ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ.Χ., Αρ. Υπόθεσης: 17437/23, 24/5/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, Α.E.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17437/23 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ.Χ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 24/05/2024 Για τη Δημοκρατία: κα Α. Τιμοθέου. Για τον Κατηγορούμενο: κα Λ. Γεωργίου με κα Γ. Παπαχριστοφόρου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό) Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 18 κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/
- Ό,τι αποδίδεται στον κατηγορούμενο, με βάση τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, είναι ότι: § Σε άγνωστη ημερομηνία, μεταξύ Μαΐου 2022 και Αυγούστου 2022, στη Λεμεσό, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης και εξουσίας που κατείχε πάνω σε παιδί, ήλθε σε παράνομη συνουσία δια διείσδυσης του πέους του στο στόμα της Α.Α., γεννηθείσας στις 09/08/2010 (κατηγορία 1). Για την ίδια πράξη αλλά σε διαφορετικούς χρόνους αντιμετωπίζει άλλες 3 κατηγορίες και συγκεκριμένα σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ Σεπτεμβρίου 2022 και Δεκεμβρίου 2022 (κατηγορία 2), μεταξύ Ιανουαρίου 2023 και Απριλίου 2023 (κατηγορία 3) και μεταξύ Μαΐου 2023 και 11 Αυγούστου 2023 (κατηγορία 4). § Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Μαΐου 2022 και Αυγούστου 2022, στη Λεμεσό, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης και εξουσίας που κατείχε πάνω σε παιδί, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Α.Α., γεννηθείσα στις 09/08/2010, δηλαδή τη φίλησε στο στόμα και την άγγιξε στο στήθος και στα γεννητικά της όργανα (κατηγορία 5). Για τις ίδιες πράξεις αλλά σε διαφορετικούς χρόνους αντιμετωπίζει άλλες 3 κατηγορίες και συγκεκριμένα σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ Σεπτεμβρίου 2022 και Δεκεμβρίου 2022 (κατηγορία 6), μεταξύ Ιανουαρίου 2023 και Απριλίου 2023 (κατηγορία 7) και μεταξύ Μαΐου 2023 και 11 Αυγούστου 2023 (κατηγορία 8). § Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Μαΐου 2022 και 11 Αυγούστου 2023 στη Λεμεσό, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης και εξουσίας που κατείχε πάνω σε παιδί, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Α.Α., γεννηθείσα στις 09/08/2010, δηλαδή διείσδυσε το δάκτυλο του στο γεννητικό της όργανο (κατηγορία 9) και της έγλειψε το γεννητικό της όργανο (κατηγορία 10). § Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Μαΐου 2022 και Αυγούστου 2022, στη Λεμεσό, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης και εξουσίας που κατείχε πάνω σε παιδί, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Α.Α., γεννηθείσα στις 09/08/2010, δηλαδή την ανάγκασε να τον αγγίξει στα γεννητικά του όργανα μέχρι να εκσπερματώσει (κατηγορία 11). Για την ίδια πράξη αλλά σε διαφορετικούς χρόνους αντιμετωπίζει άλλες 3 κατηγορίες και συγκεκριμένα σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ Σεπτεμβρίου 2022 και Δεκεμβρίου 2022 (κατηγορία 12), μεταξύ Ιανουαρίου 2023 και Απριλίου 2023 (κατηγορία 13) και μεταξύ Μαΐου 2023 και 11 Αυγούστου 2023 (κατηγορία 14). § Σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Μαΐου 2022 και Αυγούστου 2022, στη Λεμεσό, προκάλεσε ώστε παιδί που δεν είχε φτάσει την ηλικία συναίνεσης, δηλαδή η Α.Α., γεννηθείσα στις 9/8/2010, γίνει μάρτυρας απεικόνισης σεξουαλικών πράξεων, δηλαδή την έβαλε να παρακολουθήσει φωτογραφίες σεξουαλικού περιεχομένου (κατηγορία 15). Για την ίδια πράξη αλλά σε διαφορετικούς χρόνους αντιμετωπίζει άλλες 3 κατηγορίες και συγκεκριμένα σε άγνωστες ημερομηνίες μεταξύ Σεπτεμβρίου 2022 και Δεκεμβρίου 2022 (κατηγορία 16), μεταξύ Ιανουαρίου 2023 και Απριλίου 2023 (κατηγορία 17) και μεταξύ Μαΐου 2023 και 11 Αυγούστου 2023 (κατηγορία 18). ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή, παρουσίασε συνολικά 8 μάρτυρες και συγκεκριμένα την Α/Αστ. 3940 Χριστίνα Βασιλείου (Μ.Κ.1), τη Βερόνικα Μηνά (Μ.Κ.2), την Ανθή Παρή (Μ.Κ.3), τη Χριστίνα Χριστοδούλου (Μ.Κ.4), τον Νικόλα Χαραλάμπους (Μ.Κ.5), την ανάδοχη μητέρα της Α.Α. (Μ.Κ.6), την παραπονούμενη Α.Α. (Μ.Κ.7) και την Πετρούλλα Χατζηφώτη (Μ.Κ.8). Μετά την κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και κάλεσε δύο μάρτυρες υπεράσπισης, ήτοι ένα εκ των υιών του (Μ.Υ.1) και τον πατέρα του (Μ.Υ.2). Επιπρόσθετα δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν κάποια παραδεκτά γεγονότα. H Μ.Κ.1 αναφέρθηκε στα καθήκοντα της κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης και στα όσα η Μ.Κ.6 της είπε στις 27/08/2023 για την αποκάλυψη που της έκανε η Α.Α. την προηγούμενη ημέρα για τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.2 αναφέρθηκε στα καθήκοντα της ως κοινωνική λειτουργός στο Πρόγραμμα Στήριξης Οικογενειών με Ανήλικα και στην ενημέρωση που έλαβε από την Αστυνομία και την Α.Α. σχετικά με τα όσα η τελευταία απέδωσε στον κατηγορούμενο ως το άτομο που την κακοποίησε σεξουαλικά. Περιέγραψε την ψυχική κατάσταση της Α.Α. όταν αυτή εξιστορούσε τα όσα βίωσε και αναφέρθηκε στις ενέργειες που η ίδια έκανε σε σχέση με τη μετακίνηση της Α.Α. μέχρι να ολοκληρωθεί η διερεύνηση της υπόθεσης. Η Μ.Κ.3 αναφέρθηκε στα καθήκοντα της ως κοινωνική λειτουργός στο Πρόγραμμα Οικογένεια και Παιδί, στον σκοπό του θεσμού της αναδοχής, στη διαδικασία που ακολουθείται και τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να γίνει κάποιος ανάδοχος γονέας και την αξιολόγηση των υποψήφιων ανάδοχων γονέων που ακολουθήθηκαν στη περίπτωση της αναδοχής της Α.Α. από τον κατηγορούμενο και τη Μ.Κ.
- Περαιτέρω αναφέρθηκε στο ιστορικό της Α.Α. πριν και μετά την ένταξη της στους εν λόγω ανάδοχους. Αναφέρθηκε επίσης στα όσα η Α.Α. της είπε σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο και στις ενέργειες που έγιναν για να ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση από την Α.Α. Περαιτέρω ανέφερε ότι η Α.Α. μετά τη καταγγελία, μεταφέρθηκε προσωρινά στην Παιδική Στέγη Λεμεσού και ακολούθως επέστρεψε στην οικία της Μ.Κ.
- Η Μ.Κ.4 αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες η Α.Α. άρχισε να φοιτά στο μελετητήριο όπου η Μ.Κ.4 εργάζεται ως καθηγήτρια ελληνικής Φιλολογίας, στο ωράριο του μελετητηρίου και στις ώρες που φοιτούσε εκεί η Α.Α. Έκανε επίσης αναφορά στη συμπεριφορά της Α.Α. στην αρχή της φοίτησης της και μετά και στη στάση που τηρούσαν ο κατηγορούμενος και η Μ.Κ.6 όταν μετέβαιναν στο μελετητήριο. O M.K.5 αναφέρθηκε στην ιατροδικαστική εξέταση που διενήργησε στην Α.Α., στις 28/08/2023, στο Σπίτι του Παιδιού. Υιοθέτησε και επεξήγησε τη σχετική ιατροδικαστική έκθεση που συνέταξε (Τεκμήριο 12) και απάντησε σε ερωτήσεις που του τέθηκαν από αμφότερες τις πλευρές για θέματα που άπτονταν της ειδικότητας του και της ως άνω εξέτασης. Η Μ.Κ.6 είναι η ανάδοχη μητέρα της Α.Α. Στη κατάθεση της (Τεκμήριο 13) και στη δια ζώσης μαρτυρία της αναφέρθηκε στις συνθήκες και στους λόγους που την οδήγησαν στο να αιτηθεί, μαζί με τον κατηγορούμενο συμβίο της, όπως γίνουν ανάδοχοι γονείς, στις συνθήκες υπό τις οποίες ανατέθηκε σε αυτούς η αναδοχή της Α.Α. και στο πως εξελίχθηκε η παραμονή της τελευταίας μαζί τους. Ακολούθως, αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες η Α.Α. της αποκάλυψε τα όσα βίωσε με τον κατηγορούμενο και αφορούσαν τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από αυτόν και τις ενέργειες που έκανε μέχρι να προβούν στη σχετική καταγγελία στην Αστυνομία. Αναφέρθηκε επίσης στα όσα ακολούθησαν την καταγγελία, με την προσωρινή απομάκρυνση της Α.Α. και την επανατοποθέτηση της στην οικία της Μ.Κ.6, όπου διαμένει μέχρι σήμερα. Τέλος, αναφέρθηκε στις διάφορες πτυχές της σχέσης της με τον κατηγορούμενο και στον τρόπο που αυτός συμπεριφερόταν και το πως η ίδια συνέδεσε, μέρος αυτών, με τα όσα η Α.Α. της εξιστόρησε σχετικά με την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από αυτόν. Η Μ.Κ.7 είναι η παραπονούμενη (στο εξής η «Α.Α.») στη παρούσα υπόθεση. Στη μαρτυρία της (η οποία δόθηκε χωρίς όρκο επειδή κατά τον χρόνο εκείνο δεν είχε συμπληρώσει τα 14 έτη), υιοθέτησε την οπτικογραφημένη της κατάθεση (Τεκμήριο 5) στην οποία περιέγραψε τις συνθήκες υπό τις οποίες λάμβανε χώρα η σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο. Επιπρόσθετα, στη δια ζώσης μαρτυρία της αναφέρθηκε στο οικογενειακό ιστορικό της, στο πώς κατέληξε στην ανάδοχη οικογένεια του κατηγορουμένου και της Μ.Κ.6 και περιέγραψε τη σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ τους. Αναφέρθηκε επίσης με λεπτομέρειες και προέβη σε διευκρινίσεις σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες κακοποιείτο σεξουαλικά από τον κατηγορούμενο, τόσο στην οικία που διέμεναν στη Λεμεσό, όσο και στο σπίτι που ο τελευταίος διατηρεί στο χωριό από όπου κατάγεται καθώς και στο πως η Α.Α. ένιωθε όταν λάμβαναν χώρα τα εν λόγω περιστατικά. Περαιτέρω, εξήγησε γιατί δεν αποκάλυψε αρχικά τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη αλλά και τι την οδήγησε τελικά στην αποκάλυψη της. Αρνήθηκε δε υποβληθείσες θέσεις ως προς τα κίνητρα που της αποδόθηκαν από την Υπεράσπιση, σε σχέση με την καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου, δίνοντας τις δικές της εξηγήσεις. Η Μ.Κ.8, κλινική ψυχολόγος, η οποία εργάζεται στο Σπίτι του Παιδιού, αναφέρθηκε στην ψυχολογική αξιολόγηση που διενήργησε σε σχέση με την Α.Α. Υιοθέτησε και επεξήγησε τη σχετική έκθεση της (Τεκμήριο 14), παραπέμποντας σε σχετική βιβλιογραφία (Τεκμήρια 15 έως 17) και επεξήγησε τον τρόπο και τα εργαλεία που χρησιμοποίησε για να προβεί στην εν λόγω αξιολόγηση καθώς και στο πως κατέληξε στα σχετικά ευρήματα, συμπεράσματα και εισηγήσεις. Ο κατηγορούμενος, στη δια ζώσης μαρτυρία του αναφέρθηκε στο επαγγελματικό και οικογενειακό του υπόβαθρο, στις συνθήκες υπό τις οποίες αυτός και η συμβία του (Μ.Κ.6) προχώρησαν στην αναδοχή της Α.Α., στις σχέσεις μεταξύ των τριών και ειδικότερα τη στάση που τηρούσε ο ίδιος έναντι της Α.Α. Αναφέρθηκε επίσης στο ωράριο της εργασίας του και στο πως αξιοποιούσε, με την Α.Α., τον χρόνο του μετά την εργασία του τις καθημερινές αλλά και κατά τα Σαββατοκύριακα στη Λεμεσό και στο χωριό από όπου κατάγεται. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες υπό τις οποίες συνελήφθη και τι ακολούθησε τη σύλληψης του. Αρνήθηκε δε όλα όσα η Α.Α. του αποδίδει και έδωσε τη δική του εκδοχή σχετικά με τους λόγους που, ως ο ίδιος πιστεύει, οδήγησαν την Α.Α. στο να τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Ο Μ.Υ.1 υιοθέτησε την κατάθεση του (Τεκμήριο 18) και αναφέρθηκε στη συχνότητα μετάβασης του στο σπίτι όπου διέμενε ο κατηγορούμενος πατέρας του με τη Μ.Κ.6 και την Α.Α. Υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν είχε προσέξει οτιδήποτε παράξενο στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου έναντι της Α.Α και ότι παραξενεύτηκε όταν πληροφορήθηκε το γεγονός και τον λόγο της σύλληψης του πατέρα του. Αναφέρθηκε επίσης στη στάση που τηρούσε ο κατηγορούμενος έναντι της Α.Α., στην προσπάθεια του να την οριοθετήσει αλλά και στο πως ο ίδιος ο Μ.Υ.1 πίστευε ότι η Α.Α. εκλάμβανε αυτή τη στάση. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στο πόσο συχνά ο ίδιος μετέβαινε στο χωριό καταγωγής του πατέρα του και στο τι λάμβανε χώρα όταν βρίσκονταν εκεί ο κατηγορούμενος και η Α.Α. Ο Μ.Υ.2 υιοθέτησε την κατάθεση του (Τεκμήριο 19) και αναφέρθηκε στη συχνότητα μετάβασης του κατηγορουμένου υιού του, της Α.Α. και της Μ.Κ.6 στο χωριό και στο τι λάμβανε εκεί χώρα. Υποστήριξε ότι δεν αντιλήφθηκε οποιοδήποτε πρόβλημα στη σχέση του κατηγορουμένου με την Α.Α. και ότι ο κατηγορούμενος είχε την Α.Α. σαν δική του κόρη. Αναφέρθηκε επίσης στη στάση που τηρούσε ο κατηγορούμενος τόσο έναντι της Α.Α. όσο και έναντι των δικών του παιδιών και δήλωσε ότι ξαφνιάστηκε όταν πληροφορήθηκε τη σύλληψη του κατηγορουμένου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολουθήσαμε με προσοχή τους πιο πάνω μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μας και είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την όλη παρουσία και τις αντιδράσεις τους. Σημαντικό στοιχείο για την κρίση της αξιοπιστίας είναι η εντύπωση που αφήνει ο μάρτυρας στο Δικαστήριο (βλ. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), όμως δεν είναι το μόνο κριτήριο (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Όπως αναφέρθηκε στην Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371, η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και το περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιοριστήκαμε στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την αντιπαραβάλαμε και την εξετάσαμε σε σχέση με την υπόλοιπη μαρτυρία και με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Αφού εξετάσαμε τη μαρτυρία στο σύνολό της και διαβουλευθήκαμε, καταλήξαμε σε συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων, τα οποία θα παραθέσουμε πιο κάτω όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μας αλλά με βάση τη σειρά η οποία, κατά την κρίση μας, αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασής μας (βλ. Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Μ.Κ.1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, η οποία κατά την αντεξέταση περιορίσθηκε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις ως προς την εμπλοκή της στην παρούσα υπόθεση. Κατά την αντεξέταση της ρωτήθηκε δε κατά πόσο υπήρχαν οποιεσδήποτε ενδείξεις ή υποψίες για πιθανή μεροληψία ή απώτερα κίνητρα από την πλευρά της Μ.Κ.6 σε σχέση με τα όσα αποδίδονται στον κατηγορούμενο και απάντησε αρνητικά. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.1 γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: Η Μ.Κ.1 υπηρετεί στο Κλιμάκιο Διερεύνησης Υποθέσεων Βίας στην Οικογένεια, του Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Στις 27/08/2023 και ώρα 10:40 προσήλθε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού η Μ.Κ.6 και μεταξύ των ωρών 12:00 - 13:00, η Μ.Κ.1 έλαβε από αυτήν κατάθεση (Τεκμήριο 13) σε σχέση με τα όσα η Α.Α. της ανέφερε την προηγούμενη ημέρα και αφορούσαν σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.2 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, η οποία κατά την αντεξέταση της περιορίσθηκε στο να τη ρωτήσει κατά πόσο γνωρίζει οτιδήποτε σχετικό με το ιστορικό της Α.Α., με τη μάρτυρα να απαντά αρνητικά. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.2 γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: Στις 27/08/2023 και ώρα 10:20, η Μ.Κ.2 ενημερώθηκε από το Κλιμάκιο Βίας στην Οικογένεια ότι η Α.Α., συνοδευόμενη από τη Μ.Κ.6, μετέβηκε εκεί για να προβούν σε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου, ότι κακοποιούσε την Α.Α. σεξουαλικά. Τότε η Μ.Κ.2 μετέβη στην Αστυνομία όπου ενημερώθηκε τόσο από την Αστυνομία όσο και από την Α.Α. σχετικά με τα όσα η τελευταία απέδωσε στον κατηγορούμενο. Ακολούθως προέβη σε ενέργειες για να μεταφερθεί η Α.Α. στην Παιδική Στέγη. Η Μ.Κ.3 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε, ως η αρμόδια κοινωνική λειτουργός, στο ιστορικό της Α.Α. και σε όσα περιήλθαν στην αντίληψη της σε σχέση με τη διαδικασία που προηγήθηκε και ακολούθησε όσον αφορά την αναδοχή της Α.Α. από τον κατηγορούμενο και τη Μ.Κ.6, καθώς επίσης στα όσα πληροφορήθηκε σχετικά με τα καταγγελθέντα, από την Α.Α., περιστατικά. Η μαρτυρία της Μ.Κ.3 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση με εξαίρεση ένα μέρος της. Συγκεκριμένα, στην κυρίως εξέταση της η Μ.Κ.3 ανέφερε βασικά ότι εξέλαβε ως απειλητική τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου όταν, στα αρχικά στάδια που η Α.Α. τοποθετήθηκε στην οικία όπου αυτός διέμενε με τη Μ.Κ.6, σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που η Μ.Κ.3 είχε με τον κατηγορούμενο, συζητούσαν τη διευθέτηση διαφόρων εκκρεμοτήτων που σχετίζονταν με την ομαλή ένταξη και αναδοχή της Α.Α., όπως η οικονομική ενίσχυση, η φοίτηση της Α.Α. στο σχολείο, η εγγραφή της σε ιατρό και οι απογευματινές απασχολήσεις της. Στην αντεξέταση της η Μ.Κ.3 διευκρίνισε ότι το αίσθημα της απειλής που ένιωσε, δεν στρεφόταν κατά της ίδιας προσωπικά και ως λειτουργού, αλλά ως μια εν γένει απειλητική στάση από το πρόσωπο του κατηγορουμένου, λόγω και του έντονου ύφους με το οποίο εκείνος της μιλούσε στο τηλέφωνο. Ως προς τούτο δέον όπως λεχθεί ότι δεν προκύπτει από το σύνολο των όσων σχετικά τέθηκαν ενώπιον μας ότι η Μ.Κ.3 αποσκοπούσε με τις αναφορές αυτές να δημιουργήσει αρνητικές εντυπώσεις για τον κατηγορούμενο αλλά φαίνεται ότι προέβη σε αυτές στο πλαίσιο ειλικρινούς παράθεσης του όλου ιστορικού της αναδοχής της Α.Α., στη βάση πάντα των όσων η ίδια αντιλήφθηκε από τα λεγόμενα του κατηγορουμένου. Το όλο θέμα κρίνεται δε άσχετο με τα επίδικα θέματα και ως εκ τούτου δεν χρήζει περαιτέρω σχολιασμού. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.3 γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: Τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.3 για το ιστορικό της Α.Α. καθώς και ότι στις 28/08/2023 συνόδευσε την Α.Α. στο Σπίτι του Παιδιού, όπου έδωσε την οπτικογραφημένη της κατάθεση (Τεκμήριο 5). Ακολούθως, την ίδια ημέρα, η Α.Α. μεταφέρθηκε στην Παιδική Στέγη Λεμεσού, όπου και έμεινε για σχεδόν ένα μήνα. Ακολούθως, αφού προηγουμένως η Μ.Κ.6 και η Α.Α. είχαν μεταξύ τους τηλεφωνικές επικοινωνίες και επαφές, η Α.Α. επέστρεψε στην οικία της Μ.Κ.6, όπου ζει μέχρι σήμερα. Η Μ.Κ.4 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε με αντικειμενικότητα στα όσα η ίδια αντιλήφθηκε σε σχέση με τη συμπεριφορά της Α.Α. καθ' όλη τη διάρκεια της φοίτησης της, στο μελετητήριο όπου η ίδια εργάζεται ως καθηγήτρια ελληνικής φιλολογίας. Με την ίδια αντικειμενικότητα αναφέρθηκε στη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και της Μ.Κ.6 όταν μετέβαιναν να παραλάβουν την Α.Α. από το μελετητήριο και στις ώρες που ο κατηγορούμενος παραλάμβανε την Α.Α. από εκεί. Ως προς το τελευταίο να λεχθεί ότι, το ότι η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι αυτό γινόταν γύρω στις 3:45 - 4:00 μ.μ. δεν καταρρίπτει τη θέση της Α.Α. ότι κάποτε ο κατηγορούμενος την παραλάμβανε και πιο νωρίς, ούτε και τη σχετική θέση της Μ.Κ.
- Αυτό καθότι, ως προκύπτει από τα όσα είπε σχετικά, η Μ.Κ.4 δεν ήταν απόλυτη ως προς τις ώρες. Συγκεκριμένα είπε ότι η καθορισμένη λήξη της μελέτης ήταν 4:30 μ.μ. αλλά ο κατηγορούμενος συνήθως πήγαινε η ώρα 3:45 - 4:00 μ.μ., «δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αλλά θυμούμαι ότι ήταν ενωρίτερα». Σχετική αναφορά για το θέμα θα γίνει κατωτέρω στη μαρτυρία των Μ.Κ.6 και Α.Α. αλλά και του κατηγορουμένου. Η αναφορά της Μ.Κ.4 ότι ο κατηγορούμενος, σε αντίθεση με τη Μ.Κ.6, ήταν ψυχρός, κρίνουμε ότι δεν αποσκοπούσε στη δημιουργία αρνητικών εντυπώσεων προς το πρόσωπο αυτού, αλλά αφορούσε το πως η ίδια η Μ.Κ.4 εξέλαβε τη συμπεριφορά αυτού όταν μετέβαινε στο μελετητήριο για να παραλάβει την Α.Α. Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία της Μ.Κ.4 δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση σε μεγάλο μέρος της, αφού κατά την αντεξέταση της υποβλήθηκαν διευκρινιστικές κυρίως ερωτήσεις. Εκείνο που βασικά ρωτήθηκε η Μ.Κ.4 ήταν, με βάση την εμπειρία της ως εκπαιδευτικός και τη σχέση που είχε με την Α.Α., κατά πόσο θα μπορούσε η Α.Α. να εκλάβει οποιεσδήποτε προσπάθειες οριοθέτησης της από τον κατηγορούμενο σε σχέση με τα μαθήματα της ή τη χρήση κινητού τηλεφώνου, ως καταπιεστική συμπεριφορά. Η Μ.Κ.4 με ειλικρίνεια απάντησε την ερώτηση στη βάση των όσων ουσιαστικά της ανέφερε η Α.Α. Συγκεκριμένα είπε ότι η Α.Α. της ανέφερε «Κυρία, δεν έχω κινητό αλλά, εντάξει, έχουν δίκιο γιατί δεν πολλοδιαβάζω», κάνοντας δηλαδή αναφορά τόσο στον κατηγορούμενο όσο και στη Μ.Κ.
- Περαιτέρω, η Μ.Κ.4 είπε ότι η ίδια δεν εκλάμβανε αυτό ως καταπίεση προς την Α.Α. και ότι η τελευταία αντιλαμβανόταν τον λόγο που της στερούσαν τη χρήση κινητού τηλεφώνου. Με ειλικρίνεια αλλά και αντικειμενικότητα, όταν της υποβλήθηκε ότι η Α.Α. πολλές φορές εκλάμβανε την προσπάθεια του κατηγορουμένου να την οριοθετήσει για τα μαθήματα της και τη χρήση κινητού τηλεφώνου, ως καταπιεστική συμπεριφορά σε βάρος της, με αποτέλεσμα να ενεργεί αντιδραστικά και εκδικητικά, η Μ.Κ.4 απάντησε ότι δεν γνωρίζει κάτι τέτοιο, κάτι που άλλωστε είναι λογικό εφόσον δεν είχε γνώση για τις συνθήκες της Α.Α. εκτός μελετητηρίου. Δεν προκύπτει δε από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας ότι οι ως άνω αναφορές της Μ.Κ.4 αποσκοπούσαν στο να βοηθήσουν την Α.Α. να πείσει για τους ισχυρισμούς της, ως προβάλλει η Υπεράσπιση στην τελική της αγόρευση. Άλλωστε το θέμα αυτό θα εξετασθεί κατωτέρω στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρία της ίδιας της Α.Α. αλλά και της Μ.Κ.
- Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.4 γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: Η Α.Α. ξεκίνησε τη φοίτηση της στο μελετητήριο, όπου η Μ.Κ.4 διδάσκει ως καθηγήτρια ελληνικής φιλολογίας, τον Σεπτέμβριο του
- Με τη λήξη της σχολικής χρονιάς, η Α.Α. φοιτούσε στο «summer school» του μελετητηρίου από τις 7:30 π.μ. μέχρι τις 3:00 - 3:30 μ.μ. Οι ώρες διδασκαλίας στο μελετητήριο, κατά τη σχολική περίοδο, ήταν από τις 2:00 μ.μ. μέχρι της 4:30 μ.μ. που ήταν η καθορισμένη ώρα λήξης της διδασκαλίας, ο δε χρόνος παραμονής της Α.Α. και των άλλων παιδιών εξαρτάτο από τον όγκο των μαθημάτων και από το πως ήταν βολικό για τον κάθε γονέα. Σε περίπτωση που η Α.Α. ολοκλήρωνε τα μαθήματα της, η Μ.Κ.4 της έδινε άλλο φυλλάδιο να μελετήσει. Ο κατηγορούμενος ήταν συνήθως το άτομο που παραλάμβανε την Α.Α. από το μελετητήριο και κάποιες φορές την παραλάμβανε η Μ.Κ.
- Ο κατηγορούμενος παραλάμβανε την Α.Α. πριν την καθορισμένη ώρα λήξης της διδασκαλίας. Όταν η Α.Α. αντιλαμβανόταν ότι ο κατηγορούμενος αφίχθηκε έξω από το μελετητήριο για να την παραλάβει (ακούγοντας την κόρνα του αυτοκινήτου του ή όταν της τηλεφωνούσε), άλλαζε διάθεση και από ευδιάθετη γινόταν αγχωμένη και έλεγε στη Μ.Κ.4 «Κυρία, πρέπει να πάω, ήρτεν ο παπάς». Η Α.Α. στην αρχή της φοίτησης της στο μελετητήριο ήταν πιο ανοικτή στις συζητήσεις της με τη Μ.Κ.4 και συζητούσε μαζί της διάφορα θέματα που αφορούσαν τον εαυτό της και γενικά πως ένιωθε για πράγματα που την απασχολούσαν. Η Α.Α της έλεγε για το τι βίωσε στο παρελθόν με τον βιολογικό της πατέρα και η Μ.Κ.4 της έλεγε «Τώρα είσαι σε καλύτερο περιβάλλον και εν να είσαι πιο καλά εσύ» και η Α.Α. συμφωνούσε και της έλεγε «Ναι κυρία, ευτυχώς». Μετά τον Ιανουάριο του 2023 η συμπεριφορά της Α.Α. άλλαξε. Ήταν κλειστή, δεν είχε όρεξη και όταν η Μ.Κ.4 τη ρωτούσε τι έχει, αυτή της έλεγε «Τίποτα κυρία, είμαι καλά» ή προφασιζόταν ότι είχε έμμηνο ρήση ή πονοκέφαλο ή πόνο στην κοιλιά. Μια μέρα, όταν ο κατηγορούμενος πήγε να την παραλάβει από το μελετητήριο, η Α.Α. ανέφερε στη Μ.Κ.4 ότι βλέπει εφιάλτες τη νύκτα και ότι δεν μπορεί να κοιμηθεί. Την εβδομάδα από 04/08/2023 - 11/08/2023 (στην οποία η Α.Α. πήγε στο μελετητήριο μόνο τρεις ημέρες) η Α.Α. ήταν ακόμα πιο κλειστή και αυτή τη φορά όχι μόνο έναντι της Μ.Κ.4 αλλά και έναντι στα παιδιά του μελετητηρίου. Ήταν συνέχεια στον καναπέ, σκυθρωπή, δεν μιλούσε και το μόνο πράγμα που ήθελε να κάνει είναι να ζωγραφίζει στον τοίχο. Όταν η Μ.Κ.4 τη ρωτούσε τι έχει, προφασιζόταν ότι πονά την κοιλιά της, ότι κάτι έφαγε και την πείραξε ή της έλεγε «Εν έχω τίποτε». Όταν η Μ.Κ.4 έδινε τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο (στις 22/02/2024) η Α.Α. ήδη άρχισε να ανοίγεται, άρχισε να διαβάζει περισσότερο και ανέφερε στη Μ.Κ.4 ότι τώρα νιώθει ασφάλεια. Είχε όμως άγχος για την επικείμενη δικαστική διαδικασία. Ο Μ.Κ.5 κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας σε θέματα που άπτονται της ειδικότητας του. Το ότι είναι εμπειρογνώμονας ιατροδικαστής, με πολύχρονη πείρα στην ιατροδικαστική εξέταση σεξουαλικά κακοποιημένων παιδιών, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και συνεπώς η μαρτυρία του θα προσεγγισθεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. ενδεικτικά Philippou ν. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Ο Μ.Κ.5 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τα ευρήματα του, ως αυτά προέκυψαν από την ιατροδικαστική εξέταση που διενήργησε στην Α.Α., στο Σπίτι του Παιδιού, στις 28/08/2023. Επεξήγησε δε με αντικειμενικότητα τους τρόπους που μπορεί να επέλθει ρήξη του παρθενικού υμένα και τους μηχανισμούς που μπορούν να προκαλέσουν μώλωπα ή εκχύμωση στο σώμα και ειδικότερα στην περιοχή των γεννητικών οργάνων και πότε αυτά μπορούν να υποχωρήσουν. Σε κάθε περίπτωση η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, η οποία του υπέβαλε διευκρινιστικές κυρίως ερωτήσεις. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.5 γίνεται δεκτή και με βάση αυτή αποδεχόμαστε τα εξής: Η Α.Α., κατά την ιατροδικαστική εξέταση, ανέφερε ότι δέχθηκε σεξουαλική κακοποίηση από τον ανάδοχο πατέρα της τον τελευταίο ένα χρόνο, στοματικά και χρήση δακτύλου στην περιοχή του αιδοίου (μια φορά) και ότι δεν είχε άλλες σεξουαλικές επαφές. Η περιοχή του αιδοίου της Α.Α. ήταν χωρίς πρόσφατες κακώσεις. Ο παρθενικός υμένας της Α.Α. ήταν άθικτος. Ο παρθενικός υμένας είναι μια μεμβράνη, που υπάρχει στην είσοδο του κόλπου, η οποία μπορεί να σπάσει πολύ εύκολα, χωρίς μεγάλη δύναμη, είτε πρόκειται για ανήλικη είτε για ενήλικη. Ρήξη παρθενικού υμένα μπορεί να προκληθεί με είσοδο οποιουδήποτε ξένου σώματος εντός του κόλπου (είτε αυτό είναι δάκτυλο ή πέος ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο). Δεν αποκλείεται όμως να γίνεται χρήση δακτύλου (μια φορά) στην περιοχή των γεννητικών οργάνων (μεταξύ των χειλιών/στα εξωτερικά γεννητικά όργανα) και να μην υπάρξει είσοδος στα έσω γεννητικά όργανα. Η Μ.Κ.8 επίσης κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας σε θέματα που άπτονται της ειδικότητας της. Το ότι είναι εμπειρογνώμονας κλινική ψυχολόγος και ότι έχει τύχει ειδικής εκπαίδευσης στη συνέντευξη και αξιολόγηση σεξουαλικά κακοποιημένων παιδιών, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και συνεπώς η μαρτυρία της θα προσεγγισθεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. ανωτέρω). Εδώ να λεχθεί περαιτέρω ότι, ως έχει νομολογηθεί, το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη, εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά στα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Philippou ανωτέρω και Πιττάλη κ.ά. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Περαιτέρω έχουμε κατά νου την αρχή ότι δεν είναι αποδεκτή η μαρτυρία εμπειρογνώμονα που συνίσταται σε σχολιασμό επί των γεγονότων με βάση την κοινή λογική, ως επίσης που έχει σκοπό να υποστηρίξει την αξιοπιστία «per se» μάρτυρα της ίδιας πλευράς («oath helping evidence»). Σχετικές είναι οι R. v. H [2014] EWCA Crim 1555, R. v. Turner
(1975)Q.B. 834 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 91/2017, ημερ. 02/05/2018. Έχουμε επίσης υπόψη ότι, ένας εμπειρογνώμονας μπορεί να δώσει μαρτυρία για την προσωπικότητα και την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση ενός προσώπου εφόσον ενδέχεται να καταδείξει τον αναμενόμενο τρόπο αντίδρασης ή συμπεριφοράς του, παρέχοντας εξειδικευμένη επιστημονική γνώση και πληροφορίες που βρίσκονται έξω από το πεδίο κοινής γνώσης και εμπειρίας του Δικαστή (βλ. Turner ανωτέρω). Μπορεί επίσης να δώσει μαρτυρία για να εξηγηθούν επιστημονικά, πέραν της κοινής γνώσης και εμπειρίας, τα χαρακτηριστικά και ο τρόπος αντίδρασης και συμπεριφοράς μιας κατηγορίας ανθρώπων και ειδικότερα μικρών παιδιών (βλ. R. v. S (VJ)
(2006)EWCA Crim 2389, R. ν. Marquard [1993] 4 SCR 223 του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά, Ομήρου ανωτέρω και Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390). Η Μ.Κ.8 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με βάση τις γνώσεις και την πείρα της και με την απαιτούμενη επιστημονική επάρκεια και αντικειμενικότητα. Διαφώτισε το Δικαστήριο σε σχέση με την κλινική αξιολόγηση που διενήργησε αναφορικά με την Α.Α. και την εικόνα που αυτή παρουσίαζε κατά τον χρόνο της αξιολόγησης. Εξήγησε με λεπτομέρεια και κατά τρόπο κατανοητό τα εργαλεία που χρησιμοποίησε και γιατί χρησιμοποίησε αυτά και όχι άλλα, το ιστορικό που έλαβε υπόψη της και παρέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και αντικειμενικότητα τις διαπιστώσεις και τα σχετικά ευρήματα της, ως τα κατέγραψε στην έκθεση της (Τεκμήριο 14), στηρίζοντας τις θέσεις της σε σχετική βιβλιογραφία (βλ. Τεκμήρια 15 έως 17). Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο μπορεί να αποκλείσει με απόλυτη βεβαιότητα το ενδεχόμενο η Α.Α. να έχει κατασκευάσει τα κατ' ισχυρισμόν αδικήματα λόγω συναισθημάτων ζήλιας, τα οποία δημιουργήθηκαν συνεπεία της προσοχής που λάμβανε ο κατηγορούμενος από τη Μ.Κ.6, αλλά και στην προσπάθεια της να τραβήξει την προσοχή και τη σημασία της Μ.Κ.6 και της οικογένειας αυτής, η Μ.Κ.8 με αντικειμενικότητα είπε βασικά ότι αυτό θα το αποφασίσει το Δικαστήριο. Σε αυτό το σημείο δέον όπως επισημάνουμε ότι η Υπεράσπιση, κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.8, δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία της, καθότι οι ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν είχαν διευκρινιστικό χαρακτήρα και δη να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις και λεπτομέρειες σε σχέση με τον τρόπο αξιολόγησης της Α.Α., τα εργαλεία που χρησιμοποίησε, την εγκυρότητα και αξιοπιστία αυτών, την επάρκεια και την ορθότητα της κλινικής της αξιολόγησης, καθώς και ως προς το ποια ήταν τα ευρήματα της. Μόνο στο στάδιο της τελικής αγόρευσης της, η Υπεράσπιση αμφισβήτησε την επάρκεια της αξιολόγησης της Μ.Κ.8, υποστηρίζοντας ότι απέφευγε να απαντήσει και να τοποθετηθεί, με βάση τη δική της εμπειρογνωμοσύνη. Συγκεκριμένα, παραπέμποντας σε συγκεκριμένα μέρη της αντεξέτασης της Μ.Κ.8, η Υπεράσπιση υποστηρίζει ότι η Μ.Κ.8 «τεχνηέντως» απέφευγε να απαντήσει και να τοποθετηθεί σε σχέση με τα ερωτήματα που της τίθονταν, με αποτέλεσμα να μην εφοδιάσει το Δικαστήριο με τη δική της ανεξάρτητη κρίση και τοποθέτηση ως εμπειρογνώμονα. Αυτή η θέση της Υπεράσπισης δεν μας βρίσκει σύμφωνους καθότι σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της Μ.Κ.8 δεν διαπιστώσαμε κάτι τέτοιο. Απεναντίας, αυτό που διαπιστώσαμε είναι ότι η Μ.Κ.8 απαντούσε σε κάθε ερώτηση, με σαφήνεια και πληρότητα, τεκμηριώνοντας τις θέσεις της. Εφοδίασε δε η Μ.Κ.8 το Δικαστήριο με τα στοιχεία εκείνα που καταδεικνύουν την επάρκεια και την ορθότητα της κλινικής αξιολόγησης που διενήργησε στην Α.Α. και συναφώς των ευρημάτων, συμπερασμάτων και εισηγήσεων της. Οι απαντήσεις της δε ουδόλως αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση της. Είναι για πρώτη φορά κατά την τελική αγόρευση της που η Υπεράσπιση θέτει θέμα ως προς την επάρκεια των συνεδριάσεων που έγιναν προς διενέργεια της εν λόγω αξιολόγησης. Συγκεκριμένα προβάλλεται, στη βάση της χρονικής τους διάρκειας (τρεις ψυχοδιαγνωστικές συνεντεύξεις διάρκειας 50 λεπτών έκαστη), ότι δημιουργείται το εύλογο ερώτημα κατά πόσο αυτές ήταν αρκετές ώστε η Μ.Κ.8 να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Ως προς τούτο δέον όμως όπως επισημάνουμε ότι η Υπεράσπιση δεν υπέβαλε τέτοια θέση στη Μ.Κ.8, παρά μόνο περιορίστηκε στο να ρωτήσει, κατά πόσο οι τρεις συνεδρίες ήταν επαρκείς για πλήρη και εμπεριστατωμένη αξιολόγηση της Α.Α., με τη Μ.Κ.8 να απαντά θετικά και τούτο να μένει αναντίλεκτο. Προς επίρρωση της θέσης της περί μη επάρκειας της αξιολόγησης που διενήργησε η Μ.Κ.8, η Υπεράσπιση στην τελική της αγόρευση υποστήριξε, με παραπομπή στα πρακτικά, ότι η Μ.Κ.8 κατά την αντεξέταση της συμφώνησε ότι ο συνδυασμός διαφόρων μεθόδων και μέσων αξιολόγησης επιτρέπει στους ειδικούς να έχουν μια πλήρη και ενδελεχή εικόνα των αναγκών και της «αξιολόγησης ενός εξεταζόμενου ανηλίκου». Αυτό όμως δεν ισχύει καθότι, στα πρακτικά (ημερομηνίας 08/03/2024 σελ. 22 γραμμές 9 έως 12) η θέση που θέτει η Υπεράσπιση δεν περιέχει τη λέξη «αξιολόγησης» αλλά τη λέξη «ανάπτυξης». Συνεπώς, η Μ.Κ.8 έδωσε την απάντηση της σε σχέση με το ζήτημα της ανάπτυξης και όχι της αξιολόγησης της Α.Α. Ως δε ακολούθως η Μ.Κ.8 διευκρίνισε, η μαθησιακή αξιολόγηση δεν ήταν το αντικείμενο της αξιολόγησης της Α.Α., έγινε όμως συναισθηματική αξιολόγηση. Ούτε αυτή η αναφορά της Μ.Κ.8 αμφισβητήθηκε. Τέλος, στην τελική της αγόρευση, η Υπεράσπιση προβάλλει ότι η Μ.Κ.8, κατά την ψυχολογική αξιολόγηση της Α.Α., δεν έλαβε υπόψη συγκεκριμένους παράγοντες όπως η μη χρησιμοποίηση ψυχομετρικών εργαλείων, δεν έλαβε πληροφορίες από όλα τα πλαίσια της Α.Α., όπως το σχολικό της πλαίσιο και δεν παρέπεμψε την Α.Α. σε παιδοψυχίατρο για περαιτέρω διερεύνηση, γνωρίζοντας το ιστορικό της Α.Α. περί αυτοκτονικού ιδεασμού και αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών. Ως προς τούτο πρέπει να λεχθεί ότι κατά την αντεξέταση της η Μ.Κ.8 ρωτήθηκε σχετικά με τα πιο πάνω στοιχεία και απάντησε, επεξηγώντας τους λόγους που την οδήγησαν στο να μην τα λάβει υπόψη, διευκρινίζοντας μάλιστα ότι δεν ήταν απαραίτητα και ότι δεν επηρεάζουν την εγκυρότητα της αξιολόγησης της. Η Υπεράσπιση όχι μόνο δεν υπέβαλε στη Μ.Κ.8 ότι αυτά ήταν απαραίτητα για την αξιολόγηση της Α.Α. αλλά δεν αμφισβήτησε καν, έστω μέσω υποβολών, τις σχετικές απαντήσεις της Μ.Κ.
- Ως εκ των άνω, η μαρτυρία της Μ.Κ.8 γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: · Αποτελούν παράγοντες υψηλού κινδύνου για να κακοποιηθεί σεξουαλικά ένα παιδί, η φτώχεια, η κοινωνική απομόνωση, το να είναι κορίτσι, να είναι ασυνόδευτο παιδί, να είναι παιδί σε ανάδοχη οικογένεια, να είναι υιοθετημένο, να έχει σωματική ή ψυχική ευαλωτότητα, να έχει ιστορικό προηγούμενης κακοποίησης, να έχει μια ψυχολογική ή γνωστική ευαλωτότητα και να προέρχεται από μονογονεϊκή οικογένεια. Στην περίπτωση της Α.Α. πληρούνταν τέτοιοι παράγοντες εφόσον αυτή ήταν κορίτσι, ήταν ανάδοχο παιδί, είχε ιστορικό κακοποίησης στο περιβάλλον της βιολογικής της οικογένειας και ήταν κοινωνικά απομονωμένη λόγω του σχολικού εκφοβισμού που βίωνε. Το γεγονός ότι η μητέρα της Α.Α. την εγκατέλειψε όταν ήταν 4 μηνών (και έκτοτε δεν υπάρχει επικοινωνία μεταξύ τους) και το ιστορικό σωματικής και ψυχολογικής βίας από τη βιολογική της οικογένεια, συνέβαλαν ώστε το οικογενειακό/βιολογικό της περιβάλλον, αντί να της προσφέρει ασφάλεια, αγάπη και φροντίδα, να της αναπτύξει συναισθήματα απόρριψης, αναξιότητας και φόβο εγκατάλειψης. Οι μη υγιείς συνθήκες στο πλαίσιο της βιολογικής της οικογένειας, η χρόνια κακοποίηση και παραμέληση της από τη βιολογική της οικογένεια και τα αρνητικά συναισθήματα που της προκαλούσαν, λειτουργούσαν ως παράγοντες ευαλωτότητας και έθεταν την Α.Α. ως παιδί υψηλού κινδύνου και ευάλωτη προς κάθε μορφή κακοποίησης και εκμετάλλευσης. · Η Α.Α., στην προσπάθεια της να διαχειριστεί τα συναισθηματικά επακόλουθα, κατά την ηλικία των 7 ετών περίπου, όταν ο πατέρας της παντρεύτηκε τη μητριά της, εμφάνιζε αυτοκτονικό ιδεασμό (πέσιμο από το παράθυρο) καθώς και αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές (όπως κτύπημα του κεφαλιού στον τοίχο και αυτοτραυματισμός με διαβήτη). · Μετά την απομάκρυνση της Α.Α. από τη βιολογική της οικογένεια, αυτά τα συναισθήματα αυξήθηκαν και ο σχολικός εκφοβισμός που βίωνε επηρέασε την Α.Α., με αποτέλεσμα να εμφανίσει συναίσθημα κατωτερότητας και να μην αισθάνεται αποδεκτή ούτε από τους συνομήλικους της. Αυτοί οι παράγοντες επηρέασαν την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση της Α.Α., αναζητώντας αγάπη, φροντίδα και συναισθηματική εγγύτητα. · Μέσα από τις αναφορές της Α.Α. προς τη Μ.Κ.8, φάνηκε πως η απομάκρυνση της από τη βιολογική της οικογένεια πρόσφερε σε αυτήν ανακούφιση, αφού αισθανόταν πλέον προστατευμένη. · Η Α.Α. είχε δυσκολίες ως προς τη θέσπιση των ορίων, όχι όμως ως προς την τήρηση τους. Τα θεωρούσε θετικά προς την ίδια και ότι με αυτά θα γινόταν αποδεκτή. Η Α.Α. θεωρούσε ότι οι ανάγκες των άλλων ήταν πιο σημαντικές από τις δικές της και εάν έβαζε τα δικά της όρια υπήρχε ο φόβος ότι θα την απέρριπταν και εγκατέλειπαν. Η Α.Α. δεν ανέφερε στη Μ.Κ.8 οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι εκλάμβανε τους κανόνες και τα όρια που της έθετε ο κατηγορούμενος στα πλαίσια διαπαιδαγώγησης της, ως καταπίεση εις βάρος της, ούτε έχει διαπιστωθεί δυσφορία. Αντίθετα, για την Α.Α. φάνηκε η τήρηση των ορίων να λειτουργεί ως ένας τρόπος να προσαρμόζεται στο περιβάλλον, αναζητούσε τα όρια για να είναι σίγουρη ότι είναι αποδεκτή και δεν θα την εγκαταλείψουν. Εμφάνιζε ταυτόχρονα έντονη ανησυχία πως οποιαδήποτε στιγμή πιθανόν να κάνει κάποιο λάθος, με κίνδυνο να απογοητεύσει την ανάδοχη οικογένεια και ως συνέπεια να τη διώξουν ή και να επιστρέψει στη βιολογική της οικογένεια. Οι σκέψεις αυτές επηρέαζαν τη διάθεση της, πυροδοτώντας συναισθήματα άγχους, φόβου και μειωμένη συγκέντρωση. · Παράλληλα, διαπιστώθηκαν διαστρεβλωμένες πεποιθήσεις που αφορούσαν τον εαυτό της και την έκφραση των αρνητικών συναισθημάτων. Συγκεκριμένα, η Α.Α. θεωρούσε πως εκφράζοντας τα συναισθήματα της, εκτίθετο και παράλληλα οι άλλοι θα την έκριναν αρνητικά ή θα την απέρριπταν, εμφανίζοντας φόβο εγκατάλειψης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μη έκφραση των συναισθημάτων της αλλά και τη διατήρηση μιας απολογητικής στάσης σε οτιδήποτε εμπλεκόταν, ως ένα μέσο να προλάβει το ενδεχόμενο συγκρούσεων ή και απόρριψης. Οι δυσκολίες αυτές ενδέχεται να σχετίζονταν με τις συνθήκες στο οικογενειακό πλαίσιο, καθώς και τα περιστατικά σχολικού εκφοβισμού. · Η Α.Α. κατά την κλινική αξιολόγηση μιλούσε με θετικά σχόλια για τον κατηγορούμενο και τα ξεχώριζε από τα καταγγελθέντα περιστατικά. Σε σχέση με αυτόν, μιλούσε για έναν πατέρα που ήταν υπεύθυνος για τη φροντίδα της, ήταν βασικός ενήλικας στη ζωή της, ο οποίος κάλυπτε βασικές της ανάγκες, παρέχοντας της και υλικά αγαθά. Κάλυπτε δε βασικές και συναισθηματικές ανάγκες που προηγουμένως δεν καλύπτονταν από τη βιολογική της οικογένεια, τον θεωρούσε δε υπόδειγμα/πρότυπο. Περιέγραψε δε τη μεταξύ τους σχέση ως σχέση εμπιστοσύνης. Είχε αποδώσει στο πρόσωπο του κατηγορουμένου τον ρόλο του πατέρα και στο πρόσωπο της Μ.Κ.6 τον μητρικό ρόλο. Τόσο ο κατηγορούμενος, όσο και η Μ.Κ.6 κάλυπταν τις συναισθηματικές ανάγκες της, λάμβανε οικογενειακή θαλπωρή, προσοχή και σημασία, στοιχεία τα οποία στερήθηκε στο βιολογικό της περιβάλλον. Ειδικότερα με τη Μ.Κ.6 αναπτύχθηκε στενός δεσμός, αφού η Μ.Κ.6 κάλυπτε τα συναισθηματικά ελλείμματα από τη μητρική αποστέρηση. Η υποστηρικτική στάση της Μ.Κ.6 και ο μητρικός ρόλος που αποδιδόταν σε αυτήν, πρόσφερε στην Α.Α. τη δυνατότητα να εκφράζει ελεύθερα τις σκέψεις και τα συναισθήματα της, σε ένα πλαίσιο αγάπης, αποδοχής και εγγύτητας, όπου ήταν προστατευμένη. · Η διαδικασία της σεξουαλικής κακοποίησης είναι μια εξελικτική διαδικασία. Οι θύτες αναζητούν παιδιά έμπιστα, με τα οποία δουλεύουν μεθοδικά και συστηματικά, προκειμένου να δημιουργήσουν μαζί τους μια σχέση εμπιστοσύνης, πριν περάσουν στην παραβίαση. Αναζητούν επίσης παιδιά με ευαλωτότητα. Η διαδικασία της κακοποίησης κλιμακώνεται σταδιακά, αφού πρώτα ο δράστης έχει κάνει πολλά βήματα, που στην αρχή μοιάζουν αθώα και καλοπροαίρετα προς την επιθυμητή κατεύθυνση. Συχνά ο δράστης, για να υποτάξει τον ανήλικο, χρησιμοποιεί διάφορες τεχνικές, όπως την παραχώρηση ιδιαίτερων προνομίων, την αγορά ακριβών υλικών αγαθών, τη διαστρέβλωση και παραποίηση κοινωνικά αποδεκτών αρχών και αξιών, τη θέαση της σεξουαλικής κακοποίησης ως φυσιολογικής συμπεριφοράς και τη μετακύληση της ευθύνης στον ανήλικο. Πείθει επίσης τα παιδιά πως η γνωστοποίηση των πεπραγμένων θα έχει δραματικές συνέπειες, καθώς θα είναι τα ίδια που τελικά θα κατηγορηθούν και θα τιμωρηθούν. · Υπάρχουν παράγοντες που ενεργούν ανασταλτικά σε ένα παιδί στο να αποκαλύψει τη σεξουαλική κακοποίηση του, όπως είναι η απουσία γνώσης ως προς τον αξιόποινο και τον κακοποιητικό χαρακτήρα των πράξεων του δράστη, η απουσία συνθηκών που να επιτρέπουν την αποκάλυψη, η σχέση που δημιουργείται ανάμεσα στον δράστη και στο παιδί, με αποτέλεσμα το παιδί να σκέφτεται ότι με την αποκάλυψη θα προδώσει τον δράστη και ότι αυτός θα έχει σημαντικές συνέπειες, ο φόβος αντιποίνων από τον δράστη, το φύλο ή ηλικία του παιδιού, το πολιτισμικό του πλαίσιο, από που προέρχεται το παιδί και το συναίσθημα συνενοχής και ευθύνης. · Η Α.Α. αναζητούσε βοήθεια και συγκεκριμένα συνεργασία με ψυχολόγο και έψαχνε ένα τρόπο να διαχειριστεί τα συναισθήματα που ένιωθε. Στην περίπτωση της Α.Α., οι λόγοι που ενήργησαν ανασταλτικά στο να αποκαλύψει τα καταγγελθέντα περιστατικά ήταν η άγνοια της για τον αξιόποινο και κακοποιητικό χαρακτήρα των πράξεων του κατηγορουμένου, ότι δεν της δινόταν η κατάλληλη ευκαιρία για να προβεί στην αποκάλυψη, η σχέση που είχε δημιουργηθεί μεταξύ αυτής και του κατηγορουμένου, το συναίσθημα συνενοχής και ευθύνης, το συναίσθημα ότι με την αποκάλυψη θα επέφερε ποινικές συνέπειες στον άνθρωπο που της πρόσφερε φροντίδα και ότι θα τον πρόδιδε και η συνέπεια που θα είχε στην οικογένεια τέτοια αποκάλυψη, ότι μπορεί να θύμωνε η Μ.Κ.6 και ότι μπορεί η αποκάλυψη να σήμαινε την απομάκρυνση της από τη Μ.Κ.
- · Η Α.Α. κατά την αξιολόγηση αναφέρθηκε με δυσκολία στα καταγγελθέντα περιστατικά, εξαιτίας της έκδηλης συναισθηματικής αναστάτωσης που αισθανόταν. Μέσα από τις αναφορές της φάνηκε αρχικά πως εμφάνιζε συναισθήματα σύγχυσης και αμηχανίας, τα οποία σχετίζονταν με τη στάση του κατηγορουμένου, ο οποίος παρουσίαζε τα περιστατικά ως κοινωνικά αποδεκτά. Η στάση αυτή, σε συνδυασμό με την κλιμάκωση των περιστατικών, φάνηκε να επιβάρυναν συναισθηματικά την Α.Α., προσθέτοντας συναισθήματα φόβου, ντροπής, μοναξιάς και ενοχής, τα οποία αδυνατούσε να διαχειριστεί, με αποτέλεσμα να εμφάνιζε μειωμένη διάθεση. Τα συναισθήματα αυτά δημιουργούσαν συναισθηματικό αδιέξοδο, με αποτέλεσμα να αισθανόταν αβοήθητη. Εξαιτίας αυτού, η Α.Α. ζήτησε από την ανάδοχη μητέρα να δει ψυχολόγο, χωρίς ωστόσο αυτό να είχε προγραμματιστεί. · Μέσα από τις αναφορές της Α.Α. φάνηκε πως τα καταγγελθέντα περιστατικά επηρέασαν την ήδη επιβαρυμένη ψυχική της κατάσταση. Πιο συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε ενασχόληση της Α.Α. με επαναλαμβανόμενες σκέψεις σχετικές με τα περιστατικά ως μια προσπάθεια να καταλάβει αν οι συμπεριφορές του κατηγορουμένου ήταν αποδεκτές, γεγονός που συνέβαλε ώστε να επιβαρυνθεί η ήδη μειωμένη της συγκέντρωση. Περιέγραψε εφιάλτες σχετιζόμενους με τα καταγγελθέντα περιστατικά, οι οποίοι επηρέασαν την επέλευση καθώς και την ποιότητα του ύπνου της. Ανέφερε πως υπήρχαν περιπτώσεις όπου φοβούμενη πως θα δει σχετικούς εφιάλτες, δεν επιθυμούσε να κοιμηθεί, ως έναν τρόπο να τους αποφύγει αφού της προκαλούσαν αναστάτωση. Παρατηρήθηκαν αρνητικές πεποιθήσεις που αφορούσαν τον εαυτό της και τους άλλους. Ανέφερε δε στη Μ.Κ.8 πως, μετά τα επίδικα περιστατικά και βάσει αυτών, θεωρούσε και εκλάμβανε ως επιβεβαίωση ότι οι άνδρες είναι επικίνδυνοι και χαρακτήριζε τον εαυτό της «τέρας». Παρουσίαζε επίσης, αίσθημα συνενοχής και ευθύνης, αφού επέρριπτε ευθύνη στον εαυτό της για τα περιστατικά. Επιπρόσθετα, αισθανόταν φόβο και άγχος, αφού πίστευε πως η Μ.Κ.6 δεν θα τη συγχωρούσε γιατί δεν της είχε αποκαλύψει από την αρχή τα περιστατικά, με αποτέλεσμα να την έχανε. · Η επιθυμία κάποιου να γίνει ηθοποιός δεν σημαίνει ότι μπορεί να προσποιηθεί σεξουαλική κακοποίηση και ούτε έχει αποδειχθεί κάτι τέτοιο. Τα παιδιά και οι έφηβοι ανήλικοι προσπαθούν να έχουν την προσοχή μέσω θετικών επιτευγμάτων. Η Α.Α. στη βιολογική της οικογένεια έμαθε ότι «μπορώ να έχω προσοχή μόνο με τα θετικά μου, τα αρνητικά μου απαγορεύονται, απαγορεύεται να κάνω λάθος γιατί εάν κάνω λάθος θα σημαίνει σωματική κακοποίηση με ιδιαίτερα επιβλαβείς τρόπους». Η Α.Α. είναι παιδί που τείνει να τραβά την προσοχή με επιτεύγματα, ήθελε να δείχνει τη θετική πλευρά και δεν ήθελε και δυσκολευόταν να εκφράζει τα αρνητικά της συναισθήματα. · Η Μ.Κ.8 δεν διαπίστωσε ότι η Α.Α. ανέπτυξε συναισθήματα κτητικότητας προς τη Μ.Κ.
- Ούτε διαπίστωσε να προκλήθηκε στην Α.Α. αίσθημα ζήλιας όταν η Μ.Κ.6 έστρεφε την προσοχή και σημασία της αλλού, αφού η Α.Α. ήταν παιδί που δεν είχε ιδιαίτερες απαιτήσεις, ήταν ικανοποιημένη και με τα λίγα και έβαζε τις ανάγκες των άλλων πιο πάνω από τις δικές της. · Η Α.Α. βάσει των αποτελεσμάτων της ψυχοδιαγνωστικής αξιολόγησης, φάνηκε πως είχε αναπτύξει συμπτωματολογία Σύνθετης Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες. Πρόκειται για ψυχική διαταραχή και προέρχεται από την έκθεση του ατόμου σε ένα ή σειρά τραυματικών γεγονότων, που η διαφυγή είναι αδύνατη. Στην περίπτωση της Α.Α., η Σύνθετη Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες οφείλεται τόσο στον σχολικό εκφοβισμό, όσο και στο σπίτι με τις αναφορές της σχετικά με τη σεξουαλική της κακοποίηση. Τα καταγγελθέντα περιστατικά φάνηκε ότι επιβάρυναν την ήδη βεβαρυμμένη συναισθηματική της κατάσταση, επιφέροντας επιπλέον ψυχικά ενοχλήματα τα οποία, σε συνδυασμό με το οικογενειακό ιστορικό και τα επεισόδια σχολικού εκφοβισμού, αποτέλεσαν επιβαρυντικούς παράγοντες για την εκδήλωση των συμπτωμάτων της Σύνθετης Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, τα οποία ήταν ενεργά κατά την κλινική αξιολόγηση της. · Βάσει της Σύνθετης Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, η Α.Α. παρουσίαζε πεποιθήσεις που αφορούσαν τον εαυτό της, οι οποίες δημιουργούσαν συναισθήματα ντροπής και ευθύνης, καθώς και δυσκολία στη ρύθμιση των συναισθημάτων της. Επιπλέον παρατηρήθηκαν δυσκολίες σχετιζόμενες με τη διατήρηση των διαπροσωπικών σχέσεων, γεγονός που επηρέαζε τη συμπεριφορά της. Τα συμπτώματα φάνηκε να προκάλεσαν σημαντική έκπτωση σε προσωπικό, οικογενειακό, κοινωνικό, εκπαιδευτικό επίπεδο ή άλλους σημαντικούς τομείς της λειτουργικότητας. Ερχόμενοι στη Μ.Κ.6, δέον όπως λεχθεί ότι έχουμε εξετάσει τη μαρτυρία της με ιδιαίτερη προσοχή και επιφυλακτικότητα, έχοντας υπόψη ότι κατά τους επίδικους για την παρούσα χρόνους ήταν εκ των αναδόχων της Α.Α., ότι ήταν η συμβία του κατηγορουμένου, το πρόσωπο το οποίο μετέφερε την Α.Α. στην Αστυνομία για να καταγγείλουν την παρούσα υπόθεση αλλά και ότι σήμερα συνεχίζει ουσιαστικά να είναι η ανάδοχη μητέρα της Α.Α. Πρέπει να πούμε ευθύς εξ αρχής ότι η Μ.Κ.6 άφησε πολύ θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της κατέθετε με τρόπο πηγαίο, άμεσο και ειλικρινή, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές. Υπήρξε σταθερή και συνεπής στις θέσεις της και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις που να κλονίζουν την αξιοπιστία της. Δεν έχουμε διαπιστώσει οποιαδήποτε μεροληψία εναντίον του κατηγορουμένου και πρόθεση της Μ.Κ.6 να δημιουργήσει επί σκοπώ αρνητική εικόνα για το πρόσωπο αυτού. Δεν μας διαφεύγει ότι η Μ.Κ.6 αναφέρθηκε σε κάποια αρνητικά στοιχεία του χαρακτήρα του κατηγορουμένου, όπως το ότι είναι οξύθυμος, ευέξαπτος, αυταρχικός και ότι μια φορά, σε ένα ξέσπασμα θυμού έσπασε ένα τραπεζάκι στο σπίτι, πλην όμως δεν προκύπτει ότι ανέφερε αυτά ψευδώς ώστε να δημιουργήσει αρνητική εικόνα για τον κατηγορούμενο. Αντίθετα φαίνεται ότι η Μ.Κ.6 παρέθεσε αυτά στο πλαίσιο ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης των συνθηκών συμβίωσης τους και των σχέσεων τους. Εδώ να σημειωθεί ότι τόσο ο ίδιος ο κατηγορούμενος όσο και οι μάρτυρες υπεράσπισης ανέφεραν κατά τη μαρτυρία τους ότι ο κατηγορούμενος έχει στοιχεία που καταδεικνύουν τον αυστηρό, αυταρχικό και σε κάποια θέματα άκαμπτο χαρακτήρα του. Περαιτέρω, η Μ.Κ.6 αναφέρθηκε σε θετικά στοιχεία του χαρακτήρα του κατηγορουμένου όπως ότι είναι καλός και προστατευτικός πατέρας, ότι μεγάλωσε φυσιολογικά τους τρεις υιούς του, ότι συμβουλεύει πολλά άτομα, ότι δεν χρησιμοποίησε ποτέ σωματική βία στη Μ.Κ.6 και στην Α.Α., ότι βοηθούσε την Α.Α. στο διάβασμα της, ότι η Μ.Κ.6 του είχε εμπιστοσύνη και ότι δεν θα πίστευε ότι μπορούσε να κάνει αυτά που η Α.Α. της ανέφερε για τη σεξουαλική κακοποίηση της. Ήταν δε πειστική η Μ.Κ.6 αναφορικά με τις ενέργειες της από τη στιγμή που η Α.Α. της εκμυστηρεύθηκε τη σεξουαλική κακοποίηση της, μέχρι να μεταβούν την επόμενη μέρα στην Αστυνομία για να καταγγείλουν τον κατηγορούμενο για την παρούσα υπόθεση. Προκύπτει δε από τα όσα είπε σχετικά ότι έδρασε με κύριο γνώμονα το καλώς νοούμενο συμφέρον της Α.Α., την οποία πολύ λογικά και αναμενόμενα ήθελε να προστατέψει. Συγκεκριμένα, πειστικά εξήγησε ότι δεν ήθελε να συζητήσει με τον κατηγορούμενο τα όσα η Α.Α. της εκμυστηρεύθηκε, επειδή ανέμενε ότι σε τέτοια περίπτωση αυτός θα αντιδρούσε έντονα λόγω του οξύθυμου και ευέξαπτου χαρακτήρα του και ότι μπορούσε να εκφοβίσει την Α.Α. με αποτέλεσμα να μην προέβαινε στην καταγγελία. Λογικό κρίνεται και το ότι δεν ανέφερε τίποτα στους γονείς της εκείνο το βράδυ, λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζουν και ότι προτίμησε τότε να μιλήσει για αυτό, τηλεφωνικώς με μια φίλη της καθώς και ότι συζήτησε το θέμα την επόμενη ημέρα με την αδερφή της και τον γαμπρό της και τους ζήτησε όπως μην αναφέρουν οτιδήποτε στον κατηγορούμενο και να του πουν, σε περίπτωση που τον συναντούσαν, ότι αυτή πήγε για καφέ. Ως δε με ειλικρίνεια είπε, δεν συγχώρησε ποτέ ανθρώπους που κακοποιούν σεξουαλικά παιδιά και μέλημα της ήταν να καταγγείλει τον κατηγορούμενο στην Αστυνομία την επόμενη ημέρα. Κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε σε διάφορα προγενέστερα γεγονότα τα οποία, ως είπε, μετά την αποκάλυψη που της έκανε η Α.Α. για τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον κατηγορούμενο, συνέδεσε με τα όσα της αποκάλυψε η Α.Α. Ως προς τούτο δέον όπως λεχθεί ότι εκείνο που προκύπτει είναι ότι η Μ.Κ.6 αναφέρθηκε σε αυτά όχι για να δημιουργήσει οποιαδήποτε αρνητική εικόνα για το πρόσωπο του κατηγορουμένου αλλά στο πλαίσιο παράθεσης του όλου ιστορικού και κυρίως για να δείξει γιατί πίστεψε τα όσα της αποκάλυψε η Α.Α. και προχώρησαν στην καταγγελία. Συγκεκριμένα, κατά τη μαρτυρία της η Μ.Κ.6 συνέδεσε τη σεξουαλική κακοποίηση της Α.Α. από τον κατηγορούμενο, με την απαίτηση του τελευταίου να παραλαμβάνει την Α.Α. από το μελετητήριο νωρίτερα από την καθορισμένη ώρα (4:30 μ.μ.), με την απαίτηση του, με την επιστροφή του από την εργασία του, η Α.Α. να μεταβαίνει, από τους γονείς της Μ.Κ.6 που διαμένουν στο ισόγειο του κτιρίου, πάνω στην οικία τους αλλά και με την επιμονή του να παίρνει την Α.Α. μαζί του στο χωριό από όπου κατάγεται. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε η Μ.Κ.6, μετά την αποκάλυψη που της έκανε η Α.Α., η ίδια έκανε ένα «flash back» και κατάλαβε για ποιον λόγο ο κατηγορούμενος προέβαινε στις πιο πάνω ενέργειες. Προκύπτει δε από τη μαρτυρία της ότι ανέφερε τα γεγονότα αυτά και τα συνέδεσε με τη σεξουαλική κακοποίηση της Α.Α. με αφορμή την αποκάλυψη που της έκανε η τελευταία. Με άλλα λόγια η εν λόγω αποκάλυψη ήταν ο λόγος για να επανεξετάσει και να αναφέρει η Μ.Κ.6 τα εν λόγω γεγονότα στο συγκεκριμένο πλέον πλαίσιο. Ως προς τούτο πρέπει βέβαια να λεχθεί ότι λαμβάνουμε υπόψη και θα αξιολογήσουμε τις εν λόγω συμπεριφορές του κατηγορουμένου ως γεγονότα για τα οποία η Μ.Κ.6 μπορεί, ως μάρτυρας γεγονότων, να καταθέσει και όχι βέβαια τα συμπεράσματα στα οποία αυτή κατέληξε με βάση τα εν λόγω γεγονότα. Άλλωστε, ως προαναφέρθηκε, η Μ.Κ.6 ανέφερε αυτά με σκοπό να δείξει γιατί πίστεψε τα όσα της είπε η Α.Α. Να υπομνήσουμε επίσης ότι τέτοια συμπεράσματα αποτελούν έργο του ίδιου του Δικαστηρίου και μόνο, στη βάση των γεγονότων στα οποία θα καταλήξει μετά από αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας. Σε σχέση με τις ώρες που ο κατηγορούμενος παραλάμβανε την Α.Α. από το μελετητήριο, υποβλήθηκαν στη Μ.Κ.6 οι θέσεις ότι ο χρόνος της Α.Α. στο μελετητήριο εξαρτάτο από τον όγκο των μαθημάτων της, ότι το πρόγραμμα του μελετητηρίου ήταν ευέλικτο και εξαρτάτο από τον κάθε γονέα, βάσει του δικού του προγράμματος, πότε θα παραλάμβανε το παιδί του. Η Μ.Κ.6 αντέκρουσε τις εν λόγω θέσεις, αναφέροντας πειστικά, ότι δεν υπάρχει λόγος να παραλάβει κάποιος γονέας πιο νωρίς το παιδί του, είτε από το σχολείο, είτε από το μελετητήριο, ότι εάν δεν είχαν μαθήματα η Μ.Κ.4 τους έδινε φυλλάδια (ως ανέφερε και η Μ.Κ.4) και ότι η Μ.Κ.4 τους είπε ότι θα μπορούσαν μεν να παραλαμβάνουν την Α.Α. νωρίτερα, όχι όμως καθημερινά. Πέραν τούτου, η Μ.Κ.6 αναφέρθηκε στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παραλάμβανε την Α.Α. νωρίτερα από τις 4:30 μ.μ., που ήταν η ώρα που καθορίστηκε από την αρχή ως ώρα λήξης του προγράμματος και συγκεκριμένα ότι υπήρχαν περιπτώσεις που την παραλάμβανε από τις 3:00 μ.μ. Αυτό για τους λόγους που εξηγούνται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.4 δεν έρχεται σε αντίθεση με τα όσα είπε η τελευταία ενώ συνάδει και με τη μαρτυρία της Α.Α., στην οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω. Η δε αναφορά της Μ.Κ.6 στην κατάθεση της, ότι δηλαδή θεώρησε «εντελώς άκυρο» το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παραλάμβανε την Α.Α. από το μελετητήριο, κρίνουμε ότι δεν αποσκοπούσε στη δημιουργία εντυπώσεων εναντίον του κατηγορουμένου αλλά σε απλό σχολιασμό από πλευράς της Μ.Κ.6 αυτής του της συμπεριφοράς. Πέραν τούτου να λεχθεί ότι, ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατά τη μαρτυρία του, αποδέχθηκε ότι παραλάμβανε την Α.Α. από το μελετητήριο τρεις φορές την εβδομάδα μεταξύ των ωρών 3:00 και 4:00 μ.μ. Σε σχέση με την απαίτηση του κατηγορουμένου, όπως η Α.Α. φεύγει από το σπίτι των γονιών της Μ.Κ.6 (που βρίσκεται κάτω από την οικία όπου διέμεναν η Μ.Κ.6, η Α.Α. και ο κατηγορούμενος) και ανεβαίνει στην οικία της Μ.Κ.6 όταν αυτός σχόλανε, υποβλήθηκε στη Μ.Κ.6 η θέση ότι αυτό γινόταν στα πλαίσια διαπαιδαγώγησης και γαλούχησης «αξιών-αρχών» από τον κατηγορούμενο και ότι δεν ήθελε η Α.Α. να επιβαρύνει τη μητέρα της Μ.Κ.
- Η Μ.Κ.6 με ειλικρίνεια δήλωσε ότι το αντιλαμβάνεται αυτό, αλλά ως εξήγησε, η μητέρα της της ανέφερε ότι δεν επιβαρυνόταν από τη παρουσία της Α.Α. στο σπίτι της διότι η Α.Α. ήταν πολύ ήσυχη και μάλιστα η μητέρα της εξέφρασε τη δυσαρέσκεια της για αυτήν την απαίτηση του κατηγορουμένου. Ως δε διευκρίνισε η Μ.Κ.6, αυτά λάμβαναν χώρα το καλοκαίρι, όταν η Α.Α. δεν είχε σχολείο. Οι αναφορές αυτές της Μ.Κ.6 είναι πειστικές και λογικές και δεν συνιστούν αντιφατικές δηλώσεις της σε σχέση με το τι ανέφερε στη μαρτυρία της σχετικά με την εν λόγω απαίτηση του κατηγορουμένου. Σε σχέση με την αναφορά της ότι ο κατηγορούμενος επέμενε να παίρνει μαζί του την Α.Α. στο χωριό, από όπου κατάγεται, που ως γεγονός είναι αναντίλεκτο, υποβλήθηκε στη Μ.Κ.6 η θέση ότι ο κατηγορούμενος έκανε αυτό για να καλλιεργήσει και να μεταδώσει στην Α.Α. την αγάπη του για το χωριό, όπως έκανε με τα βιολογικά του παιδιά. Ως προς τούτο η Μ.Κ.6 ανέφερε αυτό που η ίδια αποκόμισε ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος μπορεί να έπαιρνε την Α.Α. για συντροφιά, όχι όμως για να της καλλιεργήσει την αγάπη του για το χωριό του. Ως είπε η Μ.Κ.6 όταν πήγαινε η Α.Α. στο χωριό, ήταν στο περιθώριο από τα αδελφότεκνα του κατηγορουμένου, με εξαίρεση ένα κοριτσάκι που έπαιζε μαζί της, «κάποιες στιγμές». Υπήρξε δε αμφισβήτηση από πλευράς Υπεράσπισης σε σχέση με τη συχνότητα που ο κατηγορούμενος έπαιρνε την Α.Α. στο χωριό και ειδικότερα υποβλήθηκε στη Μ.Κ.6 η θέση ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε πήρε την Α.Α. στο χωριό καθημερινή, με τη Μ.Κ.6 να απαντά, χωρίς οποιαδήποτε υπερβολή, ότι αυτό έγινε μια ή δύο φορές ημέρα Τετάρτη. Εδώ να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε κατά τη μαρτυρία του, ότι μια φορά, μέρα Τετάρτη, πήρε μαζί του την Α.Α. στο χωριό. Επιπρόσθετα, ο υιός του κατηγορουμένου (Μ.Υ.1) ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι «μπορεί Τετάρτες, Πέμπτες» να έβλεπε τον κατηγορούμενο και την Α.Α. στο χωριό. Συναφώς, ο Μ.Υ.2 ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι, σπάνια μεν, αλλά ότι ο κατηγορούμενος και η Α.Α. πήγαιναν στο χωριό καθημερινές. Η Μ.Κ.6 υποστήριξε κατά τη μαρτυρία της ότι τους τελευταίους 8 - 10 μήνες πριν την καταγγελία, η Α.Α. άρχισε να αντιδρά και να μην θέλει να πηγαίνει στο χωριό με τον κατηγορούμενο και έλεγε στη Μ.Κ.6 ότι εάν του έλεγε όχι τότε ο κατηγορούμενος «θα της κατέβαζε μούτρα». Ως δε πειστικά και με ειλικρίνεια περιέγραψε η Μ.Κ.6, όταν η συζήτηση αφορούσε την επιμονή του κατηγορουμένου να παίρνει μαζί του την Α.Α. στο χωριό, αυτός επικαλείτο την ιδιότητα του ως πατέρας της Α.Α. και ότι η μητέρα του χαιρόταν που έβλεπε την Α.Α. Γύριζε δε στην Α.Α. με άγριο ύφος και της έλεγε «Εν θέλεις να πάεις; Εν θέλεις να πάεις; Και γιατί εν μου το λέεις εμένα και βάλλεις την [Μ.Κ.6] να μου το πεί;» και τότε η Α.Α. έσκυβε το κεφάλι της και η Μ.Κ.6 την παρότρυνε να πάει στο χωριό λέγοντας της ότι μπορεί ο κατηγορούμενος να την ήθελε για παρέα και ότι ένα βράδυ ήταν και θα περάσει. Ως προς την αναφορά της Μ.Κ.6 ότι είχε έντονη συζήτηση με τον κατηγορούμενο με αντικείμενο τη συνεισφορά του στα οικονομικά του σπιτιού και την απαίτηση αυτού όπως η Μ.Κ.6 εγγράψει στο όνομα του μερίδιο της οικίας της, κάτι που ως είπε, θα μπορούσε να αποτελέσει αιτία χωρισμού, επισημαίνουμε ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε κατά τη μαρτυρία του ότι είχε τέτοια απαίτηση, επειδή, ως είπε, συνεισέφερε στα έξοδα της οικογένειας. Η εν λόγω αναφορά της Μ.Κ.6, τέθηκε στα πλαίσια του συλλογισμού της ότι αυτό το γεγονός (όπως και άλλα στα οποία προαναφερθήκαμε) την οδήγησαν στο να πιστέψει τα όσα η Α.Α. της αποκάλυψε σχετικά με τη σεξουαλική της κακοποίηση. Η αναφορά δε αυτή δεν ήταν ασύνδετη με το πιο πάνω καθώς η Μ.Κ.6 είπε ότι κατά τη συζήτηση αυτή είπε στον κατηγορούμενο ότι εάν δεν θέλει να πληρώνει κάποια έξοδα μπορεί να φύγει από την οικία και τότε ο κατηγορούμενος τη ρώτησε «Η [Α.Α.] με ποιο θα πάει;» και όταν αυτή του απάντησε «Η [Α.Α.] εν μεγάλη, μπορεί να αποφασίσει μόνη της» εκείνος είπε «Όχι θα μείνω». Η Μ.Κ.6 αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία της και σε περιστατικό κατά το οποίο ο κατηγορούμενος, αν και δεν του αρέσει η θάλασσα, εν τούτοις σε ένα βραδινό «beach party», μπήκε τρεις φορές στη θάλασσα με την Α.Α., κάτι που τους παραξένεψε όλους. Όταν η Α.Α. βγήκε από τη θάλασσα ήταν σκυφτή και όταν η Μ.Κ.6 τη ρώτησε τι έχει, η Α.Α. της είπε «Τίποτε μάμα, τίποτε». Ήταν δε προφανές ότι η Μ.Κ.6 αναφέρθηκε και σε αυτό το γεγονός συνδέοντας το με την αποκάλυψη που της έκανε η Α.Α. Να σημειωθεί βέβαια ότι η Α.Α. δεν ρωτήθηκε επί τούτου ώστε να απαντήσει και έτσι να κρίνουμε το κατά πόσο σχετίζεται με τη σεξουαλική κακοποίηση της ενώ ούτε και ο κατηγορούμενος αναφέρθηκε ή ρωτήθηκε για αυτό κατά τη μαρτυρία του. Πειστική και ειλικρινής ήταν και η αναφορά της Μ.Κ.6 ότι τους τελευταίους 8 - 10 μήνες πριν την καταγγελία η Α.Α. άλλαξε διάθεση και ότι ήταν πιο κλειστή, πιο απόμακρη και μαζεμένη σε σχέση με την αρχή που ήταν ενθουσιασμένη. Ήταν δε λογικό, με δεδομένο ότι η Μ.Κ.6 δεν γνώριζε για τη σεξουαλική κακοποίηση της Α.Α., να πιστεύει ότι η Α.Α. ζήτησε να επισκεφθεί ψυχολόγο ενόψει «των παλιών» και δη ως εξήγησε των προβληματισμών που είχε με τον βιολογικό της πατέρα. Το γεγονός ότι τελικά η Μ.Κ.6 δεν την πήρε σε ψυχολόγο, δεν δημιουργεί αμφιβολίες ως προς τα όσα είπε ότι παρατήρησε στη συμπεριφορά της Α.Α. κατά τον εν λόγω χρόνο. Ένα άλλο στοιχείο, το οποίο η Μ.Κ.6 συνέδεσε, πάντα εκ των υστέρων μετά δηλαδή την αποκάλυψη, με τη σεξουαλική κακοποίηση της Α.Α., αφορούσε την προσωπική σεξουαλική ζωή της Μ.Κ.6 με τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, είπε ότι κατά τη σεξουαλική συνεύρεση του με τη Μ.Κ.6, ο κατηγορούμενος έβαζε σάλιο στο δάκτυλο του και την χάιδευε στο αιδοίο της και η ίδια τον χάιδευε, όπως της αποκάλυψε η Α.Α. ότι ο κατηγορούμενος έκανε και σε αυτήν. Ήταν δε λογική η θέση της Μ.Κ.6 ότι ενόψει τούτου πείστηκε ότι η Α.Α. έλεγε την αλήθεια, αφού, ως είπε, δεν θα μπορούσε να γνωρίζει η Α.Α. τι γινόταν μεταξύ της Μ.Κ.6 και του κατηγορουμένου κατά τις σεξουαλικές τους δραστηριότητες. Ως δε χαρακτηριστικά ανέφερε η Μ.Κ.6 «Είπε μου [η Α.Α.] τα στοιχεία του σεξουαλικού περιεχομένου που μου έδειξαν αμέσως τον άνθρωπο που είχε να κάνει, πίστεψα της και γι' αυτό προχώρησα». Ακόμη ένα στοιχείο που σύμφωνα με τη Μ.Κ.6 την έκανε εκ των υστέρων να το συνδέσει με τη σεξουαλική κακοποίηση της Α.Α., ήταν το γεγονός ότι μέσα σε ένα χρόνο «έκλεισαν» οι σηπτικοί λάκκοι/αποχέτευσης της οικίας της και ότι όταν αυτοί αποφράχτηκαν, διαπίστωσαν ότι περιείχαν μωρομάντιλα και τους καθάρισαν. Συνέδεσε δε αυτό με το ότι κατά την αποκάλυψη της, η Α.Α. ανέφερε στη Μ.Κ.6 ότι ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωνε σε μωρομάντιλα και ακολούθως τα έριχνε στη τουαλέτα. Κατά την αντεξέταση της, υποβλήθηκε στη Μ.Κ.6 ότι η απόφραξη των φρεατίων δεν έγινε μόνο κατά την επίδικη περίοδο, αλλά από την αρχή της συγκατοίκησης του κατηγορουμένου μαζί της, με τη Μ.Κ.6 να επιμένει, λέγοντας ότι δεν θυμάται να έγινε απόφραξη των φρεατίων και σε άλλες περιπτώσεις, πριν από την επίδικη περίοδο. Στην τελική της αγόρευση, η Υπεράσπιση υποστήριξε ότι αυτή η θέση της Μ.Κ.6 είναι εικασία και πως δεν έχει τεκμηριωθεί ότι τα μωρομάντιλα που ανευρέθηκαν συσχετίζονται με αυτά που ο κατηγορούμενος έριχνε στη τουαλέτα, ως του αποδίδει η Α.Α. Ως προς τούτο πρέπει όμως να λεχθεί ότι τίποτε δεν ανέφερε ο κατηγορούμενος κατά τη μαρτυρία του, ούτε άλλη σχετική μαρτυρία προσκομίσθηκε, που να οδηγεί σε κάτι διαφορετικό. Κατά την αντεξέταση της, υποβλήθηκαν στη Μ.Κ.6 διάφορες θέσεις ως προς τους λόγους που σύμφωνα με την Υπεράσπιση οδήγησαν την Α.Α. να καταγγείλει τον κατηγορούμενο. Ως προς τούτο, δέον όπως λεχθεί ότι αυτά τέθηκαν και στην ίδια την Α.Α. που είναι και το πρόσωπο που βέβαια γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους προέβη στην επίδικη καταγγελία και συναφώς θα εξετασθούν κατωτέρω στο πλαίσιο αξιολόγησης της δικής της μαρτυρίας. Η Μ.Κ.6 απάντησε στις εν λόγω υποβολές με αμεσότητα και ειλικρίνεια, εξηγώντας με πειστικότητα τις θέσεις της, πάντα με βάση τα όσα η ίδια γνώριζε και αντιλαμβανόταν για την Α.Α. και για τη σχέση αυτής τόσο με την ίδια όσο και με τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα: · Σε υποβολή ότι η Α.Α. εκλάμβανε τις μεθόδους διαπαιδαγώγησης του κατηγορουμένου ως καταπιεστικές εις βάρος της και πολλές φορές είχε αντιδραστική συμπεριφορά προς τον κατηγορούμενο, η Μ.Κ.6 απάντησε ότι η Α.Α. δεν δυσανασχετούσε, αλλά απεναντίας αντιλαμβανόταν και αποδεχόταν τον λόγο για τον οποίο, είτε ο κατηγορούμενος, είτε ακόμη και η ίδια η Μ.Κ.6, είτε και οι δύο, της απαγόρευαν τη χρήση του κινητού τηλεφώνου. · Σε υποβολή ότι η Α.Α. δημιούργησε τα κατ' ισχυρισμόν αδικήματα εκδικητικά σε βάρος του κατηγορουμένου ως αντίδραση στον αυταρχισμό και στις μεθόδους διαπαιδαγώγησης του, δεν το δέχθηκε αναφέροντας ότι η ίδια η Μ.Κ.6 της έλεγε ότι πρέπει να σταματήσει τη χρήση του κινητού λόγω χαμηλής επίδοσης σε μαθήματα της και η Α.Α. παρέδιδε το κινητό της. Μπορούσε δε, ως είπε, στην αρχή «να κατεβάσει λίγα μούτρα» αλλά ακολούθως δεν το ζητούσε, ούτε φώναξε οποιανδήποτε φορά. · Σε υποβολή ότι λόγω της προσκόλλησης της Α.Α. προς την ίδια, η Α.Α. ανέπτυξε αισθήματα αντιζηλίας προς τον κατηγορούμενο, τα οποία την ώθησαν να κατασκευάσει τα επίδικα αδικήματα και να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία με σκοπό ο κατηγορούμενος να εκδιωχθεί από το σπίτι, η Μ.Κ.6 με ειλικρίνεια αποδέχθηκε μεν ότι υπήρχε μια προσκόλληση με την Α.Α. ενόψει του ότι έκαναν πράγματα μαζί (τη χτένιζε, την έλουζε και πήγαιναν μαζί κομμωτήριο) κάτι που είναι λογικό, με δεδομένο ότι η Α.Α. δεν είχε βιώσει ποτέ της τη μητρική αγάπη και φροντίδα, αλλά απέρριψε την εν λόγω θέση, λέγοντας ότι δεν θα μπορούσε η Α.Α. να προβεί σε τέτοια σκευωρία ή θεατρινισμό, ότι η Α.Α. αγαπούσε τον κατηγορούμενο και έκαναν πράγματα μαζί και ότι δεν της ανέφερε κάτι σχετικό. · Σε υποβολή ότι τα όσα η Α.Α. της ανέφερε σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο δεν είναι αλήθεια, αλλά αποκύημα της φαντασίας της, σε μια προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή της ίδιας της Μ.Κ.6 και του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος και παρακινούμενη από αλλότρια κίνητρα, η Μ.Κ.6 επανέλαβε τους λόγους για τους οποίους πίστεψε την Α.Α. (τους έχουμε σχολιάσει ανωτέρω) και απέκλεισε το ενδεχόμενο η Α.Α. να κατάγγειλε τον κατηγορούμενο για τους λόγους που της έθεσε η Υπεράσπιση. Ήταν δε λογική η θέση της Μ.Κ.6, ότι η Α.Α. δεν ήθελε να φύγει από κοντά τους και ότι με την αποκάλυψη της σεξουαλικής της κακοποίησης, η Α.Α. διακινδύνεψε τη θέση της, καθότι δεν ήξερε πως θα αντιδρούσε η Μ.Κ.6, η οποία να υπομνησθεί ότι πριν την εν λόγω αποκάλυψη δεν αντιλήφθηκε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος προέβαινε σε τέτοιου είδους πράξεις, ούτε πίστευε ότι θα προέβαινε σε τέτοιες πράξεις. · Σε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε παρενόχλησε ή επιδίωξε να παρενοχλήσει σεξουαλικά την Α.Α. και ότι εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο η Μ.Κ.6 θα το γνώριζε διότι η οικία στην οποία διέμεναν περιβάλλεται από το πλησίον της οικογενειακό περιβάλλον, η Μ.Κ.6 εξήγησε ότι οι οικίες δεν επικοινωνούν μεταξύ τους και ότι οι γονείς και η αδερφή της είναι πολύ διακριτικοί, δεν ενοχλούσαν και πάντα της τηλεφωνούσαν για να δουν εάν είναι στο σπίτι. · Σε υποβολή ότι η Α.Α., χρησιμοποιώντας τις υποκριτικές της δεξιότητες (μπορούσε να προσποιηθεί με ρεαλιστικό τρόπο συναισθήματα όπως το να γελά ή να κλαίει), προσποιήθηκε τα όσα της αποκάλυψε, η Μ.Κ.6 εξήγησε ότι είδε την Α.Α. να κλαίει όταν μιλούσε για τον βιολογικό της πατέρα και ότι την είδε να γελά και να μιλά και να τραγουδά μόνη της και όταν τη ρωτούσε τι έπαθε, η Α.Α. της έλεγε ότι κάτι θυμήθηκε. Απέκλεισε δε το ενδεχόμενο η Α.Α. να υποκρινόταν, εξηγώντας πειστικά ότι δεν θα είχε όφελος να διώξει τον κατηγορούμενο από τον οποίο επωφελείτο με δώρα και χρήματα. · Σε υποβολή ότι η Α.Α. κατά τον επίδικο χρόνο, ακινητοποίησε σε οριζόντια θέση, στο κρεβάτι του δωματίου της, ένα κοριτσάκι 7 ετών (που ήταν παιδί εξαδέλφου της Μ.Κ.6), στην προσπάθεια της να τη φιλήσει, η Μ.Κ.6 ανέφερε με ειλικρίνεια ότι δεν θυμάται τέτοιο περιστατικό. Η πιο πάνω θέση τέθηκε στο πλαίσιο ερωτήσεων που είχε ως θεματική τον σεξουαλικό προσανατολισμό της Α.Α. Επί τούτου η Μ.Κ.6 ανέφερε, δείχνοντας για ακόμη μια φορά την ειλικρίνεια της και ότι δεν ήθελε να κρύψει οτιδήποτε, ότι μια μέρα η Α.Α. τη ρώτησε «Μάμα αν σου πω ότι είμαι λεσβία εν να με θκιώξεις; Εν να με πάρεις πίσω στη Στέγη;». Τότε η Μ.Κ.6 την καθησύχασε, λέγοντας της ότι είναι πολύ νωρίς να αυτοπροσδιοριστεί ως τέτοια και τη ρώτησε εάν έχει δοκιμάσει. Η Α.Α. της ανέφερε τότε ότι φίλησε ένα κορίτσι με φιλί στον αέρα, όπως έπραξε και με ένα αγόρι. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.6 γίνεται δεκτή (με τις διευκρινίσεις που έγιναν ως προς τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε και τα οποία ως ουσιαστικά προκύπτει την έκαναν να πειστεί ότι η Α.Α. της αποκάλυψε την αλήθεια) και με βάση αυτή αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: · Η Μ.Κ.6 και ο κατηγορούμενος συζούσαν ως ζευγάρι από τον Μάρτιο του 2019 μέχρι τις 27/08/
- Ο κατηγορούμενος έχει τρία ενήλικα παιδιά από προηγούμενο γάμο, ενώ η Μ.Κ.6 δεν έχει παιδιά. Η Μ.Κ.6 και ο κατηγορούμενος, από κοινού, υπέβαλαν αίτηση στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας όπως εγκριθούν ως ανάδοχοι γονείς και αφού τηρήθηκαν όλες οι απαιτούμενες διαδικασίες, οι οποίες διήρκησαν περίπου ένα χρόνο, η αίτηση τους εγκρίθηκε. Η Μ.Κ.3 ενημέρωσε τη Μ.Κ.6 για την περίπτωση της Α.Α., ότι δηλαδή χρειαζόταν επείγον στέγη και αφού η Μ.Κ.6 συμφώνησε με τον κατηγορούμενο, μετέβηκαν από κοινού στην Παιδική Στέγη Λεμεσού, όπου και παρέλαβαν την Α.Α. και από τις 05/01/2022 η Α.Α. διέμενε μαζί τους στην οικία της Μ.Κ.6, όπου διέμεναν από πριν αυτή και ο κατηγορούμενος. · Η Μ.Κ.6 και ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκαν για το ιστορικό της Α.Α. και την προηγούμενη κακοποίηση της. · Η Α.Α. όταν τοποθετήθηκε στην ανάδοχη οικογένεια της Μ.Κ.6 και του κατηγορουμένου, στην αρχή, ήταν πολύ χαρούμενη και έδειχνε την αγάπη και την ευγνωμοσύνη της προς αυτούς. Η Μ.Κ.6 βοηθούσε την Α.Α. σε θέματα προσωπικής καθαριότητας και υγιεινής και ήταν η πρώτη φορά που είχε καθοδήγηση και φροντίδα σε αυτά τα θέματα. Η Μ.Κ.6 βοηθούσε την Α.Α. στο μάθημα των ελληνικών και ο κατηγορούμενος στο μάθημα των μαθηματικών. Ο κατηγορούμενος και η Α.Α. έκαναν πράγματα μαζί, όπως ψώνια από υπεραγορά και παρακολούθηση ταινιών τα Σαββατοκύριακα. · Το ωράριο εργασίας της Μ.Κ.6 ήταν από τις 8:30 π.μ. - 5:00 μ.μ. · Ο κατηγορούμενος ήταν το άτομο που παραλάμβανε την Α.Α. από το μελετητήριο και μόνο σπάνια την παραλάμβανε η Μ.Κ.
- Το ωράριο του μελετητηρίου ήταν από τις 2:00 - 4:30 μ.μ. Ο κατηγορούμενος παραλάμβανε την Α.Α. από το μελετητήριο νωρίτερα από τις 4:30 μ.μ. επικαλούμενος, στη Μ.Κ.6, τις ώρες εργασίας του και την τροχαία κίνηση, ακόμα και στις περιπτώσεις που η Μ.Κ.6 του ζητούσε όπως παραλάβει η ίδια την Α.Α. από το μελετητήριο μετά το πέρας της εργασίας της. Η Μ.Κ.6 ερχόταν σε λεκτική αντιπαράθεση με τον κατηγορούμενο για το λόγο ότι αυτός παραλάμβανε νωρίτερα την Α.Α. από το μελετητήριο. · Ο κατηγορούμενος έπαιρνε την Α.Α. μαζί του στο χωριό, από όπου κατάγεται, συνήθως κάθε Παρασκευή ενώ μια - δύο φορές την πήρε και ημέρα Τετάρτη. · Τους τελευταίους 8 - 10 μήνες πριν την καταγγελία, η συμπεριφορά της Α.Α. άλλαξε. Συγκεκριμένα ήταν πιο κλειστή, μαζεμένη, απόμακρη σε σχέση με τις αρχές που ήταν ενθουσιασμένη. Επιπρόσθετα, η Α.Α. δεν καθόταν να δει τηλεόραση μαζί με τον κατηγορούμενο και τη Μ.Κ.6 και πήγαινε σε άλλο χώρο του σπιτιού και έβλεπε το κινητό της, δεν ήθελε να πηγαίνει με τον κατηγορούμενο στην υπεραγορά, όμως όταν ήταν μόνο με τη Μ.Κ.6 η συμπεριφορά της ήταν καλή. Η Α.Α. δεν ήθελε να πηγαίνει στο χωριό του κατηγορουμένου, επικαλούμενη ότι δεν έχει άλλα παιδιά να παίζει, ότι βαριέται και σε κάποιες περιπτώσεις έλεγε στη Μ.Κ.6 «Εάν του πω εν θέλω να πάω εν να μου κατεβάσει μούτρα». Όταν συζητείτο αυτό το θέμα στην παρουσία και των τριών, ο κατηγορούμενος επέμενε να πάρει την Α.Α. μαζί του και επικαλείτο το γεγονός ότι η μητέρα του χαιρόταν που έβλεπε την Α.Α. και ότι έχει και ο ίδιος δικαιώματα ως πατέρας. Γύριζε δε προς το μέρος της Α.Α. και με άγριο ύφος της έλεγε «Εν θέλεις να πάεις, εν θέλεις να πάεις; Και γιατί εν μου το λέεις εμένα και βάλεις την [Μ.Κ.6] να μου το πει;» Τότε η Α.Α. έσκυβε το κεφάλι και η Μ.Κ.6 της έλεγε «[ ] μου, πήγαινε, ένα βράδυ είναι εν να περάσει, αφού θέλει να πάτε μαζί μπορεί να σε θέλει για παρέα του, πήγαινε, εν να περάσει και αύριο εν να έρτω εγώ ή εν να έρτετε αύριο κάτω Λεμεσό». · Τον τελευταίο χρόνο, κατά την περίοδο που η Α.Α. έμενε με τη Μ.Κ.6 και τον κατηγορούμενο, οι σηπτικοί λάκκοι - φρεάτια της οικίας όπου διέμεναν έκλεισαν - έφραξαν δύο φορές και όταν αποφράχτηκαν διαπιστώθηκε ότι αυτοί ήταν γεμάτοι με μωρομάντιλα. · Τον Αύγουστο του 2023, ο κατηγορούμενος και η Μ.Κ.6 διευθέτησαν τις καλοκαιρινές τους διακοπές για την περίοδο από 12/08/2023 - 25/08/
- Θα μετέβαιναν στην Ελλάδα. Η Α.Α. δεν μπορούσε να πάει μαζί τους, διότι δεν είχε ταξιδιωτικά έγγραφα. Η Α.Α. γνώριζε για αυτό το κώλυμα. Στην αρχή στεναχωρήθηκε που δεν θα πήγαινε μαζί τους διακοπές στην Ελλάδα, αλλά μετά το αποδέχθηκε. Έγιναν δε διευθετήσεις όπως η Α.Α. πάει σε καλοκαιρινή κατασκήνωση, πλησίον του χωριού από το οποίο κατάγεται ο κατηγορούμενος. Στις 11/08/2023, ο κατηγορούμενος πήρε μαζί του την Α.Α. στο χωριό του και την επομένη ημέρα τη μετέφερε στην εν λόγω κατασκήνωση, όπου αυτή παρέμεινε από τις 12/08/2023 μέχρι 23/08/2023, οπόταν την παρέλαβε η μητέρα της Μ.Κ.6, με την οποία διέμεινε για δύο μέρες, μέχρι να επιστρέψουν ο κατηγορούμενος και η Μ.Κ.6 από τις διακοπές τους. Κατά την παραμονή της Α.Α. στην κατασκήνωση, γνώρισε ένα κορίτσι ηλικίας 14 ετών, με την οποία ήρθαν πολύ κοντά και έγιναν φίλες. Κατά τη διάρκεια που ήταν στην κατασκήνωση, η Α.Α. έλεγε τηλεφωνικώς στη Μ.Κ.6 ότι με τη φίλη της έχουν πολλά κοινά και ότι όταν θα επέστρεφε από την Ελλάδα θα της μιλούσε. · Στις 26/08/2023 το βράδυ, ενώ η Α.Α. βρισκόταν στο αυτοκίνητο μαζί με τη Μ.Κ.6, ρώτησε την τελευταία εάν θεωρείται σεξουαλική κακοποίηση το να αγγίζει το στήθος του άλλου. Η Μ.Κ.6 της απάντησε καταφατικά και τότε η Α.Α. κλαίγοντας και ζητώντας συγγνώμη από τη Μ.Κ.6, της εξιστόρησε τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον κατηγορούμενο. · Όταν η Μ.Κ.6 τη ρώτησε γιατί δεν είχε μιλήσει προηγουμένως, η Α.Α. ανέφερε ότι στην κατασκήνωση γνώρισε τη φίλη της με την οποία ήρθαν πολύ κοντά και η οποία έχει παρενοχληθεί σεξουαλικά από ξάδερφο της, παροτρύνοντας την Α.Α. να πει στη Μ.Κ.6 τα δικά της βιώματα. Της ανέφερε επίσης ότι δεν μίλησε προηγουμένως, διότι φοβόταν και ότι ο κατηγορούμενος της έλεγε «Εν πολλά φυσιολογικό σαν πατέρας να σου δείξω πως να συμπεριφέρεσαι στα αγόρια που να έρτουν στη ζωή σου», της έλεγε να μην το πει πουθενά διότι θα τιναχτούν όλα στον αέρα, ότι αν το πει στη Μ.Κ.6 «εν να γίνει χαμός, πανικός», ότι της έδινε χρήματα και έπαιζε παιγνίδια και ότι το Γραφείο Ευημερίας θα την πάρει πίσω, ήτοι θα την απομακρύνουν από τον κατηγορούμενο και τη Μ.Κ.
- Είπε επίσης στη Μ.Κ.6 ότι φοβήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα προχωρούσε και άλλο και ότι έπρεπε η ίδια να το πει. · Το ίδιο βράδυ, δηλαδή της 26/08/2023, μετά την ως άνω αποκάλυψη που έκανε η Α.Α. στη Μ.Κ.6, αυτές επέστρεψαν στην οικία όπου διέμεναν. Δεν έφαγαν. Πήγαν για λίγο στη μητέρα της Μ.Κ.6 αλλά δεν της είπαν κάτι και γύρω στις 9:30 - 10:00 μ.μ. επέστρεψαν στην οικία τους και η Α.Α. πήγε για ύπνο. Μετά η Μ.Κ.6 τακτοποίησε την κουζίνα, είπε στον κατηγορούμενο ότι πονάει το στομάχι της και ακολούθως πήγε πάνω στο δωμάτιο της όπου και τηλεφώνησε σε μια φίλη της και της ανέφερε τα όσα της είπε η Α.Α. Η φίλη της Μ.Κ.6 τη ρώτησε εάν μπορεί να πάει στην Αστυνομία εκείνη τη στιγμή και αφού η Μ.Κ.6 της είπε όχι, τότε η φίλη της της είπε, αφού μίλησε με κάποιον γνωστό της αστυνομικό, να πάνε την επόμενη ημέρα στην Αστυνομία. · Το επόμενο πρωί πήγε η Μ.Κ.6 στην αδερφή και στον γαμπρό της και τους ενημέρωσε για τα όσα της είπε η Α.Α. και τους είπε να πουν στον κατηγορούμενο, εάν τους ρωτήσει που είναι, ότι πήγε για καφέ. Ακολούθως η Μ.Κ.6 βρέθηκε με μια φίλη της και πήγαν μαζί με την Α.Α. στην Αστυνομία, όπου προχώρησαν στην καταγγελία. Στο σημείο αυτό θα προχωρήσουμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της ανήλικης παραπονουμένης Α.Α. (Μ.Κ.7). Λαμβάνουμε πάντα υπόψη μας, για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας αυτής, μεταξύ άλλων, ότι πρόκειται για παιδί, την ηλικία της κατά τον επίδικο χρόνο, την ηλικία της όταν έδινε την οπτικογραφημένη κατάθεση της (στο εξής «η κατάθεση») και κατά τον χρόνο που κατέθεσε στο Δικαστήριο, τις ιδιαιτερότητες και την προσωπικότητα της, το οικογενειακό της ιστορικό, τα βιώματα της καθώς και κάθε άλλο σχετικό παράγοντα. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνουμε βέβαια υπόψη και τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.8, εμπειρογνώμονα κλινικής ψυχολόγου, την οποία αποδεχθήκαμε. Περαιτέρω, έχουμε υπόψη τις νομολογιακές αρχές ως προς την προσέγγιση της μαρτυρίας της Α.Α. ως παιδιού, η οποία πρέπει να εξετάζεται στο σύνολο της (όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά) και με λογική προσέγγιση, χωρίς να δίδεται υπέρμετρη βαρύτητα σε επουσιώδεις λεπτομέρειες (βλ. Σ.Π. ν. Αστυνομίας
(2014)2Α Α.Α.Δ. 468 και A.F.K. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 44/18, ημερ. 06/12/2019). Τέτοια μαρτυρία, όπως και κάθε μαρτυρία εξετάζεται βέβαια όχι κατ' απομόνωση αλλά κατ' αντιπαραβολή με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σύμφωνα πάντα με τη νομολογία κάποιο παιδί, όπως ένας ενήλικας, μπορεί να δώσει ακριβή μαρτυρία ενώ άλλο όχι και η μαρτυρία ενός παιδιού δεν πρέπει να προσεγγίζεται όπως ενός ενήλικα. Ένα παιδί το οποίο παρουσιάζεται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι λογικό να διακατέχεται από φόβο, άγχος, αμηχανία και διστακτικότητα κατά τη μαρτυρία του, ειδικότερα όταν πρόκειται για μαρτυρία που αφορά γεγονότα σεξουαλικής κακοποίησης, τα οποία βίωσε (βλ. Κ.Χ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 272/17, ημερ. 26/09/2019). Δεν μας διαφεύγει ούτε ότι η νομολογία καταδεικνύει ότι είναι πλέον αποδεκτό το γεγονός της μη άμεσης αποκάλυψης, από ανήλικα θύματα, της σεξουαλικής κακοποίησης τους (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, Ε.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 231/18, ημερ. 19/11/2019 και Γ.Π.Β. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 5/20, ημερ. 30/07/2021). Ως προς τούτο σχετική ήταν και η μαρτυρία της Μ.Κ.8, στην οποία προαναφερθήκαμε. Σημειώνουμε επίσης ότι η νομολογία αναγνωρίζει και τη δυσκολία ή αδυναμία χρονικού προσδιορισμού γεγονότων σε τέτοιες υποθέσεις (βλ. Γ. Ι. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 44/19, ημερ. 18/09/2020 και Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 99/21, ημερ. 11/05/2022). Ως λέχθηκε στην Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, δεν αναμένεται ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα πρέπει να συνάδει απόλυτα με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων. Οι διαφορές στη μαρτυρία είναι αναπόφευκτες. Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι διαφορές αυτές είναι ουσιώδεις ή επουσιώδεις. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες όχι μόνο δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία, αλλά αντίθετα την ενδυναμώνουν, με την έννοια ότι δείχνουν πως δεν υπήρξε προσχεδιασμός και/ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων. Σε αυτό το σημείο δέον όπως αναφέρουμε ότι η Α.Α. έδωσε τη δια ζώσης μαρτυρία της από το Σπίτι του Παιδιού, μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης (με τη σύμφωνη γνώμη της Υπεράσπισης). Ως προς τούτο πρέπει να τονίσουμε ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν υπολειπόταν σε τίποτα από τις διαδικασίες, κατά τις οποίες ο μάρτυρας καταθέτει με φυσική παρουσία στο Δικαστήριο. Εδώ να λεχθεί ότι η παρουσία στο δωμάτιο, όπου έδωσε τη μαρτυρία της η Α.Α., ψυχολόγου από το Σπίτι του Παιδιού, ήταν κατόπιν σχετικής διαταγής του Δικαστηρίου, για σκοπούς στήριξης και μόνο της Α.Α. Καμία δε ανάμειξη δεν είχε η εν λόγω ψυχολόγος στη μαρτυρία της Α.Α. Έγιναν επίσης οι δέουσες διευθετήσεις, ώστε στην αίθουσα του Δικαστηρίου, όλοι οι παράγοντες της δίκης, περιλαμβανομένου του κατηγορουμένου, να βλέπουν και να ακούουν καθαρά την Α.Α. Είχαμε έτσι την ίδια ευχέρεια να παρακολουθήσουμε και παρακολουθήσαμε, με ιδιαίτερη προσοχή, τη μαρτυρία της Α.Α., τον τρόπο που κατέθεσε και τις αντιδράσεις της. Η εκδοχή της Α.Α. ως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας της, συνοπτικά, ήταν η ακόλουθη: Με την ένταξη της στην ανάδοχη οικογένεια ένιωσε χαρά και ότι ήταν σε ένα περιβάλλον στο οποίο εισέπραττε αγάπη και σημασία από τον κατηγορούμενο και τη Μ.Κ.6, κάτι που δεν γνώρισε στον παρελθόν όταν ζούσε με τον βιολογικό της πατέρα και τη μητριά της. Ο κατηγορούμενος της συμπεριφερόταν όπως πατέρας σε κόρη και έκαναν διάφορα πράγματα μαζί. Όμως, τρείς περίπου μήνες μετά την ένταξη της στην ανάδοχη οικογένεια, ο κατηγορούμενος άρχισε να την κακοποιεί σεξουαλικά. Συγκεκριμένα, ενώ η Α.Α. φοιτούσε ακόμη στην Στ΄ τάξη δημοτικού, ο κατηγορούμενος τη φιλούσε στα χείλη. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος προέβαινε σταδιακά σε άλλες σεξουαλικά κακοποιητικές συμπεριφορές, ήτοι άγγιζε και έπαιζε με τα στήθη της, φιλούσε και έγλυφε τα στήθη της, την έβαζε να αγγίζει το πέος του και να παίζει μαζί του, την έβαζε να του κάνει στοματικό έρωτα - πεολειχία, της ζητούσε να βρει στο διαδίκτυο φωτογραφίες που απεικόνιζαν σεξουαλικές πράξεις που θα της άρεσαν και της ζητούσε να του κάνει αυτά που απεικόνιζαν οι φωτογραφίες, μια φορά έβαλε το δάκτυλο του στο γεννητικό της όργανο και της ζητούσε να γλύψει το γεννητικό της όργανο, κάτι που έκανε τελικά μια φορά. Περαιτέρω, σεξουαλική κακοποίηση υφίστατο η Α.Α. από τον κατηγορούμενο και όταν την έπαιρνε στο σπίτι που διατηρεί στο χωριό από όπου κατάγεται, όπου την έβαζε να του κάνει στοματικό έρωτα. Τελευταία φορά που ο κατηγορούμενος κακοποίησε σεξουαλικά την Α.Α. ήταν στο προαναφερόμενο σπίτι στο χωριό, στις 11/08/2023, όταν την έβαλε και του έκανε στοματικό έρωτα. Έχουμε εξετάσει με πάρα πολλή προσοχή τον τρόπο που η Α.Α. έδινε τη μαρτυρία της τόσο στην κατάθεση της (η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της και προβλήθηκε στο Δικαστήριο) όσο και κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της και το περιεχόμενο αυτής. Έχουμε διεξέλθει εξονυχιστικά και τα μέρη εκείνα της μαρτυρίας που η Υπεράσπιση αναφέρει εκτενώς και επιμελώς στην τελική της αγόρευση για να υποστηρίξει τη θέση της ότι η μαρτυρία της Α.Α. ήταν αντιφατική. Κατά την αξιολόγηση των θέσεων της Α.Α. που ακολουθεί, θα γίνεται αναφορά στα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας της, έχοντας πάντα υπόψη και τα σημεία εκείνα στα οποία αναφέρεται η Υπεράσπιση στην αγόρευση της. Έχουμε βέβαια πάντα κατά νου ότι με βάση τη νομολογία, η μαρτυρία ενός ανήλικου, σε τέτοιου είδους υποθέσεις, δεν πρέπει να αντικρίζεται και να αξιολογείται μικροσκοπικά ή αποσπασματικά. Η Α.Α. άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Κατά τη μαρτυρία της (η οποία δόθηκε χωρίς όρκο λόγω της ηλικίας της) απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με παιδική απλότητα και με τον δικό της χαρακτηριστικό τρόπο έκφρασης και η εκδοχή της ως προς τα ουσιώδη γεγονότα δεν συγκρούεται με, ούτε και διαψεύδεται, από άλλη μαρτυρία που προσκόμισε η Κατηγορούσα Αρχή και που έχει γίνει αποδεκτή. Μέσα από προσεκτική μελέτη της μαρτυρίας της Α.Α., κρίνουμε ότι η αυτή δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις αντιφάσεις, σε βαθμό που να κλονίζουν την αξιοπιστία της ή να αφήνει οποιανδήποτε υποβόσκουσα αμφιβολία για το αξιόπιστο των αναφορών της σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα. Παρακολουθώντας με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή την Α.Α. στην κατάθεση της, διαπιστώσαμε ότι σε αρκετά σημεία η Α.Α., περιγράφοντας το είδος της σεξουαλικής κακοποίησης της, ήταν αρχικά λακωνική και οι περιγραφές της ήταν περιορισμένες σε έκταση. Στη συνέχεια όμως μετά από διευκρινιστικές ερωτήσεις που της τέθηκαν από την Α/Αστ.4875, με τις οποίες καλείτο να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες, απαντούσε δίδοντας τέτοιες. Παρακολουθήσαμε ασφαλώς με την ίδια προσοχή την Α.Α. κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της. Δεν μας διαφεύγει ότι σε κάποια σημεία, ιδίως κατά την αντεξέταση, αδυνατούσε να κατανοήσει είτε μέρος είτε ολόκληρη την ερώτηση, κάτι που διαφάνηκε μέσα από τις απαντήσεις που έδινε. Όμως στη συνέχεια είτε μετά από επανάληψη, είτε επαναδιατύπωση της ερώτησης, φαινόταν ότι αντιλαμβανόταν την ερώτηση και απαντούσε με ευκρίνεια. Δεν έχουμε δε διαπιστώσει ότι η στάση αυτή της Α.Α. ήταν εσκεμμένη με σκοπό είτε να αποφύγει να απαντήσει είτε να κερδίσει χρόνο για να σκεφτεί τι θα απαντήσει αλλά είχε να κάνει με την προσπάθεια της να αντιληφθεί πλήρως τι ερωτάτο ώστε να μπορεί να απαντήσει. Περαιτέρω, διαπιστώσαμε συναφώς ότι η Α.Α. τόσο στην κατάθεση της, όσο και στη δια ζώσης μαρτυρίας της, προσπαθούσε να αποδώσει αλλά και να εκφράσει σωστά τα όσα ήθελε να πει. Εξ ου και κατά την κατάθεση της χρησιμοποίησε φράσεις όπως «Να το διορθώσω», «Sorry συγχίζω σας» και κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της χρησιμοποίησε φράσεις όπως «Να ξεκαθαρίσω», «Ναι σύγχυσα σας» ή απολογείτο όταν δεν κατανοούσε κάποια ερώτηση. Τα πιο πάνω δεν καταδεικνύουν, κατά την κρίση μας, οτιδήποτε άλλο πλην του γνήσιου και ειλικρινούς της μαρτυρίας της. Με τον δικό της πάντα χαρακτηριστικό και παραστατικό τρόπο, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες ως προς τη φύση και την έκταση της σεξουαλικής κακοποίησης της και ως προς το πως άρχισε και πως εξελίχθηκε αυτή με την πάροδο του χρόνου. Αναφέρθηκε δε εκτενώς και περιέγραψε και τους τρόπους με τους οποίους ο κατηγορούμενος προέβαινε στην εν λόγω κακοποίηση της. Αναφέρθηκε στη δια ζώσης μαρτυρία της με περισσότερες λεπτομέρειες και διασαφήνισε σε ποια δωμάτια της οικίας στη Λεμεσό λάμβανε χώραν το κάθε είδος σεξουαλικής κακοποίησης και περιέγραψε τον τρόπο δράσης του κατηγορουμένου και το πως η ίδια αντιδρούσε και ένιωθε. Στο πλαίσιο αυτό ανέφερε με λεπτομέρεια τι λάμβανε χώρα αρχικά στο σαλόνι της οικίας και ακολούθως στον πάνω όροφο, στο δωμάτιο της και στο δωμάτιο του κατηγορουμένου και της Μ.Κ.
- Το ότι στην κατάθεση της δεν αναφέρθηκε στο τελευταίο δωμάτιο, κατά την κρίση μας, ουδόλως κλονίζει την αξιοπιστία της. Αυτό καθότι ως πειστικά εξήγησε κατά τη μαρτυρία της, στο δωμάτιο της γίνονταν τα πιο «extreme», τα οποία περιέγραψε με λεπτομέρεια. Είπε δε ότι στο σαλόνι ήταν «ας πούμε small stuff, ας πούμε kissing» και ότι στο δωμάτιο της Μ.Κ.6 και του κατηγορουμένου, ο τελευταίος τη φιλούσε στο στόμα. Εδώ να επισημάνουμε ότι κατά την αντεξέταση της, δεν κλήθηκε να αναφερθεί με λεπτομέρειες ως προς τους τρόπους που λάμβανε χώρα η σεξουαλική κακοποίηση της. Ειρήσθω εν παρόδω να λεχθεί ότι μέρος της εκδοχής τη Α.Α. και δη αυτό που αφορά το ότι ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωνε σε μωρομάντιλα, τα οποία έριχνε στην τουαλέτα υποστηρίζεται από το γεγονός ότι ως ανέφερε η Μ.Κ.6 και έγινε δεκτό, τον τελευταίο χρόνο, κατά την περίοδο που η Α.Α. έμενε με τη Μ.Κ.6 και τον κατηγορούμενο, οι σηπτικοί λάκκοι - φρεάτια της οικίας όπου διέμεναν έκλεισαν - έφραξαν δύο φορές και όταν αποφράχτηκαν διαπιστώθηκε ότι αυτοί ήταν γεμάτοι με μωρομάντιλα. Αυτά για τα οποία ρωτήθηκε δε η Α.Α. αφορούσαν τον προσδιορισμό των δωματίων της οικίας όπου λάμβανε χώρα αυτή και ποιες σεξουαλικές πράξεις γίνονταν εκεί καθώς και στο σπίτι στο χωριό (όχι όμως τον τρόπο που γίνονταν). Σε σχέση με τη συχνότητα των όσων λάμβαναν χώρα στην οικία στη Λεμεσό, η Α.Α. ξεκαθάρισε ότι αυτά γίνονταν καθημερινές περί τις 4:30 - 5:00 μ.μ., όχι όμως Σαββατοκύριακα ή αργίες επειδή τότε βρισκόταν εκεί η Μ.Κ.6 (αυτό δεν αμφισβητήθηκε), κάτι που είναι λογικό και συνάδει με τη θέση της ότι αυτά λάμβαναν χώραν όταν ήταν μόνη της με τον κατηγορούμενο. Ενόψει τούτου αλλά και του ότι η ουσία της εν λόγω θέσης της Α.Α. ήταν ότι τα επίδικα περιστατικά λάμβαναν χώραν σε συστηματική βάση, το ότι στην κατάθεση της η Α.Α. ανέφερε ότι αυτά (με εξαίρεση το περιστατικό που ο κατηγορούμενος έγλειψε το γεννητικό της όργανο και της έβαλε το δάκτυλο του μέσα στο γεννητικό της όργανο που, ως είπε, έγιναν μια φορά το καθένα) γίνονταν κάθε μέρα, ουδόλως κλονίζει την αξιοπιστία της. Προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας της ότι, με εξαίρεση τα πιο πάνω και τα αρχικά φιλιά στα χείλη που, ως είπε, άρχισαν 3 μήνες μετά που αυτή μετακόμισε με τον κατηγορούμενο και τη Μ.Κ.6 και γίνονταν όταν ήταν ακόμη στην Στ΄ τάξη δημοτικού και το ότι η τελευταία φορά που κακοποιήθηκε ήταν στις 11/08/2023 στο σπίτι στο χωριό, οι υπόλοιποι τρόποι κακοποίησης της γίνονταν κατ' επανάληψη κατά τη χρονική περίοδο που αυτή φοιτούσε στην Α΄ τάξη γυμνασίου μέχρι και πριν την τελευταία φορά που κακοποιήθηκε. Αναφέρθηκε δε στους εν λόγω τρόπους κακοποίησης με τη σειρά (χρησιμοποιώντας κυρίως τη λέξη «μετά») ώστε να περιγράψει πως εξελίχθηκε σταδιακά η κακοποίηση της και όχι με την έννοια ότι ο κάθε τρόπος έγινε μια φορά ή με ιδιαίτερη χρονική απόσταση μεταξύ τους. Εξ ου και περιγράφοντας αυτούς ανέφερε πότε «άρχιζε» ο κάθε διαφορετικός τρόπος. Το ότι λοιπόν η Α.Α. δεν ήταν σε θέση να αποσαφηνίσει επακριβώς χρονικά πότε έγιναν συγκεκριμένες πράξεις, όπως π.χ. πότε ο κατηγορούμενος εισχώρησε το δάκτυλο του στο γεννητικό της όργανο, ουδόλως κλονίζουν την αξιοπιστία της. Θα πρέπει εδώ να υπομνήσουμε ότι η νομολογία μας, στο πλαίσιο της αξιολόγησης αναγνωρίζει την αδυναμία των παιδιών να προσδιορίσουν επακριβώς χρονικά κάποια γεγονότα. Η Α.Α. αποσαφήνισε και τι γινόταν στο χωριό και πότε πήγαιναν εκεί. Συγκεκριμένα στην αντεξέταση της, εξήγησε ότι εκεί ο κατηγορούμενος την έβαζε να του κάνει μόνο στοματικό έρωτα, λέγοντας χαρακτηριστικά «Στο [ ] μόνο στοματικό προτιμώ να το λέω έτσι, «στοματικό» με έβαζε να κάμνω». Το γεγονός ότι στην κατάθεση της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, πέραν του «στοματικού», της έλεγε να της γλύψει το γεννητικό της όργανο, ότι τη φιλούσε και τον τελευταίο καιρό της έλεγε να της μάθει το «γλωσσόφιλο», δεν αποτελεί, κατά την κρίση μας, ουσιώδη αντίφαση. Η Α.Α. προέβη στην πιο πάνω επεξήγηση, αφού πριν επανέλαβε τη θέση της ότι μια φορά ο κατηγορούμενος της έγλειψε το γεννητικό όργανο και μια φορά της έβαλε το δάκτυλο του στο γεννητικό της όργανο και ότι αυτά έγιναν στην οικία στη Λεμεσό. Σε σχέση με το πότε πήγαιναν αυτή και ο κατηγορούμενος στο χωριό, στην κατάθεση της είπε ότι συνήθως πήγαιναν μια φορά την εβδομάδα (εκτός από τον τελευταίο καιρό που, ως είπε, πήγαιναν σπάνια γιατί δεν ήθελε η Α.Α. να γίνεται «τούτο το πράμα»). Κατά τη μαρτυρία της δε, ξεκαθάρισε ότι συνήθως πήγαιναν εκεί Παρασκευή και επέστρεφαν Σάββατο. Το ότι ανέφερε στην κατάθεση της ότι τον τελευταίο καιρό σπάνια πήγαιναν στο χωριό προφανώς και δεν μεταβάλλει τη θέση της ότι πήγαιναν εκεί και τον τελευταίο καιρό. Αυτό προκύπτει και από το ότι πήγαν εκεί στις 11/08/2023, που κατά την Α.Α. πάλι ο κατηγορούμενος την κακοποίησε σεξουαλικά. Σε σχέση δε με τις μέρες που πήγαιναν στο χωριό, η Α.Α. ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι σε κάποιο χρονικό σημείο, που δεν μπόρεσε να προσδιορίσει επακριβώς, πέραν των Παρασκευών μετέβαινε με τον κατηγορούμενο εκεί και Τετάρτες, χωρίς να προσδιορίσει τον αριθμό. Ως προς τούτο δεν μας διαφεύγει ότι η Μ.Κ.6 προσδιόρισε τον αριθμό αυτών των περιπτώσεων, δηλαδή ημέρα Τετάρτη, σε μια με δύο. Τούτο όμως δεν αποτελεί καν αντίφαση. Περαιτέρω αμφότερες η Α.Α. και η Μ.Κ.6 ανέφεραν κατά τη μαρτυρία τους ότι σε εκείνες τις περιπτώσεις η μετάβαση στο χωριό γινόταν μετά το σχολείο της Α.Α. και την επόμενη το πρωί ο κατηγορούμενος έπαιρνε την Α.Α. στο σχολείο. Εδώ να λεχθεί ότι και ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του αποδέχθηκε ότι μια φορά, ημέρα Τετάρτη, μετέβηκε στο χωριό με την Α.Α. επειδή η Μ.Κ.6 είχε έξοδο και η Α.Α. δεν μπορούσε να μείνει μόνη της. Επιπρόσθετα ο υιός του κατηγορουμένου (ο Μ.Υ.1) ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο και την Α.Α. στο χωριό καθημερινές, «μπορεί Τετάρτες, Πέμπτες», ως είπε. Αυτό συνάδει και με τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος και η Α.Α. μετέβαιναν στο χωριό, σπάνια μεν, αλλά και καθημερινές, χωρίς να προσδιορίσει επακριβώς την ημέρα. Εξήγησε δε η Α.Α., κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της, πότε και που έμαθε τις λέξεις «πίπα» και «γλωσσόφιλο» και συγκεκριμένα ανέφερε ότι τις έμαθε από το σχολείο και από τους συμμαθητές της. Εδώ να λεχθεί ότι η θέση της Υπεράσπισης στην τελική της αγόρευση ότι η Α.Α. προέβη σε αντιφατικές αναφορές, αφού από τη μια ανέφερε ότι γνώριζε τη λέξη «πίπα» από το σχολείο, ενώ από την άλλη ανέφερε ότι ήταν ο κατηγορούμενος που της έδειξε πως να κάνει αυτή την πράξη, δεν ευσταθεί. Αυτό καθότι ήταν σαφές από τη μαρτυρία της Α.Α. ότι έμαθε τη λέξη «πίπα» στο σχολείο αλλά το πως γίνεται αυτή η πράξη, της το έμαθε μεταγενέστερα ο κατηγορούμενος. Επανέλαβε δε και αποσαφήνισε κατά την αντεξέταση της, ότι ο κατηγορούμενος την έβαζε να ψάχνει στο διαδίκτυο για φωτογραφίες και όχι για βίντεο και ακολούθως την έβαζε να κάνει αυτά που απεικόνιζαν οι φωτογραφίες. Δεν ευσταθεί δε η θέση της Υπεράσπισης, στην τελική της αγόρευση, ότι η Α.Α. ψευδόταν για αυτό και ότι υπήρξε αντιφατική. Αυτό καθότι, από προσεκτική εξέταση των όσων σχετικά ανέφερε στην κατάθεση της και στη δια ζώσης μαρτυρία της, προκύπτει ότι υπήρξε σταθερή στη θέση της, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος την έβαζε να βρίσκει στο διαδίκτυο φωτογραφίες και όχι βίντεο. Η μόνη αναφορά που έκανε η Α.Α. για βίντεο, είναι στην κυρίως εξέταση, όταν ρωτήθηκε να διευκρινίσει τι εννοούσε με την αναφορά της ότι ο κατηγορούμενος την έβαζε να ψάχνει στο διαδίκτυο για πορνό, με την Α.Α. να απαντά ότι ήταν ένα «site» «το οποίο έσιει βίντεο για ευχαρίστηση» και στο οποίο «δείχνει» σεξ. Ακολούθως στην κυρίως εξέταση της αναφέρθηκε σε φωτογραφίες και όχι σε βίντεο, κάτι που επανέλαβε και στην αντεξέταση της. Επιπρόσθετα, η Υπεράσπιση, στην τελική της αγόρευση, υποστηρίζει ότι, με βάση το Τεκμήριο 2 (Έκθεση του Αστ.3200 Σωτήρη Φωκά, η οποία κατατέθηκε εκ συμφώνου και αφορούσε τη δικανική εξέταση του κινητού τηλεφώνου του κατηγορουμένου) καταρρίπτεται η θέση της Α.Α. ότι ο κατηγορούμενος την έβαζε να ψάχνει στο διαδίκτυο για φωτογραφίες, διότι δεν προέκυψε κάτι σχετικό από τις εξετάσεις. Ούτε αυτή η θέση ευσταθεί και εξηγούμε. Στο Τεκμήριο 2 καταγράφεται ότι το αντικείμενο της δικανικής εξέτασης του κινητού τηλεφώνου του κατηγορουμένου ήταν να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχουν σε αυτό επισκέψεις σε ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου και σε περίπτωση που εντοπιστούν να γίνει η εξαγωγή των λεπτομερειών τους. Στα ευρήματα της ανάλυσης, καταγράφεται ότι ο χρήστης (δηλαδή ο κατηγορούμενος) είχε αποθηκεύσει στον φυλλομετρητή («web browser») με την ονομασία Chrome μια «αγαπημένη σελίδα» («bookmark») με διεύθυνση http://www.erotikes-istories.com/?start=
- Πάντα με βάση το Τεκμήριο 2, το «bookmark» είναι μια λειτουργία που παρέχουν οι φυλλομετρητές ώστε ο χρήστης να μπορεί να αποθηκεύει διάφορες ιστοσελίδες που θέλει να επισκεφτεί ξανά στο μέλλον, γρηγορότερα και ευκολότερα. Η εν λόγω ιστοσελίδα περιέχει ένα μεγάλο αριθμό ερωτικών ιστοριών, χωρισμένες σε τίτλους, οι οποίοι καταγράφονται στην έκθεση. Υπάρχουν δε σε συγκεκριμένη ερωτική ιστορία, διαφημίσεις άλλων ιστοσελίδων, μεταξύ των οποίων φαίνεται να οδηγούν σε ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου. Ως προκύπτει λοιπόν από τα ευρήματα της έκθεσης (Τεκμήριο 2), το κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου χρησιμοποιήθηκε για να αποθηκεύσει ιστοσελίδα με ερωτικές ιστορίες, όπου δίδεται η δυνατότητα, μέσω διαφημίσεων, να γίνει επίσκεψη σε ιστοσελίδες πορνογραφικού περιεχομένου. Το Τεκμήριο 2, δεν διαψεύδει λοιπόν την Α.Α., ως υποστηρίζει η Υπεράσπιση. Περαιτέρω, το ότι δεν ανευρέθηκε στο κινητό τηλέφωνο του κατηγορουμένου οποιαδήποτε φωτογραφία που να απεικονίζει σκηνές ερωτικού περιεχομένου, δεν διαψεύδει τη θέση της Α.Α., καθότι αυτή ουδέποτε υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος αποθήκευε στο κινητό του, τις φωτογραφίες που την έβαζε να βρίσκει στο διαδίκτυο, έτσι ώστε αυτές να εντοπίζονταν κατά τη δικανική εξέταση του. Σε σχέση δε με την αναφορά της Α.Α. ότι ο κατηγορούμενος «έμπηξε» το δάκτυλο μέσα στο γεννητικό όργανο της, δεν μας διαφεύγουν τα όσα σχετικά ανέφερε ο Μ.Κ.5 και τα οποία έχουν γίνει αποδεκτά. Ότι δηλαδή κατά την ιατροδικαστική εξέταση της Α.Α. ο παρθενικός της υμένας ήταν άθικτος, ότι ρήξη παρθενικού υμένα μπορεί να προκληθεί με είσοδο οποιουδήποτε ξένου σώματος εντός του κόλπου (είτε αυτό είναι δάκτυλο ή πέος ή οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο) και ότι δεν αποκλείεται να γίνεται τέτοια χρήση δακτύλου στην περιοχή των γεννητικών οργάνων (μεταξύ των χειλιών/στα εξωτερικά γεννητικά όργανα) και να μην υπάρξει είσοδος στα έσω γεννητικών οργάνων. Αυτά όμως και δη το ότι δεν υπήρξε ρήξη παρθενικού υμένα, δεν καταρρίπτουν, κατά την κρίση μας, τη σχετική θέση και εκδοχή της Α.Α. ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος «έμπηξε» το δάκτυλο του μέσα στο γεννητικό της όργανο εφόσον η Α.Α. δεν ρωτήθηκε για να διευκρινίσει κατά πόσο το δάκτυλο του κατηγορουμένου εισήλθε στον κόλπο αυτής ή ήλθε σε επαφή στο σημείο μεταξύ των χειλιών/στα εξωτερικά γεννητικά της όργανα. Είπε δε ότι την επόμενη μέρα είδε λίγο αίμα αλλά, πρόσθεσε, ότι ήταν κοντά, μετά την περίοδο της. Στην τελική της αγόρευση η Υπεράσπιση υποστήριξε ότι ήταν αντιφατική η μαρτυρία της Α.Α. ως προς το πότε ήταν η τελευταία φορά που κακοποιήθηκε σεξουαλικά από τον κατηγορούμενο. Στήριξε δε τούτο στο περιεχόμενο της συνομιλίας που είχε η Α.Α. με τη φίλη της (που γνώρισε στην κατασκήνωση) στις 26/08/2023 και δη στο ότι, ως ανέφερε η Α.Α. στην κατάθεση της, η φίλη της τη ρώτησε εάν αποκάλυψε στη Μ.Κ.6 τη σεξουαλική κακοποίηση της και κατά πόσο «περνά ακόμα τα ίδια», με την Α.Α. να απαντά καταφατικά ως προς το τελευταίο. Ως όμως προκύπτει από τα όσα είπε σχετικά κατά την αντεξέταση της, η Α.Α. έδωσε αυτή την απάντηση αφού αντιλήφθηκε, στο πλαίσιο της συζήτησης που είχε με τη φίλη της, ότι η τελευταία της είπε ότι εάν δεν το πει «εν να μεγαλύνει το θέμα, εν να γίνει σιειρότερο». Δεν είναι δε λογικό, για τον λόγο που θα εξηγήσουμε στη συνέχεια, η Α.Α. να υποστήριξε ότι η κακοποίηση της συνεχίσθηκε μετά τις 11/08/
- Αυτό με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε αυτήν, από το χωριό, στην κατασκήνωση στις 12/08/2023 και μετά αυτός και η Μ.Κ.6 αναχώρησαν στο εξωτερικό, από όπου επέστρεψαν στις 25/08/2023, οπόταν συναντήθηκαν με την Α.Α., η οποία μέχρι τις 26/08/2023 που συνομίλησε με την ως άνω φίλη της, δεν έμεινε μόνη της με τον κατηγορούμενο. Με άλλα λόγια η τελευταία μέρα που υπήρχε ευχέρεια ο τελευταίος να βρεθεί μόνος του με την Α.Α. δεν μπορεί να ήταν άλλη από τις 11/08/
- Περαιτέρω στην τελική της αγόρευση, η Υπεράσπιση υποστηρίζει ότι η Α.Α. προέβη σε αντιφατικές αναφορές ως προς τα στοιχεία επικοινωνίας της φίλης της και ως προς το κατά πόσο μπορεί κάποιος να επικοινωνήσει μαζί της. Ως προς τούτο, δεν μας διαφεύγει ότι στην κατάθεση της, η Α.Α. απάντησε αρνητικά σε ερώτηση κατά πόσο υπάρχει κάποιο τηλέφωνο για να επικοινωνήσει η Αστυνομία με τη φίλη της, ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία της ανέφερε ότι στις 26/08/2023 συναντήθηκε με τη φίλη της κατόπιν τηλεφωνικής συνεννόησης και ότι την πήρε εκεί η Μ.Κ.6 αφού η Α.Α. της έδωσε τα στοιχεία επικοινωνίας της φίλης της. Αυτό όμως δεν αποτελεί, κατά την κρίση μας, ουσιώδη αντίφαση, που να κλονίζει την αξιοπιστία της Α.Α. Σε σχέση δε με τις αναφορές της Α.Α. ως προς το πότε ακριβώς ο κατηγορούμενος την παραλάμβανε από το μελετητήριο, επισημαίνουμε τα ακόλουθα. Στην κατάθεση της, η Α.Α. ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την παραλάμβανε από εκεί τις περισσότερες φορές η ώρα 4:00 μ.μ. Στη δια ζώσης μαρτυρία της ανέφερε ότι δεν την έπαιρνε κάθε μέρα η ώρα 4:00 μ.μ. αλλά πολλές φορές ήταν η ώρα 3:00, 3:30 μ.μ. ενώ έτυχε μια φορά στο τόσο να την πάρει και η ώρα 2:30 μ.μ. Βασιζόμενη στα πιο πάνω πάνω, η Υπεράσπιση, στην τελική της αγόρευση, υποστήριξε ότι πρόκειται για αντιφατικές εκδοχές της Α.Α. Η θέση αυτή δεν μας βρίσκει σύμφωνους καθότι η τοποθέτηση της Α.Α. κατά τη μαρτυρία της δεν έρχεται σε αντίθεση με αυτά που είπε στην κατάθεση της όπου ανέφερε ότι ήταν «τις περισσότερες φορές» που την έπαιρνε η ώρα 04:00 μ.μ. και όχι πάντα. Ως προς τούτο σχετική είναι και η μαρτυρία των Μ.Κ.4 και 6, η οποία συνάδει και δεν καταρρίπτει αυτή της Α.Α. Εδώ δέον όπως σημειωθεί ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι τρεις φορές την εβδομάδα παραλάμβανε την Α.Α. από το μελετητήριο μεταξύ των ωρών 3:00 - 4:00 μ.μ. Η Υπεράσπιση στην τελική της αγόρευση υποστήριξε περαιτέρω ότι η Α.Α. προέβη σε «μείζονος σημασίας», εφόσον ως αναφέρεται άπτονται του χρόνου που εκτυλίσσονταν τα επίδικα γεγονότα, αντιφατικές αναφορές και σε σχέση με τη συχνότητα που πήγαινε με τον κατηγορούμενο για ψώνια στην υπεραγορά μετά το μελετητήριο. Ούτε αυτή η θέση μας βρίσκει σύμφωνους καθότι αυτό που προκύπτει μέσα από τις αναφορές της Α.Α., είναι η προσπάθεια της να προσδιορίσει τη συχνότητα μετάβασης τους στην υπεραγορά και τίποτε περισσότερο. Συγκεκριμένα εκείνο που προκύπτει από τα όσα είπε η Α.Α. είναι ότι ήταν περιστασιακά, «μπορεί καμία φορά κάθε δύο εβδομάδες» ως είπε, που πήγαιναν στην υπεραγορά για ψώνια. Η Μ.Κ.6 είπε δε γενικά, χωρίς να καθορίσει πότε και πόσες φορές, ότι στις αρχές, ο κατηγορούμενος πήγαινε με την Α.Α. σε υπεραγορές για να ψωνίσουν. Περαιτέρω, η Υπεράσπιση στην τελική αγόρευση της, επικαλούμενη τη μαρτυρία του κατηγορουμένου ότι κατά την περίοδο που η Α.Α. φοιτούσε στο Δημοτικό, το δικό του ωράριο ήταν μέχρι τις 4:00 μ.μ., υποστήριξε ότι η Α.Α. τεχνηέντως δεν προέβη σε οποιαδήποτε νύξη ή σε διαχωρισμό αυτής της περιόδου, αφήνοντας να νοηθεί ότι φοιτούσε στο μελετητήριο καθ' όλον τον ουσιώδη χρόνο. Ούτε αυτή η θέση μπορεί να γίνει δεκτή καθότι ουδέποτε η Υπεράσπιση δεν ρώτησε ή προέβη σε οποιαδήποτε σχετική υποβολή στην Α.Α. και συναφώς η τελευταία δεν είχε την ευχέρεια να απαντήσει και το θέμα να τύχει αξιολόγησης έχοντας υπόψη τις εκατέρωθεν εκδοχές. Ως προς τα όσα είπε αναφορικά με τη σχέση της με τον κατηγορούμενο και τη Μ.Κ.6, η Α.Α. επίσης υπήρξε ειλικρινής. Δεν περιορίστηκε στο να αναφερθεί με καλά λόγια μόνο για τη Μ.Κ.
- αλλά αναφέρθηκε και σε θετικά στοιχεία του χαρακτήρα του κατηγορουμένου, παρά τα όσα βίωσε από αυτόν. Δεν έχουμε διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση της Α.Α. να δημιουργήσει αρνητική εικόνα για το πρόσωπο του κατηγορουμένου ή θετική εικόνα για την ίδια, με σκοπό να πείσει για την εκδοχή της. Απεναντίας, με τη δική της παιδική απλότητα, αθωότητα και ειλικρίνεια, η Α.Α. ανέφερε ότι αγάπησε τόσο τον κατηγορούμενο, όσο και τη Μ.Κ.
- Αναφέρθηκε δε με ειλικρίνεια και στην αυστηρότητα που επιδείκνυε ο κατηγορούμενος απέναντι της και στο πως η ίδια εκλάμβανε αυτή. Στο πλαίσιο αυτό αναγνώρισε ότι κάποιες συμπεριφορές του κατηγορουμένου απέναντι της που είχαν το στοιχείο της αυστηρότητας, ήταν δικαιολογημένες και ενέπιπταν στην προσπάθεια του να την οριοθετήσει. Πειστικά δε ανέφερε ότι παρόλο που κάποιες φορές ένιωθε το στοιχείο της αδικίας και θύμωνε, εν τούτοις αναγνώρισε το γεγονός ότι ορθώς της στερείτο το κινητό για κάποιο χρονικό διάστημα επειδή δεν μπορεί να το χρησιμοποιεί χωρίς μέτρο, ότι ο κατηγορούμενος ήθελε το καλό της, ότι θα έπρεπε η ίδια να γίνει «κοινωνικός άνθρωπος» και ότι εάν χρησιμοποιούσε συνέχεια το κινητό της δεν θα έκανε τίποτε άλλο. Επίσης αναγνώρισε ότι δεν είναι σωστό να αντιμιλά στον κατηγορούμενο και ότι ως εκ τούτου ορθά την έβαζε τιμωρία. Από την άλλη, η Α.Α. αναφέρθηκε και σε περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος δεν ήταν αυστηρός, για άλλο όμως λόγο, οι οποίες κρίνονται ως λογικές και πειστικές. Συγκεκριμένα, η Α.Α. με τη δική της απλότητα και συνάμα πειστικότητα, ανέφερε ότι όταν ο κατηγορούμενος την κακοποιούσε σεξουαλικά, δεν ήταν αυστηρός μαζί της και ότι μάλιστα την «έβγαζε» (απάλλασσε) από τιμωρίες όπως για παράδειγμα της επέστρεφε το κινητό της τηλέφωνο, που της έπαιρναν προηγουμένως ως τιμωρία. Σε σχέση δε με τους λόγους που δεν μίλησε από την αρχή για τη σεξουαλική κακοποίηση της, η Α.Α. επίσης έδωσε πειστικές και λογικές εξηγήσεις. Ως πολύ λογικά ανέφερε, δεν ήταν εύκολο να πει κάτι τόσο σοβαρό μετά από πολύ καιρό που γινόταν, ότι δεν είχε το θάρρος και ότι δεν ήθελε να φύγει από το σπίτι της ανάδοχης οικογένειας και ειδικότερα από τη Μ.Κ.6, την οποία αποκαλούσε μητέρα και «είναι ό,τι καλύτερο» της έχει τύχει. Ήταν δε φυσιολογικό η Α.Α. να νιώθει έτσι για τη Μ.Κ.6 με δεδομένο ότι δεν γνώρισε τη βιολογική της μητέρα και δεν βίωσε μητρική φροντίδα αφού η μητριά της την κακοποιούσε σωματικά. Εδώ να λεχθεί ότι τα όσα ανέφερε η Α.Α. για το ιστορικό της και το πως ένιωθε πριν μετακομίσει με τον κατηγορούμενο και τη Μ.Κ.6, δεν έχουν αμφισβητηθεί. Απολύτως λογική και πειστική κρίνεται και η αναφορά της Α.Α. ότι με την αποκάλυψη στη Μ.Κ.6, της σεξουαλικής κακοποίησης της από τον κατηγορούμενο, διακινδύνεψε τη θέση της στο σπίτι της ανάδοχης οικογένειας διότι δεν ήξερε πως θα το εκλάμβανε η Μ.Κ.
- Αυτό καθότι είναι λογικό ότι η Α.Α. δεν γνώριζε πως η Μ.Κ.6 θα αντιδρούσε σε τέτοια περίπτωση δηλαδή με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος ήταν ο συμβίος της, δεν ήξερε η Α.Α. κατά πόσο η Μ.Κ.6 θα την πίστευε ενώ γνώριζε ότι υπήρχε το ενδεχόμενο να επιστρέψει είτε πίσω στην Παιδική Στέγη είτε ακόμη και στο κακοποιητικό περιβάλλον του βιολογικού της πατέρα. Παρά ταύτα για να ξεφύγει από τη σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο, για να τελειώσει αυτό «το μαρτύριο», ως είπε, που βίωνε, βρήκε το θάρρος και το «confidence», ως επίσης ανέφερε και το αποκάλυψε στη Μ.Κ.
- Ως επίσης πειστικά εξήγησε, στην αποκάλυψη της την εμπόδιζε το ότι ο κατηγορούμενος της έλεγε ότι εάν πει οτιδήποτε, τότε αυτή θα έφευγε από τη Μ.Κ.6 και αυτός θα κατέληγε στη φυλακή. Εδώ να λεχθεί ότι η Α.Α. είπε σχετικά ότι σε κάποια φάση είχε κάποιες υποψίες για ποιον λόγο δεν λένε στη Μ.Κ.6 αυτό που κάνουν και γιατί δεν βλέπει άλλους πατεράδες να το κάνουν και ρώτησε τον κατηγορούμενο για ποιον λόγο δεν φιλιούνται στο στόμα μπροστά στη Μ.Κ.6 και ο κατηγορούμενος της είπε ότι θα πήγαινε φυλακή εάν έλεγαν στη Μ.Κ.6 οτιδήποτε σχετικό. Ως δε χαρακτηριστικά ανέφερε, «είχα τζιείνην τη λέξη γιατί; Το «γιατί» είχα τούτην την απορία τζαι η αλήθκεια να λέγεται εν έδωκα πολύ σημασία σε τούτο που είπε αλλά μετά άρκεψα τζαι συνειδητοποιούσα «φυλακή»; Αμάν εν φυσιολογικό γιατί να μπει κάποιος φυλακή για κάτι τέτοιο;». Λογικές και πειστικές είναι και οι αναφορές της ως προς το πως εκλάμβανε η Α.Α. αρχικά το φιλί στο στόμα, δηλαδή ότι ήταν κάτι φυσιολογικό, αφού προηγουμένως στο βιολογικό της περιβάλλον έβλεπε τη μητριά της να φιλά τα παιδιά της (ετεροθαλή αδέρφια της Α.Α.) στο στόμα. Τα πιο πάνω δείχνουν το πως η Α.Α. στην ηλικία που βρισκόταν τότε, εκλάμβανε τα όσα η βίωνε και πως αντιλαμβανόταν τα λόγια του κατηγορουμένου. Ως δε πολύ λογικά ανέφερε, δεν έδινε σημασία στην αρχή διότι έδωσε περισσότερο σημασία στα λεγόμενα του κατηγορουμένου ότι εκείνη θα έφευγε από την ανάδοχη οικογένεια εάν αποκάλυπτε οτιδήποτε. Πειστικά δε ανέφερε για τα όσα βίωνε, ότι η ίδια ένιωθε ενοχές και δεν ήξερε τι να κάνει. Ως χαρακτηριστικά είπε, «Ένιωθα άσχημα, bad, ένιωθα πάρα πολλά άσχημα που εγίνετουν τούτο το πράμα που δεν μπορούσα, όι δεν μπορούσα, εν ήξερα τι να κάμω». Eδώ να λεχθεί ότι τα πιο πάνω συνάδουν με τη μαρτυρία της Μ.Κ.8, ως προς το πως αισθάνεται ένα παιδί που κακοποιείται σεξουαλικά και τους λόγους της καθυστέρησης στην αποκάλυψη του γεγονότος. Ειλικρινή και πειστικά ήταν και τα όσα είπε η Α.Α. αναφορικά με το ότι, όχι από την αρχή αλλά με τον καιρό αντιλήφθηκε ότι αυτά που της έκανε ο κατηγορούμενος δεν ήταν φυσιολογικά. Συγκεκριμένα είπε στην κατάθεση της ότι δεν καταλάβαινε τι ήταν αυτό που γινόταν όταν ο κατηγορούμενος της έπιανε το στήθος, αυτή του έλεγε πως δεν της άρεσε αλλά δεν ήξερε εάν είναι φυσιολογικό να το κάνει αυτό ένας πατέρας και μετά άρχισε και φιλούσε και έγλυφε τα στήθη της. Είπε επίσης ότι όταν την έβαζε να αγγίζει το πέος του δεν ήξερε εάν είναι φυσιολογικό και στο τέλος κατάλαβε ότι δεν ήταν και ότι ο κατηγορούμενος της έλεγε ότι το φιλί στο στόμα και να αγγίζουν τα προσωπικά μέρη είναι φυσιολογικό που κάνουν όλοι οι πατέρες. Ως δε πειστικά ανέφερε, όταν ζούσε με τον βιολογικό της πατέρα ουσιαστικά μεγάλωνε μόνη της και δεν γνώριζε τη συμπεριφορά ενός πατέρα προς την κόρη του. Αντεξεταζόμενη είπε ότι γνώριζε τη λέξη «πίπα» αλλά εξήγησε ότι ήταν ο κατηγορούμενος που της έδειξε πως να του κάνει αυτό. Διευκρίνισε επίσης ότι όταν είπε στην κατάθεση ότι «στο τέλος» κατάλαβε ότι δεν ήταν φυσιολογικά αυτά που γίνονταν, εννοούσε ότι τα αντιλήφθηκε καθώς περνούσε ο καιρός και ότι αυτό έγινε μετά που έμαθε κάποια πράγματα στο σχολείο (στην Α΄ τάξη γυμνασίου), όπου τους έγινε παρουσίαση για το τι είναι και το πως να το αντιμετωπίσει και ότι μετά από αυτό άκουσε στην τηλεόραση για βιασμούς παιδιών και της είπε η Μ.Κ.6 να προσέχει και ότι γίνει να το πει δηλαδή ότι δεν γίνεται να την αγγίξει κάποιος κάπου όπως στα γεννητικά όργανα, στο στήθος και στα χείλη. Ως δε είπε «με τον καιρό καταλάβαινα ότι τούτο δεν ήταν φυσιολογικό και έμαθα τα παραπάνω που την τηλεόραση, που το σχολείο, που τη βιολογία που κάμναμε, ότι ναι δεν ήταν σωστό τούτο που εγίνετουν, ότι αυτό ήταν καθαρή σεξουαλική παρενόχληση τζιαί προσπαθούσα να έβρω τρόπο να το αντιμετωπίσω». Είπε επίσης ότι δεν είχε το θάρρος και δεν μπορούσε να το πει σε κανένα. Αναφορικά δε με τα όσα είπε για το σχολείο εξήγησε ότι αυτό δεν έγινε στο πλαίσιο συγκεκριμένου μαθήματος αλλά στο πλαίσιο συζήτησης που έγινε στην τάξη. Ως χαρακτηριστικά είπε, η δασκάλα τους ανέφερε «Να προσέχετε για τούτο τζαι έννεν καλό πράγμα, έννεν καλό πράγμα, τζαι όποιος σας το κάμει πρέπει αμέσως να το πείτε στη μάμα σας, στην κηδεμόνα, έτσι να το πείτε». Είπε επίσης ότι τη λέξη «εκσπερμάτωση» την έμαθε στη βιολογία. Στην κυρίως εξέταση αναφέρθηκε και σε μια συζήτηση που είχε με τον κατηγορούμενο κατά την επιστροφή τους από το χωριό, που την οδήγησε «στο τέλος» να αντιληφθεί ότι αυτά που βίωνε δεν ήταν φυσιολογικά. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος της είπε ότι εάν ήθελε να σταματήσει το τι συνέβαινε μεταξύ τους τότε θα σταματούσε και ότι γνώριζε ο ίδιος πως αυτό που γινόταν δεν ήταν φυσιολογικό και ότι «πάντα θα είναι εκείνο που κάνουν οι δύο τους». Η Α.Α. του είπε ότι δεν θέλει να γίνεται αυτό και η συζήτηση σταμάτησε. Λίγο πριν να φτάσουν στη Λεμεσό, η Α.Α. με την παιδική της αφέλεια, αλλά και την ανάγκη της να έχει οικογενειακή θαλπωρή και να την μεταχειρίζεται ο κατηγορούμενος ως κόρη του, τον ρώτησε κατά πόσο θα χαλάσει η σχέση τους και κατά πόσο θα την αγαπά και θα είναι η κόρη του, με τον κατηγορούμενο να απαντά ότι δεν θα χαλάσει οτιδήποτε. Στοιχείο που συνηγορεί στο ότι η Α.Α. έλεγε αλήθεια, είναι το ότι παρά τα όσα βίωνε, εν τούτοις, το ότι ρώτησε τον κατηγορούμενο εάν θα την αγαπά και αν θα είναι η κόρη του, καταδεικνύει ότι επιζητούσε την αγάπη του. Ως δε βασικά είπε, στη συνέχεια, μετά την πιο πάνω συζήτηση, όταν επέστρεψαν στην οικία, ο κατηγορούμενος δεν της μιλούσε και η Α.Α. ένιωθε άσχημα αλλά τις επόμενες μέρες ο κατηγορούμενος της ξανάκανε τα ίδια. Με βάση δε τα όσα είπε η Α.Α. προκύπτει βασικά ότι αντιλήφθηκε σε κάποιο χρονικό σημείο ότι τα όσα γίνονταν δεν ήταν φυσιολογικά και λίγο καιρό πριν την αποκάλυψη προσπαθούσε να βρει τρόπο να τα αντιμετωπίσει. Ήταν δε ενόψει τούτου που έκλαιγε στην κατασκήνωση και την είδε η φίλη της και άρχισε ουσιαστικά η διαδικασία αποκάλυψης. Εδώ να λεχθεί ότι τα όσα είπε η Α.Α. συνάδουν και χρονικά. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι όταν άρχισε η κακοποίηση της με φιλιά ήταν ακόμη στην Στ΄ τάξη του δημοτικού και ότι η κακοποίηση συνεχίστηκε με διαφορετικούς τρόπου στην Α΄ τάξη του γυμνασίου (δηλαδή από τον Σεπτέμβριο του 2022) μέχρι και τον χρόνο της τελευταίας κακοποίησης που ήταν στις 11/08/2023 όταν δηλαδή είχε τελειώσει την Α΄ τάξη γυμνασίου. Είναι δε λογικό ένα παιδί στην ηλικία της Α.Α. (όταν ήταν στην Στ΄ τάξη του δημοτικού δεν είχε κλείσει ακόμη τα 12 έτη, όταν άρχισε η Α΄ τάξη γυμνασίου τον Σεπτέμβριο του 2022 είχε μόλις κλείσει τα 12 και έκλεισε τα 13 στις 09/08/2023 δηλαδή μετά το πέρας της Α΄ γυμνασίου) να μην γνωρίζει και να μη μπορεί να αντιληφθεί ότι αυτά που βίωνε από τον κατηγορούμενο δεν ήταν φυσιολογικά και ότι συνιστούσαν σεξουαλική κακοποίηση. Εδώ να λεχθεί ότι η Υπεράσπιση υπέβαλε στην Α.Α. ότι στο πλαίσιο της εκπαίδευσης της στην Στ΄ τάξη του Δημοτικού, διδάχθηκε το μάθημα της Αγωγής Υγείας, με την Α.Α. να απαντά ότι δεν θυμάται. Δεν απέκλεισε όμως αυτό να έγινε. Στη τελική της αγόρευση η Υπεράσπιση, υποστηρίζει ότι η Α.Α. ψευδόταν σε σχέση με το κατά πόσο έχει διδαχθεί το εν λόγω μάθημα. Σύμφωνα με την ίδια θέση η Α.Α. διδάχθηκε σεξουαλική διαπαιδαγώγηση και έτσι κατά τον επίδικο χρόνο της φοίτησης της στην Στ΄ τάξη δημοτικού, είχε γνώση και αντίληψη επί των ζητημάτων σεξουαλικής κακοποίησης και το τι αποτελεί φυσιολογική αλληλεπίδραση πατέρα και κόρης. Προς επίρρωση της θέσης της, η Υπεράσπιση στην τελική της αγόρευση παρέπεμψε σε διάφορες νομοθεσίες και έγγραφα για να καταδείξει βασικά ότι η Α.Α. έτυχε αυτής της διδασκαλίας. Συγκεκριμένα, παρέπεμψε στην Έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τη Σεξουαλική και Αναπαραγωγική Υγεία και τα Συναφή Δικαιώματα (Υπ' Αρ. 2013/2040(ΙΝΙ), στον περί της Πρόληψης και Αντιμετώπισης της Ενδοσχολικής Βίας Νόμο 185(Ι)/2020 (άρθρα 3
(1)και 5
(1)
(3), στον περί της Εφαρμογής της Εθνικής Στρατηγικής για την Καταπολέμηση της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμο 112(Ι)/2017 (άρθρο 5
(1)(α), στην Εθνική Στρατηγική και Σχέδιο Δράσης για την Καταπολέμηση της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας 2021-2023, ως έχει εκπονηθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο (ημερ. 08/10/2021), στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία των Παιδιών ενάντια στη Σεξουαλική Κακοποίηση και Σεξουαλική Εκμετάλλευση (Σύμβαση Λανζαρότε) και στον περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμο 91(Ι)/2014 (άρθρο 55). Η ως άνω θέση της Υπεράσπισης πρέπει να λεχθεί ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Αυτό καθότι τα νομικά κείμενα στα οποία αυτή παραπέμπει αναφέρονται ουσιαστικά στην υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας να καταστήσει υποχρεωτικό το μάθημα της σεξουαλικής αγωγής για όλους τους μαθητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, στην υποχρέωση του αρμόδιου Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού να διασφαλίζει ότι τα παιδιά, κατά την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση ενημερώνονται για τους κινδύνους της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και της κακοποίησης, καθώς και για τους τρόπους με τους οποίους μπορούν να προστατευθούν αλλά και στο ότι το μάθημα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης περιλαμβάνεται στη διδακτέα ύλη του μαθήματος Αγωγής Υγείας του «ΥΠΠΑΝ». Καμία όμως μαρτυρία δεν τέθηκε που να διαψεύδει την ως άνω αναφερόμενη θέση της Α.Α. και δη να καταδεικνύει ότι αυτή διδάχθηκε και πότε τι συνιστά σεξουαλική κακοποίηση. Σε κάθε περίπτωση η Α.Α., ως αναφέρθηκε ανωτέρω, περιέγραψε το πως με τον καιρό αντιλήφθηκε τη φύση των όσων βίωνε από τον κατηγορούμενο. Ανεξαρτήτως δε του κατά πόσο έπρεπε με βάση τα όσα έθεσε η Υπεράσπιση, να διδαχθεί το εν λόγω μάθημα στην Στ΄ τάξη δημοτικού, καμία μαρτυρία δεν προσήχθη που να δείχνει ότι η Α.Α. πράγματι το διδάχθηκε τότε και ότι αντιλήφθηκε το περιεχόμενο του. Ως προαναφέρθηκε η Α.Α. δεν το απέκλεισε αλλά εκείνο για το οποίο ήταν σίγουρη ήταν ότι δεν θυμόταν. Δεν μας διαφεύγει ότι η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι από τις αρχές που μετακόμισε η Α.Α. μαζί τους, της έλεγε ότι «οποιοσδήποτε σε αγγίξει οπουδήποτε, όχι μόνο στα βυζιά σου, είσαι ανήλικη, εξ ου και λέεις το στη μάμμα, στον παπά, να δουμε πως θα το αντιμετωπίσουμε» και ότι «κανένας δεν σε αγγίζει, είναι σεξουαλική κακοποίηση». Στην αντεξέταση της η Α.Α. ανέφερε ότι πάντα η Μ.Κ.6 τη συμβούλευε, «να προσέχει» και «απλά λαλούσε μου [ ] μου όποιος σου αντζιήσει πε μου το, μόλις γίνει τζιείνη η φάση, μόλις, να μεν αφήκεις κανένα να σου ντζιήξει τζαι μόλις σου ντζιήξει κάποιος να έρτεις να μου το πεις». Σε επόμενη όμως ερώτηση εάν της μιλούσε για θέματα σεξουαλική κακοποίησης απάντησε αρνητικά. Διευκρίνισε δε ότι η Μ.Κ.6 τη συμβούλευε από τον Ιανουάριο του 2022, να προσέχει από ύποπτες κινήσεις και να της το πει αν κάποιος την πειράξει, την κτυπήσει ή την αγγίξει ή να το πει σε κάποιον μεγαλύτερο που θα βρισκόταν σε εκείνον τον χώρο. Ήταν υπό αυτή την έννοια που υποστήριξε η Α.Α. ότι η Μ.Κ.6 δεν της μίλησε ξεκάθαρα για θέματα «σεξουαλικής κακοποίησης». Δεν πρέπει δε να μας διαφεύγει ότι, ως είπε η Α.Α. στην κατάθεση της αλλά και στην αντεξέταση της, ο κατηγορούμενος στην αρχή της έλεγε ότι «ήταν απόλυτα φυσιολογικό τζαι κάμνουν το ούλλοι οι πατεράδες το να τζίζουν προσωπικά μέρη ας πούμε. Επειδή υποτίθεται ότι είναι πατέρας μου. Ε τζαι διερωτούμουν γιατί να μεν το πούμε της μάμας καλό αφού εν φυσιολογικό; Όταν τον ερώτησα εν, εν μου απάντησε». Σε κάθε περίπτωση δέον όπως λεχθεί ότι τα πιο πάνω δεν διαψεύδουν τη θέση της Α.Α. ως προς τη σταδιακή αντίληψη της για τη φύση των όσων βίωνε. Τα όσα δε λοιπά ανέφερε για το θέμα η Μ.Κ.6 και δη ότι η Α.Α. έμαθε και στο σχολείο πράγματα αλλά και ότι με αφορμή μια είδηση στην τηλεόραση είπε στην Α.Α. «βλέπεις την κοπέλα, επιάσαν την σεξουαλική κακοποίηση, είναι στην ηλικία σου, οτιδήποτε συμβαίνει με ενημερώνεις», συνάδουν με τα όσα είπε η Α.Α. Η Υπεράσπιση στην τελική της αγόρευση υποστήριξε επίσης ότι δημιουργούνται αμφιβολίες για την αξιοπιστία της Α.Α., ενόψει του ότι Μ.Κ.6 είπε ότι η Α.Α. της ανέφερε «ότι είχε υγρά» όταν ο κατηγορούμενος της έγλειφε το γεννητικό της όργανο, κάτι, που σύμφωνα με την Υπεράσπιση, καταδεικνύει ότι η Α.Α. αντιλαμβανόταν ότι αυτό συσχετιζόταν με σεξουαλικό ερέθισμα. Ως προς τούτο πρέπει να λεχθεί ότι η Μ.Κ.6 προέβη σε εικασία κατά πόσο η Α.Α. το αντιλαμβανόταν ως τέτοιο (είπε «πιστεύω, ναι, για να μου το πει»). Η Α.Α. δεν ρωτήθηκε όμως για αυτό ώστε να δώσει τη δική της θέση και να μπορεί έτσι αυτή να αξιολογηθεί. Σημαντικό μέρος της αντεξέτασης της Α.Α. αναλώθηκε σε υποβολή σειράς θέσεων που αφορούσαν το κίνητρο και τους λόγους που την οδήγησαν να καταγγείλει τον κατηγορούμενο, ψευδώς, σύμφωνα με την Υπεράσπιση. Παραθέτουμε στη συνέχεια και αξιολογούμε τα όσα τέθηκαν και τις απαντήσεις και θέσεις της Α.Α., πάντα συμπληρωματικά με τα όσα σχετικά αναφέραμε πιο πάνω, στο βαθμό που αφορούν τα ίδια θέματα. Συγκεκριμένα: Υποβλήθηκε στην Α.Α. η θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν την έπαιρνε στο χωριό για να την παρενοχλήσει σεξουαλικά αλλά για να της μεταδώσει την αγάπη που είχε ο ίδιος για το χωριό του. Ως προς τούτο η Α.Α. απαντώντας, διερωτήθηκε με ειλικρίνεια και πειστικότητα, ποια ήταν η αγάπη που της έδειξε για το χωριό, προσθέτοντας ότι την έπαιρνε εκεί αλλά όλη μέρα ήταν κλεισμένοι στο σπίτι. Είπε δε χαρακτηριστικά «ήμαστουν κλεισμένοι ούλλην την ώρα μες το σπίτι, τι να μου δείξει; Την αυλή που έχουμε; Το να μου δείξει ας πούμε το κρεβάτι ξέρω' γω; Εν είσιεν κάτι, αφού εν εφκαίναμεν που το σπίτι». Έβλεπε τους γονείς του κατηγορουμένου, όταν αυτοί πήγαιναν «κάτω» στο σπίτι του κατηγορουμένου για να πιούν καφέ αλλά η ίδια δεν έβγαινε έξω, έκανε τους καφέδες, τους έπαιρνε και έμπαινε στο δωμάτιο και έβλεπε το κινητό. Ήταν δε πειστική η ως άνω θέση της Α.Α., η οποία δεν αντικρούσθηκε καθότι ούτε ο κατηγορούμενος, ούτε και οι μάρτυρες υπεράσπισης αναφέρθηκαν σε δραστηριότητες της Α.Α. έξω από το σπίτι και στην περιοχή ευρύτερα του χωριού, ώστε να γνωρίσει το χωριό και να της δοθεί η ευχέρεια να το αγαπήσει, ως υποστήριξε η Υπεράσπιση ότι επιδίωκε ο κατηγορούμενος. Μάλιστα όταν η Α.Α. ρωτήθηκε στην αντεξέταση εάν στο χωριό έκαναν άλλες δραστηριότητες, με ειλικρίνεια απάντησε «Πιστεύκω ότι χρησιμοποιούσε δικαιολογία ας πούμε για τη μάμα του επειδή δυστυχώς έχει ένα πρόβλημα υγείας». Υποβλήθηκε στην Α.Α. η θέση ότι τα χρήματα που της έδωσε ο κατηγορούμενος πριν πάει στην κατασκήνωση ήταν για να αγοράσει πράγματα από την καντίνα εκεί και όχι για να την «ανταμείψει» για τη σεξουαλική κακοποίηση της, όπως είπε στην κατάθεση της. Ως προς τούτο η Α.Α. με ειλικρίνεια συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος της έδωσε χρήματα για να ξοδέψει στην κατασκήνωση και διευκρίνισε ότι τα χρήματα δεν ήταν για να την «ανταμείψει», γιατί όπως χαρακτηριστικά, ανέφερε ήδη την «αντάμειψε». Προκύπτει δε από τα όσα ανέφερε σχετικά η Α.Α. ότι όταν έκανε λόγο για «ανταμοιβή» μιλούσε για λεφτά και συγκεκριμένα εννοούσε ότι ο κατηγορούμενος έβαζε χρήματα από την κάρτα του για να παίζει η Α.Α. παιγνίδια στο κινητό της. Επίσης σε άλλο σημείο η Α.Α. είπε βασικά ότι όταν ο κατηγορούμενος προέβαινε σε σεξουαλική κακοποίηση, την έβγαζε από τιμωρίες που είχαν σχέση με τη στέρηση χρήσης του κινητού της τηλεφώνου. Επί της ίδιας θεματικής υποβλήθηκε στην Α.Α. η θέση ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε προσπάθησε να την «ανταμείψει» με χρήματα διότι ποτέ δεν την παρενόχλησε σεξουαλικά και ο μόνος λόγος που της έδινε χρήματα ήταν για χαρτζιλίκι Ως προς τούτο διεφάνει ότι η Α.Α. κατά τις απαντήσεις της τελούσε σε κάποια σύγχυση. Φαίνεται δε όμως ότι αυτό οφείλετο στην προσπάθεια της να αντιληφθεί το θέμα και να εκφραστεί κατά τρόπο που να μεταδώσει σωστά τη θέση της και όχι στο ότι έλεγε ψέματα. Όταν αντιλήφθηκε το θέμα, ανέφερε πειστικά ότι, με βάση τη δική της λογική, ο κατηγορούμενος δεν θα της έδινε χαρτζιλίκι «κάθε τρεις και λίγο» ή «δυο φορές την ημέρα». Επιπλέον ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος της έβαζε χρήματα στο παιχνίδι που έπαιζε, τα οποία, «δεν ήταν ας πούμε €5 αλλά ήταν €10, €20 και κάποιες φορές €25». Αναφορικά με τη θέση της Α.Α. ότι προχώρησε σε αποκάλυψη της σεξουαλικής κακοποίησης της για πρώτη φορά σε μια φίλη της που γνώρισε στην κατασκήνωση, της υποβλήθηκε ότι στην κατασκήνωση, πρώτα της μίλησε η φίλη της για τη δική της ιστορία που βίωνε σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση και μετά η Α.Α. επηρεαζόμενη, κατασκεύασε τη δική της ιστορία περί σεξουαλικής παρενόχλησης από τον κατηγορούμενο. Ως προς τούτο η Α.Α. πειστικά επέμεινε στη θέση της και δη ότι ήταν η φίλη της που τη βρήκε να κλαίει στις τουαλέτες της κατασκήνωσης και όχι το αντίστροφο. Ως δε ανέφερε «Σκέφτουμουν τούτα τα πράγματα που μου συνέβαιναν και δεν ήξερα τι να κάμω, να το αήκω να κυλήσει, να... τι να κάνω; Έτσι σκέφτουμουν τζιαί έτσι επήρεν με το κλάμα». Δεν δέχθηκε δε ότι κατασκεύασε μια ιστορία, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «δεν γίνεται να κατασκεύασα μια ιστορία την οποία εγώ είπα πρώτη, εγώ ήμουν σε εκείνη τη θέση, εγώ έκλαιγα, εγώ τα σκεφτόμουν, όχι η [ ]» και ότι ήταν η φίλη της που την βρήκε να κλαίει και να «οδύρεται». Είπε μάλιστα ότι η παρενόχληση που της ανέφερε η φίλη της ότι υφίστατο δεν συνίστατο σε αγγίγματα αλλά ήταν λεκτική. Πειστική ήταν η Α.Α. και ως προς τον λόγο που την οδήγησε στο να «ανοιχθεί» στη φίλη της και δη ότι κέρδισε την εμπιστοσύνη της Α.Α., δείχνοντας της πρώτα ότι είναι ένας άνθρωπος που μπορείς να εμπιστευτείς, της έλεγε συνέχεια «άμαν θέλεις κάτι πε μου, πάντα είμαι δίπλα σου, εν να είμαι δίπλα σου» και πρόσθεσε η Α.Α. «έτσι με τζιείνον τον τρόπο βασικά δεν ήξερα σε ποιον εν να το πω τζαι απλά άνοιξα το στόμα μου τζαι άρκεψα τζαι ελάλουν της τα νερό». Προκύπτει δε από τα όσα η Α.Α. είπε, ότι προέβη στην αποκάλυψη στη φίλη της που εμπιστεύτηκε, σε μια ευάλωτη συναισθηματικά στιγμή. Κανένα δε στοιχείο δεν υπάρχει που να καταδεικνύει ότι παρασύρθηκε ή επηρεάσθηκε από τα όσα ακολούθως η φίλη της της ανέφερε σχετικά με τη δική της σεξουαλική παρενόχληση, έτσι ώστε να προβεί ψευδώς σε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου. Υποβλήθηκε στην Α.Α. η θέση ότι συγκεκριμένο κοριτσάκι, συγγενικό της Μ.Κ.6, σταμάτησε να επισκέπτεται το σπίτι της τελευταίας επειδή μια μέρα, κατά την επίδικη περίοδο, η Α.Α. προσπάθησε να τη βάλει στο κρεβάτι της, ξαπλωμένη σε οριζόντια στάση και να τη φιλήσει στο στόμα. Η πιο πάνω θέση τέθηκε σε μία προσπάθεια της Υπεράσπισης να καταδείξει τον βαθμό κατανόησης και αντίληψης της Α.Α. σε θέματα σεξουαλικής φύσεως και προσανατολισμού, για να υποστηρίξει κατ' επέκταση ότι δημιουργούνται αμφιβολίες σε σχέση με την αξιοπιστία της. Η Α.Α. αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι έγινε κάτι τέτοιο. Η δε Μ.Κ.6, όταν ρωτήθηκε σχετικά ανέφερε ότι δεν θυμόταν να έχει γίνει ένα τέτοιο περιστατικό. Εδώ να λεχθεί ότι της ως άνω υποβολής προηγήθηκε ερώτηση κατά πόσο, την επίδικη περίοδο, θυμάται αν έτυχε κάποιες φορές, ενώ βρισκόταν αυτή και το εν λόγω κορίτσι στο δωμάτιο της Α.Α., να συνέβηκε κάτι που να έκανε το άλλο κορίτσι να νιώσει περίεργα ή άσχημα. Η Α.Α. τότε ζήτησε να της διευκρινισθεί εάν η ερώτηση αφορούσε το κατά πόσο μπορεί να φίλησε το εν λόγω κοριτσάκι, καθότι έτσι την είχε αντιληφθεί. Όταν στη συνέχεια κλήθηκε να απαντήσει στην εν λόγω ερώτηση, η Α.Α. απάντησε πως δεν έχει προβεί σε τέτοια ε