Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Κ. Κ., Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 20344/24, 6/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε. Δ Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 20344/24 ΜΕΤΑΞΥ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας και Κ. Κ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 6 Αυγούστου 2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Χατζηγεωργίου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Ζ. Ζένιου Κατηγορούμενος:Παρών ΠΟΙΝΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Α. Εισαγωγή Ο ενώπιον του Δικαστηρίου κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες 1,3, 8 και 9 που αντιμετωπίζει. Ένεκα της παραδοχής του κατηγορούμενου στις πιο πάνω κατηγορίες, η κατηγορούσα αρχή διέκοψε τις κατηγορίες 2,4,5, 6 και 7 που αυτός αντιμετώπιζε. Οι εναπομείνασες κατηγορίες αφορούν στη διάδοση υλικού σεξουαλικού περιεχομένου (κατηγορία 1)[1], της απειλής (κατηγορία 3)[2], της παρενοχλητικής παρακολούθησης (κατηγορία 8[3]) και της άσκησης ψυχολογικής βίας (κατηγορία 9)[4]. Η έκνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου εκδηλώθηκε μεταξύ των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου
- Τα γεγονότα σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή (Έγγραφο Α') έχουν ως ακολούθως. Την 8.11.2024 καταγγέλθηκε από τη Ρουμανικής καταγωγής παραπονούμενη, ότι μετά τον τερματισμό της ερωτικής σχέσης που διατηρούσε με τον κατηγορούμενο για δύο συναπτά έτη, αυτός ξεκίνησε να γίνεται ενοχλητικός, να την παρακολουθεί και προβαίνει σε συμπεριφορές που της προκαλούσαν φόβο και ανησυχία. Ο δεσμός έληξε τον Σεπτέμβριο του
- Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την ίδια περνούσε επανειλημμένα με το όχημα του έξω από την κατοικία της για να παρακολουθεί τις κινήσεις της. Την 21.10.2024 ο κατηγορούμενος μετέβηκε έξω από την οικία της και σε συζήτηση που είχαν, αυτός την απείλησε με την φράση «θα δεις τι θα σου κάμω», αποχωρώντας από το μέρος. Την 8.11.2024, ο κατηγορούμενος δημιούργησε ομαδική συνομιλία στην εφαρμογή «Messenger» στην οποία πρόσθεσε άτομα του οικογενειακού περιβάλλοντος της παραπονούμενης, στέλνοντας αργότερα φωτογραφίες και βίντεο της. Σύμφωνα με μαρτυρία, στις εν λόγω φωτογραφίες η παραπονούμενη απεικονιζόταν σε μία με το μαγιό της και σε δύο με εσώρουχα κόκκινα μπροστά από τον καθρέφτη του σπιτιού της. Αναφορικά με την πρώτη φωτογραφία, σε αυτήν η παραπονούμενη απεικονίζεται με μαγιό ξαπλωμένη σε βράχο με φόντο την θάλασσα. Αναφορικά με τις δύο τελευταίες φωτογραφίες, στην μια η παραπονούμενη στέκεται απέναντι από τον καθρέφτη του δωματίου της φωτογραφίζοντας τον ενώ φοράει κόκκινο εσώρουχο στο κάτω μέρος, ενώ στο πάνω μέρος φοράει μια μαύρη μακρυμάνικη φανέλα η οποία φτάνει μέχρι τον ομφαλό της. Η δεύτερη φωτογραφία, δείχνει μόνο τα πόδια και την μέση της παραπονούμενης από τον ομφαλό και κάτω ενώ η ίδια φοράει το ίδιο κόκκινο εσώρουχο με την πρώτη φωτογραφία και είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Στα βίντεο δε, απεικονίζεται με τα ρούχα της. Σύμφωνα με την παραπονούμενη, κατά την διάρκεια του δεσμού τους αυτή έδιδε την συγκατάθεση της στον κατηγορούμενο να την φωτογραφίζει είτε γυμνή είτε με εσώρουχα, ωστόσο ουδέποτε συγκατατέθηκε όπως αυτές δημοσιευθούν σε τρίτα πρόσωπα. Οι φωτογραφίες που αποστάλθηκαν από τον κατηγορούμενο στην ομαδική συνομιλία διαγράφθηκαν από τον ίδιο εγκαίρως. Η παραπονούμενη, μεταξύ των ημερομηνιών 16.10.24 - 20.11.24 εντόπιζε επανειλημμένα τον κατηγορούμενο σταθμευμένο είτε στον χώρο εργασίας της, είτε έξω από το σπίτι της, είτε να την παρακολουθεί ενώ αυτή οδηγούσε. Την 20.11.24 και περί τις 03:30 το πρωί, ενώ η παραπονούμενη οδηγούσε το όχημα της στην οδό [ ] στο Δάλι, η οποία βρίσκεται πλησίον της οικίας της, είδε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται σταθμευμένος εκεί με το όχημα της δουλειάς του. Μόλις αυτός την αντιλήφθηκε, κατέβηκε από το όχημα του και προσπάθησε να ανοίξει την πόρτα του οδηγού του οχήματος της χωρίς ωστόσο να τα καταφέρει αφού αυτή ήταν κλειδωμένη. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στον χώρο στάθμευσης του Πανεπιστημίου, είδε το όχημα του κατηγορούμενου σταθμευμένο απέναντι από το δικό της με αυτόν να βρίσκεται στην θέση του οδηγού. Στην παρουσία φίλης της και μαζί με αυτήν, μετέβησαν σε μάθημα χορού το οποίο διήρκησε δύο ώρες. Αφού επέστρεψαν στο Πανεπιστήμιο για να παραλάβει το όχημα της η παραπονούμενη, αντιλήφθηκαν τον κατηγορούμενο να είναι σταθμευμένος στον χώρο στάθμευσης, σε διαφορετικό σημείο αυτή την φορά. Ο κατηγορούμενος σε όλο αυτό το διάστημα απέστελλε στην παραπονούμενη διάφορα μηνύματα. Όταν αυτό έγινε κατ' επανάληψη, προκαλώντας της ενόχληση, αυτή προέβη σε φραγή των κλήσεων του αλλά και του λογαριασμού του στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Μετά το περιστατικό αυτό, αυτή δέχθηκε διάφορες κλήσεις από άγνωστους αριθμούς προς αυτήν και όταν αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για τον κατηγορούμενο, αφού αναγνώρισε την φωνή του, προέβη σε φραγή και εκείνων των αριθμών. Την 28.11.2024 και ώρα 17:45 ο ΜΚ11 συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης τον κατηγορούμενο. Ανακρινόμενος, ο κατηγορούμενος διατήρησε το δικαίωμα στη σιωπή. Β. Λοιπές Υποθέσεις Κατηγορούμενου Μετά από συγκατάθεση της κατηγορούσας αρχής για σκοπούς επιβολής μίας ποινής, λήφθηκαν υπόψιν τρείς
(3)ακόμη ποινικές υποθέσεις που αφορούν τον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα οι υποθέσεις με αριθμούς 20313/24, 2/25 και 476/25 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για παρόμοιας φύσεως αδικήματα που στρέφονται εναντίον του ίδιου προσώπου[5]. Οφείλει εδώ να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος με απόφαση Δικαστηρίου (υπό άλλη σύνθεση), τελεί υπό κράτηση στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 476/2025 από την 8.4.
- Β
- Γεγονότα στις Λοιπές Υποθέσεις του Κατηγορούμενου Εν σχέσει με τα γεγονότα των λοιπών υποθέσεων, αυτά, ως εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή έχουν ως ακολούθως: Υπόθεση υπ' Αριθμό 20313/2024 του Ε.Δ. Λευκωσίας Την 2.11.24 και περί ώρα 11:05 και ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν στον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου προσήλθε στο μέρος η παραπονούμενη, με σκοπό να του εκφράσει κατ' ιδίαν την επιθυμία της να διακόψουν κάθε επικοινωνία. Η συνάντηση τους έγινε τόσο κατόπιν επιθυμίας της παραπονούμενης όσο και του κατηγορούμενου. Η συνάντηση έγινε υπό την εποπτεία του Αστυνομικού
- Ενώ συνομιλούσαν παρουσία του εν λόγω αστυφύλακα, ο κατηγορούμενος εξεμάνη και άρχισε να φωνάζει στην παραπονούμενη, την οποίαν εξύβρισε με τις φράσεις «παλιοπουτάνα» και «πήγαινε γαμήθου», παρά τις συστάσεις του αστυνομικού, προκαλώντας ταυτόχρονα ανησυχία. Κινήθηκε ταυτόχρονα με άγριο ύφος προς το μέρος της. Την ίδια ώρα ο αστυνομικός τον πληροφόρησε ότι διαπράττε τα αδικήματα της δημόσιας εξύβρισης και ανησυχίας και ότι είναι υπό σύλληψη και αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο αυτός απάντησε φωνάζοντας με άγριο ύφος και τρίζοντας τα δόντια του, «άρεσε σου ρα;». Την ίδια ώρα του επιδόθηκαν τα δικαιώματα του, τα οποία αφού διάβασε, ο κατηγορούμενος υπέγραψε παρουσία του αστυνομικού. Κατηγορηθείς απάντησε, «παραδέχομαι». Υπόθεση υπ' Αριθμό 2/25 του Ε.Δ. Λευκωσίας Την 31.12.2024 καταγγέλθηκε στον αστυνομικό σταθμό Πέρα Χωριού από την παραπονούμενη ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 00:15 και ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο της στην Λεωφόρο [ ] στο Δάλι με συνοδηγό φίλη της την αντιλήφθηκε ο κατηγορούμενος, ο οποίος οδηγούσε το αυτοκίνητο του μάρκας Honda HRV εξ' αντιθέτου. Μόλις ο κατηγορούμενος την αντιλήφθηκε, έκανε επαναστροφή και αφού την ακολούθησε, την προσπέρασε λίγο πριν τα φώτα τροχαίας που υπάρχουν στην πιο πάνω οδό. Στην συνέχεια, ο κατηγορούμενος σταμάτησε λόγω του ότι υπήρχε κόκκινο φανάρι και αυτή σταμάτησε αναγκαστικά πίσω του. Ακολούθως ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και ενώ κατευθυνόταν πεζός προς το αυτοκίνητο της, άναψε το πράσινο φανάρι και βρήκε την ευκαιρία και έφυγε με το αυτοκίνητο της προς Λευκωσία μέσω του αυτοκινητόδρομου πανικοβλημένη. Ο κατηγορούμενος την ακολούθησε με το αυτοκίνητο του σε κοντινή απόσταση, αλλά στη συνέχεια η παραπονούμενη βγήκε από την έξοδο των Λατσιών, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να την χάσει. Περαιτέρω η παραπονούμενη κατήγγειλε ότι περί ώρα 14:30 της ίδιας μέρας και ενώ εργαζόταν στην καφετέρια με την επωνυμία «[ ]» στη Λεωφ. [ ] στο Πέρα Χωριό, μετέβη εκεί ο κατηγορούμενος με το αυτοκίνητο του και ενώ βρισκόταν στην θέση του «Drive Through» και τον εξυπηρετούσε από το παράθυρο του εν λόγω υποστατικού, αυτός, άνευ λόγου και αιτίας την απείλησε με την φράση: «Εννα φάεις σιηπεθκιά πας την κελλέ». Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, την 1.1.25 και ώρα 17:25, στον αστυνομικό σταθμό Πέρα Χωριού, ο ΜΚ5 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει Δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Αφού του επεξήγησε τους λόγους της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και αυτός απάντησε: «Έχω λάβει νομική συμβουλή να μην αναφέρω οτιδήποτε». Στον κατηγορούμενο δόθηκαν και επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 18:00-18:50, στον αστυνομικό σταθμό Πέρα Χωριού, ο ΜΚ5 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην παρουσία του δικηγόρου του Ανδρέα Χρίστου. Στην ανακριτική του κατάθεση, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τα όσα του καταλόγισε η παραπονούμενη δίνοντας διάφορους ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι στις 30.12.2024 και περί ώρα 19:30 πήγε στο οίκημα του ΑΠΟΕΛ στην Λευκωσία και παρέμεινε εκεί μέχρι η ώρα 02:00 τα ξημερώματα της 31.12.
- Ακολούθως, ως ανέφερε, έφυγε και μετέβηκε στην οικία του στο Δάλι. Υπέδειξε δε ότι στο οίκημα του ΑΠΟΕΛ βρίσκονταν αρκετά άτομα που τον είδαν, κατονομάζοντας δύο από αυτά. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι στις 31.12.2024 μετέβηκε στην καφετέρια «[ ]» στο Πέρα Χωριό, όπως συνηθίζει, παράγγειλε καφέ και έφυγε χωρίς να δημιουργήσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι η παραπονούμενη εργαζόταν στο μέρος, αλλά ούτε και την είδε ποτέ του να εργάζεται εκεί. Τέλος ανέφερε ότι η καταγγελία της παραπονούμενης εναντίον του, έγινε για αλλότριους σκοπούς. Σε σχέση με την υπόθεση, λήφθηκαν γραπτές καταθέσεις από τις ΜΚ2 και ΜΚ
- Η τελευταία επιβεβαίωσε πλήρως τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη για το πρώτο συμβάν που έγινε στις 31.12.2024 και περί ώρα 00:
- Η ΜΚ2 στην κατάθεση της επιβεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος μετέβηκε στην αναφερόμενη καφετέρια την 31.12.2024 και περί ώρα 14:
- Ανέφερε περαιτέρω ότι άκουσε τον κατηγορούμενο να φωνάζει δυνατά στην παραπονούμενη, αλλά δεν έδωσε σημασία στα λεγόμενα του, λόγω του ότι τον δεδομένο χρόνο είχε αρκετή κίνηση από πελάτες στο εν λόγω υποστατικό. Σε ότι αφορά τα δύο πρόσωπο που επικαλέστηκε και κατονόμασε ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση, αυτοί δεν επιβεβαίωσαν τους ισχυρισμούς του. Υπόθεση υπ' Αριθμό 476/25 του Ε.Δ. Λευκωσίας Την 2.4.2024 και μεταξύ των ωρών 23:32-23:58, στον Αστ. Σταθμό Πέρα Χωριού, λήφθηκε κατάθεση από την παραπονούμενη (ΜΚ1) στην οποία κατήγγειλε ότι την ίδια μέρα και ώρα 23:05, ενώ βρισκόταν εντός του οχήματος της, το οποίο ήταν σταθμευμένο στην Λεωφόρο [ ] στο Δάλι, σταμάτησε ένα αυτοκίνητο δίπλα της και κατέβηκε από αυτό ο κατηγορούμενος. Στη συνέχεια, αυτός άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού, όπου καθόταν φιλικό πρόσωπο της ΜΚ1, και απείλησε την παραπονούμενη λέγοντας της «Εννα σου βάλω πόμπα», «θα υπάρξουν αιματοχυσίες» και «θα φάεις πιστολιά πάστην κκελλέ» προκαλώντας της φόβο. Η ΜΚ1 του ζητούσε να φύγει και τότε ο κατηγορούμενος κλώτσησε με το πόδι του το καθρεφτάκι του συνοδηγού στο αυτοκίνητο της και το έσπασε. Έπειτα ο κατηγορούμενος αποχώρησε από το μέρος. Την 7.4.2025 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου. Την 7.4.2025 και ώρα 21:05 στον Αστ. Σταθμό Λατσιών, ο ΜΚ3 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει Δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο, αυτός απάντησε «Δεν θα σας πω κάτι». Την ίδια μέρα δόθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του τα οποία αφού παρέλαβε, υπέγραψε για την πληροφόρηση τους. Ανακριθείς δεν παραδέχθηκε την διάπραξη των αδικημάτων διατηρώντας το δικαίωμα στη σιωπή. Την 9.4.2025 και μεταξύ των ωρών 12:17-12:20, έξω από τον Αστυνομικό Σταθμό Πέρα Χωρίου, ο ΜΚ7, στην παρουσία και καθ' υπόδειξη του ΜΚ3, έλαβε αριθμό φωτογραφιών από το όχημα. Την 17.4.2025 σε συνεργείο οχημάτων στην Βιομηχανική περιοχή Αλάμπρας, ο ΜΚ3 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον ιδιοκτήτη του συνεργείου, ο οποίος ανέφερε ότι, αφού επιθεώρησε την ζημιά του οχήματος αυτή εκτίμησε στα €
- Η κατηγορούσα αρχή δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο Λευκού Ποινικού Μητρώου. Γ. Προσωπικές Περιστάσεις Κατηγορούμενου Xωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, με την ικανή αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής (Έγγραφο Β'), αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αυτός αντιμετωπίζει εκφράζοντας την απολογία και μεταμέλεια του κατηγορούμενου. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων δηλώνοντας ότι, «ο κατηγορούμενος ενήργησε ένεκα συναισθηματικής ανωριμότητας και αστάθειας. Η συναισθηματική του αυτή ανωριμότητα, τον οδήγησε στην απώλεια οποιουδήποτε ελέγχου να διαχειριστεί την κατάσταση του χωρισμού, δημιουργώντας στο μυαλό του την εσφαλμένη στερεοτυπική αντίληψη πως η παραπονούμενη του ανήκει και πρέπει να βρίσκεται υπό το δικό του έλεγχο», οδηγώντας τον στη διάπραξη αδικημάτων έμφυλης βίας. Με κίνητρο συνεχίζει ο κ. Ζένιος, «την επιθυμία του να επανασυνδεθούν, προέβαινε σε αυτές τις παρενοχλητικές συμπεριφορές ώστε να έχει την παραπονούμενη υπό τον έλεγχο του». Η ανωριμότητα με την οποίαν ο κατηγορούμενος διαχειρίστηκε την όλη κατάσταση επιβεβαιώνεται σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης, από το γεγονός ότι την καλούσε τόσο από τον προσωπικό του αριθμό αλλά και από τον επαγγελματικό του αριθμό, μη αποκρύπτοντας την ταυτότητα του, ρωτώντας την κατ' επανάληψη κατά πόσον είχε συνάψει ερωτικό δεσμό με άλλο πρόσωπο. Σημείωσε ότι εν βρασμό ψυχής και χωρίς καμία προμελέτη, ο κατηγορούμενος απέστειλε τρεις
(3)φωτογραφίες και δύο
(2)βίντεο της παραπονούμενης οι οποίες, παρότι αναμφίβολα αφορούν σε προσωπικές στιγμές, δεν απεικόνιζαν οποιαδήποτε γυμνά σημεία ή όργανα του σώματος της, μήτε και αποτύπωναν σε σεξουαλικές πράξεις ή ενέργειες, γεγονός που θα επέτεινε το εξευτελιστικό περιβάλλον που δημιουργήθηκε[6]. Τα εν λόγω αρχεία απέστειλε σε ομάδα που δημιούργησε ο ίδιος στη διαδικτυακή πλατφόρμα «Messenger» και στα οποία περιλαμβάνονταν πέντε
(5)συγγενικά πρόσωπα της παραπονουμένης και δη ο θείος, οι δύο θείες, ή ανήλικη αδελφή της και η γιαγιά της. Παρότι η ενέργεια του αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως οτιδήποτε άλλο παρά λανθασμένη, ο συνήγορος τόνισε ότι το υλικό αυτό δεν διαδόθηκε «στον αχανή κόσμο του διαδικτύου», από όπου αυτό θα μπορούσε ενδεχομένως να αναπαραχθεί ή να παραμείνει, αλλά αντίθετα, η διάδοση έλαβε χώρα (χωρίς αυτό να αποτελεί δικαιολογία), με τρόπο περιορισμένο και «ελεγχόμενο». Η δε ύπαρξη της εν λόγω «ομάδας» διήρκησε μόνο μερικά λεπτά, αφού ο κατηγορούμενος διέγραψε σχεδόν αμέσως το επίμαχο υλικό, γεγονός που καταδεικνύει την παρορμητική του κρίση. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ήταν όπως αυτό δει μόνο μία θεία της παραπονούμενης και ουδείς άλλος. Ο κατηγορούμενος διέγραψε περιπλέον και από το προσωπικό του τηλέφωνο οτιδήποτε του είχε αποστείλει η παραπονούμενη ως φωτογραφίες ή άλλο υλικό κατά τη διάρκεια της ερωτικής τους σχέσης. Υπό αυτό το πρίσμα εισηγείται η υπεράσπιση και σε αντίθεση με άλλες, σοβαρότερες υποθέσεις όπου το υλικό διαδίδεται ανέλεγκτα στο διαδίκτυο με ότι αυτό συνεπάγεται, η παρούσα υπόθεση μπορεί να διακριθεί από άλλες σοβαρότερες υποθέσεις του είδους, εντάσσοντας την αποκλίνουσα συμπεριφορά του κατηγορούμενου σε κατηγορία χαμηλότερης ποινικής απαξίας. Η υπεράσπιση ανέφερε περιπλέον ότι αν και σίγουρα δημιουργήθηκαν στην παραπονούμενη συναισθήματα φόβου και αναστάτωσης από τη διαγωγή του κατηγορούμενου, ουδέν ουσιώδες ψυχολογικό ή άλλο κατάλοιπο παρέμεινε, -παρά το ότι δεν αμφισβητείται ότι υπήρξε δυσμενής επηρεασμός της καθημερινότητας της, λόγω του παρενοχλητικού στοιχείου των συμπεριφορών-, με την παραπονούμενη να μην αποτείνετε σε ειδικό για λήψη ειδικής ψυχολογικής στήριξης. Επιπλέον, δεν αναγκάστηκε να προβεί σε δραστικές αλλαγές στην καθημερινότητα ή στον τρόπο ζωής της (αλλαγή διεύθυνσης και/ή εγκατάλειψη εργασίας), για να απαλλαγεί από την παρουσία του κατηγορούμενου, μήτε και αποσύρθηκε κοινωνικά. Σε ότι αφορά το εκδοθέν την 29.11.24 Διάταγμα Αποκλεισμού[7] και για την παρακοή του οποίου κατηγορείται δια μέσω των κατηγοριών 2 και 3 στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης υπ' αριθμόν 2/2025 του Ε.Δ. Λευκωσίας, ο συνήγορος υπεράσπισης σημείωσε ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε προσχεδιασμός εκ μέρους του κατηγορούμενου σε σχέση με την παρακοή των εν λόγω όρων αφού, την παραπονούμενη είτε συναντούσε τυχαία στην καφετέρια στην οποία αυτή εργαζόταν, και στην οποίαν ο κατηγορούμενος μετέβαινε ως θαμώνας ακόμη και προ των επίδικων γεγονότων ή σε δρόμους που αμφότεροι χρησιμοποιούσαν, με τις οικίες τους να βρίσκονται σε κοντινή απόσταση. Η παρακοή συνίστατο στη συμπεριφορά που αυτός εκδήλωνε μετά, τις όποιες τυχαίες συναντήσεις τους. Ως καταγράφεται στο κείμενο μετριασμού, «Με απλά λόγια, δεν βρισκόταν στους επίδικους τόπους (.) έχοντας προσχεδιάσει τη μετάβαση του εκεί για να τη συναντήσει (λαϊκιστί «δεν είχε στήσει καρτέρι»). Βρισκόταν εκεί τυχαία και όταν την έβλεπε, τότε ξεκινούσαν τα όσα, δικαίως του καταλογίζονται». Ο κατηγορούμενος σημείωσε ο κ. Ζένιος, στα πλαίσια της μεταμέλειας και απολογίας του τόσο προς την ίδια την παραπονούμενη αλλά προς το Δικαστήριο αποφάσισε να αποζημιώσει πλήρως για την ζημιά που προκάλεσε στο όχημα της παραπονούμενης (βλ. Παράρτημα Α' - Εγγράφου Β'). Ως ένδειξη της απολογίας και της μεταμέλειας του ο κατηγορούμενος προέβη αυτοβούλως σε χρηματική εισφορά ύψους €300 στο Σύνδεσμο για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση της Βίας στην Οικογένεια (ΣΠΑΒΟ) ήτοι, σε χώρο που παρέχει στήριξη σε θύματα έμφυλης βίας (Παράρτημα Β'), αποδεικνύοντας περίτρανα κατά τον κ.Ζένιο, ότι «συνειδητά προσέφερε εκεί που ζημίωσε, εκεί που έσφαλε, στον άνθρωπο που έβλαψε, δηλαδή τη γυναίκα». Σε ότι αφορά τις προσωπικές του περιστάσεις, ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 25 ετών και αποτελεί το μεγαλύτερο από τα τρία αδέλφια της οικογένειας, έχοντας μια αδελφή ηλικίας 23 ετών και ένα αδελφό ηλικίας 17 ετών. Αποφοίτησε από την Τεχνική Σχολή με την ειδικότητά του μηχανικού αυτοκινήτων και μέχρι και τον εγκλεισμό του εργάζετο σε συνεργείο της περιοχής Νήσου λαμβάνοντας μηναίο μισθό περί τα €1.200. Σύμφωνα με την υπεράσπιση, ο κατηγορούμενος προέρχεται από μια συγκροτημένη και παραδοσιακή οικογένεια, μεγαλωμένος και γαλουχημένος σε ένα περιβάλλον αγάπης και φροντίδας, συνεισφέροντας στα έξοδά της. Παρά ταύτα, ένεκα της σωματοδομής του ήλθε αντιμέτωπος με χλευαστικά σχόλια από (τότε) συμμαθητές και συνομήλικους του, οδηγώντας τον στη διαμόρφωση ενός χαρακτήρα εσωστρεφή, γεγονός που επιδεινώθηκε στα εφηβικά του χρόνια, με τον ίδιο πολλές φορές να εκφράζει την επιθυμία όπως μην πηγαίνει σχολείο ένεκα του σχολικού εκφοβισμού που δεχόταν, συγκεντρώνοντας αναπόδραστα πολλές φορές και αριθμό απουσιών. Η δε ερωτική απογοήτευση και απόρριψη που έτυχε από νεαρή κοπέλα στα εφηβικά του χρόνια τον σημάδεψε, με την παραπονούμενη να ήταν η πρώτη του ερωτική σχέση στην ηλικία των 22 ετών, γεγονός που ενδέχεται να συνέτεινε στο γιατί ο κατηγορούμενος αντέδρασε πέραν και εκτός του μέτρου. Ο εγκλεισμός του κατηγορούμενου στις κεντρικές φυλακές ως αυτός έλαβε χώρα την 16.4.25 έχει κοστίσει τα μάλα στην οικογένεια του. Στις σελίδες 20 μέχρι και 22 της γραπτής αγόρευσης δια μετριασμό αναφέρεται ότι ο αδελφός του κατηγορούμενου, παρά την ανηλικότητα του επιμένει να τον επισκέπτεται σε εβδομαδιαία βάση τις φυλακές, επικοινωνώντας καθημερινά μαζί του, με τη σχέση τους να περιγράφεται ως ιδιαίτερα στενή παρά την ηλικιακή τους διαφορά. Στο σπίτι υπάρχουν συναισθηματικά πλέον ξεσπάσματα από τον δεκαεπτάχρονο προς τους γονείς του, με φωνές, ευερεθιστότητα και θλίψη, ενώ η απόδοση του στις αθλητικές του επιδόσεις έχει πληγεί, όπως ευρύτερα η διάθεση του, αρνούμενος να βγει έξω και να συναντήσει τους φίλους του, θεωρώντας ότι «προδίδει τον κατηγορούμενο» που είναι έγκλειστος. Η μητέρα του κατηγορούμενου πέραν της συναισθημάτων που περιστοιχίζουν μια μητέρα που το παιδί της βρίσκεται έγκλειστο στις φυλακές εισπράττει, ούσα καθηγήτρια στο επάγγελμα, αρνητικά σχόλια και βλέμματα που πληγώνουν τον ψυχισμό της, δημιουργώντας της ψυχολογική αναστάτωση. Οι επιπτώσεις δε στη ζωή του κατηγορούμενου ένεκα του εγκλεισμού του, ποικίλλουν. Ο εργοδότης του, του ανέφερε ότι πλέον δεν επιθυμεί καμία συνεργασία μαζί του ενώ δεν προτίθεται να τον επαναπροσλάβει καθ' οιονδήποτε χρόνο, ενώ στο γενικότερο πλαίσιο και λόγω του στιγματιστικού χαρακτήρα των έκνομων ενεργειών του κατηγορούμενου (αδικήματα εναντίον γυναίκας), επικρατεί προς το πρόσωπο του ένα αρνητικό κλίμα, γεγονός που ενδέχεται να επηρεάσει δυσμενώς και σοβαρά την προοπτική εργοδότησης του σε συνεργεία της περιοχής. Ένεκα της μικρής πληθυσμιακά περιοχής στην οποία διαμένει (και στην οποία διαμένει και η παραπονούμενη), η φύση των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος έχει μαθευτεί, με τον ίδιο να στιγματίζεται ανεπανόρθωτα, αφού ήδη γνωστοί και φίλοι έχουν σταματήσει να επικοινωνούν μαζί του. «Κατ' αυτόν τον τρόπο, δεν θα ήταν αδόκιμο να υποστηριχθεί ότι ο κατηγορούμενος έχει μετατραπεί σε persona non grata» εισηγείται η υπεράσπιση, αφού παρά την ποινή που θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, ο κοινωνικός περίγυρος έχει ήδη προβεί στην εξαγωγή των δικών του συμπερασμάτων. Όλα τα πιο πάνω, αποτελούν μορφές εξωδικαστικής τιμωρίας οι οποίες οφείλουν συνυπολογισμού από το Δικαστήριο κατά το στάδιο επιμέτρησης της ποινής. Παραπέμποντας ο κ. Ζένιου σε Νομολογία και Συγγράμματα εισηγείται ότι η ηλικία του κατηγορούμενου οφείλει να διαδραματίσει το δικό της ρόλο στην διαμόρφωση της τελικής απόφασης του Δικαστηρίου. Με γνώμονα ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 25 ετών και συνεπώς εντάσσεται εντός της κατηγορίας των νεαρών παραβατών, καθίσταται επιτακτική και επιβεβλημένη η ιδιαίτερη μεταχείριση του κατά τη διαμόρφωση του ποινικολογικού σκεπτικού, αφού στον πυρήνα αυτού οφείλει να βρίσκεται η κοινωνική αναμόρφωση και επανένταξη, αντί η εξοντωτική, τιμωριτική προσέγγιση. Προς επίρρωση των πιο πάνω, η υπεράσπιση τονίζει ότι ο κατηγορούμενος συγκατατίθεται στην έκδοση Διατάγματος παραπομπής του σε Θεραπευτικό Πρόγραμμα Παρέμβασης, δυνάμει των προνοιών των άρθρων 44- 46 του Νόμου 115(Ι)/2021, εκφράζοντας απερίφραστα κατ' αυτόν τον τρόπο την πρόθεση του να αυτοβελτιωθεί και να περιορίσει αν όχι εξανεμίσει, οποιεσδήποτε αμφιβολίες ως προς τη διαγωγή του στο μέλλον. Τονίζεται δε ότι η έκδοση τέτοιων Διαταγμάτων είναι δυνατή μόνο με τη συναίνεση του καταδικασθέντος, με τον κατηγορούμενο στην παρούσα, να ζητά όχι την επιείκεια του Δικαστηρίου αλλά τη βοήθεια του, ζητώντας ουσιαστικά από το Δικαστήριο όπως γίνει αρωγός στην συνειδητή προσπάθεια αναμόρφωσης του. Ο κ. Ζένιος κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες, παραπέμποντας δε για έκαστο σημείο σε σχετική επί του προκείμενου, Νομολογία: Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, τον καλό του χαρακτήρα και την μη επίδειξη στο παρελθόν οποιαδήποτε αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Την παραδοχή του, δια της οποίας έχει όχι μόνο εξοικονομηθεί Δικαστικός χρόνος και δημόσιο χρήμα αλλά έχει δια αυτής προστατευτεί και η παραπονούμενη, η παρουσία της οποίας δεν θα είναι αναγκαία στο Δικαστήριο, αποφεύγοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την όποια δευτερογενή θυματοποίηση της. Προς τούτο ο συνήγορος παρέπεμψε και στις εκδοθείσες υπό του Sentencing Council του Ηνωμένου Βασιλείου κατευθυντήριες γραμμές, με τίτλο «Reduction in Sentence for a Guilty Plea». Την υπεύθυνη στάση που τήρησε ο κατηγορούμενος, αποφασίζοντας όπως αναλάβει εμπράκτως τις ευθύνες των πράξεων του δια της παραδοχής του σε όλες τις υποθέσεις που τον αφορούν. Το νεαρό της ηλικίας του και την αποκατάσταση των ζημιών στο όχημα της κατηγορούμενης, καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ευθύς μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης της αποστολής του εν λόγω υλικού, ανακάλεσε αυτό δια της διαγραφής του, περιορίζοντας στο ελάχιστον την έκθεση της παραπονούμενης σε τρίτα πρόσωπα. Οι επιπτώσεις στον περίγυρο του κατηγορούμενου περιλαμβανομένης και της της οικογένειας του από τον εγκλεισμό του, όπως βεβαίως και στον ίδιο. Την απολογία του προς το Δικαστήριο και προς την παραπονούμενη για τις πράξεις του, υποσχόμενος ότι δεν θα απασχολήσει εκ νέου τη Δικαιοσύνη με παρόμοιας ή άλλης φύσεως ποινικά κολάσιμες συμπεριφορές. Την συναίνεση του δια έκδοση Διατάγματος Θεραπείας Παρέμβασης προς για αναμόρφωση και απόδειξη του ότι έχει αφήσει πίσω του συμπεριφορές αυτού του είδους, φροντίζοντας μέσω της ολοκλήρωσης του εν λόγω προγράμματος ότι θα αποτελέσει πρότυπο πολίτη αλλά και συντρόφου στο μέλλον. Προς περαιτέρω διασφάλιση των πιο πάνω, η υπεράσπιση συναινεί και στην έκδοση Διατάγματος απομάκρυνσης και αποκλεισμού του κατηγορούμενου από την παραπονούμενη ως μέρος της ποινής του[8]. Τέλος, τις προσωπικές, οικονομικές, επαγγελματικές και οικογενειακές του περιστάσεις. Γ. Νομική Πτυχή Η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων αναδεικνύεται από τη φύση τους, αλλά και από τις νομοθετικώς ανώτατες προβλεπόμενες ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από το νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017). Υπενθυμίζεται ότι το αδίκημα της διάδοσης υλικού σεξουαλικού περιεχομένου επισύρει δυνάμει των προνοιών του άρθρου 9
(1)του Νόμου 115(Ι)/21 μέγιστη ποινή φυλάκισης 14 ετών, ενώ το αδίκημα της απειλής επισύρει ποινή φυλάκισης 3 ετών. Αντίστοιχα το αδίκημα της παρενοχλητικής παρακολούθησης επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι και δύο
(2)έτη ή πρόστιμο €5.000 ή την επιβολή και των δύο αυτών ποινών, ενώ η άσκηση ψυχολογικής βίας εναντίον γυναίκας, επισύρει ποινή φυλάκισης πέντε
(5)ετών ή χρηματικές ποινή μη υπερβαίνουσες τις €10.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Το Δικαστήριο διατηρεί περιπλέον τη διακριτική ευχέρεια δυνάμει του άρθρου 33 του Νόμου 115(Ι)/21, όπως εκδώσει ως μέρος της ποινής ή ως ποινή, Διάταγμα Απομάκρυνσης από το θύμα υπό τέτοιους όρους και για όσο καιρό κρίνει πρέπον νοουμένου ότι έχει διαπιστώσει παραβατική συμπεριφορά εναντίον του θύματος. Δυνάμει δε του άρθρου 46 του Νόμου 115(Ι)/2021 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει, κατά την επιβολή ποινής, νοουμένου ότι υπάρχει η συγκατάθεση του κατηγορούμενου, «την παρακολούθηση από αυτόν των προβλεπόµενων στο άρθρο 44 προγραµµάτων, ώστε να καταστεί ικανός να υιοθετήσει συμπεριφορά, µε στόχο την πρόληψη άσκησης βίας και την αλλαγή των εκδηλούµενων από αυτόν βίαιων µορφών συµπεριφοράς». Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής μου ότι η παρούσα υπόθεση εκδικάζεται συνοπτικά, οπότε η ποινή φυλάκισης που ήθελε επιβληθεί στον κατηγορούμενο σε σχέση με την 1η κατηγορία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε χρόνια, αυτό όμως, σε καμία περίπτωση δεν υποβαθμίζει τη σοβαρότητα του αδικήματος οπως αυτή διαγράφεται μέσα από τις προβλεπόμενες από τον Νόμο ποινές. Θα πρέπει στο σημείο αυτό επίσης να λεχθεί ότι όπως είναι και σαφώς νομολογημένο, κατά την επιμέτρηση της ποινής σε υποθέσεις οι οποίες εκδικάζονται συνοπτικά ύστερα από γραπτή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα, όπως είναι και η παρούσα, το Δικαστήριο μπορεί να λαμβάνει υπόψη ως ανώτατη ποινή, την ποινή που προβλέπεται από το νόμο και όχι την ανώτατη ποινή που το ίδιο έχει δικαιοδοσία να επιβάλει με αποτέλεσμα να μπορεί, αν τα γεγονότα και οι περιστάσεις της υπόθεσης το απαιτούν να επιβάλει ακόμα και το ανώτατο όριο ποινής που μπορεί να επιβληθεί σε συνοπτική διαδικασία (βλ. Raymond Elias Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 442, Chikh v. Police
(1984)2 CLR, Attorney General of the Repuplic v. Vasiliotis Alias Kaizer and Another
(1967)2 CLR 20). Κρίνεται κατάλληλο σημείο να λεχθεί ότι, σε ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 8 και 9, έρευνα του Δικαστηρίου δεν έχει φανερώσει δεσμευτική επί του προκείμενου, καθοδηγητική, νομολογία ως προς το ύψος των ποινών που οφείλουν όπως επιβάλλονται. Βέβαια, το Δικαστικό προηγούμενο δεν παρέχει πάντοτε καθοδήγηση αναφορικά με το ύψος της ποινής, και αυτό γιατί η κάθε υπόθεση αξιολογείται στη βάση των δικών της, ειδικά, γεγονότων. Η μεγαλύτερη χρησιμότητα δικαστικών προηγούμενων έγκειται στον εντοπισμό περιστάσεων που κρίθηκαν ως επιβαρυντικά ή ελαφρυντικά στοιχεία, χωρίς βέβαια να διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στα ειδικά αυτά Νομοθετήματα (των κατηγοριών 8 και 9), καταγράφονται παράγοντες και περιστάσεις η ύπαρξη των οποίων επενεργεί επιβαρυντικά αναφορικά με τον αδικοπραγούντα (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ 123, Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ 100). και Bezanidis κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ, 785). Των ως άνω λεχθέντων, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τα αδικήματα στα οποία έχει κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να υποτιμούνται. Η σοβαρότητα των έγκειται στο γεγονός ότι ενέχουν πράξεις που δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας, καταρρακώνουν την προσωπικότητα ατόμων και γενικότερα, διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Παραβατικές συμπεριφορές οι οποίες απολήγουν στον άμεσο επηρεασμό της καθημερινότητας του θύματος σημειώνουν (δυστυχώς) ιδιαίτερη έξαρση. Πλειάδα υποθέσεων της φύσεως αυτής, κατακλύζουν τις αίθουσες των ποινικών Δικαστηρίων, γεγονός για το οποίο λαμβάνω Δικαστική γνώση. Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτού του τύπου είναι επιβεβλημένη καθότι η διάπραξη των έχει άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα, την αξιοπρέπεια, το ψυχισμό και ψυχολογική ακεραιότητα των θυμάτων, τα οποία υφίστανται ιδιαίτερη ταλαιπωρία από τις πράξεις των αδικοπραγούντων, αντίκτυπο το οποίο δεν είναι (πάντοτε), οφθαλμοφανές. Συμπεριφορές αυτού του είδους, όπως οι απειλές σε συνδυασμό με κατ' εξακολούθηση παρακολουθήσεις, επικοινωνίες και επιδιωκόμενες επαφές, με απώτερο πάντοτε σκοπό τον άμεσο και δυσμενή επηρεασμό του θύματος, αποτελούν πλέον μια μάστιγα που ταλανίζει ευρύτερα την κοινωνία μας, με τη συμπεριφορά αυτή να εντοπίζεται ότι εκδηλώνεται εντονότερα, ακόμη και σε ακραίο βαθμό, αναμεταξύ πρώην συζύγων ή ζευγαριών. Δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι συμπεριφορές αυτού του είδους αποτελούν τη ρίζα ενός πολυδιάστατου κοινωνικού πλέον, προβλήματος. Η όποια εγγύτητα είχαν ή έχουν δύο πρόσωπα μεταξύ τους, δεν τους δίδει επ' ουδενί το δικαίωμα όπως, (είτε εντός της σχέσης είτε μετά την ολοκλήρωση αυτής), συμπεριφέρονται κατά τρόπο που να καταρρακώνει την αξιοπρέπεια ενός ατόμου, καθιστώντας το θύμα υποχείριο στα χέρια τους ένεκα της συμπεριφοράς τους. Τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα δεικνύουν με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εναντίον της παραπονούμενης, ως αυτή εκδηλώθηκε είτε εντός Οκτωβρίου 2024-Νοεμβρίου 2024 (χρόνοι της παρούσας), ή συνολικά ιδωμένη από τον Οκτώβριο του 2024 μέχρι και Απρίλιο 2025 (ημερομηνία τελευταίας σύλληψης και προσαγωγής του ενώπιον Δικαστηρίου) φανερώνει ένα σταθερό μοτίβο συμπεριφοράς σε βάθος χρόνου εναντίον της. Οι εν λόγω δε πράξεις του, οι οποίες λάμβαναν χώρα είτε σε καθημερινή βάση ή σε σύντομο αναμεταξύ τους χρονικό διάστημα, δεν είχαν άλλο σκοπό από την πρόκληση αναστάτωσης και ανησυχίας στο πρόσωπο της. Παρά τον όποιο παρορμητισμό ή έλλειψη αυτοσυγκράτησης από μέρους του, δεν μπορεί παρά να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει πολύ καλά ότι η εκστόμιση απειλής ή οι εκτός μέτρου και λογικής παρενοχλητικές συμπεριφορές του θα προκαλούσαν συναισθήματα αναστάτωσης, φόβου, ανησυχίας ακόμη και τρόμου στο πρόσωπο της παραπονούμενης, επιδιώκοντας άλλωστε την πρόκληση σε αυτήν των πιο πάνω συναισθημάτων, φροντίζοντας όπως προκαλεί μάλιστα τα εν λόγω συναισθήματα με τις πράξεις του, κάθε ευκαιρίας δοθείσης, είτε τηλεφωνικώς είτε μέσα από (ορισμένες τυχαίες) συναντήσεις τους, δεδομένο που δυσχέραινε ακόμη περισσότερο τα πράγματα αφού σε κάθε συναπάντημα ο κατηγορούμενος γινόταν λεκτικά βίαιος, είτε εκτοξεύοντας απειλές στο πρόσωπο της, είτε προκαλώντας κακόβουλες ζημιές. Περιπλέον ο κατηγορούμενος, ενώ γνώριζε πολύ καλά για την ύπαρξη του Διατάγματος Απομάκρυνσης αλλά και για την παρέμβαση της αστυνομίας σε προηγούμενο της έκδοσης του Διατάγματος χρόνο (βλ. γεγονότα της 20313/24- συνάντηση μερών και στον αστυνομικό σταθμό), επέλεγε συνειδητά ακόμη και κατά τις όποιες τυχαίες συναντήσεις τους (π.χ. καφετέρια) όπως συνεχίσει να απασχολεί και να παρεκτρέπεται, ενοχλώντας και παρενοχλώντας την παραπονούμενη, προκαλώντας της φόβο και τρόμο, κατακρεουργώντας κατ' αυτό τον τρόπο κομμάτι προς κομμάτι την ψυχολογική της ακεραιότητα. Το γεγονός ότι γνώριζε ότι βρίσκονταν σε ισχύ σχετικά Διατάγματα απομάκρυνσης και αποκλεισμού, δεν μπορεί παρά να δείχνει ότι οι πράξεις του ήταν όχι μόνο σκόπιμες και επαναλαμβανόμενες, αλλά και το ότι προέβαινε σε αυτές, ασχέτως των επιπτώσεων που αυτές ενδεχομένως να έφεραν στο πρόσωπο του, αφήνοντας με κάθε του πράξη, ακόμη ένα αποτύπωμα στον ψυχισμό της παραπονούμενης. Ως ορθά έχει αναδείξει και τονίσει ο κ. Ζένιου στην αγόρευση του, τα αδικήματα στα οποία έχει κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος αφορούν σε αδικήματα έμφυλης βίας. Με αυτό ως γνώμονα και δεδομένο, κρίνεται σκόπιμο όπως εδώ υπενθυμισθεί το αυτονόητο, αλλά συχνά ξεχασμένο γνωμικό ότι, όπως και «ο σεβασμός, η αγάπη εμπνέεται και δεν επιβάλλεται». Ο κατηγορούμενος διατηρώντας την πεπλανημένη εντύπωση ότι θα μπορούσε δια της πρόκλησης φόβου να επιβάλει στην παραπονούμενη τα δικά του συναισθήματα ενήργησε εγωιστικά, αφού, όταν δεν κατάφερε να επανενωθεί μαζί της, αποφάσισε να ενεργήσει κατά τρόπον εκδικητικό, προσβλητικό και ποινικά κολάσιμο, επιφέροντας το εξής οξύμωρο αποτέλεσμα: Να προκαλέσει πόνο, αναστάτωση και τρόμο στο πρόσωπο με το οποίο επιθυμούσε να συνεχίσει να διατηρεί δεσμό, πρόσωπο στο οποίο μέχρι πρότινος εξέφραζε αισθήματα αγάπης και εκτίμησης, χάνοντας το κατ' αυτό τον τρόπο από τη ζωή του. Απαύγασμα των πράξεων του ήταν ο εξευτελισμός και η προσβολή της παραπονούμενης στο οικογενειακό της περιβάλλον δια της αποστολής υλικού σεξουαλικού περιεχομένου. . Η Grevio στην έκθεση με τίτλο «General Recommendation N.1 οn the Digital Dimension of Violence against Women ημερ. 20.10.21[9]» (με γνώμονα την παραδοχή στην 1η κατηγορία), αναφέρει: «9 [.] It is violence perpetrated as a result of or in order to perpetuate stereotypes of women and men in society, social norms, concepts of masculinity and notions of women's inferiority. Women and girls may experience gender-based violence against women in all aspects of their lives, including in their families and intimate relationships by friends and acquaintances.». «12. Gener based violence against women perpetrated in the digital sphere has a serious impact on women's and girls' lives, including psychological and physical health, their livelihoods, their physical safety and their reputation». Η Επιτροπή CEDAW (Committee on the Elimination of Discrimiation Against Women) στην Έκθεση με τίτλο General Recommendation N. 35 on Gender- Based Violence Against Women Updating General Recommendation N.19 ημερ. 26.7.17 αναφέρει: «1. Gender Based Violence is «violence which is directed against a woman because she is a woman or that affects women disproportionately and that it constituted a violation of their human rights». «9. [.] The term further strengthens the understating of the violence as a social rahter than an individual problem, requiring comprehensive responses, beyond those to specific events, individual perpetrators and victims/ survivors». Αντίστοιχα, στο Recommendation Rec.
(2002)5 on the Protection of Women Against Violence ημερομηνίας 30.4.2022, της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, επί των παραγράφων 50-51 (CEDAW) γίνεται ρητά λόγος για δημιουργία και παροχή παρεμβατικών προγραμμάτων σε καταδικασθέντες για αδικήματα βίας εις βάρος γυναικών, τα οποία αποσκοπούν στο να: «encourage perpetrators of violence to adopt a violence - free pattern of behaviour by helping them to become aware of their acts and recognize their responsibility», «providing the perpetrator with the possibility to follow intervention programmes not as an alternative to sentence, but as an additional measure aiming at preventing violence». Τα αδικήματα στα οποία έχει κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα της κοινωνίας μας, η οποία δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των Δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρεί, αλλά επιδεινώνεται ραγδαία, οδηγώντας πολλές φορές σε μη αναστρέψιμες καταστάσεις. Η άσκηση ψυχολογικής και άλλης μορφής βίας σε οιοδήποτε πρόσωπο δεν είναι ανεκτή ως συμπεριφορά και πρέπει να εκριζωθεί από την κοινωνία. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια, δια των ποινών που θα επιβάλλουν, διακηρύξουν την αποφασιστικότητα να πατάξουν το συγκεκριμένο φαινόμενο, συνδράμοντας έστω, κατασταλτικά. Καθίσταται δε σαφές από το ίδιο το προοίμιο του νεοσυσταθέντος Νομοθετήματος του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμο 115(Ι)/2021 ότι αυτός θεσπίστηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία προς εναρμόρνιση της με τις ρυθμίσεις των Ηνωμένων Εθνών και του Συμβουλίου της Ευρώπης με σκοπό την παροχή (περαιτέρω), προστασίας ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών, ειδικότερα σε θύματα ενδοοικογενειακής και όχι μόνο, βίας. Μέσω της εισαγωγής των προνοιών των άρθρων 44-46 του Νόμου η Δημοκρατία, εκπληρώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τις Ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της, παρέχει σε καταδικασθέντα πρόσωπα την ευκαιρία όπως ακολουθήσουν, εάν επιθυμούν, παρεμβατικά προγράμματα, προς υποβοήθηση και διασφάλιση της από μέρους τους μη επανάληψης τέτοιου είδους συμπεριφοράς. Περιπλέον, αδικήματα που άπτονται της αποστολής υλικού σεξουαλικού περιεχομένου δεν βρίσκονται μόνο σε έξαρση αλλά αποτελούν αδικήματα που πλέον δεσπόζουν στο στερέωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αποτελεί Δικαστική γνώση από την πλειάδα των υποθέσεων αυτής της μορφής που κατακλύζουν τις ποινικές αίθουσες ότι έχει δυστυχώς χαθεί κάθε μέτρο σε ότι αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις, με έννοιες όπως σεβασμός, ιδιωτικότητα, λογική και ανθρώπινη αξιοπρέπεια να βρίσκονται στο μεταίχμιο. Στιγμές προσωπικές, ιδιωτικές και ιδιαιτέρες, οι οποίες οφείλουν σεβασμού ως κόρην οφθαλμού, μετατρέπονται σε μοχλό πίεση και αντικείμενο εκμετάλλευσης στα χέρια πρώην συντρόφων, οι οποίοι, εν ριπή οφθαλμού και μη μπορώντας να διαχειριστούν τον πληγωμένο τους εγωισμό, εκθέτουν ανεπανόρθωτα οικείους αλλά ιδίους, μη σεβόμενοι ότι πιο ιερό είχε κανείς αναδιπλώσει ενώπιον τους. Σκοπός του κατηγορούμενου στην προκείμενη δεν ήταν άλλος από τη διαπόμπευση της παραπονούμενης, με τις μέχρι πρότινος ιδιωτικές στιγμές της παραπονούμενης να σταματούν ξαφνικά να είναι ιδιωτικές όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε να διαχειριστεί το χωρισμό τους, ενεργώντας έξω από κάθε μέτρο λογικής. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, υπενθυμίζεται ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά, ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που την περιβάλλουν, σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση και των προσωπικών συνθηκών έκαστου παραβάτη. Η διεργασία αυτή, εμπεριέχει την άσκηση διακριτικών εξουσιών η οποία δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται καθορισμένη (standardised) καθότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει ποτέ να είναι τυφλή στο μονοπάτι της (βλ. Pikis: Sentencing in Cyprus, 2nd Edition σελ. 2). Επομένως, το Δικαστήριο σε ότι αφορά την επιβολή ποινής, έχει υποχρέωση όπως προβεί στην κατάλληλη διεργασία, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί ούτως ώστε, η επιβαλλόμενη ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του ενώπιον του Δικαστηρίου, παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Των ως άνω λεχθέντων, είναι ορθό όπως γίνει μνεία στο ότι, η εξατομίκευση της ποινής, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγεί στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, ειδικότερα, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, αφού η εξατομίκευση της έχει λόγο στον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη, δεν συναρτάται όμως αποκλειστικά με τις προσωπικές συνθήκες αυτού (βλ. Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Υπενθυμίζεται ότι η ποινή της φυλάκισης πρέπει να επιβάλλεται όταν η φύση του αδικήματος, οι συνθήκες και η ένταση διάπραξής του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις που οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπουν τα προαναφερόμενα νομοθετήματα για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης και τις περιστάσεις της υπόθεσης, το Δικαστήριο φρονεί ότι τα ακόλουθα επενεργούν επιβαρυντικά σε σχέση με τον κατηγορούμενο: Η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε κατ' επανάληψη, ήτοι δια επιδιωκόμενων επαφών, δια ζώσης επαφών, τηλεφωνημάτων, απειλών και περιφορών σε χώρους που γνώριζε ότι θα εντόπιζε την παραπονούμενη, ή συνεχίζοντας τις έκνομες συμπεριφορές του ακόμη και στις περιπτώσεις που αυτήν συναντούσε τυχαία, γνωρίζοντας, ότι οι πιο πάνω πράξεις του θα προκαλούσαν τρόμο, αναστάτωση, φόβο και βία στο θύμα. Οι λόγοι και συνθήκες που οδήγησαν τον κατηγορούμενο στην διάπραξη των αδικημάτων έχουν τύχει λεπτομερούς επεξήγησης από τον συνήγορο υπεράσπισης. Παρά τα ως άνω, υπενθυμίζεται ότι η κακή ψυχολογική κατάσταση ενός αδικοπραγούντος ή ο πληγωμένος εγωισμός δεν μπορούν και δεν αποτελέσουν δικαιολογία για το ποινικά κολάσιμο των πράξεων του. Ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας τη δύναμη του λόγου (πραγματικές απειλές), σε συνδυασμό με την επίδειξη μιας καθ' όλα απρόκλητης, επαναλαμβανόμενης, παρενοχλητικής συμπεριφοράς στο πρόσωπο του θύματος, ενήργησε εκδικητικά και χωρίς δισταγμό. Τούτο γιατί δεν μπορούσε να δεχθεί ότι ο χωρισμός που είχε επέλθει μεταξύ του ζευγαριού, ήταν κάτι το μόνιμο, διατηρώντας την απαίτηση όπως συνεχίσει να διατηρεί έλεγχο επί της παραπονούμενης. Είναι αυτονόητο, ότι κάθε ανθρώπινο ον και στην προκείμενη εδώ γυναίκα, έχει το δικαίωμα όπως επιλέξει πώς θα πορευτεί στη ζωή της μετά τη λύση ενός δεσμού, κάτι που δεν σεβάστηκε ο κατηγορούμενος, θεωρώντας την ακόμη «ιδιοκτησία» του.
- Δεν μπορεί να μην επενεργεί επιβαρυντικά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε όπως απασχολεί, αψηφώντας την ισχύ σχετικών Διαταγμάτων που τον αφορούσαν και τα οποία σκοπό είχαν όπως αποκλείσουν τις επαφές του με το θύμα, προστατεύοντας και τον ίδιο παράλληλα. Το στοιχείο αυτό προσθέτει ακόμη περισσότερη απαξία στις παράνομες πράξεις του και καθιστά ακόμη πιο επιβεβλημένη την ανάγκη για επιβολή αυστηρής ποινής, αφού είναι πασιφανές ότι ο κατηγορούμενος εάν δεν ήταν για τη σύλληψη του, ενδέχεται να μην σταματούσε. Στην παρούσα περίπτωση, οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και η αδιαφορία του κατηγορούμενου για τις συνέπειες των πράξεων του στον ψυχισμό και αξιοπρέπεια της της παραπονούμενης, φανερώνουν μια αμετανόητη, μέχρι εκείνου τουλάχιστον του σημείου, στάση. Οι δε συνέπειες των εγκλημάτων του κατηγορούμενου, ήταν προβλεπτές σε όλη την έκταση τους. Ο κατηγορούμενος επέδειξε λεκτική και ψυχολογική βία εναντίον ενός ανθρώπου επειδή ο ίδιος δεν μπορούσε να αποδεχθεί το χωρισμό τους. Σημειώνεται εδώ ότι τα συγκεκριμένα αδικήματα διαπράχθηκαν εναντίον γυναίκας, από σύντροφο, πέραν της μίας φοράς, προκαλώντας βλάβες στο θύμα. Τα στοιχεία αυτά, τα οποία γενικά συνιστούν επιβαρυντικούς παράγοντες, λαμβάνουν ιδιαίτερη επιβαρυντική σημασία σε σχέση με τα αδικήματα που εμπίπτουν και στην εμβέλεια του Ν.115(Ι)/21 (βλ. αρ.11).
- Σύμφωνα με τη Νομολογία, η χρήση οποιασδήποτε μορφής βίας, «. είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς». Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει το «στοιχείο της αυθαιρεσίας, της αυτοδικίας και (..) επιθετικότητας έναντι συνανθρώπου, η οποία συνιστά παράλληλα, βάναυση προσβολή της προσωπικότητας (.), θα πρέπει (οι αδικοπραγούντες) να τιμωρούνται αυστηρά και αποτρεπτικά» (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 221/17, 15.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B428). Τα ακόλουθα, προσμετρούν υπέρ του κατηγορούμενου, ως ελαφρυντικά στοιχεία. Το λευκό του ποινικό μητρώο. Το ποινικό μητρώο ενός κατηγορουμένου, ως μία πτυχή του χαρακτήρα και του ιστορικού του, έχει σημασία και πρέπει, αν τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις, να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η εκ. σελ.59). Το λευκό ποινικό μητρώου των συνεπώς, οφείλει όπως μη διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου, χωρίς αυτό να σημαίνει, σε οιανδήποτε περίπτωση ότι υπερφαλαγγίζει την σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων. Οι προσωπικές και οικονομικές του περιστάσεις, περιλαμβανομένων της απώλειας της εργασίας του, ως αυτές έτυχαν ανάλυσης από τον συνήγορο υπεράσπισης και των επιπτώσεων που επέφερε ο εγκλεισμός του στην οικογένεια του, αφού ως η νομολογία αναγνωρίζει «οι επιπτώσεις της ποινής στην οικογένεια και στους εξαρτώμενους του κατηγορούμενου συνιστούν οπωσδήποτε στοιχεία μετριασμού της ποινής» (βλ. Μ.Θ. ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.174). Την αποζημίωση της ζημιάς που προκάλεσε στο όχημα της παραπονούμενης (βλ. Παράρτημα Α επί του Εγγράφου Β) καθώς και την απόφαση του, ως ένδειξη αντίληψης και μεταμέλειας για την επιδειχθείσα συμπεριφορά του, όπως συνεισφέρει αυτοβούλως στο ΣΠΑΒΟ, ενισχύοντας οικονομικά το φορέα που υποβοηθά γυναίκες που υπέστησαν θύματα βίας από συμπεριφορές ως η δική του (βλ. Παράρτημα Β'). Το νεαρό της ηλικίας του. Ως αναφέρεται στο Σύγγραμμα των κ.κ. Α. Καπαρδή και Η. Στεφάνου «Επιμέτρηση και Επιβολή Ποινών στο Κυπριακό Νομικό Σύστημα» 2020, σελ. 234: «Παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει νομικός ορισμός των νεαρών ενήλικων παραβατών, άτομα ηλικίας κάτω των 21 ετών πάντα αντιμετωπίζονται ως νεαροί παραβάτες και μερικές φορές αυτή η κατηγορία περιλαμβάνει και άτομα μέχρι 25 ετών». Δεν διάλαθε επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου η παραδοχή του σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορούμενου δια στόματος του συνηγόρου υπεράσπισης όχι μόνο προς την κοινωνία και τους οικείους του για τις πράξεις του αλλά και στην άμεσα επηρεαζόμενη, την οποίαν, ο κατηγορούμενος επέλεξε να προστατεύσει έστω και την υστάτη δια της παραδοχής του, αποφεύγοντας κατ΄αυτόν τον τρόπο τη δευτερογενή θυματοποίηση της, εκ της αναβίωσης όσων συμβάντων της είναι ανεπιθύμητα και δυσάρεστα, με ορατό το ενδεχόμενο της περαιτέρω ψυχολογικής της επιβάρυνσης. Το γεγονός ότι το εν λόγω υλικό αν και διέδωσε, διέγραψε ευθύς αμέσως από την ομάδα στην οποία το κοινοποίησε αλλά και από την κινητή του συσκευή αυτοβούλως. 7. Τέλος, της προσοχής του Δικαστήριού δεν θα διαλάθει η συγκατάθεση του κατηγορούμενου για έκδοση Διατάγματος με το οποίο να ενταχθεί εντός Θεραπευτικού Προγράμματος Παρέμβασης και να ακολουθήσει μέχρι και διετές πρόγραμμα στο «Παρεμβατικό Πρόγραμμα Αυτοελέγχου «Πρωτέας»», το οποίο σκοπό έχει μεταξύ άλλων την αποτροπή βίαιων συμπεριφορών είτε σε επίπεδο έμφυλης βίας ή γενικών διαπροσωπικών σχέσεων και την απόκτηση δεξιοτήτων αυτοελέγχου και δημιουργίας ενός νέου, δημιουργικού τροπου ζωής (βλ. Παραρτήματα Δ' και Ε' - Έγγραφο Β'). Δ. Ποινή- Κατάληξη Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες προχωρώ στην επιβολή ποινής, δηλώνοντας ότι, παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες οφείλουν όπως λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις, δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν ενδεχομένως το ύψος, όχι όμως και το είδος της ποινής, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης. Η οποιαδήποτε άλλη ποινή φρονεί το Δικαστήριο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της επιβαλλόμενης ποινής με αναφορά και στην απαραίτητη αποτρεπτικότητα που θα πρέπει να περιβάλλει αυτή. Έχοντας πάντοτε κατά νου δε τις πιο πάνω κατευθυντήριες οδηγίες και νομολογία επιβάλω στον κατηγορούμενο, τις ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 1: Ποινή Φυλάκισης 18 μηνών. Στην Κατηγορία 3: Ποινή Φυλάκισης 6 μηνών. Στην Κατηγορία 8: Ποινή Φυλάκισης 12 μηνών. Στην Κατηγορία 9: Ποινή Φυλάκισης 16 μηνών. Οι ποινές φυλάκισης θα συντρέχουν. Εκδίδεται περιπλέον, ως μέρος της επιβληθείσας ποινής σε ότι αφορά την 9η κατηγορία Διάταγμα Αποκλεισμού του κατηγορούμενου (δυνάμει των εξουσιών που διατηρεί το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 33
(4)του Νόμου 115(Ι)/21) με το οποίο να απαγορεύεται στον κατηγορούμενο όπως πλησιάζει την παραπονούμενη σε απόσταση μικρότερη των 300 μέτρων ή να πλησιάζει στην οικία της παραπονούμενης στην [ ] 11 στο Δάλι σε απόσταση μικρότερη των 300 μέτρων για περίοδο 2 ετών από σήμερα. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θα ενεργοποιήσει τις πρόνοιες των άρθρων 44 μέχρι 46 του Νόμου 115(Ι)/21, έχοντας προς τούτο ικανοποιηθεί ότι ο κατηγορούμενος έχει συγκατατεθεί στην παραπομπή του σε σχετικό Θεραπευτικό Πρόγραμμα, ως αυτό προσφέρεται από το Σύνδεσμο για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση της Βίας στην Οικογένεια. Εκδίδεται συνεπώς Διάταγμα με το οποίο ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στην παρακολούθηση του Προγράμματος «ΠΡΩΤΕΑΣ». Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο σε ότι αφορά τις κατηγορίες 1-3 θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης της. Επισημαίνω εξαρχής ότι μετά την αλλαγή την οποία επέφερε ο Ν.186(Ι)/03 στον περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον διατάσσει την αναστολή αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά έκαστου κατηγορούμενου. Σύμφωνα με την Νομολογία, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930) το Δικαστήριο οφείλει κατά την εξέταση του ζητήματος όπως απαντήσει το ερώτημα του κατά πόσον η ενδεχομένως ανασταλείσα ποινή φυλάκισης, αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Μεταξύ των παραγόντων οφείλει όπως λάβει υπόψιν του την σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του κατηγορουμένου, ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής, και την διαγωγή του μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ήτοι, αν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία μεταμέλειας. Μνημονεύεται στο στάδιο αυτό, παρότι είναι γνωστό τοις πάσι εις τον νομικό κόσμο ότι, η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης παραμένει ποινή φυλάκισης, με μόνη διαφοροποίηση της το γεγονός ότι δεν τίθεται σε άμεση ισχύ ο εγκλεισμός ενός κατηγορούμενου στις κεντρικές φυλακές. Έχω ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης σε ότι αφορά τους Κατηγορούμενους και έχω υπόψη όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, οι μετριαστικοί παράγοντες του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογείται η φυλάκιση του με αναστολή. Ως πολύ εύστοχα τέθηκε στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930: «Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Η λέξη αναμόρφωση, η οποία αποτελεί και έναν εκ των σκοπών της «τιμωρίας», μπορεί να ερμηνευθεί ως η ριζική αλλαγή και βελτίωση ενός συστήματος, ή στην προκείμενη, στην αγωγή ενός ατόμου, δίδοντας του νέα μορφή και ουσία, βελτιώνοντας τη συμπεριφορά του για επανένταξη του στην κοινωνία. Η Δικαιοσύνη, ως ζωντανό θεσμικό όργανο στην εξέλιξη της κοινωνίας, καλείται πάντοτε όπως συμβαδίζει με όλους τους εξελισσόμενους τομείς της ανθρώπινης πραγματικότητας και συμπεριφορών που την περιβάλλουν και αυτό αποδεικνύεται περίτρανα μέσω της πλειάδας των Ειδικών Νομοθετημάτων που πλαισιώνουν πλέον το Κυπριακό Νομικό Στερέωμα[10], εκφράζοντας μέσω της θέσπισης αλλά και των προνοιών τους συνάμα την αποφασιστικότητα για πάταξη συγκεκριμένων φαινομένων, και την παροχή ταυτόχρονα τέτοιων εργαλείων, για όποιον ήθελε εκμεταλλευτεί αυτά, για παροχή βοήθειας. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορο το Δικαστήριο ότι ενώπιον του υπάρχει κατηγορούμενο πρόσωπο, νεαρό σε ηλικία, το οποίο δηλώνει έτοιμο, όχι μόνο να αποδεχθεί την όποια ποινή ήθελε επιβάλλει το Δικαστήριο και συνακόλουθα και τις συνέπειες αυτής, αλλά και να προβεί σε αυστηρή αυτοκριτική μέσω της ένταξης του σε ένα παρεμβατικό πρόγραμμα το οποίο θα τον γαλουχήσει και θα τον στηρίξει κατάλληλα, με την ελπίδα όπως αποβάλει, όσο είναι νωρίς, νοοτροπίες και συμπεριφορές οι οποίες μόνο αρνητικό πρόσημο θα έχουν στη ζωή του. Σε αυτό το κάλεσμα λοιπόν, το Δικαστήριο καλείται όπως συνδράμει, κάνοντας χρήση των εργαλείων που διαθέτει στη δικονομική του φαρέτρα, μη περιοριζόμενο απλά σε φραστικές αποδοκιμασίες που θα παραμείνουν έπεα πτερόεντα στην έννοια του θεωρητικά δυνατού και ιδεατού. Ως εύστοχα καταγράφει ο Έντιμος Δικαστής Σάντης (Π.Ε.Δ. ως ήταν τότε), στον Πρόλογο του Βιβλίου των κ.κ. Καπαρδή και Στεφάνου «Επιμέτρηση και Επιβολή Ποινών» (ante),: «Συναπαρτίζει ιδανική εξέλιξη, ο θεωρητικός του δικαίου να κατέχει και να κατανοεί την πρακτική διάσταση της φιλοσοφίας και θεωρίας που ασπάζεται και προωθεί. Το ίδιο, γίνεται και όταν ο εμπειρικός του Δικαίου ξεύρει και συλλαμβάνει το μεδούλι της φιλοσοφίας και θεωρίας των όσων ασκεί στην καθημερινή του (.) δικαστική λειτουργία». Με γνώμονα ότι ο αναμορφωτικός χαρακτήρας της ποινής πρέπει να επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση εξατομικευμένα και έχοντας το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο κατηγορούμενος έχει προβεί σε ενεργά διαβήματα, δια της συγκαταθέσεως του για παραπομπή σε πρόγραμμα ως μέρος της ποινής του, αποδεχόμενος τόσο την τιμωρία του αλλά και την αναμόρφωση του, κρίνω ότι αυτός ο παράγοντας, σε συνδυασμό με το νεαρό της ηλικίας του, το λευκό του ποινικό μητρώο και την απολογία του η οποία κρίνεται ως ειλικρινής, μπορούν στη προκείμενη, να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογείται η φυλάκιση του με αναστολή. Εάν πράγματι ήθελε γίνει πιστευτό ότι «οι νέοι αποτελούν το μέλλον αυτής της κοινωνίας», τότε αυτοί, όταν οι περιστάσεις βεβαίως το δικαιολογούν, οφείλουν να πιστώνονται με μια δεύτερη ευκαιρία από τους αρμοδίους, όχι επειδή οφείλουν να τυγχάνουν (νομολογιακά), επιείκειας, αλλά επειδή τα Δικαστήρια ορθό θα ήταν, όταν η επιθυμία των για επανένταξη στο κοινωνικό σύνολο, κρίνεται ειλικρινής, να σταθούν αρωγοί στην προσπάθεια τους, με την ανάγκη για αναμόρφωση να προέχει, «έναντι της τιμωρίας για χάριν τις τιμωρίας». Αντισταθμίζοντας συνεπώς το όφελος της φυλάκισης και αναστολής εκτέλεσης της ποινής, το Δικαστήριο καταλήγει ότι το όφελος από την άμεση φυλάκιση του κατηγορούμενου θα είναι μικρότερο από το όφελος που θα προέρθει από την προσδοκία, με την καλή χρήση του μέτρου της αναστολής, ότι όντως θα υπάρξει αναμόρφωση και θα αποφευχθεί η χειροτέρευση της όποιας θέσης του. Απαντώντας λοιπόν το αίτημα της υπεράσπισης για αναστολή φρονώ ότι, οι πιο πάνω παράγοντες επιτρέπουν στο Δικαστήριο όπως πιστώσει τον κατηγορούμενο με μια δεύτερη ευκαιρία για να παραδειγματιστεί από το λάθος του. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης αναστέλλονται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). (Υπογρ.)............. Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατά Παράβαση των άρθρων 2,5,9
(1), 13 και 33 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμο 115(Ι)/2021. [2] Κατά Παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. [3] Κατά Παράβαση των άρθρων 2, 4
(1), 5 και 6 του Περί της Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμος 114(Ι)/
- [4] Κατά Παράβαση των άρθρων 2,5, 6, 11, 13 και 33 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμο 115(Ι)/
- [5] (βλ. Άρθρο 81 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.155) και Παραρέ v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 46/2013, ημερ. 20.03.12). [6] (βλ. M.S.D v Romania, App. No. 28935/21 ημερ. 3.3.25 παρ. 121, Grevio: «General Recommendation No. 1 on the Digital Dimension of Violence Against Women», ημερ. 20.10.21). [7] (Ως αυτό εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας ποινικής υπόθεσης). [8] (βλ. Πρόνοιες του άρθρου 33 του Νόμου 115(Ι)/2021). [9] (βλ. Επίσης Οδηγία υπ' αριθμόν 2024/1385 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαΐου 2024 για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της εξ' οικείων βίας (Αιτιολογικές Σκέψεις 2,3 και 10). [10] (Περιλαμβανομένων των ειδικών Νομοθετημάτων που αφορούν στην παρούσα). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο