Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Φ.Α., Αρ. Υπόθεσης: 2425/24, 12/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2425/24 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Φ.Α. Ημερομηνία: 12.09.24 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Μαντζούρας Για Κατηγορούμενο: κ. Κ. Κυπριανού ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, για το αδίκημα της εκ προθέσεως υποκίνησης βίας ή μίσους κατά παράβαση του άρθρου 3 του Περί της Καταπολέμησης Ορισμένων Μορφών και Εκδηλώσεων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου Νόμου του 2011 (134(I)/2011) (κατηγορία αρ. 1), για το αδίκημα της πρόκλησης ανησυχίας, κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 2), για το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 3) και για το αδίκημα της οχλαγωγικής συμπεριφοράς σε κατάσταση μέθης κατά παράβαση του άρθρου 94 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 4). Τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη των αδικημάτων έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και περιλαμβάνονται σε κείμενο το οποίο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Έγγραφο «Α». Συνοπτικά, την 01.09.23, περί η ώρα 22:00, καθώς λάμβανε χώρα μία «διαδήλωση εναντίον αλλοδαπών» στην περιοχή του Μόλου Λεμεσού και ενώ τα άτομα που συμμετείχαν στην εν λόγω διαδήλωση προέβαιναν σε διάφορες παραβατικές συμπεριφορές, όπως εμπρησμούς, επιθέσεις και κακόβουλες ενέργειες, με την κατάσταση να χαρακτηρίζεται ως «έκρυθμη», ο κατηγορούμενος, ο οποίος βρισκόταν σε κάποιο μπαράκι στην περιοχή και κατανάλωνε αλκόολ, κατευθύνθηκε, σε κατάσταση μέθης, προς τους ένστολους αστυνομικούς που βρίσκονταν στο σημείο φωνάζοντας με έντονο ύφος διάφορα υβριστικά και ρατσιστικά σχόλια. Ανέφερε, συγκεκριμένα: «γαμώ τον καπιλέ σας, πουστοπεζέβεγκοι, γαμώ τη ράτσα σας είναι ο γιος μου αστυνομικός, εμασιερώσαν τον, ερκούμαστε δαμε να τους υποστηρίζουμε, σας το λέω από τα τωρά και να πάει όπου βρίσκω ντελιβεράδες θα τους σκοτώνω». Στο σημείο βρίσκονταν 22 ένστολοι αστυνομικοί και άλλα πρόσωπα, χωρίς να είναι βέβαιο πόσοι εξ αυτών άκουσαν τις βρισιές και τα ρατσιστικά σχόλια του κατηγορούμενου. Υπαστυνόμος, ο οποίος είχε οριστεί ως επικεφαλής της ομάδας για αστυνόμευση της εκδήλωσης, κατέβαλε προσπάθειες για να τον ηρεμήσει και να τον απομακρύνει από το μέρος ώστε να μην προκαλέσει την περαιτέρω αντίδραση και άλλων παρευρισκομένων. Το συμβάν οπτικογραφήθηκε από κάποιο πολίτη που βρισκόταν στο σημείο και στις 05.09.23, κατόπιν καταγγελίας προς τη Νομική Υπηρεσία του κράτους και αφού επιστήθηκε η προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο, σε ανακριτική κατάθεση που λήφθηκε, ο ίδιος παραδέχθηκε ενοχή αναγνωρίζοντας το λάθος του. Κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατείχε το αξίωμα του δημοτικού συμβούλου του Δήμου Λεμεσού, του οποίου παραιτήθηκε οικειοθελώς στις 05.09.23 ενόψει του πιο πάνω περιστατικού. Έπειτα από την παράθεση των γεγονότων, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου αγόρευσε επιμελώς με σκοπό τον μετριασμό της ποινής που θα επιβληθεί. Τα όσα έχει αναφέρει έχουν καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου, τα έχω ακούσει με προσοχή και τα έχω αποτιμήσει. Η κάθε υπόθεση κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά (Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930). Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο οφείλει να εξισορροπεί δίκαια τη διαφύλαξη της ευνομούμενης πολιτείας από τη μία και την ορθή μεταχείριση κάθε κατηγορούμενου από την άλλη, μέσω της διαδικασίας εξατομίκευσης της ποινής του. Στόχος του Δικαστηρίου είναι η ποινή που θα επιβληθεί να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη, συνεκτιμώντας προς τούτο, τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος, τις περιστάσεις διάπραξης του αλλά και τις προσωπικές περιστάσεις του ίδιου του κατηγορούμενου, χωρίς όμως η διεργασία αυτή να εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του αδικήματος ή το στοιχείο της αποτροπής. H προβλεπόμενη από το νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της σοβαρότητας που προσδίδει ο Νομοθέτης στο εκάστοτε αδίκημα και αποτελεί την αφετηρία από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632). Δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου 134(Ι)/2011, το αδίκημα της υποκίνησης βίας ή μίσους τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και 5 έτη ή με πρόστιμο μέχρι και Ευρώ 10.
- Πρόκειται για αδίκημα που εντάχθηκε στο εθνικό δίκαιο για σκοπούς εναρμόνισης με την Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2008 για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου. Το εν λόγω αδίκημα δεν ποινικοποιεί γενικότερα το φρόνημα ή την έκφρασή του από τον κατηγορούμενο, αλλά την εκφορά λόγου, ο οποίος εκ προθέσεως υποκινεί βία ή μίσος που στρέφεται κατά ομάδας προσώπων βάσει της εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, ανεξαρτήτως της δύναμης της πειθούς του λόγου αυτού και του αποτελέσματός του. Αναγνωρίζει ο νομοθέτης ότι «ο λόγος που εκφέρεται δημόσια έχει τη δύναμη να κινητοποιεί ευρύ αριθμό ατόμων, τα οποία μάλιστα δεν μπορεί εκ των προτέρων να γνωρίζει ούτε ο ίδιος ο δράστης. Αυτή η κινητοποίηση αόριστου αριθμού ατόμων σε βάρος των εννόμων αγαθών αλλοιώνει τις σχέσεις ισοτιμίας μεταξύ των ανθρώπων, αναιρεί την «ειρηνική συνύπαρξη» ανθρώπων και πραγμάτων στον κοινωνικό χώρο και θίγει τελικά το έννομο αγαθό της δημόσιας τάξης.» (βλ. «Η ποινική αντιμετώπιση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας στην Ελλάδα» (Τιμητικός Τόμος Νέστορα Κουράκη), Ελισάβετ Συμεωνίδου-Καστανίδου και ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ v. Α. Α. κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 4/2021,5/2021, 1/7/2021). Η εγγενής σοβαρότητα του αδικήματος είναι, συνεπώς, δεδομένη και το Δικαστήριο έχει καθήκον να αντιμετωπίζει τέτοιες συμπεριφορές με την απαιτούμενη αυστηρότητα, επιβάλλοντας αποτρεπτικές ποινές. Λιγότερο σοβαρά κρίνονται τα υπόλοιπα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος. Τα αδικήματα της μέθης και της πρόκλησης ανησυχίας, σύμφωνα με τα άρθρο 94 και 95 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, επισύρουν ποινή φυλάκισης μέχρι και τρεις μήνες. Η ποινικοποίηση τέτοιων πράξεων αποσκοπεί ουσιαστικά στην προστασία της δημόσιας ησυχίας και τάξης. Όσον αφορά το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, αυτό τιμωρείται σύμφωνα με το άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 με ποινή φυλάκισης μέχρι ενός μηνός ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.
- Πρόκειται για αδίκημα που πλήττει την αξιοπρέπεια και προσβάλλει την προσωπικότητα του αποδέκτη των υβριστικών φράσεων. Στρεφόμενος στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων για σκοπούς διαβάθμισης της βαρύτητας της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου, σύμφωνα με τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί, ο κατηγορούμενος φαίνεται να αντέδρασε όταν αντιλήφθηκε την παρουσία αστυνομικής δύναμης στο χώρο, η οποία αποσκοπούσε στην καταστολή της «διαμαρτυρίας εναντίον αλλοδαπών» και της έκρυθμης κατάστασης ως είχε εκτυλιχθεί. Από τα λεγόμενά του προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος θεώρησε ότι η αστυνομία με την παρουσία και ενέργειές της στο σημείο «υποστήριζε» τους αλλοδαπούς, κάτι που προφανώς κατά την άποψή του δεν ήταν ορθό. Για αυτό το λόγο άρχισε να τους βρίζει με χυδαίες λέξεις. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απεύθυνε τις βρισιές του δημοσίως στους αστυνομικούς που βρίσκονταν στο σημείο, ανεξαρτήτως το ότι και ο γιος του φαίνεται να είναι αστυνομικός, επιβαρύνει τη θέση του αφού υποδηλώνει απαξίωση προς τα πρόσωπα που είναι εντεταλμένα για τη διαφύλαξη της νομιμότητας και της δημόσιας τάξης. Περαιτέρω, η επίμαχη φράση που ξεστόμισε φωνάζοντας, ήτοι ότι από τώρα και στο εξής, εάν βρεί «μαύρο ντελιβερά» θα τον σκοτώσει, χαρακτηρίζεται από βαθύ ρατσιστικό και ταξικό μίσος. Μάλιστα, ο κατηγορούμενος τόλμησε να πράξει τούτο, σε χρονική στιγμή που η διαμαρτυρία που λάμβανε χώρα είχε ήδη εκτροχιαστεί και η κατάσταση ήταν έκρυθμη, εντείνοντας έτσι τον κίνδυνο ενθάρρυνσης ή κινητοποίησης και άλλων ομοϊδεατών του που ενδεχομένως να βρίσκονταν στο σημείο ώστε να ενταχθούν στην ομάδα των παραβατών και να στραφούν κατά αλλοδαπών ή των περιουσιών τους. Είναι για αυτό το λόγο που, ως αναφέρθηκε, ο επικεφαλής της αστυνομικής ομάδας κατέβαλε «υπερπροσπάθειες» ώστε να τον ηρεμήσει και να τον απομακρύνει από το σημείο. Το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο, ο κατηγορούμενος κατείχε και δημόσιο αξίωμα, όντας εκλεγμένο μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λεμεσού σαφώς επιβαρύνει περαιτέρω τη θέση του. Από την άλλη, το γεγονός ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, στοιχείο το οποίο, προφανώς, άμβλυνε σε κάποιο βαθμό, την κρίση και τον αυτοέλεγχό του, μετριάζει τη βαρύτητα της ποινικής του ευθύνης (όχι σε σχέση με την κατηγορία αρ. 4). Το γεγονός ότι, ως αναφέρθηκε από το συνήγορό του κατηγορούμενου και δεν αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή, ο γιος του κατηγορούμενου έτυχε να εμπλακεί σε επίθεση με αλλοδαπά πρόσωπα, τα οποία εργάζονταν ως διανομείς φαγητών, την προηγούμενη μέρα της διάπραξης των αδικημάτων, δεν θεωρώ ότι μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να μειώσει την ποινική του ευθύνη ή να λειτουργήσει μετριαστικά προς τη θέση του. Θα αποτελούσε μια άστοχη ή επιδερμική προσέγγιση των πραγμάτων η αποδοχή ότι ένα τέτοιο συμβάν, το οποίο φαίνεται να έλαβε χώρα μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων, υπό περιστάσεις που δεν έχουν διευκρινιστεί, θα μπορούσε - τρόπον τινά- να «δικαιολογήσει» τη δημόσια εκφορά τέτοιου ρατσιστικού λόγου, αδιακρίτως, κατά «μαύρων ντελιβεράδων». Αποδέχομαι, όμως, και αυτό λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος ενήργησε παρορμητικά και ότι η προκειμένη δεν αποτελεί περίπτωση οργανωμένης υποκίνησης βίας ή μίσους. Πέραν των πιο πάνω, προς όφελος του κατηγορούμενου, λαμβάνω υπόψη μου την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, στοιχείο που εξυπηρετεί τους σκοπούς της δικαιοσύνης αφού εξοικονομείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος αλλά και δημόσιο χρήμα, το οποίο θα σπαταλείτο εάν η παρούσα υπόθεση οδηγείτο σε πλήρη ακρόαση. Η παραδοχή του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο (αλλά και στην αστυνομία) συναρτώμενη με την άμεση παραίτησή του από το δημόσιο αξίωμα το οποίο κατείχε (στις 05.09.23) εκλαμβάνονται από το Δικαστήριο ως ένδειξη της γνήσιας και ειλικρινούς του μεταμέλειας για τη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Λόγω τούτου, ο κατηγορούμενος δύναται να αναμένει σημαντική μείωση στην ποινή που διαφορετικά θα του επιβαλλόταν. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη μου προς όφελος του κατηγορούμενου το λευκό του ποινικό μητρώο, ένδειξη της καλής του διαγωγής πριν την διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Ευσεβάστως δεν συμφωνώ με τη θέση της Υπεράσπισης ότι η οικειοθελής παραίτησή του κατηγορούμενου από το αξίωμα το οποίο κατείχε, η οποία ναι μεν αποτελεί ένδειξη της μεταμέλειάς του (και λαμβάνεται υπόψη ως τέτοια), ωστόσο δεν του επιβλήθηκε από τρίτους, δύναται να θεωρηθεί, υπό τις περιστάσεις, ως είδος «εξωδικαστικής τιμωρίας», ώστε να προσμετρήσει διπλά ως στοιχείο δυνάμενο να οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση της ποινής του. Οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου περιλαμβάνονται σε Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερομηνίας 26.08.24 και λαμβάνονται υπόψη μαζί με τα όσα στοιχεία έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προφορικά από το συνήγορό του. Συνοπτικά, η περίπτωση του κατηγορούμενου αφορά 69χρονο, διαζευγμένο ο οποίος σήμερα διαμένει σε οικεία που ανήκει στη συμβία του, χαμηλοσυνταξιούχο, πατέρα δύο ενήλικων παιδιών και παππού έξι εγγονιών. Από την Έκθεση προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε αρκετά άσχημη οικονομική κατάσταση. Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος, τις συνθήκες διάπραξής τους αλλά και τους μετριαστικούς παράγοντες που ενεργούν προς όφελός του, κατά την κρίση μου, αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Επιβάλλεται λοιπόν στον κατηγορούμενο για την 1η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 3 εβδομάδων και για την 3η κατηγορία, ποινή φυλάκισης 6 ημερών. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Όσον αφορά τη 2η κατηγορία, δεν θα επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή εφόσον τα γεγονότα που την απαρτίζουν ταυτίζονται ουσιαστικά με αυτά που αφορούν στις κατηγορίες αρ. 1 και
- Αναφορικά με την 4η κατηγορία, διατάζεται ο κατηγορούμενος να υπογράψει εγγύηση ύψους Ευρώ 500 για να τηρεί τους Νόμους και Κανονισμούς της Δημοκρατίας για περίοδο ενός έτους από σήμερα. Αναφορικά με την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης για αναστολή της έκτισης της ποινής που επιβλήθηκε σήμερα στον κατηγορούμενο, τέτοια δυνατότητα παρέχεται δυνάμει του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, ως αυτός έχει τροποποιηθεί, διευρύνοντας την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης ενός κατηγορούμενου, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου, νοουμένου ότι η ποινή φυλάκισης που του έχει επιβληθεί δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Λαμβάνεται υπόψη κάθε στοιχείο το οποίο δυνατό να έχει σημασία ως προς την αναστολή, συμπεριλαμβανομένης και της επανεξέτασης των μετριαστικών παραγόντων που επηρεάζουν την επιμέτρηση της ποινής, χωρίς να υιοθετείται οποιοσδήποτε γενικός κανόνας. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας (βλ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930). Κατόπιν προβληματισμού και έχοντας αναλογιστεί εκ νέου τη φύση και τις περιστάσεις διάπραξης των υπό κρίση αδικημάτων, ως αυτές έχουν παρατεθεί πιο πάνω, σε συνάρτηση με την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου, την ηλικία του, το λευκό του ποινικό μητρώο και την ειλικρινή του μεταμέλεια, κρίνω ότι η παρούσα είναι περίπτωση όπου δικαιολογείται η αναστολή της έκτισης της ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί. Συνεπώς, η ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για τρία έτη. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Καμία διαταγή για έξοδα. [Υπ.] ......... Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο