← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A.A. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18104/22, 27/5/2024

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A.A. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18104/22, 27/5/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, A.Ε.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 18104/22 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.

  1. A.A.
  2. A.A.
  3. A.A. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 27/5/2024 Για τη Δημοκρατία: κα Λ. Σίγαρ με κα Μ. Μασούρα (για να ακούσει την απόφαση η κα Α. Τιμοθέου). Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Η. Στεφάνου με κ. Ε. Ζαχαράκη (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Κ. Καπαρδής). Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Γ. Πολυχρόνης με κα Ε. Κωνσταντίνου. Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Χ. Σιαηλής. Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό) Οι κατηγορούμενοι στην παρούσα αντιμετωπίζουν, ξεχωριστά ο καθένας, κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση διατάξεων του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/
  4. Αυτό που τους αποδίδεται, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, είναι ότι, στη Λεμεσό, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Νοεμβρίου του έτους 2019 και Φεβρουαρίου του έτους 2020: § Ο κατηγορούμενος 1, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί, το οποίο δεν είχε φτάσει στην ηλικία της συναίνεσης, ήτοι την Α.Α., γεννηθείσα στις 05/10/2005 και συγκεκριμένα, με τη χρήση βίας και εξαναγκασμού: (α) ήλθε σε παράνομη συνουσία με την Α.Α., δια κολπικής διείσδυσης (κατηγορία 1) και (β) έβαλε τα δάκτυλα του στο γεννητικό όργανο της Α.Α. (κατηγορία 2). § Ο κατηγορούμενος 2, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί, το οποίο δεν είχε φτάσει στην ηλικία της συναίνεσης, ήτοι την Α.Α., γεννηθείσα στις 05/10/2005 και συγκεκριμένα, με τη χρήση βίας και εξαναγκασμού ήλθε σε παράνομη συνουσία με την Α.Α., δια κολπικής διείσδυσης (κατηγορία 5). § Ο κατηγορούμενος 3, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί, το οποίο δεν είχε φτάσει στην ηλικία της συναίνεσης, ήτοι την Α.Α., γεννηθείσα στις 05/10/2005 και συγκεκριμένα, με τη χρήση βίας, περιόρισε την Α.Α., ώστε ο κατηγορούμενος 1 να εισχωρήσει τα δάκτυλα του στον κόλπο της (κατηγορία 8). ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 11 μάρτυρες ενώ δηλώθηκαν και κάποια παραδεκτά γεγονότα. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 28/02/2024, έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων στις κατηγορίες που έκαστος αντιμετωπίζει και αφού τους επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, όλοι τους επέλεξαν να τηρήσουν το δικαίωμα της σιωπής. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος 2 κάλεσε 2 μάρτυρες ενώ οι κατηγορούμενοι 1 και 3 δεν κάλεσαν μάρτυρες. Συνοψίζουμε τη δοθείσα μαρτυρία. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης, Αρχιαστυφύλακας 2298 Σάββας Αδάμου, του Κλάδου Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Κατά τη μαρτυρία του αναφέρθηκε στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης και αντεξεταζόμενος απάντησε σε σχετικές ερωτήσεις. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η παραπονούμενη (Α.Α.), η οποία αναφέρθηκε στο χρονικό της υπόθεσης, από τη γνωριμία της με τους κατηγορουμένους μέχρι το επίδικο περιστατικό, κατά το οποίο, σύμφωνα με αυτήν, υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από τους κατηγορούμενους αλλά και μεταγενέστερα μέχρι την καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η μητέρα της παραπονουμένης, η οποία αναφέρθηκε στις σχέσεις που είχε με την κόρη της, στο ιστορικό της τελευταίας και στα όσα γνώριζε σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Αρχιαστυφύλακας 4096 Παναγιώτης Παναγιώτου, του Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Η μαρτυρία αυτού αφορούσε ανακριτικές ενέργειες στις οποίες έλαβε μέρος στις 17/02/2021 και είχαν να κάνουν με τη σύλληψη του κατηγορουμένου 1, την έρευνα της οικίας και του αυτοκινήτου αυτού, την παραλαβή του κινητού του τηλεφώνου και μιας κάρτας sim και τη μεταφορά του εν λόγω αυτοκινήτου και του κατηγορουμένου 1 στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η Δρ. Κατερίνα Παυλά, Παιδοψυχίατρος στο Τμήμα Ενδονοσοκομειακής Νοσηλείας Εφήβων (Τ.Ε.Ν.Ε.) του Μακάρειου Νοσοκομείου. Κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στο ιστορικό της εισαγωγής και νοσηλείας της παραπονουμένης στο Τ.Ε.Ν.Ε. καθώς και στα όσα της ανέφερε η παραπονούμενη για τη σεξουαλική κακοποίηση της από τον πατέρα της αλλά και για το επίδικο περιστατικό και την επιστολή που η Μ.Κ.5 έκανε σε σχέση με αυτά την 01/12/2020, βάση της οποίας άρχισε η διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία. Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε η Μαρία Χατζηχαρή, Λειτουργός των Κοινωνικών Υπηρεσιών στη Μονάδα για την Οικογένεια και το Παιδί, η οποία εργάζεται ως υπεύθυνη για τα παιδιά υπό φροντίδα της Διευθύντριας, τα οποία διαμένουν σε Κρατικές Στέγες. Η Μ.Κ.6 αναφέρθηκε στο ιστορικό της παραπονουμένης με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας καθώς και στις αναφορές που έγιναν για αυτήν στο Σπίτι του Παιδιού. Ως Μ.Κ.7 κατέθεσε η Αρχιαστυφύλακας 4484 Μαρία Κουντούρη, η οποία υπηρετεί στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων, του Αρχηγείου Αστυνομίας. Κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στην οπτικογραφημένη κατάθεση που έλαβε από την παραπονούμενη στις 09/02/2021 και στις ενέργειες που έκανε στη συνέχεια, οι οποίες οδήγησαν στον εντοπισμό του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 κατά το επίδικο περιστατικό και κατ' επέκταση στον εντοπισμό του κατηγορουμένου
  5. Ως Μ.Κ.8 κατέθεσε η Ηλιάνα Νικολάου, Κοινωνική Λειτουργός, η οποία εργάζεται στον Οργανισμό Hope for Children και συγκεκριμένα στο πρόγραμμα του Οργανισμού Σπίτι του Παιδιού, στη Λεμεσό. Η Μ.Κ.8 αναφέρθηκε στο πως γνώρισε την παραπονούμενη, στα όσα έπραξε στο πλαίσιο των καθηκόντων της και στα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της σε σχέση με αυτήν και την παρούσα υπόθεση. Ως Μ.Κ.9 κατάθεσε η Αρχιαστυφύλακας 4875 Χρυστάλλα Ιωάννου, του Κλάδου Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, οι οποίες αφορούσαν τη φωτογράφηση του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 κατά το επίδικο περιστατικό, τη σύλληψη και την προφορική ανάκριση του κατηγορουμένου 3 καθώς και την ιατροδικαστική εξέταση της παραπονουμένης. Ως Μ.Κ.10 κατάθεσε ο Λοχ. 1798 Δημήτρης Χρίστου, του Κλάδου Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Κατά τη μαρτυρία του αναφέρθηκε στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες έλαβε μέρος στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, που αφορούσαν τις προφορικές ανακρίσεις των κατηγορουμένων 1 και 2, την ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου 3 και τη λήψη συγκατάθεσης από τον τελευταίο για αναγνώριση. Ως Μ.Κ.11, κατέθεσε η Νατάσα Παπαμάρκου, Κλινική Ψυχολόγος στον Οργανισμό Hope for Children και συγκεκριμένα στο Σπίτι του Παιδιού. Η Μ.Κ.11 αναφέρθηκε στην ψυχολογική αξιολόγηση που έκανε στην παραπονούμενη, μετά από ψυχοδιαγνωστικές συναντήσεις που είχε μαζί της (στις 17/03/2021, 24/03/2021, 31/03/2021 και 14/04/2021), κατέθεσε και επεξήγησε την έκθεση που ετοίμασε και απάντησε σε διάφορες ερωτήσεις στο πλαίσιο της ειδικότητας της. Ως M.Y.1 κατέθεσε ο Αντώνης Γερολέμου, ο οποίος αναφέρθηκε στη γνωριμία και στις επικοινωνίες που είχε με την παραπονούμενη μέσω Instagram. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Παναγιώτης Ανδρέου, ο οποίος αναφέρθηκε στη συνάντηση που είχε, όντας με τον κατηγορούμενο 2, με την παραπονούμενη και μια φίλη αυτής και στο τι έγινε τότε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μας και είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την όλη παρουσία και τις αντιδράσεις τους. Σημαντικό στοιχείο για την κρίση της αξιοπιστίας είναι η εντύπωση που αφήνει ο μάρτυρας στο Δικαστήριο (βλ. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), όμως δεν είναι το μόνο κριτήριο (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371, η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και το περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιοριστήκαμε στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα χωριστά αλλά την αντιπαραβάλαμε και την εξετάσαμε σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας και με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Αφού εξετάσαμε τη μαρτυρία στο σύνολό της και διαβουλευθήκαμε, καταλήξαμε σε συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία, τα οποία θα παραθέσουμε πιο κάτω, όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μας αλλά με βάση τη σειρά η οποία, κατά την κρίση μας, αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασής μας (βλ. Charitonos a.o. ν. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Αρχίζοντας από τον Μ.Κ.1 κρίνουμε ορθό όπως, ενόψει της σημασίας της μαρτυρίας του ως εξεταστή της υπόθεσης, αναφερθούμε αρχικά στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Συγκεκριμένα: § Στις 17/02/2021 στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού, μετά τη σύλληψη του (κατά την οποία ο Μ.Κ.1 δεν ήταν παρών) ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο 1 και για το περιεχόμενο της εν λόγω ανάκρισης, ο Μ.Κ.1 έκανε καταχώρηση σε Ημερολόγιο Ενεργείας. Πρόκειται για το Τεκμήριο 6, το οποίο να λεχθεί ότι κατατέθηκε με την επιφύλαξη από όλους τους συνηγόρους Υπεράσπισης ότι θα τεθεί στο πλαίσιο της αντεξέτασης του Μ.Κ.1 θέμα ως προς τη νομιμότητα της προφορικής ανάκρισης. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 1, η ώρα 08:45, αφού ενεργοποίησε το κινητό του τηλέφωνο, ανέφερε στον Μ.Κ.1 τους αριθμούς κλήσης των τηλεφώνων των άλλων δύο ατόμων που ήταν μαζί του κατά το επίδικο περιστατικό και αφού απενεργοποίησε το κινητό, το παρέδωσε στον Μ.Κ.
  1. § Ακολούθως την ίδια μέρα, η ώρα 15:52, ο Μ.Κ.1 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2, στην οικία όπου διέμενε, δυνάμει εντάλματος και στην παρουσία του πατέρα του,. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης του και του επίστησε την προσοχή στο Νόμο, εκείνος απάντησε «Εν ψέματα, έθελε τζαι η ίδια». Κατά τη διάρκεια σωματικής έρευνας του, ο κατηγορούμενος 2 παρέδωσε στον Μ.Κ.1 ένα κινητό τηλέφωνο. Στη συνέχεια, μετά από την έρευνα που διεξήχθη στην εν λόγω οικία, ο Μ.Κ.1 ανέκρινε εκεί προφορικά τον κατηγορούμενο 2, στην παρουσία του πατέρα αυτού και του Μ.Κ.
  2. Κατέθεσε δε ως Τεκμήριο 10 «Βεβαίωση Πληροφόρησης και Παραλαβής Έγγραφων Δικαιωμάτων» που αφορά τον κατηγορούμενο
  3. Σε σχέση με το περιεχόμενο της εν λόγω προφορικής ανάκρισης, ο Μ.Κ.1 έκανε καταχώρηση σε Ημερολόγιο Ενεργείας, το οποίο και μονόγραψε (Τεκμήριο 11 - κατατέθηκε με την ίδια πιο πάνω επιφύλαξη από πλευράς Υπεράσπισης). § Ακολούθως ο Μ.Κ.1 παρέλαβε από τη Μ.Κ.9, ένα σφραγισμένο φάκελο που περιείχε το κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου
  4. § Την επόμενη μέρα, 18/02/2021, ο Μ.Κ.1 παρέδωσε τα κινητά που παραλήφθηκαν από τους κατηγορουμένους 1, 2 και 3, στον Αστ.3200 Σ. Φωκά, του Δ.Ε.Η.Δ, για να τύχουν περαιτέρω εξετάσεων. § Στη συνέχεια και μεταξύ των ωρών 14:40-17:00, στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού, ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 2, στην παρουσία του πατέρα αυτού (Τεκμήριο 12). Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 έλαβε γραπτή συγκατάθεση από τον κατηγορούμενο 2, για μη διεξαγωγή αναγνωριστικής παράταξης, στην παρουσία του πατέρα του. § Στις 19/02/2021 και μεταξύ των ωρών 11:34-13:00, στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού, ο Μ.Κ.1 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 (Τεκμήριο 7), στην παρουσία του δικηγόρου του. Ακολούθως έλαβε γραπτή συγκατάθεση από τον κατηγορούμενο 1, για μη διεξαγωγή αναγνωριστικής παράταξης, στην παρουσία του δικηγόρου του. Στην κυρίως εξέταση του ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν έγινε διαδικασία αναγνώρισης των κατηγορουμένων από την παραπονούμενη, παρόλο που οι κατηγορούμενοι έδωσαν συγκατάθεση να μην γίνει αναγνωριστική παράταξη και ότι εάν ήθελε η παραπονούμενη μπορούσε να τους δει από ειδικό δωμάτιο όπου υπήρχε μονοδρομικός υαλοπίνακας. Ωστόσο όταν ρωτήθηκε η παραπονούμενη εάν επιθυμεί να προβεί σε αυτή τη διαδικασία, αρνήθηκε να το πράξει. Όπως τους ανέφερε η λειτουργός από το Σπίτι του Παιδιού, όταν τη ρώτησε για τη διαδικασία αυτή η παραπονούμενη πανικοβλήθηκε και αρνήθηκε να το πράξει. Ως προς τούτο κατέθεσε ως Τεκμήριο 15 σχετικό Ημερολόγιο Ενεργείας. Δηλώθηκε δε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 έτυχε ειδικής εκπαίδευσης στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων και θεωρείται ως προς τούτο ειδικός στο θέμα λήψης οπτικογραφημένων καταθέσεων και οτιδήποτε προτίθεται να καταθέσει είναι στα πλαίσια της ειδίκευσης του αυτής καθώς και ότι έχουν τηρηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 10 του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου 95(Ι)/2001 σε σχέση με τη λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την παραπονούμενη, η οποία λήφθηκε στις 09/02/2021 μεταξύ των ωρών 18:14 με 19:14 στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Δύο ψηφιακοί δίσκοι στους οποίους περιέχεται η εν λόγω κατάθεση κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 5Α-Β και το απομαγνητοφωνημένο κείμενο αυτής ως Τεκμήριο
  5. Η οπτικογραφημένη δε κατάθεση προβλήθηκε στο Δικαστήριο. Εδώ να λεχθεί ότι οι ως άνω ενέργειες του Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκε ότι έλαβαν χώραν. Αμφισβητήθηκε όμως, ως προς την προφορική ανάκριση του κατηγορουμένου 1 (περιέχεται στο Τεκμήριο 6), το κατά πόσο αυτός ζήτησε δικηγόρο πριν του ληφθεί και ο Μ.Κ.1 αντεξετάσθηκε σχετικά τόσο από τον συνήγορο του κατηγορουμένου 1 όσο και από τον συνήγορο του κατηγορουμένου
  6. Ως προς τούτο, ήταν η θέση του συνηγόρου του κατηγορουμένου 1, στις τελικές του αγορεύσεις, ότι παραβιάσθηκε το δικαίωμα του πελάτη του να έχει δικηγόρο κατά την εν λόγω ανάκριση του. Ως όμως θα εξηγηθεί στη συνέχεια, ο κ. Στεφάνου δεν εγείρει οποιοδήποτε θέμα επηρεασμού του ίδιου του πελάτη του (αποδέχεται τα όσα είπε στην προφορική του ανάκριση πλην αυτά που είπε για τον κατηγορούμενο 3 και δη ότι είχε και αυτός σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη) αλλά, ως ρητά διευκρίνισε, είναι για «σκοπούς δικαιότητας της διαδικασίας αλλά και της αλήθειας σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 3». Ενόψει τούτου και των όσων σχετικών θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, που αφορούν άλλο νομικό λόγο αποκλεισμού του συγκεκριμένου μέρους της προφορικής ανάκρισης του κατηγορούμενου 1, κρίνουμε ότι δεν είναι αναγκαίο και έτσι δεν θα εξετάσουμε την προαναφερόμενη θέση του κ. Στεφάνου και κατ' επέκταση δεν κρίνεται αναγκαία ούτε η αξιολόγηση αυτού του μέρους της μαρτυρίας του Μ.Κ.
  7. Περαιτέρω, τέθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 το θέμα της άρνησης του κατηγορουμένου 2, κατά τη γραπτή ανακριτική του κατάθεση, να συγκατατεθεί στο να ληφθούν οι επικοινωνίες που είχε με την παραπονούμενη, σε συνδυασμό με το ότι αυτή η κατάθεση λήφθηκε στην απουσία του δικηγόρου του κατηγορουμένου 2 και την απουσία, σύμφωνα με την Υπεράσπιση του κατηγορουμένου 2, ρητής καταγραφής της παραίτησης του τελευταίου από το δικαίωμα του αυτό. Εξέταση του θέματος αυτού αλλά και του θέματος που αφορούσε τη μη λήψη μαρτυρίας σχετικής με μηνύματα που αντάλλαξαν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 με την παραπονούμενη μετά το επίδικο περιστατικό, για το οποίο ο Μ.Κ.1 επίσης αντεξετάσθηκε, θα γίνει ειδικά κατωτέρω, κατά τη συνολική εξέταση του θέματος. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.1 αντεξετάσθηκε επί του κατά πόσο έγιναν κάποιες ενέργειες στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης όπως κατά πόσο λήφθηκε κατάθεση από τη Μ.Γ. και από τη φίλη της παραπονουμένης Ντιάνα, κατά πόσο διερευνήθηκε αν όντως υπήρχε σεξουαλική κακοποίηση της παραπονουμένης από άτομο Ιρανικής καταγωγής και κατά πόσο εφαρμόσθηκαν, όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, οι πρόνοιες του περί Παιδιών σε Σύγκρουση με το Νόμο Νόμου 55(Ι)/
  8. Αναφορά σε σχέση με τα όσα είπε για τα θέματα αυτά ο Μ.Κ.1 θα γίνει κατωτέρω, όταν θα εξετάσουμε τη σχετική θέση της Υπεράσπισης περί παραλείψεων της Αστυνομίας κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Το μέρος λοιπόν της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 που σχολιάσθηκε πιο πάνω γίνεται δεκτό. Για τα άλλα μέρη της μαρτυρίας του, ως προαναφέρθηκε, θα γίνει αξιολόγηση κατωτέρω. Ο Μ.Κ.4 μας άφησε θετική εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του αναφέρθηκε στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες έλαβε μέρος σε σχέση με τον κατηγορούμενο
  9. Απαντούσε με ευθύτητα και σταθερότητα στις ερωτήσεις και πάντα σύμφωνα με τη μνήμη του και γενικά μας άφησε την εντύπωση ενός ειλικρινούς μάρτυρα. Σε σχέση με τη σύλληψη, ανέφερε ότι αφού εξήγησε τους λόγους αυτής και του επίστησε την προσοχή στο Νόμο, ο κατηγορούμενος 1 απάντησε «Εν ήταν βιασμός, τσιέ ούτε τη τραβήσαμε βίντεο». Μετά τη σύλληψη ο Μ.Κ.4 έδωσε στον κατηγορούμενο 1 το έντυπο Δικαιωμάτων Συλληφθέντων (Τεκμήριο 16), σύμφωνα με το οποίο του παραδόθηκε ένα έγγραφο αποτελούμενο από 19 σελίδες. Ο κατηγορούμενος 1 ήταν δε συνέχεια συνεργάσιμος και κατά την έρευνα, μετά που του ζητήθηκε παρέδωσε το κινητό του τηλέφωνο, την κάρτα sim και τον κωδικό αυτής. Δεν θυμόταν δε ο Μ.Κ.4 αλλά δεν απέκλεισε εφόσον συνήθως το ζητούν, να ζήτησε από τον κατηγορούμενο 1 και τον κωδικό εισόδου στο κινητό τηλέφωνο. Εδώ να λεχθεί ότι στο πλαίσιο αντεξέτασης και του Μ.Κ.4, τέθηκαν ερωτήσεις αναφορικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1, πριν την προφορική του ανάκριση, ζήτησε δικηγόρο. Για τους ίδιους λόγους που εξηγήσαμε για τον Μ.Κ.1 κρίνουμε ότι δεν είναι αναγκαία η αξιολόγηση αυτού του μέρους της μαρτυρίας του Μ.Κ.
  10. Συνεπώς το ως άνω μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.4 γίνεται δεκτό. Ο Μ.Κ.10 επίσης μας άφησε θετική εντύπωση. Απάντησε με αμεσότητα και ειλικρίνεια στις ερωτήσεις που του έγιναν σε σχέση με τις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες συμμετείχε, δεν προέκυψε δε να έδρασε με οποιαδήποτε προκατάληψη ή αλλότρια κίνητρα και οι θέσεις του ήταν σταθερές, λογικές και πειστικές και δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Οι ανακριτικές ενέργειες στις οποίες έλαβε μέρος ο Μ.Κ.10, στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης ήταν οι ακόλουθες:
  11. Η προφορική ανάκριση του κατηγορουμένου 1, η οποία έγινε από τον Μ.Κ.1 μαζί με τον Μ.Κ.10, στις 17/02/2021 και μεταξύ των ωρών 08:35-08:55, στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Έγινε σχετική καταχώρηση σε Ημερολόγιο Ενεργείας (Τεκμήριο 6) από τον Μ.Κ.1 στην παρουσία του Μ.Κ.
  12. Η προφορική ανάκριση του κατηγορουμένου 2, η οποία έγινε στην παρουσία του πατέρα αυτού, από τον Μ.Κ.1 μαζί με τον Μ.Κ.10, στις 17/02/2021 και μεταξύ των ωρών 16:20-16:40, στην οικία όπου διέμενε ο κατηγορούμενος
  13. Έγινε σχετική καταχώρηση σε Ημερολόγιο Ενεργείας (Τεκμήριο 11) από Μ.Κ.1 στην παρουσία Μ.Κ.
  14. Η ανακριτική κατάθεση που έλαβε, στις 18/02/2021, από τον κατηγορούμενο 3, στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού, στην παρουσία του πατέρα και του δικηγόρου του κατηγορουμένου 3 (Τεκμήριο 38).
  15. Η συγκατάθεση που έλαβε από τον κατηγορούμενο 3 για αναγνώριση. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι, όταν πήγαινε να συλλάβει και να ανακρίνει προφορικά τους ύποπτους είχε υπόψη του την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονουμένης. Σε σχέση με τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη στην εν λόγω κατάθεση αναφορικά με το πως έλαβε χώραν ο κατ' ισχυρισμόν βιασμός της, ο Μ.Κ.10 δέχθηκε ότι δεν είναι ξεκάθαρο κατά πόσο βρίσκονταν ταυτόχρονα όλοι οι κατηγορούμενοι και η παραπονούμενη στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου. Σε ακόλουθη ερώτηση κατά πόσο υπήρχε για το θέμα αυτό αμφιβολία μετά και τη λήψη των θέσεων των κατηγορουμένων, την οποία έπρεπε να διευκρινίσουν με λήψη δεύτερης κατάθεσης από την παραπονούμενη, απάντησε αρνητικά λέγοντας ότι οι κατηγορούμενοι ανακρίθηκαν, ανέφεραν τους δικούς τους ισχυρισμούς και δεν κρίθηκε αναγκαίο να ληφθεί άλλη κατάθεση από την παραπονούμενη. Όσον αφορά την προφορική ανάκριση του κατηγορουμένου 1 είπε ότι ο ίδιος είδε αυτόν εκείνη την ημέρα στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού και όχι προηγουμένως. Ο κατηγορούμενος 1 ήταν συνεργάσιμος τόσο πριν αλλά και κατά την ανάκριση και προθυμοποιήθηκε να δώσει το «PIN» του για να ανοίξουν το κινητό του ώστε να εντοπιστούν τα τηλέφωνα των άλλων προσώπων. Αντεξετάσθηκε και ο Μ.Κ.10 αναφορικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1, κατά την προφορική του ανάκριση, ζήτησε δικηγόρο. Για τους ίδιους όμως λόγους που εξηγήσαμε για τον Μ.Κ.1 κρίνουμε ότι δεν είναι αναγκαία η αξιολόγηση αυτού του μέρους της μαρτυρίας του Μ.Κ.
  16. Η μαρτυρία λοιπόν του Μ.Κ.10, γίνεται δεκτή με την ως άνω διευκρίνιση. Η Μ.Κ.9 μας άφησε θετική εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε και απάντησε σε ερωτήσεις αναφορικά με τις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Ήταν σταθερή στις θέσεις της, οι οποίες ήταν και λογικές και παρέμειναν ακλόνητες κατά την αντεξέταση της. Η Μ.Κ.9 προέβη στις 17/02/2021, κατόπιν συγκατάθεσης του πατέρα του κατηγορουμένου 1 και εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη, σε λήψη φωτογραφιών του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος 1 κατά το επίδικο περιστατικό (Τεκμήριο 31). Περαιτέρω, αργότερα την ίδια ημέρα και ώρα 16:25 συνέλαβε στην οικία του, δυνάμει εντάλματος, τον κατηγορούμενο 3, στην παρουσία της μητέρας του. Αφού η Μ.Κ.9 του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης και του επίστησε την προσοχή στο Νόμο ο κατηγορούμενος 3 απάντησε «Εν ψέματα ούλλα». Κατά τη σύλληψη του η Μ.Κ.9 παρέδωσε στον κατηγορούμενο 3 γραπτώς τα δικαιώματα του και ο τελευταίος υπέγραψε τη σχετική «Βεβαίωση Πληροφόρησης και Παραλαβής Έγγραφων Δικαιωμάτων» (Τεκμήριο 34). Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 3 παρέδωσε στη Μ.Κ.9 το κινητό του τηλέφωνο. Ακολούθως μετέβηκαν στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού όπου μεταξύ των ωρών 16:45-17:05 η Μ.Κ.9 ανέκρινε προφορικά τον κατηγορούμενο 3, στην παρουσία της μητέρας του. Κατέγραψε δε το περιεχόμενο της ανάκρισης σε Ημερολόγιο Ενεργείας (Τεκμήριο 35). Στις 19/02/2021, η Μ.Κ.9 ήταν παρούσα κατά την ιατροδικαστική εξέταση που έγινε στην παραπονούμενη στο Σπίτι του Παιδιού. Κατά την εν λόγω εξέταση διαπιστώθηκε παλαιά ρήξη παρθενικού υμένα. Ακολούθως, η Μ.Κ.9 στην παρουσία της λειτουργού του Σπιτιού του Παιδιού και της μητέρας της παραπονουμένης, εξήγησε στην τελευταία ότι για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης θα έπρεπε να γίνει αναγνώριση των δραστών από την ίδια. Της εξηγήθηκε ότι θα έβλεπε κάποια άτομα, τα οποία μπορεί να ήταν ή να μην ήταν αυτά που διέπραξαν τα αδικήματα και πως η όλη διαδικασία θα γινόταν σε ειδικό δωμάτιο με μονοδρομικό υαλοπίνακα. Της εξηγήθηκε ότι αυτή θα μπορούσε να δει τα άτομα αυτά, όμως εκείνοι δεν θα μπορούσαν να την δουν. Η παραπονούμενη ανάφερε πως δεν επιθυμεί να κάνει κάτι τέτοιο και απλά αγνοώντας τη Μ.Κ.9 που της μιλούσε, έβαλε τα ακουστικά του κινητού της τηλεφώνου στα αυτιά της και ξεκίνησε πεζή να φύγει από το Σπίτι του Παιδιού γιατί όπως ανάφερε ήθελε περίπτερο. Η Μ.Κ.9 την ακολούθησε και της εξήγησε πως αν δεν θέλει να προβεί σε αναγνώριση δεν υπήρχε πρόβλημα και πως θα ήταν καλύτερο να μπει στο αυτοκίνητο με τη μητέρα της και τη λειτουργό για να την πάρουν αυτές στο περίπτερο. Προς τούτο η Μ.Κ.9 έκανε καταχώρηση σε Ημερολόγιο Ενεργείας (Τεκμήριο 36). Η Μ.Κ.9 αντεξετάσθηκε ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η σύλληψη του κατηγορουμένου 3 αλλά και η προφορική του ανάκριση που ακολούθησε. Ήταν δε και ως προς τούτο σταθερή στις θέσεις της, οι οποίες δεν κλονίσθηκαν. Εδώ να λεχθεί ότι, σε κάθε περίπτωση, κανένα θέμα δεν εγέρθηκε στις τελικές αγορεύσεις της Υπεράσπισης του κατηγορουμένου 3 αναφορικά με οποιαδήποτε αντικανονικότητα ή παράβαση κατά τη σύλληψη του ή κατά την προφορική του ανάκριση, ώστε η μαρτυρία της Μ.Κ.9 να χρήζει περαιτέρω σχολιασμού. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.9 γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.7 κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στην εκπαίδευση και στα καθήκοντα της και τη διαδικασία και τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση από την παραπονούμενη, στην οποία, πέραν από το επίδικο περιστατικό, η τελευταία αναφέρθηκε και σε κακοποίηση της από τον πατέρα της. Εδώ να λεχθεί ότι δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η Μ.Κ.7 είναι ειδικά εκπαιδευμένη στην τεχνική συνέντευξη και στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ανήλικα πρόσωπα ή παραπονουμένων στο πλαίσιο διερεύνησης υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης. Ως δε ανέφερε περαιτέρω η Μ.Κ.7, μετά το πέρας της λήψης της κατάθεσης από την παραπονούμενη, η τελευταία της υπέδειξε τα προφίλ δύο λογαριασμών στο Instagram (ο ένας με στοιχεία [ ] και ο άλλος με στοιχεία [ ]), οι οποίοι ανήκουν στα δύο από τα τρία άτομα, τα οποία κατονόμασε στην κατάθεση της. Στις φωτογραφίες του λογαριασμού με στοιχεία [ ], η παραπονούμενη εντόπισε ένα αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ], το οποίο αναγνώρισε ως το αυτοκίνητο που επισυνέβη το περιστατικό που ανέφερε στην κατάθεση της. Η Μ.Κ.7 κατέγραψε τα πιο πάνω σε ημερολόγιο ενεργείας (Τεκμήριο 14). Από εξετάσεις που έγιναν στο μηχανογραφημένο σύστημα της Αστυνομίας, διαπιστώθηκε ότι το συγκεκριμένο όχημα είναι εγγεγραμμένο στον [ ] και από περαιτέρω εξετάσεις, διαπιστώθηκε ότι το εν λόγω πρόσωπο έχει τρία παιδιά ένας εκ των οποίων είναι ο κατηγορούμενος
  17. Στη συνέχεια η Μ.Κ.7 διαβίβασε τα εν λόγω στοιχεία στον ανακριτή της υπόθεσης. Να σημειωθεί ότι το μόνο θέμα που αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.7 αφορούσε επικοινωνίες στο Instagram, που η παραπονούμενη ισχυρίσθηκε στην κατάθεση της ότι είχε με τους κατηγορούμενους 1 και 2, μετά το επίδικο περιστατικό. Ως λέχθηκε και για τη σχετική μαρτυρία του Μ.Κ.1, εξέταση του θέματος που αφορούσε τη μη λήψη μαρτυρίας σχετικής με τα εν λόγω μηνύματα, θα γίνει ειδικά κατωτέρω. Το μέρος λοιπόν της μαρτυρίας της Μ.Κ.7 που σχολιάσθηκε πιο πάνω γίνεται δεκτό. Για το άλλο μέρος που αμφισβητήθηκε, ως προαναφέρθηκε, θα γίνει αξιολόγηση κατωτέρω. Η Μ.Κ.6 μας άφησε θετική εντύπωση. Αναφέρθηκε στο ιστορικό της παραπονουμένης με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας καθώς και στα όσα η ίδια γνώριζε και η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε. Αναφορικά με το ιστορικό της, η Μ.Κ.6 είπε ότι η παραπονούμενη είχε μια συγκρουσιακή σχέση με τη μητέρα της και υπήρξαν περιστατικά βίας στο παρελθόν. Συγκεκριμένα τον Σεπτέμβριο του 2019 είχε ένα περιστατικό βίας για το οποίο έγινε καταγγελία στην Αστυνομία και έγινε ιατροδικαστική εξέταση με ευρήματα και παλαιές εκχυμώσεις. Η παραπονούμενη μετακινήθηκε στον πατέρα της τότε και τον Φεβρουάριο του 2020 ο πατέρας ζήτησε από τις Υπηρεσίες να τη μετακινήσουν σε άλλο πλαίσιο γιατί δεν μπορούσε να τη φροντίσει. Του ζητήσαν λίγο χρόνο για να δουν, να προετοιμαστεί το παιδί και πού θα τη μετακινούσαν αλλά ο πατέρας της την ίδια ημέρα την πήρε πίσω στη μητέρα της. Μετά από ένα περιστατικό βίας που υπήρξε, μια σύγκρουση με τη μητέρα της, η παραπονούμενη μετακινήθηκε από αυτήν την 01/06/2020 και αρχικά φιλοξενήθηκε σε χώρο φιλοξενίας ασυνόδευτων ανήλικων κοριτσιών στη Λεμεσό. Εκεί άρχισε να φεύγει με άλλα κορίτσια και έτσι στις 17/07/2020 εισήχθη εκτάκτως σε Στέγη στη Λευκωσία. Εκεί παρέμεινε μέχρι τις 17/12/2020, όταν επέστρεψε στη μητέρα της, με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Κατά την περίοδο που η παραπονούμενη έμενε στη Στέγη στη Λευκωσία, παρουσίασε παραβατική συμπεριφορά (δεν ακολουθούσε όρια στη Στέγη και στο σχολείο, έφευγε χωρίς ενημέρωση και άδεια και βρέθηκε θετική σε χρήση «χόρτου» ενώ βρήκαν και σπαστήρα και μικρή ποσότητα «χόρτου», οπότε άρχισαν συνεργασία με την Υ.ΚΑ.Ν.). Όταν έφευγε η παραπονούμενη από τη Στέγη (αυτά έλαβαν χώραν από τον Ιούλιο του 2020 μέχρι και τον Νοέμβριο του 2020) κάποιες φορές την ανέφεραν ως ελλείπον πρόσωπο στην Αστυνομία και την εντόπισαν (όπως τους ενημέρωσε η Αστυνομία) κάποιες φορές στη Λάρνακα και άλλες στη Λεμεσό. Περαιτέρω, στις 20/08/2020, η Μ.Κ.6 έκανε αναφορά στο Σπίτι του Παιδιού για να διερευνηθεί το ενδεχόμενο εκμετάλλευσης της παραπονουμένης εφόσον την πήρε κοντά από τη Στέγη κάποιο αυτοκίνητο. Ακολούθως, έγινε αναφορά στο Σπίτι του Παιδιού σχετικά με αποκαλύψεις που έκανε η παραπονούμενη στη γιατρό του Τ.Ε.Ν.Ε. Δρ. Παυλά, τον Δεκέμβριο του
  18. Σε σχέση με το τελευταίο που αφορούσε την παρούσα υπόθεση, η παραπονούμενη δεν ανέφερε οτιδήποτε στη Μ.Κ.
  19. Η παραπονούμενη έκανε αναφορά για αυτό, όταν νοσηλευόταν στο Τ.Ε.Ν.Ε. και η Μ.Κ.6 ενημερώθηκε σχετικά από τη γιατρό. Η σχετική αναφορά έγινε με επιστολή της εν λόγω γιατρού. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.6, είπε ότι δεν θυμόταν να περιήλθε στη γνώση της, περί τον Νοέμβρη του 2020, καταγγελία της παραπονουμένης ότι η τελευταία κακοποιείτο σεξουαλικά από άτομο Ιρανικής καταγωγής. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.6 γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.8 επίσης μας άφησε θετική εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία της απάντησε με ευθύτητα και λεπτομέρεια σε όλες τις ερωτήσεις που της έγιναν αναφορικά με τα όσα γνώριζε και περιήλθαν στην αντίληψη της για την παραπονούμενη και τις διαδικασίες που έλαβαν χώραν για την παρούσα υπόθεση και η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε. Σε σχέση με τη γνωριμία της με την παραπονούμενη, η Μ.Κ.8 ανέφερε ότι μετά τη λήψη της σχετικής αναφοράς στο Σπίτι του Παιδιού, η ίδια επικοινώνησε με την οικογένεια και την παραπονούμενη ώστε να ενημερωθεί από την τελευταία κατά πόσο ισχύει η αναφορά που λήφθηκε και ακολούθως να ενημερώσει τις Υπηρεσίες και να ενημερωθεί από την παραπονούμενη εάν θέλει να προχωρήσει σε συνεργασία. Διευκρίνισε δε ότι εκείνο που κάνει ως προς την επιβεβαίωση της αναφοράς είναι απλά να ρωτήσει το παιδί εάν είναι αληθές αυτό που λέει στην αναφορά και αν το παιδί λέει ότι είναι αληθές τότε προχωρούν με τις διαδικασίες, εάν το παιδί είναι έτοιμο να συνεχίσει. Δηλαδή, ακούει τι λέει το παιδί και το δέχεται και είναι η Αστυνομία που θα προχωρήσει στην ποινική διαδικασία, θα συλλέξει τα στοιχεία και θα καταλήξει αν και εφόσον υπάρχει υπόθεση ή όχι. Σε σχέση με το τι παρατήρησε για την παραπονούμενη, από τη γνωριμία τους, η Μ.Κ.8 είπε ότι από τα αρχικά στάδια συνεργασίας με την οικογένεια υπήρξε αρκετή δυσκολία από την παραπονούμενη ώστε να συνεργαστεί τόσο με την ίδια όσο και με κάποιο ψυχολόγο στο Σπίτι του Παιδιού. Υπήρχε αρκετή δυσκολία να εμπιστευτεί τις Αρχές όσον αφορά την ασφάλειά της, κάτι το οποίο είχε πει στη Μ.Κ.
  20. Ανέφερε στη Μ.Κ.8 ότι το περιστατικό που υπήρχε στην αναφορά είχε γίνει πραγματικά, όμως φοβόταν να προχωρήσει σε οποιαδήποτε καταγγελία γιατί φοβόταν για την ασφάλειά της. Φαινόταν υπερευαίσθητη και ήταν αντιδραστική, όσον αφορά την οποιαδήποτε συζήτηση για το γεγονός. Είπε δε ότι η παραπονούμενη ήταν πολύ διστακτική στο να προχωρήσει στην οπτικογραφημένη κατάθεση και ήταν κάτι για το οποίο είχαν συμφωνήσει ότι δεν θα συζητηθεί περαιτέρω και όταν και εφόσον η ίδια νιώσει έτοιμη και θέλει να προχωρήσει να προγραμματίσουν τη συνάντηση για την οπτικογραφημένη κατάθεση. Ανέφερε δε ότι για σκοπούς λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την παραπονούμενη, η Μ.Κ.8 είχε κλείσει ραντεβού να πάρει την παραπονούμενη και τη μητέρα της από το σπίτι της τελευταίας, για να τις μεταφέρει στο Αρχηγείο της Αστυνομίας. Ενημερώθηκε όμως το πρωί εκείνης της ημέρας ότι η παραπονούμενη προτίμησε να μεταβεί στο Αρχηγείο Αστυνομίας με τη Μ., οικογενειακή φίλη της μητέρας της, ούτως ώστε να αποφύγει οποιαδήποτε συζήτηση και σύγκρουση με τη μητέρα της, που θα την ταράξει και δεν θα την κρατήσει ήρεμη. Η Μ.Κ.8 μετέφερε τελικά τη μητέρα της παραπονουμένης. Η παραπονούμενη ήταν ήδη εκεί. Αρχικά ήταν σε καλή κατάσταση, ήταν όμως αρκετά αγχωμένη. Η Μ.Κ.8 παρακολούθησε τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονουμένης, από διπλανό δωμάτιο. Αντεξεταζόμενη, ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια του διαλείμματος, κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης, δεν θυμάται να είδε το Instagram της παραπονουμένης και ότι εκείνο που θυμάται είναι ότι ήταν με την παραπονούμενη και ότι η τελευταία ήταν ταραγμένη, αλλά δεν θυμάται οτιδήποτε άλλο κατά τη διάρκεια του διαλείμματος. Δεν θυμόταν εάν κατά το διάλειμμα η παραπονούμενη συναντήθηκε με κάποιον αστυνομικό. Όταν ολοκληρώθηκε η οπτικογραφημένη κατάθεση, η παραπονούμενη βγήκε «σχεδόν δια μαγείας εξαφανισμένη, δηλαδή η έγνοια της ήταν απλά να φύει που τον χώρο και έφυγε απευθείας». Περαιτέρω, η Μ.Κ.8 αναφέρθηκε και στη διαδικασία αναγνώρισης των κατηγορούμενων που είχε διευθετηθεί. Συγκεκριμένα είπε ότι είχε προγραμματιστεί διαδικασία και ημερομηνία, είχε συναντηθεί με την παραπονούμενη έξω από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, ώστε να προχωρήσει σε αναγνώριση των υπόπτων, αλλά η παραπονούμενη ξεκίνησε να έχει τρέμουλο, να έχει ταραχή, μόνο και μόνο στη σκέψη ότι οι ύποπτοι είναι στο συγκεκριμένο κτήριο. Είχε ξεκινήσει κρίση πανικού και η Μ.Κ.8 ανέφερε στους αστυνομικούς ότι δεν θα μπορούσε να προχωρήσει η διαδικασία και ίσως να το προγραμμάτιζαν για άλλη φορά. Εξήγησε δε ότι στο Σπίτι που Παιδιού λήφθηκαν τρεις αναφορές όσον αφορά την παραπονούμενη. Η πρώτη ήταν κατά τη διάρκεια του 2020, ίσως τον Απρίλιο και έγινε από τη μητέρα της παραπονουμένης. Αναφέρθηκε σε υποψίες που είχε ότι η παραπονούμενη πιθανόν να κακοποιείτο και να έκανε χρήση ουσιών από άτομα τα οποία συναντούσε ενώ διέμενε στο πλαίσιο ασυνόδευτων στη Λεμεσό. Δεν θυμόταν τη δεύτερη αναφορά ενώ η τρίτη αφορούσε το επίδικο περιστατικό. Σε σχέση με τη μητέρα της παραπονουμένης, η Μ.Κ.8 είπε ότι κατά τη συνεργασία της με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και τις συζητήσεις της μαζί τους έλαβε πληροφορίες ότι η παραπονούμενη είχε προβεί στο παρελθόν σε καταγγελία εναντίον της μητέρας της. Αναφορικά με την ένταξη της παραπονουμένης στο Τ.Ε.Ν.Ε., η Μ.Κ.8 είπε ότι γνωρίζει ότι μετά από ένα διάστημα στο οποίο ήταν ελλείπουσα και ακολούθως είχε εντοπιστεί, είχαν βρεθεί ουσίες στην κατοχή της και ακολούθως εντάχθηκε στο Τ.Ε.Ν.Ε. Γνωρίζει επίσης ότι η παραπονούμενη είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα απεξάρτησης «Προμηθέας». Κατά τη συνεργασία της με την παραπονούμενη δεν ήρθε στην αντίληψη της περίοδος που η παραπονούμενη έκανε χρήση ουσιών. Επίσης γνωρίζει ότι η παραπονούμενη κατά τη διάρκεια της ψυχολογικής αξιολόγησης στο Σπίτι του Παιδιού, τον Μάρτιο του 2021, είχε προβεί σε απόπειρα αυτοκτονίας, λαμβάνοντας αρκετή ποσότητα χαπιών. Επίσης ενημερώθηκε από τη μητέρα της, κατά τη διάρκεια λήψης του ιστορικού, ότι παλαιότερα είχε προβεί ξανά σε τέτοια προσπάθεια. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.8 γίνεται δεκτή. Αναφορικά με τη Μ.Κ.5, δηλώθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι είναι παιδοψυχίατρος και ότι έχει τα προσόντα τα οποία αναφέρονται και περιλαμβάνονται στο βιογραφικό της σημείωμα Τεκμήριο
  21. Η μαρτυρία της θα προσεγγισθεί και θα αξιολογηθεί λοιπόν με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. ενδεικτικά Philippou ν. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Δεν μας διαφεύγει ότι, ως έχει νομολογηθεί, το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη, εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά στα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Philippou ανωτέρω και Πιττάλη κ.ά. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Περαιτέρω έχουμε κατά νου την αρχή ότι δεν είναι αποδεκτή η μαρτυρία εμπειρογνώμονα που συνίσταται σε σχολιασμό επί των γεγονότων με βάση την κοινή λογική, ως επίσης που έχει σκοπό να υποστηρίξει την αξιοπιστία «per se» μάρτυρα της ίδιας πλευράς («oath helping evidence»). Σχετικές είναι οι R. v. H [2014] EWCA Crim 1555, R. v. Turner
(1975)Q.B. 834 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 91/2017, ημερ. 02/05/2018. Έχουμε επίσης υπόψη ότι, ένας εμπειρογνώμονας μπορεί να δώσει μαρτυρία για την προσωπικότητα και την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση ενός προσώπου εφόσον ενδέχεται να καταδείξει τον αναμενόμενο τρόπο αντίδρασης ή συμπεριφοράς του, παρέχοντας εξειδικευμένη επιστημονική γνώση και πληροφορίες που βρίσκονται έξω από το πεδίο κοινής γνώσης και εμπειρίας του Δικαστή (βλ. Turner ανωτέρω). Περαιτέρω μπορεί να δώσει μαρτυρία για να εξηγηθούν επιστημονικά, πέραν της κοινής γνώσης και εμπειρίας, τα χαρακτηριστικά και ο τρόπος αντίδρασης και συμπεριφοράς μιας κατηγορίας ανθρώπων και ειδικότερα παιδιών (βλ. R. v. S (VJ)
(2006)EWCA Crim 2389, R. ν. Marquard [1993] 4 SCR 223 του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά, Ομήρου ανωτέρω και Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390). Κατά τη μαρτυρία της, η Μ.Κ.5 ανέφερε όσα ήλθαν στην αντίληψη της κατά τις συναντήσεις που είχε με την παραπονούμενη στο Τ.Ε.Ν.Ε. καθώς και για τη σχετική διάγνωση που έκανε εκεί και τη βάση στην οποία στηρίχθηκε για να καταλήξει σε αυτή. Κατά την αντεξέταση της απάντησε με ειλικρίνεια, επάρκεια αλλά και απλότητα στις ερωτήσεις που της τέθηκαν, επεξηγώντας τις θέσεις της για το καθετί και γενικά η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε. Η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι η παραπονούμενη εισήχθη στο Τ.Ε.Ν.Ε. στις 21/11/2020, μετά από συγκατάθεση του Κηδεμόνα της, δηλαδή της Διευθύντριας των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, για προαιρετική νοσηλεία, καθότι έφευγε συνέχεια από τη Στέγη όπου διέμενε στη Λευκωσία. Η παραπονούμενη παρέμεινε εκεί για περίπου δύο εβδομάδες, μέχρι τις αρχές του Δεκέμβρη του
  1. Σε δύο ξεχωριστές συναντήσεις που είχε η Μ.Κ.5 με την παραπονούμενη, η τελευταία της ανέφερε δύο περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης της. Συγκεκριμένα σε μια συνάντηση, της ανέφερε ότι κατά το διάστημα που διέμενε με τον βιολογικό της πατέρα, εκείνος προσπάθησε να την αγγίξει στα γεννητικά της όργανα (νομίζει ότι αυτό της ανέφερε ότι έγινε χρονικά πρώτο) ενώ σε άλλη συνάντηση της ανέφερε ότι μια μέρα πήγε βόλτα με ένα φίλο της και ακόμα δύο νεαρούς, όπου ένας εξ αυτών τη βίασε και οι άλλοι δύο την «τραβούσαν» βίντεο και ότι όταν τελείωσαν ένοιωθε πολύ άσχημα και όταν επέστρεψε στο σπίτι της, η μητέρα της τη χτύπησε γιατί είχε αργήσει να επιστρέψει. Η παραπονούμενη ήταν αρκετά αποκρυπτική σε αυτή τη συνάντηση και δεν ήθελε να μοιραστεί περισσότερα πράγματα. Σε αμφότερες τις συναντήσεις, η Μ.Κ.5 ζήτησε από την παραπονούμενη να της αναφέρει λεπτομέρειες αλλά εκείνη δεν ήθελε ενώ ούτε στις άλλες συναντήσεις που ακολούθησαν ανέφερε οτιδήποτε άλλο σχετικό στη Μ.Κ.
  2. Είπε δε ότι σε περιπτώσεις που κάποιο παιδί της αναφέρει περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης χωρίς να αναφέρει περισσότερες λεπτομέρειες, δεν ρωτά περισσότερα πράγματα, αφού θα ακολουθήσει η αξιολόγηση του παιδιού από Λειτουργό από το Σπίτι του Παιδιού και η διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία. Σε σχέση με αμφότερα τα περιστατικά η Μ.Κ.5 ετοίμασε και απέστειλε επιστολή, με θέμα «Αναφορά για πιθανή σεξουαλική κακοποίηση με θύμα την [ ]», ημερομηνίας 01/12/2020, με την οποία ενημέρωσε τον Αρχηγό Αστυνομίας, τη Νομική Υπηρεσία και τη Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας για τα όσα επακριβώς της είπε η παραπονούμενη (Τεκμήριο 25). Η παραπονούμενη πήρε εξιτήριο από το Τ.Ε.Ν.Ε. μετά από μια εβδομάδα με 10 μέρες. Ως επίσης ανέφερε η Μ.Κ.5, τις πρώτες 2-3 μέρες μετά την εισαγωγή της στο Τ.Ε.Ν.Ε., η παραπονούμενη ήταν αρκετά αναστατωμένη, ερειστική, αντιδραστική, δεν μπορούσε να συμμορφωθεί στο πρόγραμμα και χρειάστηκε να γίνουν ενέσιμα και αρκετές φορές χρήση του «ήσυχου δωματίου», δηλαδή ενός ασφαλούς δωματίου με μαλακούς τοίχους, όπου βάζουν ένα παιδί που είναι διεγερτικό, επιθετικό και επικίνδυνο προς τον εαυτό του. Τις επόμενες μέρες προσαρμόστηκε στο πρόγραμμα και ήταν πιο ήρεμη και συνεργάσιμη. Κατά τη διάρκεια που νοσηλευόταν βγήκε θετική στο δεκαπλό τεστ ουσιών για κάνναβη. Περαιτέρω, βρέθηκε κάνναβη στα προσωπικά της αντικείμενα και συγκεκριμένα βρέθηκε ένας σπαστήρας που είχε μέσα ίχνη κάνναβης, γι' αυτό θεώρησαν σωστό να καλέσουν την Υ.ΚΑ.Ν. Η Μ.Κ.5 είχε συνολικά περί τις 7 με 8 συναντήσεις με την παραπονούμενη. Κατά τις συναντήσεις αυτές διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη δυσκολεύτηκε να κάνει σχέση, απαιτούσε εξιτήριο και ότι δεν ήταν παιδί που μιλούσε με ευκολία. Στο τέλος της νοσηλείας της στο Τ.Ε.Ν.Ε. η παραπονούμενη διαγνώστηκε, μετά από κλινική αξιολόγηση, με κύρια διάγνωση την Εναντιωματική Προκλητική Διαταραχή («ODD») (με βάση το ότι ήταν πολύ ανήσυχη, εριστική, θυμωμένη, προκαλούσε, δυσκολευόταν να ακολουθήσει τα όρια, δηλαδή πληρούσε τα σχετικά κριτήρια στο 100%) και με δευτερεύουσα διάγνωση το Μετατραυματικό Στρες (στη βάση του ότι πληρούσε τα κριτήρια του τραυματικού γεγονότος που ανέφερε, της μεγάλης έκπτωσης στη λειτουργικότητα της, ήταν παιδί που σχεδόν δεν φοιτούσε στο σχολείο, είχε πολλές αρνητικές σκέψεις, αισθήματα ντροπής και θυμού και δυσκολία στην ανάκληση των γεγονότων). Στη κυρίως εξέταση, ζητήθηκε από τη Μ.Κ.5 να εκφέρει τη γνώμη της αναφορικά με το κατά πόσο είναι φυσιολογικό, για ένα ανήλικο πρόσωπο όταν μπαίνει στη διαδικασία να περιγράψει τέτοιου είδους κακοποιητικά περιστατικά, να μην μπαίνει σε πολλές λεπτομέρειες ή ακόμα και να αποκρύπτει ορισμένες λεπτομέρειες που έγιναν. Απάντησε ότι ειδικά στο πλαίσιο του Τ.Ε.Ν.Ε., που είναι ένα κλειστό Τμήμα, πολλές φορές τα παιδιά στις συναντήσεις μαζί της είναι αποκρυπτικά και ο λόγος είναι γιατί από τον γιατρό εξαρτάται η άδεια, το εξιτήριο και η φαρμακευτική αγωγή. Όσον δε αφορά την παραπονούμενη και παιδιά που αναφέρουν ένα τραυματικό γεγονός, τις πρώτες φορές που θα το μοιραστούν, θα το μοιραστούν δειλά, αποκρυπτικά, σιγά‑σιγά. Δεν είναι παράξενο ένα παιδί που θα εμπιστευτεί για πρώτη φορά να αναφέρει λίγες πληροφορίες, θέλοντας να δει και πώς θα αντιδράσει το σύστημα. Αποκάλυψε δε ότι η παραπονούμενη μίλησε πρώτα στην προσωπική της νοσηλεύτρια, στην οποία έκανε την αναφορά και ήταν η νοσηλεύτρια που είπε στη Μ.Κ.5 «Έτσι και έτσι, τούτο το παιδί ανέφερε ένα τραύμα». Είπε δε ότι όταν η παραπονούμενη μίλησε με τη νοσηλεύτρια ήταν πιο χαλαρή, μίλησε περισσότερο ενώ αργότερα με τη Μ.Κ.5 ήταν αποκρυπτική και είπε πιο λίγα καθότι από τον γιατρό του Τμήματος εξαρτάται το εξιτήριο, οι άδειες, η φαρμακευτική αγωγή και επειδή η παραπονούμενη από την πρώτη μέρα απαιτούσε εξιτήριο επηρεάστηκε όσο‑όσο επειδή υποχρεώθηκε να μιλήσει καθώς η Μ.Κ.5 της είπε ότι χρειάζεται να κάνουν αυτή την αναφορά. Στην αντεξέταση της, είπε ότι η παραπονούμενη «αναγκάστηκε να της μιλήσει» υπό την έννοια ότι από την πρώτη μέρα εκείνο που ήθελε ήταν να φύγει. Όταν ρωτήθηκε εάν η παραπονούμενη εξαναγκάστηκε να μιλήσει και μίλησε με σκοπό να καταφέρει αυτό το οποίο ήθελε, δηλαδή να φύγει, απάντησε αρνητικά και εξήγησε ότι η παραπονούμενη μίλησε πρώτα για το συμβάν στην προσωπική της νοσηλεύτρια, με την οποία περνούσε περισσότερο χρόνο και έτσι είχε μια διαφορετική σχέση και κάποια στιγμή στο πλαίσιο της συμβουλευτικής, όταν η νοσηλεύτρια προσπάθησε να βάλει κάτω το θέμα της επικινδυνότητας με αγνώστους, εξηγώντας της ότι μπορεί να της συμβεί κάτι, η παραπονούμενη ανοίχθηκε και είπε για το συμβάν. Μετά η νοσηλεύτρια το ανέφερε στη Μ.Κ.5, επειδή όταν τίθεται «νομικό ζήτημα» είναι η γιατρός που κάνει τις αναφορές, και η Μ.Κ.5 την επόμενη μέρα είχε συνάντηση με την παραπονούμενη και της είπε «πρέπει να κάνουμε αναφορά στην Αστυνομία και πρέπει κάποια πράγματα να τα γράψουμε να τα πούμε». Η παραπονούμενη ήταν αρκετά φοβισμένη και δεν ήθελε να κάνουν καταγγελία. Όσα δε είπε στη Μ.Κ.5 η παραπονούμενη, η πρώτη τα κατέγραψε. Κατά την αντεξέταση, σε σχέση με την Εναντιωματική Προκλητική Διαταραχή, δέχθηκε ότι αυτή παρουσιάζει τα ακόλουθα συμπτώματα: ξεσπάσματα οργής, συχνές συγκρούσεις με ενήλικες, περιφρόνηση και άρνηση συμμόρφωσης με αιτήματα και κανόνες που θέτουν οι ενήλικες, σκόπιμες προσπάθειες να ενοχλήσουν ή να αναστατώσουν τους ανθρώπους, κατηγορούν τους άλλους για τα λάθη ή την κακή συμπεριφορά τους, συχνά είναι ευερέθιστοι και ενοχλούνται από τους άλλους, συχνά χάνουν τη ψυχραιμία τους ή έχουν εκρήξεις θυμού, όταν είναι αναστατωμένοι πληγώνουν, παίρνουν ευχαρίστηση από μεγάλες συγκρούσεις που κυριαρχεί το συναίσθημα θυμού και αρνητικότητας από τους άλλους και είναι συχνά οι νικητές στις κλιμακούμενες συγκρούσεις, έχουν αρνητική διάθεση, εχθρική και εκδικητική στάση. Αναφορικά δε με το κατά πόσο χρησιμοποιούν ψέματα για να γίνουν πιστευτοί, η Μ.Κ.5 είπε ότι αυτό δεν αναφέρεται στο «DSM», δηλαδή στο σχετικό διαγνωστικό εγχειρίδιο, και ότι ένα παιδί μπορεί να λέει ψέματα στο πλαίσιο της εν λόγω διαταραχής αλλά αυτό δεν είναι απόλυτο. Εξήγησε όμως ότι δεν μπορούμε να πούμε ότι επειδή ένα παιδί πάσχει από τέτοια διαταραχή λέει ψέματα. Πιθανά αιτία πρόκλησης της εν λόγω διαταραχής, είναι, σύμφωνα με τη Μ.Κ.5, βιολογικοί παράγοντες, η ιδιοσυγκρασία του παιδιού και το οικογενειακό ιστορικό, όταν υπάρχουν στενά μέλη της οικογένειας με ψυχικές ασθένειες ή διαταραχές και όταν υπάρχουν οικογενειακά ζητήματα όπως δυσλειτουργική οικογενειακή ζωή, κατάχρηση ουσιών, ασυνεπής γονική πειθαρχεία. Αναφορικά με το ιστορικό της παραπονουμένης στη βάση του οποίου - πέραν δηλαδή των όσων παρατήρησε η ίδια η Μ.Κ.5 σε σχέση με τη συμπεριφορά της παραπονουμένης κατά την παραμονή της στο Τ.Ε.Ν.Ε. - δόθηκε η ως άνω διάγνωση, η Μ.Κ.5 είπε ότι πήρε αυτό από την ίδια την παραπονούμενη αλλά και από την Κοινωνική Λειτουργό της. Ήταν σε γνώση της Μ.Κ.5 ότι η παραπονούμενη έκανε κατάχρηση κάνναβης, έκανε παρέα με άτομα ηλικιακά μεγαλύτερα της, έμπαινε σε αυτοκίνητα με αγνώστους και κυκλοφορούσε, είχε ριψοκίνδυνη συμπεριφορά, εξαφανιζόταν για μέρες, δεν πήγαινε σχολείο το τελευταίο διάστημα και τσακωνόταν με τη μητέρα της. Ενόψει αυτών, συμφώνησε ότι η παραπονούμενη είχε τουλάχιστον 4 από τα συμπτώματα που προαναφέρθηκαν. Υπήρχαν όμως και κριτήρια που δεν πληρούσε, όπως το να είναι εκδικητική ή να κατηγορεί άλλους για τα δικά της λάθη. Όταν της τέθηκε βασικά ότι η συγκεκριμένη διαταραχή δεν προκαλείται μέσω ενός μεμονωμένου περιστατικού αλλά τα βιώματα πρέπει να είναι συστηματικά και καθημερινά, η Μ.Κ.5 απάντησε ότι συμφωνεί «εν μέρει» και ότι αυτό δεν ισχύει για όλα τα παιδιά που έχουν αυτή τη διάγνωση και δεν ισχύει πάντα. Ως είπε, δεν είναι θέμα αντίθετης άποψης με αυτό που της τέθηκε αλλά «συμπληρωμένης» και εξήγησε ότι για να καταλήξει σε τέτοια διάγνωση μπορεί πράγματι να επηρεάζει η σχέση μητέρας‑παιδιού, μπορεί να υπάρχει ένα τραύμα, μπορεί να υπήρχε «bullying» στο σχολείο ή αθεράπευτο τραύμα και να καταλήξουν στη διαταραχή. Επισήμανε δε ότι το να επικεντρωθούμε μόνο στην οικογένεια ή μόνο σε κάποια «σημεία του DSM» δεν είναι ωφέλιμο. Δέχθηκε δε ότι με βάση το «DSM» και την επιστημονική κοινότητα, προκειμένου να διαγνωστεί ένα παιδί από 13 χρονών και άνω με «ODD» θα πρέπει η συγκεκριμένη συμπεριφορά να εμφανίζεται τους τελευταίους 6 μήνες τουλάχιστον. Η διάγνωση αυτής της διαταραχής μπορεί να γίνει από την ηλικία των 6 έως 8 χρονών, μπορεί δε να γίνει και στην εφηβεία και διαρκεί μέχρι την ενηλικίωση. Ως προς τη δευτερεύουσα διάγνωση της παραπονουμένης, δηλαδή το Μετατραυματικό Στρες, η Μ.Κ.5 είπε ότι μπορεί να υπάρχει συννοσηρότητα αυτού με την Εναντιωματική Προκλητική Διαταραχή. Η δευτερεύουσα δε αυτή διάγνωση έγινε με βάση τα όσα τους είπε η παραπονούμενη και το ιστορικό της. Είπε δε ότι ενεργούσε ως θεραπευτής και συμφώνησε ότι είναι ασυμβίβαστη η ιδιότητα του θεραπευτή και του πραγματογνώμονα με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία, υπό την έννοια του ότι ο θεραπευτής προσλαμβάνεται από τον ασθενή προκειμένου να τον βοηθήσει να γίνει καλύτερα και η προτεραιότητα του δεν είναι η αναζήτηση της αλήθειας αλλά η συναισθηματική κατανόηση και υποστήριξη του ασθενούς. Ως προς τούτο, η Μ.Κ.5 διευκρίνισε ότι τις δύο εβδομάδες που νοσηλεύτηκε η παραπονούμενη στο Τ.Ε.Ν.Ε., η ίδια ήταν η κλινικός γιατρός και όχι δικανική παιδοψυχίατρος, ούτε έγινε αξιολόγηση για τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη, κάτι που αναλαμβάνουν στη συνέχεια άλλοι ειδικοί. Είπε δε ότι η ίδια ως κλινική γιατρός είδε ότι η παραπονούμενη πληρούσε τα σχετικά με τη εν λόγω διάγνωση κριτήρια και ότι ο σκοπός της διάγνωσης για το Τ.Ε.Ν.Ε. είναι να διασφαλίσουν ότι ο επόμενος συνάδελφος που θα αναλάβει το παιδί θα δει τη διάγνωση και θα ξέρει κάπως πάνω‑κάτω την εικόνα, δηλαδή για σκοπούς επικοινωνίας μεταξύ των ειδικών. Σε ερώτηση κατά πόσο συμφωνεί ότι, εφόσον η διάγνωση αυτή στηρίχθηκε στα όσα είπε η παραπονούμενη, εάν αυτή δεν τους είπε την αλήθεια τότε η διάγνωση στηρίχθηκε σε ανύπαρκτο υπόβαθρο, απάντησε ότι ο κλινικός γιατρός δεν μπαίνει σε τούτη τη διαδικασία, να δει εάν είναι αλήθεια ή ψέματα, «δηλαδή ό,τι πει το παιδί για τον κλινικό γιατρό ισχύει και προχωρούμε». Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.5 γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.11 επίσης κλήθηκε για να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας σε θέματα που άπτονται της ειδικότητας της. Η εκπαίδευση και τα ακαδημαϊκά της προσόντα και συγκεκριμένα το ότι είναι κλινική ψυχολόγος, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Αυτό που η Υπεράσπιση αμφισβητεί είναι ότι η Μ.Κ.11 έχει τύχει ειδικής και συγκεκριμένης εκπαίδευσης σε θέματα αξιολόγησης σεξουαλικώς κακοποιημένων παιδιών και κατ' επέκταση ότι είναι ειδική σε τέτοιες αξιολογήσεις. Σε σχέση με αυτό σημειώνουμε τα ακόλουθα: Η Μ.Κ.11 αναφέρθηκε στην επαγγελματική πείρα που κατείχε σε υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε, ότι είναι κλινική ψυχολόγος στο Σπίτι του Παιδιού από το 2019 και έχει αναλάβει συνολικά περίπου 120 υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών. Ως εξήγησε, η εμπλοκή της στις 50 υποθέσεις αφορούσε την ψυχολογική υποστήριξη και θεραπεία παιδιών, ως επίσης την υποστήριξη των οικογενειών τους, ενώ στις υπόλοιπες 70 αφορούσε την ψυχολογική αξιολόγηση των παιδιών. Ως προς τις ψυχολογικές αξιολογήσεις που έκανε, ανέφερε ότι η πείρα της περιλάμβανε τη συγγραφή εκθέσεων σε σχέση με τα πορίσματα της αξιολόγησης, τη συμμετοχή σε διυπηρεσιακές πολυθεματικές συναντήσεις και τη συγγραφή και αποστολή εκθέσεων. Περαιτέρω, έδωσε λεπτομερή περιγραφή ως προς τη συνεχιζόμενη επαγγελματική της κατάρτιση σε σχέση με περιπτώσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, με αναφορά στο βιογραφικό της (Τεκμήριο 41). Κατά την αντεξέταση, ανέφερε ότι η ψυχολογική αξιολόγηση είναι βασική εκπαίδευση στην κλινική ψυχολογία. Ως προς τις εκπαιδεύσεις της, ως αυτές αναφέρονται στο Τεκμήριο 41, τις οποίες η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε, ανέφερε ότι είναι σχετικές με το αντικείμενο της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, χωρίς όμως να υπάρχει συγκεκριμένη εκπαίδευση που να αναφέρεται στην ψυχολογική αξιολόγηση τους. Εξήγησε ότι οι εν λόγω εκπαιδεύσεις αφορούν την κλινική εικόνα παιδιών που έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά, για παράδειγμα τη στάση τους, τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζουν, τις επιπτώσεις της σεξουαλικής κακοποίησης σε αυτά και τις κατάλληλες θεραπευτικές παρεμβάσεις, αλλά όχι πώς να διεκπεραιώνεται μια ψυχολογική αξιολόγηση. Ως προς την κλινική αξιολόγηση, διευκρίνισε ότι αποτελεί μέρος της δουλείας ενός κλινικού ψυχολόγου και με διάφορες εκπαιδεύσεις ενισχύεται περισσότερο η γνώση γύρω από το αντικείμενο της σεξουαλικής κακοποίησης. Από τα πιο πάνω, ικανοποιούμαστε ότι τόσο με βάση την εμπειρία της από την εμπλοκή της σε υποθέσεις σεξουαλικώς κακοποιημένων παιδιών που χειρίστηκε στο Σπίτι του Παιδιού, όσο και από τα ακαδημαϊκά της προσόντα και τις εκπαιδεύσεις της, η Μ.Κ.11 κατέχει τα απαραίτητα προσόντα για να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας και ως εκ τούτου αποδεχόμαστε ότι είναι ειδική και στην ψυχολογική αξιολόγηση σεξουαλικώς κακοποιημένων παιδιών και συνεπώς η μαρτυρία της θα προσεγγισθεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. ανωτέρω). Η Μ.Κ.11 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με βάση τις γνώσεις και την πείρα της και με την απαιτούμενη επιστημονική επάρκεια και αντικειμενικότητα. Διαφώτισε το Δικαστήριο σε σχέση με την κλινική αξιολόγηση που διενήργησε αναφορικά με την παραπονούμενη και την εικόνα που αυτή παρουσίαζε κατά τον χρόνο της αξιολόγησης. Εξήγησε με λεπτομέρεια και κατά τρόπο κατανοητό, τη μέθοδο που χρησιμοποίησε για να προβεί στην κλινική αξιολόγηση και το ιστορικό που έλαβε υπόψη της και παρέθεσε με σαφήνεια και αντικειμενικότητα τις διαπιστώσεις και τα ευρήματα της, ως τα κατέγραψε στην έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 45), στηρίζοντας τις θέσεις της σε σχετική βιβλιογραφία (βλ. Τεκμήρια 43, 44, 46 και 48). Για τους λόγους όμως που θα εξηγήσουμε κατωτέρω, το συμπέρασμα στην έκθεση της δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Αυτό δε, ως θα διαφανεί, ανεξαρτήτως των όσων έχουμε πει για την αντικειμενικότητα και την επάρκεια της. Κατά την αντεξέταση, η Μ.Κ.11 ρωτήθηκε και εξήγησε επιστημονικά και με επάρκεια γιατί ουσιαστικά θεώρησε, για σκοπούς ψυχολογικής αξιολόγησης, ως καταλληλότερη για την παραπονούμενη τη μέθοδο της ημιδομημένης κλινικής συνέντευξης αντί τη χρήση ειδικών μεθοδολογικών οργάνων. Ερωτώμενη δε κατά πόσο είχε διερευνήσει τους ισχυρισμούς της παραπονουμένης για να διαπιστώσει αν αυτοί είναι αληθείς, με ειλικρίνεια και αντικειμενικότητα απάντησε αρνητικά καθότι, ως εξήγησε, δεν αποτελεί έργο του κλινικού ψυχολόγου να διερευνήσει κατά πόσο ένα παιδί λέει αλήθεια ή ψέματα. Ως ανέφερε, σκοπός της ψυχολογικής αξιολόγησης είναι να εξεταστεί η τρέχουσα ψυχική κατάσταση του παιδιού και όχι η εκτίμηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του ή να ληφθούν λεπτομέρειες επί του καταγγελλόμενου περιστατικού. Στο ίδιο πλαίσιο αποδέχθηκε ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου τα παιδιά προβαίνουν σε ψευδείς αναφορές ως προς τη σεξουαλική κακοποίηση τους. Παρόλα αυτά, επισήμαινε, δεν έχει εκπαιδευτεί και δεν είναι ικανή να διακρίνει την αλήθεια από το ψεύδος και ότι η δικανική συνέντευξη είναι εκτός του πεδίου γνώσης της. Διευκρίνισε δε ότι οι όποιες συζητήσεις είχε με την παραπονούμενη ως προς το επίδικο περιστατικό, αφορούσαν την ψυχολογική κατάσταση της και πως η ίδια η παραπονούμενη συνέδεε τα καταγγελλόμενα περιστατικά με τις ψυχοσυναισθηματικές της δυσκολίες. Εδώ να λεχθεί ότι πράγματι αποτελεί αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας, να αποφασίσει κατά πόσο η παραπονούμενη λέει αλήθεια ή όχι. Στην έκθεση της (Τεκμήριο 45), η Μ.Κ.11 καταλήγει «Συμπερασματικά, η παρούσα ψυχική κατάσταση της ανήλικης παρουσιάστηκε με ενεργή συμπτωματολογία διαταραχής μετατραυματικού στρες, σχετιζόμενη με τα καταγγελθέντα περιστατικά και μερική συμπτωματολογία κατάθλιψης, φάνηκε ότι τα περιστατικά, λειτούργησαν επιβαρυντικά στην ήδη επιβαρυμένη ψυχοσυναισθηματική κατάσταση της ανήλικης». Ως εξήγησε η Μ.Κ.11, η Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες είναι η διάγνωση που τίθεται για να εξηγήσει μια ομάδα συμπτωμάτων, τα οποία προκύπτουν μετά από έκθεση σε γεγονός το οποίο ορίζεται ως τραυματικό, δηλαδή έκθεση σε θάνατο ή απειλή της σωματικής ακεραιότητας και έχει ορισμένα συμπτώματα τα οποία εκδηλώνονται μετά την έκθεση του ατόμου στο τραυματικό γεγονός. Ένα γεγονός καθορίζεται ως τραυματικό όταν το ίδιο το άτομο που το βίωσε το αντιλαμβάνεται ως απειλητικό για τη σωματική του ακεραιότητα και στη συνέχεια εμφανίζει συμπτωματολογία, την οποία συνδέει με το εν λόγω γεγονός. Κατά την αντεξέταση, με αναφορά στο «Ιστορικό» της έκθεσης ψυχολογικής αξιολόγησης (Τεκμήριο 45), τέθηκαν στη Μ.Κ.11 αρκετές ερωτήσεις ως προς πιθανές αιτίες που μπορεί να προκάλεσαν Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες («PTSD») στην παραπονούμενη. Συγκεκριμένα, η Μ.Κ.11 ρωτήθηκε κατά πόσο η παρενόχληση και ο εκφοβισμός που βίωσε η παραπονούμενη από την πρώην γυναίκα του πατέρα της μπορούσε να αποτελέσει αιτία για Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες. Η Μ.Κ.11 εξήγησε ότι ένα τραυματικό γεγονός κρίνεται ως τέτοιο εάν το ίδιο το άτομο εκλαμβάνει το γεγονός αυτό ως απειλητικό για τη σωματική του ακεραιότητα και εάν εμφανίζει συμπτωματολογία που συνδέει το ίδιο με αυτό που είχε βιώσει και ότι δεν είναι το τί κρίνει η Μ.Κ.11 ως ένα τραυματικό γεγονός που καθορίζει εάν ένα γεγονός είναι τέτοιο. Περαιτέρω διευκρίνισε ότι η «ενόχληση» διαφέρει από τον «τραυματισμό» και ότι για να έχουν συγκεκριμένα γεγονότα τραυματίσει ένα παιδί θα πρέπει το παιδί να έχει συμπτωματολογία που το ίδιο το παιδί συνδέει με το εν λόγω γεγονός. Σε σχέση με την παρενόχληση και τον εκφοβισμό που η παραπονούμενη είχε βιώσει από την πρώην σύζυγο του πατέρα της, η Μ.Κ.11 ανέφερε ότι, παρόλο που μπορεί αυτά να λειτούργησαν στην παραπονούμενη ως επιβαρυντικά, εντούτοις η παραπονούμενη δεν τα είχε συνδέσει με συμπτωματολογία που να πληρείται και να συναντάται στη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες. Περαιτέρω ερωτήθηκε κατά πόσο η εγκατάλειψη που βίωσε η παραπονούμενη από τον πατέρα και τη μητέρα της, με τον τρόπο που περιγράφεται στην έκθεση της, στο μέρος «Δ. Ιστορικό Παιδιού» και ο εγκλεισμός της «σε ψυχιατρικές πτέρυγες και Στέγες», μπορούσε να συνιστά αιτία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες. Η Μ.Κ.11 ανέφερε ότι η παραπονούμενη απλά περιέγραψε τις εν λόγω εμπειρίες της ως ψυχοπιεστικές και ότι της προκάλεσαν δυσφορία. Όταν η Μ.Κ.11 ρωτήθηκε κατά πόσο το καταγγελλόμενο περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης από τον πατέρα της παραπονουμένης, μπορούσε να είναι αιτία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, απάντησε καταφατικά και σε επόμενη ερώτηση είπε ότι το εν λόγω γεγονός λειτούργησε επιβαρυντικά και ότι η παραπονούμενη πληρούσε κριτήρια Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες συνεπεία και των δύο καταγγελλόμενων περιστατικών, ήτοι του επίδικου περιστατικού και αυτού με τον πατέρα της. Σε σχέση με την κακοποιητική συμπεριφορά και βία που ασκούσε στην παραπονούμενη η μητέρα της, η Μ.Κ.11 ανέφερε ότι αυτά θα μπορούσαν να αποτελέσουν αιτία μετατραυματικού στρες, αφού η σωματική βία είναι στα αίτια αυτού. Επανέλαβε όμως ότι δεν είναι το τι θεωρεί η Μ.Κ.11 ως αιτία για μετατραυματικό στρες, αλλά πώς το ίδιο το παιδί συνδέει τις δυσκολίες που είχε με αυτά που πέρασε. Όταν της υποβλήθηκε ότι η παραπονούμενη είπε ψέματα για την κακοποίηση της ως προς το επίδικο περιστατικό προκειμένου να βρει διέξοδο και σημασία μέσα από τη θυματοποίηση της από όλα τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, η Μ.Κ.11, επανέλαβε με ειλικρίνεια ότι δεν μπορεί και δεν είναι δική της δουλεία να αναφέρει κατά πόσο η παραπονούμενη είπε ψέματα ή όχι. Παρόλα αυτά, ανέφερε ότι γενικότερα η συμπεριφορά ενός παιδιού μπορεί να αλλάζει γιατί με αυτό τον τρόπο μπορεί να αποζητά βοήθεια και όταν δεν τη λαμβάνει και υπάρχουν δυσκολίες τις οποίες το παιδί δεν μπορεί να διαχειριστεί, να προβαίνει σε συμπεριφορές, οι οποίες δείχνουν ότι χρειάζεται στήριξη. Ως προς την παραπονούμενη, ανέφερε ότι κατά την αξιολόγηση δεν παρατήρησε ότι αυτή ήθελε σημασία. Αντιθέτως ήταν ένα παιδί που φαινόταν αμυντικό και δεν επιθυμούσε να συμμετέχει στην εν λόγω διαδικασία. Εξήγησε ότι η παραπονούμενη ήταν «δυσκολεμένο» παιδί, είχε αμυντική στάση και παρουσίαζε δυσκολία να εμπιστευτεί και να εκφραστεί συναισθηματικά. Κατά την τελευταία συνάντηση, η παραπονούμενη ανέφερε στη Μ.Κ.11 ότι αισθάνεται μια απέχθεια για όλους τους ανθρώπους, αίσθημα που είχε και για την Μ.Κ.11 αρχικά. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η Μ.Κ.11 ανέφερε ότι η παραπονούμενη δεν της έδωσε την εντύπωση ότι ήταν προετοιμασμένη να αναφέρει κάποια πράγματα με σκοπό να λάβει σημασία. Στην συνέχεια η Υπεράσπιση υπέβαλε στη Μ.Κ.11 ότι ο λόγος για τον οποίο η παραπονούμενη δεν της έδωσε την εντύπωση ότι επιζητούσε σημασία ήταν επειδή η Μ.Κ.11 ήταν προκατειλημμένη υπέρ της, με προδιάθεση να δεχθεί την αλήθεια των ισχυρισμών της, θέση με την οποία η Μ.Κ.11 διαφώνησε, αναφέροντας ότι ως επαγγελματίας δεν έχει τέτοια προκατάληψη. Ακολούθως, η Υπεράσπιση υπέβαλε τη θέση ότι η αμυντική στάση της παραπονουμένης και τα όσα περιέγραψε η Μ.Κ.11 για αυτήν αποτελούν την εικόνα ενός προσώπου που λέει ψέματα, ο οποίος φοβάται γιατί θα αποκαλυφθεί ότι λέει ψέματα, δεν νιώθει άνετα που λέει ψέματα και για αυτό έχει αμυντική στάση. Η Μ.Κ.11 ανέφερε ότι ένα παιδί μπορεί να μην νιώθει άνετα όταν λέει ψέματα αλλά μπορεί να μην νιώθει άνετα και όταν λέει την αλήθεια. Στη συνέχεια υποβλήθηκε στη Μ.Κ.11 ότι η αμυντική στάση μπορεί να παρατηρείται και από ένα παιδί επειδή είναι χρόνιος χρήστης ναρκωτικών και αλκοόλης, με τη Μ.Κ.11 να απαντά ότι η αμυντική στάση ενός παιδιού μπορεί να συνδέεται με πάρα πολλά πράγματα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να τοποθετηθεί. Επιπρόσθετα, της υποβλήθηκε ότι η αμυντική στάση που είχε η παραπονούμενη μπορεί να οφείλετο και στο γεγονός ότι κατάγγειλε τη μητέρα της για σωματική κακοποίηση και στις προηγούμενες της εμπειρίες όπου είχε καταλήξει σε Παιδικές Στέγες. Η Μ.Κ.11 επανέλαβε ότι η αμυντική στάση της παραπονουμένης μπορεί να οφείλεται σε πάρα πολλούς λόγους και ότι αυτή είχε δει ένα παιδί το οποίο δυσκολευόταν να εκφραστεί συναισθηματικά, δυσκολευόταν να εμπιστευτεί και ότι της είχε αναφέρει ότι δεν ήθελε να δείχνει αδύναμη μπροστά σε άλλους. Ως προς την αναφορά της Μ.Κ.11 ότι η έκφραση των συναισθημάτων της παραπονουμένης δεν ήταν σύντονη με τα λεγόμενα της, η Υπεράσπιση της υπέβαλε ότι αυτό συμβαίνει σε περιπτώσεις που κάποιος λέει ψέματα. Η Μ.Κ.11 απάντησε ότι είναι πολύ συχνό φαινόμενο, στις περιπτώσεις όπου ένα παιδί έχει υποστεί ψυχικό τραυματισμό, να χρησιμοποιεί τον μηχανισμό άμυνας της απώθησης ή της άρνησης, ούτως ώστε να μπορεί να επιβιώσει ψυχικά και να κρατήσει μια ισορροπία. Συνεπώς, το γεγονός ότι η έκφραση των συναισθημάτων της παραπονουμένης δεν ήταν σύντονη με τα λεγόμενα της, μπορεί να οφείλεται σε αυτό τον μηχανισμό ή και σε πάρα πολλούς άλλους παράγοντες όπως το ότι είχε περάσει ένα χρονικό διάστημα από το επίδικο περιστατικό ή ότι είχε επαναλάβει την ιστορία της. Με ειλικρίνεια δε η Μ.Κ.11 είπε ότι δεν έλαβε ενημέρωση αναφορικά με το ότι η παραπονούμενη είχε διαγνωστεί με Εναντιωματική Προκλητική Διαταραχή. Ως προς τούτο πρέπει να λεχθεί ότι δεν μας διαφεύγει ότι η Μ.Κ.11 είπε ότι δεν γνωρίζει πότε τέθηκε η εν λόγω διάγνωση και υπό ποιες περιστάσεις, καθώς και ότι η εν λόγω διαταραχή περιγράφει μια συμπεριφορά και όχι τι την έχει προκαλέσει. Παρά ταύτα δεν εξήγησε κατά πόσο η ύπαρξη της εν λόγω διάγνωσης σχετιζόταν ή επηρέαζε το συμπέρασμα στο οποίο η ίδια κατέληξε, ότι δηλαδή η παραπονούμενη παρουσίαζε «ενεργή συμπτωματολογία διαταραχής μετατραυματικού στρες, σχετιζόμενη με τα καταγγελθέντα περιστατικά». Αυτό καθίσταται σημαντικό με δεδομένο ότι η Μ.Κ.5, ως προαναφέρθηκε, είπε ότι η κύρια διάγνωση της όσον αφορά την παραπονούμενη ήταν η Εναντιωματική Προκλητική Διαταραχή και δευτερεύουσα το Μετατραυματικό Στρες. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι δεν μπορούμε να καταλήξουμε με ασφάλεια στο ότι το συμπέρασμα της Μ.Κ.11 στην έκθεση της είναι ορθό. Εδώ να λεχθεί ότι ακόμη και εάν το εν λόγω συμπέρασμα της Μ.Κ.11 ήταν ορθό, από τα όσα αυτή ανέφερε, προκύπτει με σαφήνεια ότι κατέληξε σε αυτό στη βάση του ότι η παραπονούμενη εμφάνιζε την εν λόγω συμπτωματολογία, σε συνδυασμό όμως με το ότι η ίδια (και όχι η Μ.Κ.11) συνέδεε αυτή τη συμπτωματολογία, τόσο με το επίδικο περιστατικό όσο και με αυτό της ισχυριζόμενης σεξουαλικής κακοποίησης της από τον πατέρα της. Ως έχει προαναφερθεί, δεν αποτελεί έργο της Μ.Κ.11 να διαγνώσει κατά πόσο η παραπονούμενη λέει αλήθεια ή ψέματα. Ο δικός της ρόλος ήταν να προβεί σε ψυχολογική αξιολόγηση της παραπονούμενης και δη στο να εξετάσει την τρέχουσα τότε ψυχική της κατάσταση και όχι να κρίνει κατά πόσο λέει αλήθεια ως προς το επίδικο περιστατικό. Με δεδομένο λοιπόν το ότι, για να καταλήξει η Μ.Κ.11 στο εν λόγω συμπέρασμα της, έλαβε υπόψη το ότι η παραπονούμενη συνδέει τη σχετική συμπτωματολογία της και με το επίδικο περιστατικό, το κατά πόσο, η ως άνω διαταραχή (που εμφάνιζε η παραπονούμενη και διέγνωσε η Μ.Κ.11) και οι συνέπειες αυτής στην ψυχική της κατάσταση, ήταν αποτέλεσμα και του επίδικου περιστατικού, εξαρτάται από το κατά πόσο αυτό πράγματι έλαβε χώραν. Κατ' επέκταση εξαρτάται από το κατά πόσο το Δικαστήριο, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας, θα κρίνει ότι η παραπονούμενη λέει την αλήθεια ότι το επίδικο περιστατικό συνέβη με τον τρόπο που υποστήριξε ότι συνέβη, δηλαδή χωρίς τη θέληση της και με τη χρήση βίας. Τέλος, δέον όπως λεχθεί ότι όσον αφορά τις απόπειρες αυτοκτονίας που έκανε η παραπονούμενη μετά το επίδικο περιστατικό και τον «επανερχόμενο αυτοκτονικό ιδεασμό», η Μ.Κ.11 ανέφερε ότι μόνο τη μια εξ αυτών των απόπειρων η παραπονούμενη απέδωσε αποκλειστικά στο εν λόγω περιστατικό. Συγκεκριμένα, η Μ.Κ.11 είπε ότι η παραπονούμενη της είπε ότι την επομένη του επίδικου περιστατικού, όταν συνειδητοποίησε τι συνέβη, έκλαιγε και αποπειράθηκε να θέσει τέρμα στη ζωή της, λαμβάνοντας ποσότητα χαπιών. Ούτε όμως η παραπονούμενη, ούτε η μητέρα της ανέφεραν κάτι τέτοιο κατά τη μαρτυρία τους. Όσον δε αφορά την άλλη απόπειρα που η Μ.Κ.11 είχε υπόψη της ότι έγινε μετά το επίδικο περιστατικό, από τα όσα η Μ.Κ.11 ανέφερε, προκύπτει ότι η παραπονούμενη απέδωσε αυτή όχι μόνο στο επίδικο περιστατικό αλλά και στο περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης της από τον πατέρα της. Περαιτέρω, η Μ.Κ.11 στα συμπεράσματα της έκθεσης της, πέραν των όσων έχουν προαναφερθεί για το επίδικο περιστατικό καθώς και για αυτό που αφορούσε τον πατέρα της παραπονουμένης, αναφέρεται στην «ήδη επιβαρυμένη ψυχοσυναισθηματική κατάσταση» της παραπονούμενης και προσθέτει ότι «η συγκρουσιακή σχέση με τη μητέρα, η απουσία του πατέρα (συναισθηματική και φυσική) και τα χρόνια συναισθήματα απόρριψης και ανεπαρκούς γονεϊκής οριοθέτησης είχαν ως αποτέλεσμα την "κραυγή" της ανήλικης για συναισθηματική ανταπόκριση, η οποία εκφραζόταν μέσα από παρορμητικές συμπεριφορές που συχνά την έθεταν σε κίνδυνο (απόπειρες αυτοκτονίας, χρήση ουσιών, φυγές)». Ως εκ των άνω, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο, η προαναφερόμενη συμπεριφορά της παραπονουμένης να είχε αίτια άλλα και όχι το επίδικο περιστατικό. Για τους λόγους που εξηγήσαμε, η μαρτυρία της Μ.Κ.11 γίνεται δεκτή, με τις ως άνω διευκρινίσεις. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι εξετάσαμε αυτή με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη τη φιλική σχέση του με τους κατηγορουμένους και ιδιαίτερα με τον κατηγορούμενο
  3. Στο πλαίσιο αυτό λάβαμε υπόψη ότι ο Μ.Υ.1, κατά τον χρόνο που έδιδε την κατάθεση του (Τεκμήριο 49), την οποία υιοθέτησε στην κυρίως εξέταση του, ήταν πολύ καλός φίλος με τον κατηγορούμενο 2, τον οποίο έβλεπε κάθε μέρα στο σχολείο ενώ μερικές φορές βρίσκονταν και εκτός σχολείου. Ως δε ανέφερε, τον κατηγορούμενο 1 τον έβλεπε όποτε έβγαινε με τον κατηγορούμενο 2 και ήταν στο πλαίσιο της φιλίας του με αυτόν που έκανε παρέα με τους κατηγορουμένους 1 και
  4. Ήταν δε ειλικρινής ότι οι σχέσεις του, ιδιαίτερα με τον κατηγορούμενο 2 ήταν στενές, αλλά, ως είπε, τα τελευταία 2-3 χρόνια που έγινε πατέρας αποκόπηκε σχεδόν από όλους τους κατηγορούμενους και σταμάτησε να μιλά και με τον κατηγορούμενο
  5. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του, έχοντας υπόψη και τα πιο πάνω, πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Υ.1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ανέφερε όσα γνώριζε για την υπόθεση, με παραπομπή στις πηγές της γνώσης του και ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του, οι οποίες δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση. Μας άφησε την εντύπωση ενός ειλικρινούς μάρτυρα και δεν διαφάνηκε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τους κατηγορούμενους λέγοντας ψέματα, ως του υποβλήθηκε. Ως ανέφερε ο Μ.Υ.1, ήταν συμμαθητής με τον κατηγορούμενο 2 (στις 19/02/2021 που λήφθηκε η κατάθεση του), τον οποίο γνώριζε τα προηγούμενα 3-4 χρόνια. Επίσης γνωρίζει τον κατηγορούμενο 1 γιατί πήγαιναν στο ίδιο δημοτικό και μέσω εκείνου και του κατηγορουμένου 2, γνώρισε και τον κατηγορούμενο
  6. Την παραπονούμενη την γνώρισε μέσω του Instagram αλλά δεν έτυχε ποτέ να τη δει από κοντά. Πριν τη γνωρίσει, μια ημέρα τον προηγούμενο χρόνο, ήταν με τον κατηγορούμενο 2 και εκείνος του είπε ότι μιλούσε στο Instagram με μια [το όνομα της παραπονουμένης] και κανόνιζαν για να βρεθούν. Μεταγενέστερα ο κατηγορούμενος 2 του είπε ότι βρέθηκε με την [ ] και «γλείφτηκαν». Ένα χρόνο περίπου πριν την κατάθεση του, ο Μ.Υ.1 ήταν σε μια ομάδα στο Instagram και στην ομάδα αυτή ήταν και μια [το όνομα της παραπονουμένης]. Με την [ ] μιλούσαν φιλικά στο Instagram και μια ημέρα ο Μ.Υ.1 έλαβε στο Instagram δυο με τρεις φωτογραφίες γυμνές μιας κοπέλας που είχε το πρόσωπο καλυμμένο με ζωγραφιά με γραμμές από μια εφαρμογή που έχει το Instagram. Από τις φωτογραφίες που είδε, υπολόγισε ότι η κοπέλα αυτή ήταν 18 με 19 χρόνων. Της έστειλε μήνυμα και τη ρώτησε τί είναι αυτές οι φωτογραφίες και του είπε ότι πάτησε κατά λάθος ο γάτος στο τηλέφωνο της και σταλθήκαν οι φωτογραφίες σε αυτόν. Δεν του είπε αν ήταν δικές της οι φωτογραφίες ούτε έδωσε πολλή σημασία. Συνέχισαν να μιλούν στο Instagram και η [ ] ήθελε να συναντηθούν από κοντά αλλά ο Μ.Υ.1 έβρισκε διάφορες δικαιολογίες και την απόφευγε. Μια ημέρα που μιλούσαν στο Instagram, ήταν δίπλα του ο κατηγορούμενος 2 και είδε ότι ο Μ.Υ.1 μιλούσε με την [ ] και του είπε ότι αυτή ήταν η παραπονούμενη. Το καλοκαίρι του 2020 ο Μ.Υ.1 βγήκε από την προαναφερόμενη ομάδα στο Instagram και έσβησε όλες τις συνομιλίες που είχε με την [ ] και τις φωτογραφίες που του έστειλε γιατί δεν ήθελε να έχει επαφή μαζί της καθότι είχε δεσμό με άλλη κοπέλα. Θυμάται δε ότι τον καιρό που μιλούσε με την [ ] στο Instagram, εκείνη του ανάφερε ότι τη βίασαν 3 άτομα και ότι την «έβγαλαν» βίντεο. Του είπε ότι αυτό έγινε σε σπίτι και την απειλούσαν ότι αν πάει στην Αστυνομία το βίντεο θα βγει στη «φόρα». Ως ανέφερε, αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.1, γνώρισε την παραπονούμενη από ένα «group-ομάδα» στο Instagram, στην οποία συμμετείχε μια κοινή τους φίλη και άλλοι δύο νεαροί. Ήταν αυτή η φίλη τους που τον έβαλε στο «group». Μετά τη γνωριμία αυτή, η παραπονούμενη του έστειλε προσωπικό μήνυμα και άρχισαν να μιλούν. Η παραπονούμενη δεν γνώριζε ότι ο Μ.Υ.1 ήταν φίλος με τους κατηγορούμενους. Ούτε ο Μ.Υ.1 γνώριζε ότι η παραπονούμενη γνώριζε τους κατηγορούμενους. Το έμαθε μετά που τους συνέλαβαν, όταν ο κατηγορούμενος 2 του είπε ότι «βρεθήκασιν». Ήταν δε προφανές από τα όσα είπε στην κατάθεση του ο Μ.Υ.1, ότι ο κατηγορούμενος 2, όταν του είπε ότι συναντήθηκαν με μια [το όνομα της παραπονουμένης ] και «γλείφτηκαν» - αντάλλαξαν φιλιά μεταξύ τους, δεν του είχε πει τότε, πέραν του ονόματος, ότι ήταν η παραπονούμενη αλλά ήταν αργότερα, μια μέρα που είδε τον Μ.Υ.1 να μιλά με την παραπονούμενη στο Instagram, που του είπε ποια ήταν. Εξήγησε ο Μ.Υ.1 ότι ήταν μετά τη σύλληψη των κατηγορουμένων που ο κατηγορούμενος 2 του είπε ότι συναντήθηκαν οι κατηγορούμενοι με την παραπονούμενη και έγινε ό,τι έγινε. Ήταν δε πειστικός ο Μ.Υ.1, ότι ενώ μιλούσε φιλικά με την παραπονούμενη στο Instagram, όταν εκείνη του ζητούσε να συναντηθούν από κοντά, έβρισκε διάφορες δικαιολογίες και την απόφευγε, καθότι ως εξήγησε, τότε αυτός είχε άλλη κοπέλα και δεν θεωρούσε σωστό να συναντήσει την παραπονούμενη ούτε σε φιλικό επίπεδο. Είπε επίσης ότι μιλούσε με την παραπονούμενη για ένα με δύο μήνες, πριν 4 περίπου χρόνια, το 2019 με
  7. Αναφορικά με το ότι η παραπονούμενη του είπε, όταν μιλούσαν στο Instagram, ότι τη βίασαν 3 άτομα σε ένα πάρτι, σε ένα σπίτι και ότι την «έβγαλαν» βίντεο, ο Μ.Υ.1 με ειλικρίνεια δέχθηκε ότι με την παραπονούμενη μιλούσαν φιλικά και δεν μιλούσαν για τα προσωπικά τους. Με ειλικρίνεια, ανέφερε ότι δεν θυμόταν πως έγινε αυτή η συζήτηση αλλά ήταν σταθερός ως προς το ότι έγινε, ότι η παραπονούμενη του είπε τα πιο πάνω και μάλιστα είπε ότι η παραπονούμενη ανέφερε αυτό και σε άλλο «group» με άλλα άτομα. Εκείνο δε που θυμόταν ο Μ.Υ.1, ήταν ότι η παραπονούμενη του ανέφερε ότι βγήκαν έξω σε ένα πάρτι, σε ένα σπίτι, έπιναν ποτά, ήταν μεθυσμένη, τη βίασαν 3 άτομα, «έβγαλαν» βίντεο και της είπαν ότι εάν πάει Αστυνομία θα βγάλουν «έξω» τούτο το βίντεο. Δεν του ανέφερε όμως ποια ήταν αυτά τα 3 άτομα. Μάλιστα ο Μ.Υ.1 ανέφερε, κάτι που δείχνει και τη γνησιότητα της θέσης του, ότι είπε τότε στην παραπονούμενη ότι το ίδιο έτυχε σε συγγενικό του πρόσωπο και ότι πήγε με αυτό στην Αστυνομία. Είπε επίσης ότι η παραπονούμενη δεν ανέφερε πότε έγινε αυτό. Ήταν δε σταθερός ως προς το τι του είπε η παραπονούμενη για το βίντεο και δεν δέχθηκε ότι μπορεί να μην την απειλούσαν για κάποιο βίντεο και απλά του εξέφραζε φόβο να πάει να καταγγείλει το συμβάν μήπως υπάρχει βίντεο και βγει στη φόρα, ως του υποβλήθηκε. Δέχθηκε δε με ειλικρίνεια ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει ούτε είδε ποτέ του αυτό το βίντεο. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Υ.1 γίνεται δεκτή. Όπως και για τον Μ.Υ.1, αξιολογήσαμε τη μαρτυρία του Μ.Υ.2 με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη τη σχέση του με τους κατηγορούμενους. Στο πλαίσιο αυτό λάβαμε υπόψη ότι, ως είπε, γνωρίζει τους κατηγορούμενους 1 και 2 από το δημοτικό και τον κατηγορούμενο 3 από την Τεχνική. Αντεξεταζόμενος, δεν συμφώνησε ότι εξακολουθούν να είναι καλοί φίλοι με τους κατηγορούμενους, λέγοντας ότι τα τελευταία 1-2 χρόνια απομακρύνθηκαν γιατί άλλαξαν οι παρέες τους και δεν συναντιόνται καθόλου πλέον και διερωτήθηκε τι όφελος θα είχε να έλθει στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τους κατηγορούμενους και ιδιαίτερα τον κατηγορούμενο 2, ως του υποβλήθηκε, με δεδομένο ότι εδώ και 2 χρόνια δεν μιλούν. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του έχοντας υπόψη και τα πιο πάνω, πρέπει να πούμε ότι και ο Μ.Υ.2 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Και αυτός ανέφερε όσα γνώριζε για την υπόθεση, αποκαλύπτοντας τις πηγές της γνώσης του, ήταν σταθερός στις θέσεις του και άφησε την εικόνα ενός ειλικρινούς μάρτυρα. Ούτε ως προς αυτό διαφάνηκε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τους κατηγορούμενους λέγοντας ψέματα, ως του υποβλήθηκε. Ως ανέφερε, γνωρίζει τον κατηγορούμενο 2 από το δημοτικό. Γνώριζε δε ότι η παραπονούμενη μιλούσε με τον κατηγορούμενο
  8. Μια μέρα, ενώ ο τελευταίος βρισκόταν στο αυτοκίνητο μαζί του, ο Μ.Υ.2 είδε έξω από το Γ.Σ.Ο. την παραπονούμενη και τη φίλη της την Ντιάνα και ρώτησε τον κατηγορούμενο 2 εάν ήταν η κοπέλα με την οποία μιλούσε. Εκείνος του απάντησε καταφατικά. Στάθμευσαν στον χώρο στάθμευσης του Γ.Σ.Ο. και έκατσαν και μιλούσαν με τις δύο κοπέλες. Μετά από 5-10 λεπτά ο κατηγορούμενος 2 και η παραπονούμενη έφυγαν από εκεί και πήγαν λίγο πιο μακριά από τον Μ.Υ.2 και την άλλη κοπέλα, σε σημείο όπου δεν τους έβλεπαν. Επέστρεψαν μετά από περίπου μισή ώρα και ο Μ.Υ.2 με τον κατηγορούμενο 2 έφυγαν. Όταν μπήκαν στο αυτοκίνητο, ο Μ.Υ.2 ρώτησε τον κατηγορούμενο 2 τι έκαναν με την παραπονούμενη και εκείνος του είπε ότι η παραπονούμενη «έκαμεν του πίπα τζιαί ότι ήταν πολλά ωραία». Μετά μετέφερε τον κατηγορούμενο 2 στο σπίτι του. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.2, ανέφερε ότι η προαναφερόμενη συνάντηση με την παραπονούμενη στο Γ.Σ.Ο. ήταν τυχαία, ήταν η μοναδική και έμειναν στον χώρο για 30 με 40 λεπτά. Ήταν δε κατηγορηματικός ότι δεν ήταν παρών τότε ο κατηγορούμενος 1 αλλά μόνο ο κατηγορούμενος
  9. Με ειλικρίνεια ανέφερε δε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο βρέθηκαν στο Γ.Σ.Ο. η παραπονούμενη με τη φίλη της την Ντιάνα και τους κατηγορουμένους 1 και
  10. Δεν δέχθηκε όμως υποβολή ότι δεν έγινε τίποτα από όσα είπε. Αναφορικά με το ότι σε υποβολή ότι ουδέποτε η παραπονούμενη έκανε στοματικό έρωτα στον κατηγορούμενο 2, απάντησε «Εγώ πιστέφκω τον Νικόλα, ό,τι μου είπε ο Νικόλας» θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτό δεν δείχνει ότι είπε ψέματα για να βοηθήσει τον κατηγορούμενο
  11. Αυτό καθότι, σε προηγούμενη ερώτηση, είπε με ειλικρίνεια ότι δεν είδε και δεν μπορεί να γνωρίζει τι ακριβώς έγινε μεταξύ του κατηγορουμένου 2 και της παραπονουμένης και ότι αυτά που ανέφερε είναι όσα του είπε ο κατηγορούμενος
  12. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Υ.2 γίνεται δεκτή με μόνη εξαίρεση αυτή που αφορά το ότι κατά την προαναφερόμενη συνάντηση, η παραπονούμενη έκανε στοματικό έρωτα στον κατηγορούμενο
  13. Αυτό καθότι είναι προφανές ότι η μαρτυρία αυτή αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία εφόσον ο Μ.Υ.2 δεν είδε ο ίδιος να γίνεται κάτι τέτοιο αλλά ανέφερε στο Δικαστήριο τι του είπε ο κατηγορούμενος
  14. Ήταν δε αναφαίρετο δικαίωμα του κατηγορουμένου 2 να τηρήσει το δικαίωμα της σιωπής κατά την ακροαματική διαδικασία. Από την άλλη όμως ενόψει του ότι ήταν το πρόσωπο στο οποίο ο Μ.Υ.2 απέδωσε την πιο πάνω αρχική δήλωση, η μη κατάθεση του στέρησε από το Δικαστήριο την ευχέρεια να αξιολογήσει και να κρίνει το αξιόπιστο αυτής. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω, το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης καθώς και ότι η εξ ακοής αυτή μαρτυρία ήταν σημαντική για την υπόθεση, κρίνουμε με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, ότι δεν μπορεί να της δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217 και Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1108 και Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου
(2016)1Β Α.Α.Δ. 1779). Αναφορικά με τη Μ.Κ.3, εξετάσαμε τη μαρτυρία αυτής με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας κατά νου ότι είναι η μητέρα της παραπονουμένης. Πρέπει ευθύς εξ αρχής να πούμε ότι η Μ.Κ.3 δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Ήταν έκδηλη η προσπάθεια της να δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις για τους κατηγορούμενους και να υποστηρίξει την εκδοχή της κόρης της ενώ δεν είχε καμία προσωπική γνώση ως προς τα γεγονότα. Στην κατάθεση της (ημερ. 13/02/2021 - Τεκμήριο 20Α-Β), την οποία υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέταση της, ανέφερε ότι όταν η παραπονούμενη επέστρεψε στο σπίτι της Μ.Κ.3 από το σπίτι του πατέρα της, δεν της είπε οτιδήποτε για τον πατέρα της, αλλά έκλαιγε συνέχεια. Στην κυρίως εξέταση, όταν της ζητήθηκε να αναφερθεί στη συμπεριφορά και στην ψυχολογική κατάσταση της παραπονουμένης για την περίοδο μετά που επέστρεψε από τον πατέρα της, η Μ.Κ.3 ανέφερε ότι η ψυχολογική της κατάσταση δεν ήταν καθόλου καλή. Χωρίς να έχει προσωπική γνώση αλλά και χωρίς να πει πως το γνώριζε (να σημειωθεί ότι ούτε η παραπονούμενη ήταν σε θέση να πει ακριβώς τον χρόνο) είπε ότι το επίδικο συμβάν έγινε δύο με τρεις μέρες μετά που επέστρεψε η παραπονούμενη στο σπίτι της και πρόσθεσε ότι μετά ήταν σε πολύ δύσκολη κατάσταση και όταν τη ρωτούσε συνεχώς «Τι έχεις;», η παραπονούμενη δεν της έλεγε. Παρά ταύτα η Μ.Κ.3 δήλωσε ότι ήταν σίγουρη ότι δεν της το έλεγε γιατί ήξερε ότι «αυτοί μπορεί να μου κάνουν κακό και γι' αυτό δεν μου το είπε εμένα και πήγε και το είπε στη φίλη μου». Με άλλα λόγια, χωρίς να γνωρίζει κατά τον χρόνο εκείνο ότι επισυνέβη το επίδικο περιστατικό, εκ των υστέρων και για να υποστηρίξει την εκδοχή της κόρης της, πιθανολογεί ότι η κατάσταση της τελευταίας τότε οφειλόταν σε αυτό. Στην αντεξέταση όταν της τέθηκε η θέση ότι, το ότι η παραπονούμενη έκλαιγε κατά τη διάρκεια που διέμενε μαζί της δεν σημαίνει ότι συνδέεται με το επίδικο περιστατικό, επέμενε ότι είχε σχέση με αυτό. Εδώ να υπομνήσουμε ότι ακόμη και εάν γινόταν δεκτό ότι η κατάσταση και η συμπεριφορά της παραπονουμένης τότε ήταν αυτή που περιέγραψε η Μ.Κ.3, δεν μπορεί να αποκλεισθεί αυτή να οφείλεται στο ότι, ως η ίδια η παραπονούμενη ισχυρίσθηκε, κατά την παραμονή της στον πατέρα της, υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από αυτόν, κάτι που η Μ.Κ.3 επίσης έμαθε εκ των υστέρων, όπως έμαθε και για το επίδικο περιστατικό. Το ότι προσπάθησε να υποστηρίξει την εκδοχή της κόρης της και να δημιουργήσει αρνητική εικόνα για τους κατηγορούμενους, προκύπτει και από το ότι κατά την κυρίως εξέταση της, η Μ.Κ.3 είπε, αναφερόμενη στους κατηγορούμενους, «Δεν ξέρω, αυτοί δέχονται να κάνουν έτσι στες κόρες τους; Με βλέπουνε σαν να θέλουν να με σφάξουν. Άσε να σκεφτούν ότι συνέβηκε στην αδελφή τους. Εγώ δεν μπορώ να μιλώ, αφήνω το δίκαιο μου στο Θεό και σε αυτούς εάν είναι δίκαιοι για να πάρουν το δίκαιο του παιδιού μου από αυτούς». Ως προς τούτο να λεχθεί ότι δεν παρατηρήσαμε οι κατηγορούμενοι να είχαν τέτοια έκφραση ή να έκαναν οποιοδήποτε μορφασμό που να δώσει τέτοια εντύπωση. Όταν στην αντεξέταση της ρωτήθηκε σχετικά, η Μ.Κ.3 μετέβαλε τη θέση της αναφέροντας πλέον ότι σίγουρα τη βλέπουν με ειρωνεία, κάτι που επίσης δεν παρατηρήσαμε. Ως προς τη σχέση της με την παραπονούμενη, στην κατάθεση της ανέφερε ότι κατά τον Οκτώβριο του 2019, η παραπονούμενη έκανε καταγγελία εναντίον της στην Αστυνομία ότι τη χτυπούσε και σε άλλο σημείο είπε ότι η εν λόγω καταγγελία είναι ψέματα και πιστεύει ότι η κόρη της την έκανε επειδή εκείνο τον καιρό είχε κακές παρέες. Όταν όμως στην αντεξέταση της εύλογα, ενόψει του πιο πάνω, ρωτήθηκε κατά πόσο η κόρη της λέει ψέματα, υπεκφεύγοντας ώστε να μην εκθέσει με οποιονδήποτε τρόπο την παραπονούμενη και για να στηρίξει την εκδοχή της τελευταίας, απάντησε «Δεν έχει κανένα μες το συμβάν αυτό που είναι άγγελος. Δεύτερο, όσον αφορά το περιστατικό για τον βιασμό της κόρης μου δεν υπάρχουν ψέματα και ορκίστηκα στο Ευαγγέλιο. Τα είπα όπως μου τα είπε η κόρη μου, έτσι έγινε ακριβώς γιατί έχω δει με τα μάτια μου την κατάστασή της». Δέχθηκε δε ότι ορκίστηκε στο Ευαγγέλιο και ό,τι είπε μέχρι τότε στο Δικαστήριο είναι αλήθεια. Όταν της τέθηκε ότι άρα είναι η θέση της ότι η καταγγελία που έκανε στην Αστυνομία το 2019 η κόρη της εναντίον της ότι τη χτυπούσε είναι ψέματα, αφού της επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο ώστε να μην αυτοενοχοποιηθεί από οποιαδήποτε απάντηση της είπε «Δεν υπάρχει απάντηση. Εγώ είμαι εδώ για την κόρη μου, όχι για οτιδήποτε άλλο». Στην κυρίως εξέταση της, είπε ότι όταν η παραπονούμενη ήταν 13 ετών και μέχρι περίπου τα 15 της, η σχέση τους ήταν πάρα πολύ δύσκολη, δηλαδή δεν την άκουγε, δεν διάβαζε και όταν είχε την ανάμειξη με το «Γραφείο» άλλαξε εντελώς, δηλαδή όταν έβγαινε επέστρεφε αργά, στο σχολείο μια μέρα πήγαινε, την άλλη μέρα δεν πήγαινε, δεν διάβαζε καθόλου και συνέχιζε να έχει τις κακές παρέες. Σήμερα οι σχέσεις τους είναι πολύ καλές, όπως παλιά που δεν μπορούσε να πάει σε κάποιο μέρος χωρίς την κόρη της και δεν έχει αυτές τις κακές παρέες που έκανε. Στην κατάθεση της είπε ότι όταν το Γραφείο Ευημερίας πήρε την κόρη της στις Στέγες, η ίδια έβλεπε ότι η κόρη της συνέχιζε να κάνει κακές παρέες με άτομα που έπιναν αλκοόλ και ναρκωτικά. Όταν στην αντεξέταση της ρωτήθηκε τι γνωρίζει και τι εννοεί με αυτό, είπε ότι όταν η κόρη της ήταν 13 χρονών αργούσε να επιστρέψει στο σπίτι και ότι η ίδια έβλεπε «άλλα κοριτσάκια που έμπαιναν σε αυτοκίνητο με μεγάλα αγόρια» όχι την κόρη της, τις άλλες κοπέλες. Γνωρίζει τα άτομα που ανέφερε γιατί τους έβλεπε κοντά από το σπίτι της και σε άλλους τόπους. Με άλλα λόγια πιθανολογούσε. Σε άλλο δε σημείο όταν ρωτήθηκε κατά πόσο υπάρχουν πολλά πράγματα για τη ζωή της κόρης της που δεν γνωρίζει διότι έκανε τέτοια ζωή που δεν μπορούσε να την ελέγξει, απάντησε ότι ό,τι έκανε η κόρη της το γνώριζε. Από την άλλη όμως είπε ότι δεν γνώριζε αλλά υποψιαζόταν ότι η κόρη της από 13 χρονών έκανε ναρκωτικά. Δεν δέχθηκε δε ότι η κόρη της έκανε σεξ με αγόρια από την ηλικία των 13 ετών, κάτι που όμως ευσταθεί ως η ίδια η παραπονούμενη ανέφερε και δείχνει ότι η Μ.Κ.3 είτε δεν γνώριζε τόσο καλά την κόρη της είτε ότι προσπάθησε να μη δημιουργήσει οποιανδήποτε εικόνα για αυτήν, που θεωρούσε ότι δεν θα ήταν θετική. Ως προς τα όσα της ανέφερε η Μ., μετά που η Μ.Κ.3 πήρε ξανά κοντά της την παραπονούμενη (μετά που εξασφάλισε δηλαδή διάταγμα του Οικογενειακού Δικαστηρίου) και δη αυτά που σύμφωνα με τη Μ. της είπε η παραπονούμενη για το περιστατικό με τον πατέρα της και το επίδικο περιστατικό, σημειώνουμε ότι αυτά συνιστούν εξ ακοής μαρτυρία δευτέρου βαθμού, με τις αρχικές δηλώσεις να προέρχονται από την παραπονούμενη. Η Μ. δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο για να καταθέσει αλλά κατέθεσε η παραπονούμενη, η οποία έκανε τις αρχικές δηλώσεις και η μαρτυρία της θα αξιολογηθεί. Συνεπώς κρίνουμε ότι τα όσα ανέφερε η Μ. στη Μ.Κ.3 δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη. Ως προς τα όσα δε είπε η Μ.Κ.3 και δη ότι η παραπονούμενη της επιβεβαίωσε τα όσα της είπε η Μ., με δεδομένο ότι η εν λόγω μαρτυρία δεν τέθηκε ως πρώτο παράπονο εν την εννοία του άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, πρόκειται για αυτοεξυπηρετικές δηλώσεις, η οποία με βάση τον σχετικό κανόνα απόδειξης που αποκλείει τέτοια μαρτυρία, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές (βλ. Τρύφωνος v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 49/19, ημερ. 08/04/2020 και Ε.Σ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 231/18 ημερ. 19/11/2019). Ως εκ των άνω, η μαρτυρία της Μ.Κ.3, δεν γίνεται δεκτή. Όσον αφορά την παραπονούμενη πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα αυτή ανέφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της (Τεκμήριο 5Α-Β - Τεκμήριο 4 η απομαγνητοφώνηση της), η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της καθώς και τα όσα ανέφερε κατά την ένορκη μαρτυρία της αλλά και τις θέσεις που της υπέβαλαν οι συνήγοροι Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση της, προκύπτει ως κοινώς παραδεκτό γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ήρθαν σε σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη. Αμφισβητήθηκε όμως από πλευράς των κατηγορουμένων, η θέση της παραπονουμένης ότι η εν λόγω επαφή έγινε με τη χρήση βίας και χωρίς τη θέληση της καθώς και ότι ο κατηγορούμενος 1, με τη συνδρομή των κατηγορουμένων 2 και 3, με τη χρήση βίας, έβαλε τα δάκτυλα του στο γεννητικό της όργανο. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονουμένης θα γίνει λοιπόν έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αμφισβητούμενα γεγονότα. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης, παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα την παραπονούμενη κατά την ένορκη μαρτυρία της. Με την ίδια προσοχή εξετάσαμε εξονυχιστικά της μαρτυρία της στο σύνολο της, όχι αποσπασματικά και αντιπαραβάλλοντας τη βέβαια με την υπόλοιπη μαρτυρία. Περαιτέρω, λάβαμε υπόψη τόσο την ηλικία της κατά τον επίδικο χρόνο (είχε συμπληρώσει τα 14 έτη) και όταν αυτή έδινε την οπτικογραφημένη της κατάθεση (ήταν 15 ετών και 4 μηνών) όσο και κατά τον χρόνο που κατέθεσε στο Δικαστήριο (ήταν 18 ετών και 3 μηνών), τις ιδιαιτερότητες και την προσωπικότητα της, το οικογενειακό της υπόβαθρο, τα βιώματα της καθώς και κάθε άλλο σχετικό παράγοντα, ως τέθηκαν από τη λοιπή μαρτυρία. Σε αυτό το σημείο δέον όπως υπομνήσουμε ότι η παραπονούμενη έδωσε τη δια ζώσης μαρτυρία της από το Σπίτι του Παιδιού, μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας, μετά από σχετική διαταγή του Δικαστηρίου. Ως προς τούτο πρέπει να τονίσουμε ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν υπολειπόταν σε τίποτα από τις διαδικασίες κατά τις οποίες ο μάρτυρας καταθέτει με φυσική παρουσία στο Δικαστήριο. Είχαμε έτσι την ίδια ευχέρεια να παρακολουθήσουμε και παρακολουθήσαμε, με ιδιαίτερη προσοχή, τη μαρτυρία της παραπονουμένης, τον τρόπο που κατέθεσε και τις αντιδράσεις της. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία της παραπονουμένης, στη βάση όλων των πιο πάνω παραμέτρων αλλά και της σχετικής νομολογίας, πρέπει να πούμε εξ αρχής - θα εξηγήσουμε τους λόγους εν συνεχεία - ότι η παραπονούμενη δεν άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και ότι η ποιότητα της μαρτυρίας της δεν ήταν καλή. Στην προσπάθεια της να πείσει για την αλήθεια της εκδοχής της, παρουσίασε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο σωρεία λεπτομερειών ως προς ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, τα οποία δεν ανέφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεσή της, ως θα αναμενόταν. Περαιτέρω, αρκετές ήταν οι φορές που ανέφερε ότι δεν θυμόταν ουσιώδη γεγονότα και λεπτομέρειες από το επίδικο συμβάν. Έχοντας δε επίγνωση τούτου, προσπάθησε κατά την ένορκη μαρτυρία της να δικαιολογήσει το γεγονός αυτό με τον ισχυρισμό ότι η υπερευαισθησία που ένιωθε δεν της επέτρεπε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες τόσο στην Αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο. Εξέταση δε της μαρτυρίας της καταδεικνύει έλλειψη συνοχής και ουσιώδεις αντιφάσεις. Πλείστες δε εκ των ουσιωδών θέσεων της δεν είναι πειστικές, είτε στερούνται λογικής ενώ άλλες διαψεύδονται από άλλη μαρτυρία που έγινε δεκτή. Συγκεκριμένα: Η παραπονούμενη ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της ότι για κάποιες μέρες πριν το επίδικο περιστατικό συνομιλούσε με τον κατηγορούμενο 1 με σκοπό να διευθετήσουν συνάντηση για να καπνίσουν «χόρτο» και να χαλαρώσουν. Σε άλλο σημείο της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 τελικά δεν κάπνισε «χόρτο» με τη δικαιολογία ότι θα οδηγούσε. Κατά την αντεξέταση της ερωτώμενη αν ο σκοπός της συνάντησης ήταν να κάνει χρήση κάνναβης με τον κατηγορούμενο 1, αρχικά συμφώνησε αναφέροντας ότι «θα βγαίναμε έξω, θα κάναμε παρέα, θα καπνίζαμε, θα χαλαρώναμε». Στη συνέχεια όμως, αναιρώντας τα πιο πάνω, ανέφερε «Είπα ότι εγώ θα κάπνιζα, δεν ξέρω εάν θα κάπνιζε μαζί μου αλλά θεώρησα ότι θα κάπνιζε και αυτός μαζί μου διότι γιατί αλλιώς να βρισκόμασταν; Για να καπνίσω εγώ;». Όταν δε ο συνήγορος του κατηγορουμένου 1 της έθεσε ότι η εν λόγω αναφορά της είναι αντίθετη με την πρώτη εκδοχή που έδωσε ως προς τον σκοπό της συνάντησης της με τον κατηγορούμενο 1, στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει την εν λόγω ανακολουθία ανέφερε ότι ήθελε απλά να ξεκαθαρίσει ότι δεν είπε ότι θα κάπνιζε μαζί της και ότι απλά έτσι θεώρησε η ίδια. Ακολούθως όταν της τέθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν κάπνιζε και δεν καπνίζει ούτε κάνναβη ούτε τσιγάρα, μη πειστικά απάντησε «Δεν ξέρω εάν καπνίζει ή δεν καπνίζει». Περαιτέρω, τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση, η παραπονούμενη ανέφερε ότι μαζί της «χόρτο» κάπνισε ο κατηγορούμενος
  1. Στην αντεξέταση όταν της υποβλήθηκε ότι δεν είναι ο κατηγορούμενος 1 που συμφώνησε μαζί της να αγοράσουν χόρτο αλλά ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος πράγματι το αγόρασε, η παραπονούμενη επέμενε ότι είναι με τον κατηγορούμενο 1 που αντάλλαζε μηνύματα και που συμφώνησε. Όταν στη συνέχεια της υποβλήθηκε ότι μάλλον τα έχει συγχύσει ή ότι λέει ψέματα απάντησε με εκνευρισμό «Όπως είπα δεν συγχύζομαι, δεν μπερδεύομαι για το τί έγινε. Είστε ανόητος;». Εδώ να λεχθεί ότι, από τα όσα η ίδια η παραπονούμενη ανέφερε σε σχέση με τα ναρκωτικά κατά το επίδικο βράδυ, προκύπτει ότι αυτή έκανε χρήση τέτοιων με τον κατηγορούμενο 2 αφού η ίδια προηγουμένως έδωσε σε αυτόν χρήματα για τον σκοπό αυτό και αφού ο κατηγορούμενος 2 πήγε σε συγκεκριμένο χώρο όπου συνάντησε πρόσωπα που γνώριζε, τα οποία και τον προμήθευσαν. Σε μεταγενέστερο στάδιο της αντεξέτασης της, όταν η παραπονούμενη ρωτήθηκε γιατί έδωσε χρήματα στον κατηγορούμενο 2 για να αγοράσει «χόρτο» αφού σκόπευε να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο 1 για να καπνίσουν, μη πειστικά απάντησε ότι επειδή ο κατηγορούμενος 2 ήρθε, μετά από αυτό, αποφάσισαν ότι ο τελευταίος θα αγόραζε το «χόρτο». Η όλη θέση της παραπονουμένης λοιπόν σε σχέση με το με ποιον και για ποιο λόγο διευθέτησαν να συναντηθούν κατά την επίδικη μέρα δεν είναι πειστική. Σε σχέση δε με τη μαρτυρία της παραπονουμένης που αφορά αυτό καθ' αυτό το επίδικο περιστατικό πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχάς να λεχθεί ότι κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της η παραπονούμενη παρέθεσε σωρεία λεπτομερειών τις οποίες παρέλειψε να αναφέρει στην οπτικογραφημένη της κατάθεση, αποδίδοντας την εν λόγω παράλειψη στο γεγονός ότι ήταν «υπερευαίσθητη» και «κατακλυσμένη από διάφορα συναισθήματα» που δεν της επέτρεπαν να θυμηθεί και να αναφέρει λεπτομέρειες για το επίδικο περιστατικό. Αρκετές ήταν οι φορές που απαντούσε «Δεν θυμάμαι», «Δεν ξέρω» και «Δεν γνωρίζω». Πέραν τούτου να λεχθεί ότι σε κάποιες περιπτώσεις ενώ αρχικά έδιδε σχετική απάντηση ως προς συγκεκριμένο γεγονός, στη συνέχεια όταν ερωτάτο ξανά επί του θέματος απαντούσε ότι δεν θυμόταν. Κατά την κυρίως εξέταση της, ανέφερε ότι μετά την αγορά της κάνναβης, ο κατηγορούμενος 2 επέστρεψε, μπήκε στο αυτοκίνητο και μετέβηκαν σε άλλο μέρος. Στη συνέχεια όταν μετέβηκαν σε άλλη περιοχή, αυτή και ο κατηγορούμενος 2 κάπνισαν «χόρτο». Δεν θυμάται αν κάπνισε το τρίτο άτομο, αλλά θυμάται ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν κάπνισε γιατί θα οδηγούσε. Αφού κάπνισαν «χόρτο», της ζήτησαν να καθίσει στο μπροστινό κάθισμα γιατί το πίσω κάθισμα ήταν μικρό για τέσσερα άτομα. Ενώ οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και το τρίτο πρόσωπο μιλούσαν, άρχισε να νιώθει αδύναμη και όλα ήταν θολά. Τότε ήταν που άκουσε τον κατηγορούμενο 2 να λέει «Να τη βιάσουμε τζιαί κάνει». Η παραπονούμενη δεν μπορούσε να κινηθεί. Δεν ήξερε τι να κάνει αφού ως ανέφερε «δεν ήξερα πού ήμασταν, δεν μπορούσα να περπατήσω κανονικά επειδή ένιωθα ζαλισμένη και δεν ήξερα ποιου να τηλεφωνήσω. Οι φίλοι μου ήταν της ηλικίας μου, οπότε δεν είχαν αυτοκίνητο κατά την περίοδο εκείνη και η μητέρα μου είχε την εντύπωση ότι θα πήγαινα σε party και όχι να πάω να καπνίσω χόρτο με τρεις άντρες και βασικά ήμουν σοκαρισμένη». Στη συνέχεια της ζήτησαν να πάει να καθίσει στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, όπως και έγινε. Μετά από λίγα λεπτά, ο κατηγορούμενος 2 και το τρίτο πρόσωπο άρχισαν να την κρατούν από τα χέρια και η παραπονούμενη προσπαθούσε να μετακινήσει τα χέρια και τα πόδια της λέγοντας τους «όχι, αφήστε με ήσυχη». Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος 1, ο οποίος είχε πριν πάει και κάτσει στο μπροστινό κάθισμα, γύρισε προς τα πίσω και αφού της κατέβασε το παντελόνι, εισχώρησε το χέρι του στο αιδοίο της, κινώντας αυτό μέσα έξω και μπρος πίσω. Εδώ να λεχθεί ότι σε άλλο σημείο της κυρίως εξέτασης της πρόσθεσε ότι ο κατηγορούμενος 2 και το τρίτο πρόσωπο κάθονταν δίπλα και της κρατούσαν και τα πόδια της ανοιχτά. Στην οπτικογραφημένη κατάθεση της όμως παρέθεσε ουσιωδώς διαφορετικά τα γεγονότα που αφορούν το πιο πάνω μέρος του επίδικου περιστατικού. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι «ήπιαμε ψηλή αλλά τζίν τη μέρα εν ένιωθα ας πούμε εν ήμουν... ένιωσα πολλά έτσι χαλαρά, εν ήταν, εν εξανάνιωσα έτσι and ο ένας εβάστα μου τα σιέρκα μου ο άλλος εκατέβασε, μου τα παντελόνια μου». Δηλαδή, υποστήριξε ότι ένας ήταν αυτός που της κρατούσε τα χέρια και όχι δύο. Όταν δε της ζητήθηκε να αναφέρει ποιος την κρατούσε από τα χέρια, ανέφερε «Εν είδα. Εν είδα. Έν εμπορούσα να δω». Περαιτέρω, ως προς τις δικές της αντιδράσεις ανέφερε ότι «Εν εμπορούσα να μιλήσω τζίντη μέρα, το στόμα μου ήταν κάπως, εν είχα δύναμη. And πριν που τούτο, που εκαθούμασταν, άκουσα τον ένα που είπε στους άλλους κάπως πρώην μου, είπε στους άλλους «να την βιάσουμε τζαι κανεί» αλλά εν... ενόμιζα εν ήταν να κάμουν κάτι cause, γιατί να κάμουν έτσι πράμα, ήξερα τους πολλή τζαιρό, εν τους είχα για έτσι άτομα», κάτι που δείχνει ότι δεν αντέδρασε με οποιοδήποτε τρόπο καθότι δεν πίστευε ότι θα της έκαναν κάτι. Κατά την αντεξέταση της αρνήθηκε τη θέση ότι η εκδοχή που έδωσε στο Δικαστήριο αναφορικά με την ως άνω αναφερόμενη σεξουαλική επίθεση εναντίον της, είναι διαφορετική από αυτά που ανέφερε στην οπτικογραφημένη της κατάθεση. Στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει την ανακολουθία στην εκδοχή της, ανέφερε, σε σχέση με το αν είδε ποιος της κρατούσε τα χέρια, ότι αν και δεν μπορούσε να δει ποιος ήταν, ήξερε ότι ήταν αυτοί επειδή την κρατούσαν από το πλευρό. Δικαιολόγησε το γεγονός ότι δεν έκανε τέτοια αναφορά στην Αστυνομία επειδή ήταν φορτισμένη και δεν ήξερε τι να πει, δικαιολογία που πρέπει να λεχθεί ότι έδωσε και σε άλλες περιπτώσεις που της τέθηκαν ασυνέπειες ή αντιφάσεις στη μαρτυρία της. Όταν της υποδείχθηκε και η αντίφαση ως προς τον αριθμό των ατόμων που κρατούσαν τα χέρια της, ανέφερε και πάλι ότι ήταν πάρα πολύ φορτισμένη για να μπορεί να τους δώσει την κάθε λεπτομέρεια. Στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε στην Αστυνομία ότι εκτός από τα χέρια την κρατούσαν και από τα πόδια, απέδωσε την εν λόγω ανακολουθία σε κάτι άλλο και δη στο ότι ήταν πολύ φοβισμένη και δεν μπορούσε να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις λεπτομερώς. Αξίζει να σημειωθεί ότι όταν της υποβλήθηκε ότι ο λόγος για τον οποίο υπάρχει τέτοια σύγχυση στην εκδοχή της είναι επειδή ουδέποτε της περιόρισαν τα χέρια και τα πόδια, ζήτησε διάλειμμα και μετά το διάλειμμα απάντησε στην ερώτηση «Αυτό είναι ψέμα και συνέβηκε». Σε άλλο μέρος της αντεξέτασης της, όταν της υποβλήθηκε η θέση ότι το τρίτο άτομο ουδέποτε την άγγιξε, αναφέρθηκε μόνο σε περιορισμό των χεριών της από αυτόν, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε περιορισμό των ποδιών της («περιόρισε τα χέρια μου και έτσι, ναι, με άγγιζε»). Εδώ να λεχθεί ότι, αντίθετα με την οπτικογραφημένη κατάθεση της, στην κυρίως εξέταση της, μεταβάλλοντας τη θέση της, υποστήριξε βασικά ότι αντέδρασε λέγοντας τους «Όχι. Αφήστε με ήσυχη» και ότι προσπαθούσε να μετακινήσει τα χέρια της και τα πόδια της. Στην αντεξέταση της ισχυρίστηκε ότι η αντίσταση της ξεκίνησε μόλις άρχισαν να την κρατούν από τα χέρια και τα πόδια. Ως ανέφερε, στην αρχή προσπάθησε να κινήσει τα χέρια της και τα πόδια της και τους είπε «όχι» αλλά αυτοί δεν σταμάτησαν. Όταν της υποβλήθηκε ότι στην οπτικογραφημένη κατάθεση δεν ανέφερε αυτό, η παραπονούμενη απέδωσε και πάλι αυτό το γεγονός στο ότι ήταν φορτισμένη και για αυτό υπήρξαν κάποιες λεπτομέρειες τις οποίες δεν τους είπε. Όταν της τέθηκε ότι στην πραγματικότητα δεν υπήρξε είτε λεκτική ή με οποιοδήποτε τρόπο σωματική αντίδραση εκ μέρους της και ότι αν πράγματι είχε αρνηθεί θα ήταν το πρώτο πράγμα που θα έλεγε στους Αστυνομικούς, το απέδωσε και πάλι στο ότι δεν μπορούσε να τους δώσει πολλές λεπτομέρειες επειδή ήταν φορτισμένη, επιμένοντας ότι η «άρνηση της» αποτελεί λεπτομέρεια και όποιες λεπτομέρειες δεν είχε δώσει στην Αστυνομία ήταν εξαιτίας της φόρτισης που ένιωθε. Εδώ να λεχθεί ότι δεν αποτελεί απλά λεπτομέρεια αλλά ουσιώδες γεγονός, το οποίο λογικά αναμένεται να αναφέρει ένα θύμα σεξουαλικής κακοποίησης, ότι δηλαδή προέβαλε αντίσταση. Να συμπληρώσουμε δε ότι σε ερώτηση στην αντεξέταση της κατά πόσο είπε στους ψυχολόγους ότι ένιωθε ενοχές επειδή δεν αντέδρασε, απάντησε καταφατικά, κάτι που δείχνει ότι η θέση της και τότε ήταν ότι δεν αντέδρασε. Αυτό προκύπτει και από την έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης της (Τεκμήριο 45), όπου αναφέρεται (από τη Μ.Κ.11) ότι η παραπονούμενη εξέφρασε ενοχικά συναισθήματα για τη στάση που διατήρησε κατά τη διάρκεια των περιστατικών, ήτοι ότι δεν αντέδρασε και που εξέθεσε τον εαυτό της σε κίνδυνο. Ως εκ των άνω η θέση της ότι προέβαλε αντίσταση αποτελεί εκ των υστέρων σκέψη της που έγινε προφανώς για να πείσει ότι δεν συναίνεσε σε οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη. Περαιτέρω, ως προς τις αντιδράσεις της, κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι ο λόγος που είπε στο Δικαστήριο ότι δεν μπορούσε να κινηθεί, ότι ήταν ζαλισμένη, δεν ήξερε ποιου να τηλεφωνήσει και ήταν σοκαρισμένη, ήταν για να εξηγήσει γιατί δεν έκανε κάτι τη στιγμή που άκουσε την αναφορά «Να την βιάσουμε τζαι κανεί» παρόλο που, από τα όσα απάντησε φαίνεται ότι την πίστεψε, κάτι το οποίο βέβαια έρχεται σε αντίθεση με το ότι, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, υποστήριξε ότι αντέδρασε στο κατ' ισχυρισμό πρώτο περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης της. Ως δε ανέφερε, δεν έκανε τίποτα γιατί δεν ήξερε τι να κάνει και ήταν σοκαρισμένη. Αυτή της η θέση όμως είναι αντίθετη με αυτά που ανέφερε στην οπτικογραφημένη της κατάθεση, ήτοι ότι δεν αντέδρασε επειδή δεν πίστευε ότι θα έκαναν κάτι σε αυτήν αφού τους γνώριζε «πολλή καιρό» και δεν τους είχε για τέτοια άτομα. Όταν η εν λόγω αντίφαση της υποδείχθηκε από τον συνήγορο του κατηγορουμένου 1, απάντησε «Αυτό είναι βασικά του τι σημαίνει να είσαι σε κατάσταση σοκ», απάντηση η οποία δεν κρίνεται ως πειστική. Περαιτέρω, δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική η θέση της ότι, παρά το ότι άκουσε την πρόταση «Να τη βιάσουμε τζαι κανεί» και την πίστεψε, εντούτοις όταν της ζήτησαν να καθίσει στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου αυτή το έκανε. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να λεχθεί ότι ούτε η θέση της στην οπτικογραφημένη κατάθεση της ότι δεν αντέδρασε επειδή δεν πίστευε ότι θα έκαναν κάτι σε αυτήν αφού τους γνώριζε «πολλή καιρό» και δεν τους είχε για τέτοια άτομα, είναι πειστική καθότι ως προκύπτει από τα όσα η ίδια ανέφερε δεν τους γνώριζε στον βαθμό που υποστήριξε. Συγκεκριμένα: Στην οπτικογραφημένη της κατάθεση, ανέφερε ότι γνώρισε τον κατηγορούμενο 2 περίπου ένα χρόνο πριν το επίδικο περιστατικό. Ως προς τον κατηγορούμενο 1 ανέφερε ότι τον γνώρισε μέσω του κατηγορούμενου 2 και ότι επικοινωνούσε με αυτούς μέσω Instagram και τηλεφωνικώς. Περαιτέρω, σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και 2, ανέφερε ότι πριν το περιστατικό «ξαναβγήκαμε πολλές φορές» και ότι «ήξερα τους πολλή τζαιρό». Αντεξεταζόμενη αρχικά ανέφερε ότι δεν θυμάται πότε ήταν που γνώρισε τον κατηγορούμενο 2 ενώ αργότερα ανέφερε ότι τον γνώρισε μερικούς μήνες πριν το επίδικο περιστατικό. Αναφορικά δε με τις συναντήσεις που είχε με τους κατηγορούμενους 1 και 2, στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι αυτό έγινε τρεις φορές και ότι κάθε φορά ήταν μαζί και οι δύο. Ως δήλωσε, σε αυτές τις συναντήσεις ερχόταν και η φίλη της η Ντιάνα, έκαναν βόλτες με το αυτοκίνητο ή κάθονταν κοντά στο σπίτι της, το οποίο τότε ήταν κοντά στο Γ.Σ.Ο. Η ίδια και ο κατηγορούμενος 2 είτε φιλιούνταν, είτε μιλούσαν αλλά δεν είχαν οτιδήποτε πιο σεξουαλικό. Όταν δε στην αντεξέταση, της τέθηκε ότι οι τρεις φορές που συναντήθηκαν δεν θα χαρακτηρίζονταν ως «πολλές», μη πειστικά ανέφερε «Δεν γνωρίζω, εξαρτάται όμως πως βγαίνουμε έξω, πόσες ώρες βγαίνουμε έξω». Εδώ θα πρέπει να λεχθεί περαιτέρω, ότι η θέση της ότι συναντήθηκε με τους κατηγορούμενους 1 και 2 τρεις φορές και ότι κάθε φορά ήταν μαζί και οι δύο, διαψεύδεται από τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, η οποία έχει γίνει δεκτή και από την οποία προκύπτει ότι όταν αυτός και ο κατηγορούμενος 2 συναντήθηκαν με την παραπονούμενη και τη φίλη της κοντά στο Γ.Σ.Ο., ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν παρών. Για την επακόλουθη σεξουαλική επαφή, στην κυρίως εξέταση της αρχικά είπε ότι, μετά που ο κατηγορούμενος 1 εισχώρησε τα χέρια του στο αιδοίο της, αυτός βγήκε έξω από το αυτοκίνητο και κάθισε στο πίσω μέρος, όπου βρισκόταν η παραπονούμενη και την ανάγκασε να κάτσει πάνω του. Αυτή κοίταζε ευθεία προς τα καθίσματα και το κεφάλι της ήταν γερμένο πάνω στο μπροστινό κάθισμα του αυτοκινήτου. Σε άλλο όμως σημείο της κυρίως εξέτασης, είπε ότι όταν ο κατηγορούμενος 1 βγήκε από το αυτοκίνητο «αυτοί με σήκωσαν πάνω έτσι ώστε ο Κυριάκος να μπορεί να κάτσει πίσω και να μπορούν να με βάλουν πάνω του, ενώ το πέος του μπήκε μέσα μου», υποστηρίζοντας δηλαδή ότι ήταν τα άλλα δύο πρόσωπα που την έβαλαν να κάτσει πάνω στον κατηγορούμενο
  2. Μετά που έβαλε ο κατηγορούμενος 1 το πέος του στον κόλπο της ξεκίνησε να τη μετακινεί πάνω‑κάτω επειδή αυτή δεν μπορούσε να κινηθεί, δεν μπορούσε να μιλήσει. Εδώ να λεχθεί ότι η εν λόγω θέση της δεν κρίνεται λογική ενόψει των όσων είπε ότι προηγήθηκαν αλλά και του μεγέθους του πίσω μέρους του αυτοκινήτου. Συγκεκριμένα, προβάλλοντας την εκδοχή της για το περιστατικό που προηγήθηκε υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος 2 και το άλλο πρόσωπο, βρίσκονταν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου μαζί της και ενώ αυτή, ως προκύπτει από την αντεξέταση της, ήταν στη μέση, της κρατούσαν τα χέρια και τα πόδια. Ως προς το μέγεθος του αυτοκινήτου, προκύπτει από τα όσα η παραπονούμενη είπε στην κυρίως εξέταση (ότι της είπαν να κάτσει στο μπροστινό κάθισμα επειδή το πίσω κάθισμα ήταν μικρό για 4 άτομα) αλλά και στην αντεξέταση (ότι της είπαν να κάτσει μπροστά, ήθελαν να μιλήσουν και ένας από τα παιδιά ήταν χοντρός και έτσι δεν υπήρχε αρκετός χώρος για όλους τους στο πίσω μέρος), ότι δεν χωρούσαν να κάτσουν και οι τέσσερεις στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Ως εκ των άνω δεν είναι λογική η θέση της ότι βασικά ενώ αυτή βρισκόταν στο πίσω μέρος με τα άλλα δύο πρόσωπα, οι τελευταίοι τη σήκωσαν για να μπορέσει να κάτσει πίσω και ο κατηγορούμενος 1 και ότι μετά την έβαλαν να κάτσει πάνω στον κατηγορούμενο
  3. Στην αντεξέταση της, αρχικά ανέφερε ότι όταν ο κατηγορούμενος 1 ήρθε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου και ενώ αυτή βρισκόταν στη μέση, την έβαλε να καθίσει πάνω του «που το πλευρό, στη μια πλευρά» αλλά σε άλλο σημείο επανήλθε στην εκδοχή που έδωσε στην κυρίως εξέταση της, δηλαδή ότι πάνω στον κατηγορούμενο 1 κάθισε αφού την έβαλαν ο κατηγορούμενος 2 και το τρίτο πρόσωπο. Προφανώς, αντιλαμβανόμενη στην αντεξέταση την ασυνέπεια στην εκδοχή της, ανέφερε ότι όταν ο κατηγορούμενος 1 ήρθε στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, ο ένας από αυτούς που ήταν στο πίσω μέρος βγήκε έξω ώστε να μπορεί να μπει μέσα ο κατηγορούμενος
  4. Υποστήριξε όμως και πάλι, μη λογικά, ότι μετά το εν λόγω πρόσωπο ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο για να μπορούν να τη σηκώσουν και να τη βάλουν να καθίσει πάνω στον κατηγορούμενο
  5. Περαιτέρω, η ασυνέπεια στην όλη εκδοχή της προκύπτει και από τα όσα σχετικά ανέφερε σε άλλο σημείο της αντεξέτασης, όπου τοποθετούσε τον ένα εκ των δύο που τη «σήκωσαν», έξω από το αυτοκίνητο την ώρα που τη σήκωναν για να καθίσει πάνω στον κατηγορούμενο 1, ενώ αυτός ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και η ίδια βρισκόταν μεταξύ αυτού και του άλλου που ήταν μέσα στο αυτοκίνητο. Μάλιστα ανέφερε ότι αρχικά προσπάθησε να τη σηκώσει πάνω ο ένας εκ των δύο που τη σήκωσαν εν τέλει, αλλά επειδή ήταν βαριά δεν κατάφερε να τη σηκώσει. Για αυτό και τη σήκωσαν οι δύο με τον πιο πάνω τρόπο για να καθίσει πάνω στον κατηγορούμενο
  6. Όταν δε της ζητήθηκε να αναφέρει ποιος ήταν αυτός που βρισκόταν έξω από το αυτοκίνητο, υπεκφεύγοντας απάντησε «Δεν ξέρω, το μυαλό μου είναι θολό τώρα». Όταν της υποβλήθηκε ότι η περιγραφή ότι τη σήκωσαν ο κατηγορούμενος 2 και το τρίτο πρόσωπο είναι παράλογη αφού θα μπορούσε μόνος του ο κατηγορούμενος 1 να την τοποθετήσει πάνω του, κάτι που είναι λογικό με βάση αυτά που η ίδια περίγραψε, επέμενε ότι δεν είναι αυτός που την έβαλε να κάτσει πάνω του αλλά οι άλλοι δύο. Συνεχίζοντας την εκδοχή της, στην κυρίως εξέταση, είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 βγήκε από το αυτοκίνητο και τότε την έβαλαν να ξαπλώσει στο πίσω κάθισμα. Όλοι τους στάθηκαν μπροστά της εκεί που ήταν τα πόδια της. Ο κατηγορούμενος 1 ήρθε από πάνω της και έβαλε το πέος του στο αιδοίο της και κουνιόταν μπρος πίσω ενώ οι άλλοι δύο είχαν ανοικτούς τους φακούς των κινητών τους. Αυτή ξάπλωνε και δεν μπορούσε να κινηθεί. Όταν σταμάτησε ο κατηγορούμενος 1, ήρθε ο κατηγορούμενος 2 και έκανε ακριβώς το ίδιο πράγμα, δηλαδή έβαλε το πέος του στο αιδοίο της, κουνιόταν μπρος πίσω και όταν αυτός τελείωσε, το τρίτο άτομο ήταν γυμνός από κάτω και έτσι θεώρησε ότι το έκανε και αυτός. Εδώ να σημειωθεί ότι κατά την κυρίως εξέταση της, όταν της υποδείχθηκαν οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 μέσω βιντεοκάμερας, η παραπονούμενη αναγνώρισε τους κατηγορούμενους 1 και 2 αλλά δεν αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 3 ως το τρίτο πρόσωπο του επίδικου συμβάντος. Επισημαίνουμε δε ότι η εν λόγω εκδοχή, σε ότι αφορά το τρίτο πρόσωπο διαφέρει από τα όσα αρχικά ανέφερε η παραπονούμενη στην οπτικογραφημένη της κατάθεση. Συγκεκριμένα εκεί ανέφερε ότι «εκάμαν τζίνο που είπα . τζαι οι τρεις τους» και «εβάλαν με να ξαπλώσω τζαι τζίνοι εφκήκαν έξω που το αυτοκίνητο, άνοιξαν τα φλας τους τζαι ύστερα σειρά σειρά they were doing it». Κατά την κυρίως εξέταση της είπε όμως ότι το μόνο που θυμάται σε σχέση με το τρίτο πρόσωπο ήταν να την περιορίζει και να την κρατά την ώρα που ο κατηγορούμενος 1 της κατέβαζε το παντελόνι και εισχωρούσε τα χέρια του στο αιδοίο της και ότι βοήθησε τον κατηγορούμενο 2 να τη σηκώσουν και να την τοποθετήσουν πάνω στον κατηγορούμενο
  7. Ως ανέφερε, υπέθεσε ότι το τρίτο πρόσωπο ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της επειδή ήταν γυμνός από κάτω. Αντιθέτως, σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και 2, ανέφερε ότι είδε τη δομή του προσώπου τους. Εδώ να λεχθεί ότι, όταν κατά την αντεξέταση της υποδείχθηκαν οι σχετικές αντιφάσεις μεταξύ της οπτικογραφημένης κατάθεσης και της κυρίως εξέτασης της, σε σχέση με το τρίτο πρόσωπο, αυτή θύμωσε και απαντούσε με έντονο ύφος. Προσπάθησε δε να δικαιολογήσει την εν λόγω αντίφαση αναφέροντας ότι έχει μεγάλη δυσκολία στο να δίνει εξηγήσεις και ότι υπέθεσε ότι το έκανε αυτός επειδή ήταν γυμνός. Στη συνέχεια ανέφερε ότι ποτέ δεν είπε ότι ήταν σίγουρη ότι το τρίτο πρόσωπο έκανε κάτι και ότι υπάρχει πιθανότητα αυτός να έκανε κάτι μαζί της, κάτι που προφανώς δεν ευσταθεί εφόσον τα όσα, ως άνω έχουν εκτεθεί, είπε στην οπτικογραφημένη της κατάθεση καταδεικνύουν βεβαιότητα και όχι πιθανότητα. Όταν όμως ρωτήθηκε αν θυμάται το τρίτο πρόσωπο να είναι από πάνω της μέσα στο αυτοκίνητο, απάντησε ότι δεν θυμάται πολλά πράγματα επειδή έχει περάσει καιρός. Μη πειστική ήταν και η απάντηση της όταν ρωτήθηκε πως είναι δυνατό να θυμάται από τη μία ότι είδε τα πρόσωπα των κατηγορουμένων 1 και 2 ενώ από την άλλη να επιμένει ότι υπάρχει πιθανότητα να έκανε κάτι και με το τρίτο πρόσωπο αλλά να μην το θυμάται. Συγκεκριμένα ανέφερε «Επειδή όπως είπα δεν ξέρω στα αλήθεια ποιος είναι ο τρίτος αλλά ήξερα τους άλλους δύο. Άρα αυτό ήταν βαθύτερο. Οι άλλοι δύο, τους οποίους ήξερα, δεν το περίμενα από αυτούς να κάνουν κάτι τέτοιο. Άρα γι' αυτό τους θυμάμαι περισσότερο». Εδώ να λεχθεί ότι, ως προκύπτει από την μαρτυρία του Μ.Υ.1, η οποία έχει γίνει δεκτή, σε ανύποπτο χρόνο πριν την καταγγελία στην Αστυνομία, η παραπονούμενη του ανέφερε μέσω Instagram, ότι βγήκαν έξω σε ένα πάρτι, σε ένα σπίτι, έπιναν ποτά, ήταν μεθυσμένη, τη βίασαν 3 άτομα, «έβγαλαν» βίντεο και της είπαν ότι εάν πάει Αστυνομία θα «βγάλουν έξω» τούτο το βίντεο. Η αναφορά δε στον αριθμό των ατόμων και στο βίντεο παραπέμπει λογικά στο επίδικο περιστατικό. Συνεπώς, η εν λόγω δήλωση της παραπονουμένης έρχεται σε αντίθεση τόσο με τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ως προς τον αριθμό των ατόμων που τη βίασαν αλλά και για τον τόπο που αυτό έγινε. Όταν στην αντεξέταση της ρωτήθηκε κατά πόσο θυμάται να είχε αναφέρει αυτό στον Μ.Υ.1, δεν το διέψευσε αλλά αρκέστηκε να πει «. όπως είπα δεν γνωρίζω να ξέρω αυτό το άτομο, δεν θυμάμαι να μιλώ με αυτό το άτομο». Επιπρόσθετα, δέον όπως λεχθεί ότι όταν η παραπονούμενη ανέφερε το συμβάν στη Μ.Κ.5, της είπε ότι υπέστη βιασμό από ένα άτομο και ότι τα άλλα δύο άτομα που ήταν μαζί τους βιντεογραφούσαν (βλ. Τεκμήρια 24 και 25). Ως προς τούτο δεν μας διαφεύγουν τα όσα είπε σχετικά η Μ.Κ.5 αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες της ανέφερε το περιστατικό η παραπονούμενη. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ένα ανήλικο πρόσωπο, όταν μπαίνει στη διαδικασία να περιγράψει τέτοιου είδους κακοποιητικά περιστατικά μπορεί να μην μπαίνει σε πολλές λεπτομέρειες ή ακόμα και να αποκρύπτει ορισμένες λεπτομέρειες και ότι στο Τ.Ε.Ν.Ε., που είναι ένα κλειστό Τμήμα, πολλές φορές τα παιδιά στις συναντήσεις μαζί της είναι αποκρυπτικά καθότι από τον γιατρό εξαρτάται η άδεια, το εξιτήριο και η φαρμακευτική αγωγή. Ανέφερε επίσης ότι η παραπονούμενη μίλησε πρώτα στην προσωπική της νοσηλεύτρια, στην οποία έκανε την αναφορά και ήταν η νοσηλεύτρια που είπε στη Μ.Κ.5 «Έτσι και έτσι, τούτο το παιδί ανέφερε ένα τραύμα». Είπε δε ότι όταν η παραπονούμενη μίλησε με τη νοσηλεύτρια ήταν πιο χαλαρή, μίλησε περισσότερο ενώ αργότερα με τη Μ.Κ.5 ήταν αποκρυπτική και είπε πιο λίγα καθότι από τον γιατρό του Τμήματος εξαρτάται το εξιτήριο, οι άδειες, η φαρμακευτική αγωγή και επειδή η παραπονούμενη από την πρώτη μέρα απαιτούσε εξιτήριο, ήταν φοβισμένη, δεν ήθελε να κάνει καταγγελία, επηρεάστηκε όσο‑όσο επειδή υποχρεώθηκε να μιλήσει καθώς η Μ.Κ.5 της είπε ότι χρειάζεται να κάνουν αυτή την αναφορά. Η αναφορά όμως σε βιασμό από ένα άτομο στην παρουσία άλλων δύο και όχι και από τους τρεις ή από τους δύο εξ αυτών, δεν συνιστά μια απλή λεπτομέρεια, ως ανέφερε μη πειστικά η παραπονούμενη, στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει την εν λόγω αναφορά της. Εδώ πρέπει να σημειωθεί και ότι παρά το ότι δεν αναφέρθηκε τι ακριβώς είπε η παραπονούμενη στη νοσηλεύτρια, από τα όσα είπε η Μ.Κ.5 (είπε ότι η αναφορά που της έκανε η νοσηλεύτρια υπάρχει και στην επιστολή Τεκμήριο 25 όπου αναφέρεται σε βιασμό από ένα πρόσωπο) προκύπτει ότι και στη νοσηλεύτρια, που σύμφωνα με τη Μ.Κ.5 ήταν πιο χαλαρή και μίλησε περισσότερο η παραπονούμενη, ανέφερε ότι ήταν ένα το άτομο που τη βίασε. Από τα πιο πάνω φαίνεται λοιπόν ότι η παραπονούμενη, πριν την οπτικογραφημένη κατάθεση, δήλωσε σε διαφορετικά πρόσωπα, αρχικά ότι βιάσθηκε από 3 πρόσωπα και στη συνέχεια ότι βιάσθηκε από ένα. Στην οπτικογραφημένη δε κατάθεση της ανέφερε ότι βιάσθηκε από 3 πρόσωπα ενώ κατά την ένορκη μαρτυρία της υποστήριξε ότι βιάσθηκε από 2 πρόσωπα και πιθανόν και από το τρίτο. Όλα τα πιο πάνω είναι τέτοια που δείχνουν όμως ασυνέπεια στην όλη εκδοχή της, ως προς ουσιώδες θέμα, η οποία επίσης λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στο πλαίσιο αξιολόγησης της αξιοπιστίας της. Ως έχουμε αναφέρει πιο πάνω, αρκετές ήταν οι φορές που η παραπονούμενη ανέφερε ότι δεν θυμόταν ουσιώδη γεγονότα και λεπτομέρειες από το επίδικο συμβάν. Προσπάθησε να δικαιολογήσει το γεγονός αυτό, υποστηρίζοντας ότι η υπερβολική ευαισθησία που ένιωθε δεν της επέτρεπε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες τόσο στην Αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο. Ως προς τούτο, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Κατά την αντεξέταση της, η παραπονούμενη ρωτήθηκε κατά πόσο πριν καταθέσει στο Δικαστήριο διάβασε το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της οπτικογραφημένης κατάθεσης της. Εξήγησε ότι δεν διάβασε οποιοδήποτε κείμενο, αλλά ότι τα όσα αναγράφονται στο απομαγνητοφωνημένο κείμενο, της είχαν αναγνωστεί από τους εκπροσώπους της Κατηγορούσας Αρχής, με σκοπό να πιστοποιήσει αν είναι αληθή. Στη συνέχεια ανέφερε ότι το μόνο γεγονός για το οποίο είχε ψευστεί ήταν ότι δεν είχε σεξουαλικές επαφές πριν το επίδικο γεγονός. Ακολούθως, ερωτηθείσα αν, βάση των ερωτήσεων της Αστυνομίας, ανέφερε εκείνα που ήθελε να αναφέρει, είπε ότι τους ανέφερε όσα θυμότανε και αυτά που «μπορούσε» και «ένιωθε άνετα» να τους αναφέρει. Όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει τι εννοούσε με την έκφραση «ένιωθα άνετα να τους πω» και αν στην οπτικογραφημένη της κατάθεση παραλείπονται γεγονότα, η παραπονούμενη ανέφερε ότι για παράδειγμα δεν τους είπε για τις προηγούμενες της σεξουαλικές επαφές με αγόρια αφού δεν ένιωθε άνετα να τους πει για αυτό και πιθανόν να μην ανέφερε και κάποιες λεπτομέρειες. Εξήγησε δε ότι αυτό ίσως να έγινε επειδή ένιωθε «υπερβολική ευαισθησία». Στη συνέχεια ανέφερε ότι σε σχέση με τα καταγγελλόμενα περιστατικά μπορεί να μην έχει δώσει «βαθιές λεπτομέρειες» ως προς το τι συνέβη ακριβώς λόγω της υπερευαισθησίας που ένιωθε και ότι πιθανόν να μην έχει αναφέρει «για το πώς έπαιρναν σειρά ο ένας με τον άλλο, ή το πώς βγήκανε από το αυτοκίνητο». Επίσης ανέφερε ότι κατ' ακρίβεια δεν θυμάται ποια πράγματα δεν έχει αναφέρει αλλά εάν δεν είπε κάποια πράγματα είναι πιθανόν λόγω της υπερευαισθησίας της. Στη συνέχεια όταν της τέθηκε ότι η οπτικογραφημένη κατάθεση, της είχε προηγουμένως διαβαστεί και συνεπώς γνωρίζει τι είπε ή δεν είπε σε αυτή και της ζητήθηκε να καθορίσει τι παρέλειψε να αναφέρει λόγω του ότι ήταν υπερευαίσθητη, απάντησε και πάλι ότι δεν μπορεί να θυμηθεί γιατί είναι υπερευαίσθητη και κατακλυσμένη από διάφορα συναισθήματα. Ακολούθως ρωτήθηκε κατά πόσο η οπτικογραφημένη κατάθεση της περιέχει, πέραν από τη δήλωση ότι δεν είχε προηγουμένως σεξουαλικές επαφές, οποιαδήποτε άλλη αναφορά που να μην ήταν αληθής. Η παραπονούμενη απάντησε «Δεν νομίζω να έχω πει ψέματα για οτιδήποτε άλλο». Στη συνέχεια, όταν της τέθηκε η θέση ότι πριν πάει στην Αστυνομία είχε πολύ ξεκάθαρα στο μυαλό της τα γεγονότα που ήθελε να αναφέρει, απάντησε «Δεν είμαι σίγουρη αλλά όπως είπα όταν υπερφορτιστώ με συναισθήματα ξεχάνω κάποια πράγματα και δεν μπορώ να σκεφτώ σωστά και έτσι δεν μπορούσα να έχω εικόνα του τι ήθελα να πω, νομίζω». Διευκρίνισε όμως πως αν ξεχάσει κάτι θα αναφέρει «δεν ξέρω» ή «δεν θυμάμαι» και ότι όταν είπε ότι δεν μπορεί να σκεφτεί σωστά, εννοούσε ότι «μπορεί να ξεχάσω πράγματα και δεν ξέρω πώς να τα εκφράσω με λόγια, δυσκολεύομαι να τα εκφράσω σε λόγια. Θέλω χρόνο να τα εκφράσω σε λόγια». Σε σχέση με τη δυσκολία της να ανακαλέσει λεπτομέρειες ως προς το επίδικο περιστατικό, η Μ.Κ.11 ανέφερε ότι η ίδια η παραπονούμενη συνέδεε αυτήν με τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Περαιτέρω εξήγησε ότι πολλές φορές τα παιδιά μπορούν να αναφερθούν στα κύρια γεγονότα ενός περιστατικού και όχι στις περιφερειακές λεπτομέρειες, δηλαδή λεπτομέρειες, οι οποίες δεν αφορούν τα κύρια γεγονότα και τις οποίες μπορεί να μην παρατήρησαν λόγω του στρες ή του σοκ που υπέστηκαν. Ως προς τούτα όμως πρέπει να λεχθεί ότι κατά τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο, η παραπονούμενη δεν υποστήριξε ότι, το γεγονός ότι δεν ανέφερε ή δεν θυμόταν προηγουμένως κάποιες λεπτομέρειες, οφειλόταν στη χρήση ναρκωτικών κατά τον επίδικο χρόνο. Ως δε προκύπτει από τα όσα είπε σχετικά η παραπονούμενη, απέδιδε το ότι δεν θυμόταν ή παρέλειψε να πει κάποια γεγονότα στην Αστυνομία είτε για το ότι δεν θυμόταν να απαντήσει κατά τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο, στην υπερευαισθησία που ένιωθε και δη στο ότι κατακλυζόταν από διάφορα συναισθήματα. Η δικαιολογία της όμως αυτή δεν κρίνεται πειστική εφόσον οι λεπτομέρειες τις οποίες είπε ότι δεν θυμόταν ή παρέλειψε να πει δεν ήταν περιφερειακές αλλά λεπτομέρειες που αφορούσαν τα κύρια γεγονότα (όπως για παράδειγμα ο αριθμός των ατόμων που τη βίασαν, ποιος ήταν αυτός που της περιόρισε τα χέρια, πόσα άτομα ήταν που την περιόρισαν, ότι αντιστάθηκε στη σεξουαλική κακοποίηση της τόσο σωματικά όσο και λεκτικά) και συνεπώς αναμενόταν να τις θυμάται και να τις αναφέρει. Η προσφυγή της στη δικαιολογία της υπερευαισθησίας κρίνεται λοιπόν όχι ως γνήσια αλλά ως προσπάθεια να δικαιολογήσει τις ασυνέπειες και τις αδυναμίες της όλης εκδοχής της. Όσον αφορά τη μαρτυρία της παραπονουμένης για τα όσα έλαβαν χώραν μετά το επίδικο περιστατικό πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η παραπονούμενη ισχυρίστηκε, στην οπτικογραφημένη της κατάθεση, ότι μετά το επίδικο συμβάν φλέρταρε με τους κατηγορούμενους 1 και 2 με σκοπό να συναντηθεί μαζί τους, ώστε να ελέγξει τα τηλέφωνα τους για να διαπιστώσει κατά πόσο υπήρχε οποιοδήποτε βίντεο που λήφθηκε κατά το επίδικο συμβάν και να το διαγράψει. Είπε δε ότι λογικά υπήρχε τέτοιο βίντεο επειδή οι κατηγορούμενοι είχαν ανοικτά τα φλας των τηλεφώνων τους παρά το ότι μπορούσαν να δουν. Ήταν δε κατηγορηματική ότι δεν άκουσε κάτι από κάποιον άλλο, ότι συνέβη αυτό. Στην κυρίως εξέταση της όμως για πρώτη φορά ανέφερε ότι πέραν του ότι είδε το φως της κάμερας του τηλεφώνου αναμμένο, κάποιος της είπε ότι είχε δει βίντεο εκείνης τη περιόδου. Στην αντεξέταση της είπε ότι έλαβε ενημέρωση για την ύπαρξη σχετικού βίντεο από μια φίλη της και ότι την εν λόγω ενημέρωση την έλαβε τόσο πριν επισκεφτεί την Αστυνομία όσο και μετά. Εάν όμως αυτό ίσχυε, λογικά θα το είχε αναφέρει στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, όπου απέκλεισε να της ανέφερε κάτι σχετικό κάποιος άλλος. Όταν δε ρωτήθηκε γιατί αφού γνώριζε ότι υπήρχε τέτοιο βίντεο ως επίσης και το άτομο που το είχε δει, δεν ενημέρωσε την Αστυνομία, είπε ότι το εν λόγω άτομο ήταν φίλη της και δεν επιθυμούσε να την «ανακατέψει». Στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε γιατί δεν της απέστειλε η φίλη της το επίμαχο βίντεο για να το δώσει αυτή στην Αστυνομία, ανέφερε «Επειδή αυτή είπε ότι κάποιος άλλος το είχε και όχι η ίδια και αυτή απλά το είχε δει». Όταν όμως ακολούθως εύλογα ρωτήθηκε γιατί δεν μπορούσε να πει η φίλη της ποιο είναι αυτό το άλλο πρόσωπο για να πάει η Αστυνομία να το εντοπίσει, απάντησε «Δεν ξέρω». Όταν της τέθηκε ότι ο ισχυρισμός της περί φλερτ είναι δικαιολογία που χρησιμοποιεί για να δικαιολογήσει τα μηνύματα σεξουαλικού περιεχομένου που απέστελλε στους κατηγορούμενους 1 και 2 μετά το επίδικο συμβάν, υπεκφεύγοντας απάντησε «Δεν ήμουν η μόνη που έστελνα πράγματα, δηλαδή μηνύματα και αυτοί μου έστελναν μηνύματα». Εδώ να σημειώσουμε ότι τα μηνύματα που αντάλλαζε η παραπονούμενη με τους κατηγορούμενους μετά το επίδικο περιστατικό δεν τέθηκαν ενώπιον μας. Σχετική αναφορά ως προς τη σημασία των εν λόγω μηνυμάτων και τις συνέπειες από τη μη παρουσίαση τους στο Δικαστήριο, θα γίνει κατωτέρω. Ως προς τα εν λόγω μηνύματα να αναφέρουμε στο σημείο αυτό τα ακόλουθα: Κατά την αντεξέταση της, η παραπονούμενη παραδέχτηκε ότι μετά το επίδικο συμβάν κορόιδεψε, μέσω μηνυμάτων, τον κατηγορούμενο 2 για το μέγεθος του πέους του, αναφέροντας ότι αυτό είναι μικρό. Δεν παραδέχθηκε όμως ότι τον κορόιδεψε για αυτό και το επίδικο βράδυ. Εδώ να λεχθεί ότι κατά την μαρτυρία της επί του θέματος, η παραπονούμενη σε κάποιο σημείο γελούσε ενώ σε άλλο απαντούσε ειρωνικά. Προσπάθησε δε μη πειστικά να δικαιολογήσει την ενέργεια της να κοροϊδέψει τον κατηγορούμενο 2 για το μέγεθος του πέους του, λέγοντας ότι το έκανε για να «πνίξει τα αισθήματα» της και ότι δεν κορόιδευε τον τρόπο που τη βίαζε. Δεν συνάδει όμως με τη λογική ένα θύμα βιασμού να είναι σε θέση να χλευάζει τον βιαστή της για το μέγεθος του πέους του, τον οποίο βιαστή, ως μάλιστα ισχυρίσθηκε σε άλλο σημείο, φοβόταν και στη συνέχεια όταν αναφέρεται σε αυτό στη μαρτυρία της να γελά και να ειρωνεύεται. Η όλη συμπεριφορά της και ειδικότερα να φλερτάρει με τους κατηγορούμενους και να κοροϊδεύει τον κατηγορούμενο 2 για το μέγεθος του πέους του μετά το επίδικο συμβάν, θεωρούμε πως, ως ζήτημα λογικής, δεν συνάδει με όσα περιέγραψε ότι υπέστη από τους κατηγορούμενους 1 και 2 και το τρίτο πρόσωπο προηγουμένως. Ως προς το γιατί καθυστέρησε να καταγγείλει το επίδικο περιστατικό, στην αντεξέταση της είπε ότι αρχικά δεν ήθελε να το καταγγείλει επειδή ένιωθε ότι ήταν δικό της το φταίξιμο για αυτό που συνέβη και ότι περαιτέρω φοβόταν και δεν θεωρούσε ότι θα τη λάμβαναν σοβαρά υπόψη. Τελικά προέβη στην καταγγελία αφού είχε μιλήσει σε άτομα που την βοήθησαν να αντιληφθεί ότι δεν ήταν υπαίτια για αυτό που συνέβη και ότι θα τη προστάτευαν. Ως προς τον φόβο που ένιωθε, στην οπτικογραφημένη της κατάθεση, η παραπονούμενη ανέφερε ότι φοβόταν να προβεί σε κατάθεση επειδή τόσο ο πατέρας της όσο και οι κατηγορούμενοι «μπορούν να βάλουν άτομα πάνω» της. Ως προς τον πατέρα της ανέφερε ότι αυτόν τον φοβόταν επειδή όταν ήταν μικρή, η πρώην γυναίκα του την παρενοχλούσε και ότι φοβόταν πως αν προέβαινε σε κατάθεση εναντίον του θα ξαναέβαζε άτομα «πάνω» της. Ως είπε, ενημερώθηκε από τη Μ. ότι ο πατέρας της είχε φάκελο στην Αστυνομία και ότι ήταν μπλεγμένος με τη μαφία και με ναρκωτικά. Σε σχέση με τα τρία άτομα εναντίον των οποίων προέβηκε σε καταγγελία για το επίδικο περιστατικό, στην ερώτηση κατά πόσο αυτοί είναι μπλεγμένοι με άλλα πράγματα εκτός από ναρκωτικά, απάντησε «Εν ηξέρω αλλά, λογικά ναι». Στην αντεξέταση έκανε πιο λεπτομερή αναφορά στους λόγους που φοβόταν τον πατέρα της με ειδικότερη αναφορά στο περιστατικό με την πρώην σύζυγο του. Δεν αποδέχτηκε όμως ότι, περισσότερο φοβόταν να καταγγείλει τον πατέρα της και επέμενε ότι φοβόταν «και τα τρία παιδιά». Όταν της ζητήθηκε στην αντεξέταση να αναφέρει κατά πόσο έχει κάτι να καταλογίσει στα τρία πρόσωπα του επίδικου περιστατικού, πέραν από τον ισχυρισμό της στην οπτικογραφημένη κατάθεση, ότι αυτοί «είναι μπλεγμένοι με άλλα πράγματα», η παραπονούμενη ανέφερε, προβαίνοντας σε αυθαίρετη εικασία, ότι τα εν λόγω πρόσωπα προφανώς είναι μπλεγμένοι με κάτι αφού πάνε στο «ΣΥ.Φ.ΑΕ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.