← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας Πίριλλος, Αρ. Υπόθεσης:7052/21, 30/7/2024

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας Πίριλλος, Αρ. Υπόθεσης:7052/21, 30/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:7052/21 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν Ανδρέας Πίριλλος Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Σ. Ναθαναήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Παπάμιχαηλ Κατηγορούμενος: Παρών AΠΟΦΑΣΗ Η άλλοτε αδελφική σχέση μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορουμένου εξαϋλώθηκε στη πορεία των χρόνων ένεκα των μεταξύ τους περιουσιακών και άλλων, (οικονομικών) διαφορών, διαφορές οι οποίες τους οδήγησαν ενώπιον της Δικαιοσύνης. Έναυσμα για την παρούσα ποινική υπόθεση αποτέλεσαν τα όσα κατ' ισχυρισμό έπραξε και ανάφερε ο κατηγορούμενος στον αδελφό του την 27.8.20 στην αυλή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τέσσερις κατηγορίες και δη αυτή της απειλής[1], της κοινής επίθεσης[2], της δημόσιας εξύβρισης[3] και της ανησυχίας[4], πράξεις οι οποίες ποινικοποιούνται δυνάμει των σχετικών άρθρων του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων ο κατηγορούμενος την 27.8.20 προκάλεσε τρόμο στον Γεώργιο Πύρριλο, απειλώντας τον με τη βία, δηλαδή με τη φράση «θα δεις τι θα πάθεις» (1η κατηγορία), επιτιθέμενος παράνομα εναντίον του, (2η κατηγορία) εξυβρίζοντας αυτόν στην αυλή του Επαρχιακού Δικαστηρίου με τις λέξεις «απατεώνας, κλέφτης, αλήτης, αλκοολικός και κλεπταποδόχος» (3η κατηγορία), προκαλώντας δια των πιο πάνω πράξεων ανησυχία, θόρυβο και ταραχή (4η κατηγορία). Η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρξε σύντομη, με την κατηγορούσα αρχή να καλεί προς απόδειξη της υπόθεσης της, δύο μάρτυρες. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή, ο κατηγορούμενος κλήθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου σε απολογία και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως. Η προφορική μαρτυρία βρίσκεται δεόντως καταγεγραμμένη στα πρακτικά, με το Δικαστήριο να προχωρεί στην παράθεση μιας σύνοψης της. Μαρτυρία Κατηγορούσας Αρχής Πρώτος μάρτυρας Κατηγορίας (ΜΚ1) ο παραπονούμενος, Γεώργιος Πύρριλος. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, Τεκμήριο

  1. Σύμφωνα με αυτήν την 27.8.20 και γύρω στις 12:00-12:30 και ενώ βρισκόταν με τον δικηγόρο του, Κωστή Ευσταθίου, στο προαύλιο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για υπόθεση που προωθούσε εναντίον του αδελφού του (αστική δικαιοδοσία), ο τελευταίος τον εξύβρισε αποκαλώντας τον «απατεώνα, κλέφτη, αλήτη αλκοολικό και κλεπταποδόχο». Τον απείλησε επίσης με τη φράση «θα δεις τι θα πάθεις», προσπαθώντας να του επιτεθεί χωρίς να τα καταφέρει αφού, την ώρα που έκανε κίνηση προς το μέρος του τον σταμάτησε ένας αστυνομικός που άκουσε τη φασαρία και ήρθε στο σημείο. Ο αδελφός του τον εξύβρισε φωνασκώντας, όμως, ο ίδιος δεν του απάντησε καθόλου, αφού δεν ήθελε να δώσει συνέχεια και έμεινε σιωπηλός. Τον αστυνομικό δεν γνωρίζει και κατόπιν παρότρυνσης του απομακρύνθηκε από το σημείο με τον δικηγόρο του. Με τον αδελφό του έχει χρόνια που βρίσκονται αντιμέτωποι σε Δικαστικές αίθουσες. Ανέχεται αυτήν τη συμπεριφορά και ύβρεις τουλάχιστον από το
  2. Επιθυμεί την ποινική του δίωξη, γιατί θέλει να σταματήσουν οι ενοχλήσεις στο πρόσωπο του ιδίου και της οικογένειας του, περιλαμβανομένων και των παιδιών του, με την οικογένεια να διαμένει στην Αθήνα. Προς επίρρωση των θέσεων ότι ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο επικίνδυνο και ότι τον φοβάται, επισύναψε στην κατάθεση του αριθμό τηλεμοιιτύπων/ επιστολών, ως αυτές του απέστειλε ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 2010 - 2012 στην υποδοχή ξενοδοχείου που διαχειριζόταν, στην Αθήνα. Κατά την κυρίως εξέτασή του ανάφερε ότι τα φαξ έστελνε ο κατηγορούμενος στην υποδοχή του ξενοδοχείου, (Reception), με απώτερο σκοπό την πρόκληση οικονομικής ζημιάς. Κατέθεσε στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 2) μια δαχτυλογραφημένη καταγγελία σε ότι αφορούσε το περιστατικό, αντίγραφο της οποίας παρέδωσε στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού την 21.10.
  3. Δήλωσε ότι, όσα κατέγραψε στην καταγγελία του ανάφερε προφορικά, την 3.9.20 στον ίδιο Αστυνομικό Σταθμό. Κληθείς να σχολιάσει τα της μεταξύ τους σχέσης, ο μάρτυρας απάντησε ότι πάντοτε φρόντιζε και προστάτευε τον κατηγορούμενο όντας ο μεγαλύτερος. Μέχρι το 1990 οι σχέσεις τους δεν ήταν άσχημες. Ένωσαν μάλιστα επιχειρηματικές δυνάμεις και ιδέες το 1985, δημιουργώντας από κοινού μια εταιρεία αμφότερων συμφερόντων. Τα προβλήματα ξεκίνησαν, όταν ο κατηγορούμενος σταμάτησε να του παραδίδει ή απέκρυπτε τους ισολογισμούς της επιχείρησης. Ποτέ δεν του παρέδωσε τα κέρδη που του αναλογούσαν από τη διαχείριση της εταιρείας μήτε και του επέστρεψε ποτέ τα δανεικά που ο ΜΚ1 του έδιδε ανά διαστήματα. Πέραν των ως άνω, ο κατηγορούμενος, ενεργώντας δόλια το έτος 2000, εκμεταλλεύτηκε πληρεξούσιο που είχε υπογράψει στο παρελθόν ο παραπονούμενος, υποθηκεύοντας περιουσία του τελευταίου με σκοπό τη λήψη δανεισμού από πιστωτικό ίδρυμα. Αυτό δήλωσε, ήταν μεταξύ άλλων, το κύριο αντικείμενο της αστικής διαφοράς που εκδικαζόταν κατά τον επίδικο χρόνο. Τα τηλεομοιότυπα δήλωσε, επίτηδες έστελνε στο ξενοδοχείο που διαχειριζόταν ο παραπονούμενος στην Αθήνα, για να τα διαβάζουν οι υπάλληλοι και να δημιουργεί εντυπώσεις αφού κατά εκείνον το χρόνο ο μάρτυρας διαπραγματευόταν τους όρους του ενοικιαστήριου συμβολαίου με τους ιδιοκτήτες του κτιρίου. Ο κατηγορούμενος τον αποκαλούσε μεταξύ άλλων «κτήνος και τέρας», απειλώντας ότι θα τον εκθέσει στο γιο του. Την επίδικη ημέρα και αφού είχαν εξέλθει από αίθουσα Δικαστηρίου, κατά τη μετάβαση τους προς το προαύλιο χώρου του Δικαστηρίου Λευκωσίας, παρουσία αφμότερων συνηγόρων τους, ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να τον υβρίζει, πηγαίνοντας προς το μέρος του με άσχημες προθέσεις «με σκοπό να του επιτεθεί». Από τις φωνές πλησίασαν δύο αστυνομικοί. Ένας εξ' αυτών τραβούσε τον κατηγορούμενο «πίσω». Ο παραπονούμενος ως ανέφερε χαρακτηριστικά, «κατατρομοκρατήθηκε» σκεπτόμενος ότι, «αν κρατά μαχαίρι θα μας σφάξει στην αυλή του Δικαστηρίου». Ο αστυνομικός τον παρότρυνε να φύγει, δείχνοντας του την αντίθεση κατεύθυνση. Ο μάρτυρας αποχώρησε μαζί με το δικηγόρο του. Ερωτηθείς από την κατηγορούσα αρχή ως προς το πώς ένιωσε, όταν απειλήθηκε με τη φράση «θα δεις τι θα πάθεις», ο μάρτυρας απάντησε ότι «φοβήθηκε σε μεγάλο βαθμό». Η όλη κατάσταση είχε καταντήσει ένα μαρτύριο, δήλωσε. Αποφάσισε να καταγγείλει την συμπεριφορά του αδελφού του, αφού ο τελευταίος δεν υποχωρούσε. Αντεξετασθείς ως προς το ποιος χρωστά ποιου χρήματα, ο μάρτυρας απάντησε ότι ο κατηγορούμενος συνεχίζει να του οφείλει πάνω από €2.000.
  4. Τόνισε ότι οι επενδύσεις και συναλλαγές του κατηγορούμενου τα τελευταία χρόνια είναι δόλιες αφού χρησιμοποίησε εν αγνοία του ως εξασφάλιση για αυτές, ακίνητα δικά του, μεγάλης αξίας. Ο ίδιος το μόνο που οφείλει στον αδελφό του είναι το ποσό των €150.
  5. Ερωτηθείς γιατί, αφού αισθανόταν τόσο πανικοβλημένος δεν μετέβη απευθείας στην Αστυνομία την 27.8.20 απάντησε: (α) ότι το παράπονο του εξέφρασε προφορικά την 3.9.20 στον αστυνομικό σταθμό και (β) ότι ο λόγος που δεν πήγε νωρίτερα ήταν γιατί: «μεσολάβησαν κάτι άλλα προβλήματα, έτρεχα ξέρω εγώ ήταν και Σαββατοκύριακο, μπορεί να ήταν καμιά γιορτή. Αμέσως μόλις μπόρεσα, δηλαδή, σε μια εβδομάδα πήγα και το ανέφερα προφορικά». Ανέμενε, ως τους ανέφερε η αστυνομία, να ειδοποιηθεί, σε σχέση με την ημερομηνία που θα διευθετείτο για να δώσει κατάθεση. Με το πέρας των ημερών, ο ίδιος αποφάσισε να δακτυλογραφήσει την κατάθεση του/ καταγγελία και να παραδώσει αυτήν στις αρχές την 23.10.
  6. Δεν έκρινε σκόπιμο να ρωτήσει τα ονόματα των αστυνομικών που ήταν παρόντες στη σκηνή. Δεύτερη μάρτυρας κατηγορίας (ΜΚ2), η Αστ. 2047, Νικολάου. Υπηρετεί σύμφωνα με την κατάθεση της, Τεκμήριο 3, στην ΑΔΕ Λευκωσίας και είναι τοποθετημένη στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό, στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων. Την 27.10.20 κατέγραψε το παράπονο του ΜΚ1 και την 15.1.21 αφού ενημέρωσε τον κατηγορούμενο για τα δικαιώματα του, του έλαβε ανακριτική κατάθεση. Αφού έλαβε κατάθεση προχώρησε και κατηγόρησε αυτόν γραπτώς για τα υπό του κατηγορητηρίου αδικήματα με τον τελευταίο να απαντά: «Με τον αδελφό μου Γιώργο συναντηθήκαμε στο Δικαστήριο στις 27.8.20 αφού είχαμε τη μεταξύ μας δίκη και όταν βγήκαμε από την αίθουσα του Δικαστηρίου ήταν αυτός με το δικηγόρο του μπροστά και εγώ με το δικό μου δικηγόρο πίσω και προχωρήσαμε όλοι μαζί για να φύγουμε. Δεν παραδέχομαι τις κατηγορίες, είναι όλα ψέματα». Η ΜΚ2 ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης την 10.2.21 μετά από οδηγίες του Α/Λοχ.
  7. Κατέθεσε στη διαδικασία την γραπτή κατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 4) και την γραπτή κατηγορία που του απέδωσε, Τεκμήριο
  8. Ανέφερε ότι, παρόλο που η γραπτή κατάθεση του ΜΚ1 λήφθηκε την 27.10.20, ο παραπονούμενος είχε εκφράσει και νωρίτερα την επιθυμία του όπως υποβάλει καταγγελία και αφού μίλησε με το Σταθμάρχη, μετέβη στο Σταθμό (και) την 23.10.20 με σκοπό τη λήψη από μέρους του, κατάθεσης. Με δεδομένο όμως ότι η ΜΚ2 απουσίαζε εκείνη την ημέρα, διευθετήθηκε συνάντηση για την 27.10.
  9. Αντεξετασθείσα ανέφερε ότι, ενώ αρχικά δεν είχε οριστεί η ίδια ως η ανακριτής της υπόθεσης, στο τέλος, επειδή κανένας άλλος συνάδελφος της δεν την χειρίστηκε, ανέλαβε η ίδια το φάκελο. Έτυχε δήλωσε, να έλαβε η ίδια τις καταθέσεις αμφότερων παραγόντων της δίκης και αυτό γιατί την συγκεκριμένη περίοδο εγκυμονούσε. Προς υποβοήθηση του Σταθμού και νοουμένου ότι δεν υπήρχαν άλλοι συνάδελφοι που θα μπορούσαν να διεκπεραιώσουν την πιο πάνω εργασία, η ίδια λάμβανε καταθέσεις κατόπιν οδηγιών και μετά παρέδιδε το φάκελο στους ανακριτές της υπόθεσης. Στην παρούσα, ουδείς ουσιαστικά είχε αναλάβει καθήκοντα ανακριτή προ της 10.2.
  10. Συμφώνησε με τη θέση της υπεράσπισης ότι, μετά την ανάληψη του φακέλου περιορίστηκε στη συμπλήρωση των εγγράφων και την ετοιμασία του. Προσπάθησε ανέφερε, να εντοπίσει τους αστυνομικούς που ήταν παρόντες στο χώρο, χωρίς επιτυχία ενώ επικοινωνία με αμφότερους συνηγόρους των μερών, φανέρωσε τη μη επιθυμία των όπως δώσουν κατάθεση. Υποδείχθηκε στη μάρτυρα η αναντιστοιχία μεταξύ των λέξεων που χρησιμοποίησε ο ΜΚ1 στην κατάθεση που δακτυλογράφησε ο ίδιος ημερ. 21.10.20 (Τεκμήριο 2) και των λέξεων που χρησιμοποίησε ανακριθείς για να περιγράψει τις ύβρεις που δέχθηκε με τη μάρτυρα να απαντά ότι το γεγονός αυτό «δεν την προβλημάτισε» αφού δεν είχε κανένα λόγο να αμφισβητεί τα λεγόμενα του παραπονούμενου. Υποδείχθηκε στη μάρτυρα η απουσία καταγραφής επί του Τεκμηρίου 2, της φερόμενης απειλής, ως αυτή αποτυπώνεται στην 1η κατηγορία, με την μάρτυρα να απαντά ότι η κατηγορία που αποδόθηκε στον κατηγορούμενο εδράζετο επί της καταθέσεως του παραπονούμενου και όχι επί των αναφορών του στην επιστολή/καταγγελία, ημερ. 23.10.
  11. Επανερχόμενος ο κ. Παπάμιχαηλ επί της 2ης κατηγορίας (επίθεση), ρώτησε τη μάρτυρα προς τί η κατηγορία ότι ο πελάτης του, «παράνομα επιτέθηκε» στον παραπονούμενο, από τη στιγμή που ο τελευταίος αναφέρει στο Τεκμήριο 1 ότι ο κατηγορούμενος «προσπάθησε να του επιτεθεί χωρίς να τα καταφέρει», στο Τεκμήριο 2 ότι ήταν «έτοιμος να του επιτεθεί», με τη ΜΚ2 να απαντά ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΚ1 η προσπάθεια του κατηγορούμενου ήταν ανεπιτυχής γιατί τον σταμάτησε ένας αστυνομικός. Ρωτήθηκε προς τί τότε η ερώτηση στον πελάτη του κατά το στάδιο της ανάκρισης ότι, σκοπό είχε «να κτυπήσει» τον παραπονούμενο χωρίς να τα καταφέρει, με τη μάρτυρα να απαντά ότι ενδεχομένως η χρήση της συγκεκριμένης λέξης να αποτελούσε «τυπογραφικό λάθος». Τέλος, αρνήθηκε τις υποβολές ότι καμία διερεύνηση δεν έλαβε χώρα, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «από τα ενώπιον της δεδομένα δεν υπήρχαν στοιχεία που να αμφισβητούν το παράπονο του ΜΚ1» ή που να τείνουν να καταδείξουν ότι αυτό έγινε με αλλότρια κίνητρα, ήτοι επειδή ενδεχομένως να έχανε στην μεταξύ των εκκρεμοδικία ενώπιον της Δικαιοσύνης. Μαρτυρία Υπεράσπισης Μοναδικός μάρτυρας για την υπεράσπιση, ο κατηγορούμενος. Αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία, ήτοι το Τεκμήριο 4, όπου δίδει τις ακόλουθες θέσεις και ισχυρισμούς. Την 27.8.20 και μεταξύ των ωρών 12:00- 12:30 βρισκόταν στο Δικαστήριο μαζί με τον δικηγόρο του αφού υπήρχε συνεχιζόμενη δίκη με αντίδικο τον αδελφό του, παραπονούμενο. Κληθείς να απαντήσει στη θέση ότι υπάρχει μαρτυρία ότι εξύβρισε τον ΜΚ1, ο κατηγορούμενος απάντησε ότι «όλα είναι προϊόν της φαντασίας του αδελφού του». Η ακρόαση της υπόθεσης (τότε), συνεχίζετο. Οι διάδικοι βρέθηκαν ξανά στο Δικαστήριο την 8.10.20 και 16.11.
  12. Θα ήταν ως δήλωσε χαρακτηριστικά στην κατάθεση του, «αδιανόητο να ενεργήσει κατά τέτοιο τρόπο διαρκούσης της δίκης και της απόφασης, αλλά δεν είναι ούτε του χαρακτήρα του». Τελευταία ημερομηνία ακρόασης ήταν η 2.12.10 στην ο οποία ο αδελφός του δεν παρευρέθηκε. Η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε την 18.12.20 με τον ίδιο «να κερδίζει την υπόθεση». Στη θέση ότι εξύβρισε, απείλησε, φώναξε και προσπάθησε να κτυπήσει τον παραπονούμενο ανεπιτυχώς, απάντησε ότι είναι όλα ψέματα και ισχυρισμοί του παραπονούμενου. Ο λόγος που προέβη σε αυτή την καταγγελία είναι γιατί είχε αντιληφθεί ότι δεν θα κέρδιζε την υπόθεση που καταχώρησε εναντίον του (κατηγορούμενου). Κατά την κυρίως του εξέταση επανέλαβε ότι οι κατηγορίες που του αποδίδονται ουδόλως ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Πρόσθεσε ότι, τα όσα ενόρκως ανέφερε ο παραπονούμενος περί μόνιμης διαμονής του στην Ελλάδα είναι ψεύδη αφού γνωρίζει ότι διαμένει μόνιμα σε συγκεκριμένη διεύθυνση στη Λευκωσία την οποίαν και παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κληθείς να σχολιάσει τα περί οικονομικών και άλλων διαφορών απάντησε ότι η πραγματικότητα απέχει κατά παρασάγγας από τις δηλώσεις του ΜΚ1 ενόρκως ο οποίος με τις αναφορές του, «δολοφόνησε και δολοφονεί την αλήθεια και την πραγματικότητα». Υποδείχθηκαν στο μάρτυρα κατά την αντεξέταση του συγκεκριμένα έγγραφα που αφορούν στη σύσταση και λειτουργία εταιρειών προς αντίκρουση των θέσεων του κατηγορούμενου ότι όλα, «αποτελούν αποκύημα της φαντασίας του παραπονούμενου» (Τεκμήριο 6), με τον κατηγορούμενο να αρνείται κάθε υποβολή επί του προκείμενου. Συγκεκριμένα αρνήθηκε τη θέση ότι δεν παρέδιδε ή δεν μοίρασε τα όποια κέρδη της εταιρείας που δημιούργησαν ή ότι ξεγέλασε τον αδελφό του υποθηκεύοντας ακίνητο δικής του ιδιοκτησίας εν αγνοία του. Αρνήθηκε τη θέση ότι ο αδελφός του, παραπονούμενος, τον βοήθησε το 1988, χρονολογία κατά την οποίαν ο κατηγορούμενος βρέθηκε έγκλειστος στον Κορυδαλλό, δηλώνοντας ότι όλες οι πιο πάνω αναφορές φανερώνουν το απύθμενο μίσος του παραπονούμενου στο πρόσωπο του. Τόνισε κατ' επανάληψη ότι ενώπιον της παρούσας σύνθεσης εκδικάζονται τα όσα δήθεν, διαδραματίσθηκαν την 27.8,20 και όχι όσα ενδέχεται να έλαβαν χώρα προ δεκαετιών. Στις θέσεις της κατηγορίας ότι, την 27.8.20 απείλησε, εξύβρισε και επιτέθηκε του ΜΚ1 στο προαύλιο του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας απάντησε ότι όλα όσα αναφέρει η κατηγορία είναι ψέματα και ότι υπήρχαν συγκεκριμένοι μάρτυρες παρόντες οι οποίοι θα μπορούσαν κάλλιστα να παρουσιαστούν και να αναφέρουν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Βάρος Απόδειξης/Αξιολόγηση Μαρτυρίας Είναι γνωστό τοις πάσι στον νομικό κόσμο ότι το βάρος απόδειξης του συνόλου των λεπτομερειών του αδικήματος όπως αυτές καταγράφονται στο κατηγορητήριο οφείλει να αποδείξει η κατηγορούσα αρχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η υπεράσπιση επουδενί δεν φέρει οποιοδήποτε βάρος για απόδειξη της αθωότητάς του κατηγορούμενου, ή συμπλήρωσης τυχόν κενών στην μαρτυρία της πρώτης (Woolmington v DPP 25 Cr. App.R.72, Munteanu v Δημοκρατίας

(2013)2 Α.Α.Δ.459). Ο Δικαστικός Λόγος στην Θεοχάρους ν Δημοκρατίας
(2008)1 Α.Α.Δ.22 μας υπενθυμίζει ότι: «Ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας ενός κατηγορούμενου και της υποχρέωσης της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι: (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσον είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες». Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος (..) δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής». Με δεδομένη την πιο πάνω αρχή, προχωρώ στην αξιολόγηση της ενώπιον νου μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή συμπερασμάτων με τον Δικαστή να: «.καλείται κατ' αντικειμενικό τρόπο να κρίνει τους συνανθρώπους του, αποστασιωποιημένος βέβαια από την υπόθεση και ενσωματώνοντας το μέτρο εκείνο της αμερόληπτης και λογικής κρίσης που διατρέχει ολόκληρη κοινωνία με πρόσθετη βέβαια τη νομική κατάρτιση του (βλ. P & Chr. Seafood Express Ltd κ.α ν Αρχής Ηλλεκτρισμού Κύπρου
(2014)1(Β) Α.Α.Δ. 1945). Έχω ως γνώμονά μου την ευρεία νομολογία επί του ζητήματος που άπτεται την αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, την οποία έχω εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή, ενώ κατά την αξιολόγησή της δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας έκαστου μάρτυρος, αλλά ως προτάσσει η νομολογία την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα στα πλαίσια του συνόλου της (Μουσταφά ν. Κακουρή
(2002)1 Α.Α.Δ 165). Είναι γεγονός ότι σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, ήτοι, όπου υπάρχουν δύο αντικρουόμενες ουσιαστικά εκδοχές το Δικαστήριο, παρακολουθεί τους μάρτυρες με ιδιαίτερη προσοχή αφού, η εντύπωση: «...που αποκομίζει από τους μάρτυρες (..) φέρει μαζί της το ευεργέτημα της επισταμένης παρακολούθησης των όσων οι μάρτυρες καταθέτουν, τον τρόπο με τον οποίο καταθέτουν, τη λογική που η μαρτυρία τους εκπέμπει και όλα αυτά σε συνδυασμό με την ανάλογη αντιπαραβολή με τη δικογραφία στις πολιτικές υποθέσεις ή τις καταθέσεις στις ποινικές υποθέσεις και τα εν γένει τεκμήρια. Η ανθρώπινη εμπειρία εν πολλοίς είναι οδηγός ως προς τη λογική των πραγμάτων (Baloise Insurance Co Ltd ν. Κατωμονιάτη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275)».[5] Ξεκινώντας από την μαρτυρία της ΜΚ2, αναφέρω ότι αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας της που αφορά στις πράξεις και ενέργειες στις οποίες προέβη. Όμως εδώ, οφείλουν να σημειωθούν τα ακόλουθα. Η μαρτυρία της ΜΚ2 το μόνο που προσέφερε στην πραγματικότητα, ήταν να επιβεβαιώσει την λήψη αμφότερων καταθέσεων, παραπονούμενου και κατηγορούμενου. Η μαρτυρία της στο σύνολο της, όχι μόνο δεν κατάφερε να διασαφηνίσει τα όσα αφορούν τις κατηγορίες που αποδίδονται στον κατηγορούμενο, αλλά φανέρωσε την προχειρότητα με την οποία αντιμετώπισαν οι αρχές την υπό εκδίκαση καταγγελία. Δεν νοείται να φανερώνεται ενώπιον Δικαστηρίου ότι η διερεύνηση των αναφορών του ΜΚ1 δεν είχε ουδέποτε ουσιαστικά (προ της 10.2.21), ανατεθεί σε υπεύθυνο πρόσωπο/ανακριτή, με σκοπό τη διερεύνηση του βάσιμου ή όχι των αναφορών του. Εκείνο που τελικώς παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία είναι ότι, υπήρχε πρόσωπο το οποίο επιθυμούσε να προβεί σε καταγγελία, κοινοποιώντας την πρόθεση του αυτή στις αρχές την 3.9.20, με την αστυνομία να ρίχνει το μπαλάκι «από βάρδια σε βάρδια» μέχρι την τελική ανάθεση της υπόθεσης στην ΜΚ2, της οποίας στο τέλος οι οδηγίες ήταν όπως, λάβει κατάθεση από τον κατηγορούμενο, κατηγορήσει και ετοιμάσει το φάκελο πράγμα που έγινε, ευθύς μόλις ολοκληρώθηκε η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από μέρους του. Περιπλέον, ο παραπονούμενος στην επιστολή/γραπτή καταγγελία που παρέδωσε στην αστυνομία (Τεκμήριο 2), πρόβαλε κάποιους συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Κανένα εξ΄αυτών δεν εξακρίβωσε η ΜΚ2, μήτε και έκρινε ορθό όπως διασαφηνίσει προς τί, η αναντιστοιχία μεταξύ των αναφορών του παραπονούμενου μεταξύ της απόδοσης των γεγονότων την 1η φόρα (Τεκμήριο 2) και τη 2η φορά, (Τεκμήριο 1) δια της καταθέσεως του. Θα ανέμενε κανείς, με γνώμονα πάντοτε το υψηλό βάρος απόδειξης που βαραίνει την κατηγορούσα αρχή όπως η ΜΚ2 προβεί σε τέτοιες ενέργειες που θα την βοηθούσαν στην εξακρίβωση των αναφορών του ΜΚ1, εντοπίζοντας τουλάχιστον τους Αστυνομικούς που ήταν παρόντες (και εργάζονταν) στο χώρο των Δικαστηρίων, ή έστω, εξετάσει τις θέσεις που πρόβαλε ο κατηγορούμενος. Από την στιγμή που υπήρχαν διιστάμενες εκδοχές ως προς τα τεκταινόμενα της 27.8.20, η αστυνομία όφειλε όπως προβεί στις κατάλληλες ενέργειες που θα την βοηθούσαν να διερευνήσει εις βάθος την παρούσα. Όλα αυτά, βεβαίως, για να εξακριβωθεί κατά πόσον η εκδοχή που παρουσίασε ο κατηγορούμενος, ενδέχεται να ευσταθούσε, και αν όχι, παρουσιαστεί μαρτυρία ισχυρή που να φανέρωνε την στοιχειοθέτηση των κατηγοριών, ως αυτές καταλογίζονται στον κατηγορούμενο δια των πρωτογενών γεγονότων. Η μαρτυρία της ΜΚ2, ομολογουμένως, δεν διαφώτισε το Δικαστήριο ως προς την ουσία των γεγονότων, παρά την ειλικρίνεια της μάρτυρος ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη. Οι αναφορές και συμπεριφορά του ΜΚ1 προβλημάτισαν το Δικαστήριο σε σχέση τόσο με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του αλλά και με την εν γένει συμπεριφορά του επί του εδωλίου. Κρίνοντας συνολικά και όχι αποσπασματικά την μαρτυρία του καταλήγω, ότι αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει εφαλτήριο για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Στην επιστολή ημερ. 21.10.20 με τίτλο «Καταγγελία στο Σταθμό Λυκαβητού» (Τεκμήριο 2) ο παραπονούμενος διατείνετο ότι : «Την 27.8.20 ..στο προαύλιο των Δικαστηρίων, παρουσία του δικηγόρου μου Κωστή Ευσταθίου και του δικηγόρου του Ροβέρτου Βραχίμη,. (ο κατηγορούμενος) με ύβριζε με υστερικές κραυγές, χαρακτηρίζοντας με Απατεώνα, Κλέφτη, Κλεπταποδόχε. Απειλές και όσο δεν του απαντούσα παραπάνω νευρίαζε, έτοιμος να μου επιτεθεί, είπα κρατήστε τον, γιατί και η υπομονή έχει τα όρια της. Αν μου επιτεθεί δεν θα καθίσω. Τότε δύο αστυνομικοί έτρεξαν προς το μέρος μας, ο ένας τον άρπαξε και τον τραβούσε διώχνοντας τον, ενώ ο άλλος είπε σε μένα «φύγε και εσύ προς τα _ δείχνοντας μου αντίθετη κατεύθυνση»[6]. Ως καταγράφει στο εν λόγω τεκμήριο, τα πιο πάνω ανέφερε προφορικά σε μια «Αστυνομικό Άντρη», την 3.9.20. Ο παραπονούμενος μετά επέλεξε όπως καταγράψει, περιγράψει και (παραδώσει στην αστυνομία) σε δικό του χρόνο τα όσα έλαβαν χώρα την 27.8.20. Κληθείς όμως να δώσει επίσημη κατάθεση, συγκεκριμενοποίησε ξαφνικά και δη εντός 5 ημερών, τις κατά τα άλλα γενικές και αόριστες αναφορές του, ως αυτές καταγράφονται στο Τεκμήριο 2, γεγονός το οποίο δεν μπορεί παρά να γεννά προβληματισμό στο Δικαστήριο ως προς την βαρύτητα, αξιοπιστία ή κίνητρο του εν λόγω μάρτυρα, και αυτό γιατί. Δεν μπορεί συνεπώς παρά να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι από την επιστολή Τεκμήριο 2, (η οποία προηγήθηκε της κατάθεσης του στην αστυνομία), απουσιάζει παντελώς η κατ΄ισχυρισμόν εκφρασθείσα με βία απειλή, στο πρόσωπο του, η οποία κατά τα λοιπά, τον «κατατρομοκράτησε», ως χαρακτηριστικά ανέφερε, ως επίσης και συγκεκριμένες λέξεις από τη φερόμενη εξύβριση που δέχθηκε, οι οποίες εντοπίζονται αργότερα, εντός του κειμένου της γραπτής του κατάθεσης. Περιπλέον, στο Τεκμήριο 2 καταγράφει ότι, όσο δεν απαντούσε στον κατηγορούμενο αυτός νευρίαζε, «όντας έτοιμος να του επιτεθεί», ενώ στην γραπτή του κατάθεση Τεκμήριο 1 περιγράφει ότι ο κατηγορούμενος «προσπάθησε να του επιτεθεί» χωρίς να τα καταφέρει, αφού τον ανέκοψε αστυνομικός που ήταν στο χώρο. Οι αστυνομικοί στο χώρο σύμφωνα με τις αναφορές του επί του Τεκμηρίου 2 ήταν δύο σε αριθμό, ενώ σύμφωνα με την κατάθεση του, ένας
(1). Τη θέση αυτή κατά τη ζώσα μαρτυρία του μετέβαλε επίσης συνεχώς. Εντύπωση επίσης προκαλεί στο Δικαστήριο το γεγονός ότι, παρά το ότι δήλωνε τρομοκρατημένος από τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ο οποίος μάλιστα είναι τόσο επικίνδυνος που θα μπορούσε να «κρατάει και μαχαίρι», δεν ζήτησε ούτε την ίδια στιγμή, μήτε τις αμέσως επόμενες ημέρες (είτε προσωπικά ή μέσω του δικηγόρου του) όπως μάθει το όνομα του/των αστυνομικού/ων που υπήρξε/αν αυτόπτης/ες μάρτυρας αλλά και σωτήρας/ες του. Αντίθετα, κράτησε μια απαθή στάση για μία ολόκληρη εβδομάδα (μέχρι τις 3.9.20) μη αποφασίζοντας να αναφέρει οτιδήποτε για όσα έλαβαν χώρα. Το γεγονός ότι «είχε δουλειές» ή ότι «μπορεί να ήταν καμία γιορτή», δεν πείθει. Παρά τις πιο πάνω τοποθετήσεις του όμως περί φόβου και τρομοκρατίας, ο ίδιος μετά την εκστόμιση της απειλής, όχι μόνο δεν απάντησε τίποτα στον κατηγορούμενο, αλλά αντίθετα, σε ένα κλίμα νηφαλιότητας και ηρεμίας επέλεξε όπως μη πράξει τίποτα επί των όσων έλαβαν χώρα για μια περίοδο 7 ημερών, θέση η οποία έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις δηλώσεις του ότι, τελεί καθημερινώς, από το 2010, υπό το καθεστώς απειλών και εκφοβισμού. Η συμπεριφορά του συνεπώς σε ότι αφορά την κωλυσιεργία του στην καταγγελία, δεν μπορεί παρά να φέρει τη δική της δυναμική σε ότι αφορά την παρούσα ποινική υπόθεση και αυτό γιατί, από την μία ο μάρτυρας παρουσίαζε τον κατηγορούμενο ως ένα πρόσωπο ικανό για όλα, από την άλλη δε, και ενώ «κατατρομοκρατήθηκε» τίποτα δεν έπραξε άμεσα, που να επιβεβαιώνει τις αναφορές του. Οφείλω να σημειώσω και το εξής. Ο μάρτυρας, παρά την ευκαιρία που του δόθηκε κατά τη ζώσα μαρτυρία του, δεν επεξήγησε μήτε έδωσε εικόνα στο Δικαστήριο σε τι συνίστατο τελικώς η φερόμενη επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο. Καμία αναφορά ή περιγραφή δεν έδωσε επί του προκείμενου. Αντίθετα, εμφανής και έντονη ήταν η προσπάθεια όπως καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου αριθμό τηλεομοιότυπων που του απέστελλε ο κατηγορούμενος μεταξύ των ετών 2010 με 2012 προς επίρρωση των θέσεων του ότι ο κατηγορούμενος έπραξε τα όσα του καταλογίζονται, γιατί έχει χρόνια που καταφέρεται εναντίον του με αυτό τον τρόπο. Αυτή η επιμονή του μάρτυρα και η επιθυμία του όπως επεκταθεί σε μη ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, άφησε το Δικαστήριο με ερωτηματικά ως προς την φιλαλήθεια και κίνητρα του παραπονούμενου. Οι διαφορές και αντιφάσεις που εντοπίζονται μεταξύ των δύο γραπτών θέσεων του παραπονούμενου, είναι τέτοιας έκτασης και μεγέθους που, απουσίας οποιασδήποτε λογικής εξήγησης από τον ίδιο κατά τη ζώσα μαρτυρία του, δεν μπορούν παρά να αποδυναμώνουν τη μαρτυρία του σε βαθμό που το Δικαστήριο να μην μπορεί να βασιστεί επί αυτής και συνακόλουθα να προβεί σε στέρεα συμπεράσματα. Η μαρτυρία του δεν μπορεί συνεπώς να αποτελέσει στέρεο έδαφος για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στρέφομαι τώρα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου. Υπενθυμίζεται στο στάδιο αυτή μια εκ των βασικότερων αρχών του ποινικού δικαίου, ως αυτή έτυχε επανάληψης στην Γενικός Εισαγγελέας ν Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ.246, ήτοι, ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ήταν έντονος καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του, ερχόμενος πέραν της μίας φοράς σε αντιπαράθεση με την κατηγορία, με το Δικαστήριο να αναγκάζεται να προβαίνει σε υποδείξεις και υπενθυμίσεις ως προς τους (αυτονόητους) κανόνες ευγένειας που οφείλουν να τηρούνται κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασία. Τούτων λεχθέντων, έχοντας υπόψιν την πιο πάνω μαρτυρία του ΜΚ1 που επ' αυτής βασίστηκαν και οι όποιες ελπίδες της κατηγορούσας αρχής για καταδίκη του κατηγορούμενου, αυτό που στην πραγματικότητα μένει να εξεταστεί είναι το κατά πόσον ο κατηγορούμενος προώθησε μέσω της μαρτυρίας του οποιουσδήποτε ενοχοποιητικούς ή έστω εναντίον των συμφερόντων του ισχυρισμούς ώστε τούτοι, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με την λοιπή ενώπιον μου μαρτυρία να μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την εξαγωγή ευρήματος ή συμπεράσματος ενοχής στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Όπως και να ιδωθεί λοιπόν η μαρτυρία του, αυτή, δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για κρίση περί ενοχής του στα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Νομική Πτυχή: Σύμφωνα με το άρθρο 91(Α) του Κεφ. 154, απειλή (1η κατηγορία) διαπράττεται όταν: «Πρόσωπο προκαλεί σε άλλον τρόµο ή ανησυχία απειλώντας τον µε βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη». Σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη. Αντίστοιχα, το αδίκημα της κοινής επίθεσης (2η κατηγορία) διαπράττεται όταν κατηγορούμενο πρόσωπο, παράνομα (unlawfully), προκαλεί σε άλλο πρόσωπο φόβο άσκησης άμεσης βίας (assault) ή ασκεί παράνομα βία σε άλλο πρόσωπο (battery) (βλ. Πετρόπουλος ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 574, 579). Το αδίκημα διαπράττεται είτε με πρόθεση ή απερίσκεπτα (βλ. R v Venna [1976] QB 421, R. v. Ireland, R v Burstow [1998] AC 147 HL). Σύμφωνα δε με το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, όποιος σε δηµόσιο χώρο εξυβρίζει άλλο µε τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόµενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πληµµελήµατος (κατηγορία 3). Τέλος, «όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο µε τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, είναι αντίστοιχα, ένοχος πληµµελήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση. (4η κατηγορία). Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να αποδείξει, ότι ο κατηγορούμενος προέβη στη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων, συμφώνως των λεπτομερειών που καταγράφονται σε έκαστη κατηγορία. Σε κάθε ποινική υπόθεση το βάρος απόδειξης είναι αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο για να καταδικάσει θα πρέπει να είναι σίγουρο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος δεν έχει το βάρος να αποδείξει οτιδήποτε, ούτε ότι είναι αθώος (βλ. Woolmington v. DPP [1935] AC 462 HL, R. v. Majid [2009] EWCA Crim 2563). Υπενθυμίζεται στο στάδιο αυτό ότι, εάν το Δικαστήριο μετά την αξιολόγηση των μαρτύρων και τα ευρήματα του, παραμένει με έστω, υποβόσκουσα, αμφιβολία, η αθώωση του κατηγορούμενου είναι αναπόφευκτη (βλ. Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 459). Η Κατηγορούσα Αρχή είναι αυτή που οφείλει, με την προσκόμιση αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας να αποδείξει την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοίζου ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363). Έχει γίνει μνεία ανωτέρω ως προς του λόγους που η μαρτυρία του παραπονούμενου, επί της οποίας στηρίχθηκε η υπόθεση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Δυνάμει τούτου, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σ' αυτή ώστε να καταλήξει σε ασφαλή ευρήματα ως προς το τι ακριβώς έγινε κατά τους επίδικους χρόνους και στη συνέχεια σε σχετικά συμπεράσματα. Δεν υπάρχει υπόβαθρο εξαγωγής ασφαλούς συμπεράσματος ότι ο κατηγορούμενος κατά την 27.8.20 απείλησε, επιτέθηκε και εξύβρισε τον παραπονούμενο. Μήτε ότι με τη συμπεριφορά του προκάλεσε ανησυχία. Η έλλειψη οποιασδήποτε περιγραφής εκ μέρους του παραπονούμενου σε ότι αφορά τις κατηγορίες περιλαμβανομένης της φερόμενης επίθεσης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι έδωσε αντικρουόμενες εκδοχές ως προς το πώς έλαβαν χώρα τα υπό εκδίκαση αδικήματα, οδηγούν στην μη αποδοχή της από μέρους του μαρτυρίας. Αυτό, στα πλαίσια του τεκμηρίου της αθωότητας δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο υπέρ του κατηγορούμενου. Κρίνοντας την μαρτυρία του παραπονούμενου συνολικά, είναι αβέβαιο αν τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν ως η περιγραφή του, ενώ η απόρριψη της μαρτυρίας του κρίνει και την έκβαση της υπόθεσης, αφού είναι δεδομένη η αρχή ότι Δικαστήριο, μετά την απόρριψη της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής, δεν μπορεί μέσα από τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου να αντλήσει συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να στοιχειοθετούσαν την ενοχή του. (βλ. Ευριπίδου ante). Δυνάμει όλων των πιο πάνω, και με γνώμονα ότι η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχει γίνει αποδεκτή, καταλήγω ότι η διάπραξη των αδικημάτων δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπογρ.)............. M. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατά Παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. [2] Κατά Παράβαση του άρθρου 242 του Κεφ. 154. [3] Κατά Παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα [4] Κατά Παράβαση του άρθρου 95 του Κεφ. 54. [5] (Cyprus Popular Bank Public Co Ltd - Υπό εξυγίανση δυνάμει των προνοιών του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Αλλών Ιδρυμάτων Νόμου Ν.17
(1)/2013 (Ενεργώντας Μέσω της Ειδικής Διαχειρίστριας της, Άντρης Αντωνιάδου) ν Otis Elevators (Cyprus) Ltd, Πολ. Εφ. 371/2009 ημερ. 16.2.2015). [6] Το Δικαστήριο αποτυπώνει αυτούσιο το περιεχόμενο της επιστολής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.