ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ο.Κ, Αρ. Υπόθεσης: 325/23, 25/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Ι. Χριστοδούλου, Π. Ε. Δ. Μ. Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ. Ε. Χατζήπαπα - Αβραάμ, Ε. Δ. Υπόθεση Αρ.: 325/
- ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Κατηγορούσα Αρχή -εναντίον- Ο.Κ Κατηγορούμενος ---------- Ημερομηνία: 25/07/
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Πασιαρδή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Κωμοδρόμος Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- ΑΠΟΦΑΣΗ (διιστάμενη) Ι. Η M. N. K., με ημερομηνία γέννησης [ ]/[ ]/2006, μαθήτρια της Α' Λυκείου κατά τον ουσιώδη χρόνο και ηλικίας 15 ετών, στις 09/11/2021, ισχυρίστηκε στην καθηγήτρια συμβουλευτικής επαγγελματικής αγωγής του σχολείου της ότι, κατά την περίοδο του καλοκαιριού εκείνης της χρονιάς, υπήρξε θύμα του κατηγορουμένου, σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης. Ο κατηγορούμενος, με το κατηγορητήριο που τελικά του απαγγέλθηκε, διώκεται από την Κατηγορούσα Αρχή για τα ποινικά αδικήματα: της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, με βάση το Άρθρο 6
(4)(γ) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014, Νόμος 91(Ι)/2014 (κατηγορίες αρ. 1 - 9) και της απειλής, με βάση το Άρθρο 91Α του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 10). Σύμφωνα με την περιγραφή από την Κατηγορούσα Αρχή των προαναφερόμενων κατηγοριών στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος φέρεται ότι, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου του έτους 2021, κατά την διάρκεια πέντε διαφορετικών περιστατικών, με την χρήση βίας (κατηγορίες αρ. 1 - 8) και σε μία περίπτωση, με την χρήση βίας και απειλών (κατηγορία αρ. 9), συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την παραπονούμενη. Ειδικότερα, διατείνεται ότι: σε μία περίπτωση, ο κατηγορούμενος έβαλε τα δάκτυλα του μέσα στο γεννητικό όργανο της παραπονούμνης (κατηγορία αρ. 1)· σε άλλη περίπτωση, έβαλε τα δάκτυλα του μέσα στο γεννητικό της όργανο και στον πρωκτό της (κατηγορίες αρ. 2 και 3)· σε διαφορετική και πάλι περίπτωση, έβαλε τα δάκτυλα του μέσα στον πρωκτό της και την εξανάγκασε να του κάνει στοματικό έρωτα (κατηγορίες αρ. 4 και 5)· σε άσχετη και πάλι με τις προηγούμενες, περίπτωση, την εξανάγκασε να του κάνει στοματικό έρωτα και την δάγκωσε στο γεννητικό της όργανο και στα χείλη (του στόματος της) (κατηγορίες αρ. 6 και 7)· και στην τελευταία, άλλη και πάλι περίπτωση, την δάγκωσε στο γεννητικό της όργανο και στα χείλη (του στόματος της) και προσπάθησε να διεισδύσει το πέος του στο γεννητικό της όργανο (κατηγορίες αρ. 8 και 9). Επί πλέον, υποστηρίζεται ότι, κατά την ίδια χρονική περίοδο, ο κατηγορούμενος απείλησε με βία την παραπονούμενη και της προκάλεσε τρόμο (κατηγορία αρ. 10). ΙΙ. Η μαρτυρία Η Κατηγορούσα Αρχή, κατά την ακρόαση, προς απόδειξη της υπόθεσης της, κάλεσε ως μάρτυρες τους: Νάσια Χατζηκωσταντή (εφεξής «η Μ.Κ.1»), Παναγιώτα (Νάγια) Αντωνιάδου (εφεξής «η Μ.Κ.2»), Ηλιάδα Σαρρή (εφεξής «η Μ.Κ.3»), Α/Αστ. 1931, Παντελίτσα Αντωνίου (εφεξής «η Μ.Κ.4»), Αστ. 4875, Χρυστάλλα Ιωάννου (εφεξής «η Μ.Κ.5»), M. N. K. (εφεξής «η Μ.Κ.6», ή «η παραπονούμενη») και Ιωάννα Δρουσιώτου (εφεξής «η Μ.Κ.7). Σημειώνεται ότι, για τους σκοπούς της ακρόασης της υπόθεσης, κατά την εξέλιξη της, ενώπιον του Δικαστηρίου, εκ μέρους του κατηγορουμένου, ο συνήγορος υπεράσπισης του, αποδέχθηκε ως αποδεδειγμένα, γεγονότα που δηλώθηκαν από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως αποδεκτά γεγονότα, με βάση το Άρθρο 19 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Σχετική, είναι η προφορική δήλωση κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στις 30/04/2024, η οποία αφορά και τα Τεκμήρια 1 και 2. Ο κατηγορούμενος, στην βάση της προαναφερόμενης προσκομισθείσας από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρίας, αποφασίστηκε από το Δικαστήριο και σύμφωνα με το Άρθρο 74
(1)[(α) και (β)] του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 κλήθηκε σε απολογία. Κατόπιν, και με βάση το Άρθρο 74
(1)[(γ) και (δ)] του Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος για προβολή της υπεράσπισης του, έδωσε, ως επέλεξε, με βάση τα σχετικά δικαιώματα του, τα οποία του επεξηγήθηκαν από το Δικαστήριο, μαρτυρία από τη θέση εξεταζόμενου μάρτυρα, αφού ορκίστηκε ως μάρτυρας και δεν κάλεσε οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα ή παρουσίασε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. ΙΙΙ. Η μαρτυρία: Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής Βασική μάρτυρας κατά την ακρόαση, σε ότι αφορά την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής για τα επίδικα γεγονότα και τις περιστάσεις που τα περιβάλλουν, ήταν η παραπονούμενη. Ως εκ τούτου, ακολούθως, προχωρώ να παραθέσω τους κυριότερους ισχυρισμούς της και στην συνέχεια, με βάση την αφήγηση των γεγονότων κατά χρονολογική σειρά, αλλά και το χρονικό, ως προκύπτει, της καταγγελίας και διερεύνησης τους από την Αστυνομία, για καλύτερη κατανόηση, σκιαγραφώ και την υπόλοιπη μαρτυρία, ανεξαρτήτως της σειράς παρουσίασης των μαρτύρων. Η παραπονούμενη, έδωσε οπτικογραφημένη κατάθεση στην Αστυνομία στις 26/11/
- Κείμενο απομαγνητοφώνησης της, κατατέθηκε στο Δικαστήριο από την Μ.Κ.4 ως Τεκμήριο 5 και η παραπονούμενη αναφέρθηκε στο γεγονός της κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, όταν και επιβεβαίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το περιεχόμενο της ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Μέσα από ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, η παραπονούμενη αναφέρθηκε ξανά ή και επεξήγησε κάποιους από τους ισχυρισμούς της στην οπτικογραφημένη της κατάθεση και πρόβαλε και κάποιους επιπρόσθετους. Με την μαρτυρία της, η παραπονούμενη αναφέρθηκε στην γνωριμία της με τον κατηγορούμενο, στις συναναστροφές που είχαν με την παρέα της ή και μόνοι, πως εξελίχθηκε η σχέση τους, ποιο ήταν το είδος της και για την διάρκεια της. Είπε για την πρώτη εντύπωση που είχε αποκομίσει για εκείνον, ανέφερε πως αυτή άλλαξε όταν της εκδήλωσε έναν άλλο εαυτό και εξήγησε πως ο κατηγορούμενος σταδιακά υπήρξε έναντι της, από βίαιος, στην συνέχεια κακοποιητικός, ισχυριζόμενη ότι, όταν ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να αποπειράται να κάνει μαζί της σεξουαλικές πράξεις και εκείνη αντιστεκόταν, της ασκούσε σωματική βία. Είπε επίσης, για την σεξουαλική κακοποίηση της που τελικά πραγματοποιήθηκε και την συχνότητα της, η οποία, όπως ισχυρίστηκε, ελάμβανε χώρα όταν ήταν μόνοι τους, στους τόπους που ανέφερε και υπό τις περιστάσεις βίας και απειλών από τον κατηγορούμενο και ντροπής και φόβου που ένοιωθε, που την υπότασσαν και την έκαναν να μην αναφέρει τα περιστατικά αυτά σε κανέναν. Αναφέρθηκε επίσης στο πότε, σε σχέση με την γνωριμία της με τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος ξεκίνησε να προβαίνει σε σεξουαλικές πράξεις μαζί της, ποιες ήταν αυτές οι πράξεις και πόσο ήταν το συνολικό χρονικό διάστημα της σεξουαλικής κακοποίησης της από εκείνον, μέχρι και το πάρτι της φίλης της Μ. Θ. όπου και πάλι την κακοποίησε σεξουαλικά. Αναφέρθηκε στο συγκεκριμένο περιστατικό με λεπτομέρεια και ισχυρίστηκε ότι, παρούσα στο εν λόγω πάρτι της Μ. Θ., ήταν και η μητέρα της, Μ.Κ.
- Είπε υπό ποιες περιστάσεις βρέθηκαν μόνοι με τον κατηγορούμενο, ανέφερε που και περιέγραψε τις σεξουαλικές πράξεις που ο κατηγορούμενος της έκανε, ήθελε να κάνουν και αποπειράθηκε να της κάνει. Περαιτέρω, για το εν λόγω περιστατικό, είπε υπό ποιες περιστάσεις τερματίστηκε, αλλά και για το τι επακολούθησε. Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε και στην απειλή που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο όταν, κατά τον τρόπο που περιέγραψε, αντιστάθηκε στην προσπάθεια του να διεισδύσει του πέος του στον κόλπο της και περαιτέρω, είπε τους λόγους γιατί το όλο συμβάν δεν έγινε αντιληπτό ή γνωστό, από κάποιο άλλο πρόσωπο. Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι, την επόμενη ημέρα από το πάρτι της Μ. Θ., κοινοποίησε στον κατηγορούμενο την επιθυμία της να μην έχουν ξανά επαφή και είπε επίσης για το πως ο κατηγορούμενος αντέδρασε σε αυτό. Στην συνέχεια, αναφέρθηκε επιπρόσθετα στο πως και υπό ποιες περιστάσεις, κατά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, χωρίς την θέληση της, είχε συναναστροφές με τον κατηγορούμενο, με την παρέα ή και μόνη και ποια ήταν συμπεριφορά του έναντι της. Προσδιόρισε ότι, η τελευταία επαφή που είχε μαζί του, ήταν περί τον Σεπτέμβριο του έτους
- Επιπρόσθετα, περιέγραψε, πως η μητέρα της, Μ.Κ.3 μετά από κάποιο περιστατικό στο μπάνιο όταν λουζόταν, την είδε να έχει μώλωπες και υποψιάστηκε, αν και εκείνη της αρνήθηκε, ότι υπεύθυνος για την πρόκληση τους ήταν ο κατηγορούμενος και πως μετά, αφού η Μ. Θ. είχε μιλήσει για αυτό στην μητέρα της, αναγκάστηκε να της παραδεχθεί σωματική κακοποίηση από εκείνον. Είπε επίσης ότι, η Μ. Θ., είχε αποκαλύψει και στην παρέα τους ότι ο κατηγορούμενος υπήρξε βίαιος έναντι της, ωστόσο, για το γεγονός της σεξουαλικής κακοποίησης της από εκείνον, δεν γνώριζε κανένας από αυτούς. Περαιτέρω, είπε και για κάποιο περιστατικό, στο οποίο ενεπλάκη, υπό τις περιστάσεις που περιέγραψε, και η μητέρα της, Μ.Κ.3 όταν στο σπίτι της, στην παρουσία της παρέας της, υπήρξε τηλεφωνική της επικοινωνία με κάποια φίλη της, κατά την εξέλιξη της οποίας, ο κατηγορούμενος απείλησε την μητέρα της ότι θα τους έκανε κακό. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε στο γεγονός της καταγγελίας που υπέβαλε στην καθηγήτρια της συμβουλευτικής επαγγελματικής αγωγής στο σχολείο της, Μ.Κ.1, σχετικά με τον κατηγορούμενο, καθώς επίσης ανέφερε ποια άλλα πρόσωπα έτυχαν σχετικής πληροφόρησης. Αναφέρθηκε ότι πληροφορήθηκαν οι γονείς της, περιέγραψε πως έγινε αυτό και είπε και για την εμπλοκή που είχε στην συνέχεια, η κλινική ψυχολόγος, Μ.Κ.2, με την οποία είχε κάποια συνεργασία. Η Μ.Κ.1, είναι καθηγήτρια συμβουλευτικής επαγγελματικής αγωγής και κατά τον χρόνο που αφορούν τα επίδικα περιστατικά, εργαζόταν στο Λύκειο σχολείο όπου φοιτούσε η παραπονούμενη. Κατά την ακρόαση της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στην εκπαίδευση και στην εμπειρία της στο θέμα της σεξουαλικής κακοποίησης σε σχέση με μαθητές, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης της στην Αστυνομία, Έγγραφο Α και εξήγησε την δική της εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση. Είπε ότι, στα πλαίσια των καθηκόντων της, είχε χειριστεί την παραπονούμενη, όταν για πρώτη φορά, στις 22/09/2021, την είχε επισκεφτεί στο γραφείο της στο σχολείο, για θέμα που αφορούσε περιστατικά σχολικού εκφοβισμού, εκείνης και της φίλης της Μ. Θ., από συγκεκριμένους συμμαθητές τους και πως αυτό, με την δική της συνδρομή, μέσα από συναντήσεις που είχε με όλους όσους σχετίζονταν, στις 25/09/2022 και 28/09/2022, επιλύθηκε με επιτυχία. Μετά, ισχυρίστηκε επίσης, κατόπιν παράκλησης της παραπονούμενης, ξανασυναντήθηκαν στο γραφείο της, στις 09/11/
- Σε εκείνη την συνάντηση τους, η παραπονούμενη της είπε, για δύο περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης της που είχαν συμβεί κατά την διάρκεια του προηγούμενου καλοκαιριού, ένα εκ των οποίων αφορούσε τον κατηγορούμενο, παραθέτοντας τις λεπτομέρειες τους, με βάση τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης. Περιέγραψε την κατάσταση της παραπονούμενης κατά την διάρκεια της συνάντησης τους, η οποία ήταν αναστατωμένη και έδειχνε ότι δεν ήταν καλά, λέγοντας και τους λόγους γιατί κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα. Είπε επίσης ότι, η παραπονούμενη, κατά την εξιστόρηση της, είχε εκφράσει έντονα το συναίσθημα του φόβου σε ότι αφορούσε τον κατηγορούμενο, λέγοντας για την ανησυχία της ότι μπορούσε να της ξανάκανε κακό. Και περαιτέρω, είπε για την επιθυμία της παραπονούμενης, να προέβαινε σε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου στην Αστυνομία, για τερματιζόταν ο φόβος της που ένοιωθε και αφορούσε την ασφάλεια της. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι, με βάση το Πρωτόκολλο που εφαρμόζεται στα σχολεία από τους εκπαιδευτικούς και αφορά την διαχείριση περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης μαθητών, άκουσε όλα όσα είχε να της πει η παραπονούμενη για την καταγγελία της και τα κατέγραψε, ώστε στην συνέχεια να μπορούσαν να διερευνηθούν από τις αρμόδιες αρχές. Διαδικασία διερεύνησης τους στην οποία η ίδια δεν μπήκε, επειδή, με βάση το εν λόγω Πρωτόκολλο, δεν ενδείκνυται. Στη βάση του Πρωτοκόλλου, είπε επίσης, την υπόθεση στην Αστυνομία για σκοπούς διερεύνησης, ήταν αυτή που τελικά την κατήγγειλε. Επιπλέον, είπε και για τα επακόλουθα της συνάντησης της με την κατηγορούμενη στις 09/11/2021 και ειδικότερα, για την ενημέρωση των γονέων της παραπονούμενης, πώς και πότε έγινε και ποια η αντίδραση και οι ανησυχίες της μητέρας της, Μ.Κ.
