← Κύπρος

Κ.Χ. ν. P.A. COLLEGE LTD, Αρ. Yπόθεσης: 3268 / 2022, 23/12/2024

Κ.Χ. ν. P.A. COLLEGE LTD, Αρ. Yπόθεσης: 3268 / 2022, 23/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Προσ. Ε.Δ. Αρ. Yπόθεσης: 3268 / 2022 Κ.Χ. Παραπονούμενη και P.A. COLLEGE LTD Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Παραπονούμενη: κ. E. Νικολάου για Ζένιος Νικολάου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Κατηγορούμενους: κ. Χ. Τσαγγαρός για Ανδρέου, Χατζηχριστοφή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η (δοθείσα αυθημερόν) Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

  1. Οι Κατηγορούμενοι με βάση το κατηγορητήριο αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες οι οποίες εδράζονται στις πρόνοιες του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου, Ν.35(Ι)/2007, ως έχει τροποποιηθεί (εν τοις εφεξής «Νόμος»).
  2. Η πρώτη κατηγορία αφορά τη μη καταβολή αναλογίας του μισθού του Αυγούστου του 2021 στην Παραπονούμενη, ύψους €1.911,16 αφού η απασχόληση της είχε τερματιστεί.
  3. Η δεύτερη κατηγορία αφορά την παράλειψη καταβολής στην Παραπονούμενη αναλογίας του 13ου της μισθού για το έτος 2020 - 2021 ύψους €2.626,60, αφού είχε τερματιστεί η απασχόληση της.
  4. Δεδομένου ότι οι Κατηγορούμενοι δεν παραδέχθηκαν τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζαν, η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Δεν αμφισβητήθηκε το ότι η Παραπονούμενη ήταν εργαζόμενη στους Κατηγορούμενους και ότι παραιτήθηκε τον Αύγουστου του
  5. Το ζήτημα το οποίο τίθεται εν προκειμένω είναι το κατά πόσον η Παραπονούμενη δικαιούται σε μισθό για τον μήνα Αύγουστο του 2021 και σε αναλογία 13ου μισθού με βάση τη σύμβαση εργοδότησης της.
  6. Για την απόδειξη της υπόθεσης της η Παραπονούμενη έδωσε η ίδια μαρτυρία. Αφού το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του έκρινε ότι αποδείχθηκε επαρκώς εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε σχέση με τους Κατηγορούμενους, τους κάλεσε σε απολογία. Για την υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία η κυρία Μ.Π. (ΜΥ) η οποία είναι μια εκ των διευθυντών των Κατηγορούμενων.
  7. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.
  8. Το δε περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων των μερών έχει ληφθεί υπόψη και ειδική αναφορά σε επιχειρήματα που προβάλλονται γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους. Η δραστικότητα ενός επιχειρήματος συναρτάται με την επίδραση την οποία μπορεί να έχει στη θεώρηση των επίδικων θεμάτων.[1] Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ Ι. ΜΚ - Παραπονούμενη
  9. Η Παραπονούμενη εργάστηκε στους Κατηγορούμενους από το Σεπτέμβριο του 2017 μέχρι τις 23 Αυγούστου 2021, ημερομηνία κατά την οποία παρέδωσε επιστολή παραίτησης στον εργοδότη της (Τεκμήριο 6). Κάθε χρόνο υπέγραφε νέα σύμβαση εργοδότησης, εκτός από το τελευταίο έτος εργοδότησης της, ήτοι το έτος 2020 -
  10. Ανέφερε ότι για το έτος 2020 - 2021 συνέχισε να ισχύει η σύμβαση εργοδότησης ημερομηνίας 29.07.2019 (Τεκμήριο 1).
  11. Ο μισθός της Παραπονούμενης με βάση τη θέση της ήταν €35.000 το χρόνο. Στη σύμβαση εργοδότησης (Τεκμήριο 1) αναφέρεται ότι είναι €2.693 μηνιαίως, ποσό το οποίο εάν πολλαπλασιαστεί επί 13 αθροίζεται σε €35.
  12. Γι' αυτό το λόγο αναγράφεται σε παρένθεση «13 months» στο παράρτημα στη σύμβαση εργοδότησης. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι πληρωνόταν και ένα ποσό σε μετρητά κάθε μήνα για σκοπούς ασφάλισης υγείας.
  13. Οι Κατηγορούμενοι της οφείλουν τα δεδουλευμένα της για τον Αύγουστο του 2021 καθώς και τον 13ο μισθό της για την περίοδο 2020 -
  14. Με βάση την πρακτική η οποία ακολουθείτο σε σχέση με το ακαδημαϊκό προσωπικό για τους καλοκαιρινούς μήνες, για να δικαιούνται σε μισθό για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο θα έπρεπε να εργαστούν 20 ημέρες τις οποίες μπορούσαν οι ίδιοι να επιλέξουν εντός της εν λόγω περιόδου.
  15. Κατά τη διάρκεια του Ιουλίου και Αυγούστου του 2021, η Παραπονούμενη εργάστηκε τις 20 ημέρες οι οποίες απαιτούντο. Εκτός από το ότι χτυπούσε κάρτα τις ημέρες που ήταν παρούσα στο κολέγιο, η παρουσία της καταγραφόταν και σε ένα ημερολόγιο που διατηρούσαν οι Κατηγορούμενοι. Ωστόσο, πληρώθηκε μόνο τον Ιούλιο και αναμένει ακόμη να πληρωθεί για τον Αύγουστο του
  16. Για το ακαδημαϊκό έτος 2019 - 2020, ήτοι για το προηγούμενο έτος σε σχέση με τον επίδικο χρόνο, είχε πληρωθεί 13ο μισθό.
  17. Υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση ότι συμφώνησε με τους Κατηγορούμενους στο Τεκμήριο 1 ότι θα λαμβάνει ένα επιπρόσθετο ποσό, ίσο με το μισθό της ως bonus και για αυτό αναγράφηκε χειρόγραφα «13 months». Η Παραπονούμενη επέμεινε ότι δεν ήταν φιλοδώρημα / bonus, αλλά επρόκειτο για 13ο μισθό. Ανέφερε ότι υπάρχει ξεχωριστή πρόνοια για το bonus στο παράρτημα της σύμβασης εργοδότησης και αφορά ποσά τα οποία πληρώνονται επιπλέον των 13ων μισθών.
  18. Η Παραπονούμενη επέμεινε ότι η αναφορά στο παράρτημα της σύμβασης σε 13 μήνες αναφέρεται σε 13ο μισθό και περαιτέρω, επανέλαβε ότι η συμφωνία με τον διευθυντή των Κατηγορούμενων ήταν ότι θα ελάμβανε €35.000 το χρόνο ως μισθό και διαιρέθηκε δια 13 (ήτοι €2.693).
  19. Υποδείχθηκε στην Παραπονούμενη η επιταγή 01.06.2021 η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  20. Η Παραπονούμενη ανέφερε ότι με την επιταγή αυτή πληρώθηκε ο 13ος μισθός της για το προηγούμενο έτος, ήτοι το έτος 2019 - 2020, τον οποίο ο εργοδότης της καθυστέρησε να της καταβάλει. Είχε διαμαρτυρηθεί προφορικά για την καθυστέρηση.
  21. Υποβλήθηκε πως το Τεκμήριο 4 ήταν η πληρωμή του bonus για το έτος 2020 - 2021 και επομένως δεν οφείλεται τίποτε, υποβολή την οποία η Παραπονούμενη απέρριψε, αναφέροντας μεταξύ άλλων, ότι θα ήτο παράλογο να προπληρωθεί. Αντιθέτως, ήταν συχνό φαινόμενο να υπάρχει καθυστέρηση στις πληρωμές τότε με δικαιολογία την κατάσταση η οποία δημιουργήθηκε λόγω της πανδημίας. Η Παραπονούμενη ανέφερε ότι ζητούσε να πληρωθεί τον 13ο του προηγούμενου έτους και της έλεγαν να περιμένει και ότι θα πληρωθεί με την πρώτη ευκαιρία. Εν τέλει, ανέφερε, την πλήρωσαν το 13ο (του 2019 - 2020) επειδή άνοιξε ένα άλλο πανεπιστήμιο στη Λάρνακα και τρεις καθηγητές των Κατηγορούμενων είχαν παραιτηθεί για να δουλέψουν εκεί.
  22. Σε σχέση με το μισθό του Αυγούστου του 2021 υποβλήθηκε στην Παραπονούμενη ότι δεν τον δικαιούται καθότι δεν είχε χρησιμοποιήσει εκείνη την περίοδο για σκοπούς έρευνας και ανάπτυξης και ετοιμασία σχετικής εργασίας ως προβλέπεται στο παράρτημα της σύμβασης εργοδότησης. Η Παραπονούμενη απάντησε ότι πράγματι δεν είχε ετοιμάσει εργασία αλλά ανέγνωσε το υλικό το οποίο της είχε δοθεί και περαιτέρω ήταν απασχολημένη με άλλες εργασίες τις οποίες της ανέθεσαν οι Κατηγορούμενοι. ΙΙ. ΜΥ - Μ.Π.
  23. Η ΜΥ είναι μια εκ των δύο διευθυντών των Κατηγορούμενων. Οι Κατηγορούμενοι είναι ένα ιδιωτικό ίδρυμα Ανώτερης Εκπαίδευσης το οποίο λειτουργεί από το
  24. Σε σχέση με τον 13ο μισθό, η ΜΥ ανέφερε ότι κανένας εργοδοτούμενος των Κατηγορούμενων δεν ελάμβανε 13ο μισθό και η Παραπονούμενη δεν αποτελούσε εξαίρεση. Κατά την ΜΥ ούτε και η σύμβαση εργοδότησης (Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο 3) προβλέπει τη χορήγηση 13ου μισθού.
  25. Αυτό το οποίο είχε συμφωνηθεί με την Παραπονούμενη, κατά την ΜΥ1 ήταν να της καταβάλλεται ακόμα ένα ποσό, επιπρόσθετα από το μισθό της, ιδίου ύψους με ένα μισθού υπό μορφή χαριστικού επιδόματος (bonus). Γι' αυτό και στη σύμβαση εργοδότησης αναγράφηκε χειρόγραφα «13 months». Το χαριστικό επίδομα για το έτος 2020 - 2021 καταβλήθηκε στην Παραπονούμενη (Τεκμήριο 4) και επομένως η αξιωση της είναι αβάσιμη.
  26. Το χαριστικό επίδομα για την χρονιά 2019 - 2020 και πάλι καταβλήθηκε στην Παραπονούμενη τον Ιούνιο από χρήματα της ίδιας και του συζύγου της. Δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε έγγραφο σε σχέση με αυτή την πληρωμή.
  27. Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία η ΜΥ ανέφερε πως τα επιδόματα Ιουλίου και Αυγούστου καταβάλλονται υπό προϋποθέσεις με βάση το Παράρτημα της σύμβασης εργοδότησης. Μία από τις προϋποθέσεις είναι ο εργοδοτούμενος να μην έχει δώσει προειδοποίηση 6 μηνών για τερματισμό της εργοδότησης του. Επίσης, θα πρέπει ο εργοδοτούμενος να εργαστεί 20 μέρες τους δύο αυτούς μήνες. Οι 20 μέρες θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς έρευνας και ανάπτυξης και να ετοιμαστεί σχετική γραπτή εργασία.
  28. Πράγματι η Παραπονούμενου εργάστηκε 20 μέρες τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2021 και στις 23 Αυγούστου 2021 έδωσε την παραίτηση της. Ωστόσο, έδωσε προειδοποίηση για τερματισμό εργοδότησης, δεν ετοίμασε γραπτή εργασία και δεν χρησιμοποίησε τον χρόνο της για σκοπούς έρευνας και ανάπτυξης.
  29. Σε σχέση με την ετοιμασία γραπτής εργασίας η ΜΥ κατέθεσε το Τεκμήριο 9 (Εσωτερικοί Κανονισμοί) και τόνισε το ποσό σημαντικό είναι για το ακαδημαϊκό προσωπικό να προβαίνει σε έρευνα και να δημοσιοποιεί άρθρα σε τοπικά και διεθνή περιοδικά.
  30. Κανονικά ούτε το επίδομα Ιουλίου έπρεπε να είχε πληρωθεί στην Παραπονούμενη. Η συμπεριφορά της δείχνει ότι θέλει να λάβει περισσότερα από όσα δικαιούται. Η ζημιά που προκάλεσε στους Κατηγορούμενους επειδή δεν έδωσε έγκαιρη ειδοποίηση παραίτησης είναι πολύ μεγαλύτερη.
  31. Επιπρόσθετα ανέφερε πως η Παραπονούμενη απουσίαζε για 43 μέρες την περίοδο 2020 - 2021 αντί 21 μέρες και παρουσίασε σχετική κατάσταση. Οι Κατηγορούμενοι δεν προχώρησαν σε καμία αποκοπή παρά τις απουσίες της Παραπονούμενης.
  32. Κατά την αντεξέταση της υποβλήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν ισχύει πως η Παραπονούμενη πληρώθηκε τον 13ο μισθό για το έτος 2020 - 2021 και ότι επρόκειτο περί 13ου μισθού και όχι χαριστικού επιδόματος. Περαιτέρω, υποβλήθηκε πως ούτε το 2019 - 2020 έκανε ακαδημαϊκή έρευνα η Παραπονούμενη αλλά πληρώθηκε για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο. Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ
  33. Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ τώρα με την αξιολόγηση της.
  34. Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιόν μου και να παρακολουθήσω τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο. Η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας. [2]
  35. Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητα τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.
  36. Έλαβα υπόψιν μου ότι ο σταθερός λόγος και η ήρεμη συμπεριφορά μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, ωστόσο δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους.[3] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία.[4] Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές.
  37. Έχει περαιτέρω, νομολογηθεί πως για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις στη μαρτυρία του θα πρέπει να είναι ουσιαστικές. Οι δε αντιφάσεις σε λεπτομέρειες ενδεχόμενα να ενισχύουν την φιλαλήθεια του μάρτυρα διότι αυτό δείχνει την έλλειψη προσχεδιασμού στην εκδοχή του.[5] Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[6]
  38. Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε.[7]
  39. Στην περίπτωση κατά την οποία ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, αυτό γενικώς θεωρείται ως αποδοχή της εκδοχής που προβάλλει ένας μάρτυρας.[8] Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση.[9] Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αγνοήσει, ιδιαίτερα στην απουσία οποιασδήποτε σαφούς εξήγησης, μαρτυρία που ενώ ο ένας των διαδίκων θεωρεί σημαντική για την υπόθεση του, εν τούτοις παραλείπει εσκεμμένα ή αμελώς, από του να τη θέσει στον αντίδικο του προς σχολιασμό.[10]
  40. Τέλος, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές αφ' εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί.[11] Ι. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Παραπονούμενης
  41. Η Παραπονούμενη προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατέθεσε με ευθύτητα, αμεσότητα, ειλικρίνεια και πειστικότητα σε σχέση με τα όσα διαδραματίσθηκαν, δίδοντας την εικόνα μιας ειλικρινούς μάρτυρα η οποία ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Απαντούσε στις ερωτήσεις που τις υποβάλλονταν χωρίς ενδοιασμούς και υπεκφυγές. Δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις και δεν κλονίστηκε η εκδοχή της κατά την αντεξέταση.
  42. Περιέγραψε με ειλικρίνεια τα γεγονότα όπως αυτά διαδραματίστηκαν, καθώς και όπως αυτά περιήλθαν στην αντίληψή της. Η μαρτυρία της ήταν συγκροτημένη, έχει λογική συνοχή και συνάδει πλήρως με το περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρους της να αποκρύψει ή να διαστρεβλώσει γεγονότα αλλά ούτε και υπερβολή στις θέσεις της. Το ότι δεν θυμόταν για το ποσό των €100 που λάμβανε σε μετρητά ως το Τεκμήριο 3, θεωρώ ότι είναι ανθρώπινο, απόλυτα φυσιολογικό και δεν θεωρώ ότι είναι ικανό να επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία της.
  43. Αποδέχομαι τη θέση της ότι η επιταγή Τεκμήριο 4 αφορούσε τον 13ο μισθό για το προηγούμενο έτος, ήτοι το 2019 -
  44. Η μαρτυρία της σε σχέση με αυτό το θέμα ήταν σαφής, σταθερή, αληθοφανής και συνεπώς πειστική. Η εξήγηση την οποία έδωσε, ήτοι η καθυστέρηση στην καταβολή του 13ου μισθού για το έτος 2019 - 2020 ήταν πειστική και στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση.
  45. Αποδέχομαι επίσης ότι είχε συμφωνήσει να λαμβάνει 13 μισθούς. Η θέση της συνάδει με το Τεκμήριο 1 και το Τεκμήριο 3 (σύμβαση εργοδότησης) στο παράρτημα του οποίου αναγράφεται η λέξη «13 months». Για bonus υπάρχει διαφορετική πρόνοια στη σύμβαση και επομένως οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία του «13 months» δεν θα ήταν λογική. Επομένως, δέχομαι ότι η Παραπονούμενη δικαιούτο να λαμβάνει 13ο μισθό.
  46. Σημειώνω ότι εν τέλει δεν είχε αμφισβητηθεί ότι η Παραπονούμενη δικαιούτο σε ένα επιπρόσθετο μισθό, απλώς τα μέρη διαφωνούσαν ως προς την ονομασία αυτού του πρόσθετου μισθού.
  47. Έχοντας κατά νου τα όσα προαναφέρθηκαν, αποδέχομαι στο σύνολό της τη μαρτυρία της Παραπονούμενης ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Το Δικαστήριο κρίνει ότι μπορεί να στηριχθεί με ασφάλεια πάνω στη μαρτυρία της, προκειμένου να καταλήξει σε ορθά και αληθή ευρήματα και συμπεράσματα. ΙΙ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ
  48. Η εκδοχή της ΜΥ σε ορισμένα σημαντικά, σε σχέση με τα επίδικα θέματα, σημεία κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και ήταν αντιφατική. Δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία της ΜΥ σε σχέση με τα ακόλουθα: 43.1 Προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει ότι το επιπρόσθετο ποσό το οποίο ελάμβανε η Παραπονούμενη ήταν bonus και όχι 13ος μισθός. Η ερμηνεία η οποία δίδει στον όρο «13 months» που αναγράφηκε χειρόγραφα στη σύμβαση εργοδότησης στο μέρος όπου αναφέρεται ποιες είναι οι «ΑΠΟΛΑΒΕΣ» του αντισυμβαλλομένου δεν συνάδει με την ίδια τη σύμβαση εργοδότησης η οποία περιέχει διαφορετική πρόνοια σε σχέση με το bonus. Εάν επρόκειτο περί bonus δεν θα αναγραφόταν ρητώς ότι το ποσό των «€2693 μηνιαίως γκρος [υπογραφή] (13 months)» θα καταβάλλεται 13 φορές το χρόνο. 43.2 Η μαρτυρία της ΜΥ σε σχέση με αυτό το ζήτημα σε κάθε περίπτωση είναι αντιφατική καθότι παραδέχθηκε πως με βάση τη σύμβαση καταβάλλεται, στην ουσία, δεκατρείς φορές το ποσόν των €
  49. Περαιτέρω, παραδέχθηκε ότι αυτή ήταν η συμφωνία μεταξύ των μερών και ότι καταβλήθηκε και την προηγούμενη χρονιά. Πιο κάτω από μέρος που αναγράφεται χειρόγραφα «€2693 μηνιαίως γκρος [υπογραφή] (13 months)» αναφέρονται τα εξής: «Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ ΕΙΣ ΤΑΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΑΠΟΛΑΒΑΣ ΜΟΝΟΝ». Επομένως, η μαρτυρία της ΜΥ σε σχέση με αυτό το ζήτημα δεν συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία. Ερμηνεία η οποία αντίκεται στο σαφές περιεχόμενο της σύμβασης εργοδότησης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και με βάση τον κανόνα αποκλεισμού εξωγενούς μαρτυρίας - parole evidence rule. 43.3 Όταν επεξηγήθηκε στη μάρτυρα αυτή η αντίφαση (σελ, 7 πρακτικά 09.12.2024) η μάρτυρας απάντησε ότι απ' ότι τις ανέφερε ο σύζυγος της, η Παραπονούμενη επέμενε να γραφτεί εκεί, ωστόσο σε επόμενη ερώτηση παραδέχθηκε ότι πράγματι έλεγε 13 μήνες και ότι το bonus είναι κάτι διαφορετικό. 43.4 Επίσης δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση της ΜΥ ότι η Παραπονούμενη πληρώθηκε τον 13ο μισθό για το έτος 2019 - 2020 σε μετρητά και δεν κράτησαν ούτε και μια απόδειξη για την πληρωμή. Η εξήγηση που προβλήθηκε ότι δεν κράτησαν απόδειξη επειδή θα έβλεπαν οι άλλοι εργαζόμενοι στους Κατηγορούμενους που δεν έπαιρναν 13ο μισθό ότι η Παραπονούμενη πληρώθηκε 13ο μισθό δεν είναι καθόλου πειστική και δε συνάδει με την κοινή λογική. Σε υποβολή ότι η επιταγή Τεκμήριο 4 αφορά την καταβολή του 13ου μισθού του 2019 - 2020 η ΜΥ απάντησε εν τέλει ότι δεν ξέρει, στην ουσία αναιρώντας τις προηγούμενες απαντήσεις της σε σχέση με αυτό το θέμα (σελ. 10 πρακτικών ημερ. 09.12.2024). 43.5 Προσπάθησε επίσης να πείσει ότι ο 13ος μισθός για το έτος 2020 - 2021, ήτοι ο επίδικος, είχε καταβληθεί τον Ιούνιο του
  50. Παρουσιάστηκε μόνο ένα payslip ενώ μπορούσε κάλλιστα να παρουσιαστεί μια κατάσταση με τις πληρωμές που έγιναν στην Παραπονούμενη. Από τη στιγμή που είχαν στην κατοχή τους οι Κατηγορούμενοι την επιταγή Τεκμήριο 4 και αφού η ΜΥ επιβεβαίωσε ότι οι εργοδοτούμενοι υπέγραφαν τα payslips (σελ. 11 πρακτικών 09.12.2024) σημαίνει ότι οι Κατηγορούμενοι είχαν στοιχεία για την επίδικη περίοδο. Θεωρώ ότι εάν όντως καταβάλλετο ο επίδικος 13ος μισθός θα ήταν σε θέση να το τεκμηριώσουν και όχι να παρουσιάσουν αποσπασματικά ένα payslip και μια επιταγή. Κατάσταση με τις μέρες απουσίας της Παραπονούμενης είχε παρουσιαστεί κάτι το οποίο δείχνει πως υπήρχαν αρχεία.
  51. Διαφάνηκε κατά τη μαρτυρία της ότι η ΜΥ ήταν ως ένα βαθμό ενοχλημένη από τη στάση της Παραπονούμενης και επιχείρησε να πλήξει την αξιοπιστία της. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι η συμπεριφορά της Παραπονούμενης ήταν προσχεδιασμένη ώστε να λάβει το επίδομα του Ιουλίου. Θεωρώ ότι δεν ισχύει αυτό καθότι η Παραπονούμενη έδωσε παραίτηση στις 23.08.
  52. Εάν περίμενε μια εβδομάδα λογικά θα ελάμβανε και το επίδομα του Αυγούστου. Επίσης, στη μαρτυρία της ΜΥ τέθηκαν και ζητήματα τα οποία δεν είχαν τεθεί στην Παραπονούμενη κατά την αντεξέταση για να δώσει την εκδοχή της, για παράδειγμα σε σχέση με το ότι έλαβε 43 μέρες άδεια αντί
  53. Επομένως δεν θα ληφθούν υπόψη.[12]
  54. Σε σχέση με τη σημαντικότητα της έρευνας η ΜΥ παρέμεινε σταθερή κατά την αντεξέταση της. Ωστόσο, παραδέχθηκε ότι ούτε την προηγούμενη από την επίδικη χρονιά είχε ετοιμάσει κάποιο άρθρο η Παραπονούμενη, εντούτοις πληρώθηκε τον μισθό της για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο. Διευκρίνισε ότι η προηγούμενη χρονιά ήταν ιδιαίτερη λόγω της πανδημίας ενώ στην πρώτη χρονιά της Παραπονούμενης δεν της είχε ζητηθεί να γράψει κάποιο άρθρο.
  55. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία της ΜΥ, στο σύνολο της και παραθέτοντας πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών της, καταλήγω ότι η μαρτυρία της επί των αμφισβητούμενων γεγονότων δεν ήταν αξιόπιστη και συνακόλουθα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. ΙΙΙ. ΕΥΡΗΜΑΤΑ
  56. Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και λαμβάνοντας υπόψη τις πτυχές της μαρτυρίας που δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα.
  57. Εν πρώτοις ήταν κοινώς παραδεκτό ή δεν αμφισβητήθηκε ότι: 48.1 Η Παραπονούμενη εργοδοτήθηκε ως καθηγήτρια στους Κατηγορούμενους από τον Αύγουστο του 2017 μέχρι και τις 23 Αυγούστου 2021 ημερομηνία κατά την οποία παραιτήθηκε. 48.2 Οι όροι εργοδότησης της Παραπονούμενης περιλαμβάνονται στη σύμβαση εργοδότησης ημερ. 29.07.2019 η οποία συνέχισε να ισχύει και για το έτος 2020 -
  58. Τα μέρη συμφωνούν ότι η σύμβαση η οποία ρύθμιζε τις σχέσεις τους ήταν το Τεκμήριο 1 και
  59. 48.3 Κατέστη παραδεκτό ότι η Παραπονούμενη θα πληρωνόταν με βάση τη σύμβαση εργοδότησης 13 φορές το χρόνο το ποσόν των €2.
  60. 48.4 Για να δικαιούτο να λάβει το επίδομα για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο η Παραπονούμενη θα έπρεπε να εργαστεί για 20 μέρες τις οποίες να χρησιμοποιήσει για σκοπούς έρευνας και ανάπτυξης και να ετοιμάσει γραπτή εργασία και να μην δώσει προειδοποίηση 6 μηνών για τερματισμό της εργοδότησης της. 48.5 Η Παραπονούμενη εργάστηκε 20 μέρες τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο του
  61. Η Παραπονούμενη δεν συνέγραψε άρθρο ή γραπτή εργασία κατά τους καλοκαιρινούς μήνες του 2021 αλλά χρησιμοποίησε το χρόνο της είτε για να διορθώσει γραπτά, να ετοιμάσει γραπτό για τις εξετάσεις του Σεπτεμβρίου και για άλλες εργασίες. 48.6 Η ακαδημαϊκή έρευνα και η δημοσίευση άρθρων σε επιστημονικά περιοδικά ήταν σημαντική για τους Κατηγορούμενους. 48.7 Δεν καταβλήθηκε μισθός / επίδομα ή αναλογία αυτού στην Παραπονούμενη για το μήνα Αύγουστο του
  62. Εκτός από τα προαναφερθέντα, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Παραπονούμενη με βάση τη σύμβαση εργοδότησης δικαιούτο σε 13ο μισθό. Ο 13ος μισθός της για το έτος 2020 - 2021 ή αναλογία αυτού δεν έχει καταβληθεί από τους Κατηγορούμενους. Το Τεκμήριο 4 είναι η πληρωμή για τον 13ο μισθό για το προηγούμενο έτος και καταβλήθηκε στην Παραπονούμενη με καθυστέρηση. Δ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  63. Ο εργοδότης κατέχει δεσπόζουσα θέση έναντι των εργοδοτουμένων του. Οι οικονομικές συνθήκες των δύο συμβαλλομένων είναι πολύ διαφορετικές με αποτέλεσμα την ύπαρξη ανισότητας διαπραγματευτικής ισχύος. Η ανισότητα αυτή είναι ένα αναπόφευκτο χαρακτηριστικό της εργοδοτικής σχέσης κατά τρόπο που να απολήγει στην επιβολή όρων τους οποίους ο εργοδότης επιθυμεί έναντι του εργοδοτούμενου και τη συνεπακόλουθη ανυπαρξία πραγματικής ελευθερίας του εργοδοτούμενου στο πλαίσιο της συνομολόγησης συμβάσεων.[13]
  64. Η καταβολή μισθού από τον εργοδότη στον εργοδοτούμενο είναι η βασικότερη υποχρέωση του εργοδότη με βάση τη σύμβαση εργοδότησης. Η σημασία της καταβολής του μισθού κατοχυρώνεται από ειδική νομοθεσία, ήτοι το Νόμο. Συνεπεία της ανισότητας αυτής μεταξύ των μερών ο νομοθέτης αποφάσισε να θεσπίσει το Νόμο ως αντίβαρο της οικονομικής ισχύος του εργοδότη και ως ένα μέσο ενίσχυσης της θέσης του αδύνατου συμβαλλόμενου, ήτοι του εργοδοτούμενου του οποίου η αξιοπρεπής διαβίωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το μισθό τον οποίο λαμβάνει από τον εργοδότη του.
  65. Ο σκοπός της θέσπισής του Νόμου είναι η προστασία των εργοδοτουμένων και, πιο συγκεκριμένα, η διασφάλιση του δικαιώματός τους προς λήψη του μισθού και των ωφελημάτων που δικαιούνται με βάση τη συμφωνία που διέπει την εργασιακή τους σχέση.
  66. Η παράλειψη πληρωμής μισθού αποτελεί ιδιώνυμο αδίκημα με βάση το Νόμο ο οποίος έχει ως σκοπό την αντιμετώπιση με το δραστικό τρόπο τον οποίο προσφέρει η ποινική δικαιοδοσία ενός κοινωνικού προβλήματος το οποίο δημιουργείται συνεπεία της εν λόγω συμπεριφοράς του εργοδότη έναντι του εργοδοτούμενου του.[14]
  67. Επιπρόσθετα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά την επιβολή ποινής κατόπιν ανατροπής της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σκουφίδη ν. Χ.Α. Quality Paper Services Ltd, Ποινική Έφεση αρ. 134/2016, 5.6.2018 (ο τονισμός είναι του παρόντος Δικαστηρίου): «Η θέσπιση του ως άνω Νόμου καθώς και η ποινικοποίηση των παραλείψεων πληρωμής μισθού και άλλα συναφή αδικήματα με βάση τις πρόνοιες του έχει ως σκοπό την προστασία των εργοδοτουμένων από πράξεις ή παραλείψεις που έχουν ως αποτέλεσμα τη στέρηση του δικαιώματος είσπραξης του μισθού, δικαιώματος που άπτεται θεμελιώδους δικαιώματος του ατόμου προς αξιοπρεπή διαβίωση, αφού η στέρηση του μισθού δύναται να οδηγήσει οποιονδήποτε πρόσωπο σε δυσχερή κατάσταση μη δυνατότητας αντιμετώπισης των καθημερινών του αναγκών.»
  68. Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις στο άρθρο 2 του Νόμου ο όρος «μισθός»: «σημαίνει κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές·»
  69. Ο όρος «εργοδοτούμενος»: «σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας»
  70. Το άρθρο 3 του Νόμου με πλαγιότιτλο «τρόπος πληρωμής μισθών», πριν από την τροποποίηση του με το Ν. 221(Ι)/2022 προνοεί τα ακόλουθα: «
  71. Οι μισθοί των εργοδοτουμένων πρέπει να πληρώνονται τοις μετρητοίς σε νόμιμο χρήμα, δηλαδή σε χαρτονομίσματα ή κέρματα, ή μέσω λογαριασμού μισθών ή με τραπεζική ή ταχυδρομική επιταγή.»
  72. Σύμφωνα με το άρθρο 9

(1)«[η] συχνότητα της πληρωμής των μισθών πρέπει να είναι τουλάχιστον εβδομαδιαία, εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό, οπότε πρέπει να είναι τουλάχιστον μηνιαία.» Σύμφωνα δε με το άρθρο 10 του Νόμου, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν επιτρέπονται αποκοπές από το μισθό εργοδοτούμενου παρά μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, για παράδειγμα, αποκοπές που προνοούνται από νόμο ή κανονισμό, αποκοπές σύμφωνα με κανονισμούς ταμείων σύνταξης, ταμείων προνοίας ή δυνάμει δικαστικής απόφασης. Στην περίπτωση άλλων αποκοπών απαιτείται συγκατάθεση του εργοδοτούμενου.
  1. Σημειώνω σε αυτό το σημείο ότι σε ποινικές υποθέσεις στην περίπτωση κατά την οποία το βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Κατηγορούμενου, όπως εν προκειμένω, το επίπεδο απόδειξης το οποίο εφαρμόζεται είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων.
  2. Περαιτέρω σημειώνω σε σχέση με το βάρος απόδειξης ως προς το κατά πόσον καταβλήθηκαν ή αν ήταν οφειλόμενοι οι μισθοί αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση του στην Ροδοσθένους (ανωτέρω): «Η ευπαίδευτη πρωτόδικος Δικαστής έσφαλε στην προσέγγισή της ότι ο Παραπονούμενος - Εφεσείων όφειλε και να αποδείξει ότι οι μισθοί ήταν ή όχι οφειλόμενοι. Κάτι τέτοιο - η αυστηρή δηλαδή απόδειξη, ουσιαστικά, ότι οι μισθοί δεν καταβλήθηκαν - θα καθιστούσε κενή περιεχομένου και θα αντιστρατευόταν τη νομοθετική πρόνοια του άρθρου 12
(3), η οποία εναποθέτει το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού στους ώμους του εργοδότη. Υπό τις συνθήκες λοιπόν, κατ΄ ακολουθία και του άρθρου 12
(3)του Νόμου, ο εργοδότης - Εφεσίβλητη έφερε πλέον το βάρος απόδειξης της καταβολής του μισθού στον εργοδοτούμενο - Εφεσείοντα. Προσθέτουμε ότι η εκ του νόμου, άρθρο 12
(1)
(2), υποχρέωση προς τήρηση αρχείων, εντάσσεται στην όλη φιλοσοφία προστασίας και διασφάλισης των δικαιωμάτων των εργοδοτουμένων, αλλά και ενισχύει τη δυνατότητα απόσεισης του βάρους που φέρει ο εργοδότης προς απόδειξη της καταβολής των μισθών εργοδοτουμένων.» 61. Το άρθρο 12 του Νόμου ως είχε πριν την τροποποίηση του από τον Ν. 221(Ι)/2022 προνοεί ότι ο εργοδότης οφείλει να διατηρεί και να φυλάσσει αρχεία στα οποία να φαίνεται για κάθε εργοδοτούμενο τα στοιχεία σχετικά με τον ακάθαρτο και καθαρό μισθό του, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν αποκοπών που έγιναν στο μισθό και τους λόγους για τους οποίους έγιναν οι εν λόγω αποκοπές. Το άρθρο 12
(3)προνοεί ότι «το βάρος απόδειξης για την καταβολή του μισθού σε εργοδοτούμενο φέρει ο εργοδότης».
  1. Το άρθρο 19 του Νόμου προνοεί ότι το «Αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση οποιασδήποτε αστικής φύσεως διαφοράς, μέσα στα πλαίσια του παρόντος Νόμου, είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών» και «[σ]ε περίπτωση που ο εργοδότης καταδικαστεί για παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών θα μπορεί να εκδίδει διάταγμα καταβολής χρηματικών οφειλών του εργοδότη που προκύπτουν από τη μη πληρωμή μισθών»
  2. Το άρθρο 20 του Νόμου με τίτλο «Αδικήματα και ποινές» ως είχε κατά τον ουσιώδη χρόνο πριν την τροποποίηση του με το Ν. 221(Ι)/2022 διαλαμβάνει, στο βαθμό που εδώ ενδιαφέρει, τα ακόλουθα: «20.-
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Το Δικαστήριο επιπρόσθετα από τις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), δύναται, με την καταδίκη του εργοδότη, να εκδώσει και Διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού προς τον εργοδοτούμενο.»
  1. Στην ουσία αυτό το οποίο θα πρέπει να αποδείξει η Παραπονούμενη είναι το ότι ήταν εργοδοτούμενη της Κατηγορούμενης και ότι αποκόπηκε μέρος του μισθού που δικαιούτο (ίδετε Αδελφοί Λιοτατή Λτδ ν. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική ΄Εφεση Αρ. 151/2016, ημερ. 1.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B457, ECLI:CY:AD:2019:B
  2. Στην Αδελφοί Λιοτατή επίσης αναφέρθηκε ότι δεν έχει σημασία πως αποκαλείται η παροχή αυτή. Με βάση το άρθρο 12
(3)του Νόμου ο εργοδότης θα πρέπει να αποδείξει ότι καταβλήθηκαν σε αυτήν οι μισθοί.
  1. Όπως έχει ερμηνευθεί από την νομολογία, το υπό κρίση αδίκημα της παράλειψης πληρωμής μισθού, είναι αδίκημα αυστηρής ευθύνης, αφού το στοιχείο της ένοχης διάνοιας ή εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής μισθών.[15] Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι.[16]
  2. Σε σχέση με τον 13ο μισθό στο σύγγραμμα «Το Δίκαιο Τερματισμού της Απασχόλησης στην Κύπρο», του Μιχάλη Αντωνίου, στο Κεφάλαιο 6, κάτω από τον τίτλο "Δώρα/Φιλοδωρήματα", αναφέρονται τα εξής: «Τα δώρα είναι εκούσιαι αμοιβαί, αι οποίαι παρέχονται εις τον μισθωτόν εξ ειδικής αιτίας. Συνηθέστερα είναι τα δώρα επ΄ ευκαιρία εορτής κτλ. Μεταξύ των τοιούτων παροχών επί συμβάσεων αορίστου ή ορισμένου χρόνου διά την εργασίαν είναι και ο 13ος μισθός καταβαλλόμενος είτε υπό την έννοιαν ταύτην, είτε υπό τύπον δώρου κατά την λήξιν του ημερολογιακού έτους. Πότε γεννάται η υποχρέωσις διά τον 13ον μισθόν θα κριθή εκ των συνθηκών της συγκεκριμένης σχέσεως. Δικαίωμα επί τον 13ον μισθόν υπάρχει σε περίπτωση ανεπιφυλάκτου επί σειράν ετών καταβολής. Είθισται εις πολλάς επιχειρήσεις να δίδωνται εις όλους τους εργαζομένους ή εις ορισμένην κατηγορίαν εξ αυτών δώρα επί τη ευκαιρία λ.χ., της συντάξεως του ισολογισμού, επί τες εορτές και λοιπά. Εάν ο εργοδοτούμενος κατήρτισε την σύμβαση εργασίας εν όψει της περί δώρων υποσχέσεως, εφ΄ ης, ως αφορώσης συμπλήρωμα του μισθού και υπελόγισε, δέον να θεωρηθεί ότι πρόκειται περί μισθού με τας εντεύθεν κατά νόμον συνεπείας.» Ε. ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
  3. Προχωρώ τώρα με την εξέταση του κατά πόσον στοιχειοθετήθηκαν στο απαιτούμενο επίπεδο οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι έχοντας κατά νου τη νομική πτυχή ως παρατίθεται στην προηγούμενη ενότητα, το βάρος απόδειξης, τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και οδήγησε στην εξαγωγή των σχετικών ευρημάτων του Δικαστηρίου, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε.
  4. Επαναλαμβάνω ότι είναι παραδεκτό ότι η Παραπονούμενη ήταν εργοδοτούμενη των Κατηγορούμενων μέχρι και την ημερομηνία παραίτησης της. Ι. Δεύτερη Κατηγορία
  5. Θα ξεκινήσω την ανάλυση μου με την δεύτερη κατηγορία η οποία αφορά την παράλειψη πληρωμής αναλογίας του 13ου μισθού στην Παραπονούμενη.
  6. Εν προκειμένω, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε ότι η Παραπονούμενη έπαιρνε ένα ακόμη μισθό, αλλά και η ίδια η σύμβαση εργοδότησης (Τεκμήρια 1 και 3) αναφέρεται σε μισθούς 13 μηνών για ένα ημερολογιακό έτος.
  7. Στο παράρτημα της σύμβασης εργοδότησης κάτω από τον τίτλο «ΑΠΟΛΑΒΕΣ» αναφέρονται τα ακόλουθα: «€2693 μηνιαίως γκρος [υπογραφή] (13 months) [υπογραφή]».
  8. Επομένως, δεν αφήνεται καμία αμφιβολία ότι η Παραπονούμενη δικαιούτο σε ένα επιπλέον μισθό. Καίτοι δεν έχει ιδιαίτερη σημασία πως αποκαλείται η παροχή αυτή, θεωρώ πως επρόκειτο περί μισθού εν τη εννοία του άρθρου 2 του Νόμου και με βάση την αναφορά στη σύμβαση για "13 months", πρόκειται περί 13ου μισθού. Σίγουρα δεν είναι χαριστική (ex gratia) πληρωμή ή bonus. Υπάρχει σε κάθε περίπτωση, στο παράρτημα της σύμβασης εργοδότησης κάτω από το μέρος που προβλέπονται οι απολαβές ξεχωριστή πρόνοια για χαριστικές πληρωμές υπό τύπο bonus.
  9. Δεν έχει σημασία το κατά πόσον η ίδια η Παραπονούμενη επέμεινε να σημειωθεί στο σημείο εκείνο του παραρτήματος το "13 months", ως ισχυρίστηκε η Υπεράσπιση. Ούτε βεβαίως έχει σημασία αν δεν εδίδετο 13ος μισθός στους υπόλοιπους υπάλληλους των Κατηγορούμενων (σελ. 10 και 16 γραπτής αγόρευσης Υπεράσπισης) δεδομένου του ότι ως προανέφερα προκύπτει ξεκάθαρα από το σύμβαση εργοδότησης της Παραπονούμενης ότι θα λάμβανε 13 μισθούς.
  10. Επομένως, αποδείχθηκε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η Παραπονούμενη δικαιούτο σε 13ο μισθό. Δεν τίθεται ζήτημα απόδειξης ότι καταβάλλετο κάθε χρόνο και ότι υπήρχε η εύλογη προσδοκία για καταβολή του καθότι κρίθηκε πως ήταν συμβατική υποχρέωση του εργοδότη έναντι της Παραπονούμενης να της καταβάλλει 13ο μισθό. Εν πάση περιπτώσει, και την προηγούμενη χρονιά είχε λάβει έναν επιπλέον μισθό η Παραπονούμενη.
  11. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ο 13ος μισθός της Παραπονούμενης για το έτος 2020 - 2021 δεν είχε καταβληθεί. Το βάρος απόδειξης της καταβολής του μισθού στην Παραπονούμενη με βάση το άρθρο 12
(3)του Νόμου εναποτίθεται στον εργοδότη. Οι Κατηγορούμενοι παρουσίασαν μόνο το Τεκμήριο 4 ενώ με βάση το άρθρο 12 του Νόμου υποχρεούνται να διατηρούν σχετικό αρχείο. Επέλεξαν να παρουσιάσουν αποσπασματικά ορισμένα έγγραφα ενώ προκύπτει ότι είχαν στην κατοχή τους τα στοιχεία για να αποδείξουν ότι είχαν καταβάλει τους μισθούς της Παραπονούμενης.
  1. Επομένως, οι Κατηγορούμενοι δεν απέσεισαν το βάρος της απόδειξης καταβολής του 13ου μισθού της Παραπονούμενης για το έτος 2020 -
  2. Στην ουσία αποκόπηκε μέρος του μισθού της Παραπονούμενης χωρίς να εφαρμόζεται μια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 10 του Νόμου.
  3. Συνεπακόλουθα, οι Κατηγορούμενοι κρίνονται ένοχοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στη δεύτερη κατηγορία. ΙΙ. Πρώτη Κατηγορία
  4. Με βάση τη σύμβαση εργοδότησης (Τεκμήρια 1 και 3) και το παράρτημα αυτής για να δικαιούται η Παραπονούμενη σε «μηνιαίο επιδομα ίσο προς τον ήδη καταβαλλόμενον μηνιαίον μισθόν της συμφωνηθείσας περιόδου» θα έπρεπε να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται στο εν λόγω παράρτημα της σύμβασης.
  5. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από το παράρτημα της σύμβασης εργοδότησης (η χρήση κεφαλαίων και ο τονισμός είναι του συντάκτη του κειμένου και όχι του Δικαστηρίου): «ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΙΟΥΛΙΟ ....... ΚΑΙ ΑΥΓΟΥΣΤΟ .......... ΝΟΟΥΜΕΝΟΥ ΟΤΙ Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΔΩΣΕΙ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ 6 ΜΗΝΩΝ ΓΙΑ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΡΓΟΔΟΤΗΣΗΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΕΧΕΙ ΕΡΓΑΣΘΕΙ 20 ΕΡΓΑΣΙΜΕΣ ΜΕΡΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΟΥΝ ΣΤΟ ΚΟΛΛΕΓΙΟ ΓΙΑ ΣΚΟΠΟΥΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ, ΚΑΙ ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΣΧΕΤΙΚΗΣ ΓΡΑΠΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΟΥ, ΘΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΧΩΡΕΙΤΑΙ ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΕΠΙΔΟΜΑ ΙΣΟ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΗΔΗ ΚΑΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΟΝ ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΜΙΣΘΟΝ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΗΘΕΙΣΑΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ. ...»
  6. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου η Παραπονούμενη, εν πρώτοις, έδωσε προειδοποίηση τερματισμού της εργοδότησης της στις 23.08.2021 και κατά δεύτερον δεν ετοίμασε γραπτή εργασία για τους λόγους τους οποίους εξήγησε, ωστόσο εργάστηκε 20 μέρες κατά τους δύο αυτούς μήνες. Σημειώνω ότι η περίοδος ειδοποίησης για τερματισμό της σύμβασης από τον εργοδοτούμενο σύμφωνα με τον όρο 4(ι) της σύμβασης είναι ένας μήνας όχι 6 μήνες, ωστόσο είναι βέβαιο ότι έχει πράγματι δοθεί ειδοποίηση τερματισμού.
  7. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έχουν διαφορετικές θέσεις ως προς το πως επενεργεί στη σχέση των μερών και πως ερμηνεύεται ο όρος για την ειδοποίηση τερματισμού στο παράρτημα της σύμβασης εργοδότησης. Η μεν κυρία Νικολάου ανέφερε ότι ο όρος πρέπει να ερμηνευθεί ως να εννοεί ότι δεν δόθηκε προειδοποίηση μέχρι και 6 μήνες πριν την λήξη της σύμβασης δηλαδή κατά την διάρκεια της ακαδημαϊκής περιόδου και κατά τη διάρκεια της ισχύος της σύμβασης. Ο κύριος Τσαγγαρός επέμεινε ότι με αυτή την πρόνοια εννοείται ότι ο εργοδοτούμενος θα έπρεπε να συνεχίσει και την επόμενη ακαδημαϊκή χρονιά για να δικαιούται στο επίδομα και αυτό είναι που ήθελε να διασφαλίσει ο συντάκτης της σύμβασης. Όπως και να ερμηνεύεται ο όρος αυτός το θέμα είναι ότι δημιουργείται αμφιβολία, ως θα επεξηγηθεί ακολούθως.
  8. Λόγω της παραίτησης της Παραπονούμενης και επειδή δεν ετοίμασε γραπτή εργασία προκύπτει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την καταβολή του μισθού με βάση το παράρτημα της σύμβασης.
  9. Πρέπει να τονιστεί ότι δεν ασχολούμαι με το κατά πόσον οι προϋποθέσεις αυτές είναι δίκαιες και λογικές ή αν ήταν λογικό, ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να απαιτείται από την Παραπονούμενη να ετοιμάσει γραπτή εργασία δεδομένου του ότι της είχε ανατεθεί άλλη εργασία από τους προϊστάμενους της την οποία θα έπρεπε να διεκπεραιώσει την επίδικη χρονική περίοδο. Ούτε και έχει σημασία το κατά πόσον την προηγούμενη χρονιά δεν είχε ετοιμάσει γραπτή εργασία αλλά καταβλήθηκε το επίδομα / μισθός για τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.
  10. Περαιτέρω, πρέπει να αναφέρω ότι δεν συμφωνώ με τον κύριο Τσαγγαρό ότι φαίνεται πως η Παραπονούμενη ενήργησε με τέτοιο τρόπο ώστε να διασφαλίσει πως θα ελάμβανε τα επιδόματα για τον Ιούλιο και τον Αύγουστο (σελ. 16 γραπτής αγόρευσης Υπεράσπισης) για τους λόγους που προαναφέρω στην ενότητα όπου λαμβάνει χώρα η αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σε κάθε περίπτωση δεν έχει σημασία το κατά πόσον καθυστέρησε σκόπιμα να ενημερώσει το κατά πόσον είχε εξεύρει άλλη εργασία.
  11. Το παρόν Δικαστήριο είναι ποινικό. Δεν έχει τη δικαιοδοσία να επιλύσει τις εργασιακές διαφορές των μερών. Ο Νόμος προνοεί στο άρθρο 19 ότι το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο να επιλύσει τις εργασιακές διαφορές των μερών, οι οποίες προκύπτουν από τη σχέση και τους όρους εργοδότησης, είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Το ποινικό Δικαστήριο σε καμιά περίπτωση δεν υποκαθιστά, την αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, με αυτή του ποινικού Δικαστηρίου, η οποία περιορίζεται στην εξέταση μόνο της τυχόν ποινικής ευθύνης του εργοδότη.
  12. Απαραίτητες επομένως προϋποθέσεις, για να μπορεί να ασκήσει δικαιοδοσία το ποινικό Δικαστήριο, σε σχέση με υποχρεώσεις που απορρέουν από την ύπαρξη συγκεκριμένης σχέσης μεταξύ των εμπλεκομένων, ιδιαίτερα σε σχέση με αδικήματα αυστηρής ευθύνης, είναι πρωτίστως, η αποκρυστάλλωση της υποχρέωσης και η μετέπειτα παράλειψη συμμόρφωσης με αυτή.
  13. Για το λόγο αυτό, ποινική ευθύνη, στη βάση υποχρέωσης που δεν αποκρυσταλλώθηκε, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί και ούτε μπορεί στα πλαίσια της ποινικής δίκης να επιχειρηθεί τέτοια αποκρυστάλλωση.
  14. Λόγω των όσων προαναφέρθηκαν και με δεδομένο ότι δεν εκπληρώθηκαν οι προϋποθέσεις της σύμβασης εργοδότησης για καταβολή μισθού, δημιουργείται και παραμένει μια υποβόσκουσα αμφιβολία ως προς το κατά πόσον η Παραπονούμενη δικαιούτο σε μισθό ή επίδομα κατά το μήνα Αύγουστο του 2021 δεδομένου του ότι υπήρχαν ορισμένες προϋποθέσεις που έπρεπε να πληρούνται και αναφέρονταν ρητά στη σύμβαση εργοδότησης για να δικαιούται να πληρωθεί το επίδομα. Η οποιαδήποτε αμφιβολία επενεργεί υπέρ των Κατηγορούμενων.
  15. Η διαφορά της δεύτερης κατηγορίας με την πρώτη κατηγορία είναι ότι σε σχέση με την δεύτερη κατηγορία, λόγω της ξεκάθαρης και μη επιδεχόμενης οποιασδήποτε άλλης λογικής ερμηνείας αναφορά σε 13 μισθούς, δεν υπάρχει αμφιβολία ως προς το κατά πόσον υπήρχε «δικαίωμα» σε μισθό. Η υποχρέωση σε σχέση με τον 13ο μισθό της Παραπονούμενης ήτο ξεκάθαρη. Σε σχέση με την πρώτη κατηγορία η υποχρέωση των Κατηγορούμενων να καταβάλουν το επίδομα Αυγούστου τέθηκε υπό αμφισβήτηση δεδομένου του ότι δεν είναι βέβαιο το κατά πόσον εκπληρώθηκαν οι όροι που τίθενται στο παράρτημα της σύμβασης.
  16. Για να μετατεθεί το βάρος στους ώμους των Κατηγορούμενων να αποδείξουν επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι πλήρωσαν το μισθό του Αυγούστου του 2021, θα πρέπει πρώτα να αποδειχθεί και εν πάση περιπτώσει να έχει αποκρυσταλλωθεί η υποχρέωση καταβολής μισθού κατά τον μήνα Αύγουστο του
  17. Για την καταδίκη των Κατηγορούμενων για μη καταβολή μισθού θα πρέπει να υπάρχει ξεκάθαρη παραβίαση της υποχρέωσης για καταβολή μισθού. Εάν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία για το κατά πόσον οι Κατηγορούμενοι υποχρεούνταν να πληρώσουν το μισθό της Παραπονούμενης για τον Αύγουστο δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η ποινική ευθύνη της Κατηγορούμενης.
  18. Συνεπακόλουθα, οι Κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από την πρώτη κατηγορία. ΣΤ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
  19. Υπό το φως των όσων έχουν προαναφερθεί οι Κατηγορούμενοι: - Αθωώνονται και απαλλάσσονται από την πρώτη κατηγορία επί του κατηγορητηρίου, και - Κρίνονται ένοχοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην δεύτερη κατηγορία.
  20. Αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας, σημειώνεται ότι σε ποινικές υποθέσεις η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας για την παροχή εξόδων δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα.[17] Εν προκειμένω, ωστόσο, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην επιδικαστούν έξοδα υπέρ του επιτυχόντος διαδίκου.
  21. Επιδικάζονται έξοδα ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ του Παραπονούμενου και εναντίον της Κατηγορούμενης. Υπ. ____________________ Χ. Σατσιάς, Προσ. Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολ. Εφ. 117/2018, 16.03.2022, ECLI:CY:AD:2022:A113, Νίκος Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 [2] C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273 [3] Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797 [4] Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 [5] Κουδουνάρης ν Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ 320 [6] Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45 [7] Αθανασίου v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 [8] ίδετε Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc
(2002)1 ΑΑΔ 1527 [9] ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720 [10] Adidas Sportshuhfabriken Ad Dassler KG v. The Jonitexo Limited
(1987)1 Α.Α.Δ. 383 [11] Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 [12] Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 ΑΑΔ 785 «Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης, το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπ' όψιν ισχυρισμούς επί γεγονότων που δεν τέθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς, λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράστασης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μία πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεσή της επί του σημείου.» [13] ίδετε μεταξύ άλλων: Π.Γ. Πολυβίου, το Εργατικό Δίκαιο της Κύπρου, Θεωρία και Πράξη, σελ. 9 και 22.). [14] Ροδοσθένους ν. AQUA MASTERS PLC, Ποινική Εφεση Αρ. 138/2017, ECLI:CY:AD:2018:B268, 4/6/2018, Διευθυντής Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων v. Σταύρου κ.α., Ποινικές Εφέσεις Αρ. 264/2018 και 265/2018, 3/7/2020, FRANGOUS P.S. LIMITED κ.α. v. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική Έφεση Αρ. 233/2020, ECLI:CY:AD:2022:B277, 4/7/2022, Στυλιανίδης v. Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, Ποινική Εφεση Αρ. 200/2019, ECLI:CY:AD:2021:B136, 12/4/2021, ΑQUA MASTERS PLC ν. ΡΟΔΟΣΘΕΝΟΥΣ, Ποιν. Εφ. 233/2019, 14.07.2022), ECLI:CY:AD:2022:D314. [15] MAGAR TEREZIAN ν. ΓΙΑΝΝΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Πoιν. ΄Εφ. αρ. 198/15, ημερ. 02.12.2016 [16] (Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235: η διάπραξη του αδικήματος συναρτάται με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια και όχι τους λόγους για την παράλειψη ή την αμέλεια). [17] Μενελάου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 232 και Κ.Ο.Τ. ν. Χαραλάμπους (Αρ. 2)
(2000)2 Α.Α.Δ. 603 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.