← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Σ., Υπόθεση Αρ.: 8755/2021, 13/12/2024

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Σ., Υπόθεση Αρ.: 8755/2021, 13/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ. Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. A. Λουκά, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 8755/2021 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. Α.Σ. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 13 Δεκεμβρίου

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Μ. Μασούρα για Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λ. Μάρκου Κατηγορούμενος, παρών. ------------------------------------------ ΠΟΙΝΗ [Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό και απαγορεύεται η οποιαδήποτε δημοσίευση ή δημοσιοποίηση της χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος και τις εγκυκλίους του Ανωτάτου Δικαστηρίου με αρ. 142 και 143]
  2. Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή σε 4 κατηγορίες (κατηγορίες 1, 2, 3 και 10) από τις 11 που αντιμετώπιζε και αφού είχε αρχίσει η ακρόαση της υπόθεσης. Μετά την εξέλιξη αυτή, οι υπόλοιπες κατηγορίες ανεστάλησαν και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε σε σχέση με αυτές.
  3. Αφορούν σεξουαλικά αδικήματα που διέπραξε την περίοδο μεταξύ του Ιανουαρίου 2005 και της 4 Μαΐου 2005 κατά ανήλικου («ο παραπονούμενος»), τότε ηλικίας περίπου 17½ ετών (γεννηθείς τον Μάιο του 1987). Ο παραπονούμενος κατά τους επίδικους χρόνους ήταν μαθητής στο σχολείο όπου εργαζόταν ως καθηγητής, ο κατηγορούμενος.
  4. Τα αδικήματα αφορούν 4 σεξουαλικές πράξεις που διαπράχθηκαν σε βάρος του παραπονούμενου κατά παράβαση των άρθρων 2, 3

(1)(γ) του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων Νόμου, Ν.3(Ι)/2000 («Ν.3(Ι)/2000»), ο οποίος το 2007 καταργήθηκε.
  1. Ειδικότερα ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι σε 2 περιπτώσεις, παρότρυνε τον παραπονούμενο να συμμετάσχει σε σεξουαλική πράξη, αγγίζοντας τον στα γεννητικά του όργανα (κατηγορίες 1 και 2), σε μία περίπτωση ότι τον παρότρυνε να αυνανιστεί στην παρουσία του (κατηγορία 3) και ακολούθως ότι εισχώρησε το δάκτυλο του στον πρωκτό του (κατηγορία 10).
  2. Τα γεγονότα της υπόθεσης εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής (Έγγραφο Ι). Ο συνήγορος Υπεράσπισης έκαμε επίσης κάποιες αναφορές και επισημάνσεις σε σχέση με τα γεγονότα. Αναφορά σ' αυτά θα γίνει στη συνέχεια.
  3. Ο κατηγορούμενος προσελήφθη στο σχολείο που φοιτούσε ο παραπονούμενος ως καθηγητής τον Απρίλιο του
  4. Τον Σεπτέμβριο του 2003 του ανατέθηκαν καθήκοντα «Υπεύθυνου Χρονιάς» για τις δυο τελευταίες τάξεις. Ως Υπεύθυνος Χρονιάς είχε, μεταξύ άλλων, καθήκοντα παροχής υποστήριξης βοήθειας ή καθοδήγησης σε μαθητές, την παρακολούθηση της συνολικής ακαδημαϊκής προόδου κάθε μαθητή και της διαχείρισης ατομικού συστήματος καθορισμού στόχων και καθοδήγησης μαθητών. Κατά τη σχολική χρονιά 2004 - 2005 ήταν υπεύθυνος του «Χορευτικού Ομίλου» του σχολείου.
  5. Ο παραπονούμενος ξεκίνησε να φοιτά στο συγκεκριμένο σχολείο το
  6. Το σχολικό έτος 2004 - 2005 φοιτούσε στην 6η τάξη. Κατά το εν λόγω σχολικό έτος ο παραπονούμενος ήταν μέλος του «Χορευτικού Ομίλου». Συμμετείχε σε πρόβες χορού για την ετήσια βραδιά ταλέντων που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του
  7. Ο κατηγορούμενος ήταν ο «Υπεύθυνος Χρονιάς» του παραπονούμενου και υπεύθυνος του «Χορευτικού Ομίλου» στον οποίο ο παραπονούμενος συμμετείχε. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν όμως ποτέ καθηγητής του για συγκεκριμένο μάθημα.
  8. Ο κατηγορούμενος είχε προσεγγίσει τον παραπονούμενο κατά τη διάρκεια σχολικού ταξιδιού στην Ελλάδα το καλοκαίρι του
  9. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού ο κατηγορούμενος άρχισε να δίδει συμβουλές στον παραπονούμενο και σε φίλους του για τις σχέσεις τους. Με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς τον Σεπτέμβριο του 2004, ο κατηγορούμενος, άρχισε να δίδει περισσότερη σημασία στον παραπονούμενο και ξεκίνησε «ένα είδος φιλίας» μεταξύ τους. Ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να λέει στον παραπονούμενο ότι ήταν ξεχωριστός και ότι έπρεπε να καλλιεργήσει τα ταλέντα του. Περαιτέρω ξεκίνησε να βγαίνει τα βράδια τόσο με τον παραπονούμενο όσο και με τους υπόλοιπους φίλους του παραπονούμενου σε νυκτερινά κέντρα.
  10. Σταδιακά, ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να αναφέρει στον παραπονούμενο ότι «είναι εκδηλωτικός στον χορό και ότι οι φίλοι του δεν μπορούν να τον καταλάβουν» και έτσι, δυο - τρεις φορές, βγήκαν σε νυχτερινό κέντρο οι δυο τους ενώ ξεκίνησαν να μιλούν καθημερινά στο τηλέφωνο. Ο παραπονούμενος εμπιστεύθηκε τον κατηγορούμενο αφού τον συμβούλευε για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε. Του εκμυστηρεύτηκε διάφορα γεγονότα που αφορούσαν την οικογένεια του, μεταξύ άλλων, και για τα χρόνια προβλήματα υγείας του πατέρα του, αποτέλεσμα των οποίων ήταν όπως όλες οι οικογενειακές αποφάσεις λαμβάνονταν από τη μητέρα του. Ο κατηγορούμενος, με τη σειρά του, συνομιλώντας με τον παραπονούμενο, του ανέφερε ότι από την ζωή του απουσίαζε η πατρική φιγούρα και ότι θα μπορούσε να γίνει το αντρικό πρότυπο γι' αυτόν.
  11. Περαιτέρω, κατά τις συνομιλίες που είχε ο κατηγορούμενος με τον παραπονούμενο, ο κατηγορούμενος του έλεγε για τα όνειρα που είχε από παιδί, ότι ασχολήθηκε από παιδί με τον χορό και το μπαλέτο και ότι ο πατέρας του δεν τον άφηνε και θεωρούσε ότι ο παραπονούμενος μπορούσε να πραγματοποιήσει τα όνειρα που δεν πραγματοποίησε ο ίδιος. Του έλεγε επίσης ότι ο σωματότυπος του είναι ο κατάλληλος για τον χορό. Ο κατηγορούμενος, επιπλέον, είπε στον παραπονούμενο ότι μπορούσε να τον βοηθήσει στην καλλιτεχνική του ζωή για να πραγματοποιήσει τα όνειρα του. Ο παραπονούμενος ήταν ενθουσιασμένος με την ιδέα να ασχοληθεί με τον χορό και γενικά με τον καλλιτεχνικό χώρο και έχοντας εμπιστοσύνη στον κατηγορούμενο, δέχθηκε να κάνει μαθήματα χορού στην οικία του κατηγορούμενου.
  12. Τα μαθήματα χορού ξεκίνησαν τον Ιανουάριο του 2005, ήταν δωρεάν και γίνονταν μια με δυο φορές την εβδομάδα, τα Σαββατοκύριακα. Ο κατηγορούμενος ανέφερε στον παραπονούμενο ότι θα τον βοηθούσε με τον χορό και ότι θα τον γνώριζε με άλλους χορογράφους και ότι θα γίνουν πραγματικότητα τα όνειρα του. Από τα λόγια του κατηγορούμενου, ο παραπονούμενος ένιωσε «σπουδαίος και σημαντικός». Τα λόγια αυτά αποτελούσαν σημαντικό κομμάτι για τον επαγγελματικό του προσανατολισμό. Ο παραπονούμενος ένιωθε τυχερός που του διδόταν αυτή η ευκαιρία να κάνει μαθήματα χορού, που θα ήταν η αρχή με την ενασχόληση του με τον καλλιτεχνικό κόσμο.
  13. Ο παραπονούμενος δεν οδηγούσε και έτσι για τα μαθήματα χορού, ο κατηγορούμενος πήγαινε και παραλάμβανε τον παραπονούμενο από το σπίτι του, χωρίς να το γνωρίζει η μητέρα του. Τα μαθήματα χορού γίνονταν στο σαλονάκι της οικίας.
  14. Στην αρχή, οι ασκήσεις του χορού γίνονταν ενώ ο παραπονούμενος ήταν ντυμένος. Ο κατηγορούμενος καθοδηγούσε τον παραπονούμενο για τις διάφορες ασκήσεις χορού, οι οποίες περιλάμβαναν ασκήσεις για τους γοφούς, για να «απελευθερωθεί», σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, «το πάνω μέρος του σώματος του παραπονούμενου με το κάτω μέρος του σώματος του». Αυτές οι ασκήσεις διαρκούσαν αρκετή ώρα και κατά τη διάρκεια των ασκήσεων, ο κατηγορούμενος έλεγε στον παραπονούμενο να έχει κλειστά τα μάτια του. Αυτές οι ασκήσεις διήρκησαν για ένα με δύο μήνες. Κατά τη διάρκεια των μαθημάτων, ο κατηγορούμενος έλεγε στον παραπονούμενο ότι το σώμα του ήταν πολύ όμορφο και ότι ήταν τυχερός που μπορούσε να το εκμεταλλευτεί σε τέτοια ηλικία. Περαιτέρω, του έλεγε ότι μόλις που προλάβαιναν «να το καλουπώσουν» για να μπορεί ο παραπονούμενος να φτάσει σε ένα καλό στάδιο. Ο παραπονούμενος, πίστευε ότι ο κατηγορούμενος θα τον βοηθούσε με τον χορό και τον καλλιτεχνικό χώρο.
  15. Μια ημέρα, κατά τη διάρκεια της προθέρμανσης, ο κατηγορούμενος πλησίασε τον παραπονούμενο, τον αγκάλιασε και το σώμα του ήταν κολλημένο στο σώμα του παραπονούμενου, έκανε κυκλικές περιστροφές γύρω από το σώμα του παραπονούμενου και ξεκίνησε να τον αγγίζει στο σώμα του, αναφέροντας του ότι θα τον βοηθήσει με τη στάση του σώματος του ενώ τον άγγιξε και στα γεννητικά όργανα του (κατηγορία 1).
  16. Στη συνέχεια, μετά την πάροδο ενός με δύο μηνών, τα μαθήματα χορού γίνονταν ενώ ο παραπονούμενος ήταν γυμνός αφού, κατόπιν προτροπής του κατηγορούμενου, έβγαζε τα ρούχα του ενώ ο κατηγορούμενος του έβγαζε το εσώρουχο. Όταν τελείωνε την προθέρμανση ο παραπονούμενος, ο κατηγορούμενος τον αγκάλιαζε και το σώμα του ήταν κολλημένο στο σώμα του παραπονούμενου, κινώντας το σώμα του παραπονούμενου με κυκλικές περιστροφές. Ο παραπονούμενος είχε κλειστά τα μάτια του ως οι οδηγίες του κατηγορούμενου ενώ ήταν γυμνός και ο κατηγορούμενος ήταν ντυμένος. Σε μια από αυτές τις φορές, αφού ο κατηγορούμενος αγκάλιασε τον παραπονούμενο ως περιγράφεται ανωτέρω, ο κατηγορούμενος χάιδεψε τον παραπονούμενο στα γεννητικά όργανα (κατηγορία 2).
  17. Τα μαθήματα και οι ασκήσεις χορού συνεχίστηκαν στο ίδιο μοτίβο, με τον παραπονούμενο να είναι γυμνός και τον κατηγορούμενο να τον αγκαλιάζει και να κινεί το σώμα του παραπονούμενου. Κατά την διάρκεια των μαθημάτων, και σε άλλη ημερομηνία από αυτή που ο κατηγορούμενος χάιδεψε τον παραπονούμενο στα γεννητικά όργανα, και ενώ ο παραπονούμενος ήταν γυμνός, ο κατηγορούμενος αφού έβαλε σάλιο στο χέρι του, έπιασε το γεννητικό όργανο του παραπονούμενου και άρχισε να το χαϊδεύει. Ο παραπονούμενος αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήθελε τον παραπονούμενο να αυνανιστεί στην παρουσία του και ως εκ τούτου ο παραπονούμενος συνέχισε να αυνανίζεται στην παρουσία του κατηγορούμενου (κατηγορία 3). Λίγα λεπτά πριν εκσπερματώσει ο παραπονούμενος, ο κατηγορούμενος διείσδυσε το δάχτυλο του στον πρωκτό του παραπονούμενου (κατηγορία 10). Όταν ο παραπονούμενος εκσπερμάτωσε, ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι «ενώθηκαν τα υγρά τους και δεν υπάρχει τίποτε πλέον να τους χωρίσει, ήταν ένα πλέον». Ο παραπονούμενος δεν είχε οποιαδήποτε προηγούμενη σεξουαλική επαφή προηγουμένως.
  18. Λόγω της κατάστασης που είχε δημιουργηθεί, ο παραπονούμενος ένιωθε ντροπή και έτσι απομακρύνθηκε από τους φίλους του και την οικογένεια του. Αρκετές φορές απέφευγε να πηγαίνει σχολείο, με αποτέλεσμα να κάνει απουσίες. Επηρεάστηκε επίσης η επίδοση του στα μαθήματα. Λόγω της θλίψης αλλά και της ντροπής που ένιωθε, ο παραπονούμενος είχε δυσκολίες στη σύναψη σχέσεων και αμφέβαλλε κατά πόσο θα μπορούσε να δεσμευτεί και να ικανοποιήσει μια γυναίκα. Ήταν κάτι το οποίο τον βασάνιζε για αρκετά χρόνια. Δημιούργησε δεσμό με γυναίκα στην ηλικία των 25 ετών και μόνο τότε για πρώτη φορά είχε ολοκληρωμένες σεξουαλικές σχέσεις.
  19. Το έτος 2020, ο παραπονούμενος παρακολούθησε κάποια μαθήματα ψυχολογίας και μέσω αυτών ένιωσε αρκετά δυνατός να αποκαλύψει στη μητέρα του και τον αδελφό του, τα όσα συνέβησαν ενώ ένιωσε και αρκετά δυνατός για να προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία εναντίον του κατηγορούμενου.
  20. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.
  21. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου. Υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.
  22. Ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 49 ετών. Ο πατέρας του είναι ηλικίας 72 ετών και είναι συνταξιούχος ακαδημαϊκός. Η μητέρα του είναι ηλικίας 65 ετών και είναι οικοκυρά. Έχει επίσης μια μικρότερη αδερφή η οποία έχει δημιουργήσει τη δική της οικογένεια.
  23. Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο και την ολοκλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων, σπούδασε ελληνική φιλολογία στην Αγγλία. Συνέχισε τις σπουδές του στην Αγγλία σπουδάζοντας θεατρολογία. Μεταξύ των ετών 1999 και 2006 εργάστηκε ως καθηγητής σε σχολείο. Από το 2006 μέχρι και το 2020 εργάστηκε ως θεατρολόγος. Το 2019 είχε αρχίσει διδακτορικό. Το 2021 εγκατέλειψε τις σπουδές του λόγω αυτής της υπόθεσης.
  24. Δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας. Σήμερα είναι άνεργος και δεν έχει οποιαδήποτε εισοδήματα. Διαμένει με τους γονείς του οι οποίοι και τον συντηρούν. Ο κατηγορούμενος, διαθέτει μόνο ένα μικρό ποσό σε αποταμιεύσεις ύψους €3.000 και ένα αυτοκίνητο. Δεν έχει ακίνητη περιουσία. Διατηρεί καλές σχέσεις με τους γονείς του και την αδελφή του λόγω όμως των κατηγοριών που αντιμετωπίζει έχει απομονωθεί. Η όλη υπόθεση τον αναστατώνει ιδιαίτερα και έχει, ως αναφέρει, καταστραφεί οικονομικά. Αξίζει να σημειωθεί ότι από το 2017 μέχρι και το 2020 διέμενε στην Αθήνα μόνιμα και είχε επιστρέψει λόγω της πανδημίας. Ακολούθως, λόγω της παρούσας υπόθεσης, υποχρεώθηκε να παραμείνει στην Κύπρο.
  25. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος τονίζοντας όμως ότι ακόμη και στις περιπτώσεις όπου επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές δεν ατονεί η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής. Αναφέρθηκε σε μετριαστικούς παράγοντες που αφορούν τη διάπραξη των αδικημάτων αλλά και τις προσωπικές του περιστάσεις. Προέβαλε τα ακόλουθα, τα οποία κατά τη θέση του, πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη από το Δικαστήριο: (α) Παρά το γεγονός ότι η ακρόαση είχε αρχίσει και ακούστηκαν 3 μάρτυρες, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε πριν καταθέσει ως μάρτυρας ο παραπονούμενος. Αποφεύχθηκε έτσι περαιτέρω ταλαιπωρία σ' αυτόν. (β) Επικαλέστηκε τον χρόνο που διέρρευσε από τον χρόνο διάπραξης μέχρι και την υποβολή της καταγγελίας. Ανέφερε συγκεκριμένα για τούτο το ζήτημα ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο κατηγορούμενος στο μεσοδιάστημα δεν διέπραξε άλλα αδικήματα και ότι η συμπεριφορά του ήταν άμεμπτη. Διέπραξε τα αδικήματα σε ηλικία 28 με 29 ετών και θα του επιβληθεί ποινή σε ηλικία 49 ετών. Ήταν η θέση του ότι ατονεί η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Ο έντιμος βίος του κατηγορούμενου έχει καταδείξει ότι δεν είναι επικίνδυνο πρόσωπο. Επικαλέστηκε επίσης το γεγονός ότι η μητέρα του παραπονούμενου, ενώ είχε λάβει γνώση για τη σχέση τους, προχώρησε και έλαβε νομική συμβουλή για το ζήτημα από δικηγόρο και δεν προχώρησε σε καταγγελία. Αναγνώρισε βέβαια ότι ο συνήγορός της την είχε συμβουλεύσει ότι δεν είχε διαπραχθεί αδίκημα και ότι η μητέρα του κατηγορούμενου δεν είχε πλήρη εικόνα για το τί είχε συμβεί. Είχε υπόψη της μόνο ότι υπήρχε κάποια ανάρμοστη σχέση μεταξύ τους. Η μητέρα του κατηγορούμενου δεν κατήγγειλε το συμβάν ούτε στο σχολείο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος μίλησε για τα συμβάντα όταν ήταν 25 χρονών στην τότε φιλενάδα του και το 2012 σε φίλους του χωρίς να προχωρήσει σε καταγγελία ενώ θα μπορούσε. Προχώρησε σε καταγγελία το 2020 όταν συνέδεσε τον κατηγορούμενο με καταγγελίες που είχαν γίνει στο χώρο του θεάτρου στην Ελλάδα και οι οποίες εν τέλει ήταν αβάσιμες. (γ) Αναφέρθηκε επίσης και στον χρόνο που διέρρευσε από τη στιγμή της καταγγελίας μέχρι την επιβολή της ποινής συνδέοντας την καθυστέρηση με το γεγονός ότι από το 2020 που υποβλήθηκε η καταγγελία έχει επηρεαστεί δυσμενώς η ζωή του κατηγορούμενου. Εγκατέλειψε το διδακτορικό του αλλά και την καριέρα του ως θεατρολόγος. Έκτοτε είναι άνεργος. (δ) Ως προς τις περιστάσεις διάπραξης αναγνώρισε ότι όντως ως καθηγητής είχε εκμεταλλευτεί τη θέση του έναντι του παραπονούμενου, σημείωσε όμως ότι ο κατηγορούμενος δεν δίδαξε ποτέ τον παραπονούμενο ούτε τον βαθμολόγησε. Επίσης ανέφερε ότι δεν υπήρξε ποτέ ρητή άρνηση του παραπονούμενου στα όσα διαδραματίστηκαν μεταξύ τους, αναγνώρισε όμως ότι ο κατηγορούμενος απερίσκεπτα δεν διαπίστωσε αν υπήρχε συναίνεση. Είχε άγνοια επίσης ότι ο παραπονούμενος στην ηλικία που ήταν θεωρείτο κατά νόμο ανήλικος. Θεωρούσε ότι ήταν σε ηλικία που μπορούσε να δώσει συναίνεση.
  26. Η προβλεπόμενη ποινή για τα αδικήματα που διαπράχθηκαν είναι ποινή φυλάκισης μη υπερβαίνουσας τα είκοσι έτη. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.3(Ι)/2000, ο παραπονούμενος, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν ανήλικος αφού «δεν είχε συμπληρώσει το 18 έτος της ηλικίας του». Δυνάμει του άρθρου 3
(1)(γ) «απαγορεύεται η σεξουαλική εκμετάλλευση ή η κακοποίηση ανηλίκων». Η έννοια «σεξουαλική εκμετάλλευση ανηλίκου» σημαίνει «την παρότρυνση ή τον εξαναγκασμό ανηλίκου να συμμετάσχει σε οποιαδήποτε σεξουαλική δραστηριότητα» (βλ. άρθρο 2 του Ν.3(Ι)/2000). Ο παραπονούμενος επομένως λόγω της ανηλικότητας του δεν μπορούσε, κατά νόμο, να συναινέσει (βλ. άρθρο 6 (β) του Ν.3(Ι)/2000). 27. Η σοβαρότητα ενός αδικήματος καθορίζεται από τον νομοθέτη στη βάση του ανώτατου ορίου ποινής και όχι από τα Δικαστήρια, ο ρόλος των οποίων περιορίζεται στη στάθμιση της σοβαρότητας του αδικήματος ανάλογα με τα περιστατικά που το περιβάλλουν (βλ. Μαληκκίδης v Δημοκρατίας
(2016)2Β ΑΑΔ 1186, 1197 - 1198). Το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται αποτελεί και τη βάση από την οποία το δικαστήριο ξεκινά για επιμέτρηση της ποινής (βλ. Souilmi v Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 248, 250), Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v Χρυσοστόμου κ.α.
(2002)2 ΑΑΔ 575, 580 και ΓΕ v Evans
(2005)2 ΑΑΔ 639, 643 - 644, με αναφορά στις Λεβέντης v Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632 και Βραχίμης v Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 527). 28. Το ύψος της ποινής είναι ενδεικτικό της σοβαρότητας με την οποία ο νομοθέτης το αντιμετωπίζει και σε σεξουαλικά αδικήματα πρέπει να επιβάλλονται αποτρεπτικές ποινές, σε μια προσπάθεια καταστολής τους (βλ. Λοΐζου κ.ά. v Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 469, 491 - 492) ειδικότερα όταν αυτά στρέφονται εναντίον παιδιών (βλ. ΓΕ v ΚΡΑ, Ποινική Έφεση 122/2022, 1/12/2022, Λευκαρίτης v Δημοκρατίας
(2016)2Β ΑΑΔ 1165, 1182 και ΓΕ v Κυριάκου
(2008)2 ΑΑΔ 562, 568), που κατά κανόνα, τους δημιουργούν ψυχολογικά προβλήματα (βλ. ΓΕ v Γενέθλιου
(2016)2Α ΑΑΔ 207, 220). Το γεγονός ότι προκαλείται πλήγμα στην προσωπικότητα του θύματος, σε περιπτώσεις που το θύμα είναι παιδί, ενυπάρχει εγγενώς στη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Χριστοφόρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 59/2016, 23/3/2017). Τα αδικήματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, όχι μόνο στρέφονται κατά των ηθών, αλλά προσβάλλουν και ενίοτε συνθλίβουν την προσωπικότητα και τον ψυχισμό του θύματος και πρέπει να αντιμετωπίζονται με αυστηρότητα (βλ. ΚΡΑ, ανωτέρω, με αναφορά στις ΣΑΧ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 71/2020, 28/1/2021 και ΓΕ v ΝΝ, Ποινική Έφεση 69/2017, 5/12/2017). 29. Στη ΚΚ v ΓΕ
(2008)2 ΑΑΔ 294, 315, αναφέρθηκε ότι η ποινή φυλάκισης των είκοσι χρόνων, που προβλέπεται από τον Ν.3(I)/2000, αντανακλά και τη σοβαρότητα των αδικημάτων αυτής της μορφής. Επισημάνθηκε επίσης, τότε, ότι ο βασικός σκοπός του Ν.3(I)/2000 ήταν ο εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας κατά τρόπο που να καλύπτει και να αντιμετωπίζει τις νέες μορφές με τις οποίες εμφανίζεται σήμερα το φαινόμενο της οργανωμένης σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εμπορίας ανθρώπων, η εμβέλεια του όμως καλύπτει και μεμονωμένες περιπτώσεις (βλ. Κυριάκου v Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 141, 145 και ΜΘ v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 174, 184). Με άλλα λόγια, η μέγιστη ποινή φυλάκισης των είκοσι χρόνων, που προβλεπόταν στον Ν.3(I)/2000, αν και απέβλεπε, κατά κύριο λόγο, στην πάταξη της οργανωμένης σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εμπορίας ανθρώπων, απέβλεπε, ταυτόχρονα, και στην αυστηρότερη αντιμετώπιση μεμονωμένων περιπτώσεων σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων.
  1. Όπως έχει λεχθεί στην Clarson v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 38/2022, 27/10/2022, οι υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων με θύματα παιδιά βρίσκονται σε έξαρση, και έχουν πλέον εξελιχθεί σε πρωτοφανή μάστιγα. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί υποχρέωση στα δικαστήρια για επιβολή ιδιαίτερα αποτρεπτικών και συνεπώς αυστηρών ποινών, με αποτέλεσμα οι προσωπικές περιστάσεις να είναι δευτερεύουσας σημασίας και η εξατομίκευση της ποινής, όσο επιβεβλημένη κι αν είναι, να μην έχει αποφασιστικό ρόλο. Ό,τι έχει σημαίνουσα σημασία είναι η προστασία των παιδιών και των θεμελιακών τους δικαιωμάτων από εγκλήματα αυτής της φύσης, τα οποία συνθλίβουν τον ψυχικό τους κόσμο και εξευτελίζουν την προσωπικότητα τους (βλ. επίσης ΣΑΧ, ανωτέρω και ΣΛ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 155/2019, 25/1/2021).
  2. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη, με τις ποινές που επιβάλλουν για τέτοια αδικήματα, στο πλαίσιο πάντα και των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης, να συμβάλλουν στην προστασία των παιδιών από τέτοιες απαράδεκτες και ειδεχθείς συμπεριφορές. Η επιβολή επιεικών ποινών για τέτοια αδικήματα, θα έστελνε, λανθασμένα μηνύματα τόσο προς την κοινωνία αλλά και σε κάθε επίδοξο παραβάτη (βλ. ΓΕ v Κύρρη, Ποινική Έφεση 70/2022, 7/2/2023 με αναφορά στη ΣΛ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 155/2019, 25/2/2021). Η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών αποτελεί καθήκον των Δικαστηρίων, ιδιαίτερα όταν θύματα είναι παιδιά ή ανήλικα πρόσωπα, την ανωριμότητα, την ευαισθησία ή και την αδυναμία των οποίων εκμεταλλεύονται οι δράστες για να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές τους ορέξεις (βλ. Κύρρη, ανωτέρω, ΚΑΜ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 127/2021, 4/11/2022 και Πατουρή, ανωτέρω).
  3. Η αποτροπή, ως παράγων ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων (βλ. Πισκόπου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, 351).
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο επίσης με σειρά αποφάσεων έθεσε τις παραμέτρους εντός των οποίων πρέπει να προσεγγίζονται αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών γενικότερα.
  2. Εν προκειμένω επενεργούν επιβαρυντικά τα ακόλουθα: (α) Η σημαντική διαφορά ηλικίας κατηγορούμενου και παραπονούμενου (βλ. Χριστοφόρου, ανωτέρω, ΓΕ v ΧΧ, Ποινική Έφεση 36/2017, 14/6/2017, Λευκαρίτης v Δημοκρατίας
(2016)2Β ΑΑΔ 1165, 1182 και ΚΑΜ v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 127/2021, 4/11/2022). Ο κατηγορούμενος σε σχέση με τον παραπονούμενο έχει διαφορά ηλικίας 12 έτη. (β) Ο κατηγορούμενος έδρασε στρατηγικά και στοχευμένα. Στη βάση των γεγονότων που εκτέθηκαν ενώπιον μας, τούτο είναι που αναδύεται καθώς και έντονο το στοιχείο της αποπλάνησης. Αναφερόμαστε και πιο ειδικά στα ακόλουθα: (
  1. i)προσέγγισε τον παραπονούμενο επιδεικνύοντας του αρχικώς «φιλικό» ενδιαφέρον∙ (
  2. ii)εκμεταλλευόμενος τη θέση του και το ενδιαφέρον του παραπονούμενου για τον χορό, εξελικτικά του υπέβαλλε ότι ο ίδιος μπορεί να τον βοηθήσει όχι μόνο στο να βελτιώσει την κίνηση του αλλά και να τον αναδείξει στο καλλιτεχνικό στερέωμα∙ (iii) έλεγε στον παραπονούμενο ότι το σώμα του ήταν πολύ όμορφο και ότι ήταν τυχερός που μπορούσε να το εκμεταλλευτεί σε τέτοια ηλικία∙ (
  3. iv)κατά τη διαδικασία απομόνωσε τον παραπονούμενο από τους φίλους του και τον περίγυρο του λέγοντας του ότι οι φίλοι του δεν μπορούν να τον καταλάβουν∙ (
  4. v)εκμεταλλεύτηκε την ευαλωτότητα του παραπονουμένου τη δεδομένη χρονική περίοδο (βλ. Λευκαρίτης, ανωτέρω, σελ. 1183), αφού οι προσωπικές συνθήκες του παραπονουμένου και τα προβλήματα υγείας του πατέρα του ήταν γνωστά σ' αυτόν, προβάλλοντας τον εαυτό του ως το «ανδρικό πρότυπο» που έλειπε από τη ζωή του. (γ) Η επανάληψη (βλ. Λευκαρίτης, ανωτέρω, σελ. 1182 και Κύρρη ανωτέρω). Η εγκληματική συμπεριφορά του ήταν επαναλαμβανόμενη και διαρκείας. Διήρκησε για περίοδο πέραν των 3 μηνών και αφορούσε 3 περιστατικά. (δ) Οι πράξεις έλαβαν χώρα όταν ο παραπονούμενος είχε παραμείνει εντελώς γυμνός μετά από τις παραινέσεις και προτροπές του κατηγορουμένου ότι τούτο ήταν αναγκαίο για να βελτιώσει την κίνηση του. (ε) Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα απομάκρυναν τον παραπονούμενο από τον κοινωνικό του περίγυρο ενώ παρουσίασε δυσχέρεια στην σύναψη ερωτικών σχέσεων. (στ) Ο παραπονούμενος δεν είχε σεξουαλική εμπειρία πριν τις άνομες πράξεις του κατηγορούμενου. 35. Το ότι υπήρξε κατάχρηση της θέσης του κατηγορουμένου ως καθηγητής του παραπονουμένου, δεν μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικός παράγοντας αφού αποτελεί συστατικό στοιχείο της έκνομης πράξης που αυξάνει το ύψος της ποινής (βλ. κατ' αναλογία ARR v Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 20/2022, 30/4/2024 (Εφ)). 36. Λάβαμε υπόψη μας ότι απουσιάζουν επιβαρυντικοί παράγοντες όπως, η χρήση βίας και η πρόκληση σωματικών βλαβών. Αν και δεν μας διαφεύγει ότι ο παραπονούμενος παρουσίασε προβλήματα στη συνέχεια σεξουαλικής φύσεως δεν έγινε αναφορά σε πρόκληση συγκεκριμένων ψυχικών τραυμάτων (βλ. Γεωργίου, ανωτέρω). Σημειώνουμε βέβαια την αυταπόδεικτη ψυχική βλάβη που αναγνωρίζει η νομολογία σε ανήλικους (βλ. Γενεθλίου, ανωτέρω). 37. Λαμβάνεται επίσης υπόψη το ότι ο παραπονούμενος ήταν κοντά στην ηλικία συναίνεσης χωρίς όμως να μπορούμε να παραβλέψουμε ότι η όλη διαδικασία αποπλάνησης του (grooming) ξεκίνησε εντός σχολικού πλαισίου. Σε πλαίσιο δηλαδή που τα παιδιά και οι κηδεμόνες τους αναμένεται να νιώθουν ότι αποτελεί για αυτά ασφαλές περιβάλλον όπου οι καθηγητές και καθοδηγητές τους, θα τους παράσχουν τα εφόδια για την ομαλή ένταξη τους στην κοινωνία και όχι το αντίθετο ήτοι να τα αποδυναμώνει. 38. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες λάβαμε υπόψη μας το λευκό του ποινικό μητρώο, σε συνάρτηση με την ηλικία του. Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου λαμβάνεται, επίσης, υπόψη και αποτελεί στοιχείο το οποίο του δίνει την ευχέρεια να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Ψωμά v Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 40, 44 και ΓΕ v Ματθαίου
(1994)2 ΑΑΔ 1, 9 - 10). Το γεγονός ότι δεν φέρεται να διέπραξε αδικήματα ανάλογης φύσεως από το 2005 και μετά συνιστά μετριαστικό παράγοντα τον οποίο επίσης λάβαμε υπόψη μας (βλ. R v H [2011] EWCA Crim 2753). 39. Λάβαμε επίσης υπόψη μας ότι η καριέρα του πλέον έχει τερματιστεί και ότι μια πολυετής ποινή φυλάκισης, θα έχει επιπτώσεις όχι μόνο στον ίδιο αλλά και στους οικείους του, ενώ η επανένταξη του στην κοινωνία θα είναι πιο δύσκολη (βλ. Ξυδάς v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 817, 826 - 827). Η άγνοια του νόμου θεωρούμε ότι είναι, υπό τις περιστάσεις, μικρής σημασίας. Εκ της θέσεως του όφειλε να ενημερωθεί, πρωτίστως όμως, να αποφύγει τέτοια σχέση με μαθητή. 40. Η παραδοχή του είναι πολύ σημαντική, έστω και στο στάδιο που έγινε, μετά δηλαδή την έναρξη της ακρόασης. Η νομολογία αναγνωρίζει την παραδοχή ως πολύ σοβαρό μετριαστικό παράγοντα επειδή, μεταξύ άλλων, έχει ως συνέπεια το θύμα να μην υποβάλλεται στη θέση να βιώσει εκ νέου, μέσα από τη δίκη, τη σεξουαλική κακομεταχείριση που το ίδιο έχει υποστεί, (βλ. ΚΡΑ, ανωτέρω, Πατουρής, ανωτέρω, Λευκαρίτης, ανωτέρω στη σελ. 1183 και ΣΚ v Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304, 315). Εν προκειμένω κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, όχι όμως ο παραπονούμενος.
  1. Ο συνήγορος έχει αναφερθεί στην καθυστέρηση υποβολής καταγγελίας, αφού αυτή έγινε το
  2. Σύμφωνα με τη νομολογία, καθυστέρηση στην καταγγελία της υπόθεσης, δεν θεωρείται μετριαστικός παράγων σε υποθέσεις όπου υφίστατο σχέση εμπιστοσύνης ή επιρροής (βλ. Μηνά v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 228/2018, 16/3/2020 και Μιχαήλ v Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, 128 - 129). Δεν μας διαφεύγει ότι η μητέρα του παραπονούμενου είχε απευθυνθεί σε δικηγόρο. Έλαβε συμβουλή ότι δεν είχε διαπραχθεί αδίκημα. Δεν απευθύνθηκε στην Αστυνομία ούτε στη διεύθυνση του Σχολείου όπως ανέφερε στον κατηγορούμενο ότι θα έπραττε. Η ίδια δεν φαίνεται να είχε υπόψη της το τί ακριβώς είχε συμβεί. Παράπονα έκανε και ο παραπονούμενος και σε άλλα πρόσωπα σε διάφορα στάδια. Το σίγουρο είναι ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος αποφάσισε να κάνει την καταγγελία όταν ένιωσε ψυχολογικά έτοιμος να το πράξει και όταν είχε αντιληφθεί πλήρως ότι αυτό που είχε συμβεί ήταν θυματοποίηση του από τον κατηγορούμενο. Τούτο εξηγείται και από το γεγονός ότι διατήρησε κάποια επαφή με τον κατηγορούμενο και μετά. Δεν κρίνουμε ότι υπό τις περιστάσεις ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι την καταγγελία θα πρέπει να προσμετρήσει προς όφελος του κατηγορούμενου. 42. Λάβαμε επίσης υπόψη μας ότι η ποινή επιβάλλεται περί τα 3½ χρόνια από την καταχώριση της υπόθεσης. Έχει νομολογηθεί ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης αποτελεί λόγο για μετριασμό της ποινής που μπορεί ακόμα να οδηγήσει στο ανεπιθύμητο της επιβολή ποινής φυλάκισης εκτός εάν είναι απολύτως αναγκαίο (βλ. ΓΕ v Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, 271 και ΓΕ v Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54, και ΓΕ v Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, 361). Όπου υπάρχει καθυστέρηση δεν πρέπει να παραβλέπεται και η υποκειμενική πτυχή, η οποία αφορά σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν επέλθει, στο μεταξύ, στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και πιθανόν να δικαιολογούν την επιβολή μιας πιο επιεικούς ποινής (βλ. Memic v Δημοκρατίας
(2014)2Α ΑΑΔ 276, 284 με αναφορά στις ΓΕ v Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 ΑΑΔ 617 και Βασιλείου v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 104). 43. Στις περιπτώσεις όμως στις οποίες για την καθυστέρηση ευθύνεται αποκλειστικά ο κατηγορούμενος ο τελευταίος δεν μπορεί να επικαλείται την καθυστέρηση ως παράγοντα για μετριασμό της ποινής (βλ. Τσιολής v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 154, 157, με αναφορά στις ΓΕ v Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 και Κουλλαπής v Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 273).
  1. Η παρούσα υπόθεση καταχωρίστηκε 19/4/
  2. Τέθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου για απάντηση στις 25/5/
  3. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 4/10/
  4. Την εν λόγω ημερομηνία η Κατηγορούσα Αρχή τροποποίησε το σύνολο των κατηγοριών. Η Υπεράσπιση ζήτησε χρόνο να απαντήσει το τροποποιημένο κατηγορητήριο. Στις 13/10/2021 ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή. Ορίστηκε στις 19/5/2022 για ακρόαση. Την εν λόγω ημερομηνία η ακρόαση αναβλήθηκε λόγω έλλειψης δικαστικού χρόνου. Το ίδιο έγινε και στις 22/9/2022, στις 5/12/2022, στις 28/2/2023 15/6/2023, 7/11/2023 και 24/11/
  5. Ορίστηκε ακολούθως στις 26/3/2024 και τις αμέσως επόμενες 5 μέρες με προοπτική να εκδικαστεί. Αναβλήθηκε λόγω άλλης συνεχιζόμενης ακρόασης. Την 1/7/2024 αναβλήθηκε εκ νέου λόγω προβλήματος που είχε προκύψει στη σύνθεση του Δικαστηρίου. Η ακρόαση εν τέλει άρχισε στις 15/10/2024 και στη συνέχεια ακολούθησε η παραδοχή του κατηγορούμενου στις κατηγορίες. Διαπιστώνουμε ότι ουδεμία ευθύνη είχε ο κατηγορούμενος στην καθυστέρηση της διαδικασίας.
  6. Μαζί με όλα τα πιο πάνω έχουμε συνυπολογίσει και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τις επιπτώσεις που είχε αυτή η υπόθεση στον ίδιο και στην καριέρα του στη θεατρολογία.
  7. Εν κατακλείδι, συνυπολογίζοντας και σταθμίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας. Οι μετριαστικοί παράγοντες και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου μπορούν να μειώσουν ουσιωδώς το εύρος της ποινής όχι όμως και το είδος της. Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθηκαν στην Krashas a.o. v Cyprus, Αρ. Υπόθεσης 52551/18, 20/6/2023, § 21 (βλ. επίσης εγκύκλιο Ανωτάτου Δικαστηρίου, 29/11/2023), λόγω της καθυστέρησης που έχει προκληθεί οι ποινές φυλάκισης που θα επιβληθούν στον κατηγορούμενο θα είναι μειωμένες κατά 6 μήνες από αυτές που θα επιβάλλονταν αν του επιβάλλονταν ποινές δυνάμει παραδοχής σε πιο σύντομο χρόνο.
  8. Επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: Στην κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 1 έτους και 6 μηνών. Στην κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 1 έτους και 6 μηνών. Στην κατηγορία 3 ποινή φυλάκισης 2 ετών και 6 μηνών. Στην κατηγορία 10 ποινή φυλάκισης 2 ετών και 6 μηνών.
  9. Έχοντας κατά νου, τη φύση των αδικημάτων, τον τρόπο και τη χρονική εγγύτητα διάπραξης των αδικημάτων και εκτιμώντας την εγκληματική του συμπεριφορά στο σύνολο της κρίνουμε ότι οι ποινές φυλάκισης θα πρέπει να συντρέχουν. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης συνεπώς να συντρέχουν.
  10. Δεδομένου του είδους και του ύψους της επιβληθείσας ποινής προχωρούμε να εξετάσουμε κατά πόσο συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72 («Ν.95/72»), όπως τροποποιήθηκε, ως τούτες έχουν ερμηνευθεί από τη Νομολογία για αναστολή εκτέλεσης της ποινής ως και η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου. Επί τούτου σημειώνονται τα ακόλουθα.
  11. Η αναστολή της ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3
(2)του Ν.95/72). Η Νομολογία έχει καταδείξει ότι τυχόν αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δεν επιβάλλεται από δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. ΓΕ v Περατικού
(1997)2 ΑΑΔ 373, 378). 51. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699, 702 και Κωνσταντίνου v Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583, 584). Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παπαπαντελή v Δημοκρατίας
(2016)2Β ΑΑΔ 988, 996). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι, η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου (βλ. ΓΕ v Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, 166) και η αναγκαιότητα αποτροπής, η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Demetriou v R
(1976)2 JSC 386, 388 - 389 και ΓΕ v Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303, 309 - 310).
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν θεωρούμε ότι συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις και συνθήκες ώστε να διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης της ποινής που έχει επιβληθεί. Καταπιανόμαστε με ένα σοβαρό στη φύση του αδίκημα στο οποίο ενυπάρχει η αναγκαιότητα αποτροπής. Η διαφορά ηλικίας του παραπονούμενου με τον κατηγορούμενο ήταν περίπου 12 έτη. Ο κατηγορούμενος ήταν καθηγητής στο σχολείο του παραπονούμενου. Η εκμετάλλευση της θέσης του προσδίδει ιδιαίτερη αναγκαιότητα στην αποτροπή. Άλλη μεταχείριση θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα. Αντιλαμβανόμαστε ότι η προκληθείσα καθυστέρηση έχει εντείνει την αγωνία του κατηγορούμενου, από την άλλη δεν κρίνουμε ότι οι επιπτώσεις στη ζωή του αλλά και οι προσωπικές του περιστάσεις συνηγορούν προς αναστολή της ποινής.
  2. Για τους λόγους αυτούς είναι που καταλήγουμε ότι δεν συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις ώστε να χωρεί διαταγή για αναστολή ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν. Οι ποινές φυλάκισης να εκτελεστούν άμεσα.
  3. Μετά την αποπεράτωση τυχόν εφέσεως τα Τεκμήρια να καταστραφούν.
  4. Τα έξοδα, ύψους €60, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ν. Οικονόμου, Ε.Δ (Υπ.). Α. Λουκά, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.