Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Μιχάλης Κουρουζίδης, Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 13234/22, 25/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε. Δ Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 13234/22 ΜΕΤΑΞΥ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας και Μιχάλης Κουρουζίδης Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25 Ιουλίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Μ. Χαραλάμπους Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ν. Ζ. Ζένιου Κατηγορούμενος Παρών ΠΟΙΝΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Α. Εισαγωγή Ο ενώπιον του Δικαστηρίου κατηγορούμενος παραδέχθηκε ενοχή στις κατηγορίες 1,2,3 και 5 που αντιμετωπίζει. Οι κατηγορίες 1 μέχρι 3 αφορούν στα αδικήματα της εισαγωγής, της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα, ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β' και συγκεκριμένα 628,6 γραμμαρίων κάνναβης (κατηγορίες 1,2 και 3)[1]. Η 5η κατηγορία αφορά στην κατοχή εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια του Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4
(1)(ε), 4
(1)(δ)
(5)και 12 του Κεφαλαίου
- Στις Λεπτομέρειες της 5ης κατηγορίας καταγράφεται ότι ο κατηγορούμενος την 22.6.22 στη Λευκωσία κατείχε 3 φυσίγγια στρατιωτικού τύπου που περιείχαν εκρηκτική ύλη χωρίς να έχει εξασφαλίσει προς τούτο σχετική άδεια από τον Επιθεωρητή Εκρηκτικών Υλών. Οφείλει εδώ όπως σημειωθεί ότι η 4η κατηγορία που αφορούσε στη Νομιμοποίηση Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες[2] αναστάλθηκε από τον Έντιμο Γενικό Εισαγγελέα την 25.4.
- Τα γεγονότα σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή έχουν ως εξής. Την 20.6.2022 και ώρα 11:00, μέλη της Υ.ΚΑ.Ν Κλιμάκιο Λευκωσίας μετέβηκαν στο Κέντρο Διαλογής Αλληλογραφίας στα Λατσιά, αφού προηγουμένως την ίδια ημέρα και περί ώρα 08:30, κατά τον συνήθη έλεγχο που προέβη η Bοηθός Tελωνείου MK1 στο ταχυδρομικό πακέτο με αριθμό αναγνώρισης RF257944728ES, το οποίο στάλθηκε από την Ισπανία με όνομα αποστολέα LΧΧΧ MΧΧΧ OΧΧΧ, Διεύθυνση C. AΧΧΧΧ 36 SΧΧΧ και παραλήπτη τον κατηγορούμενο, Διεύθυνση ΛΧΧΧΧ 4, Λευκωσία, αριθμός τηλεφώνου XXXXXX εντοπίστηκε, ξηρή φυτική ύλη, Τεκμήριο
- Την ίδια ημέρα και ώρα 13:05, στο Κέντρο Διαλογής Αλληλογραφίας Λατσιών, ο Αστ.3251 (ΜΚ11), παρουσία της MK1, αφού πρώτα εξασφάλισε σχετική έγκριση για ελεγχόμενη παράδοση σε σχέση με το πιο πάνω πακέτο, έλεγξε και ζύγισε αυτό. Το μικτό του βάρος ανερχόταν στα 721 γραμμάρια. Τη διαδικασία φωτογράφησε ο ΜΚ
- Στη συνέχεια, η MK1, έκδωσε το σχετικό έντυπο Τελ.71Α με αριθμό 8103230 και παρέδωσε στον MK11, το Τεκμήριο 2 όπου μέσα σε αυτό βρισκόταν το Τεκμήριο
- Ακολούθως, ο MΚ11 την ίδια ημέρα και ώρα 13:30 μετέβη στο Ταχυδρομικό Γραφείο στην Προδρόμου, όπου συνάντησε τον Ανώτερο Ταχυδρομικό Επιθεωρητή, MK2, τον οποίο ενημέρωσε για την ελεγχόμενη παράδοση. Από έλεγχο που διενήργησε ο MK2 στο σύστημα του ταχυδρομείου διαπίστωσε ότι το συγκεκριμένο πακέτο είναι συστημένο, ενημερώνοντας σχετικά τον MK11 για τη διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοια περίπτωση. Επίσης ο MK2 ενημέρωσε τον MK11, ότι μήνυμα «SMS» θα αποσταλεί στον αριθμό +3579XXXX, την 22.6.2022 και ώρα 10:
- Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα και ώρα 13:55 στην Υ.ΚΑ.Ν Κλιμάκιο Λευκωσίας, ο MΚ11 άνοιξε το Τεκμήριο 2 με τον ορθό, προστατευμένο τρόπο, όπου και αφαίρεσε από αυτό το Τεκμήριο
- Τοποθέτησε εκεί ακολούθως δύο συσκευασίες με ομοιώματα ναρκωτικών μέσα στο Τεκμήριο
- Στην συνέχεια σφράγισε το Τεκμήριο 1 σε φάκελο της Αστυνομίας, όπου και υπόγραψε την σφράγιση του, θέτοντας το υπό ασφαλή φύλαξη. Κατά τη διαδικασία της αφαίρεσης του Τεκμηρίου 1 από το Τεκμήριο 2 και την τοποθέτηση των δύο ομοιωμάτων, ο MΚ8 έλαβε αριθμό φωτογραφιών. Στις 22.6.2022 και ώρα 07:30, ο MK11 μετέβηκε στο ταχυδρομικό γραφείο στην Προδρόμου μαζί με το Τεκμήριο 2, το οποίο μέσα είχε τα ομοιώματα, συναντώντας τον MK
- Η ώρα 07:45, οι MK2 και MK11 μετέβηκαν στο ταχυδρομικό γραφείο Αγίων Ομολογητών, όπου ο MK11 παρέδωσε το Τεκμήριο 2 με τα ομοιώματα, στον ταχυδρομικό διανομέα MK3, ο οποίος θα παρέδιδε το συστημένο πακέτο σε περίπτωση που πρόσωπο θα παρουσιαζόταν στο ταχυδρομείο. Στη συνέχεια, μέλη της Υ.ΚΑ.Ν Κλιμάκιο Λευκωσίας, έθεσαν το ταχυδρομικό γραφείο Αγίων Ομολογητών στην Λευκωσία, προς διακριτική παρακολούθηση. Την ίδια ημέρα 22.6.2022 και ώρα 13:15 προσήλθε στο ταχυδρομείο ο κατηγορούμενος, ο οποίος κατευθύνθηκε προς το πάγκο παραλαβής ταχυδρομικών πακέτων, αναζητώντας το υπό αναφορά πακέτο, δείχνοντας στον MK3, από το κινητό του τηλέφωνο, το σχετικό μήνυμα «SMS» που έλαβε από το ταχυδρομείο. Αφού ο MK3 είδε τον κατηγορούμενο να υπογράφει το έντυπο που του έδωσε, του παρέδωσε το Τεκμήριο
- Αμέσως τον πλησίασε ο Αστ. 1519 MΚ4, του γνωστοποίησε την ιδιότητα του, τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «δεν ξέρω τίποτε». Στην συνέχεια ο MΚ4 παρέλαβε το Τεκμήριο 2 θέτοντας το υπό ασφαλή φύλαξη. Ακολούθως, την ίδια ημέρα και ώρα 13:20, ο MK4 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Ο κατηγορούμενος απάντησε: «εγώ παράγγειλα ένα εξάρτημα της μοτόρας». Ο MK4 ενημέρωσε τον κατηγορούμενο προφορικά για τα δικαιώματα του. Ακολούθως, από εξετάσεις που διενεργήθηκαν διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος διαμένει στην Oδό ΑXXX OXXX XX, Τ.Κ.XXX Διαμ. ΧΧΧ, Λευκωσία. Ο MK4 του υπέδειξε την διεύθυνση που αναγραφόταν πάνω στο Τεκμήριο 2, που παρέλαβε προηγουμένως και ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν την γνωρίζει. Στη συνέχεια, και ώρα 13:30 ο MK4 παρέδωσε το Τεκμήριο 2 στον MK11, ο οποίος ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης και ο οποίος το έθεσε υπό την ασφαλή φύλαξη του. Στην συνέχεια ο MK11 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι θα του κάνει σωματική έρευνα, όπου στην κατοχή του Κατηγορούμενου εντοπίστηκε το Τεκμήριο 5, για το οποίο ο MK11 τον ενημέρωσε ότι θα παραληφθεί ως τεκμήριο και το έθεσε υπό την ασφαλή του φύλαξη. Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 13:45-14:10, κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του κατηγορούμενου ερευνήθηκε η οικία του. Στην συνέχεια της έρευνας και ώρα 14:05, ο MK4 εντόπισε στο συρτάρι του κομοδίνου του, το Τεκμήριο 4, τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ο Κατηγορούμενος απάντησε «είχα τες από παλιά». Ακολούθως και ώρα 14:06, ο MK4 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής εκρηκτικών υλών, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο με τον κατηγορούμενο να μη δίδει καμία απάντηση. Η έρευνα ολοκληρώθηκε η ώρα 14:10 χωρίς να εντοπισθεί οτιδήποτε άλλο το παράνομο. Στη συνέχεια, o MK4 μαζί με άλλα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν, μετέφεραν τον κατηγορούμενο μαζί με τα Τεκμήρια 3 και 4 στην Υ.ΚΑ.Ν Κλιμάκιο Λευκωσίας, όπου η ώρα 14:20 ο MK4 τον παρέδωσε στον MK11, ο οποίος ανέλαβε την διερεύνηση της υπόθεσης. Ακολούθως, την ίδια ημέρα 22.6.2022 και ώρα 14:20, στην Υ.ΚΑ.Ν ο MK13, εφοδίασε τον κατηγορούμενο με τα δικαιώματα συλληφθέντων / κρατουμένων, τα οποία υπέγραψε στην παρουσία του MK
- Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα 22.6.2022 και ώρα 15:35, o κατηγορούμενος υπέγραψε γραπτή συγκατάθεση για λήψη μετρήσεων από πρόσωπο που τελεί υπό κράτηση. Λήφθηκαν ακολούθως, παρειακά επιχρίσματα και δακτυλικά αποτυπώματα από τον κατηγορούμενο. Η ώρα 18:50 ο MK11 συνέλαβε τον κατηγορούμενο, του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε: «Έχω λάβει νομική συμβουλή και δεν θέλω να πω οτιδήποτε». Στις 23.6.2022 ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, το οποίο διέταξε την κράτηση του για έξι
(6)μέρες. Την ίδια ημέρα 23.6.2022 εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, διάταγμα κατακράτησης των κατασχεθέντων τεκμηρίων υπ' αριθμό 98/22, για περίοδο δύο
(2)μηνών. Την ίδια ημέρα 23.6.2022 και ώρα 12:37 ο MK10, μετέφερε και παρέδωσε στην ΥΠ.ΕΓ.Ε το Τεκμήριο 7, στην Αστ.2043 για εξέταση. Tην ίδια ημέρα ο ΜΚ10 μετέφερε και παρέδωσε στο Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου τα Τεκμήρια 1 και 6 για εξέταση. Την 23.6.2022 και ώρα 13:50 ο MK11 μετέφερε και παρέδωσε το Τεκμήριο 3 στην ΑΔΕ Λευκωσίας, στην Αστ.783 ΜK9, όπου το έθεσε υπό ασφαλή της φύλαξη και έκδωσε το σχετικό Έντυπο Αστ.78Α με αριθμό 01434. Στις 27.6.2022 και ώρα 09:50, στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου, ο MK11 εφοδίασε τον Κατηγορούμενο με τα δικαιώματα συλληφθέντων / κρατουμένων, τα οποία υπέγραψε στην παρουσία του και στην παρουσία του δικηγόρου του. Στην συνέχεια και ώρα 09:51, ο κατηγορούμενος έδωσε στον MK11, μια τυπωμένη κατάθεση του, την οποία την υπόγραψε στην παρουσία του και στην παρουσία του δικηγόρου του. Την 23.6.22 και μεταξύ των ωρών 09:53-10:30, στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου, στην παρουσία του δικηγόρου του, ο MK11 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, αφού τον πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνούσε και του επέστησε την προσοχή στο Νόμο. Σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ο Κατηγορούμενος απαντούσε: «έχω λάβει νομική συμβουλή να μην αναφέρω το οτιδήποτε πέραν της κατάθεσης που σου έχω δώσει σήμερα». Στη συνέχεια, και μεταξύ των ωρών 16:10-16:35, στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου, στην παρουσία του δικηγόρου του, ο MK11 έλαβε συμπληρωματική ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, αφού τον πληροφόρησε για την υπόθεση που διερευνούσε και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. Στις ουσιώδεις ερωτήσεις που του έγιναν απαντούσε: «έχω λάβει νομική συμβουλή να μην αναφέρω το οτιδήποτε πέραν της κατάθεσης που σου έχω δώσει σήμερα». O κατηγορούμενος δήλωσε η Κατηγορούσα Αρχή, είναι πρόσωπο είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου. Β. Προσωπικές Περιστάσεις Κατηγορούμενου Xωρίς να αμφισβητήσει επί της ουσίας τα γεγονότα που εκτέθηκαν από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου, με την ικανή αγόρευσή του για μετριασμό της ποινής (Έγγραφο Β'), αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αυτός αντιμετωπίζει εκφράζοντας την απολογία και μεταμέλεια του κατηγορούμενου. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων δηλώνοντας ότι ο κατηγορούμενος δεν αποτελεί τον ιθύνοντα νου της επιχείρησης, η οποία και δεν του ανήκει. Ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει την ταυτότητα του ιθύνοντος νου, αφού ουδέποτε είχε ή έχει τις οποιεσδήποτε διασυνδέσεις με άλλα πρόσωπα της προμηθευτικής αλυσίδας. Δεν προΐσταται και δεν οργανώνει της οποιασδήποτε εμπορίας, μήτε κατέχει οποιεσδήποτε γνώσεις επί του προκείμενου. Οι ναρκωτικές ουσίες δεν του ανήκαν, μήτε και θα εμπορευόταν ή θα διέθετε αυτές για ίδιον όφελος, με τον ίδιο να μην είναι χρήστης ναρκωτικών ουσιών μήτε και γνωστός στις τάξεις της ΥΚΑΝ. Κοντολογίς, εισηγείται η υπεράσπιση, ο κατηγορούμενος δεν αποτελεί έμπορο ναρκωτικών ουσιών μήτε και διοχέτευσε τα ναρκωτικά στις τάξεις της κοινωνίας. Ο ρόλος του στη προκείμενη περιορίστηκε σε αυτόν του διανομέα/ διαμεσολαβητή για μια και μοναδική φορά, την παρούσα, εντελώς ευκαιριακά. Για την ανάμειξη του στα γεγονότα, ουδέποτε συναντήθηκε με οποιοδήποτε πρόσωπο ή εντεταλμένο του «εγκεφάλου», αφού για την επικοινωνία που αναπτύχθηκε και για τις οδηγίες που του δόθηκαν χρησιμοποιήθηκε μία νόμιμη, διαδικτυακή εφαρμογή ανταλλαγής μηνυμάτων, χωρίς να ληφθούν καν μέτρα για την απόκρυψη στοιχείων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν ευχερώς στον εντοπισμό του, όπως της διεύθυνσης/ IP Address. Σκοπός αναφοράς των πιο πάνω είναι ως αναφέρει η υπεράσπιση για να υπερθεματιστεί η θέση ότι πράγματι, ο κατηγορούμενος υπήρξε «ευκαιριακός διανομέας μία και μοναδική φορά». Ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 28 ετών, συζεί με μια κοπέλα της ηλικίας του, αποκτώντας ένα βρέφος, τεσσάρων
(4)μηνών. Εργάζεται πλέον ανελλιπώς. Συγκεκριμένα εργάζεται και κατά τις πρωινές ώρες ως βοηθός σε συνεργείο αυτοκινήτων και το απόγευμα ως διανομέας φαγητού σε γνωστή αλυσίδα παράδοσης φαγητού. Λαμβάνει συνολικά μηνιαία εισοδήματα περί τα €1.400-€1.
- Στο παρόν στάδιο η συμβία του δεν εργάζεται καθότι έχει λάβει άδεια μητρότητας. Ενοικιάζουν διαμέρισμα στο οποίο κατοικούν καταβάλλοντας μηνιαίο ενοίκιο ύψους €
- Η ζωή δήλωσε η υπεράσπιση, έδειξε στον κατηγορούμενο το σκληρό της πρόσωπο φέροντας τον αντιμέτωπο με ιδιαίτερα θλιβερές καταστάσεις από την τρυφερή ηλικία των έξι
(6)ετών. Στην ηλικία των 6 ετών ο κατηγορούμενος, όπως και η λοιπή οικογένεια βίωσαν τον χαμό της 16χρονης αδελφής του μετά από μάχη με την επάρατη νόσο, γεγονός το οποίο βύθισε την οικογένεια σε πένθος. Ο πατέρας του μετά τον χαμό της αδελφής του οδηγήθηκε σε υπερκατανάλωση αλκοόλ. Η μητέρα του βυθίστηκε στη δίνη της κατάθλιψης. Στην ηλικία των 9 ετών, η μητέρα του υπέστη σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο το οποίο της άφησε σοβαρά κινητικά κατάλοιπα. Αργότερα, αμφότεροι γονείς διαγνώστηκαν με διαφορετικές μορφές καρκίνου, γεγονός που τους οδήγησε στην υποβολή εξαντλητικών χημειοθεραπειών και επεμβάσεων, με την οικογένεια να αναγκάζεται όπως δανείζεται χρήματα από συγγενείς για την διενέργεια των πιο πάνω. Ο κατηγορούμενος, όπως και επιβιώσαντες καρκινοπαθείς γονείς του βρίσκονται υπό εντατική ιατρική παρακολούθηση, με τον πρώτο να υποβάλλεται ετησίως σε εξετάσεις ένεκα του βεβαρυμμένου ιστορικού της οικογένειας. Στη παρούσα φάση αποτελεί το μοναδικό οικονομικό συνεισφορέα της ευρύτερης οικογένειας του, φροντίζοντας ταυτόχρονα τις ανάγκες και της δικής του νεοσυσταθείσας οικογένειας αλλά και των γονέων του, λόγω της αυξημένης ανάγκης που υπάρχει για ιατροφαρμακευτική και ψυχολογική υποστήριξη στο πρόσωπο τους. Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την υπεράσπιση αποτελεί το μοναδικό πρόσωπο το οποίο μεριμνά για τη μετάβαση των σε ιατρούς συγκεκριμένων ειδικοτήτων αλλά και σε διαγνωστικά κέντρα ενώ φροντίζει για την κάλυψη των προσωπικών, καθημερινών τους αναγκών. Ως υπεύθυνος πλέον σύντροφος και πατέρας προσφέρει στη δική του οικογένεια και στο παιδί του τα απαραίτητα προς το ζην. Ένεκα των όσων έχει βιώσει αποφάσισε όπως ενταχθεί σε πρόγραμμα που αφορά Εθελοντική Αιμοδοσία με συνεχή προσφορά, έχοντας προς τούτο τιμηθεί από την Συντονιστική Επιτροπή Αιμοδοσίας Διαφωτίσεως του Υπουργείου Υγείας της Κυπριακής Δημοκρατίας (Έγγραφο Α επί της Γραπτής Αγόρευσης δια μετριασμό). Σύμφωνα με τον κ. Ζένιου, η ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση δεν προσομοιάζει με καμία άλλη υπόθεση του είδους της και αυτό γιατί ως επιβεβαιώνεται από τα γεγονότα, ο κατηγορούμενος δεν αποτελεί «πρόσωπο το οποίο εμπίπτει στην αλυσίδα της διανομής ή εμπορίας ναρκωτικών ουσιών». Αντίθετα, ένεκα της οικονομικής δυσπραγίας στην οποία περιήλθε η οικογένεια του κατηγορούμενου, ανέπτυξε την προαναφερθείσα διαδικτυακή επικοινωνία με κάποιο φερέφωνο του ιθύνοντος νου, ο οποίος τον δελέασε, υπόσχοντας του την αποκόμιση εύκολου και γρήγορου χρήματος. Ο κατηγορούμενος δεν αποδέχθηκε ευθύς αμέσως την πρόσκληση, εκφράζοντας σε μεταγενέστερη ημερομηνία τις επιφυλάξεις του. Εις απάντηση των επιφυλάξεων του, εισέπραξε εκφοβισμούς και απειλές, αισθανόμενος πλέον εγκλωβισμένος στον φαινομενικό μονόδρομο που παρουσιάστηκε. Συνέχισε ο συνήγορος δηλώνοντας ότι ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά μεταμελημένος για το λάθος του. Οι απαντήσεις του στην αστυνομία κατά τη σύλληψη του, φανερώνουν του λόγου του αληθές αφού συνεργάστηκε πλήρως με τις αρχές. Δεν προέβαλε καμία αντίσταση κατά τη σύλληψη του μήτε και επιχείρησε να διαφύγει από το χώρο του ταχυδρομείου, παραδίδοντας άμεσα το κινητό του τηλέφωνο, περιλαμβανομένων των κωδικών, χωρίς να προκαλεί οποιεσδήποτε δικονομικές καθυστερήσεις. Με δική του δε πρωτοβουλία παραχώρησε θεληματική κατάθεση στην οποίαν ομολόγησε δια λεπτομερών ενοχοποιητικών εξηγήσεων, την εμπλοκή του στην υπόθεση. Προχώρησε περαιτέρω αποκαλύπτοντας στην αστυνομία και το περιεχόμενο της συνομιλίας που είχε με τον εντεταλμένο του εγκεφάλου της επιχείρησης αλλά τον τρόπο δράσης του όλου κυκλώματος, στο βαθμό και έκταση που αυτός γνώριζε, βοηθώντας κατ' αυτόν τον τρόπο τις αρχές, με όποιο τρόπο μπορούσε. Σε ότι αφορά την κατοχή εκρηκτικών υλών αναφέρθηκε από την υπεράσπιση ότι σκοπός του κατηγορούμενου δεν ήταν η χρήση των εν λόγω φυσιγγίων. Αντίθετα, ο πρόκειται για φυσίγγια τα οποία είχε περισυλλέξει από πεδίο βολής όταν ήταν είκοσι ετών, στο πλαίσιο της τελευταίας άσκησης της στρατιωτικής του θητείας ως ενθύμιο. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κανένα σκοπό δεν είχε όπως χρησιμοποιήσει τα εν λόγω φυσίγγια τυγχάνει επίρρωσης από το γεγονός ότι δεν κατέχει οποιοδήποτε πυροβόλο όπλο. Ο κ. Ζένιος κάλεσε το Δικαστήριο να εκλάβει τα πιο κάτω ως ελαφρυντικούς παράγοντες: Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου. Το μεμονωμένο του περιστατικού και τον ερασιτεχνικό τρόπο με τον οποίον αυτός λειτούργησε. Το νεαρό της ηλικίας του κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Την απολογία και μεταμέλεια του σε συνάρτηση με την παραδοχή του. Το γεγονός ότι παραδέχθηκε άμεσα στις αστυνομικές αρχές τη διάπραξη των αδικημάτων, βοηθώντας με κάθε τρόπο στην διερεύνηση της υπόθεσης, μοιράζοντας όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούσε επί του προκείμενου. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν αποκόμισε κανένα προσωπικό ή οικονομικό όφελος. Την ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών η οποία κατά την εισήγηση της υπεράσπισης «δεν είναι τέτοια που να μπορούσε να προκαλέσει βλάβη σε πλειάδα χρηστών ή στη κοινωνία γενικότερα». Τη απομακρυσμένη πιθανότητα διάπραξης όμοιου ή άλλου αδικήματος σε συνδυασμό με την αλλαγή πλεύσης στη ζωή του. Το γεγονός ότι αποτελεί το μοναδικό οικονομικό και συναισθηματικό φροντιστή δύο οικογενειών, ήτοι μιας μητέρας με ένα βρέφος και δύο γονέων, πλήρως εξαρτημένων από τον ίδιο. Το χρόνο που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή σε συνδυασμό με τις προσπάθειες που κατέβαλε η υπεράσπιση στο μεσοδιάστημα αναφορικά με την 4η κατηγορία με σκοπό όπως το κατηγορητήριο λάβει την τελική του μορφή. Τέλος, τις προσωπικές, οικονομικές, επαγγελματικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Γ. Νομική Πτυχή Η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων αναδεικνύεται από τη φύση τους, αλλά και από τις νομοθετικώς ανώτατες προβλεπόμενες ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από το νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί την βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017), με την ανώτατη προβλεπόμενη στο νόμο ποινή να αποτελεί την αφετηρία από την οποία το Δικαστήριο εκκινεί για την επιμέτρηση της (βλ. Βραχίμης ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632. Tο αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' επισύρει ποινή φυλάκισης 8 ετών ή χρηματική ποινή προστίμου ή και τις δύο αυτές ποινές. Τα αδικήματα δε που αφορούν στην εισαγωγή και εμπορία ναρκωτικών ουσιών τάξεως Β' συμφώνως του Πρώτου και Τρίτου Πίνακα του Νόμου 29/77 επισύρουν ποινή φυλάκισης δια βίου ή χρηματική ποινή ή και τις δύο αυτές ποινές. Το αδίκημα της 5ης κατηγορίας και δη της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια επισύρει ποινή φυλάκισης 10 ετών ή χρηματική ποινή ύψους €5.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτού του τύπου, έχει αναγνωριστεί από την νομολογία και έχει επαναληφθεί πολλάκις, σε πλειάδα υποθέσεων. Και αυτό γιατί πράγματι, η εξάπλωση των ναρκωτικών ουσιών στην μικρή μας νήσο έχει λάβει τεράστιες και πραγματικά τρομακτικές, διαστάσεις. Δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι η χρήση ναρκωτικών ουσιών αποτελεί «τη ρίζα του προβλήματος» αφού αποτελούν τον κύριο λόγο για τη διάπραξη πλείστων αδικημάτων, οιασδήποτε (πλέον), μορφής. Παραπέμπω ενδεικτικά και μόνο στις κάτωθι αποφάσεις, ο Δικαστικός Λόγος των οποίων δεικνύει το διαχρονικό τρόπο αντιμετώπισης των Δικαστηρίων σε αδικήματα όπως τα υπό κρίση. Παρά την πάροδο 10 και πλέον ετών, η κρατούσα δυστυχώς μέχρι σήμερα κατάσταση πραγμάτων αντανακλάται εύστοχα στη Λαζάρου ν Αστυνομίας, κ. α.
(2010)2 Α.Α.Δ. 633. Εκεί λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Tα ναρκωτικά έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα και καρκίνωμα της κοινωνίας μας, πληγές οι οποίες δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρούν, αλλά επιδεινώνονται ραγδαία. Και στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας. Είναι πραγματικό λυπηρό, οδυνηρό και τραγικό να διαπιστώνουμε πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών και καθιστά την αυστηρή μεταχείριση των παραβατών επιτακτική. Όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί οι έμποροι των ναρκωτικών θα πρέπει να κατανοήσουν ότι δεν μπορούν να αποφύγουν τις συνέπειες των απεχθών πράξεων τους. Θα πρέπει να υπολογίζουν τις επιπτώσεις της σύλληψης και καταδίκης τους». Ως μνημονεύθηκε στη Σάμπη ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ.100: «.θα ήταν αδιανόητο να μην υπάρχει η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στον καθημερινό αγώνα που γίνεται για την καταπολέμηση της μάστιγας αυτής των ναρκωτικών», ενώ «.αν επιθυμούμε η εκστρατεία των Δικαστηρίων για πάταξη της μάστιγας των ναρκωτικών, να μην περιοριστεί σε φραστικές αποδοκιμασίες, θα πρέπει οι ποινές που επιβάλλονται να συνάδουν απόλυτα με τις εξαγγελμένες πάγιες θέσεις της νομολογίας, μέσα από τις οποίες διακηρύσσεται η αποφασιστικότητα των Δικαστηρίων να πατάξουν το πρόβλημα». Όπως τονίστηκε στη Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, αν η αυξητική τάση του εγκλήματος συνεχίσει θα έχει και την ανάλογη αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια, με την περαιτέρω αύξηση των ποινών»[3]. Τα πιο πάνω έτυχαν επίρρωσης στην Ναζίπ ν Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ.808, με το Ανώτατο Δικαστήριο να υπενθυμίζει ότι η νομολογία υπαγορεύει την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε υποθέσεις ναρκωτικών ουσιών, αφού: «Η ενασχόληση με ναρκωτικά είτε για ιδία χρήση, είτε κατά μείζονα λόγο, για εμπορία με την εισαγωγή και διάθεση ή προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα αποτελεί μέγιστο κίνδυνο στην κοινωνική συνοχή ενόψει των τεραστίων προβλημάτων που επιφέρει η εξάρτηση από τις ουσίες αυτές. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τα Δικαστήρια συνδράμουν έστω κατασταλτικά, στον πόλεμο εναντίον των ναρκωτικών με την επιβολή αυστηρών και συνάμα αποτρεπτικών ποινών». Η ανάγκη για επιβολή αυστηρών ποινών επιβεβαιώθηκε και στις συνεκδικασθείσες Ποινικές Εφέσεις με αριθμούς 25/2007, 26/2007 και 27/2007. Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Mahmoud Gate Elgathi κ.α.
(2007)ΑΑΔ 199 (Ποινική Εφ. 272007), το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας που υπεστήριξε πώς οι ποινές που επιβλήθηκαν πρωτόδικα στα αδικήματα της (α) κατοχής ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄ με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα άτομα, (β) της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, δηλαδή 179,1817 γραμμάρια ρητίνης καννάβεως χωρίς άδεια του Υπουργού Υγείας, (γ) της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β΄, δηλαδή της προαναφερόμενης ποσότητας συσκευασμένο κατά τρόπο με σκοπό την προμήθεια και (δ) για το αδίκημα της προμήθειας της προαναφερόμενης ποσότητας ελεγχόμενου φαρμάκου σε τρίτο πρόσωπο, ήταν ανεπαρκείς, αύξησε τις επιβληθείσες ποινές των 8, 8, 15 και 15 μηνών αντίστοιχα σε ποινές αμέσου φυλάκισης 15, 15, 30 και 30 μηνών αντίστοιχα. Στη σελίδα 204 της απόφασης διαβάζουμε τα ακόλουθα σημαντικά: «Η σοβαρότητα των αδικημάτων κατοχής και εμπορίας ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Β΄ έχει τονιστεί πάρα πολλές φορές και δεν προτιθέμεθα να επαναλάβουμε τα ίδια. Αφού λάβαμε υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες διαπράχθηκαν τα αδικήματα, την ποσότητα και τη φύση των ναρκωτικών, καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις και την προαναφερόμενη παραδοχή των εφεσειόντων, κρίνουμε πως οι ποινές που επιβλήθηκαν στους δύο εφεσείοντες στις πρώτες 4 κατηγορίες είναι όντως έκδηλα ανεπαρκείς και δεν αντικατοπτρίζουν τη σοβαρότητα των αδικημάτων και τη συνακόλουθη ανάγκη προστασίας της κοινωνίας. Ως εκ τούτου αυξάνομε τις ποινές των δύο εφεσειόντων στις πρώτες δύο κατηγορίες από 8 μήνες φυλάκιση για τον καθένα σε 15 μήνες φυλάκιση για τον καθένα και αυξάνομε τις ποινές στην 3η και 4η κατηγορία από 15 μήνες φυλάκιση στον καθένα σε 30 μήνες φυλάκιση στον καθένα.»[4] Μελέτη της Νομολογίας αναφορικά με τέτοιου είδους αδικήματα φανερώνει την έντονη ανησυχία της Δικαιοσύνης τόσο σε σχέση με τη συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, αλλά και την μορφή που αυτά προσλαμβάνουν αφού το έγκλημα σε ότι αφορά την εμπορία και αναπόφευκτα, κατοχή ναρκωτικών ουσιών εν πολλοίς, έχει προσλάβει νέα μορφή, εξελισσόμενο, σε επάγγελμα, ενώ οι επίδοξοι δράστες καθίστανται ολοένα ευρηματικότεροι στην εισαγωγή, μεταφορά και διάδοση των στη κοινωνία. Το γεγονός ότι οι ναρκωτικές ουσίες στην προκείμενη δεν κατέληξαν στα χέρια συνανθρώπων μας ένεκα ελεγχόμενης παράδοσης δεν αλλοιώνει την πραγματικότητα ότι δηλαδή, σκοπός ήταν όπως αυτά διατεθούν σε μια συγκεκριμένη ομάδα συνανθρώπων μας. Τα πιο πάνω δεν μπορούν παρά να μας υπενθυμίζουν με τον πιο έντονο τρόπο ότι αυτή η μάστιγα αποτελεί μια ανοικτή πληγή στο σώμα ολόκληρης της κοινωνίας η οποία πρέπει να τύχει αναχαίτησης, χωρίς καμία καθυστέρηση. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, υπενθυμίζεται ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά, ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που την περιβάλλουν, σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση και των προσωπικών συνθηκών έκαστου παραβάτη. Η διεργασία αυτή, εμπεριέχει την άσκηση διακριτικών εξουσιών η οποία δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται καθορισμένη (standardized) καθότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει ποτέ να είναι τυφλή στο μονοπάτι της (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd Edition σελ. 2). Επομένως, το Δικαστήριο σε ότι αφορά την επιβολή ποινής, έχει υποχρέωση όπως προβεί στην κατάλληλη διεργασία, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί ούτως ώστε, η επιβαλλόμενη ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του ενώπιον του Δικαστηρίου, παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Των ως άνω λεχθέντων όμως, είναι ορθό όπως γίνει μνεία στο ότι, η εξατομίκευση της ποινής, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγεί στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, ειδικότερα, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, αφού η εξατομίκευση της έχει λόγο στον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη, δεν συναρτάται όμως αποκλειστικά με τις προσωπικές συνθήκες αυτού (βλ. Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Υπενθυμίζεται ότι η ποινή της φυλάκισης πρέπει να επιβάλλεται όταν η φύση του αδικήματος, οι συνθήκες και η ένταση διάπραξής του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις που οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπουν τα προαναφερόμενα νομοθετήματα για τα αδικήματα αντικείμενο του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης, την νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, και τις περιστάσεις της υπόθεσης, το Δικαστήριο φρονεί ότι τα ακόλουθα επενεργούν επιβαρυντικά σε σχέση με τον κατηγορούμενο: Η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές. Η έξαρση που παρατηρείται στην διάπραξη αδικημάτων τούτου του είδους και οι προεκτάσεις που αυτή λαμβάνει με τα δεδομένα της παρούσας να φανερώνουν το οφθαλμοφανές, ήτοι της ύπαρξης μιας συνειδητής προσπάθειας για εισαγωγή ναρκωτικών ουσιών εντός της Δημοκρατίας. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος έδρασε ως «μεταφορέας» / βαποράκι στην παρούσα, δεν μπορεί να λησμονηθεί. Σίγουρα επενεργεί ελαφρυντικά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν ήταν ο ιθύνων νους του εγκλήματος, από την άλλη όμως, δεν μπορεί να διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο ίδιος τελικώς, ανέλαβε αυτό το ρόλο, συνειδητά. Αν δεν ήταν για την παρέμβαση της αστυνομίας ως αυτή έλαβε χώρα δυνάμει της ενημέρωσης που έτυχαν από τις ταχυδρομικές υπηρεσίες, οι εν λόγω ναρκωτικές ουσίες θα διανέμονταν στο ευρύτερο κοινό. Η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών στην παρούσα μπορεί να μην είναι, ως η εισήγηση της υπεράσπισης, «τόσο μεγάλη σε σύγκριση με άλλες υποθέσεις που άγονται ενώπιον των Δικαστηρίων της πατρίδας μας», μήτε όμως μπορεί να χαρακτηριστεί ως ευκαταφρόνητη. Οι λόγοι και συνθήκες που οδήγησαν τον κατηγορούμενο στην διάπραξη των αδικημάτων έχουν τύχει λεπτομερούς επεξήγησης από τον συνήγορο υπεράσπισης. Είναι πλήρως αντιληπτός από το Δικαστήριο ο περιορισμένος ρόλος και δράση του κατηγορούμενου στα δεδομένα της παρούσας, ενώ έχει καταστεί ξεκάθαρο ότι, ο κατηγορούμενος ενήργησε «ευκαιριακά» σε ότι αφορά τα δεδομένα της παρούσας. Παρά τα ως άνω, υπενθυμίζεται ότι, ούτε η οικονομική στενότητα, μήτε η κακή ψυχολογική κατάσταση ενός αδικοπραγούντος, μπορούν να αποτελέσουν δικαιολογία για το ποινικά κολάσιμο των πράξεων τους. Ως λέχθηκε στην Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466: «..στο κάτω-κάτω δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο λόγος προώθησης των ναρκωτικών. Είτε τα ναρκωτικά προωθούνται με σκοπό το άμεσο χρηματικό κέρδος, είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος η κατάληξη παραμένει η ίδια. Η διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα». Τα ακόλουθα, προσμετρούν υπέρ του κατηγορούμενου, ως ελαφρυντικά στοιχεία. 1. Η παραδοχή του στο Δικαστήριο, σε συνδυασμό με την απολογία του, εξοικονομώντας πολύτιμο δικαστικό χρόνο και δημόσιο χρήμα. Η στάση αυτή, δυνάμει της νομολογίας πρέπει να αμείβεται επειδή αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης (Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατία
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, Βασιλείου v. Δημοκρατίας
(2015)2Α Α.Α.Δ 424). Στην Ανδρέου ν Δημοκρατίας
(2016)2(Β) Α.Α.Δ 719 τονίστηκε ότι η παραδοχή αντικατοπτρίζει τη μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και έτσι, πρέπει να έχει δεσπόζουσα σημασία κατά την επιμέτρηση της ποινής.
- Προσμετρώ υπέρ του κατηγορούμενου τη συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές γεγονός το οποίο επιμαρτυρεί την προσπάθεια του όπως, έστω και εκ των υστέρων, βοηθήσει δια της παροχής πληροφοριών στην αποδόμηση της αλυσίδας που σκοπό είχε την προμήθεια ναρκωτικών ουσιών εντός της Δημοκρατίας. Στο Σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading, Evidence and Practice 2013, par. 5-139 καταγράφονται τα εξής: «An offender who assists the police by giving information which leads to the apprehension and prosecution of his associates or of other offenders may expect a discount and possible substantial, from his sentence (see R v Sinfield 3 Cr. App. R (S) 258, CA. .. The sentence must be tailored so as to punish the defendant, but at the same time reward him as far as possible for the help he had given, in order to demonstrate to offenders that it was worth their while to disclose the criminal activities of others: R v Sivan, 10 Cr. App. R (S) 282, CA».
- Το Λευκό του Ποινικό Μητρώο. Το ποινικό μητρώο ενός κατηγορουμένου, ως μία πτυχή του χαρακτήρα και του ιστορικού του, έχει σημασία και πρέπει, αν τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις, να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η εκ. σελ.59). Το λευκό ποινικό μητρώου των συνεπώς, οφείλει όπως μη διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου, χωρίς αυτό να σημαίνει, σε οιανδήποτε περίπτωση ότι υπερφαλαγγίζει την σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων.
- Δεν μπορεί να διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ο χρόνος κατά τον οποίο καλείται όπως επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο. Τα γεγονότα στην παρούσα έλαβαν χώρα το
- Η περίοδος των 2 και πλέον ετών που παρήλθε, είναι κάτι που πρέπει να συνυπολογιστεί, ιδιαίτερα όταν διαπιστώνεται ότι υπήρξε μεταβολή στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου (βλ Γενικός Εισαγγελέας ν Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ.355).
- Τον περιορισμένο ρόλο που είχε στη διάπραξη των αδικημάτων και το μεμονωμένο της όλης πράξης, συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος ουδέποτε αποτέλεσε χρήστη ναρκωτικών ουσιών.
- Τις προσωπικές, οικονομικές περιστάσεις και οικογενειακές περιστάσεις που αφορούν τον κατηγορούμενο και τη μεταβολή σε αυτές στον διαρρεύσαντα χρόνο. Ε. Ποινή- Κατάληξη Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες προχωρώ στην επιβολή ποινής, δηλώνοντας ότι, παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες οφείλουν όπως λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις, δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν ενδεχομένως το ύψος, όχι όμως και το είδος της ποινής, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης. Η οποιαδήποτε άλλη ποινή φρονεί το Δικαστήριο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της επιβαλλόμενης ποινής με αναφορά και στην απαραίτητη αποτρεπτικότητα που θα πρέπει να περιβάλλει αυτή. Έχοντας πάντοτε κατά νου δε τις πιο πάνω κατευθυντήριες οδηγίες και νομολογία επιβάλω στον κατηγορούμενο, τις ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 1: Ποινή Φυλάκισης 3 ετών. Στην Κατηγορία 2: Ποινή Φυλάκισης 3 ετών. Στην Κατηγορία 3: Ποινή Φυλάκισης 3 ετών. Στην Κατηγορία 5: Χρηματική Ποινή Προστίμου €
- Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο σε ότι αφορά τις κατηγορίες 1-3 θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης της. Επισημαίνω εξαρχής ότι μετά την αλλαγή την οποία επέφερε ο Ν.186(Ι)/03 στον περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον διατάσσει την αναστολή αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά έκαστου κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα το νέο Άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Σύμφωνα με την Νομολογία, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930) το Δικαστήριο οφείλει κατά την εξέταση του ζητήματος όπως απαντήσει το ερώτημα του κατά πόσον η ενδεχομένως ανασταλείσα ποινή φυλάκισης, αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Μεταξύ των παραγόντων οφείλει όπως λάβει υπόψιν του την σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του κατηγορουμένου, ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής, και την διαγωγή του μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ήτοι, αν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία μεταμέλειας. Μνημονεύεται στο στάδιο αυτό, παρότι είναι γνωστό τοις πάσι εις τον νομικό κόσμο ότι, η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης παραμένει ποινή φυλάκισης, με μόνη διαφοροποίηση της το γεγονός ότι δεν τίθεται σε άμεση ισχύ ο εγκλεισμός ενός κατηγορούμενου στις κεντρικές φυλακές. Έχω ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης σε ότι αφορά τους Κατηγορούμενους και έχω υπόψη όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, οι μετριαστικοί παράγοντες του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογείται η φυλάκιση του με αναστολή. Ως πολύ εύστοχα τέθηκε στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930: «Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 22). Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.» Επανεξετάζοντας συμφώνως των νομολογιακών αρχών, έκαστο παράγοντα που δυνατό να προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 3
(2)του Νόμου 95/72 και έχοντας υπόψιν το αίτημα της υπεράσπισης για έκδοση διαταγής αναστολής της επιβληθείσας ποινή φυλάκισης, σημειώνω ότι έχω θέσει εκ νέου υπόψιν μου, όλους ανεξαιρέτως τους μετριαστικούς παράγοντες. Δεν μπορεί επίσης να διαλάθει της προσοχής μου ότι ενώπιον μου σήμερα, για σκοπούς επιβολής ποινής, βρίσκεται ένας άνθρωπος ο οποίος πραγματικά έχει αλλάξει την πορεία της ζωής του στο μεσοδιάστημα, καθιστώντας εαυτόν χρήσιμο, ενεργό πολίτη (και πατέρα), αποδεικνύοντας πραγματικά, ότι η παράβαση των νόμων της πολιτείας την 20.6.22, αποτέλεσε το μοναδικό μελανό σημείο στη ζωή του κατηγορούμενου. Ως καταγράφεται στο Σύγγραμμα των Καπαρδή & Στεφάνου «Επιμέτρηση και Επιβολή Ποινών στο Κυπριακό Νομικό Σύστημα» 2020, σελ. 3: «Ο όρος νομική τιμωρία (legal punishment) σύμφωνα με τον διάσημο ποινικό επιστήμονα στο Πανεπιστήμιο του Κειπριτζ, Ομότιμο Καθηγητή Sir Anthony Bottoms, συνιστά την αναδρομική αντίδραση του κράτους σε μια κολάσιμη συμπεριφορά η οποία όμως, εξυπηρετεί και κάποιο σκοπό στο μέλλον». Με γνώμονα ότι ο αναμορφωτικός χαρακτήρας της ποινής πρέπει να επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση εξατομικευμένα και έχοντας το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ο κατηγορούμενος στα δύο και πλέον χρόνια που έχουν διαρρεύσει από την διάπραξη του αδικήματος, έχει αυτοβούλως προβεί σε ενεργά διαβήματα που οδήγησαν στην αναμόρφωση του, εκπληρώνοντας πραγματικά, έναν εκ των σκοπών της ποινής, κρίνω, ότι οι μετριαστικοί παράγοντες που τον αφορούν μπορούν στη προκείμενη, να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογείται η φυλάκιση του με αναστολή. Τυχόν άμεση ποινή φυλάκισης στον κατηγορούμενο θα προκαλούσε σε αυτόν όχι μόνο μια ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού, αλλά θα επιφέρει αλυσιδωτές συνέπειες στη συμβία του και στους γονείς του, οι οποίοι στηρίζονται στους ώμους του για τα προς το ζην. Οι πιο πάνω συνθήκες του κατηγορούμενης οδηγούν το Δικαστήριο στην εφαρμογή του «Doctrine of Mercy» (δόγμα του ελέους) όπως αυτό εξηγήθηκε από τους Δικαστές Maxwell P και Redlich JA στην απόφαση DPP v Masagne [2017] VSCA 204, με αυτό να τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις ως η παρούσα, αφού: «The requirements of justice must sometimes be tempered. Mercy may alleviate 'suffering that is in some sense deserved' or which the Judge is otherwise entitled to impose». Ως ανέφερε ο Τζόρτζ Μπέρναρντ Σω, Ιρλανδός δραματουργός και θεατρικός συγγραφέας, «Όταν πρέπει να τιμωρήσεις κάποιο ανταποδοτικά, πρέπει να τον βλάψεις. Εάν σκοπεύεις να τον αναμορφώσεις πρέπει να τον βελτιώσεις. Και οι άνθρωποι δεν βελτιώνονται με βλαπτικές ενέργειες». Έχοντας τα πιο πάνω υπόψιν, κρίνω ότι η οποιαδήποτε άμεση αποστέρηση της ελευθερίας του κατηγορούμενου θα φανέρωνε μόνο τον τιμωρητικό χαρακτήρα της ποινής. Η μεταβολή στις περιστάσεις του και οι αλλαγές που έχει κάνει στη ζωή του προς το καλύτερο αντανακλώνται μέσω της διαγωγής του στον καθόλου αμελητέο χρόνο των δύο ετών που έχει διαρρεύσει, χρόνο τον οποίο επίσης λαμβάνω υπόψιν (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Καραολή, Ποιν. Εφέσεις 230/2019 και 231/2019 ημ. 27/4/2021). Κληθείς συνεπώς το Δικαστήριο να απαντήσει το ερώτημα του κατά πόσον, η ενδεχομένως ανασταλείσα ποινή φυλάκισης, αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας, απαντά θετικά. Η έμπρακτη μεταμέλεια, σε συνδυασμό με όλους τους πιο πάνω παράγοντες επιτρέπουν στο Δικαστήριο όπως πιστώσει τον κατηγορούμενο με μια δεύτερη ευκαιρία για να παραδειγματιστεί από το λάθος του. Η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. (Εξηγείται στον κατηγορούμενο η έννοια της αναστολής της ποινής φυλάκισης). (Υπογρ.)............. Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Οι πιο πάνω κατηγορίες αφορούν σε παράβαση του Πρώτου Πίνακα (Μέρος ΙΙ) και Τρίτου Πίνακα του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 και συγκεκριμένα των άρθρων 2,3,4
(1)(α), 5, 6
(1)
(3), 30, 30 Α, 31, 31Α. [2] Δυνάμει του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο 188(Ι)/07. [3] Χριστοδούλου ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 124 [4] Σημαντικές κρίνονται επί του προκείμενου και οι Γενικός Εισαγγελέας ν. Sak
(2005)2 ΑΑΔ 377, Victor Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 211, Σωτήρης Αθηνής ν. Δημοκρατίας Π.Ε 45/07, 10.4.2008, Γενικός Εισαγγελέας ν. Dos Santos
(2005)2 ΑΑΔ 297, στις οποίες παραπέμπω. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο