Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κ. Σ., Αρ. Υπόθεσης: 12797/2018, 23/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12797/2018 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Κ. Σ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 23.12.24 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Θεοδότου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Θωμά με κ. Π. ΚαΪκη Κατηγορούμενος: Παρών AΠΟΦΑΣΗ Ι. Σκιαγράφηση της Υπόθεσης/ Κατηγορητήριο: Είκοσι οκτώ
(28)κατηγορίες αποδίδονται στο ενώπιον του Δικαστηρίου εξηνταεννιάχρονο σήμερα, κατηγορούμενο πρόσωπο. Τα αδικήματα που αντιμετωπίζει μπορούν να χωριστούν σε τρείς συναφείς μεταξύ τους κατηγορίες ήτοι, (α) της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού[1], (β) της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού[2] και (γ) της άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας[3]. Τα πρωτογενή γεγονότων (όλων) των κατηγοριών αφορούν σε «αγγίγματα» και συγκεκριμένα ότι ο κατηγορούμενος «χάιδευε την παραπονούμενη στα γεννητικά όργανα και στο στήθος και τη φιλούσε και την αγκάλιαζε». Τα κατ΄ισχυρισμόν αδικήματα συντελέστηκαν μεταξύ Σεπτεμβρίου 2010 και Αυγούστου
- Η καταγγελία στην αστυνομία έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του
- Η τότε ανήλικη 'Α. M. το 2010, ήταν ηλικίας 7 ετών. Κατά το χρόνο της καταγγελίας, ήτοι το 2018 ήταν 15 ετών. ΙΙ. Παραδεκτά και Μη Αμφισβητούμενα Γεγονότα Το Πλέγμα των Γεγονότων και η Σχέση των Παραγόντων της Δίκης Τα πιο κάτω γεγονότα αφορούν σε δεδομένα τα οποία προκύπτουν από αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία.
- Ο κατηγορούμενος διατηρεί φάρμα και τυροκομείο στο χωριό [ ] της Επαρχίας Λευκωσίας. Εκτρέφει κοτόπουλα και παράγει γαλακτοκομικά προϊόντα τα οποία μεταφέρει σε πελάτες σε ορεινές περιοχές της Κύπρου. Παρότι ασχολείται μέχρι και σήμερα με την επιχείρηση, παρέδωσε τα ηνία στον υιό του επίσημα, το 2014, χρονολογία κατά την οποίαν ο ίδιος, συνταξιοδοτήθηκε. Ο υιός του εργάζεται εκεί από το
- Το τυροκομείο βρίσκεται μέσα στην ευρύτερη έκταση της οικίας του, σε αντίθεση με τη φάρμα στην οποία μπορεί να μεταβεί κανείς με τη χρήση οχήματος. Ο κατηγορούμενος έχει τρία παιδιά, ένα υιό και δύο κόρες. Το 2010 διέμεναν μαζί του στο σπίτι η σύζυγος του και η νεαρότερη θυγατέρα του, Χ., η οποία το 2012 μετέβη για σπουδές στο εξωτερικό. Τα παιδιά του είναι όλα ενήλικες. Στην πορεία των χρόνων και καθώς η δουλειά αναπτυσσόταν, αναζήτησε εργατικό δυναμικό. Προς τούτο, συχνά - πυκνά εργοδοτούσε κυρίως αλλοδαπά πρόσωπα, ήτοι εργάτες από την Αίγυπτο για τη φάρμα και εργάτριες για το τυροκομείο, τις παραγγελίες και τα λογιστικά.
- Οι Αιγύπτιοι διέμεναν εντός των υποστατικών που υπάρχουν στη φάρμα. Τα άτομα που εργοδοτούνταν στο τυροκομείο έμεναν σε βοηθητικό σπίτι που υπήρχε πίσω ακριβώς από την κύρια οικία του κατηγορούμενου, στα δύο περίπου μέτρα. Το τυροκομείο βρισκόταν εντός του ευρύτερου χώρου της οικίας του κατηγορούμενου.
- Ο κατηγορούμενος το 1997 εργοδότησε την πρώτη του υπάλληλο από τη Ρουμανία, Λ. Τ., αδελφή της μητέρας της παραπονούμενης (θεία της ανήλικης). Η Λ. μαζί με τον σύζυγο της βρίσκονται στη δούλεψη του κατηγορούμενου μέχρι σήμερα. Τους πάντρεψε ο ίδιος καλύπτοντας όλα τα έξοδα του γάμου. Τον αδελφό τους Δημήτρη βοήθησε όταν διαγνώστηκε με καρκίνο του εντέρου, προβαίνοντας στις δέουσες διευθετήσεις με το ιατρικό προσωπικό. Έκτοτε, διατηρούν οικογενειακές σχέσεις. Όταν ο πατέρας της οικογένειας Τ. ήταν άρρωστος στη Ρουμανία ο ίδιος έστελνε χρήματα για τα φάρμακα του, ενώ όταν βρισκόταν στη Ρουμανία για δουλειές, τον επισκέφθηκε στο νοσοκομείο. Η κόρη του κατηγορούμενου, Χ. βάφτισε το παιδί της 3ης αδελφής Τ. Οι σχέσεις με την ευρύτερη οικογένεια Τ. (πλην της οικογένειας της παραπονουμενης πλέον), παραμένουν στενές.
- Η μητέρα της παραπονούμενης ΜΚ9, ήρθε στην Κύπρο το 2010 για να εργαστεί στον κατηγορούμενο κατόπιν προτροπής της αδελφής της, Λ. Η ΜΚ9 είχε τρία ανήλικα παιδιά τότε, ένα αγόρι και δύο κορίτσια. Ο σύζυγος της υπήρξε βίαιος απέναντι στην ίδια (και στα παιδιά) και φυλακίστηκε για περίοδο πέντε ετών στη Ρουμανία. Συγκεκριμένα, της είχε κόψει τη μύτη. Η ανήλικη έγινε κοινωνός του γεγονότος όταν, ενώ παρακολουθούσε ειδήσεις, είδε τη μητέρα της στην εν λόγω κατάσταση. Στο άκουσμα ότι ο πρώην σύζυγος της ενδέχετο να αποφυλακιστεί νωρίτερα, το κάλεσμα της αδελφής της στην Κύπρο αποτέλεσε δέλεαρ.
- Αφού ήρθε στην Κύπρο το καλοκαίρι του 2010 για να δει την αδελφή της, αποφάσισε όπως αποδεχθεί την πρόταση περί εργοδότησης, μετακομίζοντας στα βοηθητικά της οικίας του κατηγορούμενου (ήτοι εκεί που έμενε και η αδελφή της Λ. προ του γάμου της), με τα τρία της παιδιά. Η παραπονούμενη ήταν ηλικίας τότε επτά
(7)ετών.
- Το σπιτάκι αποτελείτο από ένα ενιαίο χώρο και το δωμάτιο του μπάνιου. Ο χώρος δεν είχε κουζίνα, με αποτέλεσμα η οικογένεια Τ. να ζει ουσιαστικά (και) εντός της οικίας του κατηγορούμενου. Η σύζυγος του κατηγορούμενου μαγείρευε καθημερινά για όλους τους υπαλλήλους της φάρμας, με την οικογένεια Τ. κάθε μεσημέρι να συντρώγει στο ίδιο τραπέζι με την οικογένεια του κατηγορούμενου.
- Οι σχέσεις των δύο οικογενειών ήταν ιδιαίτερα στενές. 'Όλοι οι παράγοντες συμφώνησαν, περιλαμβανομένης της ανήλικης ότι ο κατηγορούμενος «ουδέποτε ξεχώρισε τα παιδιά της ΜΚ9 από τα δικά του». Ο κατηγορούμενος προέβη σε διαβήματα για την εγγραφή των παιδιών σε σχολεία, σε ιδιαίτερα, κατέβαλλε ποσά χρημάτων που αφορούσαν στις εξωσχολικές τους δραστηριότητες, ένδυση, υπόδηση και άλλα αναγκαία ενώ όταν παρίστατο ανάγκη, τα μετέφερε και στο ιατρό ακόμη και κατά τις μεταμεσονύκτιες ώρες. Η ανήλικη είχε στενή σχέση και με τη σύζυγο του κατηγορούμενου με την οποία περνούσε τα απογεύματα. Η ανήλικη έπαιζε και με τα εγγόνια του κατηγορούμενου (όταν αυτά προστέθηκαν στην ευρύτερη εικόνα της οικογένειας με την πάροδο των χρόνων).
- Από το καλοκαίρι του 2011 και εντεύθεν μετέβαιναν κάθε Κυριακή όλοι μαζί στη θάλασσα στη Λάρνακα, ενώ υπήρξαν φορές που πήγαν οικογενειακώς διακοπές, στη Πάφο.
- Η ανήλικη ήταν ένα ιδιαίτερα εξωστρεφές και χαρούμενο παιδί το οποίο είχε πολύ καλές σχέσεις με όλους. Ήταν διαχυτική, αγκαλιάζοντας τα μέλη της ευρύτερης οικογένειας, περιλαμβανομένου και του κατηγορούμενου τον οποίον φιλούσε στο μάγουλο. Τον κατηγορούμενο έβλεπε σαν τον πατέρα που δεν είχε. Οι αντιδράσεις των μελών της οικογένειας Σ. προς την ανήλικη ήταν αμφίδρομες.
- Η οικογένεια Τ. διέμενε στο βοηθητικό χώρο από το έτος 2010 μέχρι το
- Όταν η οικογένεια μετακόμισε, μεταφερόμενη σε δικό της χώρο, (εκτός οικίας), το ενοίκιο συνέχιζε να καταβάλλει μέχρι το 2018 η οικογένεια του κατηγορούμενου. Τα έξοδα της οικογένειας, περιλαμβανομένου ενοικίου, ρεύματος και νερού κατέβαλλε η οικογένεια του κατηγορούμενου.
- Η μητέρα σύναψε περί το 2014 ερωτικό δεσμό με τον ιδιοκτήτη αντίστοιχης φάρμας, λίγα χιλιόμετρα μακριά, Ε. Χ. (ΜΚ2). Ο ΜΚ2 το 2014 ήταν παντρεμένος. Συγκατοίκησαν μετά την καταγγελία το 2018, ενώ πλέον είναι παντρεμένοι έχοντας αποκτήσει το 2019, ένα παιδί.
- Η μητέρα συνέχισε να εργάζεται στο τυροκομείο του κατηγορούμενου και μετά τη μετακόμιση της οικογένειας, μέχρι το Σεπτέμβριο του
- Τη σχέση της με τον ΜΚ3 δεν αποκάλυψε στον κατηγορούμενο.
- Τον Ιούλιο του 2018 ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του δέχθηκαν επίσκεψη από την πεθερά του ΜΚ2 η οποία τους εκλιπαρούσε όπως μεσολαβήσουν «περιμαζεύοντας» την υπάλληλο τους, για να σωθεί ο γάμος της κόρης της με τον ΜΚ
- Ούσα υπάλληλος στην υπηρεσία του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος και η σύζυγος του υποσχέθηκαν ότι θα πράξουν ότι περνά από το χέρι τους.
- Ο κατηγορούμενος συναντήθηκε με τον ΜΚ3 τον Ιούλιο του 2018 αναφέροντας του τα πιο πάνω. Η συζήτηση τους εξελίχθηκε σε διαπληκτισμό, τελειώνοντας σε υψηλούς τόνους.
- Η μητέρα της παραπονούμενης ανέφερε στα παιδιά της το 2018 ότι με τον κατηγορούμενο διατηρούσε (επίσης) παράλληλες σεξουαλικές επαφές από την πρώτη ημέρα μετάβασης τους στην Κύπρο το 2010 μέχρι και το 2018 και ότι «ένιωθε υποχρεωμένη» να συνευρίσκεται σεξουαλικά μαζί του. Παρά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αρνείται την ύπαρξη οποιουδήποτε δεσμού με τη μητέρα, παραμένει αναντίλεκτο δεδομένο ότι η μητέρα προέβη σε μια τέτοια τοποθέτηση στα παιδιά της, περιλαμβανομένης της παραπονούμενης.
- Τον Σεπτέμβριο του 2018 υπήρχε αναφορά ότι η Κ. υπέστη εργατικό ατύχημα, όντας ακόμη στη δούλεψη του κατηγορούμενου, πέφτοντας από ύψος 1.20- 1.30 μέτρα. Εξετάστηκε άμεσα από τον Δρ. Ρουσιά (ΜΥ7).
- Η παρούσα ποινική υπόθεση καταχωρήθηκε την 12.10.
- Την 8.10.18 η μητέρα και η ανήλικη υπέγραψαν ένορκες δηλώσεις αναφέροντας ότι δεν επιθυμούν την περαιτέρω ποινική δίωξη του κατηγορούμενου. Τα πιο πάνω μη αμφισβητηθέντα γεγονότα αποτελούν, πλέον, ευρήματα Δικαστηρίου. Όλα τα πιο πάνω παρεμφερή γεγονότα τα οποία δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης και/ή έχουν προκύψει ως παραδεκτά μέσα από τη μαρτυρία δεδομένα, αποτελούν (πέραν των θέσεων περί αθωότητας του κατηγορούμενου), τη βάση της υπερασπιστικής γραμμής. Συγκεκριμένα, η θέση της υπεράσπισης είναι ότι, πίσω από την καταγγελία βρίσκονται αλλότρια κίνητρα εκ μέρους του θιγμένου ΜΚ2 και της μητέρας της ανήλικης η οποία, έχοντας εμποτίσει την ιδέα στη νεαρή ότι ο κατηγορούμενος βίαζε τη μητέρα για χρόνια, οδήγησε (αναπόδραστα) την πρώτη, σε παρερμήνευση κάθε πράξης στοργής και αγάπης προς το πρόσωπο της από τον κατηγορούμενο, με τη μητέρα να προσπαθεί να αποκομίσει παράλληλο οικονομικό όφελος μετά την παραίτηση της. ΙΙI. Ο Χρόνος των Περιστατικών και η Αποκάλυψη
- Σύμφωνα με την παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος από το 2010 μέχρι και τον Αύγουστο του 2018 την άγγιζε στο στήθος, στα πόδια, στα οπίσθια αλλά και στα γεννητικά όργανα, τοποθετώντας το χέρι του πάνω της, τόσο έξω όσο και μέσα από την μπλούζα και εσώρουχο της. Αυτό συνέβαινε: (α) όταν έτρωγαν τα μεσημέρια στο σπίτι του κατηγορούμενου, (β) κάθε Κυριακή στη θάλασσα, (γ) στη φάρμα όπου μετέβαινε μαζί του για να παίξει με το σκύλο ή για να φέρουν το γάλα και (δ) στις διαδρομές που τον συνόδευε στα ορεινά για να παραδώσουν τα εμπορεύματα. Τα κατ΄ισχυρισμόν αγγίγματα λάμβαναν χώρα από την ηλικία των 7 ετών
(2010)μέχρι και την ηλικία των 15
(2018).
- Η αποκάλυψη των φερόμενων περιστατικών, σύμφωνα με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής έλαβε χώραν ως ακολούθως: Εργάτης του κατηγορούμενου με Αιγυπτιακή καταγωγή (ΜΥ6) αποκάλυψε σε άλλο Αιγύπτιο (ΜΚ10) υπό την εργοδότηση του Ε. Χ., ήτοι του ιδιοκτήτη της γειτονικής φάρμας ότι, ο κατηγορούμενος «χουφτώνει την ανήλικη», γεγονός που επιμαρτύρησε κατά την περισυλλογή του γάλακτος στη φάρμα το καλοκαίρι του
- Ο υπάλληλος του Ε. (ΜΚ10) ενημέρωσε αμέσως τον προαναφερθέν εργοδότη του, αφού ήξερε ότι «ο ίδιος με την Κ. είχαν φιλικές σχέσεις». Ο Ε. ενημέρωσε τη μητέρα της παραπονούμενης, πάραυτα. Η φερόμενη αποκάλυψη και συνακόλουθα ενημέρωση της μητέρας έλαβε χώρα μετά το διαπληκτισμό του Ε. με τον κατηγορούμενο.
- Η μητέρα μετά από λίγες ημέρες ρώτησε την ανήλικη αν «την πείραξε ποτέ ο Κ.», με αυτήν να απαντά θετικά. Η αποκάλυψη προς την μητέρα έγινε τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου
- IV. Μαρτυρία: Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε προς απόδειξη της υπόθεσης της δέκα
(10)μάρτυρες κατηγορίας, περιλαμβανομένων ανακριτών (ΜΚ1 και ΜΚ3), αστυνομικών (ΜΚ8), τη σχολική σύμβουλο(ΜΚ4), τη Κλινική Ψυχολόγο (ΜΚ7), τη μητέρα (ΜΚ9) και αδελφό της ανήλικης (ΜΚ6), τον Ε. Χ. (ΜΚ2), τον αλλοδαπής καταγωγής υπάλληλο στην εργοδότηση του Ε. (ΜΚ10) και την ίδια την ανήλικη (ΜΚ5). Κληθείς σε απολογία ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως. Πέραν του ιδίου κατέθεσαν μεταξύ άλλων τα παιδιά του, πρόσωπα τα οποία ήταν παρόντα σε συγκεκριμένα περιστατικά που επικαλείται η ανήλικη, ο ασφαλιστής της επιχείρησης, από τον οποίο σύμφωνα η μητέρα κατ' ισχυρισμόν ζήτησε αποζημιώσεις ένεκα τραυματισμού της στην εργασία μετά την προφυλάκιση του κατηγορούμενου και ο Δρ. Ρουσιάς που εξέτασε τη μητέρα μετά το κτύπημα. Σημειώνεται στο παρόν στάδιο ότι η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου. Με γνώμονα δε ότι δεν υπάρχουν στεγανά στην συγγραφή Δικαστικών αποφάσεων[4], το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο για σκοπούς καλύτερης ακολουθίας των γεγονότων, όπως παραθέσει μια σύνοψη της ενώπιον του μαρτυρίας ξεκινώντας από τη μαρτυρία της παραπονούμενης, ακολουθούμενη από την μαρτυρία της μητέρας και των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας.
- Παραπονούμενη (ΜΚ5) Στην οπτικογραφημένη κατάθεση Τεκμήριο 13, αλλά και σε απάντηση επί συγκεκριμένων διευκρινιστικών ερωτήσεων κατά τη ζώσα μαρτυρία της, ανέφερε ότι, όταν ήρθε στην Κύπρο ήταν 7 με 8 χρονών. Έμεναν στην «καμαρούδα» έξω από το σπίτι του κατηγορουμένου με την οικογένεια της, δωρεάν. Αναφορά έκανε στον πατέρα της, στο βίαιο του χαρακτήρα του και στην απόφαση να έρθουν στην Κύπρο «για ένα καλύτερο μέλλον». Ξεκίνησε να φοιτά στην 1η τάξη του Δημοτικού. Τα αγγίγματα άρχισαν περί τους έξι μήνες με ένα χρόνο μετά την εγκατάσταση τους στο σπίτι. Έτρωγαν όλοι μαζί στο σπίτι του κατηγορουμένου καθημερινά, αφού δεν είχαν κουζίνα στο δικό τους χώρο. Μαζί έτρωγαν η ίδια, τα αδέλφια της, η μητέρα της, τα παιδιά του κατηγορούμενου και η σύζυγος του. Αυτό συνέβαινε κάθε μεσημέρι. Αν τύχαινε η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος να ήταν σε κοντινές τουαλέτες για πλύσιμο των χεριών, ο κατηγορούμενος έβρισκε την ευκαιρία να βάζει το χέρι του στο στήθος της το οποίο χάιδευε και έσφιγγε. Θυμάται χαρακτηριστικά ένα βράδυ καλοκαιριού το 2010 ή 2011 (όταν ήταν δευτέρα ή τρίτη δημοτικού), όπου έτρωγαν όλοι μαζί καρπούζι στη βεράντα. Τα αδέλφια της ήταν στο σπιτάκι. Η μητέρα της έφυγε με τη σύζυγο του κατηγορούμενου για καφέ ή για να ελέγξουν «κάτι με το νερό γιατί ο κατηγορούμενος είναι κτηνοτρόφος», με την ίδια να μένει πίσω για να συγυρίσει. Ενώ διέσχιζε το διάδρομο για να πάει έξω στη βεράντα ο κατηγορούμενος την έπιασε από πίσω, αγκαλιάζοντας την από το λαιμό, πιάνοντας το στήθος της. Η ίδια έκανε τη διαδρομή ξανά για να περισυλλέξει και άλλα αντικείμενα, με τον κατηγορούμενο να την ξαναπιάνει από το λαιμό, όμως αυτή τη φορά ο κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του μέσα στο εσώρουχο της. Κατά τη κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι η μητέρα της με τη σύζυγο του κατηγορούμενου είχαν πάει να «δουν το πέκκο», εξ' όσων θυμάται. Το στήθος της «πείραζε συνέχεια για τέσσερα χρόνια», ήτοι μέχρι το 2014, χρονολογία κατά την οποία μετακόμισαν. Η παραπονούμενη στο στάδιο της μετακόμισης ήταν 12 ετών. Ακόμη και μετά που μετακόμισαν, ο κατηγορούμενος πήγαινε σπίτι τους, ψάχνοντας ευκαιρίες να την αγγίξει. Όταν πήγαιναν διακοπές με τον κατηγορούμενο, αλλά και κάθε Κυριακή στην παραλία Μακέντζι, στη Λάρνακα, σε στιγμές που δεν έβλεπε κανένας, την άγγιζε στο στήθος. Στη θάλασσα πήγαιναν μαζί με την οικογένεια του κατηγορούμενου. Μαζί με τον κατηγορούμενο και τη σύζυγο του πήγαινε και η θεία της Λ. με τα παιδιά της, ο θείος της, η μητέρα της και τα αδέλφια της. Όταν ήταν εντός της θάλασσας και ενώ η ίδια κολυμπούσε, ο κατηγορούμενος είτε την τραβούσε από το πόδι, ή κοντά του, μη αφήνοντας την να φύγει. Ακόμη και την τελευταία φορά που πήγαν θάλασσα, τον Αύγουστο του 2018, «της έπιασε το κώλο». Τα πιο πάνω είδε ο αδερφός της, αναφέροντας το στη μητέρα τους. Αναφορά έγινε και στο γεγονός ότι το καλοκαίρι του 2018 ο κατηγορούμενος σχολίασε το μαγιό της, λέγοντας της ότι αυτό δεν ήταν ωραίο «γιατί κρέμονταν τα βυζιά της», δίδοντας της χρήματα για να αγοράσει άλλο. Στις διαδρομές προς Κακοπετριά με σκοπό την παράδοση προϊόντων, ο κατηγορούμενος έβαζε το χέρι του πάνω στα πόδια της χαϊδεύοντας την, «πειράζοντας την μέσα στο αυτοκίνητο». Όταν κάθονταν στη ταβέρνα που παρέδιδαν τα προϊόντα, και ενώ ο οικοδεσπότης/ ιδιοκτήτης πήγαινε μέσα για να ετοιμάσει κάτι για να τους φιλέψει, ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να βάλει τα χέρια του πάνω της για να τη φέρει κοντά του, με την ίδια πολλές φορές να απομακρύνεται για να πάει να δει τον καταρράκτη. «Ο ρόλος της ήταν η έκδοση τιμολογίων, με τον κατηγορούμενο να της δίνει ποσό €20 για τη βοήθεια της». Η διαδρομή της άρεσε γιατί ήταν ένας τρόπος να ξεφεύγει από το χωριό αφού η μαμά της δεν είχε δικό της αυτοκίνητο. Ο κατηγορούμενος την άγγιζε όταν πήγαιναν (και) στη φάρμα που διατηρούσε. Στη φάρμα πήγαιναν σχεδόν κάθε Κυριακή μετά τη θάλασσα, για να πιάσουν το γάλα. Η παραπονούμενη επιδίωκε την μετάβαση της στη φάρμα γιατί της αρέσουν τα ζώα. Εκεί έπαιζε με τα σκυλάκια που υπήρχαν στο χώρο. Όταν τύγχανε να βρεθούν μόνοι τους με τον κατηγορούμενο, εντός του γραφείου που βρίσκεται στο χώρο, αυτός την άγγιζε. Μια άλλη φορά στη φάρμα (την οποία η μάρτυρας δεν μπορούσε να τοποθετήσει χρονικά), και ενώ μιλούσαν για τον τρόπο που κοιμόταν ο καθένας, ο κατηγορούμενος της ανέφερε ότι «δεν είναι καλό να κοιμάται μπρούμυτα» και «πρόταξε το χέρι του σχεδόν αγγίζοντας το στήθος της για να της δείξει ότι δεν είναι καλό για την καρδιά». Την τελευταία φορά που πήγε μαζί του στη φάρμα (Αύγουστος 2018) και ενώ βρίσκονταν εντός του αυτοκινήτου, περιμένοντας τους εργάτες να φορτώσουν το γάλα στο αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος «ήθελε την ανήλικη να πάει προς το μόριο το», να σκύψει δηλαδή, με την ίδια να τραβιέται προς τα πίσω». Ακόμη και μετά τη μετακόμιση τους, τα πιο πάνω συνεχίζονταν αφού η μητέρα της συνέχιζε να εργάζεται κοντά του. Η παραπονούμενη νοσηλεύτηκε στην ηλικία των 13 «αφού, εξαιτίας των πράξεων του κατηγορούμενου είχε κοιλιακό άλγος», προβαίνοντας μάλιστα και σε γυναικολογικές εξετάσεις. Ο κατηγορούμενος συνέχισε τα καλοκαίρια όταν πήγαιναν θάλασσα να της χαϊδεύει τα πόδια, ενώ την κοιτούσε περίεργα, «όπως έβλεπε τις άλλες γυναίκες». Όταν πήγαν διακοπές στη Πάφο τον Ιούλιο του 2014 η ανήλικη καθόταν σε μια κούνια έξω από το σπίτι. Ο κατηγορούμενος κάθισε δίπλα της αγγίζοντας την στο στήθος. Όταν έλειπαν όλοι από το σπίτι, πάντοτε την πλησίαζε. Θυμάται μια φορά που ο κατηγορούμενος κάθισε δίπλα της στον καναπέ «και ενώ πήγε να της κοντέψει» εισήλθε στο χώρο η κόρη του κατηγορούμενου, η οποία ξαφνιάστηκε από το θέαμα, αλλά δεν είπε κάτι. Η ανήλικη εξέφρασε ανησυχία για το κατά πόσον ενδέχεται να πέρασε τα ίδια και η μικρότερη της αδελφή στα χέρια του κατηγορούμενου, αφού τον είδε μια φορά να την αγγίζει στη «ζάμπα» και «να τη φιλά στο μάγουλο», «όπως έκανε και στην ίδια». Από τις φερόμενες πράξεις του κατηγορούμενου προσπάθησε αρκετές φορές να φύγει, όμως ο κατηγορούμενος έβαζε δύναμη στα χέρια του για να την κρατήσει ενώ άλλες, «έμενε εκεί» αφού ήξερε ότι: «είτε προσπαθούσε είτε δεν προσπαθούσε δεν θα τα κατάφερνε (να φύγει) και έτσι θα γινόταν πάλι αυτό που ήθελε ο ίδιος να κάνει». Αν και πολλές φορές σκέφτηκε να το πει στη μητέρα της, φοβόταν, γιατί ο κατηγορούμενος «απειλούσε τη μαμά της». Σύμφωνα με την ανήλικη, ο κατηγορούμενος «βίαζε» τη μητέρα του, εξαναγκάζοντας την σε σεξουαλικές πράξεις μαζί του με αντάλλαγμα να της δίνει χρήματα για να μεγαλώσει τα παιδιά. «Την απειλούσε ότι δεν θα τα κατάφερνε μόνη της με τρία παιδιά, ότι θα την απέλυε, ενώ όταν η γυναίκα του πήγαινε Εκκλησία φώναζε στη μητέρα να πάει πάνω να κάμει τη δουλειά της». Ο κατηγορούμενος δεν άφηνε τη μητέρα της να έχει σχέση με κανέναν άλλον, λέγοντας της ότι μόνο ο ίδιος μπορούσε να τη βοηθήσει. Σημείωσε παράλληλα ότι τα πιο πάνω της αποκάλυψε η ίδια η μητέρα «φέτος» δηλαδή το
- Όπως δήλωσε η ανήλικη, «Είσιε μου τα πει αλλά εν της είχα πει εγώ κάτι τζιήνο το τζιαιρό που μου τα είπε τούτα. Τζαι μετά της το είπα». Τα πιο πάνω τοποθέτησε η ανήλικη, αρχές Αυγούστου,
- Περί τα τέλη του Δημοτικού με 1η Γυμνασίου αντιλήφθηκε ότι αυτό που γινόταν δεν ήταν φυσιολογικό. Σε αυτό συνέτεινε το μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης που έτυχαν στο σχολείο. Μετά την αποκάλυψη η παραπονούμενη ήταν πολύ χάλια ψυχολογικά, αφού έβλεπε σε τί άσχημη κατάσταση ήταν η μητέρα. Η μητέρα έδωσε παραίτηση από τη δουλειά της. Η ανήλικη αποτάθηκε στη σχολική σύμβουλο, αποκαλύπτοντας τα πιο πάνω, «παρακαλώντας την να μην αναφέρει τίποτα στον οποιονδήποτε, γιατί τον κατηγορούμενο είχε σαν πατέρα της, μη θέλοντας να του διαλύσει την οικογένεια και τη δουλειά του». Παράλληλα, μετά την αποκάλυψη είχε να διαχειριστεί τους συμμαθητές της, τις αντιδράσεις στο χωριό, τους ψιθύρους στο πρόσωπο της και τον κοινωνικό περίγυρο, διανύοντας έτσι, μια πολύ δύσκολη, ψυχολογική περίοδο.
- E. C. T. (ΜΚ9) Η μητέρα της παραπονούμενης κάνει λόγο στην κατάθεση της, Τεκμήριο 21 στο βίαιο χαρακτήρα του πρώην συζύγου της και τους λόγους που μετακόμισε στην Κύπρο. Στο νησί ήρθε το καλοκαίρι του 2010 για να επισκεφθεί την αδελφή της, Λ., βοηθώντας την παράλληλα στη φάρμα του κατηγορούμενου. Τρείς εβδομάδες μετά την επιστροφή της στη Ρουμανία η Λ. την ρώτησε αν επιθυμούσε να μετακομίσει μόνιμα εδώ, με σκοπό την εργασία της στην δούλεψη του κατηγορούμενου. Αφού απάντησε θετικά, ο κατηγορούμενος έκανε διευθετήσεις για εγγραφή των παιδιών σε σχολεία. Στο βοηθητικό χώρο που έμεναν δεν υπήρχε κουζίνα συνεπώς, έτρωγαν καθημερινά μαζί με την οικογένεια του κατηγορούμενου. Τον κατηγορούμενο γνώρισε για πρώτη φορά πριν 20 χρόνια όταν ο ίδιος επισκέφθηκε τη Ρουμανία για δουλειές . Το καλοκαίρι του 2010 είχε σεξουαλική επαφή με τον κατηγορούμενο. Έκτοτε, με κάθε ευκαιρία, συνευρίσκονταν σεξουαλικά. Επειδή εξαρτιόταν αποκλειστικά από τον κατηγορούμενο και επειδή ο τελευταίος την έκανε να πιστεύει ότι μόνο ο ίδιος μπορούσε να την βοηθήσει, «έκανε υπομονή σε ότι αφορούσε τις σεξουαλικές τους συνευρέσεις, μη λέγοντας τίποτα». Τον Μάρτιο του 2014 ένεκα του ότι ο κατηγορούμενος δεν την άφηνε να έχει προσωπική ζωή, αποφάσισε να μετακομίσει. Ο ίδιος την παρότρυνε να περιμένει να μεγαλώσουν ακόμη λίγο τα μωρά, προειδοποιώντας την ότι ενδέχετο να τερμάτιζε την εργοδότηση της αν διαπίστωνε ότι η μετακόμιση είχε αντίκτυπο στην εργασία της. Μετά την μετακόμιση την ρώτησε αν «αυτό σήμαινε το τέλος της σχέσης τους». Φοβούμενη, του απάντησε αρνητικά. Αρκετές υπήρξαν οι φορές που προσπάθησε να δώσει τέλος στο δεσμό τους, όμως πάντα κάτι συνέβαινε είτε στην ίδια είτε στην οικογένεια της με αποτέλεσμα να χρειάζεται την οικονομική βοήθεια που της προσέφερε. «Οι σχέσεις της με την οικογένεια του κατηγορούμενου ήταν πολύ καλές, αφού αισθανόταν μέλος της οικογένειας τους». Αρχές Αυγούστου έλαβε τηλεφώνημα από «ένα φίλο της» επ' ονόματι Ε. (ΜΚ3). Μετά από όσα της είπε, «ξεκίνησε να σκέφτεται τη συμπεριφορά του Κ. προς την ανήλικη. «Θυμήθηκε ότι τις φορές που πήγαιναν θάλασσα ο κατηγορούμενος έβαζε τα χέρια του στους ώμους της Ά. και στα χέρια, βάζοντας την να στέκεται δίπλα του, γεγονός που μέχρι τότε δεν της φαινόταν παράξενο». Εντός της ίδιας εβδομάδας πήγαν ξανά θάλασσα. Ο κατηγορούμενος είχε δώσει λεφτά στην Ά. για να αγοράσει άλλο μαγιό γιατί όπως της είπε, «κρέμονταν τα βυζιά της». Εκεί σιγουρεύτηκε ότι «κάτι δεν πήγαινε καλά». Το περιστατικό με το μαγιό, είχε λάβει χώραν πριν της αναφέρει οτιδήποτε ο ΜΚ
- Όταν ξαναπήγαν θάλασσα προ του Δεκαπενταυγούστου και μετά που της έγινε η αναφορά από τον ΜΚ3, παρατηρούσε προσεκτικά τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, όμως δεν πρόσεξε οτιδήποτε. Ρώτησε την κόρη της αν ο κατηγορούμενος την αγγίζει στο στήθος και στα πόδια, με την ανήλικη να απαντά θετικά, λέγοντας ότι, «ευχαριστεί τον άνθρωπο που το είπε», εννοώντας τον αλλοδαπό υπάλληλο. Ερωτηθείσα γιατί δεν της είπε κάτι τόσα χρόνια, η ανήλικη απάντησε ότι «δεν ξέρει το λόγο» και ότι «φοβόταν». Η μάρτυς δεν ήξερε πού να αποταθεί «γιατί ο κατηγορούμενος είχε δύναμη στο χωριό ενώ η ίδια ήταν μια ξένη και φοβόταν ότι κανένας δεν θα την βοηθούσε». Η ίδια απευθύνθηκε στον πάτερ του χωριού, ενώ η ανήλικη στην ΜΚ
- Λίγες μέρες μετά, μίλησε με το γιο της, ΜΚ6 ο οποίος της ανέφερε ότι «κάτι είχε υποψιαστεί» γιατί την τελευταία φορά που πήγαν θάλασσα, είδε τον κατηγορούμενο να αγγίζει την παραπονούμενη. Αρχές Σεπτεμβρίου υπέβαλε παραίτηση από τη δουλειά. Έκτοτε δεν έχει πολλές επαφές με τον κατηγορούμενο, σε αντίθεση με τη σύζυγο του, η οποία δεν γνωρίζει τίποτα. Την 18.9.18 κτύπησε το σπόνδυλο της στη δουλειά. Στο γιατρό την μετέφερε ο κατηγορούμενος. Στο αυτοκίνητο του ανέφερε όσα της είχε πει η παραπονούμενη, με τον κατηγορούμενο να απαντά ότι την ανήλικη «την έχει όπως την κόρη του». Εκτός από τα παιδιά της, την υπόθεση έχει συζητήσει και με τον Ε. ο οποίος την συμβούλευσε ότι όφειλε να προβεί σε καταγγελία για να προχωρήσει η υπόθεση. Στη ζώσα μαρτυρία της, περιέγραψε πρόσθετα την θυγατέρα της ως ένα πρόσχαρο και γελαστό παιδί το οποίο μετά την καταγγελία άλλαξε, «αφού έκλαιγε πολύ, σταμάτησε να τραγουδά, να ζωγραφίζει, χάνοντας μάλιστα και ορισμένες φιλίες που διατηρούσε. Η σχολική της απόδοση επηρεάστηκε. Η ίδια δεν είχε ποτέ υποψιαστεί κάτι αφού είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο και η κόρη της ήταν μικρή. Ο κατηγορούμενος ήταν «ο πατέρας που έλειπε από τη ζωή της, με την μικρή να ζητούσε πάντα, όταν ήθελε κάτι, πρώτα τον κατηγορούμενο για βοήθεια και μετά την ίδια».
- Ε. Χ. (ΜΚ2) Η κυρίως εξέταση του μάρτυρα περιορίστηκε στην υιοθέτηση του περιεχομένου της καταθέσεως του στην αστυνομία ημερ. 4.10.18, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με αυτήν, ο υπάλληλος του Μ. του ανέφερε προ δύο μηνών περίπου ότι: «ένας από τους υπαλλήλους του Κ. που είναι φίλος μου, μου είπε ότι είδε τον Κ. να αγγίζει την Ά. στο στήθος και στα πόδια. Επειδή ο Μ. μιλά λίγα Ελληνικά, μου έδειχνε με κινήσεις που άγγιζε τη μικρή ο Κ.». Ο μάρτυρας του είπε αρχικά να πάει να βρει την ΜΚ9 και να της το πει. Μετά, σκέφτηκε ότι θα ήταν πιο σωστό να της μιλήσει ο ίδιος που «μιλά Ελληνικά και επειδή είναι φίλη του». Το ίδιο βράδυ της τηλεφώνησε. Της είπε να μιλήσει με τη μικρή για να δει αν όλα αυτά, είναι αλήθεια. Ο ίδιος δε μίλησε καθόλου με την ανήλικη, μη θέλοντας να εμπλακεί. Εξ' όσων τον πληροφόρησε η μητέρα, η ανήλικη έκανε καταγγελία για «όλα όσα έκαμνε» ο κατηγορούμενος. Η κατάθεση του τελειώνει με τη φράση: «Εγώ με τον Κ. δεν έχω σχέσεις αλλά ούτε και κάποια διαφορά για οποιοδήποτε θέμα». Τίποτα δεν ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του περί οποιασδήποτε διαφωνίας που προέκυψε με τον κατηγορούμενο.
- Εργάτης- M. A. M. E. E. (ΜΚ10) Ο εν λόγω μάρτυρας ήταν υπάλληλος στην φάρμα του ΜΚ
- Ήλθε από την Αίγυπτο όπου βρίσκεται από το 2019, για σκοπούς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Αποτελεί το πρόσωπο που μετέφερε την πληροφορία στον ΜΚ
- Στην κατάθεση του Τεκμήριο 23 αναφέρει ότι, γνωρίζει τον κατηγορούμενο επειδή αγοράζει γάλα από τον Ε. με σκοπό την παραγωγή τυριών. Αρχές Αυγούστου 2018, ο κατηγορούμενος μετέβαινε μέρα παρά μέρα στη φάρμα όπου ο ίδιος εργάζεται (η φάρμα του Λ.), συνοδεία ενός άλλου Αιγύπτιου εργάτη, το όνομα του οποίου δεν γνωρίζει. Τον Αύγουστο του 2018 ο κατηγορούμενος σε δύο περιπτώσεις, έφερε μαζί του και ένα κορίτσι 15 ετών περίπου. Η ανήλικη καθόταν στο μπροστινό κάθισμα του αυτοκινήτου και ο εργάτης στο πίσω μέρος. Προσθέτει ότι: «Όταν ρώτησα τον Αιγύπτιο ποια είναι η μικρή μου είπε ότι είναι η κόρη της Ρουμάνας που εργάζεται στο εργαστήριο τυριών του Κ. Στη συνέχεια ο Αιγύπτιος μου είπε: «Ο Κ. δεν σταματά να την αγγίζει. Δεν θυμάμαι πότε έγινε αυτό». Ο λόγος που ο ίδιος στη συνέχεια μετέφερε την πληροφορία στον ΜΚ2 ήταν διότι «γνώριζε ότι είχε σχέση με τη μητέρα της» την οποία ήθελε να προειδοποιήσει. Κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε ότι η φράση που χρησιμοποίησε ο Αιγύπτιος (Τεκμήριο 24) προσομοιάζει με την ελληνική λέξη «χούφτωσε» ή «βάζει το χέρι του στο στήθος και σε διάφορα άλλα μέρη του σώματος». Επειδή και ο ίδιος έχει μια κόρη, θεώρησε σωστό να ενημερώσει τον Ε.
- A. C. M. (ΜΚ6). Ο ΜΚ6 είναι ο αδελφός της παραπονούμενης. Στην κατάθεση του Τεκμήριο 16 κάνει αναφορά περί μετακόμισης τους από την οικία του κατηγορούμενου το
- Ξεκίνησε να υποψιάζεται ότι κάτι συνέβαινε μεταξύ της μητέρας του και του κατηγορούμενου το
- Όταν είδε το όχημα της μητέρας του στο σπίτι του κατηγορούμενου τον Ιανουάριο του 2018, ζήτησε εξηγήσεις, με την μητέρα του να του αναφέρει «ότι πήγαινε στον Κ. Σ. και έκαναν σεξ». Σε ότι αφορά τα υπό κρίση γεγονότα αναφέρει: «Σχετικά με την αδελφή μου την Ά., πρόσεξα ότι ο κ. Σ., τα καλοκαίρια που πηγαίναμε θάλασσα (.), την άγγιζε ενοχλητικά, δηλαδή τα τελευταία τρία χρόνια ήταν πάντα αρκετά κοντά της και την άγγιζε συνεχώς αλλά μπροστά μας δεν τον είδα να πιάνει το στήθος της ή να βάλει το χέρι του στα πόδια της. Το τι έκανε ο Κ. Σ. στη μητέρα και την αδελφή μου εγώ το έμαθα φέτος το καλοκαίρι όταν μίλησαν μεταξύ τους». Κλήθηκε να διευκρινίσει κατά τη ζώσα μαρτυρία του τι εννοούσε με τη χρήση της λέξης «ενοχλητικά». Ο μάρτυρας απάντησε ότι μία ημέρα, ενώ ο ίδιος βρισκόταν πιο βαθιά μέσα στη θάλασσα, είδε, εξερχόμενος αυτής, τον κατηγορούμενο να την «αγγίζει ενοχλητικά πάνω στους ώμους και πιο κάτω, προς το μέρος του στήθους». Ήταν 15 ή 16 χρονών τότε. Με το που αντίκρισε τα πιο πάνω πάγωσε, αφού «εταράξαν τα στομάσια του».
- Ανακριτής (ΜΚ3) Η Αστυφύλακας 303 Πιτσιλίδου, αναγνώρισε το περιεχόμενο της κατάθεσης της, Τεκμήριο
- Η ίδια ήταν το πρόσωπο που έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση της ανήλικης εντός του ειδικά διαμορφωμένου δωματίου στο «Σπίτι του Παιδιού». Την 28.9.18 παρουσία της μητέρας, αλλά και της Σύμβουλου από το «Σπίτι του Παιδιού» συνομίλησε με την μικρότερη αδερφή της παραπονούμενης, Μ., για να εξακριβώσει αν υπήρχε οτιδήποτε που ήθελε να αναφέρει το παιδί σε ότι αφορούσε τη δική του σχέση με τον κατηγορούμενο. Η ανήλικη δεν ανέφερε κάτι αρνητικό. Ένεκα τούτου, δεν της λήφθηκε κατάθεση. Η μάρτυρας έλαβε πέραν από την κατάθεση της παραπονούμενης, τις πλείστες των καταθέσεων που αφορούν στους μάρτυρες κατηγορίας. Κατάθεση έλαβε και από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 14). Μοναδική επαφή της αστυνομίας με την ανήλικη εξήγησε, είναι αυτή της γνωριμίας λίγο πριν την είσοδο στο ειδικό δωμάτιο. Κληθείσα από την υπεράσπιση να εξηγήσει γιατί, διαπιστώνεται η παρουσία της παραπονούμενης στο χώρο, 1 ώρα και 45 λεπτά πέραν της καταθέσεως της, εξήγησε ότι προηγείται η ξενάγηση του παιδιού σε αυτόν ούτως ώστε να αισθανθεί άνετα. Για όσο χρόνο καλείται το παιδί να βρίσκεται στο χώρο, είτε πριν είτε μετά την κατάθεση, είναι υπό την εποπτεία της Οικογενειακής Συμβούλου και όχι της αστυνομίας.
- Αστυφύλακας 1714 (ΜΚ1) Ο ΜΚ1 σύμφωνα με την κατάθεση του Τεκμήριο 2 υπηρετεί στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλημάτων, όντας τοποθετημένος στο γραφείο Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια και Κακοποίησης Ανηλίκων. Έτυχε εκπαίδευσης, ομοίως με την ΜΚ3, στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες αναφορικά με τη διερεύνηση υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης. Ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που χειρίστηκε την 26.9.18 τη συσκευή οπτικογράφησης στο «Σπίτι του Παιδιού»[5]. Δήλωσε στην υπεράσπιση ότι η συνέντευξη της ανήλικης έλαβε χώραν λίγο πριν της 14:00, με το παιδί να μεταβαίνει στο χώρο μετά το σχολείο. Εξ΄ όσων θυμάται η παραπονούμενη προσήλθε στον χώρο μισή με μια ώρα προηγουμένως ούτως ώστε να ληφθούν οι απαραίτητες συγκαταθέσεις προ της λήψης της κατάθεσης. Αντεξετασθείς ως προς το χρόνο παραμονής της ανήλικης στο χώρο, ο μάρτυρας απάντησε ότι χρειάζεται κάποιος χρόνος προηγουμένως ώστε να ληφθούν οι απαραίτητες συγκαταθέσεις από τον κηδεμόνα, να γίνουν οι σχετικές ξεναγήσεις, ενώ μετά την κατάθεση, αντίστοιχος χρόνος χρειάζεται για να σφραγιστούν τα τεκμήρια και να υπογραφούν.
- Σχολική Σύμβουλος (ΜΚ4) Η Σοφία Δημοσθένους, Σχολικός Σύμβουλος στο Γυμνάσιο [ ] το 2018, υπήρξε το πρόσωπο στο οποίο η ανήλικη απευθύνθηκε τον Σεπτέμβριο του 2018, δίδοντας κάποιες λεπτομέρειες σε σχέση με τα επίδικα. Σύμφωνα με την κατάθεση της[6], η ανήλικη ήταν ένα συνεσταλμένο παιδί με πολύ καλές επιδόσεις. Γνωρίζει την οικογένεια, αλλά και τον αδελφό της ο οποίος φοιτούσε στο σχολείο. Ποτέ δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα με την οικογένεια, μήτε και απασχόλησε ποτέ η ανήλικη τη διοίκηση του σχολείου με τη συμπεριφορά της. Συναντήθηκαν τέσσερις συνολικά φορές. Η πρώτη ήταν για σκοπούς γνωριμίας στην Α' τάξη του Δημοτικού. Οι δύο επόμενες φορές ήταν κατά τη φοίτηση της στη Β' τάξη, κατόπιν διαπίστωσης ότι η απόδοση της είχε φθίνουσα πορεία. Η ανήλικη έκανε τότε αναφορά στα προβλήματα που αντιμετώπιζε η οικογένεια με τον πατέρα της, ζητήματα τα οποία η ΜΚ4 γνώριζε ήδη από τον αδελφό της. Καμία αναφορά δεν έγινε τότε περί κακοποίησης της. Η τελευταία επίσκεψη έλαβε χώρα την 17.9.18, συνάντηση την οποία επιδίωξε η ανήλικη. Ανέφερε ότι, όταν «ήταν 9 χρονών πήγε σπίτι τους ένας οικογενειακός φίλος και εργοδότης της μητέρας της ο οποίος την αγκάλιασε από πίσω όταν η μητέρα της έφυγε από το χώρο με τη σύζυγο του εργοδότη». Ανέφερε και άλλα περιστατικά, χωρίς να τα προσδιορίζει χρονικά όπου το πρόσωπο αυτό την αγκάλιαζε αγγίζοντας το στήθος της ενώ μια φορά έβαλε το χέρι του μέσα στο εσώρουχο της. Η μάρτυς δεν μπήκε στη διαδικασία διερεύνησης αφού η δουλειά της περιορίζεται στην ψυχολογική στήριξη του παιδιού. Το πρόσωπο αυτό την πείραξε το καλοκαίρι, λίγο πριν ανοίξουν τα σχολεία
(2018), στη θάλασσα, «γεγονός που την ενόχλησε και γι' αυτό δεν άντεξε, λέγοντας το στη μητέρα της». Κατά την επίσκεψη το παιδί ήταν φορτισμένο, ντρεπόταν και φοβόταν. Ουδέποτε συνάντησε τη μητέρα της παραπονούμενης. Μετά την αναφορά η μάρτυς ενημέρωσε τον Διευθυντή και το Γραφείο Ευημερίας, στέλνοντας σχετική επιστολή στην Αστυνομία. Τις επόμενες μέρες και ενώ η μάρτυρας βρισκόταν στην καφετέρια η ανήλικη, την αγκάλιασε χαρούμενη λέγοντας της, «είπα τα». Μοναδική ερώτηση κατά την αντεξέταση στην οποία η μάρτυρας απάντησε θετικά ήταν ότι, όσα καταγράφονται στην κατάθεση της αποτελούν αυτούσια, αυτά που της μετέφερε η ανήλικη.
- Αστυφύλακας 931- (ΜΚ8) Η ΜΚ8 υπηρετεί στον Αστυνομικό Σταθμό Περιστερώνας ούσα υπεύθυνη αρχείου. Κατάθεσε ως Τεκμήριο 20 σχετικό Ημερολόγιο Παραπόνων και Συμβάντων. Σε αυτό καταγράφεται παράπονο της ανήλικης ημερ. 18.8.
- Υπήρξε ισχυρισμός από μέρους της ανήλικης ότι η σύζυγος του κατηγορούμενου όταν την συναντούσε στο δρόμο της φώναζε και την εξύβριζε. Καμία επίσημη καταγγελία δεν έγινε περί τούτου. Αντεξετασθείσα η μάρτυρας απάντησε ότι η εμπλοκή της ξεκινά και τελειώνει με την παράδοση του παρόντος Τεκμηρίου στο Δικαστήριο, μη γνωρίζοντας οτιδήποτε σχετικό με τα όσα καταγράφονται επί του εγγράφου.
- Δρ. Ζωή Κινικλή- Κλινική Ψυχολόγος (ΜΚ7) Η Δόκτορας διεξήγε τέσσερις συνεδρίες με την ανήλικη. Ετοίμασε προς τούτο σχετική Έκθεση, Τεκμήριο
- Εντός της έκθεσης γίνεται αναφορά στο οικογενειακό, κοινωνικό ιστορικό και εκπαιδευτικό ιστορικό της ανήλικης. Σημειώνει ότι κατά τις συνεδρίες η ανήλικη «δυσκολευόταν να μοιραστεί πληροφορίες σε σχέση με την αναφερόμενη κακοποίηση κυρίως λόγω των αμφιθυμικών συναισθημάτων και σχέσης που είχε με τον κατηγορούμενο. Παρουσιαζόταν μελαγχολική, μιλώντας αργά και χαμηλόφωνα με έκδηλη συγκίνηση αναφερόμενη συχνά στο αίσθημα ενοχής που είχε απέναντί στην οικογένειά του κατηγορουμένου, αντιλαμβανόμενη τις συνέπειες των αναφορών της. Ήταν συχνά υποτονική με αίσθημα κόπωσης το οποίο οφειλόταν κυρίως στο διακεκομμένο βραδινό ύπνο». Κατά το χρόνο αξιολόγησης[7] υπήρχε δυσκολία συγκέντρωσης και πεσμένη σχολική επίδοση. Η σχέση της ανήλικης με τη μητέρα περιγράφεται ως «στενή και σχεδόν συγκεχυμένη, με την ανήλικη να υιοθετεί το ρόλο του ενήλικα και να συζητεί ανοιχτά για θέματα που απασχολούσαν την μητέρα». Οι περιγραφές της ανήλικης δεν εστίαζαν μόνο στα περιστατικά που ο κατηγορούμενος την κακοποιούσε σεξουαλικά, αλλά και σε σημαντικές για την ίδια στιγμές, όπως για παράδειγμα όταν αρρώστησε ο αδελφός της ή η ίδια και χρειάστηκε να τους μεταφέρει τη νύκτα στο νοσοκομείο ο κατηγορούμενος ή, όταν περνούσαν όμορφα, διασκεδάζοντας στις διακοπές. Η σχέση των δύο ήταν στενή και σε πολλές περιπτώσεις ο κατηγορούμενος λειτουργούσε σαν πατέρας, συμβουλεύοντας και ενθαρρύνοντας την να διαβάζει για να σπουδάσει. Η παραπονούμενη σύμφωνα με την έκθεση, «έχει βιώσει έμμεσα το τραύμα της μητέρας της η οποία κακοποιήθηκε από τον πρώην σύζυγό της, με την ανήλικη να θυμάται και να περιγράφει τη στιγμή που έμαθε από τις ειδήσεις για το φερόμενο περιστατικό. Ανέφερε πως παρόλο η μητέρα της γλίτωσε από τον πατέρα της, δε γλίτωσε από τον κατηγορούμενο ο οποίος την πλήγωσε διπλά με τις πράξεις του». «Η ανήλικη έχει υιοθέτησε το ρόλο του προστάτη προς την μητέρα κυρίως συναισθηματικά και φαίνεται να ήταν η ίδια ενήλικας όταν η μητέρα της αδυνατούσε». Κλινικά, η ανήλικη πληροί τα διαγνωστικά κριτήρια για Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες, εκδηλώνοντας ενεργή συμπτωματολογία. Υπήρχε κατά το χρόνο αξιολόγησης έκπτωση στις κοινωνικές, σχολικές και γνωστικές λειτουργίες. Τα σχόλια που δεχόταν στο σχολείο που αφορούσαν το πρόσωπο της, ή, της μητέρας της ή τα όσα ακούγονταν στο χωριό για την κακή ψυχολογική κατάσταση της συζύγου του κατηγορούμενου μετά τη προφυλάκιση του, την έκαναν να περνάει δύσκολα, συντείνοντας σε καταθλιπτικές συμπεριφορές, κοινωνική απόσυρση και εσωστρέφεια. Διατηρούσε πονοκεφάλους και στομαχόπονούς οι οποίοι δεν οφείλονταν σε παθολογικά αίτια. Ταυτόχρονα, απέφευγε ή προσπαθούσε να αποφύγει ενοχλητικές μνήμες ή επισκέψεις σε χώρους που της θύμιζαν τον κατηγορούμενο, την οικογένεια του ή τις όμορφες στιγμές που περνούσαν μαζί. Παρουσίαζε επίσης ευσυγκινισία και συχνά ξεσπάσματα σε κλάματα, κυρίως όταν περιέγραφε τα περιστατικά αναφοράς (κακοποιήσεις) και τις σχέσεις που είχε με την οικογένεια του κατηγορούμενου. «Η συνολική εικόνα καταδεικνύει πως η ανήλικη ανέπτυξε ψυχικούς προστατευτικούς μηχανισμούς με σκοπό να διαχειριστεί και να επεξεργαστεί το τραύμα και να παραμείνει λειτουργική, με αποτέλεσμα να αποσιωπήσει την κακοποίηση της και να την αποκαλύψει μετά τη διακοπή της». Κατά τη ζώσα μαρτυρία της, η μάρτυρας ανέφερε ότι η ανήλικη ήταν ένα ιδιαίτερα ώριμο άτομο για την ηλικία της. Προκάλεσε εντύπωση η ευγένεια που εξέφραζε σε ότι αφορούσε τους χαρακτηρισμούς που επέλεγε να χρησιμοποιήσει όταν έκανε αναφορά στα μέλη της οικογένειας του κατηγορούμενου. Η συμπτωματολογία πρόσθεσε υπήρχε μεν, κορυφώθηκε δε, μετά την καταγγελία, αφού παράλληλα με τις συνεδρίες, «έτρεχε» και η διερεύνηση της υπόθεσης. Η μάρτυρας κατέβαλε, ως ανέφερε, ιδιαίτερη προσπάθεια στο να αντιληφθεί αν η αμφιθυμία της ανήλικης οφείλετο στον τρόπο σκέψης και έκφρασης της, ή αν αυτή διακατείχετο από ενοχές, αξίες ή σύγχυση. Το πιο πάνω ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για την μάρτυρα εφόσον, κατανόηση τούτου θα σήμαινε και καλύτερη αντίληψη ως προς τους λόγους που η ανήλικη δεν έκανε αναφορά στα πιο πάνω, νωρίτερα. Η υποστήριξη της μητέρας έφερε μία ύφεση στη συμπτωματολογία, «αφού το πώς θα αντιδρούσε η μητέρα στις αναφορές της ήταν κάτι που απασχολούσε ιδιαίτερα την ανήλικη». Είναι συχνό πρόσθεσε όταν, σε περιπτώσεις όπου διακυβεύονται πολλά, ένα παιδί να μην αισθάνεται ότι μπορεί να μιλήσει. Κύριος άξονας θεματολογίας στις συνεδρίες ήταν η προσπάθεια της ανήλικης «να κατανοήσει τί της συμβαίνει και να μπορέσει να εξηγήσει αν είναι δικό της το λάθος για αυτά τα περιστατικά, τα οποία αναφέρει. Αν δηλαδή η ίδια προκάλεσε τις συμπεριφορές ή αν έτσι είναι το ένα, ή το άλλο, αν είσαι σε μια οικογένεια, το να βρίσκεσαι σε μια ευρύτερη οικογένεια ή αν όντως αυτό που της προκαλεί τόσο αρνητικά συναισθήματα, δεν έπρεπε να γίνει, οπόταν αυτό ήταν το κυρίαρχο θέμα». Μαρτυρία Υπεράσπισης
- Μαρτυρία Κατηγορούμενου Εκ διαμέτρου αντίθετες οι θέσεις του κατηγορούμενου ο οποίος ως μέρος της κυρίως εξέτασης του υιοθέτησε τα όσα ανέφερε στη Γραπτή του Δήλωση, Έγγραφο Χ, όπου αρνείται κατηγορηματικά τα όσα του καταλογίζει η παραπονούμενη. Ο υιός του Γ. Σ. έχει αναλάβει από το 2014 την διαχείριση της επιχείρησης, χρονολογία κατά την οποίαν ο ίδιος συνταξιοδοτήθηκε. Σημειώνεται για σκοπούς πληρότητας ότι ανακριθείς από την αστυνομία (Τεκμήριο 14) επέλεξε όμως μην απαντήσει στις ερωτήσεις που του τέθηκαν, επιφυλάσσοντας το δικαίωμα του όπως απαντήσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο Έγγραφο Χ', γίνεται μια λεπτομερής αναφορά στην εξέλιξη της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και στην επιλογή του να εργοδοτήσει σταδιακά, εργατικό δυναμικό από την αλλοδαπή. Αναφορά γίνεται στην εργοδότηση πλείστων μελών της οικογένειας Τ., (προ της εργοδότησης της ΜΚ9) και της βοήθειας που παρείχε σε αυτήν (την οικογένεια), οικονομικά, κοινωνικά, αλλά και σε ανθρωπιστικό επίπεδο, όταν υπήρχε ανάγκη ιατρικής βοήθειας και στήριξης. Ο ίδιος, η σύζυγος του, αλλά και τα παιδία του έχουν βοηθήσει πολυεπίπεδα την εν λόγω οικογένεια, κάνοντας λόγο για κάλυψη εξ' ολοκλήρου των εξόδων του γάμου της Λ., της βάφτισης παιδιών της οικογένειας Τ. από την κόρη του και των στενών σχέσεων που διατηρεί με τον πατέρα και αδελφό της οικογένειας, τους οποίους η οικογένεια του στήριξε σε δύσκολες στιγμές, όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με σοβαρά προβλήματα υγείας. Τον Μάιο του 2018 και συγκεκριμένα την ημέρα της Αναλήψεως, μετέβη στο σπίτι τους, η πεθερά του Ε., Κ., η οποία κλαίγοντας γονυπετής, παρακάλεσε τον ίδιο και τη σύζυγο του όπως μεσολαβήσουν γιατί η υπάλληλος τους ΜΚ9, προσπαθούσε να χωρίσει τον Ε. από την κόρη της. Οι ίδιοι υποσχέθηκαν ότι θα έκαναν ότι μπορούσαν για να βοηθήσουν. Η σύζυγος του ανέλαβε να μιλήσει με την μητέρα της ανήλικης και ο ίδιος ανέλαβε να μιλήσει με τον αδελφό του Ε., Λ., που ήταν και φίλος του. Η σύζυγος του, του ανέφερε ότι η ΜΚ9 της υποσχέθηκε ότι θα διέκοπτε τη σχέση τους, ενώ ο Λ. του έδωσε να καταλάβει ότι αυτό το πράγμα συνέβαινε για χρόνια, αφού ο Ε. έπαιρνε τη μητέρα της ανήλικης στη φάρμα τα βράδια για να συνευρεθούν σεξουαλικά. Αποφάσισε δυνάμει των πιο πάνω όπως μιλήσει στον Ε. περί τούτου, καλώντας τον στη φάρμα του. Του εξήγησε ότι οφείλει να προσπαθήσει να σώσει το γάμο του ή κάπως τέλος πάντων να ξεκαθαρίσει την όλη κατάσταση, όμως ο ΜΚ2 ήταν ανένδοτος. «Στο τέλος (σύμφωνα με τη δήλωση του κατηγορούμενου) καταλήξαμε σε μια έντονη συζήτηση και φεύγοντας από τη φάρμα ουσιαστικά με απείλησε λέγοντας μου ότι εμείς οι δύο θα τα ξαναπούμε. Αυτή η συνάντηση έγινε περίπου προς τα μέσα του Ιούλη του 2018». Όταν έκλεισαν τα σχολεία το 2018, η μητέρα (ΜΚ9) του ζήτησε ως χάρη όπως παίρνει μαζί του στο δρομολόγιο της Πέμπτης την ανήλικη «για να βγαίνει από το σπίτι γιατί βαριόταν και καβγάδιζε με τα αδέλφια της». Της ανέφερε ότι ο ίδιος δεν έχει πρόβλημα, αρκεί η μικρή να είναι έτοιμη η ώρα 06:00 το πρωί, που έφευγε. Για κάθε τιμολόγιο που εξέδιδε της έδιδε €5 ως χαρτζιλίκι. Την 5.8.18 και αφού επέστρεψαν από τη Λάρνακα που πήγαν όλοι μαζί για μπάνιο, έφερε το γάλα από τη φάρμα του μαζί με τον αλλοδαπό εργάτη του, στο τυροκομείο. Η ανήλικη τον περίμενε στη βεράντα του σπιτιού του, όπου η γυναίκα του έπινε καφέ με φίλες και συγγένισσες της. Η ανήλικη μπήκε στη θέση του συνοδηγού. Την ρώτησε, «πού έχει σκοπό να πάει» με την ίδια να αποκρίνεται ότι «θα πάει μαζί του στη φάρμα του Λ. για να φέρουν το γάλα». Ρωτώντας την ποιος της είπε να πάει, του απάντησε ότι έτσι της είπε η μητέρα της. Με το που επέστρεψαν από τη φάρμα του Λ., η παραπονούμενη πήγε στη βεράντα, για να παίξει με τα εγγόνια του που τους επισκέφθηκαν. Κλείνοντας τη δήλωση του αναφέρει: «Θέλω να επαναλάβω προς το Δικαστήριο ότι είμαι αθώος για όσα με κατηγορούν. Σε καμία απολύτως περίπτωση δεν πείραξα ή παρενόχλησα την Ά. Ουδέποτε κοίταξα πάνω στην Ά με πονηρό σκοπό. Η Ά, ο Κ ο αδελφός της και η μικρή Μ. μεγάλωσαν μέσα στο σπίτι μας, με τα παιδιά μας. Ουδέποτε ξεχωρίσαμε τα παιδιά της Κ. από τα δικά μας παιδιά. Οι σχέσεις που είχαμε με τη Κ. και τα παιδιά της, αλλά και οι σχέσεις που έχουμε με τους υπόλοιπους συγγενείς της Κ. ήταν σχέσεις οικογενειακές. Με όλους τους υπόλοιπους συγγενείς της Κ. διατηρούμε αυτές τις σχέσεις μέχρι και σήμερα. Όταν συνελήφθηκα από την αστυνομία και μου εξήγησαν αυτά για τα οποία με κατηγόρησε η Ά. δεν μπορούσα να πιστέψω ότι έγινε αυτό το πράγμα. Στα κρατητήρια έκαμα βράδια άυπνος αρνούμενος να πιστέψω ότι έγινε αυτή η καταγγελία εναντίον μου και προσπαθούσα να καταλάβω γιατί να κάνουν αυτό το πράγμα». Κατά τη ζώσα μαρτυρία του ανέφερε: (α) Τίποτα, προ της σύλληψης του δεν τον είχε προϊδεάσει για αυτή την εξέλιξη. Τίποτα δεν του είχε λεχθεί, είτε από τη Κ. είτε από την ανήλικη, μήτε και άλλαξε καθ' οιονδήποτε τρόπο η συμπεριφορά τους στο πρόσωπο είτε του ιδίου, είτε της οικογένειας του. Μάλιστα η μητέρα, μετέβαινε κανονικά στην εργασία της, ενώ ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που την μετέφερε στον ιατρό τον Σεπτέμβριο του
- (β) Το βράδυ της 7.9.18 και ενώ ο ίδιος έτρωγε με φίλους του σε ταβέρνα του χωριού, η παραπονούμενη, «τον αγκάλιασε από πίσω, τον έσφιξε και ο ίδιος δεν μπορούσε να γυρίζει να δει ποιος τον κρατά. Τον φίλησε στο μάγουλο». Η ανήλικη κάθισε μαζί τους 5 λεπτά και έφυγε. Όταν τη ρώτησε τί ήθελε στο μέρος, η μικρή του είπε ότι «πήγε για τύλιγμα» εννοώντας ότι πήγε να βοηθήσει στο τύλιγμα των μαχαιροπήρουνων για τους γάμους για να λάβει το χαρτζιλίκι της. Ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει από τον ιδιοκτήτη του κέντρου όπως, όποτε είχε εκδηλώσεις αφήνει τα παιδιά της οικογένειας να εργάζονται κοντά του για να λαμβάνουν το «μεροκάματο τους», κάτι που συνηθίζεται στο χωριό. (γ) Ποτέ δεν κακοποίησε την παραπονούμενη το βράδυ του Αυγούστου 2013 ή οποιοδήποτε άλλο βράδυ ή στιγμή. Το «πέκκο» το οποίο δήλωσε η παραπονούμενη ότι πήγε να ετοιμάσει η μητέρα της με τη σύζυγο του είναι ένα μηχάνημα που ζυγίζει 6 τόνους και χρησιμοποιείται για πότισμα μεγάλων εκτάσεων σπαρτών. Η έκσταση αυτή βρίσκεται εντός της Νεκρής Ζώνης Κατωκοπιάς. Για να γίνει χρήση του εν λόγω μηχανήματος πρέπει να υπάρξει συνδρομή πολλών εργατών (Τεκμήριο 26). Σε καμία περίπτωση δεν γίνεται χρήση του μηχανήματος τα βράδια αφού πλησίον βρίσκονται τα φυλάκια των Τούρκων, ενώ πάντοτε προ της εκτέλεσης οποιασδήποτε εργασίας πρέπει να λαμβάνεται άδεια από τα Ηνωμένα Έθνη. Τα σπαρτά σπέρνονται μέχρι το Δεκέμβριο ενώ κόβονται μέχρι τον Απρίλιο. Το καλοκαίρια καμία ενέργεια δεν γίνεται σε σχέση με τα πιο πάνω. Ουδέποτε τοποθέτησε το χέρι του εντός του εσωρούχου της, είτε πάνω είτε κάτω από τα ρούχα. Σε ότι αφορά τις αναφορές της παραπονούμενης ότι έμεινε μόνη της μαζί του γιατί η μητέρα της «πήγε να φέρει το γάλα» με τη σύζυγο του απάντησε ότι, ουδέποτε η σύζυγος του «έφερνε το γάλα από τη φάρμα στο τυροκομείο» μήτε και η Κ. ήταν επιφορτισμένη με τέτοια καθήκοντα. Δήλωσε εμφαντικά ότι το γάλα δεν περισυλλέγεται βράδυ, πόσο μάλλον η ώρα 22:00- 23:
- Η διαδικασία ολοκληρώνεται μέχρι τις 17:00 κάθε μέρα, το αργότερο, με τον μάρτυρα να επεξηγεί αναλυτικά τη διαδικασία που ακολουθείται για την αποφυγή ζημιών στο τελικό προϊόν. Ο ίδιος ήταν το πρόσωπο που μετέφερε το γάλα, συνοδεία πάντοτε ενός υπαλλήλου, που τον βοηθούσε. Ποτέ δεν έλαβαν χώρα τα όσα περιέγραψε η παραπονούμενη. (δ) Ουδέποτε πείραξε ή παρενόχλησε ή προέβη σε άσεμνες πράξεις προς την ανήλικη στη φάρμα. Η παραπονούμενη και να ήθελε, δεν μπορούσε να παίξει με το «Ντούρο» ο οποίος είχε εκπαιδευτεί ώστε να μην επιτρέπει σε κανέναν να τον πλησιάσει. Ο σκύλος είχε δαγκώσει τόσο την ανήλικη, όσο και άλλους υπαλλήλους του. Όταν η ανήλικη ήρθε στην Κύπρο, ο σκύλος ήταν ήδη δύο ετών, έχοντας λάβει προ πολλού εκπαίδευση. Συνεπώς η θέση της ανήλικης ότι πήγαινε στη φάρμα για να παίξει με το σκύλο δεν είναι αληθής. Ακόμη ο γιός του πρόσεχε από τον εν λόγο σκύλο. Ο λόγος που εκπαίδευσε τον σκύλο κατ΄αυτόν τον τρόπο ήταν γιατί όταν ο ίδιος ήταν 7 ετών, λήστεψαν τον πατέρα του, αφήνοντας τον στο σπίτι να πεθάνει. Ο ίδιος βρέθηκε ξαφνικά να μεγαλώνει μαζί με τη μητέρα του, τα τέσσερα μικρότερα αδέλφια του. Οι δράστες δεν εντοπίστηκαν ποτέ. Ένεκα της επιχειρηματικής δραστηριοποίησης του, αποφάσισε όπως έχει ένα σκύλο δια την προστασία του ιδίου, στη φάρμα. Προς επίρρωση των θέσεων του ότι ποτέ δεν άγγιξε άσεμνα το παιδί, προέβη σε κατάθεση αριθμού φωτογραφιών (Τεκμήριο 25) που δείχνουν το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης που υπάρχει εγκατεστημένο στη φάρμα από το 2008, τουλάχιστον. Σε όλους τους χώρους που δηλώνει η παραπονούμενη ότι την άγγιξε, υπάρχουν κάμερες ασφαλείας. Η εικόνα από τα διάφορα σημεία, είναι σε πραγματικό χρόνο. Το σύστημα είναι συνδεδεμένο τόσο με κινητό του γιού του, αλλά και με το σπίτι του γιού του Γ., ο οποίος έχει τη δυνατότητα να ελέγξει ανά πάσα στιγμή τί συμβαίνει στο χώρο. Αντίστοιχες οθόνες επίβλεψης υπάρχουν και στο γραφείο εντός της φάρμας. Ποτέ δεν άγγιξε την ανήλικη κατά τον τρόπο που εισηγείται η τελευταία εντός των υποστατικών της φάρμας ή οπουδήποτε αλλού. (ε) Ουδέποτε παρενόχλησε την ανήλικη στη θάλασσα. Ο ίδιος δεν είναι καλός κολυμβητής. Ποτέ δεν κολυμπάει και αν μπει μέσα στη θάλασσα, μπαίνει «μέχρι το γόνατο». Θυμάται ότι η συζήτηση «για το μαγιό» έλαβε χώρα την τελευταία εβδομάδα Ιουλίου,
- Ο ίδιος έβγαινε από τη θάλασσα έχοντας δίπλα του τη θεία της ανήλικης, Λ. με την οποία μιλούσαν για τη δουλειά. Η ανήλικη τρέχοντας από πίσω του, πετάχτηκε πάνω στους ώμους του, με αποτέλεσμα ο ίδιος να πάει δύο βήματα μπροστά, θυμώνοντας της για την πράξη της αυτή. Η ανήλικη έκανε αναφορά σε δύο γυμνόστηθες κυρίες που βρίσκονταν στη περιοχή, λέγοντας ότι «με τούτο το παλιομαγιό που φορώ θα βγαίνω τζαι εγώ σαν αυτές» και ο ίδιος της είπε «να πάει να αγοράσει άλλο για να είναι εντάξει». Η μικρή του ζήτησε €40 για να αγοράσει άλλο, με τον ίδιο να της τα δίδει τις επόμενες ημέρες. Ποτέ δεν προέβη σε άσεμνες πράξεις στο πρόσωπο της ανήλικης εντός ή εκτός της θάλασσας. Την 5.8.18, ήταν η τελευταία φορά που είχαν πάει θάλασσα. Η παραπονούμενη δεν τον ακολούθησε στη φάρμα του μετά ως ισχυρίζεται, αφού την κατέβασε σπίτι μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της. Ο ίδιος άλλαξε ρούχα και πήγε με τον εργάτη του στη φάρμα. Όταν επέστρεψε η παραπονούμενη βρισκόταν με τη σύζυγο του, και κάτι συγγενείς τους, στη βεράντα. Μαζί της μετέβηκε στη φάρμα του Λ., συνοδεία του ΜΥ6 για να παραλάβουν το υπόλοιπο γάλα. Τα όσα ισχυρίζεται η ανήλικη ότι έλαβαν χώρα στο μέρος, αποτελούν, αναλήθειες. (στ) Σε σχέση με τις διαδρομές και παραδόσεις προϊόντων, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι η ανήλικη τον ακολούθησε σε αυτές τις διαδρομές μόνο, τον Αύγουστο του 2018 και ποτέ προηγουμένως, ως άφησε η μάρτυς να νοηθεί. Κατέθεσε στη διαδικασία ως Τεκμήρια 27-29 δέσμες τιμολόγιών που εξέδωσε η ανήλικη στις διαδρομές που έκαναν. Έφευγαν από το σπίτι η ώρα 06:00 το πρωί και επέστρεφαν πριν το μεσημέρι. Ουδέποτε την άγγιξε σε αυτές τις διαδρομές. Στη διαδρομή της εξηγούσε πώς και γιατί ήταν σημαντικό να εκδοθούν τιμολόγια, πώς λειτουργούσε η επιχείρηση, ενώ πολλές άλλες φορές τη συμβούλευε για το σχολείο και τα μαθήματα της, εξηγώντας της γιατί είναι σημαντικό να σπουδάσει. (ζ) Αναφορικά με τον τραυματισμό της μητέρας ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι, παρά τη διενέργεια ακτινογραφίας και μη διαπίστωσης από μέρους του ιατρού, οποιουδήποτε σοβαρού τραύματος, η πρώτη συνέχισε, εντός Σεπτεμβρίου 2018 να εκφράζει δυσφορία. Διευθέτησε με τον ιατρό εξέταση, τύπου «MRI». Η εξέταση δεν έδειξε οτιδήποτε το ανησυχητικό. Ευθύς μετά τη προφυλάκιση του, έλαβε τηλεφώνημα από τον ασφαλιστή της εταιρείας (ΜΥ5) ο οποίος του είπε ότι του τηλεφώνησε η ΜΚ9 ζητώντας €50.000 αποζημίωση, λέγοντας του ότι, «έβαλε τον Κ. φυλακή». Ο εν λόγω ασφαλιστής τον επισκέφθηκε την επομένη στα κρατητήρια Λακατάμειας. (η) Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι προέβη σε οποιεσδήποτε πράξεις και/ή ενέργειες στο πρόσωπο της παραπονούμενης που να υποδηλούν έστω και στο ελάχιστο, οτιδήποτε το άσεμνο, ή μεμπτό ή σεξουαλικό. Ποτέ δεν εκμεταλλεύτηκε την εν λόγω οικογένεια, ούτε σκέφτηκε ποτέ ότι ήταν σε θέση ισχύος, αλλά αντίθετα προσέφερε στην οικογένεια της παραπονούμενης ακριβώς τα ίδια όπως στην οικογένεια του καθώς και των άλλων εργαζομένων που δουλεύουν στη φάρμα. Τα όσα του αποδίδει η παραπονούμενη, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
- Χ. Ζ. (ΜΥ1) Ο ΜΥ1 διαχειρίζεται το εστιατόριο [ ] στη Κακοπετριά. Γνωρίζει σύμφωνα με τη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Ψ'), τον κατηγορούμενο 25 χρόνια, όσα δηλαδή ο τελευταίος τον προμηθεύει με πρώτες ύλες. Συχνά ο κατηγορούμενος πέραν των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων, μεταβαίνει με την οικογένεια του για φαγητό στο εστιατόριο, ενώ αρκετές υπήρξαν οι φορές που μαζί με την οικογένεια του πήγαιναν και οι οικογένειες των υπαλλήλων του για φαγητό. Μετά από παράκληση του κατηγορούμενου εργοδότησε τον αδελφό της παραπονούμενης (ΜΚ6) τα καλοκαίρια του 2016 και του 2017 για ενισχύσει το παιδί, οικονομικά. Ο ίδιος πάντοτε βοηθούσε στην εκφόρτωση και παραλαβή των προϊόντων/ εμπορευμάτων. Τον Αύγουστο του 2018 ο κατηγορούμενος προσήλθε στο εστιατόριο με την ανήλικη. Μετά την εκφόρτωση, κάθονταν στο μοναδικό τραπέζι στο κέντρο του εστιατορίου που δεν έχει τραπεζομάντηλο για να μιλήσουν για τη δουλειά. Ο ίδιος ετοίμαζε καφέ στο μπαρ του εστιατορίου το οποίο βρίσκεται ακριβώς απέναντι από το τραπέζι, μιλώντας με τον κατηγορούμενο, στα 2 μέτρα. Την ανήλικη κερνούσε χυμό. Αυτή έπαιρνε το χυμό και πήγαινε στο πάρκο απέναντι για να δει τις πάπιες. Άλλες φορές περπατούσε περιμετρικά του εστιατορίου για να δει τον καταρράκτη/ποταμό. Στο διάστημα των 25 λεπτών που χρειαζόταν για να ολοκληρώσουν τις εργασίες τους, είχε πάντοτε οπτική επαφή με τον κατηγορούμενο, μη διαπιστώνοντας ποτέ τον ίδιο να προβαίνει σε οποιεσδήποτε άσεμνες χειρονομίες προς την ανήλικη.
- Δ. Τ. (ΜΥ2)[8] Ο μάρτυρας υπήρξε το άτομο που συνέφαγε με τον κατηγορούμενο το βράδυ της 7.9.
- Γνωρίζει τον κατηγορούμενο από το 2013 αφού είναι συνεργάτες. Μετέβη στο σπίτι του κατηγορούμενου με το όχημα του και από εκεί πήγαν περπατητοί στο εστιατόριο το οποίο είναι περί τα 120-150 μέτρα, μακριά. Ενώ μιλούσαν για δουλειές «ένα νεαρό κορίτσι ήρθε πίσω από τον κ. Κ. τον αγκάλιασε και του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο. Ο κ. Κ. ξαφνιάστηκε και γύρισε πίσω του να δει ποιος ήταν. Ο κ. Κ. έκανε παρατήρηση στο κορίτσι λέγοντας της «μα τι εν τούτα που κάμνεις;». Η νεαρή πήγε μετά στο απέναντι τραπέζι, δίδοντας ένα φιλί και σε ένα άγνωστο προς τον ίδιο, άνδρα. Κάθισε μαζί τους για μερικά λεπτά μόνο και μετά, έφυγε.
- Χ. Σ. (ΜΥ3) Η μάρτυρας υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της, Τεκμήριο
- Η κατάθεση της δόθηκε ενώ ο πατέρας της βρισκόταν υπό κράτηση. Δηλώνει ότι ποτέ δεν είχε δει ή αντιληφθεί να γίνεται κάτι μεταξύ του πατέρα της και της Άννας, ούτε και είδε τον πατέρα της ποτέ να προβαίνει σε χειρονομίες που να παραπέμπουν σε οτιδήποτε το πονηρό. Στην οικογένεια τους υπάρχει αλληλοσεβασμός. Παρότι η ίδια λόγω ηλικιακής διαφοράς δεν ήταν πολύ κοντά με την ανήλικη, εντούτοις όταν βρίσκονταν, πάντοτε μιλούσαν και γελούσαν. Όσον αφορά την παραπονούμενη, αυτή ήταν ένα παιδί χαρούμενο και ευδιάθετο. Ποτέ δεν έδειξε οτιδήποτε που να παραπέμπει στο ότι ήταν ένα παιδί που κακοποιείτο ή ταλαιπωρείτο από κάτι. Η ΜΚ9 της είχε αναφέρει σε σχέση με τη μετακόμιση ότι, τα παιδιά είχαν μεγαλώσει και ο καθένας, ήθελε πλέον, τον προσωπικό του χώρο. Στη γραπτή της δήλωση[9], αναφέρει ότι διέμενε με τους γονείς της μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2012, όταν μετέβη για σπουδές στο εξωτερικό. Η ίδια παρότι σπούδαζε, φρόντιζε όπως επιστρέφει στο χωριό κατά τις διακοπές των Χριστουγέννων, του Πάσχα και το καλοκαίρι, διαμένοντας πάντα, με τους γονείς της. Τα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο τελείωναν τον Μάιο και εκκινούσαν ξανά περί τα μέσα Σεπτεμβρίου. Αποφοίτησε το
- Γνωρίζει την ανήλικη, αλλά και την οικογένεια της αφού έμεναν πίσω από το σπίτι τους από το 2010 σε απόσταση περίπου δύο μέτρων από την οικία. Ο πατέρας της συμπεριφερόταν στην ανήλικη, αλλά και στα αδέλφια της όπως ακριβώς συμπεριφερόταν στους ίδιους, με πατρική στοργή και αγάπη. Οι ίδιοι, συμπεριφέρονταν στην ανήλικη σαν αδελφή τους. Περιγράφει την ανήλικη ως ένα παιδί «πάντοτε χαρούμενο, διαχυτικό, ζωηρό και ενεργητικό. Πάντοτε μας αγκάλιαζε όλους και επιδίωκε να εξασφαλίζει τη σημασία μας και να βρίσκεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος». Ποτέ δεν είδε τον πατέρα της να κάθετε δίπλα στην ανήλικη, συμπεριφερόμενος απρεπώς απέναντι της. Αυτό είναι ψέμα, δηλώνει, μήτε και η ίδια ξαφνιάστηκε σε οποιαδήποτε στιγμή που έτυχε να τους δει μαζί. Δηλώνει ότι: «Εάν διαπίστωνα οτιδήποτε ανάρμοστο στη συμπεριφορά του πατέρα μου . δεν θα δίσταζα να το αναφέρω, καταρχάς ως γυναίκα και κατά δεύτερον δεν θα ήθελα να βρίσκομαι κοντά σε έναν τέτοιο άνθρωπο».
- Φ. Σ. (ΜΥ4) Τέταρτη μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε η κα. Σ., από το [ ], αδελφότεκνη της συζύγου του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με τη γραπτή της δήλωση[10] την 2.8.18 ο πατέρας της διαγνώστηκε με την επάρατη νόσο. Την ίδια ημέρα τηλεφώνησε στη σύζυγο του κατηγορούμενου για να την ενημερώσει. Διευθέτησαν όπως συναντηθούν σπίτι του κατηγορούμενου την Κυριακή 5.8.
- Το απόγευμα της 5.8.18 όταν μετέβη στο χώρο, ο κατηγορούμενος απουσίαζε. Παρούσες στη βεράντα ήταν δύο άλλες γυναίκες, ξαδέλφες και αδελφές της συζύγου του κατηγορούμενου. Ως της ανέφερε η σύζυγος του τελευταίου, ο κατηγορούμενος είχε πάει στη φάρμα τους να φέρει το γάλα. Ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε λίγη ώρα αργότερα με το διπλοκάμπινο αυτοκίνητο του, ξεφωρτώνοντας τους «κούζους» με τα γάλα, υποβοηθούμενος από ένα Αιγύπτιο υπάλληλο του. Την ίδια ώρα εμφανίστηκε η παραπονούμενη, η οποία ανέβηκε στη βεράντα του σπιτιού. Η σύζυγος του κατηγορούμενου τη ρώτησε «πώς δα Ά.»; με την παραπονούμενη να απαντά «ήρθα για να πάω με το θείο μου τον Κ. να φέρουμε το γάλα από το Λ.». Ο κατηγορούμενος χαιρέτησε τις κυρίες λέγοντας τους ότι θα επιστέψει σε δέκα λεπτά για να μιλήσουν. Έφυγε με τον αλλοδαπό και την παραπονούμενη και επέστρεψαν περίπου 15 λεπτά αργότερα.
- Ν. Μ. (ΜΥ5) Ο εν λόγω μάρτυρας αποτελεί Ασφαλιστικό αντιπρόσωπο και εργάζεται ως ασφαλιστής στην εταιρεία CNP Ασφαλιστική. Έχει ασφαλίσει τον κατηγορούμενο και τον γιό του, Γ. από το 2014 με ασφάλεια εργοδότη. Ετοίμασε για σκοπούς κατάθεσης του Γραπτή Δήλωση, Έγγραφο ΑΓ'. Η αδελφή του μάρτυρα είναι παντρεμένη με το γιο του κατηγορούμενου, εξ' ου και η γνωριμία τους. Τον Σεπτέμβρη του 2018 ενημερώθηκε από το Γ. Σ. ότι μια εργάτρια είχε ένα ατύχημα εν ώρα εργασίας. Του ανέφερε ότι για να μπορέσει να αποζημιωθεί ενδεχομένως, θα πρέπει να προσκομιστούν στην ασφαλιστική όλα τα απαραίτητα ιατρικά έγγραφα και πιστοποιητικά. Την 4.10.18 έλαβε μήνυμα (Τεκμήριο 31) από την Κ. η οποία επιθυμούσε να του μιλήσει τηλεφωνικώς. Συνομιλώντας μαζί της, και αφού ενημερώθηκε για τους ισχυρισμούς της περί τραυματισμού, της ανέφερε πώς, και υπό ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να αποζημιωθεί. Θέση του ήταν ότι η ΜΚ9 τον πίεζε να της καταβληθεί άμεσα αποζημίωση ύψους €50.000, λέγοντας του χαρακτηριστικά ότι «έτσι για να ξέρεις έβαλα τον Κ. φυλακή και θέλω €50.000 για να φύγω από την Κύπρο με τα παιδιά μου και να μην ξαναέρτω». Σοκαρισμένος από την αναφορά της ΜΚ9 επικοινώνησε με τον Γ. Σ. ο οποίος τον ενημέρωσε για τα καθέκαστα, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος τελούσε υπό προφυλάκιση. Την επομένη μετέβη με τον Γ. στα κρατητήρια Λακατάμειας αναφέροντας στον κατηγορούμενο τί του είχε λεχθεί.
- H. M. H. (MY6) Ο φερόμενος ως αυτόπτης μάρτυρας, -όταν ο κατηγορούμενος άγγιξε κατ' ισχυρισμόν, την παραπονούμενη στο στήθος, στη φάρμα του,- και ο οποίος μετέφερε την πληροφορία στον ΜΚ10, όχι μόνο δεν αναφέρει τίποτα τέτοιο στην κατάθεση του Τεκμήριο 8, αλλά χαρακτηρίσε κατά την κυρίως εξέταση του τον ΜΚ10 ως ψεύτη, προσθέτοντας ότι το εν λόγω άτομο καλά - καλά δεν το γνωρίζει. Ο ίδιος μεταβαίνει πάντα με τον κατηγορούμενο στις μεταφορές του γάλακτος, εργαζόμενος ανελλιπώς στη δούλεψη του κατηγορούμενου από το
- Διαμένει στη φάρμα με ακόμη τρείς Αιγύπτιους. Ο ίδιος, είτε το γάλα φορτώνετο στη δική τους φάρμα ή παραλαμβάνετο από τη φάρμα «του Λούη», στεκόταν πάνω στο διπλοκάμπινο αυτοκίνητο δίπλα από τους κούζους κρατώντας την αντλία. Ο κατηγορούμενος ξεκινούσε τη μηχανή/αντλία και σταματούσε αυτή όταν λάμβανε σχετικό σήμα από τον ίδιο. Η διαδικασία δεν κρατούσε πάνω από 5 λεπτά. Ο ΜΚ10 το μόνο που έκανε ήταν να τους ανοίγει το ψυγείο και να επιστρέφει πίσω στη φάρμα για να γαλέψει. Μεταξύ τους αντάλλασσαν μόνο χαιρετισμούς. Στη φάρμα του κατηγορούμενου, στο σημείο φόρτωσης του γάλακτος υπάρχουν κάμερες ασφαλείας, ακριβώς από πάνω τους. Όταν η ανήλικη μετέβαινε μαζί τους αυτή, καθόταν μπροστά στο αυτοκίνητο και ο ίδιος πίσω. Ποτέ είτε εντός είτε εκτός του οχήματος δεν είδε τον κατηγορούμενο να την αγγίζει ή να την φιλά.
- Αντρέας Ρουσιάς (ΜΥ7) Ο μάρτυρας είναι Χειρούργος Ορθοπεδικός και απασχολείται στον Ιδιωτικό Τομέα. Εξέτασε δύο φορές την ΜΚ9, μία στις 18.918 (ακτινογραφίες και σωματικός έλεγχος) και μία στις 25.9.18, μετά τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας «MRI». Η κλινική εικόνα της μάρτυρος, τα αποτελέσματα της ακτινογραφίας, αλλά και της μαγνητικής τομογραφίας ήταν φυσιολογικά, χωρίς να διαπιστώνεται τραυματισμός υψηλής ισχύος, ως αναμένετο, αφού αναφορά είχε γίνει σε πτώση με την πλάτη (προς τα πίσω) από ύψος περί το ενάμιση μέτρο. Τα ευρήματα του κατέγραψε στα δύο κατατεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου ως δέσμη, Ιατρικά Πιστοποιητικά, Τεκμήριο
- Στην ασθενή συστήθηκε συντηρητική αγωγή.
- Σ. Γ. (ΜΥ8) Ο εν λόγω μάρτυρας εργαζόταν μέχρι και την αφυπηρέτηση του στο Τμήμα Γεωργίας, μαζί με τον ΜΚ2, ο οποίος όμως (ΜΚ2), ήταν τοποθετημένος σε άλλο τομέα του Τμήματος. Τον ΜΚ2 γνώριζε για 19 χρόνια. Σε αυτή τη χρονική περίοδο ανέπτυξαν μια φιλία και συζητούσαν στο χώρο της καντίνας (και) για τα προσωπικά του ΜΚ
- Σύμφωνα με τη δήλωση του,[11] ο ΜΚ2 του είχε αναφέρει ότι είχε γνωρίσει μια ξένη γυναίκα επ΄ονόματι Κ., ότι περνάει καλά μαζί της και ότι τη βλέπει σοβαρά. Του έλεγε επίσης ότι δεν έχει καλή σχέση με τη σύζυγο του η οποία δεν ενδιαφερόταν καθόλου για αυτόν. Με τη πάροδο κάποιου χρόνου ο Ε. του αποκάλυψε ότι η Κ. είναι από τη Ρουμανία και εργάζεται στον Κ. Σ. που έχει ένα τυροκομείο. Τον Κ. Σ. δεν γνώριζε σε εκείνο το στάδιο. Τα πιο πάνω του ανέφερε 3 με 4 χρόνια προ του
- Περί τα μέσα Ιουλίου 2018 συνάντησε τον Ε. στην καντίνα φανερά αναστατωμένο, ο οποίος του είπε ότι η φιλενάδα του, του είπε να διακόψουν «γιατί η πεθερά του είχε μιλήσει με τη γυναίκα του Κ. για τη σχέση τους και είχε δημιουργηθεί μεγάλο θέμα». Μετά από λίγες μέρες, του είπε ότι ο Κ. Σ. τον είχε καλέσει στη φάρμα του, ζητώντας του να σταματήσει να βλέπει τη συγκεκριμένη γυναίκα, γιατί είναι κρίμα η σύζυγος και η κόρη του. Μετά το περιστατικό, ο Ε. έλεγε συνέχεια «ποιος είναι αυτός που επεμβαίνει στις δουλειές μου», «τί τον κόφτει αυτόν», «θα τον εκδικηθώ», λέγοντας, «θα του δείξω εγώ, θα του δείξω». Τον Οκτώβριο του 2018 η κόρη του θα βάφτιζε. Έμαθε ότι η βάφτιση μπορεί να αναβάλετο. Η κόρη του ήταν ιδιαίτερα στεναχωρημένη. Ρωτώντας την γιατί, έμαθε, ότι το παιδί που θα βάφτιζε ήταν ένα από τα παιδιά του Γ. Σ. Ζήτησε το τηλέφωνο του Γ. από την κόρη του. Ενημερώθηκε ότι ο λόγος της αναβολής ήταν γιατί ο πατέρας του Γ., Κ. Σ., βρισκόταν υπό κράτηση γιατί η κόρη μιας υπαλλήλου του, επ' ονόματι Κ. τον είχε καταγγείλει. Έχοντας διασυνδέσει τα γεγονότα, αποκάλυψε στο Γ. όλα όσα του είχε προηγουμένως αναφέρει ο Ε.
- Γ. Σ. (ΜΥ9) Τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης ο γιος του κατηγορουμένου, Γ. Σ. Αναφορά γίνεται στην κατάθεση του[12] στην επιχείρηση που διατηρεί η οικογένεια, τα ηνία της οποίας έχει επισήμως πλέον αναλάβει. Αναφορά γίνεται στη Λ. και στη μετάβαση της στη Κύπρο, αλλά και στη σταδιακή εργοδότηση και των λοιπών μελών της οικογένειας Τ., περιλαμβανομένου και του αδελφού τους, τον οποίον βοήθησαν να εξεύρει εργασία. Τα μέλη της οικογένειας Τ. θεωρούν ως μέλη της δικής τους οικογένειας, αφού «η Λ. έφυγε νύφη από το σπίτι τους», «ήταν το πρώτο παιδί που πάντρεψε ο πατέρας του», ενώ την μικρότερη αδελφή «Ν., πάντρεψε η μητέρα του και η αδελφή του στη Ρουμανία». Ο πατέρας του βάφτισε μάλιστα και το παιδί της. Οι σχέσεις της οικογένειας με την οικογένεια της ΜΚ9 ήταν επίσης οικογενειακές. Μαζί τους πήγαιναν σε διάφορες εκδηλώσεις, γάμους, θάλασσα και σε εστιατόρια. Οι σχέσεις του πατέρα του με τα παιδιά της ΜΚ9 ήταν σχέσεις πατέρα-παιδιού, παιδιού-παππού, αφού τους συμπεριφερόταν όπως ακριβώς και στα βιολογικά εγγόνια και παιδιά του. Η παραπονούμενη τον φώναζε «αδελφό» της όταν ήταν μικρότερη, και αργότερα «θείο». Η μικρότερη αδελφή Μ., σε έκθεση της με θέμα, «Τον Άνθρωπο που Θαυμάζω Περισσότερο» έγραψε για τον πατέρα του. Στις 4.9.18 ή στις 5.9.18, η ΜΚ9 τους ανακοίνωσε εν ώρα μεσημεριανού ότι επιθυμεί να τερματίσει την εργασία της, ευχαριστώντας τους για όσα της προσέφεραν τα τελευταία χρόνια. Πρόβαλε ως λόγο παραίτησης τα προβλήματα στη μέση της. Ο κατηγορούμενος την παρότρυνε να το ξανασκεφτεί αφού με τον ερχομό μιας ακόμη νέας υπαλλήλου δεν θα ήταν απαραίτητο να ασχολείται με εργασίες που θα επιβάρυναν την κατάσταση της. Θα ήταν αρκετό της είπε, να επιβλέπει και να ρυθμίζει τη δουλειά. Δόθηκαν στην ΜΚ9, δύο με τρείς μέρες να το σκεφτεί. Οι επόμενες μέρες κυλούσαν ομαλά. Την 18.9.18 του τηλεφώνησε η ανήλικη, ζητώντας του να βρεθούν σπίτι της για να μιλήσουν. Παρουσία της ΜΚ9 του είπε ότι είχε παρενοχληθεί από τον πατέρα του. Τη ρώτησε τί εννοεί, με την ΜΚ5 να του αναφέρει «ότι την είχε αγκαλιάσει ενώ καθόταν στη καρέκλα και την είχε φιλήσει στο μάγουλο και ότι γενικά την ακουμπούσε». Σε αυτό το σημείο σύμφωνα με την κατάθεση του, «της είχα επισημάνει ότι αυτού του είδους οι πράξεις γίνονταν και στην παρουσία μας, τόσο με αυτήν όσο και με άλλα παιδιά της οικογένειας, όπως τα δικά μου, τα αδέλφια της και τα παιδιά διαφόρων συγγενών που περνούσαν από το σπίτι μας». Ερωτηθείσα πόσο καιρό συμβαίνει αυτό, του είπε «από το καλοκαίρι». Η ΜΚ9 του είπε ότι η παραπονούμενη είχε μιλήσει στη σύμβουλο του σχολείου. Του είπε ότι την ίδια ημέρα, είχε δεχθεί τηλεφώνημα από τις αρχές, με το οποίο της ζητούσαν όπως μεταβούν σπίτι τους για να μιλήσουν. Ο ίδιος της είπε ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι τη δεδομένη στιγμή, ούτε μπορεί να πει κάτι, ζητώντας της να μιλήσουν ξανά μετά την επίσκεψη που θα δεχόταν. Την επομένη τον ενημέρωσε ότι τόσο η ίδια όσο και ΜΚ5 θα έπρεπε, σύμφωνα με τα όσα τους αναφέρθηκαν, να επισκεφθούν ψυχολόγο σε διαφορετικές ημερομηνίες. Ο ίδιος της ανέφερε ότι αν δυσκολευόταν θα τις μετέφερε ο ίδιος σε αυτά τα ραντεβού ή, θα αποδέσμευε την Λ. από τη δουλειά, για να τις παίρνει. Την επομένη, η ΜΚ9 τηλεφώνησε στον πατέρα του λέγοντας του ότι πονάει. Ο πατέρας του τη μετέφερε στο γιατρό. Ο μάρτυρας προθυμοποιήθηκε να πληρώσει το κόστος το φυσιοθεραπειών αν αυτές κρίνονταν αναγκαίες, αφού η ΜΚ9 του ανέφερε ότι δεν θα μπορούσε να καλύψει τα έξοδα. Μετά από τρείς μέρες η ΜΚ9 η παραπονέθηκε εκ νέου για τη μέση της, με τον πατέρα του να διευθετεί εξέταση «MRI». Τις επόμενες μέρες «η Κ. μετέβαινε στο πατρικό μου σπίτι, έπινε καφέ, έπαιζε με τα μωρά μου και τις 26-27.9.18 είδε τις προσκλήσεις για τη βάφτιση της κόρης μου και ανέφερε της μητέρας μου να μου πει ότι είχε πάρει τη δική της». Ο πατέρας του παράλληλα του ανέφερε ότι, κατά τη 2η μετάβαση τους στο γιατρό, η ΜΚ9 του είπε ότι περίμενε, έστω και μετά την παραίτηση της, να της ζητήσει να παραμείνει στην εργασία της. Την 3.10.18 το πρωί, η ΜΚ9 πήγε στο πατρικό του, ήπιε καφέ με τη μητέρα του, έπαιξε με την κόρη του και ανέφερε στη μητέρα του ότι ακόμη δεν είχε βρει δουλειά. Η μητέρα του της ανέφερε να κάνει υπομονή, να βρει κάτι να «περνά» και μόλις λειτουργούσε το νέο τυροκομείο να συζητούσε μαζί με το Γ. για να έρθει πίσω στη δουλειά. Την ίδια ημέρα ο πατέρας του συνελήφθη. Ο ίδιος ενημέρωσε τους εργάτες της φάρμας την 5.10.18 ότι ο πατέρας του βρισκόταν υπό σύλληψη. Την επομένη, ενημερώθηκε ότι ένας αλλοδαπός από την απέναντι κτηνοτροφική μονάδα ζητούσε επιτακτικά από τους εργάτες όπως μάθει το όνομα ενός εξ' αυτών, το οποίο και του έδωσαν. Την 1.10.18 και 2.10.18 έλαβε τηλεφώνημα από τον M. o οποίος του ζήτησε όπως μεταβεί στη μονάδα του για να διενεργήσει τεχνική σπερματέγχυση σε κάποια ζώα. Ο ίδιος έπραξε αυτό την 4.10.18, παρουσία ενός υπαλλήλου του και του M. Σε ανύποπτο χρόνο, ο πατέρας του, του ανέφερε ότι η πεθερά του Ε., τους είχε επισκέφθηκε σπίτι, λέγοντας τους ότι «η ΜΚ9 έβαζε σπίτι της τα βράδια τον Ε.» και ότι οι δύο τους ασκούσαν πίεση στη κόρη της για να δώσει διαζύγιο στον ΜΚ2, αφού αυτός ήθελε να φύγει με την ΜΚ9 στη Ρουμανία για να ζήσουν. Από όλη αυτή την πίεση τους ανέφερε, είχαν δημιουργηθεί ψυχολογικά προβλήματα στη κόρη της. Ο πατέρας του μίλησε πρώτα με τον Λ., τον αδελφό του ΜΚ2, λέγοντας του ότι η οικογένεια του δεν έδωσε ποτέ δικαιώματα μέσα στο χωριό, και δεν θα δεχόταν να καταστραφεί μια οικογένεια στο χωριό από την υπάλληλο του. Του είπε επίσης ότι αν δε γίνει κάτι, με βαριά καρδιά θα αναγκαστεί να διώξει την ΜΚ9 από την εργοδότηση τους. Εξ' όσων γνώριζε η οικογένεια του, η σχέση μεταξύ των δύο είχε διακοπεί μετά από αυτό, ενώ οι σχέσεις των δύο αδελφιών, Λ. και ΜΚ2, δεν ήταν οι ίδιες μετά το περιστατικό. Κατά το χρόνο λήψης της κατάθεσης του, ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση. Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΥ9 επανέλαβε και επεξήγησε τις θέσεις που κατέγραψε στην κατάθεση του. Κληθείς να περιγράψει τη φύση της εργασίας του, δήλωσε ότι περνούσε καθημερινά περί τις 10 ώρες στη δουλειά με τον πατέρα του. Ξεκινούσαν η ώρα 06:00 με το τάισμα των ζώων, επίβλεψη της φάρμας και προβλημάτων, διάλειμμα κατά τις 11:00 και ξανά σε εργασίες μέχρι το μεσημέρι που μαζεύονταν όλοι στο σπίτι για φαγητό. Στη φάρμα πήγαιναν μαζί, με ένα αυτοκίνητο. Το μεσημέρι πήγαιναν με διαφορετικά, γιατί ο πατέρας του μετέφερε πίσω στο τυροκομείο το γάλα. Η οικογένεια της ΜΚ9 έτρωγε κάθε μεσημέρι μαζί τους μέχρι το 2014 που μετακόμισαν. Μετά, σπάνια έρχονταν εκεί για μεσημεριανό. Εξ΄όσων θυμάται, κανένας δεν χρησιμοποιούσε τις τουαλέτες προ του μεσημεριανού αφού τα παιδιά πήγαιναν πρώτα κάτω, άφηναν τις τσάντες τους, άλλαζαν, πλένονταν και ανέβαιναν πάνω, όταν ήταν έτοιμο το φαγητό. Η μητέρα του ποτέ δεν μαγείρευε τα βράδια, όπου όλοι βολεύονταν με κάποιο σνακ. Η μητέρα του μαγείρευε κάθε μέρα για όλους τους υπαλλήλους της επιχείρησης. Ο πατέρας του από τον καιρό που θυμάται κάθε βράδυ ήταν ή στο καφενείο ή έξω σε «κάποια ταβέρνα με συνεργάτες». Το 2007 υπήρξαν κλοπές στη φάρμα. Αποφάσισαν να πάρουν ένα σκύλο φύλακα. Παράλληλα, εγκατέστησαν κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης σε εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους, ήτοι, εκεί που υπήρχαν εμπορεύματα τα οποία μπορούσαν να κλαπούν. Αυτές στέλνουν σήμα σε δύο σταθερά σημεία, ήτοι στο γραφείο της φάρμας και στην οικίας του. Διαθέτει την δυνατότητα να ελέγχει το χώρο και από το κινητό του τηλέφωνο με το οποίο αυτές είναι συνδεδεμένες. Η εργασία της ΜΚ9 ήταν πενθήμερη και οκτάωρη, από τις έξι το πρωί μέχρι τις 13:
- Όταν ήρθε Κύπρο δεν είχε άδεια οδήγησης οπότε κάποιος θα έπρεπε να μεταφέρει την ίδια στη δουλειά και κάποιος άλλος να μεταφέρει τα παιδιά, σχολείο. Η Λ. πρότεινε να διαμείνει η Κ. εκεί που έμενε και η Λ. προηγουμένως, δηλαδή στα βοηθητικά, για όσο καιρό χρειαζόταν, ή μέχρι να λάβει άδεια οδήγησης για να πάει κάπου αλλού. Οι ίδιοι πρόσφεραν την διαμονή, πλήρωναν το ρεύμα το νερό και την διατροφή μέχρι και το
- Όταν η οικογένεια έφυγε, συνέχιζαν να πληρώνουν τη διαμονή της οικογένειας μέχρι και την τελευταία ημέρα Σεπτεμβρίου
- Σε ό,τι αφορούσε άλλα, έκτακτα έξοδα και δώρα αυτά ήταν πράγματα τα οποία οι ίδιοι πλήρωναν με τη θέλησή τους όπως κάνουν ε όλους τους, τους υπαλλήλους. Η ανήλικη συμπεριφερόταν πάντοτε το ίδιο προς όλα τα μέλη της οικογένειας, περιλαμβανομένου του ιδίου, του πατέρα του, της μητέρας του, στις θείες και θείους της, χαρακτηρίζοντας την ως ένα παιδί που επιζητούσε «λίγο περισσότερο» τη σημασία από ότι ο Κ. και τη Μ. Πάντοτε έτρεχε πάνω τους για να τους αγκαλιάσει και να τους φιλήσει, να τους πει «αγαπώ σε», «ευχαριστώ που με βοηθάς» και αυτό ήταν κάτι που έκανε με όλους. Όλη η οικογένεια ανταποκρινόταν στις φυσιολογικές αυτές αντιδράσεις. Δεν πρόσεξε ποτέ οτιδήποτε ύποπτο ή παράξενο από τον πατέρα του προς την παραπονούμενη ή το αντίστροφο. Τον πατέρα του χαρακτήρισε ως ένα μη ιδιαίτερα διαχυτικό άτομο, προσθέτοντας ότι, όταν κάποιος τον αγκάλιαζε, εκείνος θα αγκάλιαζε πίσω. Όταν επισκέφθηκε την παραπονούμενη για να μιλήσουν, καμία εκ των δύο γυναικών δεν του μίλησε ξεκάθαρα. Η δε μητέρα, άφησε να νοηθεί ότι δεν πήρε τοις μετρητοίς τις αναφορές της ανήλικης, επικαλούμενη τα βιώματα της τελευταίας με τον πατέρα της και το στίγμα που η βίαιη συμπεριφορά του άφησε στο πρόσωπο αμφότερων. Ο ίδιος ζήτησε περαιτέρω εξηγήσεις διερωτώμενος πότε συνέβαιναν αυτά, αφού ο ίδιος ήταν μαζί με τον πατέρα του, περί τις 12 ώρες την ημέρα. Ποτέ δεν έλαβε ξεκάθαρη απάντηση. Ο ίδιος έμεινε ήσυχος ως ανέφερε χαρακτηριστικά, ότι η παραπονούμενη θα λάμβανε ψυχολογική στήριξη σε ότι αφορούσε τους εφιάλτες του παρελθόντος, όντας σίγουρος ότι ποτέ δεν είχε ποτέ συμβεί οτιδήποτε μεταξύ παραπονούμενης και του πατέρα του. Είχε αναφέρει στην οικογένεια του ότι, αν δεν αποφυλακιζόταν ο πατέρας του, δεν υπήρχε περίπτωση να προχωρήσει με τη βάφτιση, η οποία πραγματοποιήθηκε την 12.10.
- Πράγματι, λίγο πριν την προγραμματισθείσα (αρχικώς), βάφτιση, έλαβε τηλεφώνημα από τον κ. Λ. (ΜΥ8), με τον οποίο συναντήθηκε. Όταν οι αδελφές Τ. ήταν σε δικηγόρο έλαβε τηλεφώνημα από τη Λ. η οποία του είπε ότι η ΜΚ9 ήθελε να του μιλήσει. Ο ίδιος αρνήθηκε, ρωτώντας τη Λ. τί θέλει. Αυτή του ανέφερε ότι, αφού θα αποσύρουν τις κατηγορίες δεν θα κινηθούν εναντίον της ΜΚ9, με τον ίδιο να απαντά ότι είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και δεν μπορεί να μιλήσει με κανέναν και «να πάει να κάνει ότι επιθυμεί». Η Λ. έδωσε κατάθεση στην αστυνομία, όμως δεν κλήθηκε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. V. Αξιολόγηση Μαρτυρίας/ Βάρος Απόδειξης Το βάρος απόδειξης έκαστης κατηγορίας, φέρει η Κατηγορούσα Αρχή. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. Woolmington v DPP [1935] AC 462 HL, Γενικός Εισαγγελέας ν Ismail,
(2016)2Β Α.Α.Δ 891). Εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα του, παραμένει με έστω, υποβόσκουσα αμφιβολία, η αθώωση αποτελεί μονόδρομο (βλ. Munteanu v Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459). Είναι δέον όπως σημειωθεί ότι ακόμη και η απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορουμένου δεν μεταβάλλει την ανάγκη απόδειξης των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, με το κατηγορούμενο πρόσωπο να μην είναι δυνατόν να καταδικαστεί σε περίπτωση απόρριψης της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Γ.Ε ν Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, 250). Η απόρριψη της εκδοχής ενός κατηγορούμενου είναι μοιραία για την υπεράσπιση, μόνο αν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής παραμένει ισχυρή στο τέλος ώστε να οδηγήσει με την απαιτούμενη ασφάλεια σε καταδίκη (βλ.Kafalos v The Queen 19 CLR 121). Έχω ως γνώμονα μου τη νομολογία που αφορά στο ζήτημα αξιολόγησης της μαρτυρίας, την οποία έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή, ενώ κατά την αξιολόγηση της δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας έκαστου μάρτυρος, αλλά ως προτάσσει η νομολογία την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της (Μουσταφά ν. Κακουρή
(2002)1 Α.Α.Δ 165). Μέσω της αξιολόγησης ενός μάρτυρα, το Δικαστήριο καλείται, εξυφαίνοντας τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα, τις αντιδράσεις και την συμπεριφορά του, να αναδείξει, υπό το πρίσμα της πείρας και της ανθρώπινης φύσης, το αξιόπιστο ή μη της εκδοχής που παρουσιάζει. Η δε εντύπωση,: «...που αποκομίζει από τους μάρτυρες το πρωτόδικο Δικαστήριο φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)»[13] . Υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια, νοουμένου ότι επεξηγήσει δεόντως όπως, δεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα, είτε στο σύνολο της, είτε εν μέρει (βλ. Ομήρου ν Δημοκρατίας
(2001)2 A.A.Δ 506, Μελικίδης ν Παπαγεωργίου κ.α.
(2013)1Α Α.Α.Δ 832). Αξιολόγηση Μαρτύρων Κατηγορίας Μάρτυρες που σχετίζονται με τη διερεύνηση/λήψη καταθέσεων/ αστυνομικοί Η Αστ.303 (ΜΚ3), αποτέλεσε την εξεταστή της υπόθεσης. Η μαρτυρία της σε σχέση με το ανακριτικό έργο που διενεργήθηκε παρέμεινε χωρίς καμία αμφισβήτηση. Την μαρτυρία της αποδέχομαι στην ολότητα της σε σχέση με τις πράξεις και ενέργειες στις οποίες προέβη στα πλαίσια των καθηκόντων της. Αντίστοιχα, ο Αστ.1714 (ΜΚ4), αποτέλεσε το πρόσωπο που χειριζόταν τον σχετικό εξοπλισμό οπτικογράφησης στο διπλανό από το χώρο κατάθεσης της ανήλικης, δωμάτιο. Τα όσα έπραξε ως μέρος των ενεργειών του στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας ουδόλως τέθηκαν εν αμφιβόλω. Η μαρτυρία του κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με την μαρτυρία της ΜΚ3, ως προς τη διαδικασία που ακολουθείται προ της λήψης μιας κατάθεσης στο «Σπίτι του Παιδιού» καθώς και της διαδικασίας και πρωτοκόλλων που ακολουθούνται προ και μετά το πέρας της οπτικογραφημένης κατάθεσης. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της ως πλήρως ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Η μαρτυρία της Αστ.931 ουδόλως (ΜΚ8) αμφισβητήθηκε, μήτε φυσικά είχε οτιδήποτε να προσθέσει σε ότι αφορά τα επίδικα γεγονότα, αφού το αρχείο που παρουσίασε ως υπεύθυνη στον Αστυνομικό Σταθμό Περιστερώνας (Τεκμήριο 20) αφορούσε σε παράπονα που υποβλήθηκαν στο σταθμό από την ανήλικη το 2021, ήτοι σε χρόνο πολύ του επίδικου, για φερόμενες εναντίον της ενοχλήσεις από τη σύζυγο του κατηγορούμενου, όποτε συναντιούνταν στο δρόμο. Σχολική Σύμβουλος (ΜΚ4) Την μαρτυρία της κας. Δημοσθένους αποδέχομαι στην ολότητα της χωρίς κανένα ενδοιασμό. Η μαρτυρία και η αξιοπιστία της δεν τέθηκαν εν αμφιβόλω από την υπεράσπιση, με τα όσα ανέφερε να παραμένουν ως δεδομένα αναντίλεκτα ενώπιον του Δικαστηρίου. Αποδέχομαι τέλος, ότι τα όσα κατέγραψε στην κατάθεση της αφορούν στις αναφορές που προέβη στο πρόσωπο της η ανήλικη. Κλινική Ψυχολόγος (ΜΚ7) Η εμπειρογνωμοσύνη της Δρ. Κινικλή στον τομέα της κλινικής ψυχολογίας αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός. Η μάρτυρας εξήγησε στο Δικαστήριο τόσο την εικόνα που παρουσίαζε η παραπονούμενη κατά το χρόνο αξιολόγησης, αλλά και τη μέθοδο, ιστορικό και κριτήρια που χρησιμοποίησε για να προβεί στην Έκθεση της (Τεκμήριο 19). Έχοντας περαιτέρω υπόψη και τα προσόντα, την ειδικότητα και την πείρα της, το Δικαστήριο καταλήγει πώς η μάρτυρας αποτελεί εμπειρογνώμονα στον τομέα της κλινικής ψυχολογίας. Υπενθυμίζεται η ευθυγραμμισμένη νομολογιακή προσέγγιση ότι, η αξιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα, γίνεται δυνάμει των ίδιων αρχών βάση των οποίων κρίνονται οι μαρτυρίες κοινών μαρτύρων (βλ. Κώστας Ψάλτης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113). Αποστολή των εμπειρογνωμόνων είναι να εφοδιάζουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, ώστε να μπορεί να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων τους, προκειμένου να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση, εφαρμόζοντας τα κριτήρια πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (βλ. Anastassiades ν. the Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Πέγκερος ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143). Κληθείσα να απαντήσει αντεξετασθείσα κατά πόσον ενδέχεται να υπάρχουν λανθασμένες πληροφορίες εντός της εκθέσεως, η μάρτυρας απάντησε ότι: «Εγώ αυτά τα οποία ακούω κατά τη διάρκεια της συνάντησης τα καταγράφω, όπως τα ακούω. (.)Αν υπήρχαν λάθη στην αφήγηση του παιδιού εγώ δεν μπορώ να το ξέρω. Εγώ καταγράφω αυτό που ακούω». Ως ανέφερε, σκοπός της ψυχολογικής αξιολόγησης είναι να εξεταστεί η τρέχουσα ψυχική κατάσταση και όχι η εκτίμηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών ή να ληφθούν λεπτομέρειες επί του καταγγελλόμενου περιστατικού. Πρόσθεσε ότι δεν έχει «επίσημες» σημειώσεις από τις συνεδρίες, πέραν κάποιων πρόχειρων σημειώσεων που κρατούν όλοι οι ψυχολόγοι και αυτό γιατί αμέσως μετά το πέρας έκαστης συνέντευξης, όσα λέγονται καταγράφονται αμέσως και σταδιακά δημιουργείται η τελική μορφή της έκθεσης. Κατά την αντεξέταση, με αναφορά στο «Ιστορικό» της έκθεσης ψυχολογικής αξιολόγησης, τέθηκε σωρεία ερωτήσεων στη μάρτυρα ως προς πιθανές αιτίες που μπορεί να προκάλεσαν Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες στη παραπονούμενη, με προεξάρχουσα θέση τις τύψεις που αυτή ένιωθε ένεκα του ψεύδους που περιστοιχίζει τη καταγγελία της σε συνδυασμό με την αδήριτη ανάγκη για παροχή προστασίας στη μητέρα της. Παρότι η μάρτυρας απάντησε αρνητικά στην εν λόγω τοποθέτηση, αναφέροντας ότι σε τέτοια περίπτωση, το στοιχείο της κατάθλιψης θα ήταν εντονότερο στην παραπονούμενη, έσπευσε να διασαφηνίσει ότι «Δεν αποκλείω τίποτε, διότι ο καθένας λειτουργεί από πολλές και διάφορες συνθήκες που είναι διαφορετικές». Συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι δεν της είχε αναφερθεί είτε ως «δεδομένο» ή «γεγονός» ή «παράγοντας», η φερόμενη σωματική εκμετάλλευση της μητέρας από τον κατηγορούμενο, (βιασμός ως τον χαρακτήρισε η παραπονούμενη), γεγονός το οποίο θα αποτελούσε παράγοντα που θα έπρεπε να διερευνηθεί, δηλώνοντας ότι, «Όπως μου θέτετε το παράδειγμα σε αυτήν την περίπτωση δεν τέθηκε τέτοιο ερώτημα διερευνητικό από εμένα», προσθέτοντας ότι «αν την είχα αυτήν την περίπτωση, όπως την περιγράφετε και να διερευνούσα να δω κίνητρα, συμπτωματολογία της ανήλικης, θα είχα τη συνάντηση με τη μητέρα, για να διευκρινίσω τα πράγματα. Είναι πολύ θεωρητικού επιπέδου σας έχω πει ότι και δεν είναι ναι ή όχι η απάντηση, είναι προς διερεύνηση». Σε σχέση με την κακοποιητική συμπεριφορά και βία που ασκούσε στην μητέρα ο πατέρας της παραπονούμενης, αλλά και στην ίδια την ανήλικη, η μάρτυρας απάντησε ότι αυτό το τραύμα το έζησε η ανήλικη έμμεσα, κουβαλώντας το μαζί της, αρνούμενη όμως ότι αυτό καθ' αυτό υπήρξε η αιτία για την πρόκληση μετατραυματικού στρες. Συνάδει όμως συμπλήρωσε γενικότερα, με τις δυσκολίες και βιώματα που είχε το παιδί, μεγαλώνοντας. Τέλος, συμφώνησε με την θέση της υπεράσπισης ότι, «κατά πόσον κάποιος λέει αλήθεια ή ψέματα ή κατά πόσον έλαβαν χώρα συγκεκριμένα γεγονότα ή όχι, αποτελεί στην τελική, διαπίστωση μόνο, του Δικαστηρίου». Σημειώνεται ότι οι όποιες αναφορές της μάρτυρος ότι συγκεκριμένες συμπεριφορές οφείλονται στην αναφερόμενη από την παραπονούμενη σεξουαλική κακοποίηση δεν γίνονται αποδεκτές, αφού αυτές τείνουν, έστω και έμμεσα, να υποστηρίξουν την αξιοπιστία της τελευταίας, κάτι για το οποίο παραβιάζει την πάγια νομολογημένη αρχή ότι: «η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία περί ενοχής ή μη του κατηγορουμένου ανήκει στο Δικαστήριο και δεν γίνεται ανεκτή καμιά εξωγενής επέμβαση σ΄αυτό το έργο».[14] Με την πιο πάνω σημαντική επισήμανση, η μαρτυρία της ΜΚ7 γίνεται αποδεκτή. Παραπονούμενη (ΜΚ5) Καθηκόντως το Δικαστήριο, παρακολούθησε με επαυξημένη προσοχή την παραπονούμενη κατά την ένορκη μαρτυρία της, την οποία αξιολογεί στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά, αντιπαραβάλλοντας όπου κρίνεται αναγκαίο βεβαίως, με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σημειώνεται ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε αναφορικά με τον τρόπο που έδωσε τη ζώσα της μαρτυρία η παραπονούμενη, ήτοι από το «Σπίτι του Παιδιού», μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας δεν υστερούσε σε τίποτα από τις συνήθεις ενώπιον του Δικαστηρίου περιπτώσεις, όπου ο μάρτυρας καταθέτει δια φυσικής παρουσίας στο Δικαστήριο. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου η ηλικία της ήτοι, ότι αυτή ήταν 15 ½ ετών όταν έδιδε την οπτικογραφημένη της κατάθεση και 20 ετών όταν κατέθεσε στο Δικαστήριο, ως επίσης η καταγωγή της, τα βιώματα της, η προσωπικότητα της, το οικογενειακό της υπόβαθρο, καθώς και άλλα παρεμφερή στοιχεία που αφορούν στον χαρακτήρα της, ως αυτά τέθηκαν και αναδείχθηκαν από την ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία. Το Δικαστήριο έχει λάβει υπόψιν του όλους τους πιο πάνω παράγοντες, συμφώνως της νομολογίας[15]. Εξετάζοντας τη μαρτυρία της παραπονουμένης στη βάση όλων των πιο πάνω παραμέτρων σημειώνεται ότι η ποιότητα της μαρτυρίας της δεν ήταν τέτοια επί της οποίας το Δικαστήριο να μπορεί να νιώσει ασφάλεια και να βασιστεί για την εξαγωγή στέρεων συμπερασμάτων. Η μαρτυρία της παρουσίασε εγγενείς αντιφάσεις, με την μάρτυρα να παρουσιάζει θέσεις για πρώτη φορά στο Δικαστήριο ως προς ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, τα οποία ουδέποτε ανέφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεσή της, ως θα αναμενόταν. Επιπλέον, υπήρξαν περιπτώσεις που κάποια γεγονότα τα περιέγραψε διαφορετικά στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, αλλιώς στη ζώσα μαρτυρία της και αλλιώς στην ΜΚ7, γεγονός επίσης οξύμωρο. Εντύπωση δε προκάλεσε το γεγονός ότι αναφορά έγινε για πρώτη φορά στη ζώσα μαρτυρία της σε γεγονότα που αφορούσαν την τελευταία κατ΄ισχυρισμόν κακοποίηση της τον Αύγουστο του 2018 (πέραν των καταγγελθέντων)[16], για τα οποία όμως, παρά το συγκλονιστικό των αναφορών της, δεν ανέφερε, σε οιοδήποτε παράγοντα της διαδικασίας, περιλαμβανομένων των ανακριτών, της σχολικής ψυχολόγου και της Κλινικής Ψυχολόγου, και δη, στα άτομα τα οποία ήταν επιφορτισμένα με το καθήκον να διερευνήσουν τις αναφορές της και να τη στηρίξουν ψυχολογικά. Η απάντηση δε της μάρτυρος επί των εν λόγω αναντιστοιχιών ότι, «εν πολλά πράγματα που δεν είπε στην κατάθεση της» εννοώντας την οπτικογραφημένη κατάθεση της, κρίνεται ως μη συνάδουσα με τη λογική, μήτε και φέρει οποιαδήποτε πειθώ, ενώ πολλές άλλες θέσεις της διαψεύδονται είτε από μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή (μητέρα και αδελφός) ή άλλη μαρτυρία που γίνεται δεκτή. Και εξηγώ: Θάλασσα Σε ότι αφορά τις φερόμενες παρενοχλήσεις στη θάλασσα, η μάρτυρας συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι «κατά κανόνα» τα άτομα που πήγαιναν μαζί τους θάλασσα, κάθε Κυριακή, από το καλοκαίρι του 2011 και εντεύθεν αποτελούνταν από τη μητέρα της, τα αδέλφια της, τη σύζυγο του κατηγορούμενου, κάποτε τα παιδιά του, τη θεία Λ. και το σύζυγο της μαζί με το παιδί τους και τον φίλο του κατηγορούμενου, Ν. Σ. Οι αναφορές της μάρτυρος υπήρξαν γενικευμένες, χωρίς να προσδιορίζονται χρονολογικά, πλην «της τελευταίας φοράς», ήτοι τον Αύγουστο του 2018, όταν ο κατηγορούμενος της «έπιασε το κώλο». Τα αγγίγματα σύμφωνα με την ίδια αφορούσαν σε «αγγίγματα στο στήθος όταν δεν έβλεπε κανένας» ή τραβήγματα από τα πόδια ενώ ήταν εντός της θαλάσσης, με τον κατηγορούμενο να μην την αφήνει ανά διαστήματα από κοντά του, θέλοντας την δίπλα του. Αναφορά έκανε η ΜΚ5 στο γεγονός ότι ακόμη και ο αδελφός της, ο οποίος δεν πήγαινε συχνά μαζί τους «γιατί είχε τους φίλους του» και «τη δική του ζωή», είχε αντιληφθεί το άγγιγμα στο στήθος, γεγονός που ανέφερε στη μητέρα του αμέσως, λέγοντας μάλιστα στην ΜΚ9 να «την προσέχει (την αδελφή του), από τον κατηγορούμενο». Η μαρτυρία της παραπονούμενης επί του προκείμενου δεν γίνεται αποδεκτή. Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κρίνεται η στιγμή που η παραπονούμενη αποφάσισε ότι ο κατηγορούμενος την παρενοχλούσε στη θάλασσα, αναφέροντας στην οτικογραφημένη κατάθεση της και ενώ εξιστορεί άλλα δεδομένα, ότι: «Τώρα που το σκέφτομαι και μέσα στη θάλασσα παρενοχλούσε με». Προκύπτει δηλαδή μια αβεβαιότητα από την κύρια μάρτυρα κατηγορίας ως προς το κατά πόσον υφίστατο παρενόχληση. Από τη μία η παραπονούμενη ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος για σωρεία ετών την παρενοχλούσε σεξουαλικά μέσα στη θάλασσα, πράξεις οι οποίες έγιναν αντιληπτές και από μέλη της οικογένειας της και από την άλλη, παρουσιάζεται αβέβαιη κατά το χρόνο της καταγγελίας, κατά πόσον τα φερόμενα αγγίγματα ξεπερνούσαν τα επίπεδα ευπρέπειας και ήθους. Πέραν από τις γενικές αναφορές στην ΜΚ7 ότι ο κατηγορούμενος «την τραβούσε πάνω του αγγίζοντας την στα πόδια και στο στήθος», μοναδική αναφορά της στην Κλινική Ψυχολόγο σε σχέση με τη θάλασσα ήταν ότι, «το καλοκαίρι του 2010, ενώ ήταν θάλασσα οικογενειακώς, την τράβηξε από το χέρι και την προσκάλεσε να έρθει να καθίσει μαζί του ενώ η ίδια έπαιζε στην παραλία». Μήτε και αυτή η θέση ευσταθεί για τον απλούστατο λόγο ότι, σύμφωνα και πάλι με την ίδια την παραπονούμενη, η άφιξη της στην Δημοκρατία ήταν τον Οκτώβριο του
- Είναι πρακτικά συνεπώς αδύνατο να υπήρξε παρενόχληση στη θάλασσα το καλοκαίρι του 2010, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της άφιξης της. Εξάλλου σύμφωνα πάντα με την ίδια, η παρενόχληση ξεκίνησε περί τους 6 μήνες με 1 χρόνο μετά την άφιξη της. Ακόμη και αυτή η αναφορά της λοιπόν, δεν μπορεί παρά να αφαιρεί το όποιο υπόβαθρο σε σχέση με τις κατηγορίες που αφορούν στο έτος, 2010, τουλάχιστον.[17] Η θέση δε που πρόβαλε στη Σχολική Ψυχολόγο ΜΚ4 ότι, αποφάσισε να αποκαλύψει στη μητέρα της τη δράση του κατηγορούμενου επειδή «την πείραξε στη θάλασσα τον Αύγουστο του 2018 και δεν άντεξε» δεν αντιστοιχεί στην αλήθεια. Η παραπονούμενη ήταν ξεκάθαρη στη μαρτυρία της ότι «θα ευχαριστεί για πάντα τον αλλοδαπό που μίλησε στον πατριό της», συμβάλλοντας έτσι στην ενεργοποίηση του μηχανισμού αποκάλυψης. Η παραπονούμενη για ένα τόσο σημαντικό σημείο που άπτεται της όλης αλληλουχίας των γεγονότων, παρουσιάζει για πρώτη φορά, μία εντελώς διαφορετική εκδοχή από αυτήν που προώθησε εξαρχής η κατηγορούσα αρχή κατά την παρουσίαση της υπόθεσης. Οι αναφορές της παραπονούμενης ότι, «δεν ξαναπήγαν θάλασσα μαζί με την οικογένεια του κατηγορούμενου μετά την αποκάλυψη», επίσης δεν υποστηρίζονται από τη λοιπή μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή, με τη μητέρα να δηλώνει ότι μετέβησαν όλοι μαζί για τελευταία φορά την Κυριακή 5.8.18, πριν τον Δεκαπευνταύγουστο, μετά την αποκάλυψη. Περαιτέρω, οι μάρτυρες κατηγορίας ΜΚ6 και 9 παρουσίασαν μια ολότελα διαφορετική εικόνα σε σχέση με το πώς περνούσαν στη θάλασσα, ενισχύοντας έτσι τις αμφιβολίες του Δικαστηρίου ως προς το κατά πόσον τα κατ΄ ισχυρισμόν αγγίγματα λάμβαναν χώρα. Ο αδελφός της ΜΚ6, ανέφερε στην μαρτυρία του του σε αντίθεση με της αναφορές της τότε ανήλικης ότι, (α) πάντοτε μετέβαινε στη θάλασσα με την οικογένεια του, (β) ότι ποτέ δεν είδε τον κατηγορούμενο να την αγγίζει στο στήθος και στα πόδια, ενώ (γ) μια μόνο φορά τον είδε να βάζει τα χέρια του στους ώμους της. Η μητέρα (ΜΚ9) επίσης τη διαψεύδει. Η ΜΚ9 ανέφερε ευθαρσώς ότι ποτέ δεν είδε, στα τόσα χρόνια τον κατηγορούμενο να αγγίζει τη θυγατέρα της, «πονηρά» στη θάλασσα, Όταν κοίταζε σε ανύποπτους χρόνους, τίποτα μεμπτό δεν παρατήρησε. Τίποτε μεμπτό δεν παρατήρησε όταν μετέβησαν και πάλι οικογενειακώς στη θάλασσα μετά την αποκάλυψη, χρόνο κατά τον οποίον «κοίταζε επιστάμενά». Αντίθετα είπε, ο κατηγορούμενος «προσέγγιζε την ίδια», όχι την κόρη της. Σημασία έχουν δε και τα όσα ανέφερε η μητέρα στην κατάθεση της: «Όσον αφορά τη καταγγελία της Ά. εναντίον του Κ. να σας πω ότι στις αρχές Αυγούστου, φέτος, μου τηλεφώνησε ένας φίλος μου, Ε. Χ. και μου είπε ότι ένας υπάλληλος του ο οποίος είναι Άραβας νομίζω, του είπε να μου τηλεφωνήσει γιατί ο Κ. αγγίζει την κόρη μου στο στήθος. Εγώ μετά από αυτό άρχισα να σκέφτομαι λίγο τη συμπεριφορά του Κ. απέναντι στην Ά. και άρχισα να αγχώνομαι. (.) Δηλαδή θυμήθηκα ότι ο Κ. όταν πηγαίναμε θάλασσα συνήθιζε να αγγίζει την Ά. στους ώμους ή στα χέρια και να τη βάζει να στέκεται δίπλα του και παρόλο που όταν το έβλεπα δεν μου φαινόταν παράξενο, μετά από αυτό που μου είπε ο Ε. άρχισα να πιστεύω ότι δεν ήταν φυσιολογικά». Δηλαδή όσα χρόνια πήγαιναν θάλασσα, η μητέρα έβλεπε την παραπονούμενη δίπλα στον κατηγορούμενο, γεγονός κοινά αποδεκτό, με την παραπονούμενη να αγκαλιάζει τον κατηγορούμενο και τανάπαλιν, μη αντιλαμβανόμενη οτιδήποτε μεμπτό και παράξενο, αλλά όταν της το είπε ο εραστής της, ξαφνικά ξεκίνησε να αμφιβάλλει για τη κρίση της τα τελευταία 8 χρόνια; Τα πιο πάνω βεβαίως στα πλαίσια του κοινά αποδεκτού δεδομένου ότι η παραπονούμενη ήταν ένα παιδί εκδηλωτικό, χαρούμενο που αγκάλιαζε και φιλούσε όλα τα μέλη της οικογένειας Σ. σε συνδυασμό με την κοινώς αποδεκτή θέση ως αυτή προέκυψε από την μαρτυρία όλων των ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτύρων, ότι ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει κολύμπι, μη εισερχόμενος στη θάλασσα πέραν του σημείου του γονάτου, δεν μπορεί, παρά να συντείνει στον προβληματισμό του Δικαστηρίου ως προς τη φιλαλήθεια της παραπονούμενης επί τούτου. Κατά την αντεξέταση της η παραπονούμενη δεν μπορούσε να θυμηθεί αν η συζήτηση περί του «ακατάλληλου μαγιό» έλαβε χώραν μπροστά από τη θεία της Λ. και τη μητέρα της, μήτε και μπορούσε να θυμηθεί πότε αυτή έλαβε χώραν ή αν ο κατηγορούμενος έδωσε χρήματα στην ίδια (τελικώς), ή στην μητέρα της για την αγορά νέου, αναιρώντας αμέσως προηγούμενη απάντηση που έδωσε, επίσης κατά το στάδιο της αντεξέτασης όπου δήλωσε, «Ωραία. Έδωσε μου λεφτά τζαι πήγα τζαι αγόρασα μαγιό». Κατά την κυρίως εξέταση της όμως, επέμενε ότι η συζήτηση έγινε παρουσία της μητέρας της, στην οποία ο κατηγορούμενος έδωσε τα χρήματα για την αγορά νέου μαγιό, χρωματίζοντας μια ολότελα διαφορετική εικόνα σε ότι αφορούσε το εν λόγω περιστατικό. Σημειώνεται δε ότι η μητέρα στην κατάθεση της αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος έδωσε χρήματα στην ανήλικη, ενώ στη μαρτυρία της επέμενε ότι η κόρη της, «αποκλείεται να ζήτησε λεφτά από τον κατηγορούμενο», θέση η οποία έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τη γενικότερη θέση της μάρτυρος ότι, «όποτε η ανήλικη ήθελε κάτι, πρώτα το ζητούσε από τον κατηγορούμενο και μετά από την ίδια». Διακοπές στη Πάφο και Διανομές Προϊόντων Η παραπονούμενη ισχυρίζεται στην οπτικογραφημένη κατάθεση της ότι κατά τον Ιούλιο του 2014 παρενοχλήθηκε σεξουαλικώς από τον κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια των διακοπών της οικογενείας στην Πάφο. Ο κατηγορούμενος ένα βράδυ ενώ η ίδια καθόταν σε μια κούνια έβαλε το χέρι του στο στήθος της, αγγίζοντας το. Σύμφωνα με την μαρτυρία της πέραν της οικογένειας του κατηγορούμενου και της δικής της οικογένειας, παρούσα στις διακοπές ήταν και η οικογένεια της νονάς της, η οποία επισκέφθηκε την Κύπρο για διακοπές. Σε σχέση με το εν λόγω περιστατικό καμία αναφορά δεν έκανε η μάρτυρας στην Κλινική Ψυχολόγο (ΜΚ7), παρά τις διαδοχικές συναντήσεις της με αυτήν. Στην ΜΚ7 η παραπονούμενη διαφοροποίησε την εκδοχή της, κάνοντας λόγο για τις όμορφες και διασκεδαστικές στιγμές που περνούσαν με την οικογένεια του κατηγορούμενου στις διακοπές τους στο βουνό και στη θάλασσα, χωρίς να γίνεται λόγος για τα πιο πάνω. Αντεξετασθείσα η μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έβαζε τα χέρια του στα πόδια της ή προσπαθούσε να τα βάλει επί των ποδιών της ενώ βρίσκονταν στο Εστιατόριο «[ ]» στη Κακοπετριά. Τη θέση αυτή όμως δεν πρόβαλε κατά την λήψη της οπτικογραφημένης της κατάθεσης, ως θα ανέμενε κανείς. Στην οπτικογραφημένη της κατάθεση περιορίστηκε σε αναφορές περί «αγγιγμάτων» εντός του οχήματος, μόνο, σε ακαθόριστους δε, χρόνους. Εντύπωση προκαλεί η επιλογή όπως κάνει αναφορά στη φερόμενη δράση του κατηγορούμενου, επεκτείνοντας το εύρος των ενεργειών και εντός του χώρου του εστιατορίου [ ] μόνο, κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Στη θέση της υπεράσπισης ότι τα περί παρενόχλησης εντός του χώρου του εστιατορίου δεν ανέφερε στην κατάθεση της,[18] η μάρτυρας συμφώνησε δηλώνοντας ότι «είχα τόσα πολλά να πω που δεν ήξερα ποιο να φκάλλω προς τα έξω». Την πιο πάνω δικαιολογία σημειώνεται, έδωσε και σε άλλες περιπτώσεις που της τέθηκαν ασυνέπειες ή αντιφάσεις στη μαρτυρία της. Παρά τις πιο πάνω τοποθετήσεις της δε, η μάρτυρας συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι δεν παρέμενε στο χώρο του εστιατορίου, αφού πήγαινε να δει τη λίμνη, αποδομώντας συνεπώς συλλήβδην τα όσα υποστήριξε επί όρκου. Οξύμωρο κρίνεται το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν έκανε καμία αναφορά περί τούτων των φερόμενων περιστατικών ούτε στην ΜΚ7, με την οποία ειρήσθω εν παρόδω είχαν αριθμό συναντήσεων σε ένα φιλικό και προστατευμένο προς την ίδια περιβάλλον. Υπήρξε θέση της παραπονούμενης ότι υπέφερε για χρόνια στα χέρια του κατηγορούμενου και ότι αδυνατούσε να μιλήσει γιατί ήθελε να προστατεύσει τη μητέρα της, αφού «πάγωνε» ή πάθαινε «σοκ» κάθε φορά, ακόμη και μετά που είχαν απομακρυνθεί από την οικία του κατηγορούμενου το 2014, με την ίδια να έχει ως ανέφερε χαρακτηριστικά, «συνηθίσει στην πάροδο των χρόνων την άσκηση αυτής της κακοποιητικής συμπεριφοράς στο πρόσωπο της». Ευλόγως διερωτάται κανείς γιατί οι σημαντικές αυτές κατά τα άλλα αναφορές περί κακοποίησης, απουσιάζουν, από τα όσα μετέφερε η παραπονούμενη στην Κλινική Ψυχολόγο, μετά την απελευθέρωση της από τα δεινά του κακοποιητή της. Η ίδια η μητέρα της παραπονούμενης ανέφερε τα εξής σημαντικά επί του προκείμενου (Διανομές) κατά την αντεξέταση της : «Α. Δεν θυμούμαι ακριβώς τις ημερομηνίες. Ξέρω ότι πήγαινε και τώρα που μου το είπε την τελευταία φορά που πήγε η Α. μαζί του νομίζω ήταν στην Κακοπετριά. Δεν είμαι σίγουρη τζαι το έκαμε, για να δούμε αν θα την ξαναγγίξει αλλά εμιλούσα μαζί της στο τηλέφωνο. Δικαστήριο: Εννοείτε μετά την καταγγελία; A. Όχι, μετά που το έμαθα. Ήθελε η ίδια να πάει. Ε. Για να δείτε— Α. Για να δει αν είχε το κουράγιο, αν μετά που τόσα που εμάθαμε, αν είχε το κουράγιο να το ξανακάμει. . Ε. Κυρία μάρτυς ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε, αφού δεν γνώριζε τότε ότι υπήρξε αυτή η καταγγελία από τον αράπη ότι το είπε στον Ε. και από τον Ε. σε εσάς. Α. Ναι, δεν το γνώριζε τούτο το πράγμα στις 23 που ήταν τζαι τα γενέθλια της μικρής τζαι ετσακωθήκαμε τη νύχτα μέσα στο σπίτι μου αλλά η σχέση μου μαζί του ήταν πολλά.. εντάξει. Ετσακκνούμαστουν παραπάνω, ήμουν πολλά κρύα εγώ μαζί του. Μπορεί γι' αυτό να έμεινε φρόνιμος. Ε. Κυρία μάρτυρας, αυτό που θέλετε να πείτε παρά το ότι σας ενημέρωσε, ότι ξέρατε ήδη ότι ο Κ. με αυτά που λέτε επείραζε τη κόρη σας ήθελε η ίδια να πάει έτσι; A. Ναι εμιλήσαμε μεταξύ μας. Ε. Για να βεβαιωθεί ότι πράγματι ήταν παρενόχληση αυτό που συνέβαινε; A. Ναι εν τούτο που εθέλαμε να δούμε. Ε. Να βεβαιωθείτε ότι πραγματικά το κάμει; A. Nαι Ε. Άρα μέχρι και τις 23 του μηνός (Αυγούστου 2018) εν ήσασταν σίγουρη.». Η επιμονή της παραπονούμενης, (πάντοτε μετά της ευλογίας της μητέρας της) όπως ακολουθεί τον κατηγορούμενο στις διάφορες μετακινήσεις του, ενώ είχε προηγηθεί η αποκάλυψη στη μητέρα, πόρρω απέχει από τα όσα τεχνηέντως αποφάσισε η παραπονούμενη να αποκαλύψει ή να αποκρύψει κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της. Η παραραπονούμενη επιμένει να ακολουθεί τον κατηγορούμενο κάθε Πέμπτη για το μήνα Αύγουστο του 2018, ένα μήνα προ της αναφοράς της στη ΜΚ4, σε τρεις διαδρομές από το Ακάκι στον Αστρομερίτη, από τον Αστρομερίτη στην Κακοπετριά και από την Κακοπετριά στη Λεμεσό με αποκλειστικό σκοπό να πεισθεί η ίδια, όπως και για τα γεγονότα στη θάλασσα, ότι, οι όποιες κινήσεις του κατηγορούμενου στο πρόσωπο της, ήταν μεμπτές. Λίγες μέρες δηλαδή πριν την αναφορά της στη σχολική σύμβουλο (Σεπτέμβριο του 2018) ακόμη προσπαθούσε διακαώς να αντιληφθεί αν επρόκειτο για σεξουαλική παρενόχληση ή όχι, θέση η οποία έρχεται σε άμεση αντίφαση με τα όσα επίμονα ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της ότι, «Όταν το κατάλαβα ήμουν πέμπτη, έκτη δημοτικού, όταν εκατάλαβα ακριβώς τι επερνούσα. Ήξερα ότι δεν ήταν καλό, βασιμά αθυμήθηκα που ήρταν τζαι εμιλήσαν μας στο σχολείο, αθυμήθηκα τούτο το πράμα που κάμει ένας άλλος άνθρωπος απλά τη φάση και ήξερα ότι ονομάζεται σεξουαλική παρενόχληση». Η Χ. Σ. Η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι ενόσω βρισκόταν στο σπίτι του κατηγορούμενου μόνη μαζί του, ο κατηγορούμενος προσπάθησε να την «πιάσει» από το στήθος. Ξαφνικά, μέσα στο σπίτι εισήλθε η κόρη του κατηγορούμενου Χ., η οποία «ξαφνιάστηκε» μόλις είδε το θέαμα. Επί τούτου αναφέρει στην οπτικογραφημένη κατάθεση της ότι, «Επειδή είδα το πρόσωπο της, ήνταλως αντέδρασε, τζαι αγχώθηκε τζαι τζιήνος». Το εν λόγω περιστατικό δεν μπορούσε να τοποθετήσει χρονικά ενώ περί αυτού καμία αναφορά δεν έγινε από την παραπονούμενη στην Κλινική Ψυχολόγο, ΜΚ
- Τη θέση αυτή, περί αντίληψης της θυγατέρας δε του κατηγορούμενου, η οποία επιμαρτύρησε το γεγονός, δεν δίστασε να αναιρέσει ευθύς μόλις ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση της: «E. Σας είπε κάτι η Χ. που είδε τη σκηνή; Εχάρηκε; Ελυπήθηκε; Είπε κάτι στον πατέρα της; Είπε σου κάτι εσένα; A. Δεν ξέρω καν αν εκατάλαβε κάτι η Χ.»[19], θέση εντελώς αντίθετη με την προηγούμενη τοποθέτηση της ότι η Χ. ξαφνιάστηκε και άλλαξε το ύφος της. Επισκέψεις στη Φάρμα και η «Τελευταία Φορά» Οι αναφορές της παραπονούμενης σε σχέση με τα «αγγίγματα» του κατηγορούμενου στο χώρο της φάρμας, δεν συγκεκριμενοποιούνται χρονολογικά, πλην δύο περιστατικών, ήτοι (α) μια φορά το 2014 όταν ο κατηγορούμενος την άγγιξε στο στήθος και (β) τον Αύγουστο του 2018 ήτοι «την τελευταία φορά», μετά την επιστροφή τους από τη θάλασσα (5.8.18)[20]. Οι αναφορές της παραπονούμενης στην οπτικογραφημένη κατάθεση της έχουν ως εξής: «Που ήμουν πιο μιτσιά επηαίναμε στη φάρμα του τζιαμέ γενικά εμεινήσκαμε επαίζαμε τζιαμέ με τα σιθλούθκια που είμαστε πιο μιτσιοί ας πούμε, εμεινήσκαμε με τες ώρες εε πάλε έτσι καλοτζιαίρκα ήταν τζαι έσιει τζαι γραφείο στη φάρμα, τζαι μες το γραφείο εμεινησκε μόνος του μαζί του το ίδιο έκαμνε με εμένα να πιάνει το στήθος μου πάλε». Σε σχέση με το περιστατικό του 2014 κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων (κυρίως εξέταση) δήλωσε: «.θυμούμαι το χαρακτηριστικά τούτο το 2014 για παράδειγμα, που επήγαμε στη παράγκα με τα κοτόπουλα που είσιε τζιαι είσιε τζαι τον σκλύλο του, τον Ντούρο, Ρότβαιλερ, τζαι επήγε μια φορά να με αγγίξει τζαι ήθελα να τραβήσω πίσω τζαι επειδή ο σκύλος του ήταν μαθημένος να προστατεύει τον ιδιοκτήτη του, επήγε να δώσει πάνω του ο σκύλος τζαι απλώς έπιασε με να με αγκαλιάσει για τον πιάσω, βασικά είσε με πιάσει, εβρήκε το ως αφορμή να το κάμει, για να βάλει το χέρι του στην μπλουζίτσα μου, τζαι να μου πιάνει το στήθος μου». Σε σχέση με την τελευταία φορά, αυτή ήταν την 5.8.18, μετά την επιστροφή τους από τη θάλασσα. Στην οπτικογραφημένη γίνεται η ακόλουθη αναφορά: «Επήα στη φάρμα μαζί του για να φέρουμε γάλα για το τυροκομείο, είσιε σιυλλούι μιτσι τζαι εγώ επειδή έχω αδυναμία στα ζωάκια τζιαι επήαινα, εε πιστεύκοντας τούτος ότι εσταμάτησε να κάμνει κάποια πράγματα επήα τζαι πάλε έτσι, επροσπάθησε να μου τζιήσει, είσιε τον δει ο άνθρωπος που δουλεύει τζιαμέ, οι ξένοι που τους έφερε οι αράπιες ας πούμε, είσιε του πει τζαι είσιε μιλήσει με κάτι άλλους φίλους τους που εν σε άλλη φάρμα τζαι κάπως εν ξέρω.». Ξεκινώντας από την «τελευταία φορά», οι αντιφάσεις στη μαρτυρία της παραπονούμενης επί του προκείμενου ήταν ποικίλες. Εντύπωση προκαλεί ότι η παραπονούμενη στην κατάθεση της δεν έκανε αναφορά σε αφ' εαυτού άγγιγμα το 2018, αλλά σε τί αντιλήφθηκε η ίδια ως μια προσπάθεια αγγίγματος από πλευράς του κατηγορούμενου. Αυτό όμως, δεν αντιστοιχεί σε αυτό που ανέφερε στην ΜΚ
- Στην ΜΚ7 δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος την «άγγιξε με βία στο στήθος», γεγονός που επιμαρτύρησε αλλοδαπός εργαζόμενος στη φάρμα. Ερωτηθείσα δε κατά την αντεξέταση κατά πόσον η εν λόγω αναφορά της στην ΜΚ7 ευσταθεί, η παραπονούμενη ανέφερε ότι «ποτέ δεν είπα τέτοιο πράγμα στην Κλινική Ψυχολόγο». Επιπροσθέτως, η παραπονούμενη διατείνετο ότι το πρωί της 5.8.18, ήτοι της «τελευταίας φοράς» ο κατηγορούμενος την είχε προηγουμένως πειράξει στη θάλασσα, παρενοχλώντας την (Σημείο θάλασσας-ante). Εύστοχα ρωτήθηκε από την υπεράσπιση γιατί τότε, αφού λίγες ώρες προηγουμένως είχε κακοποιηθεί, αποφάσισε αυτοβούλως, να μεταβεί με τον κατηγορούμενο στη φάρμα για την παραλαβή γάλακτος, με την μάρτυρα να απαντά: «πίστευα ότι είχε σταματήσει». Η απάντηση αυτή όχι μόνο δεν μπορεί να σταθεί στην κοινή λογική, αλλά έρχεται και σε πλήρη αντίθεση με τα όσα δήλωσε (υπενθυμίζεται), στην ΜΚ4, ότι ήταν λόγω του αγγίγματος στη θάλασσα που «δεν άντεξε, ομολογώντας τα πάντα στη μητέρα της». Φυσικά από τα πιο πάνω φαίνεται ξεκάθαρα ότι, όχι μόνο «άντεξε», αλλά επιδίωκε και συνέχιζε να ακολουθεί τον κατηγορούμενο στις δραστηριότητες του, όχι επειδή «συνήθισε» ή «πίστευε ότι αυτός είχε σταματήσει» όπως ισχυρίζετο, αλλά επειδή ποτέ δεν ένιωσε οποιαδήποτε απειλή ή κίνδυνο πλησίον του κατηγορούμενου, σεξουαλικής ή άλλης φύσεως. Έχοντας δε και η ίδια αντιληφθεί το παράλογο της τοποθέτησης της, συμφώνησε με την υπεράσπιση ότι, ο λόγος που πήγε στη φάρμα με τον κατηγορούμενο «δεν ήταν επειδή πίστευε ότι είχε σταματήσει να την παρενοχλεί», αλλά, για να δει το σκύλο. Ο σκύλος σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία της παραπονούμενης, το 2018, ήταν μικρός και αποτελούσε το κύριο λόγο που πήγαινε με τον κατηγορούμενο στη φάρμα, «για να παίξει». Και αυτό αποτελεί ψέμα. Διαφάνηκε από την αντεξέταση της ότι το 2018 ο «Ντούρο το Ρότβαιλερ», ήταν ένα αιμοβόρο ζώο που της είχε επιτεθεί το 2014, δαγκώνοντας την. Εκτοτε όχι μόνο τον φοβόταν αλλά δεν τον πλησίαζε. Σύμφωνα με αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ο εν λόγω σκύλος ήταν ένα καθαρόαιμο Ροτβαιλερ το οποίο κατέφθασε στη φάρμα το 2008, και έτυχε αυστηρής εκπαίδευσης φύλακα λόγω κλοπών που είχαν προηγηθεί κατά το έτος
- Συνεπώς το 2010 όταν η παραπονούμενη κατέφθασε στην Κύπρο, ο εν λόγω σκύλος ήταν δύο ετών και σε καμία περίπτωση δεν ήταν «κουτάβι» ως ήθελε παρουσιάσει η παραπονούμενη. Όλες οι πιο πάνω αντιφάσεις, ιδωμένες συνολικά και όχι αποσπασματικά, δεν μπορούν παρά να αφαιρούν από το υπόβαθρο των αναφορών της παραπονούμενης, η οποία τελικώς, παρά τις γενικές αναφορές της «περί αγγιγμάτων» ποτέ δεν ήταν σε θέση να μιλήσει ως προς το πώς αυτά τα περιστατικά ξεκινούσαν και πώς τελείωναν. Η πρόθεση της παραπονούμενης να ψευσθεί ενώπιον Δικαστηρίου προκύπτει και από την επιλογή όπως αποκαλύψει για πρώτη φορά στα πλαίσια της αντεξέτασης της, ότι την 5.8.18 στη φάρμα, μετά τη θάλασσα, ενώ ο κατηγορούμενος και η ίδια βρίσκονταν εντός του οχήματος του, πίεζε το κεφάλι της προς τα κάτω, και δη προς το μόριο του, πάνω από τα ρούχα, παρουσία των αλλοδαπών εργατών που φόρτωναν το γάλα στο πίσω μέρος του διπλοκάμπινου αυτοκινήτου. Το «συγκλονιστικό» κατά τα άλλα αυτό γεγονός, που το θυμάται χαρακτηριστικά, και το μοναδικό αυτής της φύσεως, δεν ένιωσε την ανάγκη να το αναφέρει ή να το μοιραστεί με οιονδήποτε εκ των ατόμων που την περιτριγύριζαν μετά την καταγγελία, περιλαμβανομένης της ψυχολόγου, της μητέρας της, της σχολικής συμβούλου ή της αστυνομίας. Μήτε μπορεί να υποστηριχθεί η θέση ότι «δεν ήξερε τι να πρωτοπεί ή ότι και αυτό, ανάμεσα σε άλλα σημαντικά, ξέχασε», δεδομένου του σύντομου του χρόνου που είχε παρέλθει από την «τελευταία φορά» μέχρι την καταγγελία. Μη συνάδουσα επίσης με τη κοινή λογική είναι η θέση ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως παρενοχλήσει την παραπονούμενη σε σημεία ή χώρους που καλύπτονταν από κάμερες ασφαλείας, η λειτουργία των οποίων ήταν εις γνώση του μεν, η διαχείριση των οποίων δε, ήταν εκτός του δικού του ελέγχου (βλ. Τεκμήριο 25). Ως εκ των άνω η θέση της ότι ο κατηγορούμενος την πείραζε κατά τις επισκέψεις της στη φάρμα δεν αποτελούν τίποτα άλλο παρά εκ των υστέρων σκέψεις της, που έγιναν προφανώς για να πείσει ότι ο κατηγορούμενος ολημερίς και ολονοικτίς την παρενοχλούσε σεξουαλικά, χωρίς όμως, κανένας νοήμων άνθρωπος ή παρατηρητής (και στην παρούσα υπήρχαν πάντοτε παντού, πολλοί τέτοιοι), να αντιληφθεί οτιδήποτε. Βεράντα και Πλύσιμο Χεριών Τα όσα έλαβαν χώρα το βράδυ του Αυγούστου στη βεράντα του κατηγορούμενου ήταν «το χειρότερο που είχε περάσει». Αντεξετασθείσα η μάρτυρας ανέφερε ότι το εν λόγω συμβάν έλαβε χώραν το 2013, όταν η μητέρα της πήγε με τη σύζυγο του κατηγορούμενου να «δουν το πέκκο», ενθυμούμενη ότι εκείνο το βράδυ έτρωγαν μήλο (τελικά και όχι καρπούζι), στη βεράντα. Αλλιώς όμως περιέγραψε το βράδυ που δεν θα ξεχάσει ποτέ στην ΜΚ7, αλλιώς κατά την κυρίως εξέταση της και αλλιώς κατά την αντεξέταση της, προσφέροντας τρείς διαφορετικές εκδοχές σε ότι αφορά το συγκεκριμένο περιστατικό. Στην ΜΚ7 ανέφερε χαρακτηριστικά ότι θυμάται ότι έτρωγαν καρπούζι, ότι η μητέρα της πήγε για καφέ με τη σύζυγο του κατηγορούμενου (παρά το ότι τοποθετεί κατά την οπτικογραφημένη της κατάθεση το περιστατικό περί τις 22:00- 23:00) και ότι το συμβάν έλαβε χώραν αναμφίβολα, το
- Κατά την οπτικογραφημένη της κατάθεση αναφέρει ότι οι δύο γυναίκες πήγαν να δουν το νερό. Σε κανένα στάδιο παράθεσης της μαρτυρίας της στους αρμόδιους φορείς δεν ανέφερε αυτό που δήλωσε για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση και συγκεκριμένα ότι, «όταν την αγκάλιασε ο κατηγορούμενος αγγίζοντας την, ένιωσε το πέος του σκληρό στην πλάτη της». Ενώ στην ΜΚ7 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος «είχε μια ένταση στη φωνή του» όταν τοποθετούσε το χέρι του μέσα από το εσώρουχο της», στην οπτικογραφημένη της κατάθεση ανέφερε ότι τίποτα δεν της είχε αναφέρει τη στιγμή που αποφάσισε να βάλει το χέρι του μέσα από τα εσώρουχα της. Στη ζώσα μαρτυρία της, ανέφερε μάλιστα, (γεγονός που δεν ανέφερε ποτέ προηγουμένως) ότι, ο κατηγορούμενος έβαλε και λίγη πίεση στα δάκτυλα του, αγγίζοντας την στα γεννητικά όργανα, μη τοποθετώντας όμως, το δάκτυλο του, εντός της. Κληθείσα δε να απαντήσει ως προς τις πιο πάνω ανακολουθίες, η μάρτυρας απέδωσε το γεγονός στο ότι «δεν γνώριζε τί να πρωτοπεί». Εδώ να λεχθεί ότι τα πιο πάνω δεν αποτελούν απλά λεπτομέρειες αλλά ουσιώδη γεγονότα, τα οποία λογικά αναμένεται να αναφέρει ένα θύμα σεξουαλικής κακοποίησης το οποίο στιγματίστηκε από την εν λόγω συμπεριφορά, (ως άλλωστε δηλώνει). Οφείλει να σημειωθεί επίσης ότι, οι πράξεις οι οποίες καταλογίζει στον κατηγορούμενο, και δη αγγίγματα, χαϊδέματα και σφίξιμο, μεταξύ άλλων εντός και εκτός των ρούχων και εσωρούχων, δεν αποτελούν πράξεις οι οποίες έχουν μικρή έως ελάχιστη ή στιγμιαία διάρκεια. Το να τοποθετήσει κανείς το χέρι του εντός ενός κομματιού ρούχου χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια από το να αγγίξει κανείς πάνω από τα ρούχα. Παρ' όλα αυτά, η παραπονούμενη δεν ανέφερε πώς γίνονταν αυτές οι κακοποιήσεις, πόση διάρκεια είχαν, πώς αυτές ξεκινούσαν και πώς τελείωναν. Ποτέ δεν ανέφερε στην οπτικογραφημένη της κατάθεση, ως θα αναμένετο, ότι έφυγε τρέχοντας από το σημείο, κλαίγοντας, θέση την οποία πρόβαλε μόνο στην ΜΚ7, μη ενθυμούμενη όμως τις πιο πάνω αναφορές της σε κανένα άλλο στάδιο της διαδικασίας. Παραδοξότητα επίσης παρατηρείται στη θέση της ότι αντιστάθηκε στα πιο πάνω, λέγοντας του κατηγορούμενου «να την αφήσει», με τον τελευταίο να αποκρίνεται ότι «δεν θα κάνει της κάνει κάτι», θέση η οποία έρχεται σε άμεση αντίθεση με την οπτικογραφημένη της κατάθεση όπου ερωτηθείσα, απάντησε κατ' επανάληψη ότι, «ο κατηγορούμενος δεν έλεγε τίποτα την ώρα που την άγγιζε», μήτε και η ίδια «ανέφερε οτιδήποτε» κατά τα περιστατικά. Η φιλαλήθεια της μάρτυρας δυνάμει όλων των πιο πάνω τίθεται εν αμφιβόλω, αφήνοντας το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι η παραπονούμενη, με κάθε ευκαιρία επέλεγε όπως διανθίσει τα γεγονότα, προσθέτοντας κάθε φορά νέες λεπτομέρειες, αφήνοντας την εκδοχή της, έκθετη σε αντιφάσεις και ανακολουθίες. Η προσφυγή της δε στην επίκληση της φράσης «είναι πολλά τα πράγματα που δεν είπα γενικά» κρίνεται ως μη γνήσια, αλλά ως προσπάθεια να δικαιολογήσει τις ασυνέπειες και τις αδυναμίες της όλης εκδοχής της. Κληθείσα να απαντήσει πόσες φορές (περίπου) την άγγιξε ο κατηγορούμενος εν ώρα μεσημεριανού, δεν μπορούσε να δώσει μια απάντηση, περιορίζοντας την απάντηση της στο ότι «συνέβαινε», θέση η οποία είναι ανακόλουθη με τα όσα άφησε να νοηθούν κατά την οπτικογράφηση της ως δεδομένα που λάμβαναν χώραν επί καθημερινής βάσης, κάτω από το άγρυπνο μάτι δύο οικογενειών (του κατηγορούμενου και της ιδίας), οι οποίοι έτρωγαν στη κουζίνα, χωρίς να υπάρχει κανένα οπτικό εμπόδιο (πόρτες) μεταξύ της κουζίνας και του χώρου του νιπτήρα. Στο χώρο βρίσκονταν, πέραν του κατηγορούμενου και της ανήλικης, η σύζυγος, κόρη και υιός του κατηγορούμενου και η μητέρα, αδελφός και αδελφή της παραπονούμενης. Η αναφορά αυτή έρχεται επίσης σε αντίθεση με τις καταγραφές της Κλινικής Ψυχολόγου επί τούτου αφού στην έκθεση καταγράφεται γενικώς ότι, «μετά την μετακόμιση από το σπίτι του το 2014, όταν έτρωγαν οικογενειακώς στο σπίτι, όποτε έβρισκε την ευκαιρία να μένει μόνος του μαζί της, την άγγιζε στο σώμα». Ο ισχυρισμός αυτός εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ΜΚ7 και βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τις θέσεις και ισχυρισμούς της παραπονούμενης στην οπτικογραφημένη της κατάθεση όπου ισχυρίστηκε ότι τα περιστατικά στο σπίτι είχαν διάρκεια τέσσερα χρόνια, ήτοι μέχρι και την μετακόμιση (και όχι μεταγενέστερα). Φόβος και Αποσιώπηση Ως προς τον φόβο που ένιωθε, γεγονός που την απέτρεπε από το να μιλήσει, στην οπτικογραφημένη της κατάθεση, ανέφερε: «Εφοούμουν να το πω στη μάμμα, εσκέφτηκα το πάρα πολλές φορές να το πω. Τούτο εσυνεσίστηκε. Ειδικά το στήθος μου επείραζε το συνέχεια για τέσσερα χρόνια. Ωσπου να φύω που τζιαμέ, τέσσερα χρόνια γιατί έφυα στα δώδεκα. Εν το λαλούσα γιατί εφοούμουν, γιατί απειλούσε τη μάμμα. Ότι, επειδή η μάμμα μου με το ζόρι βασικά με το ζόρι έπρεπε να πώς να το πω ε εβίαζε την για να μπορεί να της διά λεφτά, κάπως έτσι εν ηξέρω τέλος πάντων τωρά». «'Αμα επήαινε η γυναίκα του το πρωί στην εκκλησία, έπιανε την μάμμα μου τηλέφωνο το πρωί τζαι ελάλε της άτε έλα πάνω να κάμεις τη δουλειά σου. Η μάμμα μου επήαινε, ήταν με το ζόρι βέβαια, εν τη άφηκε ποττέ να βρεθεί με κανένα να έσιει άλλη σχέση ή άμα ετύγχανε ελάλε πώς έννεν καλός πω εν της κάμνει, πώς μόνο τζίηνος εν καλός. Τζαι άμα έλειπε η γυναίκα του που το σπίτι έπιανε την. Εγώ φέτος τα έμαθα τούτα είσιε μου τα πει η μάμμα μου. Είσιε μου τα πεί αλλά εν της είχα πει εγώ κάτι τζιήνο το τζιαιρό που μου τα είπε τούτα. Τζαι μετά της το είπα». Ως ορθά έχει αναδείξει η υπεράσπιση, σε όλο το φάσμα της παρούσας προωθήθηκε η θέση από την κατηγορία ότι η παραπονούμενη ως αποτέλεσμα της συνεχούς παρενόχλησης της υπέφερε, ντρεπόταν, καταπιεζόταν, θέλοντας παράλληλα να προστατεύσει τη μητέρα της λόγω των βιωμάτων που είχαν με τον πατέρα της, αντιλαμβανόμενη την αναστάτωση που θα έφερνε η αποκάλυψη της, δεδομένα τα οποία την απέτρεπαν από το να μιλήσει αφού κάθε φορά που προσπαθούσε «πάγωνε». Δεν πέρασαν δε απαρατήρητες οι αναφορές τόσο της παραπονούμενης, αλλά και του αδελφού της (ΜΚ6) ότι, ο κατηγορούμενος «τους πρόσφερε μεν τα πάντα, αλλά τίποτα δεν ήταν μούχτι», με την παραπονούμενη να κάνει λόγο για κατ΄επανάληψη βιασμό της μητέρας της από τον κατηγορούμενου, αλλά και εκστόμισης έμμεσων ή άμεσων εκφοβιστικών και εκβιαστικών σχολίων, αφήνοντας να νοηθεί ότι ο κατηγορούμενός ήταν (παράλληλα), ένας αδίστακτος εργοδότης ο οποίος εκμεταλλευόταν την οικογένεια, έχοντας τους υπό την πλήρη εξάρτηση του. Δεν μπορεί παρά να διερωτηθεί το Δικαστήριο πώς εμπεδώθηκαν στο μυαλό της παραπονούμενης όλες αυτές οι θέσεις. Ποια μαρτυρία (ψευδής ή αληθινή), στηρίζει τη θέση ότι ο κατηγορούμενος βίαζε τη μητέρα ή ότι την εκβίαζε για να έχουν ερωτικό δεσμό, όταν η ίδια η πηγή (μητέρα), δήλωνε επί όρκου ότι ο όποιος ερωτικός δεσμός που ισχυρίζεται ότι είχε με τον κατηγορούμενο ήταν πάντοτε (προ, αλλά και μετά της μετακόμισης) της οικογένειας με την ελεύθερη της βούληση, με την ίδια να μην τον διακόπτει για περίοδο οκτώ ετών; Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν τέθηκε ποτέ η θέση ότι ο κατηγορούμενος άσκησε καθ' οιονδήποτε στάδιο οποιαδήποτε σωματική βία στη μητέρα προς ικανοποίηση των όποιων ορέξεων του, μήτε και η ΜΚ9 προέβη σε μια τέτοια αναφορά. Εξετάζοντας τις θέσεις της παραπονούμενης επί του προκειμένου σχολαστικά, δεν μπορεί παρά να διερωτάται κανείς πώς μπορεί να ευσταθεί η θέση της ότι «σώπασε» όλα αυτά τα χρόνια, γιατί γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος βίαζε, απειλούσε και εκμεταλλευόταν τη μητέρα της, όταν η ίδια δηλώνει στην κατάθεση της ότι «εγώ φέτος έμαθα αυτά τα πράγματα», εννοώντας βέβαια, το
- Η αναφορά της ψυχολόγου ότι η παραπονούμενη ανέλαβε ρόλο προστάτη της μητέρας της, διατηρώντας μεταξύ τους μια «συγχωνευμένη σχέση» δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί σχετική, όπως επίσης σχετικό κρίνεται ότι η παραπονούμενη δεν προέβη στην αποκάλυψη των συγκεκριμένων θέσεων στην κλινική ψυχολόγο κατά τις συναντήσεις τους. Η ίδια η ανήλικη απάντησε ότι «πάντα» θα αισθάνεται την ανάγκη να προστατεύσει τη μητέρα της, ενώ την κατάθεση της την έδωσε «για την ίδια, για την μητέρα της και για παιδιά που δεν έχουν φωνή». Προχωρώντας στην εξέταση των λοιπών θέσεων της παραπονούμενης περί απόλυτης εξάρτησης από τον κατηγορούμενο, γεγονός το οποίο επίσης την απέτρεπε από το να μιλήσει, το Δικαστήριο εκφράζει τους εξής προβληματισμούς. Παρά τις θέσεις της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος «δεν έδινε σταθερό μισθό στη μητέρα της, αλλά της έδινε ότι ζητούσε», η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, φανερώνει ότι η εταιρεία κατέβαλε ανελλιπώς κάθε μήνα μισθό στη ΜΚ9, αυξάνοντας τον μάλιστα, σταδιακά. Εργοδότης της μητέρας δε από το 2014 και εντεύθεν δεν ήταν ο κατηγορούμενος, αλλά ο υιός του, ΜΥ
- Ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν ήθελε κατά τα άλλα, καθ' οιονδήποτε τρόπο την ΜΚ9 να φύγει από κοντά του, πλήρωσε τα έξοδα για τα μαθήματα οδήγησης μέχρι την απόκτηση της άδειας της, το
- Παράλληλα με την απόκτηση του οχήματος το 2014, ο κατηγορούμενος βοήθησε στη μετακόμιση της οικογένειας σε νέο σπίτι, καταβάλλοντας τα ενοίκια κάθε μήνα ως ένδειξη υποστήριξης της οικογενείας. Σε ότι αφορά δε την ερωτική ζωή της μητέρας, είναι αρκετό να λεχθεί ότι η ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία φανερώνει ότι αυτή υπήρχε, αφού διατηρούσε δεσμό με τον ΜΚ2, και ότι ο κατηγορούμενος σίγουρα δεν είχε την δυνατότητα, μήτε το δικαίωμα, να της απαγορεύσει πώς η ίδια θα όριζε τη ζωή της. Το ίδιο δε διάστημα, 2014 και εντεύθεν, ο ΜΚ2 ξεκινά να «μπαινοβγαίνει» στη ζωή, αλλά και στο νέο σπίτι της οικογένειας, επισκεπτόμενος την, διανυκτερεύοντας ανά διαστήματα, αποκτώντας ρόλο «προστάτη», με τα παιδιά, αλλά κυρίως με την παραπονούμενη να τον φωνάζει «παπάκι». Παρά όμως την απομάκρυνση της οικογένειας από τα βοηθητικά και παρά την απελευθέρωση της μητέρας της από τα δεινά του εργοδότη της, η ανήλικη συνέχισε να παραμένει σιωπηλή για τέσσερα ακόμη έτη, ακολουθώντας αυτοβούλως τον κατηγορούμενο στη φάρμα, την οικογένεια της στη θάλασσα, στις διακοπές, συνεχίζοντας να μεταβαίνει κάθε μεσημέρι στο σπίτι της οικογένειας Σ. για μεσημεριανό, αφήνοντας τον κατηγορούμενο να την μεταφέρει στις απογευματινές της δραστηριότητες και όλα αυτά, παρά το ότι η μητέρα της διέθετε πλέον μεταφορικό μέσο και νέο χώρο διαμονής. Πώς δύναται τα πιο πάνω να συνάδουν με τα όσα η ΜΚ7 καταγράφει στην έκθεση της ότι, ακόμη και πριν την αποκάλυψη η παραπονούμενη προσπαθούσε να αποφύγει να βρίσκεται μόνη της μαζί με τον κατηγορούμενο σε διάφορα μέρη; Τίποτα τέτοιο δεν ακούστηκε από την τότε ανήλικη ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίθετα, ως η ίδια ανέφερε «επιδίωκε να πηγαίνει στη φάρμα ή στη Κακοπετριά για να πηγαίνει βόλτα». Αξίζει να σημειωθεί επίσης ως αντίστοιχα σημαντικό δεδομένο ότι, καμία μαρτυρία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου περί επιμονής του κατηγορούμενου όπως η ανήλικη μεταβαίνει ή τον ακολουθεί στις διάφορες μετακινήσεις του, ή οποιαδήποτε άσκησης βίας στο πρόσωπο της, ψυχολογικής, σωματικής ή άλλως πώς, καταρρίπτοντας κατ΄αυτόν τον τρόπο τις αναφορές της ΜΚ7 περί χρήσης «δέλεαρ» ή υποσυνείδητου εξαναγκασμού της παραπονούμενης. Οι πιο πάνω συμπεριφορές της παραπονούμενης κάθε άλλο παρά φόβο δείχνουν για τον κατηγορούμενο. Η ΜΚ9 κατείχε άδεια οδηγού και αυτοκίνητο από το 2014, έχοντας αποκτήσει νέα βάση μετακομίζοντας, ξεκινώντας δειλά- δειλά μια νέα οικογένεια, με τον ΜΚ
- Δεν δικαιολογείται λοιπόν η προώθηση των θέσεων περί σχέσης ελέγχου και εξάρτησης από την οικογένεια του κατηγορούμενου από τη στιγμή που η οικογένεια είχε αυτονομηθεί, διέμεναν μόνοι τους και είχαν την ευκαιρία να αποφασίζουν μόνοι τους, για τον εαυτό τους, πού θα πήγαιναν όχι μόνο τις καθημερινές, αλλά και τα Σαββατοκύριακα. Τόσος ήταν ο φόβος της παραπονούμενης που μαζί με την μητέρα της, η οποία κατά τα άλλα ήταν «τελειωμένη ψυχολογικά», συνέχισαν ακόμη και μετά την αποκάλυψη: (α) Να μεταβαίνουν καθημερινά σπίτι του κατηγορούμενου για φαγητό, (β) η μητέρα να μεταβαίνει καθημερινώς στη οικία του κατηγορούμενου, ακόμη και μετά τη δήλωση παραίτησης της από τις αρχές Σεπτεμβρίου μέχρι και τη σύλληψη του, (γ) να πηγαίνουν οικογενειακώς θάλασσα, (δ) να ακολουθεί η ανήλικη (αυτοβούλως) τον κατηγορούμενο στη φάρμα μετά τη θάλασσα (όπου την κακοποιούσε), (ε) να τον ακολουθεί σε τέσσερις διαφορετικές ημερομηνίες εντός Αυγούστου στις διαδρομές για την παράδοση των προϊόντων (στ) σε συνεννόηση πάντοτε με τη μητέρα η οποία ως δήλωνε «ήταν αγχωμένη» για όσα έμαθε (ζ) με σκοπό να «τεστάρουν» τον κατηγορούμενο. Οι πιο πάνω ενέργειες δεν μπορούν να σταθούν στη λογική μήτε και αποτελούν συμπεριφορές ή αντιδράσεις που θα ανέμενε κανείς να δει από ένα απελευθερωμένο πλέον, θύμα, σεξουαλικής κακοποίησης. Το διαστρεβλωμένο ή πεπλανημένο των πεποιθήσεων της, αποδεικνύεται και από τις αναφορές της σε ότι αφορά την ανήλικη αδελφή της, Μ., για την οποία φοβόταν ότι «θα περνούσε τα ίδια στα χέρια του κατηγορούμενου», ο οποίος «τη φίλησε στη βούκκα και να την άγγιξε πάνω στο πόδι κοντά στο γόνατο», «όπως είχε κάνει και στην ίδια». Πότε έλαβε χώραν αυτό το περιστατικό; Δύο εβδομάδες μετά την αποκάλυψη στη μητέρα της και ενώ συνέχιζαν να πηγαίνουν σπίτι του κατηγορούμενου και της «θείας Α.» (συζύγου του κατηγορούμενου), για φαγητό, ξαπλώνοντας στον καναπέ του καθιστικού. Καμία αναφορά δια τα πιο πάνω στην ΜΚ
- Καμία επιβεβαίωση των ως άνω από την μικρότερη αδελφή όταν ρωτήθηκε σχετικά από την ΜΚ3, με την παραπονούμενη να δηλώνει τελικώς αντεξετασθείσα επί του σημείου ότι, «η ίδια έτσι το εξέλαβε». Στην προκειμένη, για όλους τους πιο πάνω λόγους, είναι προφανές ότι υπάρχουν αρκετά ερείσματα στη μαρτυρία της παραπονουμένης που καταδεικνύουν ότι αυτή δεν είναι τέτοιας ποιότητας επί της οποίας το Δικαστήριο να αισθάνεται ότι μπορεί να βασιστεί για την εξαγωγή οποιονδήποτε ασφαλών συμπερασμάτων. Ενόψει των εγγενών αντιφάσεων που εντοπίζονται στην εν λόγω μαρτυρία αυτή, δεν μπορεί να γίνει πιστευτή, μ