SCPA SERVICES LTD ν. A TO Z CLEAN LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4389 / 2020, 26/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4389 / 2020 SCPA SERVICES LTD Παραπονούμενος και
- A TO Z CLEAN LIMITED
- JEAN ABI AAD Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Εκ μέρους του Παραπονούμενου: κος Δ. Μιχαηλίδης δια Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης Δ.Ε.Π.Ε. Εκ μέρους των Κατηγορούμενων: κος Λ. Κ. Περεντός κος Α.Χ. Κυπρίζογλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
- Οι Κατηγορούμενοι με βάση το κατηγορητήριο της υπόθεσης αντιμετωπίζουν μια κατηγορία η αφορά την παραχώρηση δικαιώματος χρήσης μηχανημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 298, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας: «Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, κατά ή περί το Δεκέμβριο του έτους 2015 δια ψευδών παραστάσεων δια λόγων, εγγράφων ή δια συμπεριφοράς και επί σκοπώ καταδολίευσης των Παραπονούμενων αναφορικά με τη διάθεση επαρκών κεφαλαίων και/ή χρημάτων από αυτούς παρακίνησαν τους Παραπονούμενους όπως παραχωρήσουν δικαίωμα χρήσεως στους Κατηγορούμενους 1 και 2 από την 1/12/2015 μέχρι και την 20/4/2027 των ακόλουθων μηχανήματων: 1 Ατμολέβητας 6000Kg Denis Baldwin and Sons Ltd 2 Ατμολέβητας 1500Kg Denis Baldwin and Sons Ltd 3 Washer Extractor 200 Kg Jensen D'Hooge (3 Nos) 4 Washer Extractor 100 Kg Jensen D'Hooge 5 [...] 6 [.] 17 Ironing Line No. 3: Jensen Logic Plus Feeder Jensen Classic Folder Jensen Stacker 3X3 δια το συνολικό ποσό των €529,707- συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ γεγονός το οποίο οι Παραπονούμενοι έπραξαν ενώ οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 γνώριζαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ότι δεν είχαν στη διάθεση τους επαρκή κεφάλαια και/ή χρήματα για να αποπληρώσουν το εν λόγω ποσό στους Παραπονούμενους εντός του συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος.»
- Προς απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν δύο μάρτυρες οι κ.κ. Χριστόδουλος Αχιλλέως («ΜΚ1») και Παναγιώτης Αχιλλέως («ΜΚ2»). Ακολούθως, ο ΜΚ1 επανακλήθηκε με τη σύμφωνη γνώμη των διαδίκων και έδωσε περαιτέρω μαρτυρία σε σχέση με τη μεταβίβαση των επίδικων μηχανημάτων από την εταιρεία Πλυντήριο Λάμψη Λτδ προς την Παραπονούμενη και αντεξετάστηκε σε σχέση με αυτήν από το συνήγορο των Κατηγορούμενων.
- Αφού η Κατηγορούσα Αρχή ολοκλήρωσε την παρουσίαση της μαρτυρίας της, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορούμενων υπέβαλε εισήγηση με βάση το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως έχει τροποποιηθεί, ότι δεν αποδείχθηκε εξ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων επαρκώς, ώστε να υποχρεώνονται να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση στις 15.04.2024 αποφάσισε ότι αποδείχθηκε επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων και συνεπώς κλήθηκαν σε απολογία. Για την υπεράσπιση κατέθεσε ο Κατηγορούμενος 2 (ΜΥ1), ο Ιωάννης Θεοδοσίου (ΜΥ2) και ο Sarkis Eojourian (ΜΥ3).
- Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, θα προσπαθήσω να περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.
- Σημειώνεται ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υπέβαλαν στο Δικαστήριο πλήρως εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αναπτύσσεται σε έκταση η επιχειρηματολογία τους και γίνεται παραπομπή σε σχετικές νομικές αυθεντίες. Το Δικαστήριο ευχαριστεί τους συνήγορους για τη βοήθειά τους.
- Το περιεχόμενο των γραπτών και προφορικών αγορεύσεων έχει ληφθεί υπόψη και ειδική αναφορά σε επιχειρήματα που προβάλλονται γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση τη οποία μπορεί να έχει στη θεώρηση των επίδικών θεμάτων (BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολ. Εφ. 117/2018, 16.03.2022, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490). Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΤΗΚΕ (
- i)ΜΚ1 - Χριστόδουλος Αχιλλέως 8. Ο ΜΚ1, ο οποίος είναι διευθυντής και μέτοχος της Παραπονούμενης (Τεκμήριο 1), ετοίμασε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασης του (Έγγραφο Α). Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι η Παραπονούμενη είναι η ιδιοκτήτρια των μηχανημάτων καθαριστηρίου και πλυντηρίου τα οποία παρατίθενται στις λεπτομέρειες κατηγορίας («επίδικά μηχανήματα» ή «Μηχανήματα»). Η Κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία η οποία διατηρεί καθαριστήριο και πλυντήριο στη Λεμεσό και ο Κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της. Κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 2(α) - (γ) σχετικά αντίγραφα πιστοποιητικών από τον Έφορο Εταιρειών. 9. Την 1.12.2015 συμφωνήθηκε μεταξύ της Παραπονούμενης και της Κατηγορούμενης 1, την οποία εκπροσωπούσε ο Κατηγορούμενος 2, όπως η Παραπονούμενη παραχωρήσει στην Κατηγορούμενη 1 δικαίωμα χρήσης επί των Μηχανημάτων. Αντίγραφο μιας ανυπόγραφης συμφωνίας στα Ελληνικά με τίτλο «Συμφωνία Δικαιώματος Χρήσης» μεταξύ της Παραπονούμενης και της Κατηγορούμενης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3. Ο ΜΚ1 ανέφερε πως τη συμφωνία τη συνέταξε ο ίδιος αφού ο Κατηγορούμενος 2 μετέβη στο εργοστάσιο τους και επιθεώρησε τα μηχανήματα και επομένως κατά τον ΜΚ1 συντάχθηκε επί τη βάσει των όσων είχαν συμφωνήσει με τον Κατηγορούμενο 2. 10. Η Συμφωνία η οποία εν τέλει δεν υπογράφηκε προνοεί, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: 10.1 Έχει διάρκεια από την 1.12.2015 μέχρι την 20.04.2027. 10.2 Ο ιδιοκτήτης παραχωρεί άδεια χρήσης των Μηχανημάτων στην κατάσταση την οποία ευρίσκοντο τότε, και η οποία είναι της αρεσκείας του δικαιούχου ο οποίος τα επιθεώρησε. 10.3 Ο δικαιούχος υποχρεούται να παραλάβει τα μηχανήματα από το χώρο του ιδιοκτήτη όχι αργότερα από την 31.12.2015 με δικά του έξοδα. Με δικά του έξοδα ο δικαιούχος θα πρέπει να επιδιορθώσει τα μηχανήματα και να τα συντηρεί μέχρι τη λήξη της σύμβασης. 10.4 Μέχρι τη λήξη της σύμβασης τα μηχανήματα θα ανήκουν στον ιδιοκτήτη και η «κατοχή» (sic) θα περιέλθει στον δικαιούχο με την ολοκλήρωση της σύμβασης και αφού ο τελευταίος εξοφλήσει όλες του τις υποχρεώσεις. 10.5 Ο δικαιούχος πρέπει να πληρώσει τον ιδιοκτήτη το συνολικό ποσό των €529.707. Με την υπογραφή της συμφωνίας ο δικαιούχος «παρέδωσε» 10 μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ύψους €32.000. Τα υπόλοιπα €497.707 θα καταβληθούν την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας με 99 μεταχρονολογημένες Επιταγές. 10.6 Επιπλέον, ο δικαιούχος πρέπει να πληρώσει επιπλέον ποσό ύψους €119.000 μέχρι την 01.04.2016 όταν τα Μηχανήματα μεταφερθούν στο εργοστάσιο του και διαπιστωθεί ότι «εργάζονται»(sic). Αυτό το ποσό θα πληρωθεί με 23 μεταχρονολογημένες επιταγές. 10.7 Εάν 3 συνεχόμενες επιταγές δεν πληρωθούν ο ιδιοκτήτης δικαιούται να τερματίσει τη συμφωνία και να αξιώσει από το δικαιούχο την επιστροφή των Μηχανημάτων. 10.8 Υπάρχει επίσης πρόνοια ότι αν ο ιδιοκτήτης συστήσει πελάτη στον δικαιούχο θα δικαιούται αμοιβής ύψους 10% επί του κύκλου εργασιών που προέρχεται από το συγκεκριμένο πελάτη. 10.9 «Για την προστασία των δικαιωμάτων του πελάτη και για την σίγουρη αποπληρωμή (sic) από τον δικαιούχο» των προαναφερόμενων ποσών ο ιδιοκτήτης θα παρευρίσκεται στο εργοστάσιο του δικαιούχου καθ' όλη τη διάρκεια της συμφωνίας για να του παρέχει βοήθεια. 11. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος 2 παρέλαβε τα επίδικα μηχανήματα και τα εγκατέστησε στο χώρο του στη Λεμεσό χωρίς όμως να υπογράψει το Τεκμήριο 3. Ωστόσο, παρέδωσε τις 10 επιταγές ύψους €32.000 στην Παραπονούμενη οι οποίες είχαν εκδοθεί στο όνομα συνδεδεμένης με την Παραπονούμενη εταιρεία ήτοι της Πλυντήριο «Η Λάμψη» Λτδ (εφεξής «Λάμψη») η οποία ήταν η αρχική ιδιοκτήτρια των μηχανημάτων πριν να τα πωλήσει στην Παραπονούμενη. Ο ΜΚ1 επεξήγησε ότι ήταν απαίτηση των Κατηγορούμενων να μεταβιβαστούν τα μηχανήματα σε άλλη εταιρεία κάτι το οποίο αποφάσισαν να πράξουν δεδομένου του ότι υπήρχε κίνδυνος να λάβει την κυριότητα τους η Τράπεζα Κύπρου καθώς και επειδή ενδέχετο να αποζημιωθούν για αυτά και να τα λάβει η ασφαλιστική εταιρεία. 12. Στις παραγράφους 6 και 7 του Εγγράφου Α ο ΜΚ1 αναφέρει τα ακόλουθα: «6. Ο Κατηγορούμενος 2 μας διαβεβαίωσε κατά τον καταρτισμό της συμφωνίας και την παραλαβή από αυτόν των μηχανημάτων ότι διέθετε αρκετά χρήματα και επαρκή κεφάλαια για να πληρώσει το συμφωνηθέν ποσό των €529,707- και σε περίπτωση που δεν του διέθετε ολόκληρο το ποσό των η τράπεζα του στην Κύπρο, πως είχε αρκετά κεφάλαια στο Λίβανο για να μας εξοφλήσει βάση [sic] του συμφωνηθέν [sic] χρονοδιαγράμματος εξόφλησης. Την συμφωνία δεν την υπόγραψε όπως όφειλε την μέρα που ήρθε να παραλάβει τα μηχανήματα χρησιμοποιώντας ως πρόφαση πως θέλει να την διαβάσουν ο λογιστής και ο δικηγόρος του και πρόκειται για καθαρά διαδικαστικούς λόγους και πως δεν έχουμε τίποτε να ανησυχούμε. 7. Βασιζόμενοι εγώ και η οικογένεια μου στις διαβεβαιώσεις του Κατηγορούμενου 2 - Διευθυντή της Κατηγορούμενης 1 ότι ήτο αξιόχρεη η Κατηγορούμενη 1 του επιτρέψαμε να παραλάβει τα μηχανήματα». 13. Ο Κατηγορούμενος 2 εγκατέστησε και λειτουργούσε τα μηχανήματα στο εργοστάσιο του αλλά αρνήθηκε να υπογράψει το Τεκμήριο 3. Ούτε και πλήρωσε το υπόλοιπο ποσό, ήτοι €529,707 πλέον €119.000 με βάση τον όρο 4 του Τεκμηρίου 3 με μεταχρονολογημένες επιταγές όπως υποσχέθηκε στον ΜΚ1 και στην οικογένεια του προφασιζόμενος ότι δεν είχε ελέγξει ακόμη τη συμφωνία ο λογιστής του, ο δικηγόρος του, αλλά και ότι η τράπεζα του δεν του επέτρεπε να εκδώσει άλλες μεταχρονολογημένες επιταγές. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, ο Κατηγορούμενος 2 τον διαβεβαίωνε πως θα πήγαινε στο Λίβανο και θα μετέφερε χρήματα για να καλύψει τα ποσά τα οποία όφειλε «μέχρι εκείνη την ημερομηνία». 14. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 2 σταμάτησε να απαντά στο κινητό του τηλέφωνο, ενώ στο εργοστάσιο του, ανέφεραν στον ΜΚ1 και στην οικογένεια του ότι απουσίαζε. Όταν τους απαντούσε στο τηλέφωνο έβρισκε διάφορες δικαιολογίες και παρακαλούσε όπως κάνουν υπομονή επειδή διαθέτει αρκετά κεφάλαια και ήταν θέμα χρόνου να έρθουν τα χρήματα από το Λίβανο. Επίσης τους παρακάλεσε να μην καταθέσουν τις επιταγές που ήδη κρατούσαν καθότι «δεν θα περνούσαν και θα του δημιουργούσαμε προβλήματα». 15. Με βάση τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1, στη συνέχεια παρουσιάστηκε μια δικηγόρος η οποία τους ανέφερε πως θα πρέπει να μιλούν μαζί της και όχι με τον Κατηγορούμενο 2. Επίσης, μετέφερε το παράπονο του Κατηγορούμενου 2 σε σχέση με το ότι η επιδιόρθωση των μηχανημάτων στοίχισε πολλά χρήματα και θα έπρεπε να επαναδιαπραγματευθούν τη συμφωνία τους. Ο ΜΚ1 ανέφερε πως η πλευρά του ήταν έτοιμοι να συζητήσουν για την επίτευξη συμβιβασμού. Είχαν ζητήσει και τα τιμολόγια από τους Κατηγορούμενους για να διαπιστώσουν το ύψος του κόστους επιδιόρθωσης των Μηχανημάτων σύμφωνα με τα όσα ανέφεραν οι Κατηγορούμενοι, αλλά δεν παρουσιάστηκαν ποτέ. Και η δικηγόρος του Κατηγορούμενου 2 τους διαβεβαίωνε πως αυτός έχει επαρκή κεφάλαια για να τηρήσει την υποχρέωση πληρωμής του. Σε περίπτωση κατά την οποία θα έκαναν νέα συμφωνία θα τους πλήρωνε άμεσα χωρίς μεταχρονολογημένες επιταγές. Ο ΜΚ1 στο τέλος διαπίστωσε πως και η δικηγόρος του Κατηγορούμενου 2 είχε ως σκοπό απλώς να καθυστερήσει τη διαδικασία και να μην πληρωθούν ποτέ οι Παραπονούμενοι. 16. Ο ΜΚ1 επιπρόσθετα ανέφερε πως όταν κατάλαβαν η οικογένεια του πως ο Κατηγορούμενος 2 τους παραπλανούσε, αποφάσισαν να καταθέσουν τις 10 επιταγές που τους είχε δώσει ο Κατηγορούμενος 2. Αυτός ανακάλεσε την πληρωμή τους προς την εταιρεία Λάμψη και συνεπώς καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση αρ. 1073/2017 για την είσπραξη των ποσών των επιταγών. Ακόμη παραμένει ένα υπόλοιπο ύψους €6.000. 17. Τέλος, ο ΜΚ1 ανέφερε πως η όλη συμπεριφορά των Κατηγορούμενων από την αρχή της συμφωνίας καταδεικνύει την πρόθεση τους για καταδολίευση της Παραπονούμενης για να παραδώσει τα μηχανήματα και να μην τους πληρώσουν το συμφωνηθέν ποσό. Η πρόθεση για καταδολίευση προκύπτει από το γεγονός ότι αρνήθηκαν να υπογράψουν οι Κατηγορούμενοι το Τεκμήριο 3. Οι Κατηγορούμενοι δεν τους επιτρέπουν να επιθεωρήσουν τα Μηχανήματα. Όταν ο αδελφός του επιχείρησε να επισκεφθεί το εργοστάσιο των Κατηγορούμενων τον κατήγγειλαν στην Αστυνομία. 18. Όταν ο ΜΚ1 επανακλήθηκε κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 αντίγραφο Συμφωνίας Πώλησης Μηχανημάτων μεταξύ της Πλυντήριο «Η ΛΑΜΨΗ» Λτδ και της Παραπονούμενης για το ποσό των €35.476,28. Στο Τεκμήριο 8 αναφέρεται ότι τα Μηχανήματα πωλούνται από την πρώτη προς τη δεύτερη εταιρεία καθότι τα μηχανήματα ήταν σε κακή κατάσταση επειδή «ήταν μέσα σε πυρκαγιά». Ως Τεκμήριο 9, κατέθεσε δέσμη από έγγραφα τα οποία περιλαμβάνουν εκτυπώσεις από ηλεκτρονικό υπολογιστή στις οποίες φαίνονται αποσπάσματα από το λογιστικό πρόγραμμα (cycom) της Παραπονούμενης και της Λάμψης όπου φαίνεται η συναλλαγή μεταξύ των δύο στα λογιστικά τους βιβλία. Ο ΜΚ1 είναι εγκεκριμένος λογιστής και τηρεί τα λογιστικά βιβλία των δύο εταιρειών. Εξήγησε, με αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9 ότι η πώληση φαίνεται στα βιβλία των δύο εταιρειών. 19. Υποβλήθηκε από το συνήγορο των Κατηγορούμενων ότι η συναλλαγή μεταξύ των δύο εταιρειών δεν έγινε ποτέ και ότι ο λόγος για τον οποίο η τιμή που καθόρισε για την πώληση μεταξύ της Κατηγορούμενης και της Λάμψης ο ΜΚ1 ήταν επειδή τα Μηχανήματα ήταν καμένα παλιοσίδερα. Υποβλήθηκε σε διάφορες φάσεις της αντεξέτασης ότι τα Μηχανήματα δεν ήταν σε καλή κατάσταση λόγω της πυρκαγιάς στο εργοστάσιο της Λάμψης, υποβολή με την οποία ο ΜΚ1 διαφώνησε προβάλλοντας τη θέση ότι τα μηχανήματα ήταν σε κατάσταση στην οποία λειτουργούσαν και μάλιστα οι Κατηγορούμενοι ακόμη τα χρησιμοποιούν. 20. Σε ερώτηση κατά την αντεξέταση να διασαφηνιστεί ποιες ακριβώς ήταν οι κατ' ισχυρισμόν ψευδείς παραστάσεις ο ΜΚ1 ανέφερε (σελ. 22 και 23 Πρακτικών 05.02.2024) ότι έγιναν σε διάφορες φάσεις διαβεβαιώσεις από μέρους του Κατηγορούμενου αναφορικά με την ικανότητα του να εξοφλήσει το ποσό για την άδεια χρήσης των Μηχανημάτων με βάση το χρονοδιάγραμμα, όπως π.χ. πριν να ξεκινήσει η μετακόμιση των μηχανημάτων στο εργοστάσιο των Κατηγορούμενων, όταν αργούσε να υπογράψει το Τεκμήριο 3, όταν τον έπαιρναν τηλέφωνο. Η τότε δικηγόρος του κα. Ε.Σ. διαβεβαίωσε την οικογένεια του ΜΚ1 ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν αξιόχρεος. 21. Σε υποβολή ότι πληρώθηκε το ποσό των €60,000 για τα μηχανήματα επειδή ήταν παλιοσίδερα ο ΜΚ1 διαφώνησε και ανέφερε ότι οι €60,000 ήταν για άλλα μηχανήματα και για αυτοκίνητα που δεν ήταν μέρος αυτής της συμφωνίας. Τα δε Μηχανήματα δεν ήταν κατεστραμμένα ολοσχερώς αλλά έχρηζαν κάποιας επιδιόρθωσης, επιδιορθώθηκαν και λειτούργησαν. Μάλιστα ορισμένα δεν είχαν υποστεί καθόλου ζημιές καθότι βρίσκονταν έξω από το εργοστάσιο. Ο λόγος για τον οποίο έκλεισαν το δικό τους εργοστάσιο είναι επειδή περίμεναν από την ασφαλιστική εταιρεία να τους τα αντικαταστήσει. (
- ii)ΜΚ2 - Παναγιώτης Αχιλλέως 22. Ο ΜΚ2 είναι ο Διευθυντής της Λάμψης. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Β. Ως αντιπρόσωπος της Παραπονούμενης επισκεπτόταν το εργοστάσιο των Κατηγορούμενων ως προνοούσε η συμφωνία τους. Η Λάμψη λειτουργούσε εργοστάσιο - πλυντήριο ρούχων και κλινοσκεπασμάτων, ωστόσο, λόγω πυρκαγιάς στις 21.06.2013 οι εργασίες στης τερματίστηκαν. Τα μηχανήματα μεγάλης αξίας παρέμειναν στο εργοστάσιο, ορισμένα εξ αυτών υπέστησαν ζημιές. Τα επίδικα μηχανήματα δεν υπέστησαν ιδιαίτερες ζημιές και λειτουργούσαν. 23. Ο ΜΚ2 περαιτέρω αναφέρει ότι τον Κατηγορούμενο 2 τον γνώριζε επειδή έχει και αυτός πλυντήριο ρούχων και είχε ενδιαφερθεί να αγοράσει τα μηχανήματα αφού τα επιθεώρησε. Διαβεβαίωσε τον ίδιο όσο και τους δύο του υιούς ότι διέθετε αρκετά χρήματα για να πληρώσει τα μηχανήματα τόσο στην Κύπρο όσο και στο Λίβανο καθώς και ότι είναι ιδιοκτήτης δύο οικοπέδων στη Λεμεσό. 24. Πέραν των επίδικων μηχανημάτων, οι Κατηγορούμενοι αγόρασαν και τέσσερα φορτηγά από την Λάμψη, αξίας €5.000 πλέον ΦΠΑ το κάθε ένα. Για την αγορά των φορτηγών οι Κατηγορούμενοι εξέδωσαν μεταχρονολογημένες επιταγές οι οποίες όταν κατατέθηκαν δεν πληρώθηκαν λόγω ανάκλησης τους από τους Κατηγορούμενους. Συνεπώς, καταχώρησαν την υπόθεση αρ. 1073/2017 στην οποία οι Κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν κατόπιν δικής τους παραδοχής (Τεκμήρια 4 και 5). 25. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7 τιμολόγιο για την πώληση των δύο εκ των τεσσάρων οχημάτων. Για τα υπόλοιπα 2, σύμφωνα με τον ΜΚ2, δεν υπάρχει τιμολόγιο εφόσον δεν πλήρωσαν οι Κατηγορούμενοι αν και τα οχήματα έχουν μεταβιβαστεί σε αυτούς. 26. Ο Κατηγορούμενος 2 τους είχε ζητήσει να διασφαλίσουν ότι τα επίδικα μηχανήματα δεν θα τα έπαιρνε η ασφαλιστική εταιρεία η οποία θα πλήρωνε αποζημίωση στη Λάμψη και γι' αυτό υποχρεώθηκαν να εγγράψουν την Παραπονούμενη και να μεταβιβάσουν τα Μηχανήματα σε αυτήν. Καταλογίζει στον Κατηγορούμενο 2 ότι τους υποχρέωσε να μεταβιβάσουν τα Μηχανήματα στην Παραπονούμενη. 27. Επιπρόσθετα, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι μετά την μεταφορά των Μηχανημάτων στα υποστατικά της Κατηγορούμενης στη Λεμεσό ο ίδιος επισκεπτόταν το χώρο καθημερινά, για αρκετούς μήνες μάλιστα, για να τους εξηγήσει πως δουλεύουν τα Μηχανήματα, να τους εκπαιδεύσει στη λειτουργία τους και να τους συμβουλεύσει πως να πετύχουν καλύτερο αποτέλεσμα στο πλύσιμο και σιδέρωμα, κατ' εφαρμογή και της συμφωνίας των μερών. Μέχρι και προσφορές ετοίμασε και έκανε και συστάσεις για να εξεύρει πελάτες για τους Κατηγορούμενους. 28. Ανέφερε επίσης ο ΜΚ2 ότι καθ' όλη τη διάρκεια εκείνης της περιόδου τα Μηχανήματα λειτουργούσαν χωρίς κανένα πρόβλημα και οι Κατηγορούμενοι ουδέποτε παραπονέθηκαν. Παρόντες ήταν ολόκληρη η οικογένεια του Κατηγορούμενου 2. Επιπρόσθετα, όσο επισκεπτόταν τα υποστατικά των Κατηγορούμενων ο ΜΚ2 ζητούσε από τον Κατηγορούμενο 2 να υπογράψει τη συμφωνία - Τεκμήριο 3, ωστόσο αυτός το απέφευγε προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες. 29. Τέλος, ο ΜΚ2 ανέφερε στη γραπτή του δήλωση πως όταν συνειδητοποίησε πως των κορόιδευαν οι Κατηγορούμενοι και όταν παρατήρησε την αλλαγή στη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου 2 και της οικογένειας του έναντι του σταμάτησε να επισκέπτεται τα υποστατικά των Κατηγορούμενων και να τους παρέχει βοήθεια στη λειτουργία και οργάνωση του πλυντηρίου. 30. Κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορούμενων ο ΜΚ2 ανέφερε ότι όλα τα μηχανήματα τα οποία είχαν στο υποστατικό τους ήταν ασφαλισμένα για €3.500.000 και έλαβαν αποζημίωση ύψους €1.000.000 από τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου μετά την πυρκαγιά στα υποστατικά τους. Ο ΜΚ2 και η οικογένεια του δεν ανησυχούσαν ότι θα έπαιρνε τα Μηχανήματα η ασφαλιστική εταιρεία αλλά αυτό ήταν ανησυχία του Κατηγορούμενου 2 που αποφάσισαν να την άρουν με το να εγγράψουν την Παραπονούμενη και να της μεταβιβάσουν τα Μηχανήματα. Θεωρεί ότι ο Κατηγορούμενος 2 τους υποχρέωσε να μεταβιβάσουν τα Μηχανήματα στην Παραπονούμενη καθότι δεν τους έδωσε επιλογή. 31. Αναφορικά με τις επιταγές οι οποίες εισπράττονταν από τον ίδιο ανέφερε ότι έχουν εκδοθεί αποδείξεις οι οποίες ωστόσο δεν παρουσιάστηκαν. Ακολούθως, ανέφερε ότι πιστεύει πως εκδόθηκαν αποδείξεις και αυτό είναι θέμα του λογιστή και όχι του ιδίου. 32. Σε σχέση με την κυριότητα των Μηχανημάτων, ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η πράξη φαίνεται στα βιβλία των δύο εταιρειών και όσον αφορά την πληρωμή για τη μεταβίβαση ανέφερε πως ήταν λογιστικό θέμα και πως ανέμεναν να πληρωθεί η Λάμψη την αποζημίωση για να πληρώσει για τα Μηχανήματα την Παραπονούμενη. Διευκρινίζω ότι σε εκείνο το σημείο η Υπεράσπιση ζήτησε όπως εξετάσει τα βιβλία της Παραπονούμενης για το κατά πόσον υπάρχουν στο ενεργητικό της τα Μηχανήματα, αίτημα το οποίο οδήγησε στην επανακλήση του ΜΚ1 σε σχέση με αυτό το ζήτημα. 33. Ο ΜΚ2 επίσης αρνήθηκε υποβολή ότι όλα τα Μηχανήματα τα αγόρασαν οι Κατηγορούμενοι ως παλιοσίδερα για το ποσό των €60.000 και επέμεινε στη θέση του ότι τα Μηχανήματα ήταν κατάσταση κατά την οποία λειτουργούσαν και ότι επισκεπτόταν καθημερινά τα υποστατικά των Κατηγορούμενων και τα έβλεπε όλα να λειτουργούν κανονικά. (iii) ΜΥ1 - Κατηγορούμενος 2 34. Ο Κατηγορούμενος 2 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ανέγνωσε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Γ) στην οποία ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι είναι ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της Κατηγορούμενης 1 η οποία από το 2003 διεξάγει εργασίες καθαριστηρίου στη Λεμεσό. Η Κατηγορούμενη 1 αγόρασε τα Μηχανήματα από την Παραπονούμενη για €60.000 την 01.12.2015. Η αγοραπωλησία έγινε κατόπιν προφορικής συμφωνίας και καμία γραπτή συμφωνία δεν υπογράφηκε μεταξύ των δύο εταιρειών. Ούτε και ευσταθεί ότι μόνο άδεια χρήσης δόθηκε στην Κατηγορούμενη 1 αλλά επρόκειτο περί πώλησης. Χαρακτήρισε το Τεκμήριο 3 (προσχέδιο συμφωνίας) ως ένα ψεύτικο έγγραφο το οποίο παρουσιάστηκε για σκοπούς δημιουργίας εντυπώσεων. 35. Ο ίδιος θεωρεί παράλογο τα Μηχανήματα τα οποία είχαν υποστεί ζημιές από πυρκαγιά να πωλούνται για €35.476,28 στην Παραπονούμενη και δύο μήνες αργότερα να τα πουλά στην Κατηγορούμενη 1 για το ποσό των €529.707. Θα ήταν παράλογο για τον ίδιο ως έμπειρος επιχειρηματίας να αποδεχθεί μια τέτοια συμφωνία. Αυτό το οποίο έγινε στην πραγματικότητα ήταν να αγοράσει τα Μηχανήματα για το ποσόν των €60.000 γνωρίζοντας ότι είχε ο ίδιος τη γνώση και τη δυνατότητα να τα επιδιορθώσει και να τα λειτουργήσει ξανά. 36. Ανέφερε ότι ο ίδιος ενήργησε με καλή πίστη και όταν κατάφερε να επιδιορθώσει τα Μηχανήματα περίπου 7-8 μήνες μετά την αγορά τους από την Παραπονούμενη ενημέρωσε τον ΜΚ2 περί τούτου. Αυτό το οποίο φαίνεται είναι ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 όταν κατάλαβαν πως επιδιόρθωσε τα Μηχανήματα αποφάσισαν πως ήθελαν περισσότερα χρήματα και εφηύραν αυτήν την υπόθεση σε βάρος του ιδίου και της Κατηγορούμενης 1 κατηγορώντας τον ότι δήθεν τα εξασφάλισε με ψευδείς παραστάσεις. 37. Ως Τεκμήρια 10 και 11 κατατέθηκαν ένα ηλεκτρονικό μήνυμα από τον ΜΚ1 προς τον Κατηγορούμενο 2 στο οποίο επισυνάπτεται ένα έγγραφο με τίτλο «Συμφωνία Πώλησης Μεταχειρισμένων και /ή Μερικώς Ελαττωματικών Μηχανημάτων» μεταξύ της Παραπονούμενης και της Κατηγορούμενης 1. Ο ΜΥ1 εξήγησε ότι τον Ιούνιο του 2020 ήταν σε διαπραγματεύσεις με τους Παραπονούμενους και του απέστειλαν το προσχέδιο της συμφωνίας στην οποία προνοείτο η πώληση των Μηχανημάτων για ποσό ύψους €150.000 για να μην καταλήξουν στο Δικαστήριο. Η Συμφωνία αναφέρει πως ο ίδιος ξόδεψε πάνω από €300.000 για να επαναφέρει τα Μηχανήματα. 38. Εκτός από το περιεχόμενο της δήλωσης του ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε επίσης ότι αγόρασε τα Μηχανήματα από τη Λάμψη, αυτούς γνωρίζει και δεν ξέρει τι έκαναν εσωτερικά. Τα πλήρωσε με επιταγές για το ποσό των €60.000 επειδή ήταν παλιοσίδερα καθότι είχαν περάσει δυόμισι χρόνια από τότε που τέθηκε η φωτιά, κατασβέστηκε η πυρκαγιά με νερό και παρέμειναν σε αχρησία για δυόμισι χρόνια. Τα Μηχανήματα ήταν σκουριασμένα και καμένα. 39. Κάποια πλυντήρια ήταν σε καλή κατάσταση ωστόσο όταν πήγε να τα παραλάβει είχαν εξαφανιστεί. Γι' αυτό και είχαν «προβλήματα» με τις επιταγές. Αυτά τα πλυντήρια τα οποία εξαφανίστηκαν όταν μετέβη στο εργοστάσιο της Λάμψης για να τα παραλάβει περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο και κατηγορείται ότι και αυτά τα εξασφάλισε με ψευδείς παραστάσεις. 40. Δούλεψε σκληρά για να επιδιορθώσει τα Μηχανήματα και έχει τιμολόγια και αποδείξεις για να αποδείξει ότι ξόδεψε €300.000. Σε αυτό το σημείο σημειώνω ότι κανένα τιμολόγιο ή απόδειξη δεν προσκομίστηκε για την επιδιόρθωση των Μηχανημάτων από τους Κατηγορούμενους. 41. Προσπάθησε να βοηθήσει τον ΜΚ2 όταν άκουσε πως είχε φωτιά στο εργοστάσιο τους και συγκεκριμένα ανέφερε στον ΜΚ2 ότι μπορούσε να επιδιορθώσει τα μηχανήματα, ωστόσο του ανέφεραν πως μπορούσαν να του πουλήσουν τα μηχανήματα για €1.000.000. Δεν το συζήτησε καθότι δεν προτίθετο να πληρώσει ένα τέτοιο ποσό για αυτά τα μηχανήματα. Ο ΜΚ2 επανήλθε και του πρόσφερε τα μηχανήματα για την τιμή των €300.000. Στο μεταξύ η σύζυγος του Κατηγορούμενου 2 προσκάλεσε την οικογένεια του ΜΚ2 στο σπίτι τους για φαγητό και κατά τη διάρκεια του γεύματος ο ΜΚ2 τους πρόσφερε τα μηχανήματα σε ακόμα πιο χαμηλή τιμή. Ωστόσο, ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ξεκάθαρος ότι με βάση την οικονομική του κατάσταση δεν μπορούσε να αγοράσει τα μηχανήματα οποία ήταν και καμένα σε τέτοια τιμή. 42. Μετά από 6 μήνες είχε επανέλθει ο ΜΚ2 επειδή είχε χάσει την υπόθεση με τον ιδιοκτήτη του εργοστασίου και έπρεπε να παραδώσει την κατοχή του εργοστασίου και τότε ο Κατηγορούμενος 2 τους πρόσφερε €60.000 για όλα μέσα στο εργοστάσιο. Ο ΜΚ2 ήταν σε απόγνωση και πήρε εκείνη την ώρα τις επιταγές. Ο Κατηγορούμενος 2 επέστρεψε στη Λεμεσό για να διευθετήσει την μεταφορά των μηχανημάτων. Όταν επέστρεψε για να παραλάβει τα Μηχανήματα κάποια από αυτά είχαν εξαφανιστεί και συνεπώς πήρε αυτά που έμειναν. Ο προηγούμενος του δικηγόρος τον συμβούλευσε να ανακαλέσει κάποιες από τις επιταγές, ωστόσο μετά όταν κατάλαβε πως δεν μπορούσε να κερδίσει την υπόθεση έδωσε τα χρήματα. 43. Τέλος, ανέφερε ότι πέντε χρόνια μετά καταχώρισαν την παρούσα υπόθεση εναντίον του. Πρόσθεσε ότι καμία εταιρεία δεν θα πωλούσε οτιδήποτε για €500.000 χωρίς τιμολόγιο και γραπτή συμφωνία. 44. Η αντεξέταση του Κατηγορούμενου 2 ήταν μακρά και επίμονη. Κατά την αντεξέταση του Κατηγορούμενου 2 από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Παραπονούμενης υποβλήθηκε ότι τα Μηχανήματα πουλήθηκαν από την Λάμψη στην Παραπονούμενη ήταν επειδή ο ίδιος το απαίτησε, υποβολή την οποία απέρριψε ο Κατηγορούμενος. 45. Περαιτέρω, ο κύριος Μιχαηλίδης υπέβαλε στον Κατηγορούμενο ότι δεν λέει την αλήθεια καθότι στη γραπτή του δήλωση ανέφερε ότι αγόρασε η Κατηγορούμενη 1 τα Μηχανήματα από την Παραπονούμενη ενώ κατά την αντεξέταση του ισχυρίζετο ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη της Παραπονούμενης εταιρείας. Ο Κατηγορούμενος 2 επέμεινε ότι έδωσε τις επιταγές για την αγορά των Μηχανημάτων στη Λάμψη και δεν τον ενδιαφέρει τι έκαναν εσωτερικά. 46. Όταν υποβλήθηκε πως η μεταβίβαση από την Λάμψη προς την Παραπονούμενη έγινε επειδή ο ίδιος το ζήτησε και για να μπορέσει η Κατηγορούμενη 1 να αγοράσει τα Μηχανήματα, ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε ότι αν ευσταθεί αυτό σημαίνει ότι εξαπατήθηκε καθότι ο ίδιος έδωσε τις επιταγές για τον αγορά των Μηχανημάτων προς τη Λάμψη και όχι προς την Παραπονούμενη. 47. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 σε υποβολή ότι αυτά τα οποία συμφωνήθηκαν μεταξύ του και της Παραπονούμενης ήταν αυτά τα οποία αναφέρονται στο Τεκμήριο 3 (Συμφωνία Δικαιώματος Χρήσης), απάντησε ότι ποτέ μα ποτέ δεν είχε δει αυτό το έγγραφο στη ζωή του. Σε υποβολή ως προς την επιλογή του είδους της συμφωνίας (Τεκμήριο 3) δηλαδή άδεια χρήσης μέχρι την πλήρη εξόφληση επειδή ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ήθελε να πληρώνει σταδιακά ο Κατηγορούμενος απάντησε ότι δεν έχει κανένα νόημα να ενοικιάσει ο οποιοσδήποτε καμένα μηχανήματα. 48. Επιπρόσθετα, ο ΜΥ1 αρνήθηκε ότι προέβη σε ψευδή παράσταση ως προς το ότι διέθετε €529,707 για να αγοράσει τα Μηχανήματα. Πρόσθεσε ότι ήρθε το 2002 στην Κύπρο με άδειες τσέπες και κατάφερε να χτίσει την επιχείρηση του επειδή έχει ταλέντο στο να επιδιορθώνει μηχανήματα. 49. Υποβλήθηκε πως ο σταθμός επεξεργασίας λυμάτων (αρ. 12 στο κατηγορητήριο) ήταν έξω από το εργοστάσιο, δεν είχε επηρεαστεί από τη φωτιά και πως η αξία του ήταν €200.000. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε πως για 2 χρόνια δεν λειτουργούσε και όταν τον πήρε στο εργοστάσιο του έλαβε προσφορά για την επιδιόρθωση του που ήταν ύψους €100.000. Στο τέλος τον επιδιόρθωσε ο ίδιος. 50. Ο Κατηγορούμενος 2 επίσης κατηγόρησε την προηγούμενη του δικηγόρο ότι τον φοβέρισε και τον συμβούλευσε να υπογράψει τη συμφωνία Τεκμήριο 11 για να μην καταλήξει στη φυλακή. Στην ουσία, της καταλόγισε ότι συνέπραξε με τον ΜΚ1 για να τον εξωθήσουν στην υπογραφή του Τεκμηρίου 11. Ως προς τη θέση ότι η φωτιά είχε ξεκινήσει από τον πάνω όροφο του εργοστασίου και τα μηχανήματα που βρισκόντουσαν στον κάτω όροφο δεν είχαν υποστεί ζημιές, ο ΜΥ1 δεν απάντησε συγκεκριμένα, διερωτήθηκε όμως γιατί το κόστος επιδιόρθωσης υπολογίστηκε σε €1.200.000 από τον κύριο Sarkis Eojourian. 51. Ακολούθως, έγιναν υποβολές για το κάθε ένα από τα Μηχανήματα με την Κατηγορούσα Αρχή να ισχυρίζεται πως δεν είχαν υποστεί ζημιές, ή εν πάση περιπτώσει σοβαρές ζημιές, και τον Κατηγορούμενο 2 να επιμένει πως είχαν υποστεί ζημιές, ξόδεψε πολλά χρήματα για να τα επιδιορθώσει και έβαλε πολύ κόπο. Ανέφερε επίσης ότι ακόμα και αν δεν είχαν καεί είχαν περιλουστεί με νερό κατά την κατάσβεση της πυρκαγιάς και ήταν οξειδωμένα λόγω του ότι δεν χρησιμοποιούνταν. (
- iv)ΜΥ2 - Ιωάννης Θεοδοσίου 52. Ο κύριος Θεοδοσίου είναι διευθυντής της εταιρείας Ε.Ν. ΜΑΝΟS (CYPRUS) LTD (surveyors - loss adjusters). Ο ίδιος κατέχει πτυχίο σε Fire Engineering καθώς και μεταπτυχιακό στο ίδιο θέμα. Η εταιρεία του κλήθηκε από τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου να προβεί σε εκτίμηση των ζημιών από την πυρκαγιά η οποία έλαβε χώρα στις 21.06.2013 στα υποστατικά της Λάμψης στην Βιομηχανική Περιοχή Λακατάμειας καθώς και αποτύπωση των γεγονότων και ετοιμασία έκθεσης πραγματογνωμοσύνης για σκοπούς των καλύψεων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου το οποίο ήταν σε ισχύ σε σχέση με τα υποστατικά. 53. Η εταιρεία του ετοίμασε έκθεση πραγματογνωμοσύνης στην ετοιμασία της οποίας συμμετείχε και ο ίδιος ως πυρομηχανικός και διευθυντής της εταιρείας. Η έκθεση με τίτλο "Final Loss Report No. 17013" κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12. Ο ΜΥ2 υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης. Ανέφερε ότι το ποσό της απαίτησης της Λάμψης ανερχόταν σε €3.049.542,81. Η εκτίμηση της ζημιάς σε πραγματικές αξίες (όχι αξία αποκατάστασης) υπολογίστηκε σε €962.623,90. Λήφθηκε υπόψη για την ετοιμασία του Τεκμηρίου 12 η έκθεση της εταιρείας DEKSA σε σχέση με το κόστος επιδιόρθωσης των μηχανημάτων. 54. Σημειώνω ότι στην έκθεση αναφέρεται πως η φωτιά τέθηκε κακόβουλα την 21.06.2013 και ακολούθησε μια δεύτερη πυρκαγιά στις 24.06.2013 που επίσης με βάση την έκθεση τέθηκε κακόβουλα αφού στο χώρο όπου ξεκίνησε η φωτιά εντοπίστηκε πετρέλαιο και επίσης υπήρχε έντονη μυρωδιά πετρελαίου. 55. Όσον αφορά τα μηχανήματα, η διαφορά μεταξύ της εκτίμησης και της θέσης των ασφαλισμένων έγκειτο στο ότι απαιτούσαν την αντικατάσταση 25 μηχανημάτων. Εφτά εξ αυτών δεν είχαν υποστεί ζημιά από τη φωτιά και δύο μπορούσαν να επιδιορθωθούν με βάση την εκτίμηση. Με βάση την εκτίμηση οκτώ μηχανήματα είχαν καταστραφεί ολοσχερώς. Με βάση την έκθεση της DEKSA 15 μηχανήματα έχρηζαν επιδιόρθωσης και έγινε υπολογισμός του κόστους. 18 μηχανήματα δεν είχαν υποστεί ζημιές. 56. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ2, του οποίου τα προσόντα δεν είχαν αμφισβητηθεί, διευκρινίστηκε ότι ο έλεγχος τον οποίον έκαναν η εταιρεία του ήταν οπτικός. Για τη αξία των επιδιορθώσεων των μηχανημάτων ζητήθηκε και εξασφαλίστηκε η εμπειρογνωμοσύνη της DEKSA η οποία είναι ο εισαγωγέας και αντιπρόσωπος για τα πλείστα από τα μηχανήματα. Γι' αυτό το λόγο ο συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε στον ΜΥ2 ότι η εκτίμηση για το κόστος επιδιόρθωσης των μηχανήματων δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, υποβολή την οποία απέρριψε ο μάρτυρας. (
- v)MY3 - Sarkis Eojourian 57. O MY3 είναι ένας από τους ιδιοκτήτες της εταιρείας DEKSA η οποία ετοίμασε εκθέσεις σε σχέση με το κόστος επιδιόρθωσης των Μηχανημάτων. Ο ΜΥ3 αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο των δύο εκθέσεων οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 8 μαζί με την έκθεση των εκτιμητών Ε.Ν. MANOS. 58. Ο ΜΥ3 κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι δεν ετοίμασε ο ίδιος τις εκθέσεις ωστόσο τις έλεγξε και ενέκρινε πριν να σταλθούν στους εκτιμητές τους οποίους είχε διορίσει η ασφαλιστική εταιρεία. Υποβλήθηκε στον ΜΥ3 ότι τα ποσά για την επιδιόρθωση των μηχανημάτων τα οποία αναφέρονται στην έκθεση δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, υποβολή με την οποία διαφώνησε ο ΜΥ3 αναφέροντας ότι έγινε ενδελεχής έλεγχος των μηχανημάτων από τεχνικό της εταιρείας ο οποίος εργάζεται 30 χρόνια στον τομέα, γνωρίζουν το κάθε μηχάνημα και γνωρίζουν την αξία των εξαρτημάτων. Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ 59. Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273).
- Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητα τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.
- Παρότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506.)
- Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Επιπρόσθετα, οι θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45). 64. Έχει περαιτέρω, νομολογηθεί πως για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις στη μαρτυρία του θα πρέπει να είναι ουσιαστικές. Οι δε αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ενδεχόμενα να ενισχύουν την φιλαλήθεια του μάρτυρα διότι αυτό δείχνει την έλλειψη προσχεδιασμού στην εκδοχή του (Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320). 65. Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε (Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). 66. Στην περίπτωση κατά την οποία ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, αυτό γενικώς θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που προβάλλει ένας μάρτυρας (ίδετε Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720). Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό (Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited
(1987)1 Α.Α.Δ. 383). 67. Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές αφ' εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640). (
- i)Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ1 68. Ο ΜΚ1 αρχικά προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο καθότι είχε σταθερό λόγο, ήρεμη συμπεριφορά και φαινόταν ότι απαντούσε αυθόρμητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Παρά ταύτα, όπως θα εξηγήσω ακολούθως, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του όσον αφορά τις κατ' ισχυρισμόν παραστάσεις του Κατηγορούμενου 2 ότι διαθέτει επαρκή χρήματα για να αποπληρώσει το συμφωνηθέν ποσό, ή το συμφωνηθέν ποσό εντός του συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος. 69. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του και τις θέσεις του και αντιπαραβάλλοντας την με την πραγματική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και με το σύνολο της μαρτυρίας εν γένει διαπιστώθηκε ότι ο ΜΚ1 υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις ικανές να πλήξουν την αξιοπιστία του. 70. Εν πρώτοις, η μαρτυρία του σε σχέση με τις παραστάσεις του Κατηγορούμενου 2 είναι αόριστη, ασαφής και σε διάφορα σημεία αντιφατική. Στερείται της απαραίτητης λεπτομέρειας, ποιότητας και συνεπακόλουθα πειστικότητας για να μπορέσει να γίνει δεκτή. Δεν επεξήγησε με την απαραίτητη λεπτομέρεια ποια ακριβώς ήταν η παράσταση, πότε έγινε και γιατί ήταν ψευδής. Από τη μαρτυρία του ως προς τις κατά τον ισχυρισμό της Κατηγορούσας Αρχής ψευδείς παραστάσεις του Κατηγορούμενου 2 δημιουργούνται περισσότερα ερωτήματα παρά να παρέχονται απαντήσεις. 71. Αρχίζοντας από τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α), στην παράγραφο 6 ο ΜΚ1 δεν διευκρινίζει πότε προέβη ο Κατηγορούμενος 2 σε παραστάσεις. Αναφέρεται στο προσχέδιο συμφωνίας (Τεκμήριο 3) ως να είναι συμφωνία, ενώ κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε σε προφορική συμφωνία δεδομένης και της μη υπογραφής του Τεκμηρίου 3. Επίσης, ο ΜΚ1 αναφέρει ότι τους διαβεβαίωσε ο Κατηγορούμενος 2 «κατά τον καταρτισμό της συμφωνίας και την παραλαβή από αυτόν των μηχανημάτων» χωρίς να ξεκαθαρίζει σε ποια συμφωνία αναφέρεται και αν αναφέρεται σε προφορική συμφωνία, πότε αυτή συνάφθηκε. 72. Σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ο ΜΚ1 αναφέρεται σε συμφωνία την 01.12.2015 και σε παραλαβή των μηχανημάτων χωρίς την υπογραφή της συμφωνίας σε άλλο χρόνο κατά τρόπο που δεν μπορεί το Δικαστήριο να αντιληφθεί στο πότε προέβη στις κατ' ισχυρισμόν παραστάσεις ο Κατηγορούμενος. 73. Επίσης, από τη μαρτυρία του ΜΚ1 δημιουργούνται κενά ως προς το τι παρέστησε ψευδώς ο Κατηγορούμενος. Στην παράγραφο 5 της δήλωσης του, ο ΜΚ1 αναφέρει ότι τους διαβεβαίωσε πως διαθέτει αρκετά χρήματα και επαρκή κεφάλαια για να πληρώσει τις €529.707, ενώ ακολούθως αναφέρεται σε παράσταση ότι ο Κατηγορούμενος είχε αρκετά χρήματα στο Λίβανο για να τους εξοφλήσει με βάση το συμφωνηθέν χρονοδιάγραμμα. Αφού η συμφωνία Τεκμήριο 3 δεν υπογράφηκε ποτέ εύλογα δημιουργείται η απορία ως προς το ποιο είναι το συμφωνηθέν χρονοδιάγραμμα και αν εν τέλει υπάρχει τέτοια συμφωνία επί χρονοδιαγράμματος για την πληρωμή των Μηχανημάτων. 74. Πρέπει να υπομνησθεί ότι το να προβεί κάποιος σε παράσταση ότι διαθέτει €529.707 σαφώς διαφέρει από το να προβεί σε παράσταση ότι θα διαθέτει επαρκή χρήματα για να πληρώνει κάθε μήνα ένα ποσό της τάξεως των €4.000 ή €5.000. 75. Ο ΜΚ1 ανέφερε επίσης κατά τρόπο αόριστο ότι «μας διαβεβαίωσε» χωρίς να παρέχει τις απαραίτητες διευκρινίσεις ως προς το ποιον ακριβώς διαβεβαίωσε, ή αν διαβεβαίωσε ολόκληρη την οικογένεια του, αν ήταν όλοι παρόντες ή αν ήταν μόνο κάποιο μέλος της οικογένειας του και ακολούθως το μετέφερε στους υπόλοιπους. 76. Στη δε παράγραφο 6 της γραπτής του δήλωσης αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος 2 προέβη σε παράσταση ότι «διέθετε», δηλαδή ο ίδιος διέθετε αρκετά χρήματα για να πληρώσει €529.707. Στην παράγραφο 7 αναφέρει ότι η οικογένεια του και ο ίδιος βασίστηκαν στις διαβεβαιώσεις του Κατηγορούμενου 2 ότι «ήτο αξιόχρεη η Κατηγορούμενη 1». Μπορεί να είναι ο Κατηγορούμενος 2 ο μοναδικός μέτοχος, διευθυντής και γραμματέας της Κατηγορούμενης 1, ωστόσο, η Κατηγορούμενη 1 δεν παύει να είναι ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, μια αυθύπαρκτη νομική οντότητα ξεχωριστή από τους μετόχους της. 77. Στην δε παράγραφο 8 αναφέρει ότι ο Κατηγορούμενος τους διαβεβαίωσε μετά την εγκατάσταση των μηχανημάτων ότι θα πήγαινε στο Λίβανο και θα μετέφερε χρήματα για να «καλύψει τα ποσά που όφειλε να καλύψει μέχρι εκείνην την ημερομηνία». Στην παράγραφο 9 αναφέρεται επίσης σε παραστάσεις περί επάρκειας κεφαλαίων, επίσης σε χρόνο μετά την εγκατάσταση των μηχανημάτων στο εργοστάσιο του Κατηγορούμενου 2, δηλαδή μετά την απόκτηση κατοχής αυτών. 78. Κατά την αντεξέταση του (σελ. 22 πρακτικών 5.02.2024) όταν του ζητήθηκε να διασαφηνίσει ποιες είναι ψευδείς παραστάσεις απάντησε κατά τρόπο που στην ουσία αναιρεί τα όσα προανέφερε μιλώντας για παραστάσεις σχετικά με τη δυνατότητα του Κατηγορούμενου «να καλύψει» επιταγές που καθυστέρησε να καλύψει, να τηρήσει το χρονοδιάγραμμα (και όχι αν έχει επαρκή κεφάλαια να πληρώσει €529.707). Παρατίθεται το συγκεκριμένο απόσπασμα από τα πρακτικά: Ε. Μπορείτε να μου διασαφηνίσετε αυτές τις ψευδείς παραστάσεις; Διότι ο Νόμος λέει ότι πρέπει να είναι σαφείς αυτές οι ψευδείς παραστάσεις. A. Ο κατηγορούμενος όπως είχα αναφέρει και στη γραπτή μου κατάθεση μας διαβεβαίωνε συνεχώς ότι έχει τα λεφτά στον Λίβανο και ανά πάσα στιγμή μπορεί να πεταχτεί στον Λίβανο να κάνει έμβασμα, για να καλύψει οποιεσδήποτε επιταγές, καθυστέρησε να καλύψει. Και ότι οποιαδήποτε ποσά βάσει του χρονοδιαγράμματος πληρωμής που είχαμε συμφωνήσει και το γράψαμε και στη συμφωνία δικαιώματος χρήσης των μηχανημάτων, θα μπορούσε να τις καλύψει. Ο κατηγορούμενος μας το διαβεβαίωνε πριν να ξεκινήσει η μετακόμιση των μηχανημάτων που το εργοστάσιό μας. Μας το διαβεβαίωνε, όταν έπιασε γραπτό αντίγραφο της συμφωνίας στο χέρι του και μας έλεγε ότι πρέπει να το ελέγξουν ο δικηγόρος του και ο λογιστής του, πριν να την υπογράψει, μας διαβεβαίωνε όταν καθυστέρησε να την υπογράψει να μην έχουμε ανησυχίες. Μας διαβεβαίωνε όταν τον πιάναμε τηλέφωνο, μας διαβεβαίωνε σε διάφορα σημεία χρόνου ότι σκοπός του είναι να μας πληρώσει. Είχαμε μιλήσει με την κυρία Έλενα η οποία και η ίδια μας διαβεβαίωνε ότι έχει την κατάλληλη ρευστότητα ο κατηγορούμενος, για να μπορεί να μας αποπληρώσει. Όλες αυτές οι διαβεβαιώσεις ήταν σαφείς. Μας δίνονταν, για να μπορούμε να κάνουμε υπομονή και στο τέλος τι έγινε; Απλώς καθυστερούσαν την έκβαση της πληρωμής μας, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος, έχει που το 2015 εκμεταλλεύεται τα μηχανήματά μας, για να παράγει εισόδημα και εμάς δεν μας πλήρωσε αυτά που συμφώνησε. 79. Σημειώνω ότι η διαβεβαίωση ότι θα κάλυπτε απλήρωτες επιταγές δεν συνάδει με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε καθότι οι επιταγές που δόθηκαν από τον Κατηγορούμενο, ως προκύπτει από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, ήταν μεταχρονολογημένες και η πρώτη ήταν πληρωτέα 3 μήνες και 20 μέρες μετά την 1.12.2015. 80. Ο ΜΚ1 περιέπεσε και σε αντίφαση σε σχέση με τις επιταγές που εξέδωσε η Κατηγορούμενη προς την Λάμψη. Στην παράγραφο 5 της δήλωσης του αναφέρει ότι παραδόθηκαν 10 επιταγές στο πλαίσιο της συμφωνίας. Οι 10 επιταγές με αριθμούς που αναγράφονται στο προσχέδιο της συμφωνίας (Τεκμήριο 3) φαίνεται να συμπεριλήφθηκαν στο κατηγορητήριο (Τεκμήριο 4). Ο ΜΚ1 σε μεταγενέστερο στάδιο της κυρίως εξέτασης του υπέπεσε σε αντίφαση λέγοντας ότι «οι επιταγές προς το πλυντήριο η Λάμψη αφορούσαν μηχανήματα, αυτοκίνητα, τύπου βαν τα οποία τα παρέλαβε και μας έδωσε αυτές τις επιταγές. Θυμούμαι χαρακτηριστικά ότι για κάποια αυτοκίνητα εκδόθηκε και το τιμολόγιο πώλησης προς τον κατηγορούμενο, αλλά λόγω του ότι οι επιταγές αυτές πήγαμε δικαστικώς, για να μπορέσουμε να εισπράξουμε κάποιο τιμολόγιο μπορεί να μην εκδόθηκε. ... Οι επιταγές αυτές, δεν ήταν για τα μηχανήματα που έδωσε στο πλυντήριο η Λάμψη. Οι επιταγές που αναγράφονται προς το πλυντήριο η Λάμψη είναι ξεκάθαρα για το πλυντήριο, τις επιταγές προς την SCPA δεν τις έκδωσε ποτέ.» 81. Επίσης ανέφερε ότι οι επιταγές αυτές δεν αφορούν τα μηχανήματα τα οποία παρατίθενται στο Τεκμήριο 3, ενώ στο Τεκμήριο 3 οι επιταγές αυτές θεωρούνται ως μέρος του τιμήματος για την άδεια χρήσης των Μηχανημάτων: E. Συγγνώμη, συμφωνία δικαιώματος χρήσης. Το Τεκμήριο 3. Τα μηχανήματα που αναγράφονται στη συμφωνία 3 και συγκεκριμένα στην παράγραφο 2 περιλαμβάνει και αυτά τα μηχανήματα για τα οποία έκδωσε τις επιταγές προς το πλυντήριο Λάμψη; A. Μπορώ να το δω; (Υποδεικνύεται στον μάρτυρα το Τεκμήριο 3), όχι δεν περιλαμβάνονται. 82. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι εκδόθηκαν ξεχωριστά τιμολόγια για τα μηχανήματα και αυτοκίνητα που αγόρασε από τη Λάμψη Το μόνο τιμολόγιο που παρουσιάστηκε (Τεκμήριο 7) αφορά 2 οχήματα τα οποία αγοράστηκαν από την Κατηγορούμενη 2 για το ποσό των €11.900. Για τις υπόλοιπες €48.100 κανένα τιμολόγιο δεν παρουσιάστηκε και δεν δόθηκε καμία εξήγηση σχετικά με τι είδους μηχανήματα αγοράστηκαν ξεχωριστά από τη Λάμψη. 83. Κατά την αντεξέταση του (σελ. 23 πρακτικών 05.02.2024) απάντησε ότι τις €60.000 που έλαβε η Λάμψη τις έλαβε για άλλα μηχανήματα για τα οποία εκδόθηκαν τιμολόγια (τα οποία δεν παρουσιάστηκαν με εξαίρεση το Τεκμήριο 7). Τα πιο πάνω σε πλήρη αντίφαση με το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης, παρ. 5. 84. Παρά τα προαναφερόμενα θεωρώ ότι οι απαντήσεις που έδωσε σε σχέση με την μεταβίβαση των μηχανημάτων από τη Λάμψη στην Παραπονούμενη ήταν κατατοπιστικές, σαφείς και υποστηρίζονται από πραγματική μαρτυρία. Συνεπώς, αποδέχομαι τα όσα ανέφερε σε σχέση με τη μεταβίβαση των Μηχανημάτων από τη Λάμψη στην Παραπονούμενη. 85. Ωστόσο, η θέση του ότι τα Μηχανήματα δεν είχαν υποστεί ζημιές από τη πυρκαγιά έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 και συγκεκριμένα την παράγραφο 3 αυτού στην οποία αναφέρεται αυτολεξεί ότι «[λ]όγω της κακής κατάστασης των ¨μηχανημάτων¨ τα οποία ήταν μέσα σε πυρκαγιά ο ιδιοκτήτης συμφωνεί να τα πωλήσει στον Αγοραστή για το ποσόν των ...€35,476.28». Η εξήγηση που δόθηκε ότι δηλαδή επρόκειτο για μια συναλλαγή μεταξύ αδελφών εταιρειών και έγινε συνεπώς μια σημαντική έκπτωση για την μεταβίβαση δεν επεξηγεί γιατί αναφέρθηκε ότι ήταν σε κακή κατάσταση τα μηχανήματα. 86. Δημιουργείται η απορία: εάν όντως η αξία των Μηχανημάτων ήταν €529.707 για ποιο λόγο οι Παραπονούμενοι επέτρεψαν στον Κατηγορούμενο 2 να λάβει κατοχή των μηχανημάτων χωρίς οποιαδήποτε εξασφάλιση; 87. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΚ1 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του, καταλήγω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Για τους λόγους που προανέφερα αποδέχομαι τη μαρτυρία του σε σχέση με τη μεταβίβαση των Μηχανημάτων από τη Λάμψη στην Παραπονούμενη. (
- ii)Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΚ2 88. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του ΜΚ2 σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα στο σύνολο της, διαπιστώνω ότι ήταν γενική, αόριστη και ασαφής και δεν περιέχει την αναγκαία σταθερότητα, πειστικότητα και συνοχή για να μπορέσει να γίνει δεκτή. Κατά την αντεξέταση του από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Κατηγορούμενων υπέπεσε σε αντιφάσεις επί ουσιωδών ζητημάτων όπως επεξηγείται ακολούθως. 89. Σε σχέση με τη μαρτυρία του περί ψευδούς παράστασης του Κατηγορούμενου 2 προς τον ίδιο και τους δύο υιούς του, αυτή ήταν γενική και αόριστη και στερείται της απαραίτητης σαφήνειας, λεπτομέρειας, αληθοφάνειας και ποιότητας για να μπορέσει να γίνει δεκτή. Περαιτέρω, η μαρτυρία του σε σχέση με την παράσταση στην οποία κατ' ισχυρισμόν προέβη ο Κατηγορούμενος 2 έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΚ1. 90. Στην παράγραφο 7 της δήλωσης του (Έγγραφο Β) ο ΜΚ2 εξηγεί πως ο «Κατηγορούμενος 2 διαβεβαίωσε τόσο εμένα όσο και τους δύο γιους μου το Σωτήρη και το Χριστόδουλο ότι διέθετε αρκετά χρήματα για να πληρώσει την αξία των μηχανημάτων, τόσο στην Κύπρο όσο και στο Λίβανο από όπου κατάγεται και επίσης ότι έχει 2 οικόπεδα στη Λεμεσό». 91. Κατ' αρχάς, δεν αναφέρει πότε / σε ποιο χρόνο ο Κατηγορούμενος προέβη σε αυτήν την παράσταση. Δεύτερον, δεν αναφέρει ποια είναι η αξία των Μηχανημάτων αλλά ούτε και πως θα πληρώνονταν. Η αοριστία σε σχέση με την αξία των μηχανημάτων αναμφίβολα έχει μεγάλη σημασία. Ούτε και διευκρινίζει κάτω από ποιες περιστάσεις προέβη ο Κατηγορούμενος 2 στην παράσταση αυτή. 92. Η μαρτυρία του σε σχέση με αυτό το πολύ σημαντικό για την υπόθεση ζήτημα έρχεται και σε αντίφαση με τη μαρτυρία του ΜΚ1, του υιού του, ο οποίος αφενός αναφέρει πως ο Κατηγορούμενος 2 τους διαβεβαίωσε πως έχει €529.707 και σε κάθε περίπτωση διαθέτει αρκετά χρήματα για να τηρήσει το χρονοδιάγραμμα, όπως είναι διατυπωμένη και η κατηγορία με βάση τις λεπτομέρειες του αδικήματος. Όπως προαναφέρθηκε, το χρονοδιάγραμμα που τίθεται στο Τεκμήριο 3 στην ουσία προνοεί την έκδοση μεγάλου αριθμού μεταχρονολογημένων επιταγών ύψους €5.000 μηνιαίως. 93. Η δε θέση του ΜΚ2 ότι ο Κατηγορούμενος 2 τους «υποχρέωσε» και τους πρότεινε να μεταβιβάσουν τα μηχανήματα σε άλλο νομικό πρόσωπο, ήτοι στην Παραπονούμενη, επίσης έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος ανέφερε πως θεωρούσε ο ίδιος πως υπήρχε ο κίνδυνος τα Μηχανήματα να περιέλθουν στην κατοχή της τράπεζας και πως ο ίδιος ανέφερε στον Κατηγορούμενο 2 πως θα εγγράψει μια άλλη εταιρεία στην οποία θα μεταβιβάσει τα Μηχανήματα για να μετριαστεί το ρίσκο να τα κατάσχει η τράπεζα (σελ 11, πρακτικά 05.02.2024): «...Αλλά επειδή το πλυντήριο η Λάμψη ήταν δανειοδοτημένο από την Τράπεζα Κύπρου και τα μηχανήματα θα υπήρχε κίνδυνος να τα πιάσει η Τράπεζα Κύπρου, ήμασταν σε διαβουλεύσεις μαζί τους, επειδή λόγω της πυρκαγιάς για την εξόφληση του δανεισμού. Εξέφρασε ανησυχίες ο κατηγορούμενος μήπως υπάρχει κάποια χρέωση πάνω στα μηχανήματα και να του τα πουλήσουμε, επειδή στο τέλος θα τα χάσει και γι' αυτόν τον λόγο του είχα πει θα δημιουργήσουμε μία άλλη εταιρεία, για να πουληθούν τα μηχανήματα από το πλυντήριο η Λάμψη στην εταιρεία την καινούργια, έτσι ώστε να υπάρχει πωλητήριο μεταξύ των δύο εταιρειών, έτσι ώστε να μην μπορεί η τράπεζα να διεκδικήσει οποιονδήποτε μηχάνημα» 94. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του σε σχέση με τις επιταγές οι οποίες αποτελέσαν αντικείμενο της υπόθεσης αρ.1073/2017 είναι αντίθετη με τη γραπτή μαρτυρία και συγκεκριμένα το Τεκμήριο 4 αλλά και με το Τεκμήριο 3, ήτοι την ανυπόγραφη συμφωνία η οποία αποτέλεσε ένα βασικό έγγραφο για την υπόθεση της Παραπονούμενης και σύμφωνα με τους ΜΚ1 και ΜΚ2 σε αυτήν αποτυπώνονταν οι συμφωνηθέντες μεταξύ των μερών όροι. 95. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι οι επιταγές οι οποίες δεν πληρώθηκαν και καταχωρίστηκε σε σχέση με αυτές η ποινική υπόθεση Τεκμήριο 4 αφορούσαν την αγορά τεσσάρων οχημάτων από την Κατηγορούμενη 1 αξίας €20.000 πλέον Φ.Π.Α., δηλαδή €5.000 το κάθε όχημα. Με βάση το κατηγορητήριο Τεκμήριο 4 το οποίο αφορά 11 επιταγές το συνολικό ποσό των επιταγών ήταν €35.000. Συνεπώς, αν τα αυτοκίνητα είχαν αξία €20.000 οι υπόλοιπές €15.000 δεν μπορεί να αφορούσαν τα αυτοκίνητα. Οι δε αριθμοί των 10 επιταγών (από τις 11 του κατηγορητηρίου Τεκμήριο 4) παρατίθενται στο Τεκμήριο 3 στον πίνακα της παραγράφου 4.1. Στο Τεκμήριο 3 οι εν λόγω επιταγές αναφέρεται ότι δόθηκαν ως «αντίτιμο για το δικαίωμα χρήσης» των Μηχανημάτων χωρίς να αναφέρεται οτιδήποτε για αυτοκίνητα. Συνεπώς οι επιταγές αυτές δεν μπορεί να δόθηκαν για την αγορά των τεσσάρων οχημάτων, ως ανέφεραν τόσο ο ΜΚ1 όσο και ο ΜΚ2. Η θέση τους αυτή δεν συνάδει με τα Τεκμήρια 3 και 4 τα οποία οι ίδιοι κατέθεσαν. 96. Άλλη αντίφαση στην οποία υπέπεσε ο ΜΚ2 αφορά στη θέση του ότι εκδόθηκαν αποδείξεις σε σχέση με τα χρήματα τα οποία έλαβε εκ μέρους της Λάμψης για τα οχήματα τα οποία πώλησε στους Κατηγορούμενους. Στην ουσία αναίρεσε τη θέση του ότι εκδόθηκαν αποδείξεις όταν ανέφερε πως εν τέλει δεν είναι βέβαιος και αυτά τα θέματα αφορούν το λογιστή της εταιρείας. 97. Η θέση του ότι τα Μηχανήματα δεν είχαν υποστεί ζημιές από τη πυρκαγιά και λειτουργούσαν έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8 και συγκεκριμένα την παράγραφο 3 αυτού στην οποία αναφέρεται αυτολεξεί ότι «[λ]όγω της κακής κατάστασης των ¨μηχανημάτων¨ τα οποία ήταν μέσα σε πυρκαγιά ο ιδιοκτήτης συμφωνεί να τα πωλήσει στον Αγοραστή για το ποσόν των ...€35,476.28». Ο ΜΚ2 φαίνεται να υπογράφει το Τεκμήριο 8. Συνεπώς, πως γίνεται να υπογράφει το Τεκμήριο 8 την 01.10.2015 και να συμφωνεί ότι τα Μηχανήματα είναι σε κακή κατάσταση λόγω της πυρκαγιάς και στο Δικαστήριο κατά τη μαρτυρία του να προωθεί τη θέση ότι τα επίδικα Μηχανήματα δεν είχαν υποστεί ζημιές; Το Τεκμήριο 8 εν τέλει έγινε παραδεκτό δια μέσου της μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2. 98. Η θέση του ότι πήγαινε για περίπου 6 μήνες καθημερινά στο εργοστάσιο των Κατηγορούμενων δεν αμφισβητήθηκε και γίνεται δεκτή. 99. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΚ2 στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του, καταλήγω ότι η μαρτυρία του επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. (iii) Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατηγορούμενου 2 100. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν προκάλεσε στο Δικαστήριο θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Ενώ φαινόταν ετοιμόλογος και αυθόρμητος, δεν απαντούσε ευθέως στις ερωτήσεις οι οποίες υποβάλλονταν από το συνήγορο της Παραπονούμενης. Επιπρόσθετα, υπέπεσε σε ορισμένες αντιφάσεις στις οποίες θα αναφερθώ ακολούθως. Η μαρτυρία του, εκτός από τα σημεία στα οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, ήταν ασαφής, συγκεχυμένη, αόριστη και δεν είχε την ποιότητα και πειστικότητα ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. 101. Σε ορισμένα σημεία προκύπτει αβίαστα ότι απέφευγε να απαντήσει τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν. Ενδεικτικά παραπέμπω στις σελ. 16 και 20 των πρακτικών ημερομηνίας 15.05.2024. 102. Γενικότερα, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι προσάρμοζε τις απαντήσεις του και εν γένει την εκδοχή του στις ερωτήσεις που του υπέβαλλε ο συνήγορος της Παραπονούμενης προσπαθώντας «να κερδίσει τη μάχη της αντεξέτασης» χωρίς όμως να έχει μια σταθερή εκδοχή. Αναφερόταν σε ζητήματα άσχετα με αυτά που τον ερωτούσαν και σε πληροφορίες τις οποίες ήταν φανερό ότι άκουσε στο Δικαστήριο δημιουργώντας με αυτό τον τρόπο την εντύπωση του προσχεδιασμού στην εκδοχή του. 103. Για παράδειγμα, όταν αναφέρθηκε πως η φωτιά είχε ξεκινήσει στο πάνω μέρος του εργοστασίου και συνεπώς τα μηχανήματα που βρισκόντουσαν στον κάτω όροφο δεν υπέστησαν σοβαρές ζημιές, αντί να απαντήσει συγκεκριμένα ποια μηχανήματα θεωρεί ότι είχαν υποστεί σοβαρές ζημιές για να τεκμηριώσει τη θέση του παρέπεμψε στην εκτίμηση του κόστους επιδιόρθωσης των μηχανημάτων που έγινε από κάποιον τρίτο, αντιστρέφοντας στην ουσία την ερώτηση, ήτοι «εάν χρειάζονταν 1.2 εκατομμύρια για να επιδιορθωθούν σημαίνει είχαν υποστεί σοβαρές ζημιές». Αναμένετο από ένα πρόσωπο το οποίο ανέφερε πως ξόδεψε τεράστια ποσά και πάρα πολύ χρόνο για να επιδιορθώσει τα Μηχανήματα να απαντήσει ευθέως στην ερώτηση αυτή. 104. Οι θέσεις του ήταν αόριστες, γενικόλογες και σε αρκετά σημεία ήταν εριστικός και υπερβολικός. Η θέση του ότι ξόδεψε πολλά χρήματα για να επιδιορθώσει τα Μηχανήματα δεν έπεισε καθότι παρότι ανέφερε επανειλημμένα πως έχει τιμολόγια και αποδείξεις για εξαρτήματα εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ δεν παρουσίασε καμία απόδειξη (π.χ. σελ. 11 και 17 πρακτικών ημερομηνίας 29.05.2024). Σημειώνω ότι δόθηκε η ευκαιρία στον Κατηγορούμενο 2 να παρουσιάσει τις αποδείξεις στις οποίες αναφερόταν. 105. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του για μηχανήματα τα οποία εξαφανίστηκαν όταν μετέβη για να τα παραλάβει επίσης δεν έπεισε το Δικαστήριο καθότι η μαρτυρία του ήταν γενική και αόριστη. Επίσης, δεν συνάδει με το ότι παραδέχθηκε ενοχή στην ποινική υπόθεση για την ανάκληση των επιταγών. Ανέφερε πολλά για την προηγούμενη του δικηγόρο ότι τον χειραγωγούσε ωστόσο παραδέχθηκε ότι εν τέλει στην υπόθεση για την ανάκληση των επιταγών τον εκπροσωπούσε ο νυν δικηγόρος του. Επομένως, εύλογα τίθεται το ερώτημα: εάν όντως είχε αγοράσει τα Μηχανήματα για €60.000 αλλά όταν μετέβηκε για να τα παραλάβει είχαν εξαφανιστεί και ανακάλεσε τις επιταγές, γιατί δεν επέμεινε προβάλλοντας την υπεράσπιση του; 106. Η πιο σημαντική αντίφαση στη μαρτυρία του ήταν ότι στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Γ) ξεκάθαρα αναφέρει ότι αγόρασε τα Μηχανήματα η Κατηγορούμενη 1 από την Παραπονούμενη και όχι από τη Λάμψη: «Την 1η Δεκεμβρίου 2015, η εταιρεία που αγόρασε τον εξοπλισμό που αναφέρθηκε ανωτέρω, δηλαδή η SCPA SERVICES LTD, τον πούλησε στην Κατηγορούμενη 1, έναντι του συνολικού ποσού των EUR 60.000,00». 107. Σε μεταγενέστερο στάδιο και καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του, ο Κατηγορούμενος 2 αναιρούσε την δήλωση του αναφέροντας ότι αγόρασε τα μηχανήματα από τη Λάμψη και ότι δεν ξέρει «τι κάνουν εσωτερικά» οι δύο εταιρείας (σελ. 7 πρακτικών 15.05.2024). Ακολούθως απάντησε πολλές φορές ότι δεν είχε καμία σχέση με την Παραπονούμενη επειδή η συμφωνία έγινε με τη Λάμψη (π.χ. σελ. 15 πρακτικών) μέχρι τη σελίδα 26 των πρακτικών που στην ουσία αναίρεσε ξανά την θέση του αναφέροντας ότι «εκτός από την αγορά των μηχανημάτων» δεν έχει καμία σχέση με τη Λάμψη. Μάλιστα, ανέφερε πως αν πράγματι ήταν η Παραπονούμενη που πούλησε τα Μηχανήματα στην Κατηγορούμενη 1 σημαίνει ότι εξαπατήθηκε καθότι εξέδωσε τις Επιταγές προς τη Λάμψη. Πράγματι οι επιταγές είναι παραδεκτό ότι εκδόθηκαν προς τη Λάμψη, ωστόσο αυτό δεν εξηγεί την αντίφαση στη μαρτυρία του. 108. Πρέπει, ωστόσο να αναφέρω ότι παρέμεινε σταθερός στη θέση του καθ' όλη τη διάρκεια της μακράς αντεξέτασης του ότι αγόρασε τα Μηχανήματα για το ποσόν των €60.000. Ακόμα πιο σημαντικό είναι το ότι παρά τις αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε ήταν σταθερός σε σχέση με το ότι ουδέποτε προέβη σε παράσταση ότι διέθετε το ποσό €529.707 ως ισχυρίζονται οι Παραπονούμενοι. Η θέση του ότι δείπνησαν στο σπίτι του με τον ΜΚ2 δεν αμφισβητήθηκε. Το ότι κατά τη διάρκεια της συζήτησης του ανέφερε πως δεν διαθέτει τις €300.000 για να αγοράσει τα μηχανήματα δεν αμφισβητήθηκε επί της ουσίας. 109. Επίσης εκτός από γενικές υποβολές ότι προέβη σε ψευδή παράσταση σε σχέση με το ότι διέθετε τα κεφάλαια για να πληρώσει, δεν υποβλήθηκε ότι προέβη σε συγκεκριμένη παράσταση σε συγκεκριμένη ημερομηνία και τόπο. Συνεπακόλουθα, παρά την απόρριψη της υπόλοιπης μαρτυρίας του Κατηγορούμενου 2 για τους λόγους που προανέφερα, αποδέχομαι ότι δεν προέβη σε παράσταση σε σχέση με το ότι διαθέτει επαρκή κεφάλαια να πληρώσει εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για τα Μηχανήματα. (
- iv)Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ2 και ΜΥ3 110. Ο ΜΥ2 μου έκανε εξαιρετική εντύπωση αν και η μαρτυρία του τελικά διαφάνηκε ότι δεν είναι απόλυτα σχετική με τα επίδικα θέματα ήτοι το κατά πόσον οι Κατηγορούμενοι εξασφάλισαν την κατοχή των Μηχανημάτων με ψευδείς παραστάσεις, αλλά αφορά παρεμφερή ζητήματα ήτοι το πώς προκλήθηκαν οι πυρκαγιές στον εργοστάσιο της Λάμψης και για τις αξιώσεις της αποζημίωση με βάση το ασφαλιστήριο συμβόλαιο. 111. Στην ουσία η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή εκτός από μία γενική υποβολή ότι η αξία της επιδιόρθωσης των Μηχανημάτων δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η μαρτυρία του ΜΥ2 ήταν σαφής και κατατοπιστική. Δεν διέκρινα οποιαδήποτε εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας και συνεπώς την αποδέχομαι στο σύνολο της εκτός από την αξία επιδιόρθωσης των μηχανημάτων για τους λόγους που εξηγώ ακολούθως. 112. Όσον αφορά τον ΜΥ3 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Παρότι είναι διευθυντής της DEKSA και δεν είναι τεχνικός, δεν αμφισβητήθηκε ότι η DEKSA είναι η εταιρεία η οποία εισάγει, διαθέτει στην αγορά και επισκευάζει αυτού του είδους τα μηχανήματα. Ο ΜΥ2 έλαβε έκθεση από την DEKSA για αυτό ακριβώς το λόγο. Οι δε εκθέσεις της DEKSA δεν είχαν αμφισβητηθεί εκτός από μια γενική υποβολή ότι δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. 113. Επίσης, δεν κλητεύθηκε ο Κώστας Νικολάου, υπεύθυνος του τεχνικού τμήματος της εταιρείας ο οποίος υπογράφει τις εκθέσεις εκ μέρους της εταιρείας με βάση το άρθρο 26 του Κεφ. 9. Εν πάση περιπτώσει, τα μηχανήματα τα οποία αναφέρονται στην έκθεση της εταιρείας δεν έχουν ταυτιστεί με τα επίδικα Μηχανήματα για να είναι σε θέση το Δικαστήριο να εξαγάγει εύρημα ως προς τις τιμές επιδιόρθωσης των Μηχανημάτων. Επομένως, δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΥ3 για να καταλήξω σε οποιαδήποτε ευρήματα όσον αφορά τον υπολογισμό του κόστους επιδιόρθωσης των Μηχανημάτων. (
- v)Ευρήματα 114. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια τα οποία κατατέθηκαν και λαμβάνοντας υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα και τις πτυχές της μαρτυρίας που δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης καθώς και το ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε εν τέλει απορρίφθηκε για τους λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω προηγουμένως, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: 114.1 Η Κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία η οποία διατηρεί καθαριστήριο και πλυντήριο στη Λεμεσό από το 2003 και ο Κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής, γραμματέας καθώς και ο μοναδικός μέτοχος της. 114.2 Η Παραπονούμενη κατέστη ιδιοκτήτρια των Μηχανημάτων τα οποία αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος στο κατηγορητήριο την 01.10.2015 κατόπιν πώλησης τους από την εταιρεία Πλυντήριο «Η ΛΑΜΨΗ» Λτδ για το ποσόν των €35.476,28 με βάση το Τεκμήριο 8. Τα μέρη είχαν συμφωνήσει στην πώληση των Μηχανημάτων στην Παραπονούμενη στην προαναφερόμενη τιμή «λόγω της κακής κατάστασης των μηχανημάτων τα οποία ήταν μέσα σε πυρκαγιά». 114.3 Η πώληση των Μηχανημάτων στην Παραπονούμενη έγινε για να αρθούν οι ανησυχίες του Κατηγορούμενου 2 ως προς την πιθανότητα να περιέλθει η κυριότητα των Μηχανημάτων στην ασφαλιστική εταιρεία η οποία θα αποζημίωνε τη Λάμψη. 114.4 Τα Μηχανήματα βρίσκονταν στο εργοστάσιο της Λάμψης στη Λακατάμεια στο οποίο έλαβαν χώρα δύο πυρκαγιές την 21.06.2013 και την 24.06.2013. Έκτοτε το εργοστάσιο δεν είχε λειτουργήσει ξανά. Η Λάμψη αποζημιώθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία στην οποία διατηρούσε ασφαλιστήριο για τις ζημιές τις οποίες υπέστη το εργοστάσιο και τα μηχανήματα τα οποία βρίσκονταν εντός αυτού. Η αποζημίωση την οποία έλαβε η Λάμψη ήταν ύψους €1.000.000. 114.5 Από τις πυρκαγιές στο εργοστάσιο της Λάμψης με βάση τις εκτιμήσεις που έγιναν οκτώ μηχανήματα είχαν καταστραφεί ολοσχερώς. Με βάση την έκθεση της DEKSA 15 μηχανήματα έχρηζαν επιδιόρθωσης και έγινε υπολογισμός του κόστους. 18 μηχανήματα δεν είχαν υποστεί ζημιές. 114.6 Ο Κατηγορούμενος 2 επισκέφθηκε το εργοστάσιο της Λάμψης και επιθεώρησε τα μηχανήματα τα οποία βρισκόντουσαν εκεί. 114.7 Ο Κατηγορούμενος 2 συμφώνησε για την πώληση των Μηχανημάτων την 1.12.2015 μετά από προφορική συμφωνία μεταξύ της Κατηγορούμενης 1 με την Παραπονούμενη και τα μετέφερε στο εργοστάσιο του σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Έκτοτε κατέχει τα Μηχανήματα στο εργοστάσιο του και τα χρησιμοποιεί. 114.8 Το Τεκμήριο 3 ουδέποτε υπογράφηκε. 114.9 Ο Κατηγορούμενος 2 παρέδωσε στον ΜΚ2 δέκα μεταχρονολογημένες επιταγές για το ποσό των €32.000. Δικαιούχος των επιταγών ήταν η Λάμψη. Οι επιταγές σε μεταγενέστερο στάδιο ανακλήθηκαν. Καταχωρήθηκε η ποινική υπόθεση αρ. 1073/2017 στο Ε.Δ. Λευκωσίας για την είσπραξη των ποσών των επιταγών. Οι Κατηγορούμενοι κατόπιν παραδοχής τους κρίθηκαν ένοχοι για πρόκληση μη εξόφλησης των επιταγών χωρίς εύλογη αιτία, επιβλήθηκε πρόστιμο και στους 2 και εκδόθηκε διάταγμα αποζημίωσης. Ακόμη παραμένει ένα υπόλοιπο ύψους €6.000. 114.10 Οι Κατηγορούμενοι παρέδωσαν στη Λάμψη αριθμό επιταγών συνολικού ύψους €60.000. 114.11 Οι διάδικοι περί τον Ιούνιο του 2020 βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις με σκοπό να καταλήξουν σε εξώδικο συμβιβασμό. Καταρτίστηκε προσχέδιο σύμβασης για την πώληση των Μηχανημάτων από την Παραπονούμενη στην Κατηγορούμενη για το ποσό των €150.000. Ποσό ύψους €35.000 θα καταβαλλόταν με την υπογραφή της σύμβασης και για το υπόλοιπο θα δίδονταν μεταχρονολογημένες επιταγές (Τεκμήρια 10 και 11). Οι συζητήσεις για διευθέτηση δεν τελεσφόρησαν. 114.12 Οι Κατηγορούμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο σε σχέση με την υπόθεση δεν διέθεταν ποσό ύψους €529.707 για να αγοράσουν τα Μηχανήματα. Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ι. Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις 115. Ο όρος «ψευδής παράσταση» ορίζεται στο άρθρο 297 του Κεφ. 154 ως ακολούθως: «297.Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» 116. Το άρθρο 298 με πλαγιότιτλο «εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις» προνοεί τα ακόλουθα: «298.
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.»
- Από τα πιο πάνω άρθρα προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις είναι τα ακόλουθα: i. η ψευδής παράσταση, δηλαδή η παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά, η οποία στην πραγματικότητα είναι ψευδής, ii. η γνώση του προσώπου που προβαίνει στην παράσταση ότι αυτή είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθινή, iii. η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης και iv. ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης, ο κατηγορούμενος να αποκτήσει από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή να υποκινήσει άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα.
- Το λεκτικό του άρθρου 298
(1)του Κεφ. 154 είναι παρόμοιο με το άρθρο 32 του Larceny Act 1916 και η Κυπριακή Νομολογία φαίνεται να υιοθετεί την Αγγλική νομολογία επί του θέματος. Συνεπώς, αντλήθηκε καθοδήγηση, μεταξύ άλλων, από το σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading, Evidence & Practice, 36th edition, 1966, παράγραφοι 1935 -
- (i) Ψευδής παράσταση
- Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις προϋποθέτει, κατά πρώτον, την ύπαρξη «ψευδών παραστάσεων», όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 297 του Κεφ. 154, με το βάρος απόδειξης να βρίσκεται στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία θα πρέπει να αποδείξει τις ψευδείς παραστάσεις όπως αναφέρονται στο κατηγορητήριο.
- Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος ως υφιστάμενου, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται (Archbold, ανωτέρω, παρ. 1945: "...a person fraudulently represents as an existing fact that which is not an existing fact.").
- Δεν είναι απαραίτητο όπως η ψευδής παράσταση γίνεται με λόγια αλλά η συμπεριφορά και οι πράξεις του δράστη, χωρίς οποιαδήποτε προφορική ή γραπτή παράσταση, αρκούν (Archbold, παρ. 1956 - "Form of pretence: It is not necessary that the pretence should be by words; the conduct and acts of the party will be sufficient, without any verbal or written representation.")
- Ένα παράδειγμα ψευδούς παράστασης με συμπεριφορά είναι η R v. Barnard
(1837)7 C&P 784 στην οποία τέθηκε ως obiter dictum ότι ο κατηγορούμενος ο οποίος έπεισε ένα καταστηματάρχη να του πωλήσει εμπορεύματα επί πιστώσει αφού προέβη σε παράσταση ότι είναι φοιτητής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης (με λόγια και κατά τρόπο ρητό), θα κρινόταν ένοχος ακόμη και αν δεν προέβαινε σε παράσταση με λόγια, επειδή κατά τον ουσιώδη χρόνο ήτο ενδεδυμένος με τη χαρακτηριστική τήβεννο και το καπέλο το οποίο φορούσαν οι φοιτητές της Οξφόρδης τον τότε καιρό (Smith & Hogan, Criminal Law, 11th edn., σελ. 743).
- Μια παράσταση ότι ο κατηγορούμενος θα προβεί σε μια πράξη στο μέλλον δεν θεωρείται ψευδής παράσταση. Ούτε και η έκφραση άποψης (opinion, untrue praise) μπορεί να θεωρηθεί ως ψευδής παράσταση. Ωστόσο, μια παράσταση η οποία εμπεριέχει ψευδή δήλωση σε σχέση με το παρόν σε συνάρτηση με παράσταση για μελλοντική συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί ψευδείς παράσταση εν τη εννοία του αρ.
- Παραπέμπω στον Archbold, σελ. 711, παρ. 1949 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "False pretence as to existing fact, coupled with promise, sufficient. Where the statement consists partly of a fraudulent misrepresentation of an existing fact and partly of a promise to do something in future- as the prisoner had bought certain skins and would sell them to the prosecutor- this is a sufficient false pretence within the Act: R v West, Dears. & B. 575.".
- Άλλο παράδειγμα παράστασης ενός παρόντος γεγονότος σε συνάρτηση με δήλωση μελλοντικής πρόθεσης είναι η R v Jennison
(1862)(31 LJMC 146) στην οποία ο Κατηγορούμενος εξασφάλισε χρήματα από μια γυναίκα παριστάνοντας ψευδώς ότι δεν ήταν παντρεμένος και ότι είχε πρόθεση να την παντρευτεί. Η παράσταση ότι ήταν ανύπαντρος θεωρείτο ως ψευδής παράσταση ενώ η δήλωση πρόθεσης να την παντρευτεί στο μέλλον από μόνη της δεν θεωρείται ως ψευδής παράσταση.
- Παραπέμπω επίσης στην σελίδα 712, par. 1950 στον Archbold (ανωτέρω) σε σχέση με αυτό το ζήτημα και ειδικότερα τις παραστάσεις του είδους ότι ένα πρόσωπο εκφράζει την ετοιμότητα του να πληρώσει: "Prepared to pay" - Intention: A promise as to future conduct not intended to be kept is not by itself a false pretence. On the special facts of R. v. Gordon, 23 Q.B.D.354, an averment that the prisoner falsely pretended that he was "prepared to pay" money to the prosecutor was held to be a sufficient statement of an existing fact."
- Επίσης σχετική με αυτό το θέμα είναι η R v Dent [1955] 2 All ER 806 του Court of Appeal στην οποία έλαβε χώρα μια επισκόπηση της μέχρι τότε σχετικής με το ζήτημα αυτό νομολογίας και ξεκαθάρισε ότι μια δήλωση σε σχέση με πρόθεση για μελλοντική συμπεριφορά δεν αποτελεί ψευδή παράσταση. Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, οι εφεσείοντες καταδικάστηκαν για το αδίκημα της εξασφάλισης επιταγών με ψευδείς παραστάσεις και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση 12 μηνών. Ο εφεσείων με τον πατέρα του ασχολούνταν με απεντομώσεις και καταστροφές τρωκτικών και σύναψαν αριθμό συμβάσεων διάρκειας ενός έτους με διάφορους αγρότες. Προπληρώθηκαν για τις υπηρεσίες τους ωστόσο σε πολλές περιπτώσεις, παρά το ότι είχαν λάβει τα χρήματα, δεν πρόσφεραν καθόλου υπηρεσίες χωρίς να τα επιστρέψουν.
- Το ζήτημα το οποίο τέθηκε κατ' έφεση ήταν το κατά πόσον η εκδήλωση πρόθεσης δηλαδή δήλωση για μελλοντική συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί ψευδής παράσταση εν τη εννοία του ποινικού δικαίου. Υπήρχαν διιστάμενες απόψεις και αυθεντίες, όπως η R. v. Gordon, ανωτέρω. Η δε Edgington v Fitzmaurice
(1885)(29 ChD at p 483) χρησιμοποιήθηκε από την κατηγορούσα αρχή στην R v Dent ως αυθεντία για τη θέση ότι μια δήλωση για την πρόθεση ενός προσώπου παρότι αφορά το μέλλον είναι δήλωση για παρόν γεγονός ("The prosecution contend that a statement of present intention, although it relates to the future, is a statement of existing fact"). Αυτό εννοούσε ο δικαστής Bowen LJ με βάση το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση η οποία σημειώνω ότι αφορούσε αστική υπόθεση για εξαπάτηση - deceit: "There must be a misstatement of an existing fact: but the state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion. It is true that it is very difficult to prove what the state of a man's mind at a particular time is, but if it can be ascertained it is as much a fact as anything else. A misrepresentation as to the state of a man's mind is, therefore, a misstatement of fact."
- Δηλαδή μια ψευδής δήλωση ως προς την πρόθεση ενός προσώπου, δηλαδή εκείνο το οποίο έχει στο μυαλό του τη δεδομένη στιγμή μπορεί να θεωρηθεί ψευδής παράσταση γεγονότος. Ωστόσο, στην R v. Dent κατέστη ξεκάθαρο ότι μια δήλωση για πρόθεση μελλοντικής συμπεριφοράς (promise / intention for future conduct) δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ψευδής παράσταση για τους σκοπούς του Larceny Act, άρθρο 32: "Whatever the position may be in civil cases, we are satisfied that a long course of authorities in criminal cases has laid it down that a statement of intention about future conduct, whether or not it be a statement of existing fact, is not such a statement as will amount to a false pretence in criminal law."
- Μια δήλωση με αναφορά σε υφιστάμενο γεγονός, είτε γίνεται προφορικά, είτε γραπτά, δεν χρειάζεται να είναι ρητά εκπεφρασμένη, αλλά ικανοποιεί τις απαιτήσεις του Νόμου το γεγονός ότι η δήλωση εύλογα και φυσιολογικά μπορεί να εξαχθεί από τον προφορικό ή γραπτό τρόπο με τον οποίο έγινε. Είναι, όμως, αναγκαίο όπως ο δράστης γνωρίζει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής και να έχει την πρόθεση ο παραπονούμενος να προσδώσει σε αυτή τη δήλωση το νόημα που υποστηρίζει τις παραστάσεις για τις οποίες κατηγορείται (Archbold, ανωτέρω, παρ. 1956, σελ. 716).
- Στην R. v Dent γίνεται και ανάλυση των υποθέσεων που ο Κατηγορούμενος παρουσιάζεται ως έτοιμος και πρόθυμος να πληρώσει (ready and willing to pay) και το συμπέρασμα το οποίο εξάγεται είναι ότι το κατά πόσον μπορεί να θεωρηθεί ψευδής παράσταση εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης: "The words "ready and willing to pay" indicate the second qualification. Readiness and willingness to pay may suggest a statement about further conduct. It is clear from the authorities that the law does not seek to divide the future meticulously from the present. If a man says: "If you give me the goods now, I will hand over £10," while as a matter of chronology payment follows after delivery, as a matter of business it is all one transaction. It has so far not been necessary to determine just where the dividing line between present and future is to be drawn. The reason for this is, we think, that there can in the nature of things be few promises intended to be performed immediately which do not import some statement about the promissor's readiness to perform, that is that he has an an existing fact the power and the means to perform his promise. If a man promises to pay £10 forthwith, he must imply that he has the money to hand; if he promises to pay in a week, his promise is consistent with the mere hope that he will within that period obtain the means to honour it. These considerations explain, we think, two cases much relied on by the prosecution. In R v Gordon (the case in which Wills J expressed the doubt to which I have already referred) the prosecution alleged that the prisoner obtained a promissory note by falsely pretending that he was prepared to pay £100 in exchange for it. Lord Coleridge CJ (23 QBD at p 359), said that it was objected ". that we must interpret the allegation that he was prepared to advance £100, as if it meant that he was ready to do so at some future time, and that it was a mere statement of his intention that at some time afterwards he would deliver the £
- I do not think that is the true interpretation of the pretence which is stated to be false . It appears to me that the ordinary meaning of the allegation is: 'I am now prepared to give you £100 if you will sign this paper. Here is £100, and when you sign that paper, which you will do in a moment, the £100 is yours'. That, apart from all question of existing state of mind, seems to me to be a false pretence of an existing fact—the existing fact stated being that the money was ready for the prosecutors on their signing the paper." This point about readiness depends of course on the circumstances of the case. It is not inevitably excluded by the fact that the promise is to do an act some time ahead, for the act may be one which makes it necessary to get ready some time before."
- Στην Κύπρος Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 318/2015, ECLI:CY:AD:2017:B285, 07.09.2017, το Ανώτατο Δικαστήριο, υιοθετώντας απόσπασμα από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861 παρατήρησε ότι: «Μια παράσταση είναι ψευδής, όταν η παρουσίαση γεγονότος του παρελθόντος ή του παρόντος γίνεται με σκοπό την παράσταση του ως υπαρκτού, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Η έκφραση γνώμης ή υπόσχεση ή παράσταση ως προς την εκπλήρωση μια πράξης στο μέλλον, δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα της ψευδούς παράστασης. Για να θεωρηθεί μια παράσταση ως ψευδής θα πρέπει το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην εν λόγω παράσταση να γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθής». 133. Επιπλέον, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Ιωάννου Μαργαρίτα κ.ά ν. Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 417 και προηγουμένως στην Ευθυμίου (ανωτέρω), η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης ανάγεται στην ίδια την εξαρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις τις οποίες έδωσε. 134. Στην υπόθεση Ζένιου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ. 65, κρίθηκε ότι παράσταση, η οποία συνίστατο στο γεγονός πως οι κατηγορούμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να παραδώσουν δύο διαμερίσματα σε ανεγειρόμενη πολυκατοικία τους, ενώ γνώριζαν πως η πολυκατοικία δεν μπορούσε να αποπερατωθεί, ενέπιπτε στην έννοια του όρου ψευδής παράσταση. 135. Επίσης, στην υπόθεση Κυπριανού (ανωτέρω) κρίθηκε ότι η παράσταση του εφεσείοντα προς τους ΜΚ 5 και 6, ότι η μεζονέτα αρ. 6 ήταν ελεύθερη προς πώληση, συνεπώς υποκείμενη προς αγορά και σύναψη αγοραπωλητηρίου, με σκοπό να τους πείσει να προβούν στην εν λόγω πράξη, ενώ ο ίδιος γνώριζε ότι αυτή του η παράσταση ήταν ψευδής, καθότι η συγκεκριμένη μεζονέτα ανήκε ήδη σε άλλο πρόσωπο, ενέπιπτε στην έννοια του όρου της ψευδούς παράστασης. (
- ii)Γνώση του προσώπου που προβαίνει στην παράσταση 136. Για να θεωρηθεί μια παράσταση ως ψευδής θα πρέπει το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην εν λόγω παράσταση να γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή να μην πιστεύει ότι είναι αληθής (Κύπρος Κυπριανού, ανωτέρω). 137. Στο σύγγραμμα Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 2015, αναφέρονται στη σελίδα 2313 τα ακόλουθα: «The representation must be untrue or misleading. There is no express requirement of materiality in this respect in which it is untrue or misleading, either objectively or subjectively to the defendant». Και στη σελίδα 2314: «The definition of "false" incorporated the requirement that the person making the representation knows that the representation is, or might be untrue or misleading. It is the defendant's actual knowledge that matters, not what he ought to have known, or what a reasonable person would have known». 138. Δηλαδή αυτό το οποίο έχει σημασία είναι το κατά πόσον ο κατηγορούμενος στην πραγματικότητα γνωρίζει ότι η παράσταση είναι ή ενδέχεται να είναι αναληθής ή ψευδής και όχι το κατά πόσον όφειλε να γνωρίζει ή εάν ο μέσος λογικός άνθρωπος θα γνώριζε ότι η παράσταση είναι ψευδής. (iii) Ο Παραπονούμενος θα πρέπει να βασιστεί στη ψευδή παράσταση 139. Δεν είναι αρκετό να υπάρχει μια ψευδής παράσταση. Θα πρέπει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του θύματος κατά τρόπο με τον οποίο τον έπεισε να αποξενωθεί τα αγαθά του. Θα πρέπει η μαρτυρία να καταδεικνύει ότι η ψευδής παράσταση επέδρασε στο μυαλό του εξαπατημένου και ότι ήταν αυτή που τον ώθησε, είτε πλήρως, είτε μερικώς, να αποξενωθεί την περιουσία του. Εάν ο παραπονούμενος στηρίχθηκε στη δική του κρίση και όχι στην παράσταση τότε ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να καταδικαστεί. 140. Τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος έχουν αναλυθεί στην απόφαση Ι.Π.Κ. Ηχοκίνηση Λτδ v. Σιεγγέρη κ.ά., Ποινική Έφεση 121/2014, ημερομηνίας 16.12.2016, στην οποία αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου): «τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι η απόκτηση αντικειμένου δυναμένου να κλαπεί, δια ψευδούς παραστάσεως, και με πρόθεση καταδολίευσης. Παρατήρησε ότι, για να αποδειχθεί το αδίκημα, θα πρέπει να διαφανεί ότι η απόσπαση έγινε επειδή η ψευδής παράσταση επενέργησε στο μυαλό του παραπονούμενου, ο οποίος, στηριζόμενος στην ψευδή παράσταση, πείστηκε να αποξενωθεί από την περιουσία του.» 141. Είναι σχετικό με αυτό το θέμα επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από τον Archbold, παρ. 1960, σελ. 717: "The inducement. It must be proved that the goods, etc. (a), named in the indictment, or some part of them. were obtained by means of the pretences alleged; in other words, the prosecution must prove that the alleged false pretence(
- s)operated on the mind of the person alleged to have been defrauded and induced him either wholly or in part to part with his money or property. . but proof that the false pretence operated on the mind of the prosecutor need not in every case be afforded by the direct evidence of a witness to that effect, if the facts are such that the alleged false pretence is the only reason which could be suggested as having been the operative inducement." (
- iv)Η πρόθεση καταδολίευσης του Παραπονούμενου 142. Εκτός από την ύπαρξη ψευδών παραστάσεων, η στοιχειοθέτηση του αδικήματος του άρθρου 298 του Κεφ. 154 προϋποθέτει την απόκτηση οποιουδήποτε πράγματος που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή την υποκίνηση κάποιου να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα με πρόθεση καταδολίευσης (intent to defraud). 143. Στην Ευθυμίου (ανωτέρω) τονίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης, όπως και η πρόθεση καταδολίευσης για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του κατηγορούμενου να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις στις οποίες προβαίνει και όχι στην εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Αναφέρθηκαν χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου): «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), "The state of a man´s mind is as much a fact as the state of his digestion". Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Εδώ δεν θα μπορούσε να εξαχθεί με τη δέουσα ασφάλεια, από το γεγονός της, παρά την είσπραξη χρημάτων, μη τήρησης των υποσχέσεων του Εφεσείοντα και των διαβεβαιώσεων του ότι θα διευθετούσε το θέμα, συμπέρασμα εξ αρχής ψευδούς παράστασης και πρόθεσης καταδολίευσης.» 144. Όπως προκύπτει από την Ευθυμίου (ανωτέρω), κρίσιμος χρόνος για να κριθεί τόσο η γνώση του κατηγορούμενου για το ψευδές της παράστασης όσο και η απαιτούμενη πρόθεση καταδολίευσης είναι ο χρόνος κατά τον οποίο αυτός προβαίνει στην εν λόγω παράσταση. 145. Αναφορικά με το στοιχείο της πρόθεσης ή του σκοπού καταδολίευσης, επειδή αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας, εφόσον ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός προσώπου, μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Όπως αναφέρεται στον Archbold, παρ. 1961, η πρόθεση καταδολίευσης σε πολλές περιπτώσεις εξυπακούεται από τα γεγονότα: " ... in many cases it may be inferred from the facts of the case . Where money is obtained by pretences that are, prima facie, false there is an intent to defraud . And prima facie everyone must be taken to intend the consequences of his acts." 146. Ωστόσο, αναφέρεται επίσης στην παράγραφο 1961, σελ. 717 στον Archbold : "But unless the intent is clear from the facts, the jury should be directed on the point, and told that an important element in the case is an intent to defraud". 147. Όπου η κατηγορούσα αρχή αποδεικνύει την ψευδή παράσταση και τη γνώση του κατηγορούμενου περί του ψεύδους, αυτό αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία της πρόθεσης καταδολίευσης, αλλά δεν είναι αρκετό αν τα γεγονότα δείχνουν ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Αν όμως η ψευδής παράσταση έγινε με ειλικρινή πεποίθηση ότι ήταν αληθινή, τότε αυτό δείχνει την έλλειψη της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης. 148. Περαιτέρω, σε ότι αφορά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης καταδολίευσης με βάση τη σχετική αγγλική νομολογία, όπως αποκρυσταλλώθηκε στην υπόθεση Welham v. D.P.P.
(1961)A.C.103, H.L. «πρόθεση καταδολίευσης» (intent to defraud) σημαίνει πρόθεση πρόκλησης ή κίνδυνο πρόκλησης βλάβης σε ένα πρόσωπο ως αποτέλεσμα εξαπάτησης. Στη Welham (ανωτέρω) αποσαφηνίσθηκε ότι η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση ή στον κίνδυνο πρόκλησης οικονομικής ζημιάς στο θύμα της απάτης, αλλά καλύπτει γενικά και οποιαδήποτε άλλη βλάβη στο θύμα, έστω και αν αυτή δεν είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσεως (it extends generally to the purpose of fraud and deceit). Ο όρος πρόθεση καταδολίευσης (intent to defraud) αναλύεται επίσης στην Ioannou v. The Police
(1985)2 C.L.R. 14, όπου επιδοκιμάσθηκε η προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου με αναφορά, μεταξύ άλλων αποφάσεων, και στη Welham (ανωτέρω).
- Γίνεται παραπομπή στην Welham και στην απόφαση του Λόρδου Denning με την οποία συμφώνησαν τα υπόλοιπα μέλη της Βουλής των Λόρδων και παρατίθεται, μεταξύ άλλων, το ακόλουθο απόσπασμα: "Put shortly, 'with intent to defraud' means, 'with intent to practise a fraud' on someone or other. It need not be anyone in particular someone in general will suffice. If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough".
- Σε σχέση με την πρόθεση καταδολίευσης παραπέμπω επίσης και στην Georghiou v Republic
(1984)2 CLR 65, όπου επίσης γίνεται παραπομπή στην Welham.
- Στο σύγγραμμα Archbold 2015 criminal pleading, evidence and practice αναφέρονται και τα ακόλουθα σε σχέση με την έννοια του όρου «πρόθεση καταδολίευσης» στην παράγραφο 1762 σελ. 1979 με τίτλο «with intent to defraud or fraudulently» : «"To defraud" or to act "fraudulently" is dishonestly to prejudice or to take the risk of prejudicing another's right, knowing that you have no right to do so: Welham v. DPP 1961 A.C. 103 HL.» Ε. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
- Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα αναφορικά με τα γεγονότα στρέφομαι να εξετάσω εάν τα γεγονότα αυτά στοιχειοθετούν την κατηγορία η οποία αποδίδεται στους Κατηγορούμενους.
- Εν προκειμένω, ενόψει και της απόρριψης της μαρτυρίας των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής σε σχέση με το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος 2 προέβη σε παράσταση με λόγια ή με συμπεριφορά ότι διαθέτει επαρκή χρήματα ή κεφάλαια για να πληρώσει το ποσόν των €529.707 ή να τηρήσει το συμφωνηθέν χρονοδιάγραμμα, θεωρώ ότι δεν αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο Κατηγορούμενος 2 προέβη σε ψευδή παράσταση εν τη εννοία του Νόμου.
- Υπενθυμίζω ότι η Κατηγορούσα Αρχή είναι επιφορτισμένη με το βάρος απόδειξης στο υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι έλαβαν χώρα οι ψευδείς παραστάσεις όπως αναφέρονται στο κατηγορητήριο (Mitskevitch v. F&T Investments Ltd κ.α., Ποιν. Εφ. 182/2018, 20.03.2019, ECLI:CY:AD:2019:B102 και Archbold - απόσπασμα στην παρ. 114 ανωτέρω). Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσο εύλογες και αν είναι και τυχόν κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοϊζου ν. Αστυνομίας [1989] 2 ΑΑΔ 363)..
- Δημιουργούνται σοβαρές αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος 2 προέβη σε ψευδή παράσταση ως παρατίθεται στο κατηγορητήριο. Δεδομένης της απόρριψης της εκδοχής των ΜΚ1 και ΜΚ2 ως προς συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης το Δικαστήριο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε συμπεράσματα εξήγαγε από τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου για να στοιχειοθετηθεί η ενοχή του. Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατό να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Ευρυπίδου [2002] 2 ΑΑΔ 246).
- Εν πρώτοις, επισημαίνεται ότι δεν προσκομίστηκε αποδεκτή μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 2 και κατ΄ επέκταση η Κατηγορούμενη 1, καθότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι είναι ο ιθύνων νους και εκφραστής της βούλησης της εταιρείας (directing mind and will), προέβη σε παράσταση ότι έχει επαρκή κεφάλαια για να πληρώσει €529.707 για την άδεια χρήσης των Μηχανημάτων.
- Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και αν οι Κατηγορούμενοι προέβαιναν σε τέτοια παράσταση θεωρώ ότι τέτοια δήλωση δεν αποτελεί ψευδή παράσταση εν τη εννοία του άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικά. Ακόμα και εάν αποδεχόμουν ότι οι όροι της συμφωνίας μεταξύ των μερών ήταν αυτοί με βάση Τεκμήριο 3, το γεγονός ότι η πληρωμή του ποσού θα γινόταν με μεγάλο αριθμό μεταχρονολογημένων επιταγών καταδεικνύει ότι η παρούσα υπόθεση δεν εμπίπτει στην κατηγορία παραστάσεων τύπου ῾ready and willing to pay῾ που αποτελούν εξαίρεση από τον κανόνα ότι μια δήλωση για μελλοντική συμπεριφορά δεν αποτελεί ψευδή παράσταση, καθότι δεν υπήρχε υπόσχεση άμεσης πληρωμής του ποσού και δεν επρόκειτο για μια ενιαία συναλλαγή μέσα σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα ούτως ώστε η ετοιμότητα του Κατηγορούμενου να πληρώσει να θεωρηθεί ως παράσταση γεγονότος του παρόντος. Σε περίπτωση κατά την οποία υπογραφόταν το Τεκμήριο 3 ενδεχομένως να μπορούσε να συναχθεί ότι ο Κατηγορούμενος 2 υπονοούσε ότι έχει τα χρήματα για να πληρώσει, ωστόσο ουδέποτε υπογράφηκε και το Δικαστήριο δεν μπορεί να προβεί σε υποθέσεις.
- Δεν αποδείχθηκε ότι ο Κατηγορούμενος δήλωσε ότι έχει τα χρήματα και μπορεί να πληρώσει άμεσα, έστω και σε κάποιο σύντομο χρονικό διάστημα μετά την παράδοση των Μηχανημάτων για να μπορεί να θεωρηθεί ως ψευδής παράσταση για το παρόν. Αντιθέτως στη σελ. 25 πρακτικών υποβλήθηκε στον Κατηγορούμενο 2 από το συνήγορο της Παραπονούμενης ότι ο λόγος για το είδος της συμφωνίας, ήτοι συμφωνίας για δικαίωμα χρήσης των Μηχανημάτων, είναι επειδή ο Κατηγορούμενος 2 ήθελε να πληρώνει σταδιακά: «E. Εγώ κύριε σας υποβάλλω ότι ο λόγος που έγινε συμφωνία δικαιώματος χρήσης των μηχανημάτων και όχι πώλησης, είναι κατόπιν δικής σας επιλογής, ως προς τον τρόπο αποπληρωμής του ποσού των μηχανημάτων.»
- Εάν ο Κατηγορούμενος επιθυμούσε να πληρώνει σταδιακά και αυτή ήταν η συμφωνία σημαίνει πως δεν μπορεί να υπάρξει ψευδής παράσταση εν τη εννοία του Νόμου καθότι πρόκειται για μια υπόσχεση για πληρωμή σε μελλοντικό στάδιο. Ακόμα και να παρέστησε ψευδώς ότι μπορούσε να τηρήσει το χρονοδιάγραμμα πληρωμών αυτό δεν εξισώνεται με ψευδή παράσταση καθότι πρόκειται για μια υπόσχεση σε σχέση με μελλοντική συμπεριφορά.
- Η δε παράσταση για τήρηση χρονοδιαγράμματος πληρωμών επίσης δεν αποτελεί ψευδή παράσταση εν τη έννοια του άρθρου 297 καθότι ξεκάθαρα αφορά υπόσχεση ότι για μελλοντική συμπεριφορά ή δήλωση πρόθεσης μελλοντικής συμπεριφοράς που δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ψευδής παράσταση (μεταξύ άλλων R v. Dent και Ευθυμίου). Η υπόσχεση για πληρωμή στο μέλλον, ήτοι για εκπλήρωση πράξης στο μέλλον δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το αδίκημα της ψευδούς παράστασης.
- Υπενθυμίζω επίσης ότι εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε χρονοδιάγραμμα πληρωμών. Ακόμη και να αποδεικνύετο ότι υπήρχε τέτοιο συμφωνηθέν χρονοδιάγραμμα, θεωρώ ότι η νομολογία επί του ζητήματος είναι ξεκάθαρη: η παράληψη τήρησης συμβατικών υποχρεώσεων δεν μπορεί να παράσχει στίγμα σε ποινική ευθύνη καθότι η υπόσχεση ή δήλωση πως θα συμπεριφερθεί με ένα συγκεκριμένο τρόπο στο μέλλον ο Κατηγορούμενος δεν συνιστά παρόν γεγονός. Εάν διαπιστωνόταν ποινική ευθύνη εν προκειμένω, θεωρώ πως στην ουσία θα εξισωνόταν με ποινικό αδίκημα η παράβαση σύμβασης, λ.χ. η παράλειψη πληρωμής μηνιαίας δόσης στο πλαίσιο μιας συμφωνίας δανείου.
- Ο τρόπος με τον οποίο συντάχθηκε η κατηγορία αφενός αναφέρεται σε παράσταση σε σχέση με επάρκεια κεφαλαίων, αφετέρου, καθίσταται ξεκάθαρο πως η επάρκεια κεφαλαίων συνδέεται με την τήρηση χρονοδιαγράμματος πληρωμής, ήτοι αφορά την μελλοντική συμπεριφορά του Κατηγορούμενου (...ενώ οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 γνώριζαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ότι δεν είχαν στη διάθεση τους επαρκή κεφάλαια και/ή χρήματα για να αποπληρώσουν το εν λόγω ποσό στους Παραπονούμενους εντός του συμφωνηθέντος χρονοδιαγράμματος). Εν ολίγοις, με βάση το λεκτικό των λεπτομερειών του αδικήματος οι Παραπονούμενοι ισχυρίζονται πως οι Κατηγορούμενοι προέβησαν σε ψευδή παράσταση ότι έχουν αρκετά χρήματα για να μπορούν να τους πληρώνουν ένα συγκεκριμένο ποσό μηνιαίως τηρώντας το χρονοδιάγραμμα, το οποίο υπενθυμίζω δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε. Ούτε και προσκομίστηκε σαφής μαρτυρία ως προς ποσό που ισχυρίστηκαν ότι διαθέτουν οι Κατηγορούμενοι.
- Οι οποιεσδήποτε υποσχέσεις ότι ο Κατηγορούμενος 2 θα «καλύψει» τις επιταγές οι οποίες ανακλήθηκαν, με βάση τη μαρτυρία του ΜΚ1, επίσης αφορούν υποσχέσεις ή παραστάσεις ως προς την εκπλήρωση μιας πράξης στο μέλλον και κατά συνέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί ψευδής παράσταση με βάση το Νόμο. Εν πάση περιπτώσει, τέτοιες παραστάσεις έγιναν μετά την μεταφορά των Μηχανημάτων στο εργοστάσιο των Κατηγορούμενων και συνεπώς δεν υπάρχει η απαραίτητη χρονική αλληλουχία μεταξύ της παράστασης και της απόκτησης των Μηχανημάτων.
- Δεδομένου του ότι δεν στοιχειοθετήθηκε το συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης, το μόνο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να εξαγάγει το Δικαστήριο είναι ότι δεν αποδείχθηκε η κατηγορία.
- Παρά ταύτα και για σκοπούς πληρότητας σημειώνω πως ούτε και το ότι η Παραπονούμενη βασίστηκε στην ψευδή παράσταση έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το θεωρώ εξωπραγματικό για ένα λογικό επιχειρηματία να πειστεί και να στηριχθεί σε παράσταση ότι οι Κατηγορούμενοι διαθέτουν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για να πληρώσουν για τη χρήση των Μηχανημάτων και ταυτόχρονα να συμφωνεί να πληρωθεί με εκατοντάδες μεταχρονολογημένες επιταγές για ποσά τριών ή τεσσάρων χιλιάδων ευρώ εκάστη επειδή το ζήτησε ο Κατηγορούμενος
- Περαιτέρω, δόθηκε και μαρτυρία ότι ο ΜΚ2 θα βρισκόταν κάθε μέρα στο εργοστάσιο των Κατηγορούμενων για να τους παρέχει βοήθεια ούτως ώστε να διασφαλιστεί ότι θα είχαν δουλειά για να μπορούν να πληρώνουν για την άδεια χρήσης των Μηχανημάτων. Αυτό το οποίο προκύπτει είναι ότι δεν ήταν η οποιαδήποτε παράσταση περί επάρκειας κεφαλαίων που επενέργησε στο μυαλό των Παραπονούμενων κατά τρόπο που πείστηκαν να αποξενωθούν της περιουσίας τους. Αν πείθονταν από τη ψευδή παράσταση δεν θα υπήρχε η ανάγκη να παρίστανται στο εργοστάσιο των Κατηγορούμενων για να διασφαλιστεί ότι λειτουργούσε σωστά η επιχείρηση τους διασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπο ότι θα εισέπρατταν ένα ποσό μηνιαίως.
- Ούτε και η πρόθεση καταδολίευσης της Παραπονούμενης έχει αποδειχθεί εν προκειμένω. Η μη τήρηση του χρονοδιαγράμματος ήτοι των συμβατικών υποχρεώσεων, όπως αναφέρθηκε στη νομολογία δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη. Από τη μαρτυρία δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η εξαρχής πρόθεση του Κατηγορούμενου να μην τηρήσει τις υποχρεώσεις του, δηλαδή κατά το χρόνο κατά τον οποίο προέβη στην κατ᾽ ισχυρισμόν παράσταση.
- Ενόψει της απόρριψης της υπόθεσης για τους λόγους τους οποίους προανέφερα παρέλκει η εξέταση του ζητήματος της παράλειψης παράθεσης στο κατηγορητήριο της αξίας των Μηχανημάτων και των κωδικών αυτών. Αυτό οδήγησε εισηγούνται η Υπεράσπιση στην αδυναμία ταυτοποίησης των Μηχανημάτων στις εκθέσεις που κατατέθηκαν με τα μηχανήματα τα οποία κατέχουν οι Κατηγορούμενοι. Σημειώνω, ότι η αξία δεν είναι συστατικό στοιχείο του αδικήματος (Xenakis Meli Ξενάκη Μελή ν. Vassos Leptos Ltd, ECLI:CY:AD:2015:B707, Ποιν. Έφεση 182/2014 ημ. 23/10/2015). Περαιτέρω, η Υπεράσπιση μπορούσε κάλλιστα να ταυτοποιήσει τα τα Μηχανήματα τα οποία παρέλαβε ο Κατηγορούμενος 2 με τις εκθέσεις κόστους επιδιόρθωσης τις οποίες κατέθεσαν οι δικοί της μάρτυρες, ωστόσο παρέλειψε να το πράξει. Δεν θεωρώ ότι η παράλειψη συμπερίληψης της αξίας του κάθε μηχανήματος επηρέασε δυσμενώς τα δικαιώματα της Υπεράσπισης. Λαμβάνεται υπόψη επίσης ότι η θέση της υπεράσπισης από την αρχή είναι ότι ο Κατηγορούμενος 2 αγόρασε όλα τα Μηχανήματα για το ποσό των €60.000 καθότι ήταν «καμένα παλιοσίδερα».
- Δεδομένης της απόρριψης της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας ως προς το κατά πόσον έγινε παράσταση από τον Κατηγορούμενο 2 ως προς την διάθεση / επάρκεια των κεφαλαίων στην κατοχή του ή στη διάθεση του δεν μπορεί το Δικαστήριο να οδηγηθεί σε άλλο συμπέρασμα εκτός από την απόρριψη της υπόθεσης.
- Ως προς τη θέση η οποία προβλήθηκε από την Υπεράσπιση περί κατάχρησης διαδικασίας και της φύσεως της διαδικασίας ως καταχρηστικής, εκδικητικής, καταπιεστικής και κακόπιστης, υπό την έννοια ότι η παρούσα υπόθεση χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης εναντίον των Κατηγορούμενων για να εξαναγκαστούν να πληρώσουν περισσότερα από όσα έχουν συμφωνήσει, καίτοι θεωρώ ότι η ενασχόληση του δικαστηρίου με αυτό το ζήτημα παρέλκει ενόψει της αθώωσης των Κατηγορούμενων, αναφέρονται τα ακόλουθα για σκοπούς πληρότητας και μόνο: 170.1 Εν πρώτοις, έχει νομολογηθεί ότι η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου για περιστολή καταχρηστικών διαδικασιών πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις (Δημοκρατία ν. Ηλιάδη, Ποινική Έφεση Αρ. 348/2018, ημερ. 31/5/2018). Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι μια αστική διαφορά δεν συνιστά εμπόδιο για καταχώριση παράλληλα και ιδιωτικής ποινικής δίωξης (ίδετε Sergei κ.α. v Vasilyeva κ.α., Ποιν. Εφ. 159 / 2017, 11.06.2019 και απόφαση πλειοψηφίας της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). 170.2 Εν προκειμένω, δεν δόθηκε μαρτυρία ότι καταχωρίστηκε αστική υπόθεση ή ότι προωθούνται δύο διαδικασίες παράλληλα οι οποίες έχουν τον ίδιο σκοπό. Ούτε και αναφέρθηκε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ότι ο σκοπός των Παραπονούμενων είναι να εισπράξουν το τίμημα για την αγορά ή άδεια χρήσης των Μηχανημάτων, απαίτηση την οποία σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει τη δικαιοδοσία να ικανοποιήσει. Αυτό το οποίο εισηγούνται οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων είναι ότι προκύπτει από τα γεγονότα και τη μαρτυρία πως η δίωξη είναι καταχρηστική επειδή μεταξύ άλλων είναι τόσο αδύναμη η υπόθεση που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν μπορεί να καταδικάσει, επειδή έγινε η πώληση μεταξύ της Παραπονούμενης και της Λάμψης για το ποσό των €35.476,28, επειδή σε σχέση με την παραχώρηση των Μηχανημάτων στους Κατηγορούμενους ισχυρίζονται πως η αξία των Μηχανημάτων ξεπερνά το μισό εκατομμύριο Ευρώ, ενώ στο Τεκμήριο 11 φαίνεται πως έγινε προσπάθεια διευθέτησης της υπόθεσης με το να πληρωθεί το ποσό των €150.000. Αφού δεν τελεσφόρησε η προσπάθεια διευθέτησης καταχωρίστηκε ποινική υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενων. 170.3 Πρέπει να τονιστεί ότι το δικαίωμα ενός ιδιώτη να ασκήσει ποινική δίωξη όταν αυτός έχει υποστεί βλάβη από πράξη ή παράλειψη η οποία αποτελεί ποινικό αδίκημα αναγνωρίστηκε στο Κυπριακό Δίκαιο στην απόφαση Ttofinis v. Theocharides
(19883)2 CLR 363 έχοντας ως πηγή του το Κοινοδίκαιο. Το ιδιωτικό δικαίωμα δίωξης συμβολίζει το κοινό συμφέρον για την εφαρμογή του νόμου καθώς και το συμφέρον των θυμάτων ενός εγκλήματος να καταφεύγουν στην ποινική διαδικασία για την αυτοπροστασία τους. Θεωρώ ότι επειδή μια διαφορά μπορεί να αποτελέσει και αντικείμενο αστικής διαδικασίας, αυτό δεν είναι εμπόδιο στην άσκηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης εάν η πράξη η παράλειψη η οποία επέφερε ζημιά στο θύμα αποτελεί και ποινικό αδίκημα. 170.4 Από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν θεωρώ ότι εξάγεται συμπέρασμα περί κατάχρησης της διαδικασίας στο βαθμό που να επιβάλλεται η ενεργοποίηση της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου για την ανακοπή της. Επίσης, δεν προωθήθηκε ότι ήταν αδύνατο ο Κατηγορούμενος να τύχει δίκαιης δίκης ή ότι προσβάλλεται το περί δικαίου αίσθημα του Δικαστηρίου (Δημοκρατία v Zoλώτας κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 144/2019, 11/12/2020). Ούτε και η υπόθεση είναι τόσο αδύναμη ή να στερείται μαρτυρίας σε τέτοιο βαθμό ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να εξαγάγει συμπέρασμα ότι συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις ή ότι η υπόθεση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσεως (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου, ανωτέρω). ΣΤ. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ 171. Καταληκτικά, για τους λόγους τους οποίους εξήγησα προηγουμένως, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την κατηγορία η οποία έχει προσαφθεί στους Κατηγορούμενους οι οποίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζουν. 172. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, σημειώνεται ότι σε ποινικές υποθέσεις η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας για την παροχή εξόδων δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, στις οποίες, κατά κανόνα, ακολουθείται το αποτέλεσμα (Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 603. Ενόψει των ιδιαίτερων περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, ασκώ τη διακριτική μου ευχέρεια με βάση τα άρθρα 167 - 169 του Κεφ. 155 υπέρ της μη έκδοσης οποιασδήποτε διαταγής ως προς τα έξοδα. Η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα δικά της έξοδα. Υπ. ________________ Χ. Σατσιάς, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο