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων και θεωρώ μπορεί να εφαρμοστεί κατ΄ αναλογία και στην παρούσα περίπτωση «[ό]μως, δεν αρκεί η διαπίστωση άδικης συμπεριφοράς ή έστω και υποχρέωσης του εργοδότη. Το ερώτημα που τίθεται εν προκειμένω, είναι το κατά πόσον τέτοια συμπεριφορά ή παράλειψη συνιστά παράβαση διάταξης του [Νόμου] και συνεπώς ποινικό αδίκημα, εν τη εννοία του Άρθρου [20] του Νόμου αυτού.»
- Το κατά πόσον ορθά ή όχι δεν συμπεριλήφθηκε στο σχέδιο της Κυβέρνησης ενδεχόμενα να ήταν σχετικό, εάν αποδεικνυόταν ότι η Παραπονούμενη ήταν εργοδοτούμενη εν τη εννοία του Νόμου.
- Εν προκειμένω, όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες είχαν δηλώσει στο Δικαστήριο πως δεν υπάρχουν δεδουλευμένα. Ο σκοπός του Νόμου με βάση τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση. Εν προκειμένω, δεν έχει αποδειχθεί η εργασιακή σχέση η οποία θα δημιουργούσε υποχρέωση για καταβολή μισθού.
- Το γεγονός ότι στο σύστημα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων φαινόταν ότι η εργοδότηση της Παραπονούμενης τερματίστηκε την 31.08.2020 δεν είναι αρκετό για τη θεμελίωση και στοιχειοθέτηση ύπαρξης εργασιακής σχέσης. Εν ολίγοις, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσον η Παραπονούμενη ήταν εργοδοτούμενη της Κατηγορούμενης
- Δεν έχει αποκρυσταλλωθεί δικαίωμα σε μισθό, για να μπορεί να κριθεί ποινικά υπεύθυνη η Κατηγορούμενη για την παράλειψη της να τον καταβάλει. Η αμφιβολία πρέπει να επενεργήσει υπέρ των Κατηγορούμενων. ΣΤ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
- Κατ' ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν, οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Υπ. ___________________ Χ. Σατσιάς Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο