← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Χ. Γ., Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 13818/23, 8/8/2024

Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Χ. Γ., Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 13818/23, 8/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Ναθαναήλ, Ε. Δ Αρ. Ποινικής Υπόθεσης: 13818/23 ΜΕΤΑΞΥ: Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας και Χ. Γ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 8 Αυγούστου 2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Μ. Χαραλάμπους Για τον Κατηγορούμενο: κα. Κ. Σοφοκλέους Κατηγορούμενος Παρών ΠΟΙΝΗ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ Α. Εισαγωγή Το κατηγορητήριο που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος περιλαμβάνει

(5)πέντε κατηγορίες οι οποίες αφορούν σε αδικήματα που στρέφονταν εναντίον της πρώην συζύγου του, ήτοι της παραπονούμενης. Αυτές αφορούν στα αδικήματα του εμπρησμού (1η κατηγορία), των απειλών (2η και 3η κατηγορία )[1], της παρενοχλητικής παρακολούθησης[2] (4η κατηγορία), και της άσκησης ψυχολογικής βίας σε γυναίκα (5η κατηγορία)[3]. Κατηγορούμενος και παραπονούμενη είναι πρόσωπα Αιγυπτιακής καταγωγής. Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν μακράς ακροαματικής διαδικασίας στις κατηγορίες 2 μέχρι
  1. Σε ότι αφορά την 1η κατηγορία και δη αυτή του εμπρησμού, ο κατηγορούμενος αθωώθηκε. Η ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του κατηγορούμενου που άπτεται των κατηγοριών 2 μέχρι 5 έλαβε χώραν μεταξύ των μηνών Ιουλίου και Αυγούστου
  2. Τα γεγονότα επί των οποίων κρίθηκε η ενοχή του κατηγορούμενου και τα οποία εξάχθηκαν από την αξιόπιστη μαρτυρία των 14 μαρτύρων κατηγορίας που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, περιλαμβανομένης και αυτής της παραπονούμενης, καταγράφονται με λεπτομέρεια στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 23.7.
  3. Εν συντομία αυτά έχουν ως ακολούθως: Τον Ιούλιο του έτους 2023 η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος ήταν διαζευγμένοι. Από το γάμο τους έχουν αποκτήσει τέσσερα παιδιά. Το διαζύγιο εκδόθηκε το Ιούλιο του 2018 δυνάμει αιτήματος του κατηγορούμενου. Προ της έκδοσης διαζυγίου είχε προηγηθεί ο ξυλοδαρμός της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο με απότοκο τη νοσηλεία της σε Νοσοκομείο. Η ποινική υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του αποσύρθηκε, μετά την έκδοση του διαζυγίου. Σύμφωνα με την αξιόπιστη μαρτυρία της παραπονούμενης είχε αποσύρει την υπόθεση λόγω απειλών και εξαναγκασμού της από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος μετά την έκδοση του διαζυγίου μετακόμισε από την οικογενειακή εστία. Διέμενε από το 2021 στην περιοχή του Αγίου Δομετίου στη Λευκωσία. Παρά την έκδοση διαζυγίου όμως το έτος 2018 η παραπονούμενη αναγκάστηκε, το έτος 2021 όπως αιτηθεί και εκδώσει προς όφελος της, στα πλαίσια της Αγωγής 377/2021 του Ε. Δ .Λευκωσίας μονομερές Διάταγμα, με το οποίο απαγορεύετο στον κατηγορούμενο όπως προσωπικά ή δια μέσω τρίτων, παρενοχλεί ή επεμβαίνει στο άτομο της μέχρι την εκδίκαση της εν λόγω αγωγής ή μέχρι νεότερας διαταγής του Δικαστηρίου. Το Διάταγμα εκδόθηκε την 25.2.21 και παραμένει μέχρι σήμερα σε ισχύ. Αντίστοιχα, στα πλαίσια Αίτησης με αριθμό 63/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Ποινική Δικαιοδοσία), εκδόθηκε Διάταγμα αποκλεισμού του κατηγορούμενου από την οικία στην Οδό Ηλέκτρας 24, διεύθυνση στην οποία διαμένει μέχρι σήμερα η παραπονούμενη με τα τέσσερα
(4)ανήλικα τέκνα τους. Η ημερομηνία έκδοσης του Διατάγματος (Αίτηση 63/21), ήταν η 24.2.
  1. Η αίτηση είχε ως νομική βάση τις πρόνοιες του Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμο 119(Ι)/
  2. Ο κατηγορούμενος είχε πλήρη γνώση περί της ισχύος των Διαταγμάτων τον Ιούλιο και Αύγουστο του
  3. Την 16.7.23 ημέρα Κυριακή και περί ώρα 12:30, ο κατηγορούμενος, εντόπισε την παραπονούμενη έξω από την Υπεραγορά Lidl στην Κοκκινοτριμιθιά η οποία τοποθετούσε τα ψώνια εντός του οχήματος της. Ενώ ήταν εις γνώσιν του η απαγόρευση που υπήρχε στο πρόσωπο του βάσει των ως άνω αναφερόμενων Διαταγμάτων, χωρίς καμία πρόσκληση από την παραπονούμενη, αποφάσισε όπως πλησιάσει αυτήν με το όχημα του, ακινητοποιώντας το πίσω από το δικό της, -έστω και στιγμιαία-, με αποκλειστικό σκοπό να την εκφοβίσει, απειλώντας την με τη φράση: «Η ώρα σου ήρθε, σε πολύ λίγες μέρες θα δεις τι θα σου κάνω». Το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι η πρόθεση του κατηγορούμενου την 16.7.23 ήταν μια και μοναδική. Να απειλήσει την παραπονούμενη, εκφοβίζοντας την. Η απειλή του κατηγορούμενου προκάλεσε όχι μόνο τρόμο και ανησυχία στην παραπονούμενη, αλλά την άφησε με την αγωνία για το τι θα ακολουθούσε, καταρρακώνοντας το ψυχισμό της. Η εκστόμιση της συγκεκριμένης απειλής σκοπό είχε την πρόθεση εκφοβισμού της (έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας στο πρόσωπο της το δεδομένο χρόνο), με την παραπονούμενη να τρομοκρατείται (βλ. DPP v Ramos [2000] All E.R.(D) 544 και Public Order Act 1986 s.4)- (2η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος ακριβώς μια εβδομάδα αργότερα, ήτοι στις 23.7.23, ημέρα Κυριακή, απείλησε εκ νέου την παραπονούμενη Συγκεκριμένα, η παραπονούμενη εξερχόμενη της Εκκλησίας, εντόπισε στο κινητό της τηλέφωνο 5 αναπάντητες κλήσεις από τον κατηγορούμενο. Παρότι είχε τοποθετήσει φραγή στον αριθμό κινητής τηλεφωνίας του κατηγορούμενου διατηρούσε τη δυνατότητα, μέσω του κινητού της όπως ειδοποιείται ως προς την προσπάθεια κλήσης που αυτός διενεργούσε. Αποφάσισε να τον καλέσει πίσω «γιατί φοβόταν πολύ και ήθελε να δει τι θα κάνει, με τί, θα την απειλήσει αυτή τη φορά». Δήλωσε χαρακτηριστικά ότι, «όταν τηλεφωνεί συνέχεια κάτι θα κάνει» και επειδή «ότι πει, το κάνει», ήθελε να γνωρίζει τις προθέσεις του ώστε να ενημερώσει (ως και έπραξε), τον Αστυνομικό Σταθμό Κοκκινοτριμιθίας. Σύμφωνα με τη αξιόπιστη μαρτυρία της: «Αν δεν τον έχω μπλοκ να με καλεί, ήταν να με καλέσει 100 φορές την ημέρα και με φοβίζει εμένα και τα παιδιά, γι' αυτόν τον λόγο τον είχα κάνει block. Αν βλέπω πολλές κλήσεις, ξέρω πώς κάτι θα κάνει. Ήθελα να μάθω τι ήθελε να κάνει ο ίδιος για να καλέσω την αστυνομία και να είμαστε ασφαλείς και εγώ και τα παιδιά μου και η αστυνομία ερχόταν συνέχεια στο σπίτι και γύριζαν στον δρόμο, γύριζαν στον δρόμο, γύριζαν μέσα στον δρόμο περίπολο μέσα στον δρόμο περίπου 5 φορές την ημέρα, ήταν γι' αυτόν τον λόγο». Σύμφωνα πάντοτε με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η Αστυνομία όντως είχε οδηγίες όπως περιπολεί έξω από το σπίτι της για σκοπούς προστασίας επί καθημερινής βάσης καθ' όλο το εικοσιτετράωρο. Πλησίον της, στο προαύλιο της εκκλησίας στέκονταν ο ανήλικος γιος της και τρίτο πρόσωπο. Ενώ την απειλούσε τηλεφωνικώς, η ίδια ξεκίνησε να ηχογραφεί την συζήτηση, ενημερώνοντας σχετικά τον κατηγορούμενο ο οποίος επέδειξε αδιαφορία, συνεχίζοντας να την απειλεί συγκεκριμενοποιώντας τις απειλές του, δηλώνοντας «θα σου σπάσω όλο το αυτοκίνητο και δεν θα μείνει ούτε κομμάτι γερό». Η εκστομισθείσα απειλή της 3ης κατηγορίας προκάλεσε εκ νέου τρόμο και ανησυχία στην παραπονούμενη, αναγκάζοντας την να εγκαταλείψει τα σχέδια που είχε και να επιστρέψει εκτάκτως σπίτι για να ελέγξει τα ανήλικα παιδιά της. Τα όσα έλαβαν χώρα κοινοποίησε εκ νέου στην αστυνομία, μεταβαίνοντας αμέσως στο σταθμό. Εύρημα του Δικαστηρίου αποτέλεσε επίσης ότι την 28.7.23, ήτοι 5 μέρες μετά την 2η απειλή, ο κατηγορούμενος πέρασε με το αυτοκίνητο του η ώρα 22:00 από το σπίτι της παραπονούμενης χωρίς κανένα νόμιμο ή πραγματικό λόγο, ή αιτία. Η παραπονούμενη ενώ βρισκόταν εντός της οικίας άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο του οχήματος του κατηγορούμενου. Βγαίνοντας έξω, είδε τον κατηγορούμενο να την κοιτάζει και αφού βεβαιώθηκε ότι τον είδε, έκανε δύο γύρους του σπιτιού και απομακρύνθηκε. Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε την παρουσία του στο χώρο, δηλώνοντας ότι πήγε μετά τις 21:00 εκεί (επίτηδες), για να μην τον δουν οι γείτονες και «έχει και άλλα». Ως επίσης παραδέχθηκε, με τη μετάβαση του στον χώρο, δέχθηκε εκ νέου τηλεφώνημα από την αστυνομία σε σχέση με τα ως άνω. Εντός Ιουλίου 2023 ο κατηγορούμενος θεάθηκε έξω από την οικία της παραπονούμενης σε ακόμη τρείς τουλάχιστον περιπτώσεις. Σε καμία εκ των περιπτώσεων δεν είχε προηγηθεί κάποια πρόσκληση ή είχε οποιαδήποτε εργασία στο μέρος. Υπενθυμίζεται, (χωρίς να διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι δεν υφίσταται κατηγορία που άπτεται σε παρακοή νόμιμων διαταγών του Δικαστηρίου), ότι οι πράξεις του κατηγορούμενου λάμβαναν χώρα ενώ γνώριζε περί της ύπαρξης των σχετικών διαταγμάτων, καθιστώντας ξεκάθαρο ότι σκοπός του ήταν να καταδιώκει και να αδικοπραγεί εις βάρος της παραπονούμενης, με κάθε κόστος και χωρίς κανένα ηθικό φραγμό. Ο κατηγορούμενος εκδήλωσε πέραν της μίας φοράς, συμπεριφορά η οποία συνίστατο σε παρενοχλητική παρακολούθηση προσώπου συμφώνως των προνοιών του άρθρου 4
(4)(β) και (ε) του Νόμου, (α) έχοντας επαφή (Lidl και 28.7.23), (β) επιδιώκοντας επαφή (αναπάντητες κλήσεις και περιφορές γύρω από την οικία) και (γ) απειλώντας τόσο το πρόσωπο αλλά και την περιουσία της σε διαφορετικές περιπτώσεις. Η προκληθείσα επαναλαμβανόμενη παρενόχληση είχε ουσιώδη αρνητική επίδραση στην τέλεση των καθημερινών δραστηριοτήτων του θύματος. Την 16.7.23 και ενώ η παραπονούμενη είχε ολοκληρώσει τα ψώνια της στην υπεραγορά, τέθηκε εξαπίνης από την παρενοχλητική συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Η πρόκληση σοβαρής ανησυχίας στο πρόσωπο της, αλλά και η ανατροπή στην ομαλή τέλεση των καθημερινών της δραστηριοτήτων επιμαρτυρείται από την ανάγκη να καλέσει την αστυνομία για να καταγγείλει το γεγονός και την άτακτη μετάβαση της στην οικία της για σκοπούς ασφαλείας. Εκτάκτως αποχώρησε επίσης την 23.7.23 από την Εκκλησία όπου πήγε για να εκκλησιαστεί και να συναντήσει τρίτο πρόσωπο, επιστρέφοντας νωρίτερα από το συνηθισμένο σπίτι, για να ελέγξει τα παιδιά, ακυρώνοντας τα μετέπειτα πλάνα της με τρίτο πρόσωπο, μεταβαίνοντας εκτάκτως στον Αστυνομικό Σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς. Ουσιώδη αρνητική επίδραση είχε και η μετάβαση του κατηγορούμενου στην οικία της την 28.7.23 η ώρα 22:00, στην τέλεση των καθημερινών της δραστηριοτήτων, όταν ο κατηγορούμενος μετέβη άνευ λόγου και αιτίας με αποτέλεσμα, να μπει φοβισμένη εντός αυτής και να κλειδωθεί, αποστερώντας την από το αίσθημα ασφάλειας και απόλαυσης της περιουσίας της (κατηγορία 4). O κατηγορούμενος εξέφρασε συμπεριφορά (δια μέσω εξαναγκασμού, πίεσης, υποτιμητικών σχολίων, εξύβρισης ή απειλών) εναντίον της παραπονούμενης η οποία (συμπεριφορά), έπληξε σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα της προκαλώντας σε αυτήν, πραγματικό φόβο. Παραθέτω δύο, εκ των πολλών, αυθόρμητων και πηγαίων απαντήσεων της παραπονούμενης κατά την αντεξέταση της, το περιεχόμενο των οποίων, φρονώ, μιλά από μόνο του τόσο όσον αφορά την ψυχολογική της κατάσταση ένεκα της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, αλλά και της πληγείσας ψυχολογικής της ακεραιότητας. Στην υποβολή ότι σε καμία περίπτωση δεν φοβάται τον κατηγορούμενο, μήτε και τον φοβήθηκε ποτέ, η μάρτυρας, αποκρίθηκε κλαίγοντας, καθημένη επί του πατώματος της αίθουσας λέγοντας: «Τούτη λαλεί εν φοούμαι τον K. εγω και τα παιδιά τζαι τζείνη λαλεί εν φοούμαι. Αύριο να με σφάξει, να έρτει τζείνη, φέρτε την τζείνην, εν θέλω να κλαίω γιατί εγώ είμαι δαμέ γιατί φοούμαι τον K., θέλω ασφάλεια, θέλω ασφάλεια μόνο, δεν θέλω να μείνει φυλακή, θέλω μόνο ασφάλεια» . Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας της ανέφερε σχετικά με τα πιο πάνω: «Να σας αναφέρω τα εξής, είμαι πανικοβλημένη από τον ίδιο, πρέπει όμως να είμαι δυνατή λόγω των παιδιών, τα 4 παιδιά που έχω να τους μεγαλώσω, πρέπει να δουν τη μητέρα τους δυνατή, αρκετά δυνατή. Ευθύνομαι για τα 4 παιδιά αυτά, μόνο εγώ τα μεγαλώνω τα τελευταία χρόνια, για πολλά χρόνια, αν καταρρεύσω μπροστά τους, θα χάσω τα 4 παιδιά μου». Ο κατηγορούμενος με την συμπεριφορά του, εκτός του ότι προκαλούσε συν τοις άλλοις, πίεση στην παραπονούμενη, με τις αλλεπάλληλες προσπάθειες του για επικοινωνία (τηλεφωνική ή φυσική), περιπολώντας έξω από την οικία της και απειλώντας την στις 16.7.23 και 23.7.23 προκάλεσε σε αυτήν πραγματικό φόβο. Η παραπονούμενη ένεκα της πιεστικής του συμπεριφοράς, είχε αναγκαστεί να θέσει φραγή σε ότι αφορούσε τον αριθμό του από το κινητό της τηλέφωνο. Σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Κρίνεται κατάλληλο στάδιο όπως σημειωθεί ότι η κατηγορούσα αρχή αιτήθηκε την έκδοση Διατάγματος αποκλεισμού του κατηγορούμενου από την παραπονούμενη εδράζοντας το αίτημα επί των προνοιών του άρθρου 33 του Νόμου 115(Ι)/2021, για τέτοια περίοδο χρόνου, ως αυτή κρίνει δέουσα το Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας από την 14.8.23. Β. Προσωπικές Περιστάσεις Κατηγορούμενου Η ευπαίδευτη συνήγορος υπεράσπισης, για σκοπούς μετριασμού της ποινής αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υιοθετώντας παράλληλα το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, ως τούτη ετοιμάστηκε, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, για σκοπούς νομικής αρωγής. Σύμφωνα με την κα. Σοφοκλέους ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, ηλικίας σήμερα 56 ετών, πατέρας τεσσάρων
(4)ανήλικων παιδιών. Ως φανερώθηκε και από την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, κατάγεται από την Αίγυπτο και βρίσκεται στο έδαφος της Δημοκρατίας από το 1990. Είχε ακόμη εννέα
(9)αδέλφια από τα οποία τα τέσσερα
(4)έχουν αποβιώσει. Ως ο πλέον, μεγαλύτερος αδελφός της οικογένειας (μετά το χαμό του αδελφού του), ανέλαβε όπως βοηθήσει οικονομικά και στηρίξει με κάθε τρόπο τα αδέλφια του ενώ ήταν στην γενέτειρα του. Εργάστηκε προς αυτή τη κατεύθυνση από νεαρή ηλικία, αναλαμβάνοντας τα έξοδα των σπουδών των, βοηθώντας γενικώς, την οικογένεια. Αμφότεροι οι γονείς του έχουν πλέον αποβιώσει. Προς επίτευξη των πιο πάνω ο ίδιος δεν κατάφερε να σπουδάσει αφού εργαζόταν για τα προς το ζην της οικογένειας. Ο αναφερόμενος φοίτησε για 12 χρόνια σε σχολείο στην Αίγυπτο και στη συνέχεια υπηρέτησε στις στρατιωτικές δυνάμεις της χώρας για 2 έτη. Στη συνέχεια ήρθε στην Κύπρο εργαζόμενος ως οικοδόμος σε εργοληπτική εταιρεία. Την παραπονούμενη γνώρισε στο ΚάΪρο, με την οποία παντρεύτηκαν αποκτώντας 4 (ανήλικα μέχρι σήμερα), παιδιά. Το 2018 το ζεύγος έλαβε διαζύγιο, με τον ίδιο να καταβάλλει μηνιαία διατροφή. Τα τελευταία 2,5 χρόνια δεν διατηρεί επικοινωνία με τα παιδιά του λόγω του τεταμένου των σχέσεων με τη μητέρα τους. Παρουσιάζει καρδιολογικά προβλήματα, για τα οποία λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή (ασπιρίνη), προβλήματα χοληστερόλης και αρτηριακής πίεσης. Από την εργασία του, την οποία πλέον έχει απωλέσει ένεκα της κράτησης του, λάμβανε περί τα €1.000 μηνιαίως. Διέμενε μετά το διαζύγιο του σε ενοικιαζόμενη οικία με άλλους ομοεθνείς του στην περιοχή του Αγίου Δομετίου, καταβάλλοντας το ποσό των €270 ως ενοίκιο. Σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ανέφερε στο Γραφείο Ευημερίας δεν διατηρεί κινητή περιουσία, μήτε αποταμιεύσεις. Η συνήγορος υπεράσπισης υπενθύμισε ότι το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί, παρά τα ευρήματα του ως προς τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου δηλώνοντας χαρακτηριστικά ότι: «ο κατηγορούμενος (..) μπορεί να μην είναι ο καλύτερος πατέρας, μπορεί να μην ήταν ο καλύτερος σύζυγος, μπορεί να υπήρξαν κάποιες εντάσεις μεταξύ των πρώην συζύγων όπως είναι φυσικά, τα ευρήματα του Δικαστηρίου αλλά δεν παύει ο κατηγορούμενος να δικαιούται στην δική του εξατομίκευση κατά την ποινή». Τόνισε ότι ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να τιμωρηθεί «για τον χαρακτήρα του γενικότερα», ως αυτός αναδιπλώθηκε και φανερώθηκε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε τόσο στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου καθώς και στο γεγονός ότι έχει ήδη, ένεκα αυτής της υπόθεσης τύχει, εξωδικαστηρικής τιμωρίας. Ο κατηγορούμενος συνέχισε, έχει δια Διατάγματος Δικαστηρίου (στα πλαίσια Αίτησης 63/21 Ε.Δ. Λευκωσίας- Ποινική Δικαιοδοσία) απωλέσει το δικαίωμα όπως διαμένει στην οικογενειακή εστία, την εργασία του, με τον εγκλεισμό του στις Κεντρικές Φυλακές να τον έχει αναγκάσει όπως ξοδεύσει τα ελάχιστα χρήματα που του έχουν απομείνει από τις οικονομίες του. Ουσιαστικά η κα. Σοφοκλέους δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος έχασε τα πάντα και καλείται όπως «ξεκινήσει τη ζωή του από την αρχή». Η κατάσταση της υγείας του παραμένει εύθραυστη, ένεκα των καρδιολογικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει. Κληθείσα να τοποθετηθεί ως προς το αιτούμενο εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, Διάταγμα, η υπεράσπιση συναίνεσε στο αίτημα δηλώνοντας μάλιστα ότι, λόγω του τεταμένου των σχέσεων ενδέχεται η έκδοση του να αποτελεί το «ιδανικό» ως το χαρακτήρισε, μέτρο. Δυνάμει των πιο πάνω, η συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο όπως κρίνει ότι ο χρόνος που έχει ήδη διαρρεύσει, ήτοι το χρονικό διάστημα του ενός (σχεδόν) έτους, στο οποίο ο πελάτης της τελεί υπό κράτηση, θεωρηθεί ικανοποιητικός χρόνος δια συμπλήρωση της ποινής του. Κάλεσε περαιτέρω το Δικαστήριο όπως, σε περίπτωση που αυτό προσανατολίζεται σε ποινή στερητικής της ελευθερίας, αυτή ανασταλεί. Γ. Νομική Πτυχή Η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων αναδεικνύεται από τη φύση τους, αλλά και από τις νομοθετικώς ανώτατες προβλεπόμενες ποινές. Σημείο αναφοράς αποτελεί πάντοτε, η προβλεπόμενη από τον νόμο μέγιστη ποινή (βλ. Παπαγεωργίου ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 646, Κώστας Λεβέντης ν Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Αυτή αποτελεί τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Σπύρου, Ποινική Έφεση Αρ. 276/2015, 18/09/2017), με την ανώτατη προβλεπόμενη στο νόμο ποινή να αποτελεί την αφετηρία από την οποία το Δικαστήριο εκκινεί για την επιμέτρηση της (βλ. Βραχίμης ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης ν Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 632.) Υπενθυμίζεται ότι το αδίκημα της απειλής επισύρει ποινή φυλάκισης τριών
(3)ετών. Αντίστοιχα τα αδικήματα των κατηγοριών 4 και 5, ήτοι της παρενοχλητικής παρακολούθησης και αδικήματα βίας κατά των γυναικών επισύρουν ποινές φυλάκισης πέντε
(5)ετών ή χρηματικές ποινές μη υπερβαίνουσες τις €10.000 ή και τις δύο αυτές ποινές. Το Δικαστήριο διατηρεί περιπλέον τη διακριτική ευχέρεια δυνάμει του άρθρου 33 του Νόμου 115(Ι)/21, όπως εκδώσει ως μέρος της ποινής ή ως ποινή, Διάταγμα Απομάκρυνσης από το θύμα υπό τέτοιους όρους και για όσο καιρό κρίνει πρέπον νοουμένου ότι έχει διαπιστώσει παραβατική συμπεριφορά εναντίον του θύματος. Κρίνεται κατάλληλο σημείο να λεχθεί ότι, σε ότι αφορά τα αδικήματα των κατηγοριών 4 και 5, έρευνα του Δικαστηρίου δεν έχει φανερώσει δεσμευτική επί του προκείμενου, καθοδηγητική, νομολογία ως προς το ύψος των ποινών που οφείλουν όπως επιβάλλονται, μήτε οι συνήγοροι παρέπεμψαν σε τέτοια. Βέβαια, το δικαστικό προηγούμενο δεν παρέχει πάντοτε καθοδήγηση αναφορικά με το ύψος της ποινής, και αυτό γιατί η κάθε υπόθεση αξιολογείται στη βάση των δικών της, ειδικά, γεγονότων. Η μεγαλύτερη χρησιμότητα δικαστικών προηγούμενων έγκειται στον εντοπισμό περιστάσεων που κρίθηκαν ως επιβαρυντικά ή ελαφρυντικά στοιχεία, χωρίς βέβαια να διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι στα ειδικά αυτά Νομοθετήματα (των κατηγοριών 4 και 5), καταγράφονται παράγοντες και περιστάσεις η ύπαρξη των οποίων επενεργεί επιβαρυντικά αναφορικά με τον αδικοπραγούντα (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, Σάμπη ν. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ, 100 και Bezanidis κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ, 785). Των ως άνω λεχθέντων, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι τα αδικήματα στα οποία έχει κριθεί ένοχος ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να υποτιμούνται. Η σοβαρότητα των έγκειται στο γεγονός ότι ενέχουν πράξεις που δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας, καταρρακώνουν την προσωπικότητα ατόμων και γενικότερα, διασαλεύουν την ειρηνική διαβίωση πολιτών. Παραβατικές συμπεριφορές οι οποίες απολήγουν στον άμεσο επηρεασμό της καθημερινότητας του θύματος σημειώνουν (δυστυχώς) ιδιαίτερη έξαρση. Πλειάδα υποθέσεων της φύσεως αυτής, κατακλύζουν τις αίθουσες των ποινικών Δικαστηρίων, γεγονός για το οποίο λαμβάνω Δικαστική γνώση. Η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών σε αδικήματα αυτού του τύπου είναι επιβεβλημένη καθότι η διάπραξη των έχει άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα, την αξιοπρέπεια, το ψυχισμό και ψυχολογική ακεραιότητα των θυμάτων, τα οποία υφίστανται ιδιαίτερη ταλαιπωρία από τις πράξεις των αδικοπραγούντων, αντίκτυπο το οποίο δεν είναι (πάντοτε), οφθαλμοφανές. Συμπεριφορές αυτού του είδους, όπως οι απειλές σε συνδυασμό με κατ' εξακολούθηση παρακολουθήσεις, επικοινωνίες και επιδιωκόμενες επαφές, με απώτερο πάντοτε σκοπό τον άμεσο και δυσμενή επηρεασμό του θύματος, αποτελούν πλέον μια μάστιγα που ταλανίζει ευρύτερα την κοινωνία μας, με τη συμπεριφορά αυτή να εντοπίζεται ότι εκδηλώνεται εντονότερα, ακόμη και σε ακραίο βαθμό, αναμεταξύ πρώην συζύγων ή ζευγαριών. Δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι συμπεριφορές αυτού του είδους αποτελούν τη ρίζα ενός πολυδιάστατου κοινωνικού πλέον, προβλήματος. Η όποια εγγύτητα είχαν ή έχουν δύο πρόσωπα μεταξύ τους, δεν τους δίδει επ' ουδενί το δικαίωμα όπως, (είτε εντός της σχέσης είτε μετά την ολοκλήρωση αυτής), συμπεριφέρονται κατά τρόπο που να καταρρακώνει την αξιοπρέπεια ενός ατόμου, καθιστώντας το θύμα υποχείριο στα χέρια τους ένεκα της συμπεριφοράς τους. Τα ευρήματα του Δικαστηρίου δεικνύουν με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εναντίον της παραπονούμενης, ως αυτή εκδηλώθηκε εντός των μηνών του καλοκαιριού του 2023, φανερώνει ένα (σταθερό) μοτίβο συμπεριφοράς μέσα στο χρόνο εναντίον της. Οι εν λόγω δε πράξεις του, οι οποίες έλαβαν όλες ανεξαιρέτως χώραν εντός Ιουλίου 2023, και σε σύντομο αναμεταξύ τους χρονικό διάστημα, δεν είχαν άλλο σκοπό από την πρόκληση αναστάτωσης και ανησυχίας στο πρόσωπο της. Ο κατηγορούμενος γνώριζε πολύ καλά ότι η εκστόμιση απειλών θα προκαλούσε συναισθήματα αναστάτωσης, φόβου, ανησυχίας ακόμη και τρόμου στο πρόσωπο της παραπονούμενης, επιδιώκοντας άλλωστε την πρόκληση σε αυτήν των πιο πάνω συναισθημάτων, φροντίζοντας όπως προκαλεί μάλιστα τα εν λόγω συναισθήματα με τις πράξεις του, σε εβδομαδιαία μάλιστα βάση και επί σκοπού. Πρόθεση ήταν όπως η παραπονούμενη βρίσκεται πάντοτε σε εγρήγορση αναφορικά με το τι μέλλει γενέσθαι, κατακρεουργώντας κατ' αυτό τον τρόπο την ψυχολογική της ακεραιότητα και τον ήδη εύθραυστο ψυχικό της κόσμο. Οι αλλεπάλληλες απειλές που εκτόξευε στο πρόσωπο της σε συνδυασμό με τις απρόσμενες επαφές που επιδίωκε να έχει μαζί της εντός όλου του μηνός Ιουλίου 2023, επέφεραν ουσιώδη αρνητική επίδραση στην τέλεση των καθημερινών δραστηριοτήτων της, προκαλώντας της φόβο ότι θα ασκηθεί βία τόσο εναντίον της όσο και εναντίον της περιουσίας της, φανερώνοντας τον διακαή πόθο του όπως απασχολεί το πρόσωπο της με τον ένα ή άλλο τρόπο, αγνοώντας επιμελώς τις όποιες συστάσεις της αστυνομίας επί του προκείμενου. Δυνάμει των ευρημάτων του Δικαστηρίου ως αυτά αποτυπώνονται στις σελ. 78 και εντεύθεν της απόφασης ημερ. 23.7.24, καθίσταται σαφές ότι ο κατηγορούμενος παρακολουθούσε την παραπονούμενη[4], (α) έχοντας επαφή (Lidl και 28.7.23), (β) επιδιώκοντας επαφή (αναπάντητες κλήσεις και περιφορές γύρω από την οικία) και (γ) απειλώντας τόσο το πρόσωπο αλλά και την περιουσία της σε διαφορετικές περιπτώσεις επί σκοπού. Το γεγονός ότι γνώριζε ότι βρίσκονταν σε ισχύ σχετικά Διατάγματα απομάκρυνσης και αποκλεισμού, δεν μπορεί παρά να δείχνει ότι οι πράξεις του ήταν όχι μόνο σκόπιμες και επαναλαμβανόμενες, αλλά και το ότι προέβαινε σε αυτές, ασχέτως των επιπτώσεων που αυτές ενδεχομένως να έφεραν στο πρόσωπο του[5], αφήνοντας με κάθε του πράξη, ακόμη ένα αποτύπωμα στον πληγωμένο ψυχισμό της παραπονούμενης. Σε ότι αφορά δε το νεοσυσταθέν Νομοθέτημα που άπτεται αδικημάτων εκδηλωθείσας βίας κατά των γυναικών, καθίσταται σαφές από το προοίμιο του Νόμου ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ψήφισε το εν λόγω Νομοθέτημα σε εναρμόνιση με τις ρυθμίσεις των Ηνωμένων Εθνών και του Συμβουλίου της Ευρώπης με σκοπό την παροχή (περαιτέρω), προστασίας ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών, ειδικότερα σε θύματα ενδοοικογενειακής και όχι μόνο, βίας. Τα εν λόγω αδικήματα έχουν εξελιχθεί σε μάστιγα της κοινωνίας μας, η οποία δυστυχώς, όπως διαπιστώνουμε από τη συχνότητα των υποθέσεων που έρχονται ενώπιον των Δικαστηρίων, όχι μόνο δεν φαίνεται να υποχωρεί, αλλά επιδεινώνεται ραγδαία, οδηγώντας πολλές φορές σε μη αναστρέψιμες καταστάσεις. Η άσκηση ψυχολογικής και άλλης μορφής βίας σε οιοδήποτε πρόσωπο δεν είναι ανεκτή ως συμπεριφορά και πρέπει να εκριζωθεί από την κοινωνία. Η σκληρή αυτή πραγματικότητα επιτάσσει όπως τα Δικαστήρια, δια των ποινών που θα επιβάλλουν, διακηρύξουν την αποφασιστικότητα να πατάξουν το συγκεκριμένο φαινόμενο, συνδράμοντας έστω, κατασταλτικά. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, υπενθυμίζεται ότι κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της πραγματικά περιστατικά, ενώ κατά την επιμέτρηση της ποινής απαιτείται εξατομίκευση της κατά τρόπο ώστε αυτή να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του αδικήματος μέσα στα περιστατικά που την περιβάλλουν, σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την υπεράσπιση και των προσωπικών συνθηκών έκαστου παραβάτη. Η διεργασία αυτή, εμπεριέχει την άσκηση διακριτικών εξουσιών η οποία δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται καθορισμένη (standardized) καθότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει ποτέ να είναι τυφλή στο μονοπάτι της (βλ. Pikis: Sentencing in Cyprus, 2nd Edition σελ. 2). Επομένως, το Δικαστήριο σε ότι αφορά την επιβολή ποινής, έχει υποχρέωση όπως προβεί στην κατάλληλη διεργασία, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί ούτως ώστε, η επιβαλλόμενη ποινή να μην συνιστά απλώς τιμωρία, αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του ενώπιον του Δικαστηρίου, παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Των ως άνω λεχθέντων, είναι ορθό όπως γίνει μνεία στο ότι, η εξατομίκευση της ποινής, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγεί στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος και του στοιχείου της αποτροπής, ειδικότερα, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή, αφού η εξατομίκευση της έχει λόγο στον συσχετισμό της τιμωρίας με το άτομο του παραβάτη, δεν συναρτάται όμως αποκλειστικά με τις προσωπικές συνθήκες αυτού (βλ. Κόκκινος ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Η παρούσα περίπτωση ακριβώς λόγω των ιδιαίτερων περιστατικών που την περιβάλλουν αποτελεί μια τέτοια περίπτωση δια τους λόγους που καταγράφηκαν ανωτέρω. Υπενθυμίζεται ότι η ποινή της φυλάκισης πρέπει να επιβάλλεται όταν η φύση του αδικήματος, οι συνθήκες και η ένταση διάπραξής του, σε συνάρτηση με τα ελαφρυντικά του αδικοπραγούντος, την καθιστούν ως την καταλληλότερη ποινή. Τέτοια ποινή, επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις που οποιαδήποτε άλλη, κρίνεται ακατάλληλη (βλ. Θεοχάρους ν Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, Yeats v Constantin
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, Κοσασβίλη ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 606). Έχοντας υπόψη τις ποινές που προβλέπουν τα προαναφερόμενα νομοθετήματα για τα αδικήματα του κατηγορητηρίου αυτής της υπόθεσης και τις περιστάσεις της υπόθεσης, το Δικαστήριο φρονεί ότι τα ακόλουθα επενεργούν επιβαρυντικά σε σχέση με τον κατηγορούμενο:
  1. Η σοβαρότητα των αδικημάτων όπως αυτή διαφαίνεται από τα πιο πάνω, σε συνδυασμό με τις προβλεπόμενες από το νόμο ποινές.
  2. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε επί σκοπώ και κατ' επανάληψη, ήτοι δια επιδιωκόμενων επαφών, δια ζώσης επαφών, τηλεφωνημάτων, απειλών και περιφορών έξω από το σπίτι της οικίας της παραπονούμενης επιδιώκοντας όπως της προκαλέσει (κατ΄επανάληψη) με κάθε δυνατό τρόπο, τρόμο, αναστάτωση, φόβο και βία.
  3. Το αδίστακτο του χαρακτήρα του κατηγορούμενου αλλά και της ψυχωτικής στο πρόσωπο της παραπονούμενης εκδηλωθείσας συμπεριφοράς του. Ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας τη δύναμη του λόγου (πραγματικές απειλές), σε συνδυασμό με την επίδειξη μιας καθ' όλα απρόκλητης, επαναλαμβανόμενης, παρενοχλητικής συμπεριφοράς στο πρόσωπο του θύματος, ενήργησε εκδικητικά και χωρίς δισταγμό. Τούτο γιατί δεν μπορούσε να δεχθεί ότι ο χωρισμός που είχε επέλθει μεταξύ του ζευγαριού (κατόπιν δικής του μάλιστα αίτησης), ήταν κάτι το μόνιμο, διατηρώντας την απαίτηση όπως το θύμα τον ξαναπαντρευτεί, επιμένοντας ότι η ίδια «δεν έχει τελειώσει ακόμη μαζί του» και ότι «ακόμα κουβαλά το επίθετο του». Είναι αυτονόητο, ότι κάθε γυναίκα έχει το δικαίωμα όπως επιλέξει πώς θα πορευτεί στη ζωή της μετά τη λύση ενός γάμου, κάτι που δεν σεβάστηκε ο κατηγορούμενος, ο οποίος τη θεωρούσε και τη θεωρεί ακόμη, κτήμα του.
  4. Δεν μπορεί να μην επενεργεί επιβαρυντικά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος αποφάσισε όπως απασχολεί με κάθε τρόπο την παραπονούμενη αψηφώντας και την ισχύ σχετικών Διαταγμάτων που τον αφορούσαν και τα οποία σκοπό είχαν όπως αποκλείσουν τις επαφές του με το θύμα. Το στοιχείο αυτό προσθέτει ακόμη περισσότερη απαξία στις παράνομες πράξεις του και καθιστά ακόμη πιο επιβεβλημένη την ανάγκη για επιβολή αυστηρής ποινής, αφού είναι πασιφανές ότι ο κατηγορούμενος ήταν αποφασισμένος για όλα.
  5. Στην παρούσα περίπτωση, οι περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και η πλήρης αδιαφορία του κατηγορούμενου για τις συνέπειες των πράξεων του, καθιστούν την εγκληματική του δράση ιδιαίτερα σοβαρή. Οι δε συνέπειες των εγκλημάτων του κατηγορούμενου, ήταν προβλεπτές σε όλη την έκταση τους. Ο κατηγορούμενος επέδειξε βία εναντίον ενός ανθρώπου επειδή ο ίδιος δεν μπορούσε να αποδεχθεί τη μονιμότητα που επήλθε δια του διαζυγίου τους.
  6. Σημειώνεται εδώ ότι τα συγκεκριμένα αδικήματα διαπράχθηκαν εναντίον γυναίκας, από πρώην σύζυγο, κατά συρροή, σε μια δε εκ των περιπτώσεων (23.7.23) στη παρουσία παιδιού (εντός του οπτικοαουστικού του πεδίου), προκαλώντας βλάβες στο θύμα. Τα στοιχεία αυτά, τα οποία γενικά συνιστούν επιβαρυντικούς παράγοντες, λαμβάνουν ιδιαίτερη επιβαρυντική σημασία σε σχέση με τα αδικήματα που εμπίπτουν και στην εμβέλεια του Ν.115(Ι)/21 (βλ. αρ.11) .
  7. Ανέφερε η συνήγορος υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος «έχει δια μέσου της κράτησης του, λάβει ένα πολύ σοβαρό μάθημα». Παρά την πιο πάνω δήλωση, σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος καμία μεταμέλεια δεν επέδειξε για τις πράξεις του, μήτε και απολογήθηκε ποτέ στην παραπονούμενη (μέχρι σήμερα), είτε για τη συμπεριφορά του είτε για τις επιπτώσεις που αυτή επέφερε στο πρόσωπο της. Σύμφωνα με τη Νομολογία, η χρήση οποιασδήποτε μορφής βίας, «. είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωσή της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς».[6] Στις περιπτώσεις όπου υπάρχει το «στοιχείο της αυθαιρεσίας, της αυτοδικίας και (..) επιθετικότητας έναντι συνανθρώπου, η οποία συνιστά παράλληλα, βάναυση προσβολή της προσωπικότητας (.), θα πρέπει (οι αδικοπραγούντες) να τιμωρούνται αυστηρά και αποτρεπτικά, ιδιαίτερα όταν δεν ακολουθεί έμπρακτη μεταμέλεια» (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95, Γεωργίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 221/17, 15.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:B428). Τα ακόλουθα, προσμετρούν υπέρ του κατηγορούμενου, ως ελαφρυντικά στοιχεία.
  1. Το λευκό του ποινικό μητρώο. Το ποινικό μητρώο ενός κατηγορουμένου, ως μία πτυχή του χαρακτήρα και του ιστορικού του, έχει σημασία και πρέπει, αν τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις, να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η εκ. σελ.59). Το λευκό ποινικό μητρώου των συνεπώς, οφείλει όπως μη διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου, χωρίς αυτό να σημαίνει, σε οιανδήποτε περίπτωση ότι υπερφαλαγγίζει την σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων.
  2. Τις προσωπικές και οικονομικές του περιστάσεις, περιλαμβανομένων της απώλειας της εργασίας του, ως αυτές έτυχαν ανάλυσης από τη συνήγορο υπεράσπισης και επιβεβαιώνονται από την σχετική Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.
  3. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής έλαβα, επίσης, υπόψη μου τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος όπως αυτά περιγράφηκαν από τη κα. Σοφοκλέους. Η κατάσταση της υγείας ενός Κατηγορούμενου, στο βαθμό που η νομολογία έχει αναγνωρίσει, μπορεί να προσμετρήσει προς μετριασμό της ποινής (βλ. Σύγγραμμα «Sentencing in Cyprus» 2η έκδ. σελ. 76). Στην απόφαση Ανδρέας Σοφοκλέους ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ 144, αναφέρθηκε ότι: «Αν λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας η φυλάκιση θα προκαλέσει σε ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού αυτό επενεργεί σαν ελαφρυντικός παράγοντας (βλ. R v Leatherbarrow [1992] 13 Cr. App. R.(S) 632, R v Bernard [1997] 1 Cr. App. R (S) 135) .». Ε. Ποινή- Κατάληξη Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες προχωρώ στην επιβολή ποινής, δηλώνοντας ότι, παρόλο που οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες οφείλουν όπως λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής, εντούτοις, δεν είναι τέτοιας έκτασης που να υπερφαλαγγίζουν την ανάγκη για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, λόγω της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως την έχω περιγράψει πιο πάνω για αποφυγή επιβολής της αρμόζουσας ποινής. Μπορούν να επηρεάσουν ενδεχομένως το ύψος, όχι όμως και το είδος της ποινής, η οποία δεν μπορεί να είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης. Η οποιαδήποτε άλλη ποινή φρονεί το Δικαστήριο δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της επιβαλλόμενης ποινής με αναφορά και στην απαραίτητη αποτρεπτικότητα που θα πρέπει να περιβάλλει αυτή. Έχοντας πάντοτε κατά νου δε τις πιο πάνω κατευθυντήριες οδηγίες και νομολογία επιβάλω στους κατηγορούμενους, τις ακόλουθες ποινές: Στην 2η Κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 15 μηνών. Στην 3η Κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 15 μηνών. Στην 4η Κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 2 ½ ετών. Στην 5η Κατηγορία: Ποινή Φυλάκισης 2 ½ ετών. Εκδίδεται περιπλέον, ως μέρος της επιβληθείσας ποινής σε ότι αφορά την 5η κατηγορία Διάταγμα Αποκλεισμού του κατηγορούμενου (δυνάμει των εξουσιών που διατηρεί το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 33
(4)του Νόμου 115(Ι)/21) με το οποίο να απαγορεύεται στον κατηγορούμενο όπως πλησιάζει την παραπονούμενη σε απόσταση μικρότερη των 300 μέτρων ή να πλησιάζει την οικία της παραπονούμενης στην Οδό Ηλέκτρας 34 στην Κοκκινοτριμιθιά σε απόσταση μικρότερη των 500 μέτρων. Έχοντας αποφασίσει την επιβολή ποινής φυλάκισης στον κατηγορούμενο θα εξετάσω στο στάδιο αυτό κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για αναστολή της εκτέλεσης της. Επισημαίνω εξαρχής ότι μετά την αλλαγή την οποία επέφερε ο Ν.186(Ι)/03 στον περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Ν.95/72, έχει διευρυνθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο πλέον διατάσσει την αναστολή αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά έκαστου κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα το νέο Άρθρο 3
(2)προνοεί τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορούμενου». Σύμφωνα με την Νομολογία, (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 και Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930) το Δικαστήριο οφείλει κατά την εξέταση του ζητήματος όπως απαντήσει το ερώτημα του κατά πόσον η ενδεχομένως ανασταλείσα ποινή φυλάκισης, αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Μεταξύ των παραγόντων οφείλει όπως λάβει υπόψιν του την σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του κατηγορουμένου, ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής, και την διαγωγή του μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ήτοι, αν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία μεταμέλειας. Μνημονεύεται στο στάδιο αυτό, παρότι είναι γνωστό τοις πάσι εις τον νομικό κόσμο ότι, η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης παραμένει ποινή φυλάκισης, με μόνη διαφοροποίηση της το γεγονός ότι δεν τίθεται σε άμεση ισχύ ο εγκλεισμός ενός κατηγορούμενου στις κεντρικές φυλακές. Έχω ήδη σε προηγούμενο στάδιο αναλύσει όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης σε ότι αφορά τον κατηγορούμενους και έχω υπόψη όλα όσα έχουν ήδη αναφερθεί, για την εκ νέου θεώρηση τους στο στάδιο αυτό. Το βασικό λοιπόν ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, οι μετριαστικοί παράγοντες του κατηγορούμενου θα μπορούσαν να επενεργήσουν κατά τρόπο που να δικαιολογείται η φυλάκιση του με αναστολή. Στην περίπτωσή του κατηγορούμενου κρίνω, ότι δεν συντρέχουν τέτοιοι παράγοντες, οι οποίοι συνηγορούν υπέρ της αναστολής της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί, η οποία θα είναι άμεση. Ενόψει των ιδιαίτερων περιστατικών της παρούσας κρίνω, ότι η οποιαδήποτε διαταγή αναστολής της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης θα υπονόμευε τον επιβαλλόμενο αποτρεπτικό χαρακτήρα των ποινών σε σχέση με τ' αδικήματα της υπό κρίση φύσης και θα έστελνε τόσο στον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και σε επίδοξους παραβάτες λανθασμένα μηνύματα. Η δε κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου, φρονώ, είναι τέτοια που μπορεί να τύχει αποτελεσματικής αντιμετώπισης από τις αρμόδιες κρατικές αρχές σύμφωνα με το νόμο, ακόμη και στην περίπτωση που αυτός τελεί ως κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές (βλ. Κύπρος Κυπριανού
(2014)2Α Α.Α.Δ 144). Eπομένως, έχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αναφερθεί οτιδήποτε το οποίο θα με οδηγούσε στην αναστολή των επιβληθέντων στο πρόσωπο του κατηγορούμενου, ποινών. Οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο θα συντρέχουν. Αυτές να εκτελεστούν άμεσα, η δε έκτιση της ποινής θα αρχίζει από την 14.8.23, ημερομηνία από την οποία ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση σε σχέση με την υπόθεση. Το προαναφερθέν εκδοθέν Διάταγμα θα έχει ισχύ για περίοδο δύο ετών μετά την αποφυλάκιση του κατηγορούμενου από τις Κεντρικές Φυλακές. (Υπογρ.)............. Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Κατά Παράβαση του άρθρου 91(A) του Ποινικού Κώδικα. [2] Κατά Παράβαση των άρθρων 4-6 του Περί Προστασίας από Παρενόχληση και Παρενοχλητική Παρακολούθηση Νόμου 114(Ι)/21. Άρθρο 4
(2): «Σε περίπτωση κατά την οποία η προκληθείσα παρενόχληση, σύμφωνα µε τις διατάξεις του εδαφίου
(1), συνίσταται σε πρόκληση φόβου στο θύμα ότι θα ασκηθεί βία εναντίον του ή/και εναντίον µέλους της οικογένειάς του ή/και εναντίον της περιουσίας του ή συνίσταται σε πρόκληση σοβαρής ανησυχίας ή σοβαρής αγωνίας αυτού, η οποία έχει ουσιώδη αρνητική επίδραση στην τέλεση των καθημερινών δραστηριοτήτων του θύματος, το πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην εν λόγω συμπεριφορά υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης του, σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή σε αμφότερες τις ποινές, νοουμένου ότι η πράξη δεν τιμωρείται αυστηρότερα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εν ισχύι Νόμου. [3] Κατά Παράβαση του Περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και Περί Συναφών Θεμάτων Νόμου, Νόμος 115/21. Άρθρο 6: «Πρόσωπο, το οποίο με τη συμπεριφορά του η οποία εκφράζεται με εξαναγκασμό, πίεση, υποτιμητικά σχόλια, εξύβριση ή απειλές πλήττει σοβαρά την ψυχολογική ακεραιότητα γυναίκας ή της προκαλεί πραγματικό φόβο, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. [4] Εν τη εννοία του άρθρου 4
(4)(β) και (ε) του Νόμου [5] Χωρίς βέβαια να διαλάθει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι δεν αντιμετώπισε κατηγορία/ες αναφορικά με παρακοές Διαταγμάτων. [6] Σακαρίδης Κυριάκος και Άλλος ν. Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 272. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.