ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Κ., Αρ. Υπόθεσης: 11239/21, 15/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ: Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ. Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. A. Λουκά, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11239/21 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.Κ. Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 15 Νοεμβρίου
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Σ. Παπουή για τον Γενικό Εισαγγελέα. Για τον Κατηγορούμενο: κος Γ. Λοΐζου. Κατηγορούμενος παρών --------------------------------------------- ΠΟΙΝΗ [Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό. Η ποινή έχει ανωνυμοποιηθεί σύμφωνα με τις εγκυκλίους του Ανωτάτου Δικαστηρίου με αρ. 142 και 143]
- Ο Κατηγορούμενος στις 10/10/2024, παραδέχθηκε ότι μεταξύ Ιουνίου και Αυγούστου του 2020, στη Λευκωσία, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Ε.Λ. («η Παραπονούμενη») ημερομηνίας γεννήσεως [.] 2005, διαπράττοντας το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014, Ν.91(I)/2014 («ο Νόμος») (κατηγορία 1). 2. Η δεύτερη κατηγορία που αντιμετώπιζε για διάδοση υλικού παιδικής πορνογραφίας κατά παράβαση των άρθρων 8
(3), 14
(1)και 34 του Νόμου, ανεστάλη.
- Σημειώνεται για σκοπούς πληρότητας ότι υπήρξε τροποποίηση της κατηγορίας 1 στις 8/3/
- Ενώ με το αρχικώς καταχωρηθέν κατηγορητήριο καταλογιζόταν στον Κατηγορούμενο η διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 6
(1)του Νόμου, του αποδόθηκε με την τροποποίηση η διάπραξη του σοβαρότερου αδικήματος του άρθρου 6
(3)του Νόμου.
- Τα γεγονότα, ετοιμάστηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής γραπτώς, κατατέθηκαν κατά τη διαδικασία, υιοθετήθηκαν και σημειώθηκαν ως «Έγγραφο Α». Διευκρινίσεις επί σημείων, δόθηκαν προφορικώς μετά από ερωτήσεις του Δικαστηρίου ενώ σχετικώς με τις προηγούμενες καταδίκες κατατέθηκε επιπροσθέτως μετά από επανάνοιγμα, το Έγγραφο Α
- Παραθέτουμε τα γεγονότα στις αμέσως πιο κάτω παραγράφους.
- Την 8/1/2021 και περί ώρα 14:30 ενώ ο Αστ. 2792, Σ. Κυριακίδης, βρισκόταν επί καθήκοντι στον Αστυνομικό Σταθμό Ομορφίτας, εισήλθε εντός του Σταθμού ο Κατηγορούμενoς, συνομιλώντας με κάποιο πρόσωπο στο τηλέφωνο. Ο Κατηγορούμενος ζήτησε από τον Αστ. 2792 να ακούσει σε ανοικτή ακρόαση στο τηλέφωνο, μια «κοπέλα» η οποία όπως ανέφερε, τον απειλούσε. Το πρόσωπο με το οποίο συνομιλούσε ο Κατηγορούμενος, ήταν η αδελφή της Παραπονούμενης. Αυτό που άκουσε ο Αστ. 2792 να λέει το πρόσωπο αυτό στον Κατηγορούμενο ήταν: «αυτό που έκανες στην αδερφή μου δε θα μείνει έτσι, δεν ντρέπεσαι επήες με την αδερφή μου, πέ μου που είσαι να ερτω να σε έβρω». Ο Κατηγορούμενος της απάντησε «Έννε [sic] με τη συγκατάθεση της που έγινε ότι έγινε;». Η τηλεφωνική συνομιλία διακόπηκε μετά από παρέμβαση του Αστ.
- Ο Αστ. 2792 ρώτησε τον Κατηγορούμενο αν είχε σεξουαλική επαφή με 15χρονη και ο κατηγορούμενος απάντησε θετικά. Του επέστησε την προσοχή στον νόμο και ο Κατηγορούμενος απάντησε: «Εν με νοιάζει, να πάω φυλακή να πνάσω». Τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη του Αστ. 2792, διαβιβάστηκαν στο Τμήμα Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων. Την 20/1/2021 και μεταξύ των ωρών 15:52 - 16:34, στο αρχηγείο Αστυνομίας η Α/Αστ. 4484, Μ. Κουντούρη, έλαβε οπτικογραφημένη κατάθεση από την Παραπονούμενη σχετικώς με την υπόθεση.
- H Παραπονούμενη, την 14/6/2020 είχε ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή δια κολπικής διείσδυσης, στο πατρικό σπίτι του Κατηγορουμένου, στο [.]. Κατά το δεδομένο χρόνο η Παραπονούμενη ήταν 15 ετών και 4 μηνών ενώ ο Κατηγορούμενος με ημερομηνία γέννησης [.] 1994, ήταν 25 ετών και 10 μηνών.
- Στις 3/2/2021 εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Κατηγορούμενου. Συνελήφθη την ίδια μέρα. Του εξηγήθηκαν οι λόγοι σύλληψης του και του επιστήθηκε η προσοχή στον νόμο. Ο Κατηγορούμενος απάντησε: «Εν ηξέρω τίποτε για τούτα». Εν συνεχεία στο Αρχηγείο Αστυνομίας, η Α/Αστ. 4484, αφού πληροφόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για τα αδικήματα που εξέταζε και αφού του επέστησε την προσοχή στον νόμο, του έλαβε ανακριτική κατάθεση.
- Ο Κατηγορούμενος στην εν λόγω κατάθεση απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις: «Ότι [sic] έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Ακολούθως, κατηγορήθηκε γραπτώς για τα αδικήματα που αντιμετώπιζε, του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο και απάντησε: «Ότι [sic] έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο».
- Η Παραπονούμενη, παραπέμφθηκε στις 3/2/2021 από το Γραφείο Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια και Κακοποίησης Ανηλίκων του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος - Αρχηγείο Αστυνομίας για ψυχολογική αξιολόγηση, στο Σπίτι του Παιδιού. Η αξιολόγηση έγινε από κλινικό ψυχολόγο. Κατά την αξιολόγηση διαπιστώθηκε ότι η Παραπονούμενη, παρόλο που συμμετείχε στη σεξουαλική πράξη με τη θέληση της, ταυτοχρόνως, ως διευκρινίστηκε προφορικώς, ανησυχούσε για τη σωματική της ακεραιότητα και ένιωθε φόβο για το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Πιο συγκεκριμένα, η Παραπονούμενη ανησυχούσε επειδή ο κατηγορούμενος είχε κάνει χρήση παράνομων ουσιών και στο δωμάτιο του υπήρχαν επιθετικά όπλα. Η Παραπονούμενη παρουσίασε αρνητικά συναισθήματα αδιέξοδου, απελπισίας, έλλειψης εμπιστοσύνης, αλλά και απομόνωσης. Τα πιο πάνω συναισθήματα φαίνεται να ήταν αποτέλεσμα των ως άνω γεγονότων, ωστόσο, δεν εντοπίστηκε συμπτωματολογικά να ικανοποιούσε τα κριτήρια οποιασδήποτε ψυχικής διαταραχής και η λειτουργικότητα της κατά την αξιολόγηση δεν παρουσίαζε έκπτωση. Διαπιστώθηκε ότι η αναζήτηση ασφάλειας όπως και η ανάγκη της για κάλυψη των συναισθηματικών της αναγκών, παράλληλα με την απουσία υγιών προτύπων σχέσης, τη καθιστούσαν ευάλωτη και επηρέαζαν τις διαπροσωπικές της σχέσεις και τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με τους γύρω της. Τούτα, ως αναφέρθηκε προφορικώς, αφορούν τον χρόνο που έγινε η αξιολόγηση.
- Από τα όσα ενώπιον μας τέθηκαν, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος έχει δύο προηγούμενες καταδίκες. Πρόκειται για την υπόθεση 176/20 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που αφορά σε αδικήματα παράνομης κατοχής και χρήσης ναρκωτικών με ημερομηνία διάπραξης αδικήματος την 5/4/2018 και την 180/20 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που αφορούσε σε αδικήματα απειλής και δημόσιας εξύβρισης με ημερομηνία διάπραξης την 7/1/
- Οι δύο αυτές υποθέσεις λήφθηκαν υπόψιν στην υπόθεση 26/21 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην οποία ο Κατηγορούμενος καταδικάστηκε στις 22/12/
- Η 26/21 δεν αφορά για σκοπούς της παρούσας προηγούμενη καταδίκη.
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου δήλωσε ότι συμφωνεί με τα γεγονότα, οι προηγούμενες καταδίκες έγιναν παραδεκτές και υιοθέτησε και τις δύο εκθέσεις που ετοιμάστηκαν από τις υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας (μία για νομική αρωγή - παλαιότερη - και μία για σκοπούς ποινής). Στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του για μετριασμό της ποινής, αναγνώρισε τη σοβαρότητα του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος εισηγήθηκε όμως ότι πρόκειται για περίπτωση στην οποία χωρεί ακόμα και διαταγή της αναστολής εκτέλεσης της όποιας ποινής φυλάκισης ήθελε επιβληθεί. Κάλεσε το Δικαστήριο να συνυπολογίσει ως μετριαστικούς παράγοντες, την παραδοχή του, το νεαρό της ηλικίας του κατά τον επίδικο χρόνο, τον χρόνο που διέρρευσε από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την επιβολή ποινής καθώς και τη γνήσια και ειλικρινή μεταμέλεια του. Αποδίδει τη διάπραξη του αδικήματος σε στιγμή ανωριμότητας και επιπολαιότητας αλλά και σε άγνοια του νόμου.
- Επικαλέστηκε επίσης για σκοπούς μετριασμού της ποινής και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Ως ανέφερε, πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό και δεν πρόκειται, ως σημείωσε και προφορικώς, για περίπτωση προσώπου που ενδιαφέρεται ή ενδίδει σε αυτής της φύσης συμπεριφορές. Ο Κατηγορούμενος, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την ηλικία της Παραπονουμένης. Τη γνώρισε σε έξοδο του σε νυχτερινό κέντρο στο οποίο ως το έθεσε ο συνήγορος, η «ενδεικνυόμενη ηλικία εισόδου ήτο άνω των 18 ετών». Πρόκειται επίσης για ανήλικη η οποία στο προφίλ της στη σελίδα κοινωνικής δικτύωσης «Facebook» καταγράφει ως ημερομηνία γεννήσεως τον [.] του
- Σχετικώς κατατέθηκε το Έγγραφο Β
- Ο κ. Λοΐζου, κάλεσε επίσης το Δικαστήριο να προσμετρήσει προς όφελος του Κατηγορουμένου την παραδοχή του και να συνεκτιμήσει ουσιωδώς τις προσωπικές του περιστάσεις.
- Ως καταγράφεται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας, ο Κατηγορούμενος γεννήθηκε τον [.] του
- Έχει τρείς αδελφές με τις οποίες έχει καλές σχέσεις. Ο πατέρας του εργαζόταν σε Δήμο ενώ παραλλήλως διατηρούσε κατάστημα ελαστικών αυτοκινήτων μέχρι το
- Εν συνεχεία διατηρούσε πλατφόρμες μεταφοράς οχημάτων. Η μητέρα του ήταν και είναι οικοκυρά. Είναι το δεύτερο παιδί της οικογένειας και ως ο ίδιος ανέφερε έτυχε αγάπης και στήριξης από τους γονείς του στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους κατά την παιδική του ηλικία παρά τη μεταγενέστερη παραβατική συμπεριφορά που επέδειξε. Διαγνώστηκε από την παιδική του ηλικία με δυσλεξία και Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητα (Δ.Ε.Π.Υ). Παρακολουθείτο από παιδοψυχίατρο ο οποίος του συνέστησε φαρμακευτική αγωγή. Μετά την ενηλικίωση του δεν ήταν σταθερός στην παρακολούθηση και στη συνεργασία του με τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας ούτε και λάμβανε τη φαρμακευτική αγωγή του παρά τις προτροπές των γονέων του. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να μην μπορεί να οριοθετεί τον θυμό του και να γίνεται επιθετικός κάποιες φορές, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε περαιτέρω παραβατική συμπεριφορά. Αποφυλακίστηκε το Μάιο του 2024 και εργάστηκε για κάποιο διάστημα στην επιχείρηση του πατέρα του ως οδηγός βαρέων οχημάτων και διέκοψε μετά από παρεξήγηση που είχε με τον πατέρα του. Μέχρι την 31/10/2024 τουλάχιστον ως καταγράφεται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας διέμενε στο [.] με τους γονείς του και συντηρείτο από αυτούς. Τώρα διατηρεί σχέση με κοπέλα, συζεί με αυτήν και προσπαθεί να εξεύρει εργασία.
- Ο συνήγορος του στην αγόρευση του καταγράφει ότι κατά τη περίοδο 2016 - 2017, ο Κατηγορούμενος βρέθηκε δύο φορές κρατούμενος στις Κεντρικές Φυλακές ενώ τον Ιούνιο του 2016 βρέθηκε να εκτίει ποινή φυλάκισης 5 μηνών. Αναφέρθηκε επίσης σε ατύχημα που είχε την 10/11/2023 που του προκάλεσε σοβαρές σωματικές βλάβες και ψυχική διαταραχή σε τέτοιο βαθμό που δεν του επέτρεπε να παρακολουθήσει οιαδήποτε δικαστική διαδικασία για κάποιο χρονικό διάστημα (βλ. Έγγραφο Β1 και Έγγραφο Β2). Ως επεσήμανε ο συνήγορος τούτο δεν υφίστανται σήμερα. Παρεμβάλλουμε εδώ ότι ως προκύπτει και από το φάκελο του Δικαστηρίου, ο Κατηγορούμενος εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 2/11/2024 απουσίασε στις 5/12/2023 και στις 6/2/
- Κατά την επόμενη εμφάνιση του στο Δικαστήριο στις 22/2/2024 διαφάνηκε ότι εξέλειψε το θέμα της δυνατότητας παρακολούθησης της διαδικασίας.
- Ο Κατηγορούμενος, μετά και την έκθεση γεγονότων, κρίνεται ένοχος στη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 6
(3)Ν. 91(Ι)/2014 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «
(3)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα είκοσι
(20)έτη.» 17. Συμφώνως του ερμηνευτικού του Νόμου, άρθρου 2, «παιδί» σημαίνει πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ
(18)ετών. Η «ηλικία συναίνεσης» καθορίζεται ως η ηλικία «.κάτω της οποίας, απαγορεύεται η τέλεση σεξουαλικών πράξεων με παιδί και η οποία ορίζεται ως η ηλικία των δεκαεπτά
(17)ετών».·
- Το άρθρο 12 του Νόμου αίρει τον άδικο χαρακτήρα συναινετικών σεξουαλικών πράξεων μεταξύ ανηλίκων άνω των 13 ετών που δεν έχουν όμως φτάσει στην ηλικία συναίνεσης υπό προϋποθέσεις όμως, όπως αίρει και πάλι υπό προϋποθέσεις τις «.συναινετικές σεξουαλικές μεταξύ παιδιού και ενήλικα των οποίων η μεταξύ των διαφορά ηλικίας δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή στα πλαίσια γάμου».
- Ό,τι προκύπτει από τα ενώπιον μας εκτεθέντα γεγονότα, είναι ότι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή για το αδίκημα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος είναι ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 20 έτη. Ο Κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ηλικίας 25 ετών και 10 μηνών ενώ η ανήλικη ηλικίας 15 ετών και 4 μηνών. Δεν είχε συνεπώς την υπό του Νόμου καθοριζόμενη ηλικία συναίνεσης ενώ σε κάθε περίπτωση η διαφορά ηλικίας μεταξύ των δύο υπερέβαινε τα τρία χρόνια. Η δε πράξη που περιεγράφηκε ότι τελέστηκε εμπίπτει στην έννοια της «σεξουαλικής πράξης».
- Με την ποινικοποίηση πράξεων αυτής της φύσης, ο Νομοθέτης με τον Ν.91(I)/2014, επιδιώκει να προστατεύσει έννομα αγαθά πολύπλευρα και πολυεπίπεδα. Επιδιώκει να διαφυλάξει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες. Αφενός, τη γενετήσια ελευθερία ως έκφανση της προσωπικής ελευθερίας αφετέρου, την προστασία του παιδιού και της ανηλικότητας. Αυστηρότερος είναι ο Νομοθέτης και όταν υπάρχει χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής, οπότε και η έκθεση σε τραύμα είναι μεγαλύτερη ή όταν το παιδί είναι νεαρότερο. Τούτα δεν ενυπάρχουν στην προκείμενη περίπτωση.
- Σεξουαλικής φύσης αδικήματα ήτοι αδικήματα που στρέφονται κατά της γενετήσιας ελευθερίας εναντίον οιουδήποτε προσώπου ενηλίκου ή ανηλίκου, τιμωρούνται από τα Δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές σε μια προσπάθεια καταστολής τους. Πρόκειται για εγκλήματα ιδιαίτερης σοβαρότητας τα οποία στρέφονται κατά των ηθών και προσβάλλουν ταυτόχρονως, την προσωπικότητα του θύματος (βλ. επίσης Δημοκρατία v Κυριάκου
(2008)2 ΑΑΔ 562, 568 και Rana κ.ά. v Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500). Η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε σεξουαλικής φύσεως αδικήματα γενικότερα τονίζεται σε αριθμό αποφάσεων (βλ. Δημοκρατία v Hunganu, Ποινική Έφεση 130/2020, 20/7/2021, Δ.Α. v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 57/2020, 6/10/2021 και Bakhit v Δημοκρατιας, Ποινική Έφεση 56/2022, 7/4/2023). Σε σεξουαλικής φύσεως αδικήματα εις βάρος ανηλίκων, η ανάγκη είναι ακόμα μεγαλύτερη. 22. Σ' ό,τι αφορά την συμμετοχή ανηλίκων σε γενετήσιες πράξεις σημειώνονται ειδικότερα και τα ακόλουθα: Κάθε ενήλικο πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να τελεί γενετήσιες πράξεις με πρόσωπα που συνειδητά επιλέγει νοουμένου ότι υπάρχει συναίνεση και από την άλλη πλευρά. Σε ό,τι αφορά όμως ανήλικο και τη δυνατότητα αυτού επιλογής τέλεσης γενετήσιων πράξεων, η Νομολογία, κατά την επεξήγηση του Νόμου σημειώνει ότι οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους. Έχουν μειωμένη δυνατότητα αντίληψης των δικαιωμάτων τους αλλά και των συνεπειών των πράξεων τους. Δεν έχουν κατ' επέκταση, την ωριμότητα να επιλέγουν τους ερωτικούς τους συντρόφους ή τα πρόσωπα με τα οποία θα αναπτύξουν σεξουαλικές δραστηριότητες (βλ. Σ.Λ. v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 155/2019, 25/2/2021 και Λευκαρίτης κ.ά. v Δημοκρατίας
(2016)2Β ΑΑΔ 1165, 1182). Εξ ου και χρήζουν προστασίας.
- Διάφοροι οι παράγοντες που λαμβάνει ο Νομοθέτης υπόψιν για τον καθορισμό της προβλεπόμενης ποινής. Στο δε άρθρο 19 του Νόμου, αναφέρονται περιστάσεις οι οποίες επιδρούν επιβαρυντικά σε κατηγορούμενο σε σχέση με τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 9 και 15 του Νόμου. Το Ανώτατο Δικαστήριο επίσης, με σειρά αποφάσεων, έθεσε τις παραμέτρους εντός των οποίων πρέπει να προσεγγίζονται αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Ό,τι παραμένει ως σταθερή παράμετρος είναι η ανάγκη προστασίας του θύματος και της ανηλικότητας, ως πολύτιμα αγαθά από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης. Η πρόκληση πλήγματος στην προσωπικότητα του θύματος, ενυπάρχει εγγενώς στη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Χριστοφόρου v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 59/2016, 23/3/2017).
- Στην Αστυνομία v Πατουρή, Ποινική Έφεση 51/2020, 3/12/2020, τονίστηκε ότι η επιβολή αποτρεπτικών ποινών προβλέπεται και στην Οδηγία 2011/92/ΕΕ (στην οποία ο νόμος μας βασίζεται) αφού στη σκέψη 12 της Οδηγίας, αναφέρεται πως «...για τις σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών θα πρέπει να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές». Οι ποινές θα πρέπει να επενεργήσουν τόσο προς αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρομοίων εγκλημάτων στο μέλλον αλλά και προς αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων (βλ. κατ' αναλογία, Πισκόπου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 342, 351). Ό,τι θα πρέπει να ενυπάρχει στο σκεπτικό του Δικαστηρίου κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι αυτό που επιβεβαιώνεται και στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, ARR v Αστυνομίας, Ποινική Εφεση 20/2022, 30/4/2024 (Εφ), ότι η υπάρχουσα έξαρση σε αυτής της μορφής αδικήματα, ανάγεται πλέον σε «κοινωνική μάστιγα» (βλ. επίσης Γ.Χ. v Δημοκρατίας
(2015)2B ΑΑΔ 586, 606 και Λευκαρίτης, ανωτέρω, σελ. 1182). 25. Τούτων λεχθέντων αυτό που παραμένει είναι ότι κάθε υπόθεση, κρίνεται με βάση τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και ανάλογη με αυτά είναι και η ποινή (βλ. Trussler v Δημοκρατίας
(2013)2 ΑΑΔ 38, 60, με αναφορά στη Γιάγκου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 67). 26. Αναδρομή στην Νομολογία προς θωράκιση της κρίσης μας και εξάλειψη τυχόν αισθήματος αδικίας αλλά και σε μια προσπάθεια κοινής προσέγγισης στην αντιμετώπιση των παραβατών, μας οδήγησε στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην DGS v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 148/23, 20/9/2024 (Εφ), στην οποία μας παρέπεμψε και ο συνήγορος του Κατηγορουμένου, αναφέροντας μας ότι αυτή ήταν καθοριστική στην απόφαση του εντολέα του για αλλαγή απάντησης. Στην υπόθεση αυτή η ανήλικη κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν ηλικίας 16 ετών και 5 μηνών και ο εφεσείων ηλικίας 20 ετών και 4 μηνών. Η μεταξύ τους διαφορά ηλικίας ήταν δηλαδή 3 χρόνια και 11 μήνες. Διαπράχθηκε το αδίκημα του άρθρου 6
(3)του Νόμου σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις. Η ανήλικη είχε αναληθώς συστηθεί στον Εφεσείοντα ως πρόσωπο 17 ετών ήτοι ως πρόσωπο που είχε συμπληρώσει την ηλικία δυνατότητας συναίνεσης. Επιβλήθηκαν στον Εφεσείοντα πρωτοδίκως συντρέχουσες ποινές άμεσης φυλάκισης με υψηλότερη αυτή των 3 ετών στην κατηγορία που αφορούσε παράνομη συνουσία δια κολπικής διείσδυσης. Το Εφετείο μείωσε τις ποινές και επέβαλε στην σοβαρότερη κατηγορία ποινή φυλάκισης 18 μηνών τις οποίες και ανέστειλε. Έγινε αναφορά στο λευκό ποινικό μητρώο του Εφεσείοντα, τη σοβαρή μορφή εξωδικαστηριακής τιμωρίας που θα είχε ένεκα της επιβολής ποινής φυλάκισης είτε αυτή ήταν άμεσή είτε με αναστολή αφού θα απολυόταν από την εργασία του, ότι απουσίαζε το στοιχείο της βίας ή εξαναγκασμού, το ότι ο Εφεσείων δεν γνώριζε ότι συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί κάτω από την ηλικία συναίνεσης καθότι η Παραπονούμενη του είχε αναφέρει ότι ήταν ηλικίας 17 ετών, τη μικρή μεταξύ τους ηλικιακή διαφορά και την ηλικία της ανήλικης η οποία ήταν κοντά στην ηλικία συναίνεσης. 27. Στην υπό κρίση περίπτωση εκλαμβάνονται ως επιβαρυντικοί παράγοντες τα ακόλουθα:
(1)Η διαφορά ηλικίας που ήταν περί τα 10 έτη και 6 μήνες δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ουσιωδώς μεγάλη και διαφοροποιεί την υπό κρίση από την πιο πάνω.
(2)Η ανήλικη ήταν ηλικίας 15 ετών και 4 μηνών και συνεπώς θα μπορούσε να δώσει την συγκατάθεση της μόνο μετά την πάροδο 1 έτους και 8 μηνών μετά που έλαβαν χώρα τα γεγονότα. Διαφοροποιείται συνεπώς και της ανωτέρω υπόθεσης και ως προς τούτο το στοιχείο.
(3)Αν και δεν υπήρξε αναφορά σε άσκηση βίας ή εξαναγκασμού αλλά αναφορά στο ότι η ανήλικη από «επιλογή» ενέδωσε σε σεξουαλική πράξη με τον Κατηγορούμενο, υπήρχε σε αυτή ανησυχία που οφειλόταν στο ότι ο Κατηγορούμενος προ της πράξεως είχε κάνει χρήση παράνομων ουσιών.
(4)Επίσης δεν μπορεί να παραβλεφθεί ότι η πράξη έλαβε χώρα στο σπίτι του Κατηγορουμένου. Στο δε δωμάτιο του, όπου και συνευρέθηκαν, υπήρχαν επιθετικά όπλα που δημιουργούσαν στην ανήλικη αίσθημα φόβου.
(5)Η Παραπονούμενη μετά το συμβάν παρουσίασε αρνητικά συναισθήματα αδιέξοδου, απελπισίας, έλλειψης εμπιστοσύνης, αλλά και απομόνωσης τα οποία αφορούσαν την περίοδο μετά το συμβάν. Επισημαίνεται βεβαίως και λαμβάνεται υπόψιν ότι δεν εντοπίστηκε συμπτωματολογία που να ικανοποιούσε κριτήρια οποιασδήποτε ψυχικής διαταραχής και ή λειτουργικότητας της. Κατά την αξιολόγηση δεν παρουσίαζε έκπτωση. 28. Ως μετριαστικούς παράγοντες λαμβάνουμε υπόψιν ότι:
(1)Την ανήλικη ο Κατηγορούμενος συνάντησε έξω από νυκτερινό κέντρο και ότι από τις αναρτήσεις της στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διαφαίνεται να επέλεγε να παρουσιάζεται ως μεγαλύτερη από την ηλικία της, γεγονός που άφησε την εντύπωση στον Κατηγορούμενο ότι πρόκειται για πρόσωπο μεγαλύτερο των 17 ετών.
(2)Η παραδοχή του αποτελεί σοβαρότατο μετριαστικό παράγοντα. Εκλαμβάνεται ως επίδειξη έμπρακτης μεταμέλειας ενώ επίσης η παραδοχή, ιδιαιτέρως σε υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων, δικαιολογεί έκπτωση στην ποινή αφού με αυτό τον τρόπο δεν υποχρεώνονται τα θύματα να βιώσουν ξανά τις τραυματικές εμπειρίες τους με τις όποιες συνέπειες μπορεί αυτή η νέα εμπειρία να έχει στη ψυχική τους υπόσταση (βλ. μεταξύ άλλων Σ.Κ. v Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(2010)2 ΑΑΔ 304, 315). 29. Λάβαμε επίσης υπόψιν μας ότι η ποινή επιβάλλεται πέραν των τεσσάρων ετών από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος. Έχει νομολογηθεί ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης αποτελεί λόγο για μετριασμό της ποινής που μπορεί ακόμα να οδηγήσει στο ανεπιθύμητο της επιβολή ποινής φυλάκισης εκτός εάν είναι απολύτως αναγκαίο (βλ. ΓΕ v Αρέστη
(1996)2 ΑΑΔ 267, 271 και ΓΕ v Νεοκλέους
(2001)2 ΑΑΔ 48, 54, και ΓΕ v Αβρααμίδη
(1993)2 ΑΑΔ 355, 361). 30. Όπου υπάρχει καθυστέρηση δεν πρέπει να παραβλέπεται και η υποκειμενική πτυχή, η οποία αφορά σε τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν επέλθει, στο μεταξύ, στις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορουμένου και πιθανόν να δικαιολογούν την επιβολή μιας πιο επιεικούς ποινής (βλ. Memic v Δημοκρατίας
(2014)2Α ΑΑΔ 276, 284 με αναφορά στις ΓΕ v Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 ΑΑΔ 617 και Βασιλείου v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 104). 31. Όπως έχει αναφερθεί επανειλημμένως στη νομολογία, αν για την καθυστέρηση ευθύνεται αποκλειστικά ο κατηγορούμενος ο τελευταίος δεν μπορεί να επικαλείται την καθυστέρηση ως παράγοντα για μετριασμό της ποινής (βλ. Τσιολής v Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 154, 157, με αναφορά στις ΓΕ v Βαρνάβα
(1999)2 ΑΑΔ 638 και Κουλλαπής v Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 273). Στην παρούσα υπόθεση για την καθυστέρηση στην εξέλιξη της υπόθεσης μερίδιο ευθύνης έχει και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Επίκληση συνεπώς του παράγοντα τούτου μπορεί να γίνει καθ' ην έκταση δεν προκλήθηκε η καθυστέρηση για λόγους που ο ίδιος προκάλεσε.
- Το αδίκημα αποκαλύφθηκε ουσιαστικά τέσσερις μήνες μετά τη διάπραξη του ήτοι στις 8/1/
- Το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε 4/8/
- Ανατρέχοντας στα πρακτικά διαφαίνεται ότι η πλευρά του Κατηγορουμένου αιτήθηκε αναβολής στις 28/9/2021 και 13/10/2021 για να υποβληθεί και να εξεταστεί αίτημα νομικής αρωγής και για να απαντήσει στις κατηγορίες. Αρνήθηκε ο Κατηγορούμενος τις κατηγορίες στις 2/11/
- Έκτοτε η υπόθεση οριζόταν για ακρόαση.
- Αναβλήθηκε από το Δικαστήριο σε τέσσερις περιπτώσεις ενώ μία φορά ζητήθηκε αναβολή από την Κατηγορούσα Αρχή. Δύο φορές υπεβλήθη αίτημα από κοινού για σκοπούς περιορισμού επιδίκων γεγονότων. Στις 8/6/2021 υπεβλήθη αίτημα από τον Κατηγορούμενο για αναβολή λόγω ασθένειας του συνηγόρου του ενώ αιτήματα υποβλήθηκαν και στις 5/12/2023 που σχετιζόταν με το προαναφερθέν ατύχημα που είχε. Στις 5/12/2023 και 6/2/2024 ο Κατηγορούμενος δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. Έγινε επίκληση για την απουσία του, των συνεπειών του ατυχήματος που είχε. Στις 29/2/2024 και πάλι αιτήθηκε αναβολής ενώ στις 17/6/2024 εξεδόθη ένταλμα σύλληψης εναντίον του αφού απέτυχε να εμφανιστεί για την ακρόαση της υπόθεσης. Επαναορίστηκε στις 9/7/24 οπόταν και ο Κατηγορούμενος δεν είχε εμφανιστεί την ώρα που είχε οριστεί η υπόθεσή παρά μόνο μετά από εκτέλεση του Εντάλματος Σύλληψης που είχε προηγουμένως εκδοθεί εναντίον του. Ορίστηκε στις 10/10/2024 οπόταν και επήλθε αλλαγή στην απάντηση του.
- Δεν παραβλέπουμε ότι είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι είχε τραυματιστεί σε ατύχημα και ότι όντως είχε τραυματιστεί με αποτέλεσμα οι νοητικές του λειτουργίες για κάποιο χρονικό διάστημα να είχαν επηρεαστεί.
- Εν προκειμένω, υπήρξε καθυστέρηση η οποία οφειλόταν σε κάποιο βαθμό και στον Κατηγορούμενο. Δεν μπορούμε να καταλογίσουμε στον ίδιο όμως την καθυστέρηση που προέκυψε λόγω του τραυματισμού του. Τούτων λεχθέντων δεν έχει υποδειχθεί οποιαδήποτε μεταβολή στις προσωπικές του περιστάσεις πέραν της σύναψης δεσμού.
- Οι προσωπικές του περιστάσεις βεβαίως και ιδιαιτέρως το ότι παρουσιάζεται ο Κατηγορούμενος να επιδιώκει στροφή στη ζωή του αφού πλέον συζεί με τη σύντροφο του και προσπαθεί να εξεύρει εργασία, έχουν συνεκτιμηθεί. Δεν παραγνωρίζονται επίσης οι δυσκολίες που αντικειμενικώς μπορεί να θεωρηθεί ότι αντιμετωπίζει ένεκα της πάθησης του.
- Όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω λαμβάνονται υπόψιν στο βαθμό και την έκταση που είναι επιτρεπτό για αυτής της φύσης αδικήματα. Ως έχει αναδείξει η Νομολογία η μεγάλη κοινωνική απαξία των αδικημάτων αυτών, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του δράστη δευτερεύουσας σημασίας (βλ. Γ.Α., ανωτέρω).
- Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, καταλήγουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της στερητικής της ελευθερίας. Οι μετριαστικοί παράγοντες και οι προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου μπορούν να μειώσουν ουσιωδώς το εύρος της ποινής όχι όμως και το είδος της. Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθηκαν στην Krashas a.o. v Cyprus, Αρ. Υπόθεσης 52551/18, 20/6/2023, § 21 (βλ. επίσης εγκύκλιο Ανωτάτου Δικαστηρίου, 29/11/2023), λόγω της καθυστέρησης που έχει προκληθεί η ποινή φυλάκισης που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο θα είναι μειωμένη κατά 6 μήνες από αυτή που θα επιβαλλόταν αν του επιβαλλόταν ποινή δυνάμει παραδοχής σε πιο σύντομο χρόνο.
- Επιβάλλεται συνεπώς στον Κατηγορούμενο στη Κατηγορία 1 ποινή φυλάκισης 2 ετών και 6 μηνών.
- Δεδομένου του είδους και του ύψους της επιβληθείσας ποινής και της εισήγησης του συνηγόρου του Κατηγορουμένου, προχωρούμε να εξετάσουμε κατά πόσο συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις του Περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν.95/72 («Ν.95/72»), όπως τροποποιήθηκε, ως τούτες έχουν ερμηνευτεί από τη Νομολογία για αναστολή εκτέλεσης της ποινής ως και η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου. Επί τούτου σημειώνονται τα ακόλουθα.
- Η αναστολή της ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3
(2)του Ν. 95/72). Η Νομολογία έχει καταδείξει ότι τυχόν αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης δεν επιβάλλεται από δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. ΓΕ v Περατικού
(1997)2 ΑΑΔ 373, 378). 42. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 699, 702 και Κωνσταντίνου v Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 583, 584). Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι σχετίζονται με την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παπαπαντελή v Δημοκρατίας
(2016)2Β ΑΑΔ 988, 996). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι, η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, το μητρώο του κατηγορούμενου (βλ. ΓΕ v Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 161, 166) και η αναγκαιότητα αποτροπής, η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας (βλ. Demetriou v R
(1976)2 JSC 386, 388 - 389 και ΓΕ v Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303, 309 - 310).
- Στην υπό κρίση υπόθεση δεν θεωρούμε ότι συντρέχουν τέτοιες ιδιαίτερες περιστάσεις και συνθήκες ώστε να διαταχθεί η αναστολή εκτέλεσης της ποινής που έχει επιβληθεί. Καταπιανόμαστε με ένα σοβαρό στη φύση του αδίκημα στο οποίο ενυπάρχει η αναγκαιότητα αποτροπής. Η διαφορά ηλικίας του θύματος με τον Κατηγορούμενο ήταν πέραν των 10 ετών γεγονός που το καθιστά σοβαρότερο από αυτό της υπόθεσης στην οποία παραπεμφθήκαμε. Εντοπίζουμε βεβαίως ότι και εκεί το θύμα είχε αποκρύψει την ηλικία του ωστόσο ήταν πολύ πιο κοντά στην ηλικία συναίνεσης. Ας σημειωθεί και τούτο, ο Νόμος στην ουσία επιφορτίζει έκαστο με την ευθύνη όπως βεβαιώνεται για την ηλικία του σεξουαλικού του συντρόφου προτού συνευρεθεί ή τελέσει γενετήσιες πράξεις με αυτόν.
- Επίσης πέραν των συνεπειών που επέρχονται στη ζωή οιουδήποτε προσώπου στο οποίο επιβάλλεται στερητική της ελευθερίας ποινή, δεν εντοπίζουμε οιαδήποτε ιδιαίτερη περίσταση στη προκειμένη. Επιπλέον ο Κατηγορούμενος μικρότερη αξίωση μπορεί να έχει εφόσον πρόκειται για πρόσωπο με προηγούμενες καταδίκες χωρίς να μας διαφεύγει ότι αφορούν σε διαφορετικής φύσης αδικήματα.
- Για τους λόγους αυτούς είναι που καταλήγουμε ότι δεν συντρέχουν τέτοιες περιστάσεις ώστε να χωρεί διαταγή για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.
- Σύμφωνα με το άρθρο 117
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, η ποινή φυλάκισης μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο Κατηγορούμενος βρίσκεται σε προφυλάκιση ήτοι από την 1/11/
- Περαιτέρω κρίνεται επιβεβλημένο, υπό τις ως άνω περιστάσεις, όπως εκδοθεί διάταγμα παραπομπής στην Αρχή Εποπτείας, που εγκαθιδρύθηκε δυνάμει του άρθρου 47 του Νόμου 91(Ι)/2014, καθ' όλη τη διάρκεια της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές και για χρονικό διάστημα 2 ετών, μετά την αποφυλάκιση του.
- Επισημαίνονται στον Κατηγορούμενο οι υποχρεώσεις του δυνάμει του άρθρου 22
(3)
(4)του Νόμου 91(Ι)/2014, για κοινοποίηση των στοιχείων του στην Αστυνομία.
- Τα τεκμήρια της υπόθεσης να διατεθούν ως οι αστυνομικές διατάξεις.
- Έξοδα της Δημοκρατίας €15.00 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ν. Οικονόμου, Ε.Δ (Υπ.). Α. Λουκά, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο