Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αργύρη Δράκο, Aρ. Υπόθεσης:13938/2023, 18/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Aρ. Υπόθεσης:13938/2023 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας -και- Αργύρη Δράκο Κατηγορούμενoς Ημερομηνία: 18 Νοεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Χατζηγεωργίου Για Κατηγορούμενο: κ. Γ.Β. Μούσκος Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Το ερώτημα που καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει στην παρούσα είναι κατά πόσον ο κατηγορούμενος, την 22.5.23 προκάλεσε τρόμο και ανησυχία μέσω τηλεφώνου στον Χαράλαμπο Χριστοφίδη, απειλώντας τον με τη βία, και δη απειλώντας τον με τη φράση «πες μου που βρίσκεσαι για να έρθω να σε σκοτώσω». Η εν λόγω πράξη ποινικοποιείται δυνάμει των προνοιών του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Προς απόδειξη της υπόθεσης η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες. Ο κατηγορούμενος κληθείς σε απολογία κατέθεσε ενόρκως. Κρίνεται σκόπιμο όπως σημειωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι η θυγατέρα του κατηγορούμενου (Έλενα Δράκου), υπήρξε πρώην σύζυγος του αδελφού του παραπονούμενου. Από τον γάμο τους απέκτησαν δύο παιδιά. Αφετηρία για τα όσα κατ΄ισχυρισμόν ακολούθησαν μεταξύ των δύο ανδρών υπήρξε μήνυμα που απέστειλε ο παραπονούμενος στην Έλενα την 22.5.23 το οποίο διάβαζε ως ακολούθως: «Ένα εν να σου πω, να μεν πάθουν τίποτε οι δικοί μου με τα αρρωστημένα πράματα που κάμνεις τζιαι που λαλείς των μωρών που σου έκαμε πράματα η μάμα μου, τόσα χρόνια τι σου έκαμε κόρη η μάμα μου τζιαι κατηγοράς την; Αντράπου λλίο. Περιπαίζεις σας ο κόσμος. Ρεζιλίκια, έσιει θκιο χρόνια. Τουλάχιστον κρύψετε στα πετσιά σας με τα ρεζιλίκια που μας έκαμες. Μεν ξαναπιάσεις τη μάνα μου τζιαι τον παπά μου στο στόμα σου. Τούτο που σου λαλώ τζιαι μην διανοηθείς να ξαναπείς των μωρών τίποτε για εμάς, τέλος». Για σκοπούς καλύτερης αντίληψης των γεγονότων που αφορούν την παρούσα κρίνεται σκόπιμο όπως πρώτα παρατεθεί η μαρτυρία του παραπονούμενου, ΜΚ2 στη διαδικασία και ακολούθως, της ανακρίτριας (MK1). Στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 5) αναφέρει ότι την εν λόγω ημερομηνία έλαβε κλήση στο κινητό του τηλέφωνο από τον κατηγορούμενο. Ενοχλημένος ο κατηγορούμενος από το μήνυμα που έστειλε ο πρώτος στη θυγατέρα του, ζήτησε το λόγο για την αποστολή του. Παρά τις εξηγήσεις που του έδωσε ο παραπονούμενος, ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να κατηγορεί την οικογένεια του πρώτου ζητώντας του να αναφέρει πού βρίσκεται για να πάει να τον βρει, λέγοντας του ότι θα τον σκοτώσει. Με το πέρας της κλήσης ο κατηγορούμενος κάλεσε εκ νέου τον παραπονούμενο ζητώντας του όπως ο τελευταίος μεταβεί στην εργασία του στο Δάλι. Ο παραπονούμενος μετά και το τηλεφώνημα πήγε απευθείας στον αστυνομικό σταθμό για να υποβάλει καταγγελία, δηλώνοντας τρομοκρατημένος. Στη σκέψη του ήταν μήπως ο κατηγορούμενος κάνει κακό στην επιχείρηση που διατηρεί, ήτοι καφετέρια. Προ έξι μηνών είχε ακούσει τον κατηγορούμενο να απειλεί τον αδελφό του και πρώην σύζυγο της Έλενας Δράκου εκτοξεύοντας απειλές για τη ζωή του. Τις εν λόγω απειλές άκουσε καθότι το τηλέφωνο του αδελφού του ήταν σε ανοικτή ακρόαση. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ο λόγος που έστειλε το μήνυμα στη Έλενα ήταν γιατί έμαθαν από ένα εκ των παιδιών, το οποίο τυγχάνει βαφτιστήρι του, ότι η μητέρα του (Έλενα) κακολογούσε την πρώην πεθερά της, μητέρα του παραπονούμενου. Ο λόγος που απέστειλε το μήνυμα ήταν γιατί ανησυχούσε κυρίως για την υγεία, ψυχική και σωματική των γονέων του, και ειδικότερα της μητέρας του η οποία είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο στο παρελθόν. Έβλεπε δε τη ψυχολογική κατάσταση των παιδιών και πώς αυτή είχε επηρεαστεί από το χωρισμό και τσακωμούς των γονέων τους και προσπαθούσε ανά διαστήματα να βοηθήσει, συμβουλεύοντας αμφότερους ως προς τον χειρισμό των ζητημάτων που προέκυπταν. Όταν ο κατηγορούμενος άρχισε τις απειλές, ο παραπονούμενος έκλεισε το τηλέφωνο, τρομοκρατημένος. Ο λόγος που απάντησε και τη δεύτερη φορά στο τηλεφώνημα ήταν γιατί πίστευε ότι ο κατηγορούμενος θα έλεγε κάτι θετικό για να κατευνάσει τα πνεύματα, όμως συνέχισε, λέγοντας του: «έλα έβρε με τωρά στη δουλειά μου». Ο λόγος που σκέφτηκε ότι ο κατηγορούμενος θα επενέβαινε στη δουλειά του είναι γιατί δεν έχει δημιουργήσει ακόμη τη δική του οικογένεια, μήτε και έχει δικό του σπίτι, αφού διαμένει στο ισόγειο της πατρικής του οικίας. Σε ερωτήσεις της κατηγορούσας αρχής κατά πόσον ο κατηγορούμενος είχε αποθηκευμένο τον αριθμό κινητής τηλεφωνίας του ή κατά πόσον το μήνυμα προώθησε (ο κατηγορούμενος) στον πατέρα του παραπονούμενου, ο μάρτυρας δήλωσε άγνοια, προσθέτοντας ότι υπήρξε στο παρελθόν επικοινωνία μεταξύ τους καθότι ο κατηγορούμενος έκανε κάποιες δουλειές στην καφετέρια που διατηρεί. Παραδέχτηκε κατά την κυρίως εξέτασή του ότι κατά τη διάρκεια του τηλεφωνήματος είπε στον κατηγορούμενο: «πιάστην κόρη σου την ψυχοπαθή, γιατί τόσα χρόνια την είχαμε σαν την αδελφή μας και τωρά μας κατέστρεψε την οικογένειά μας», αρνούμενος όμως ότι εξύβρισε τον κατηγορούμενο με τις λέξεις «ξυμαρισμένε, βρωμόσσιλλε, σιλλομπάσταρτε». Στις λοιπές κλήσεις του κατηγορουμένου δεν απάντησε, αφού βρισκόταν ήδη καθοδόν προς την Αστυνομία. Αντεξετασθείς συμφώνησε ότι από το 2021 περίπου, ήτοι όταν χώρισε ο αδελφός του με την Έλενα, δεν έχει επαφές με τον κατηγορούμενο. Κληθείς να απαντήσει με ποιο δικαίωμα ενοχλεί την Έλενα δια της αποστολής μηνυμάτων, απάντησε ότι σε καμία περίπτωση δεν ενοχλεί αφού μέσα στα 3 χρόνια χωρισμού του ζευγαριού μπορεί να της έστειλε 3 μηνύματα για να βοηθήσει την όλη κατάσταση. Πρόσθεσε ότι: «.πριν έναν μήνα μπήκα στο αυτοκίνητό της και τα μωρά δεν θέλουν να τη δουν μπροστά τους τζιαι έκλαιεν μου εμένα τζιαι εγώ εβρέθηκα να είμαι κατηγορούμενος, ότι εγώ κατηγορώ την κόρη του που είχε τα μηνύματα. Μου είπε «ευχαριστώ σε» πριν ενάμιση μήνα η κουβέντα, τζιαι εβρέθηκα να είμαι εγώ ο κατηγορούμενος στις κατηγορίες». Σύμφωνα με τον ίδιο είναι αδιανόητο από τη μία η Έλενα να αναστατώνει την οικογένεια καταγγέλλοντας τον αδελφό του και την επομένη ημέρα να «πίνει καφέ με τη πρώην πεθερά της». Αυτό εννοούσε με τη φράση «αρρωστημένες καταστάσεις» που είχε αποτυπώσει στο μήνυμα. Αυτή η κατάσταση, την οποία βίωνε και ο ίδιος, επειδή μένει στο ισόγειο της πατρικής του οικίας, αναστάτωνε ψυχολογικά όλη την οικογένεια, περιλαμβανομένων και των παιδιών και έτσι ως δήλωσε: «.έπρεπε κάποιος να λάβει κάποια μέτρα». Στη θέση της υπεράσπισης ότι η θυγατέρα του κατηγορουμένου προσπαθούσε να διατηρήσει τις σχέσεις που είχε με τη πρώην πεθερά της για το καλό της οικογένειας, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είναι φυσιολογικά πράγματα να απειλεί τη μια μέρα τον πρώην σύζυγο της με καταγγελίες και την επόμενη να συμπεριφέρεται στα πρώην πεθερικά της, ωσάν να μη συμβαίνει τίποτα. Στη θέση της υπεράσπισης ότι την ημέρα αποστολής του μηνύματος είχε προηγηθεί η επίσκεψη του αδελφού του στο σπίτι της Έλενας όπου ( ο αδελφός του) πέταξε μπροστά από τα παιδιά τα κλειδιά του σπιτιού και του αυτοκινήτου στον υπόνομο, ο ΜΚ2 απάντησε ότι «δεν επιθυμεί να επεκταθεί στο τί κάνουν οι ίδιοι» δηλώνοντας ότι αυτό που ο ίδιος γνωρίζει είναι ότι: «.τη συγκεκριμένη μέρα πήγε ( ο αδελφός του) στο σπίτι τους που είχαν μαζί δεν ξέρω τι έγινε μεταξύ τους τζαι το μόνο που κράτησα ήταν ότι ήρτεν η πρόνοια τζαι η αστυνομία τζαι η Ελενα ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, κατέβηκε η μάνα μου τζαι ο πατέρας μου τζαι εχτέρνετουν εμελάνιαζε τα χέρια της μόνη της τζαι ελαλούσε «εγώ εννα τον κάτσω φυλακή τον γιο σας να χάσει τη δουλειά του» επειδή ο αδελφός μου εν αστυνομικός τζαι εγώ μετά που τούτα ούλλα λαλώ εν έσσιει σωτηρία που την πλευρά μας εν καθαρά θέμα δικό τους πλέον». Στη θέση της υπεράσπισης ότι η καταγγελία έγινε εκ του πονηρού, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν είχε κάτι να κερδίσει αλλά αντίθετα, κατήγγειλε το γεγονός από τρόμο και μόνο. Συμπλήρωσε ότι όντως ο κατηγορούμενος τον είχε ρωτήσει γιατί έστειλε αυτό το μήνυμα στην Έλενα, όμως ο κατηγορούμενος επέλεξε, ακόμη και μετά που του εξήγησε, όπως τον απειλεί, μιλώντας αρνητικά για τον ίδιο και την οικογένεια του. Στη θέση δε ότι η καταγγελία έγινε επί σκοπού γιατί γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος θα πήγαινε στο σταθμό για να καταγγείλει τον αδελφό του για όσα προηγήθηκαν, ο μάρτυρας απάντησε ότι είναι η πρώτη φορά που ακούει για την πρόθεση αυτή του κατηγορούμενου. ΜΚ1, η Αστυφύλακας 2402, η οποία υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας. Στην κατάθεσή της, Τεκμήριο 1, την οποία αναγνώρισε καταγράφονται τα ακόλουθα. Την 22.5.23 ανάλαβε καθήκοντα μεταξύ των ωρών 19:00 - 07:00 της επόμενης μέρας. Στις 19:45 προσήλθε στον Σταθμό ο παραπονούμενος από τον οποίο έλαβε γραπτό παράπονο. Την ίδια μέρα και περί ώρα 20:35 κλήθηκε στον αστυνομικό σταθμό ο κατηγορούμενος όπου και ενημερώθηκε για τα δικαιώματά του ως ύποπτος. Από τον κατηγορούμενο έλαβε ανακριτική κατάθεση, αφού πρώτα τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διερευνούσε. Αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο απάντησε: «δεν παραδέχομαι, γιατί δεν είναι του χαρακτήρα μου να απειλώ, δεν έχω τσακωθεί με κανέναν στη ζωή μου». Κατέθεσε ως Τεκμήρια 2, 3 και 4 αντίστοιχα, τα έγγραφα δικαιώματα που του παρέδωσε, την κατάθεσή και τη γραπτή κατηγορία που του απέδωσε. Η κατάθεση των πιο πάνω τεκμηρίων σήμανε και την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασής της μάρτυρος. Αντεξετασθείσα ανάφερε ότι μετά το πέρας της λήψης του παραπόνου του παραπονούμενου στον αστυνομικό σταθμό προσήλθε ο κατηγορούμενος συνοδεύοντας τη κόρη του, για να καταγγείλει η τελευταία ότι «ο πρώην άνδρας της τους έπιασε τα κινητά». Στη θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος μετέβη στον αστυνομικό σταθμό για να καταγγείλει την εξύβριση που δέχθηκε από τον παραπονούμενο, η μάρτυρας απάντησε ότι τίποτα σχετικό δεν της ανάφερε ο ίδιος. Το μόνο που γνώριζε ήταν ότι η καταγγελία που θα υποβαλλόταν αφορούσε την Έλενα Δράκου και συγκεκριμένα ότι ο πρώην σύζυγός της είχε πιάσει τα κινητά των παιδιών της, τα κλειδιά του σπιτιού και τα είχε ρίξει στον υπόνομο, γεγονός που οδήγησε στη παρέμβαση της πυροσβεστικής και της αστυνομίας στο μέρος. Η μάρτυρας συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος εξέφρασε παράπονο για την εξύβριση που ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε από τον παραπονούμενο, με τη μάρτυρα όμως να δηλώνει ότι «στο σταθμό τους δεν κάνουν τέτοιου είδους υποθέσεις» αφού «η εξύβριση δια τηλεφώνου δεν είναι ποινικό αδίκημα». Δεν θυμάται αν ζήτησε να δει αυτούσιο το μήνυμα που στάλθηκε, μήτε έκρινε σκόπιμο να επικοινωνήσει με άλλα μέλη της οικογένειας του κατηγορούμενου ή του παραπονούμενου προς επιβεβαίωση των αναφορών του κ. Δράκου. Συμφώνησε ότι σε ό,τι αφορά το τελευταίο μέρος, ενδεχομένως η έρευνα της να μην ήταν ολοκληρωμένη, λέγοντας ότι στην τελική, είναι ο λόγος του ενός, εναντίον του άλλου. Μαρτυρία Κατηγορούμενου Εκ διαμέτρου αντίθετη η εκδοχή του κατηγορούμενου ο οποίος αρνείται ότι απείλησε τον παραπονούμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της συνομιλίας. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της κατάθεσης του, Τεκμήριο 3 η ώρα 17:00 του προωθήθηκε μήνυμα από την κόρη του Έλενα, μήνυμα το οποίο της είχε στείλει ο παραπονούμενος, στο οποίο γινόταν αναφορά σε «αρρωστημένες καταστάσεις». Το μήνυμα κοινοποίησε στον πατέρα του παραπονούμενου ζητώντας εξηγήσεις και συγκεκριμένα όπως του απαντήσει «τί λάθος έκανε η κόρη του». Μετά την πάροδο 15 λεπτών τηλεφώνησε στον πατέρα του παραπονούμενου, παρακαλώντας τον να μιλήσει με την οικογένεια του και να του απαντήσει σε σχέση με τα όσα καταγράφονταν στο μήνυμα. Ο πρώην συμπέθερος του εξεπλάγην με το περιεχόμενο του μηνύματος και του ανέφερε ότι θα μιλούσε με την οικογένεια και θα επικοινωνούσε μαζί του εκ νέου. Με την πάροδο της ώρας, και με γνώμονα ότι δεν έλαβε καμία απάντηση από τον πατέρα του παραπονούμενου, αποφάσισε όπως η ώρα 19:00 καλέσει τον ίδιο τον Χαράλαμπο αφού πρώτα ζήτησε τον αριθμό τηλεφώνου του από την κόρη του, Έλενα. Τον ρώτησε «με τον πιο ήρεμο του τρόπο τί είχε κάνει η κόρη του για να της στείλει αυτό το μήνυμα» με τον παραπονούμενο να του λέει όπως «πιάσει την κόρη του τη ψυχοπαθή γιατί τόσα χρόνια την είχαν σαν αδελφή του και τώρα έχει καταστρέψει την οικογένεια» διερωτώμενος «τί είχε κάνει η μάμμα του και την κατηγορεί η Έλενα, που τόσα χρόνια την είχαν σαν αδελφή τους». Επανήλθε ο κατηγορούμενος ρωτώντας «δηλαδή τι έκανε», με τον παραπονούμενο να τον βρίζει με τις φράσεις «ξημαρισμένε, βρμόσσυιλλε και σσιύλομπάσταρτε», κλείνοντας του το τηλέφωνο. Ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε μέχρι και 5 φορές πίσω αλλά δεν του απαντούσε. Ποτέ δεν απείλησε τον παραπονούμενο «αφού δεν τον άφησε να μιλήσουν, και παρόλο που τον κάλεσε πίσω για να μιλήσουν ο παραπονούμενος δεν απάντησε». Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση, Έγγραφο Χ', δηλώνοντας ότι επιθυμεί όπως διευκρινίσει ορισμένα ζητήματα που ανέπτυξε ο παραπονούμενος κατά τη ζώσα μαρτυρία του. Ο πρώην γαμπρός του ανέφερε είναι δεσμοφύλακας. Υπήρξαν πολλές φορές που ο πρώην γαμπρός του δημιούργησε προβλήματα στην κόρη του, εκδηλώνοντας μεταξύ άλλων βίαιες συμπεριφορές, όμως με προτροπές του ιδίου, η θυγατέρα του απέσυρε τα όποια παράπονα και αυτό γιατί αν τα προωθούσε, σε περίπτωση καταδίκης, ο πατέρας των εγγονών του, θα έχανε τη δουλειά του. Όποτε γινόταν κάποιο περιστατικό μεταξύ του πρώην ζευγαριού ο παραπονούμενος θα έστελνε μήνυμα στην Έλενα λέγοντας πάντοτε ότι «έφταιγαν και οι δύο». Κατά τον παραπονούμενο το να κατεβαίνει η Έλενα στο σπίτι της πρώην πεθεράς της όταν της έπαιρνε τα μωρά «ήταν αρρωστημένο». Ο λόγος που η κόρη του το έκανε αυτό ήταν για να δείξει στην πρώην πεθερά της ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα ή παράπονο από την ίδια. Ποτέ δεν απείλησε τον κατηγορούμενο. Το μόνο που πρόλαβε να κάνει όταν του τηλεφώνησε ήταν «τί ήταν αυτό που έκανε η κόρη του» για να της στείλει αυτό το μήνυμα. Ούτε πρόλαβε να του πει οτιδήποτε άλλο. Ο παραπονούμενος ξεκίνησε να τον βρίζει, κλείνοντας του το τηλέφωνο. Παρά τις προσπάθειες του να επικοινωνήσει εκ νέου μαζί του, ο τελευταίος δεν απαντούσε. Την ίδια ημέρα συνόδευσε την κόρη του στο σταθμό για να καταγγείλει η ίδια ένα άλλο περιστατικό, όταν ενημερώθηκε από την επί καθήκοντι αστυνομικό για την εναντίον του καταγγελία. Ο ίδιος της εξήγησε τί έγινε και προσπάθησε να της δείξει το κινητό του για να διαπιστώσει και η ίδια πόση ώρα είχε διαρκέσει η κλήση, με την τελευταία να του λέει ότι δεν χρειάζεται. Δηλώνει τέλος ότι, είναι 65 ετών και δεν έχει μπλέξει ποτέ στο παρελθόν με την αστυνομία ή το Δικαστήριο, αφού δεν είναι του χαρακτήρα του να απειλεί. Αντεξετασθείς διαφώνησε με τη θέση της κατηγορούσας αρχής ότι τον αριθμό κινητής τηλεφωνίας του παραπονούμενου είχε καταχωρημένο λόγω εργασιών που έκανε στο χώρο του. Κληθείς να υποδείξει επί του κινητού του τηλεφώνου το μήνυμα που προώθησε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του στον πατέρα του παραπονούμενου, υπέδειξε μήνυμα στο οποίο υπήρχε η καταγραφή: «θέλω να μου πεις τί έλεγε η Έλενα για εσάς». Αποτέλεσε θέση του κατηγορούμενου ότι η εναντίον του καταγγελία έγινε «για σκοπούς αντιπερισπασμού» επειδή παραπονούμενος γνώριζε ότι ο ίδιος θα συνόδευε την Έλενα στο σταθμό για να καταγγείλει τον αδελφό του για τα όσα προηγήθηκαν με τα κλειδιά και ήθελε κατ' αυτόν τον τρόπο, να προλάβει την κατάσταση. Στην υποβολή της κατηγορίας ότι η καταγγελία για τα κλειδιά έλαβε χώρα την 7.6.23 και όχι την 22.5.23 ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τη θέση αυτή, δηλώνοντας ότι δεν υπήρχε κανένας (άλλος) λόγος να τον καταγγείλει ο παραπονούμενος αφού δεν απειλήθηκε ποτέ από τον ίδιο. Αποτέλεσε θέση της κατηγορούσας αρχής ότι όταν ο κατηγορούμενος κάλεσε τον παραπονούμενο ήταν ήδη συναισθηματικά φορτισμένος τόσο από το περιεχόμενο του μηνύματος αλλά και από την μη ανταπόκριση του πρώην συμπέθερου του, από τον οποίο ανέμενε μία απάντηση, με τον μάρτυρα να επιμένει ότι ουδέν μεμπτό υπήρχε στην συμπεριφορά της θυγατέρας του που να δικαιολογεί την αποστολή του συγκεκριμένου μηνύματος από τον παραπονούμενο. Βάρος Απόδειξης/Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είναι γνωστό τοις πάσι στον νομικό κόσμο ότι το βάρος απόδειξης του συνόλου των λεπτομερειών του αδικήματος όπως αυτές καταγράφονται στο κατηγορητήριο οφείλει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η υπεράσπιση επουδενί δεν φέρει οποιοδήποτε βάρος για απόδειξη της αθωότητάς του κατηγορούμενου, ή συμπλήρωσης τυχόν κενών στην μαρτυρία της πρώτης (Woolmington v DPP 25 Cr. App.R.72, Munteanu v Δημοκρατίας
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.