- Περιέγραψε επίσης και την κατάσταση ακολούθως της παραπονούμενης, σε ότι αφορούσε την παρουσία της στο σχολείο, τις δυσκολίες που είχε σε σχέση με το πρόγραμμα μαθημάτων, αλλά και γενικότερα, και ειδικότερα σε ότι αφορούσε την ψυχολογική της κατάσταση και πως αυτές οι δυσκολίες έτυχαν διαχείρισης στο πλαίσιο του σχολείου. Η Μ.Κ.3, είναι η μητέρα της παραπονούμενης. Κατά την κυρίως εξέταση της από την Κατηγορούσα Αρχή, υιοθέτησε τις καταθέσεις της στην Αστυνομία, Έγγραφα Γ1 και Γ2, για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας της. Βάση των ισχυρισμών της, αποτέλεσε η κατάθεση της Έγγραφο Γ
- Σε εκείνη, ισχυριζόταν ότι, γνώριζε ότι η παραπονούμενη είχε σχέση με τον κατηγορούμενο κατά το προηγούμενο καλοκαίρι, για περίοδο ενάμιση μηνός. Είπε ότι ήξερε ποιος ήταν, αναφέρθηκε στο πως έγινε η γνωριμία τους και έδωσε περιγραφή του. Ισχυρίστηκε ότι, επειδή όταν τον γνώρισε, δεν της έκανε καλή εντύπωση, μίλησε για αυτό στην παραπονούμενη, η οποία της είπε ότι θα τον χώριζε. Της είπε τελικά ότι τον χώρισε, λίγες ημέρες μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς. Στην συνέχεια, λόγω της συμπεριφοράς της παραπονούμενης και της μειωμένης επίδοσης της στο σχολείο, είπε, επικοινώνησε με την Μ.Κ.1 για να διευθετούσε συνάντηση τους, η οποία της είχε πει ότι και εκείνη ήθελε να την δει για κάτι. Συναντήθηκαν τελικά στις 18/11/2021 και η Μ.Κ.1 την πληροφόρησε για τα όσα η παραπονούμενη της είχε καταγγείλει σχετικά με τον κατηγορούμενο. Αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της πληροφόρησης της από την Μ.Κ.1 με λεπτομέρεια. Παρούσα είπε επίσης, ήταν και η παραπονούμενη, η οποία της επιβεβαίωσε αυτά που η Μ.Κ.1 της είχε πει. Ακολούθως, αναφέρθηκε στο γεγονός της συνεργασίας της παραπονούμενης με την κλινική ψυχολόγο, Μ.Κ.2 και πως εκείνη τους είχε συμβουλεύσει να χειριστούν την παραπονούμενη μετά την αποκάλυψη της. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε και σε κάποιο περιστατικό που έλαβε χώρα στο σπίτι της, κατά το οποίο, στην παρουσία της παρέας της παραπονούμενης, παρέμβηκε σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε η παραπονούμενη με τον κατηγορούμενο, για να του πει να μην την ενοχλεί, ως αποτέλεσμα του οποίου ήταν να απειληθεί από τον κατηγορούμενο με βία. Κατά την μαρτυρία της στο Δικαστήριο, κατά την κυρίως εξέταση της από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, η Μ.Κ.3 αναφέρθηκε ξανά σε κάποιους από τους ανωτέρω ισχυρισμούς της και επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι στο πάρτι της Μ. Θ. όπου και, όπως της είπε η παραπονούμενη, έλαβε χώρα το περιστατικό της σεξουαλικής κακοποίησης της από τον κατηγορούμενο, ήταν και αυτή παρούσα. Σχετικά με αυτό, αναφέρθηκε στα υπόλοιπα πρόσωπα που ήταν παρόντα και για τις κινήσεις τους και είπε για το τι εκείνη είχε αντιληφθεί, σε σχέση με τα συμβάντα. Επιπρόσθετα, σε σχέση με τον χωρισμό της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο, αναφέρθηκε και σε ένα συμβάν που έγινε μετά, όταν μπήκε στο μπάνιο όταν λουζόταν η παραπονούμενη και είδε μώλωπες πάνω στο σώμα της. Τέλος, σχετικά με την λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης από την Αστυνομία, ανέφερε ότι ήταν ενήμερη και συγκατατέθηκε. Αναγνώρισε τα σχετικά με την διαδικασία έγγραφα, τα οποία και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια 1, 2 και
- Η Μ.Κ.2 είναι ιδιώτης κλινική ψυχολόγος, που είχε συνεργασία με την παραπονούμενη. Κατά την ακρόαση της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο, κατά την κυρίως εξέταση της από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, αφού αναφέρθηκε στην σχετική με το επάγγελμα της εκπαίδευση και γνώσεις της, αναγνώρισε την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία για την παρούσα υπόθεση, Έγγραφο Β και υιοθέτησε το περιεχόμενο της για να αποτελέσει μέρος της μαρτυρίας της. Ανέφερε ότι, η συνεργασία της με την παραπονούμενη είχε ξεκινήσει τον Απρίλιο του έτους 2021 και ότι ο λόγος ήταν οι συναισθηματικές δυσκολίες τις οποίες η παραπονούμενη αντιμετώπιζε. Κατέθεσε με λεπτομέρεια την σχετική συμπτωματολογία που είχε διαπιστώσει και επιπρόσθετα, την γνώμη της για τους λόγους που η παραπονούμενη, με βάση και το ιστορικό της, βρισκόταν στην συγκεκριμένη κατάσταση. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι, περί τα τέλη Ιουνίου του έτους 2021, η παραπονούμενη της είχε πει, χωρίς να ονοματίσει, για την γνωριμία της με κάποιο δεκαενιάχρονο, ο οποίος την φόβιζε επειδή ήταν οξύθυμος. Δεν της είχε πει κάτι πιο συγκεκριμένο, πέραν ενός περιστατικού, κατά την διάρκεια εξόδου τους σε παρέα στην πλατεία της Σαριπόλου, όταν και την χαστούκιζε, δήθεν αστειευόμενος και η παρέα τους γελούσε, κάτι που την ίδια την ενόχλησε. Η ίδια, ανέφερε, είχε συμβουλεύσει την παραπονούμενη στο πως θα μπορούσε να διεκδικήσει υγιείς καταστάσεις στα πλαίσια των σχέσεων της, θέτοντας όρια. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε και για συνάντηση που είχε με την παραπονούμενη περί τα τέλη Νοεμβρίου του έτους 2021, κατά την οποία της αποκάλυψε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στο πάρτι κάποιου φιλικού της προσώπου με το προαναφερόμενο πρόσωπο. Όπως η παραπονούμενη της είχε πει, το εν λόγω πρόσωπο, με τον οποίο είχαν βγει στην ταράτσα ή στο μπαλκόνι (δεν θυμόταν ακριβώς τι η παραπονούμενη της είχε πει), της έβγαλε τα ρούχα, όταν εκείνη του ζητούσε όταν το έκανε να σταματήσει και δεν σταματούσε, μέχρι που του είπε ότι θα φώναζε. Και ότι, μετά, την είχε απειλήσει ότι θα έκανε κακό στην μητέρα και τον αδελφό της, για μην αποκάλυπτε σε κάποιον οτιδήποτε. Όπως επίσης της είχε πει, για το εν λόγω περιστατικό, είχε ήδη μιλήσει στην Μ.Κ.1, το είχαν πληροφορηθεί οι γονείς της και είχε γίνει καταγγελία του συγκεκριμένου προσώπου και στην Αστυνομία. Αυτά, είπε, της τα επιβεβαίωσαν στην συνέχεια και οι γονείς της παραπονούμενης. Η Μ.Κ.5, είναι η αστυνομικός που έλαβε, με την συνδρομή της Μ.Κ.4 που ήταν η χειριστής του συστήματος, την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης Τεκμήριο
- Σχετικά με αυτό, ισχυρίστηκε ότι έτυχε σχετικής εκπαίδευσης και εξήγησε. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε στην σχετική εμπειρία της. Κατά την κυρίως εξέταση της, αναφορικά με τις ενέργειες της, αναφέρθηκε στην κατάθεση της Έγγραφο Ε, το περιεχόμενο της οποίας και υιοθέτησε. Στην συνέχεια, εξήγησε την διαδικασία που ακολουθείται, με βάση τον Νόμο, για την λήψη μιας οπτικογραφημένης κατάθεσης και είπε και για τον τρόπο λήψης της. Αναγνώρισε τις σχετικές συγκαταθέσεις, Τεκμήρια 1 και 2 και επιπρόσθετα, αναφέρθηκε στα σχετικά Πρωτόκολλα. Εκτός από τις ανωτέρω ενέργειες της, ήταν η θέση της, δεν είχε άλλη εμπλοκή στην διερεύνηση της υπόθεσης. Η Μ.Κ.4, είναι η αστυνομικός που είχε τα καθήκοντα του ανακριτή αυτής της υπόθεσης. Αναφορά στις ενέργειες της, γίνεται στην κατάθεση της Έγγραφο Δ, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέταση της από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, για να αποτελέσει μέρος της μαρτυρίας της. Κατ' αρχάς, αναφέρθηκε στην εμπειρία και εκπαίδευση της σε ότι αφορά υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων. Είπε για το πως προέκυψε η διερεύνηση αυτής της υπόθεσης, μετά από αναφορά της από την Μ.Κ.1 στο Τ. Α. Ε. Λεμεσού, από όπου και προωθήθηκε στο δικό της τμήμα λόγω αρμοδιότητας. Επίσης, είπε για την διαδικασία λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης σύμφωνα με τον Νόμο, Τεκμήριο 4, στο Σπίτι του Παιδιού και αναφέρθηκε στα σχετικά με αυτήν έγγραφα, Τεκμήρια 1 και
- Κατά την εν λόγω διαδικασία, είπε, ήταν η χειριστής του συστήματος. Περαιτέρω, ανέφερε για την διαδικασία της απομαγνητοφώνησης της και παρουσίασε στο Δικαστήριο το σχετικό κείμενο, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Όπως επίσης ανέφερε, η παραπονούμενη, για τους σκοπούς της διερεύνησης της υπόθεσης, παραπέμφθηκε και εξετάστηκε από ιατροδικαστή και έτυχε ψυχολογικής αξιολόγησης από κλινική ψυχολόγο στο Σπίτι του Παιδιού. Επιπρόσθετα, είπε για το γεγονός της ανάκρισης του κατηγορουμένου και κατέθεσε στο Δικαστήριο, εκτός από το έγγραφο πληροφόρησης του για τα δικαιώματα του ως ύποπτου, Τεκμήριο 6, το γραπτό της κείμενο, Τεκμήριο
- Επίσης, αναφέρθηκε στο ότι ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς, ως το Τεκμήριο 9, το οποίο επίσης παρουσίασε. Συμπληρωματικά, είπε και για τις ενέργειες της, για τον εντοπισμό με σκοπό την λήψη κατάθεσης, από τα πρόσωπα που αναφέρθηκαν από την παραπονούμενη στην οπτικογραφημένη της κατάθεση της ως μέλη της παρέας της και γιατί τελικά αυτό δεν κατέστη δυνατόν, παρουσιάζοντας τα σχετικά ημερολόγια ενέργειας της, Τεκμήρια 9, 10, 11 και
- Η Μ.Κ.7, είναι η κλινική ψυχολόγος στο Σπίτι του Παιδιού, που προέβη στην κλινική αξιολόγηση της παραπονούμενης. Αναφέρθηκε στην εκπαίδευση και εμπειρία της, σχετικά με τα οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο το βιογραφικό της σημείωμα, Τεκμήριο
- Εξήγησε για το πως γίνεται και τι αφορά η διαδικασία της κλινικής αξιολόγησης στο Σπίτι του Παιδιού, αναφέρθηκε στα διάφορα στάδια της, τα οποία επίσης εξήγησε και είπε τους εμπλεκόμενους. Παρουσίασε στο Δικαστήριο και κατέθεσε, την έκθεση της για την ψυχολογική αξιολόγηση της παραπονούμενης, Έγγραφο ΣΤ, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για να αποτελέσει μέρος της μαρτυρίας της. Στην συνέχεια, εξήγησε το περιεχόμενο της έκθεσης της, αναφερόμενη και στα ψυχομετρικά εργαλεία των οποίων έκανε χρήση, αλλά και στα σχετικά Διαγνωστικά Κριτήρια DSM5, Τεκμήριο 15, για να καταλήξει στην γνώμη της. Η άποψη της είπε, είναι ότι η παραπονούμενη ανέπτυξε συμπτωματολογία Διαταραχής Μετά-τραυματικού Στρες, συνδεόμενη με τα καταγγελλόμενα περιστατικά. Τέλος, αναφέρθηκε στη διαδικασία της αποκάλυψης της σεξουαλικής κακοποίησης από παιδιά και προς υποστήριξη, παρουσίασε στο Δικαστήριο μέρος του συγγράμματος της Ο. Θεμελή, Τα Παιδιά Καταθέτει, Τεκμήριο
- IV. Η μαρτυρία: Η εκδοχή της Υπεράσπισης Στον αντίποδα, όσον αφορά τα επίδικα γεγονότα και τις περιστάσεις που τα περιβάλλουν, ως έχει ήδη αναφερθεί, μοναδικός μάρτυρας κατά την ακρόαση για την υπεράσπιση, ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Με την μαρτυρία του στο Δικαστήριο, αποδέχθηκε την θεληματικότητα της κατάθεσης του στην Αστυνομία ημερομηνίας 14/12/2021, Τεκμήριο 7, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε και σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα και τις περιβάλλουσες αυτών περιστάσεις, πρόβαλε την ακόλουθη εκδοχή. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι ξέρει την παραπονούμενη και είπε ότι την γνώρισε σε μία κοινή τους παρέα κατά την περίοδο του καλοκαιριού του έτους
- Αναφέρθηκε και στην ηλικία της, η οποία επίσης του ήταν γνωστή. Επιπρόσθετα, είπε για την επικοινωνία και συναναστροφές τους, οι οποίες ήταν για μία περίοδο τριών περίπου εβδομάδων και περαιτέρω, είπε για τα μέρη που συνήθως βρίσκονταν. Ήταν η θέση του ότι έβγαιναν σε κοινές εξόδους μαζί με την παρέα τους, στα μέλη της οποίας αναφέρθηκε προς προσδιορισμό της ταυτότητας τους. Μόνο μία φορά έμειναν μόνοι με την παραπονούμενη, ισχυρίστηκε, όταν απομακρύνθηκαν από την παρέα πηγαίνοντας βόλτα στην πλατεία της Σαριπόλου. Ισχυρίστηκε επιπρόσθετα, ότι δεν ήταν σε σχέση με την παραπονούμενη, αλλά «έκαναν κουβέντα για να έκαναν σχέση». Τελικά, κάτι τέτοιο δεν έγινε. Αρνήθηκε ότι προέβη στις σεξουαλικές πράξεις για τις οποίες η παραπονούμενη τον κατάγγειλε και ήταν ο ισχυρισμός του ότι, το μόνο που έκανε μαζί της, ήταν να την φιλά στα χείλη και να την πιάνει από τον πισινό πάνω από τα ρούχα. Κάποτε, ανέφερε, την δάγκωσε στα χείλη την ώρα που την φιλούσε, που όμως, ήταν κάτι που του έκανε και εκείνη. Σε ότι αφορά τα περιστατικά στο πάρτι της Μ. Θ., ήταν ο ισχυρισμός του ότι, ναι μεν με την παραπονούμενη είχαν σε κάποια φάση μείνει μόνοι, αυτό όμως είχε γίνει σε σημείο της ταράτσας από όπου η υπόλοιπη παρέα μπορούσε να τους δει και ότι, το μόνο που έγινε μεταξύ τους, ήταν ότι την φίλησε στα χείλη. Την επόμενη ημέρα, ισχυρίστηκε περαιτέρω, η παραπονούμενη επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς και του ανακοίνωσε την απόφαση της ότι δεν ήθελε να ξαναμιλήσουν και αυτός της είχε πει ότι ήταν εντάξει με αυτό. Μετά έμαθε, για τους ισχυρισμούς της καταγγελίας της παραπονούμενης εναντίον του, στην παρέα, από κάποια από τα μέλη της, ενώ σε κατοπινό στάδιο, η Μ. Θ., του είπε και για την απειλή της μητέρας της παραπονούμενης που αφορούσε το πρόσωπο του ότι, για τα όσα τον κατάγγελλέ η παραπονούμενη, θα έβαζε τρίτους να τον χτυπήσουν. V. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας Έχοντας παραθέσει την προσκομισθείσα κατά την ακρόαση μαρτυρία, για την οποία, στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, είχα την ευχέρεια, παρακολουθώντας επιστάμενα τα όσα οι μάρτυρες κατέθεταν, τον τρόπο με τον οποίο κατέθεταν και την λογική που η μαρτυρία τους ανέδυε με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης, να αποκομίσω τις αναγκαίες εντυπώσεις ως προς την αξιοπιστία της, προχωρώ, ως η ευθύνη του Δικαστηρίου, στην αξιολόγηση της (βλ. Brierley v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 476). Το πράττω, ακολουθώντας την σειρά με την οποία παρέθεσα πιο πάνω την μαρτυρία των μαρτύρων, με μία μόνο μικρή διαφοροποίηση σε ότι αφορά την Μ.Κ.7 και αφήνοντας τελευταία, αυτή των παραπονούμενης και κατηγορουμένου, που ήταν, η μεν παραπονούμενη, η βασική μάρτυρας για την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, ο δε κατηγορούμενος, ο μοναδικός μάρτυρας για την υπεράσπιση του. Όπως είναι νομολογημένο, η αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο, γίνεται συνολικά και στη βάση μιας ενιαίας λογικής προσέγγισης και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά και, κατά κύριο λόγο, στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα ζητήματα (βλ. Brierley v. Αστυνομίας, ανωτέρω, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν. Παπαδόπουλου,
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924 και Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd,
(2009)1 A.A.Δ. 974). Τα στοιχεία εκείνα, σε σχέση και αναφορικά με την μαρτυρία, που επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου για το προκείμενο, όπως είναι για παράδειγμα, οι διαφορές και οι αντιφάσεις που εντοπίζονται, πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, ώστε να πλήττουν καίρια την αξιοπιστία των μαρτύρων ή να φανερώνουν τη διάθεση τους στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη η αποδοχή της (βλ. Χαμπή ν. Αστυνομίας,
(2011)2 Α.Α.Δ. 70). Συναφώς, μικροδιαφορές ή μικρό - αντιφάσεις σε λεπτομέρειες και επουσιώδη θέματα, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θεωρούνται ότι ενδυναμώνουν μια μαρτυρία που, κατά τα άλλα, είναι πειστική και καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων (βλ. Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατίας,
(2011)2 Α.Α.Δ. 166). Η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, αλλά και η συνάρτηση των ισχυρισμών του με την υπόλοιπη μαρτυρία, συνιστούν επίσης καθοριστικούς, για την αξιοπιστία του, παράγοντες (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Kartashov,
(2011)1 Α.Α.Δ. 55). Κατά την αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, το Δικαστήριο δεν περιορίζεται στην ατομική αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων, αλλά, την μαρτυρία του κάθε ενός από αυτούς, πρέπει να την αντιπαραβάλλει, να την συγκρίνει, να την συσχετίζει και να την διερευνά, στο σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Παναγή ν. Χρυσοδόντα, Ποινική Έφεση Αρ. 249/2015 κ. α., 06/06/2024 και Δ. Κουβά και Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2015, 17/07/2024). Ένας μάρτυρας, συνεπώς, μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Όταν γίνει πιστευτός, η μαρτυρία του μπορεί να γίνει αποδεκτή εν όλω ή εν μέρει. Μερικώς όταν, παρά το ότι γίνεται πιστευτός, μέρος μόνο της μαρτυρίας του, κρίνει το Δικαστήριο, εκφράζει την πραγματικότητα, καθότι, εκείνο που απορρίπτει, θεωρεί, για λόγους, όπως είναι για παράδειγμα, η αδυναμία μνήμης ή η ανεπίγνωστη ανεπαρκής παρατήρηση, ότι είναι λανθασμένο (βλ. Mohamed v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 266). Η αξιοπιστία της μαρτυρίας, εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (βλ. Wynne v. Mavronicola,
(2009)1 A.A.Δ. 1138). Η Μ.Κ.1, από το ειδώλιο του μάρτυρα, μου προκάλεσε και άφησε θετική εντύπωση. Η μαρτυρία της ήταν αυθόρμητη, σαφής, συνεκτική και απαλλαγμένη από οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις που θα μπορούσαν να πλήξουν την αξιοπιστία της. Δεν εντοπίζεται οτιδήποτε στην μαρτυρία της, από το οποίο θα μπορούσε να λεχθεί ότι δεν ήταν αντικειμενική. Η αντεξέταση της άλλωστε, παρατηρώ, δεν σκόπευσε στην αμφισβήτηση των ισχυρισμών της, παρά μόνο στην διευκρίνηση τους. Η Μ.Κ.1, περιέγραψε με σαφήνεια και λεπτομέρεια πως προέκυψε η συνάντηση της με την παραπονούμενη στις 09/11/2021 και ήταν πολύ συγκεκριμένη και βέβαιη για τα όσα της είχε πει για την ισχυριζόμενη κακοποίηση της, σωματική και σεξουαλική, από τον κατηγορούμενο. Όπως ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της, ενεργώντας με βάση το Πρωτόκολλο που ακολουθείται από τους εκπαιδευτικούς στα σχολεία για τέτοιες περιπτώσεις, χωρίς να διερευνήσει τα όσα η παραπονούμενη της ανέφερε, την άκουσε και «κατέγραψε οτιδήποτε της είχε πει», ώστε στην συνέχεια να μπορούσε να διερευνηθούν από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Κρίνω συνεπώς ότι, η μαρτυρία της, εκτός από ειλικρινής ήταν και ακριβής. Ως εκ τούτου, γίνεται αποδεκτή. Η Μ.Κ.3, ως μάρτυρας, με έχει προβληματίσει αρνητικά. Ο αυθορμητισμός που είχε η μαρτυρία της, η οποία, κατά την κρίση μου, σε αρκετά της σημεία, ενείχε έντονα και το στοιχείο της υπερβολής, ανέδειξε, αρνητικά, στην περίπτωση της, στοιχεία. Κυρίαρχο, η ασάφεια που μέσα από τις τοποθετήσεις της αναδείχθηκε, σε σχέση με το τι κατέθετε από προσωπική γνώση και τι εξ ακοής, κυρίως από εκ των υστέρων πληροφόρηση της (και δη, από την ίδια την παραπονούμενη). Αν και το στοιχείο της σχέσης της με την παραπονούμενη (το γεγονός, δηλαδή, ότι είναι η μητέρα της), νομικά, χωρίς άλλο, δεν αποτελεί παράγοντα που δικαιολογεί την μη απόδοση πίστης στην μαρτυρία της για τα επίδικα γεγονότα και τις περιστάσεις που τα περιβάλλουν, αν κατά τα άλλα αυτό είναι δικαιολογημένο· στην περίπτωση της, φαίνεται ότι, σε κάποιο σημαντικό βαθμό, έχει επηρεάσει αρνητικά την μαρτυρία της, εφόσον έδειξε καταθέτοντας, μεροληψία που, κατά την κρίση μου, ανάγεται στην έλλειψη αντικειμενικότητας. Είναι χαρακτηριστική, σε σχέση με τα πιο πάνω και ενδεικτική της εικόνας της Μ.Κ.3 από την μαρτυρία της και ειδικότερα του τρόπου που κατέθετε, η ακόλουθη τοποθέτηση της κατά την κυρίως εξέταση της, όταν ερωτήθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, πως προέκυψε η καταγγελία αυτής της υπόθεσης στην Αστυνομία. Είπε, μεταξύ άλλων, αναφερόμενη στους φόβους που της είχε εκφράσει η παραπονούμενη για την προώθηση της και τι εκείνη της είχε πει, και ήταν εμφανώς σε ένταση και παθιασμένη όταν το έλεγε, ότι θα έκανε οτιδήποτε για να προστατεύσει τα παιδιά της, «μέχρι και να σκοτώσει». Σε ότι δε αφορά την γνώση της για τα όσα κατέθετε, σε κάποιο σημείο της αντεξέτασης της, όταν ερωτήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου για κάποιον ισχυρισμό της, γιατί δεν τον είχε αναφέρει στην κατάθεση της στην Αστυνομία, είπε: «γιατί ίσως να μην τον γνώριζα τότε». Και ισχυρίστηκε ότι, η παραπονούμενη, «μετά που ηρέμαν», της ανέφερε τα διάφορα περιστατικά (αφήνοντας να εννοηθεί, σε σχέση με την καταγγελία της στην Αστυνομία, μετά από κάποιο διάστημα), μάλιστα όχι όλα και ότι, μέχρι και την μαρτυρία της στο Δικαστήριο, εξακολουθούσε να μαθαίνει από την παραπονούμενη «πράγματα». Ισχυρισμό της τον οποίο επανέλαβε και στην συνέχεια, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό, σκιά αμφιβολίας για το είδος της μαρτυρίας που κατέθετε και σε σχέση με ποιους ισχυρισμούς της. Σε σχέση με τα προαναφερόμενα, αξιοσημείωτα είναι και τα ακόλουθα. Για την παρούσα υπόθεση, η Αστυνομία, ως και προαναφέρθηκε, κατά την διερεύνηση της, της έλαβε κατάθεση. Στην εν λόγω κατάθεση της, η Μ.Κ.3, όπως πιο πάνω ανέφερα κατά την παράθεση των ισχυρισμών της, αναφέρθηκε και στην καταγγελία του κατηγορούμενου από την παραπονούμενη. Είπε, υπενθυμίζω, ότι γνώριζε ότι η παραπονούμενη είχε σχέση με τον κατηγορούμενο για περίπου ενάμιση μήνα κατά την περίοδο του καλοκαιριού του έτους
- Ήταν επίσης ο ισχυρισμός της, ότι ήξερε τον κατηγορούμενο, επειδή, σε κάποια περίπτωση, στο σπίτι φιλικών της προσώπων όπου βρισκόταν, είχε πάει και ο κατηγορούμενος με την παρέα της παραπονούμενης και τον είδε εκεί. Έδωσε μάλιστα και περιγραφή του. Είπε περαιτέρω ότι, είχε σχηματίσει κακή εντύπωση για εκείνον, κάτι για το οποίο μίλησε στην παραπονούμενη, η οποία της είπε ότι θα τον χώριζε. Λίγες ημέρες μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, η παραπονούμενη της είπε ότι είχε χωρίσει τον κατηγορούμενο, αναφέροντας της επίσης ότι, την είχε χτυπήσει μία ή δύο φορές, αλλά και ότι, όταν συναντιόνταν στην πλατεία της Σαριπόλου, την έβριζε. Μετά από αυτό το γεγονός, ήταν επιπρόσθετα ο ισχυρισμός της, η παραπονούμενη άλλαξε. Πάθαινε κρίσεις πανικού και δεν απέδιδε όπως συνήθως στο σχολείο. Ανησύχησε και επικοινώνησε με την Μ.Κ.1, η οποία της είπε ότι την ήθελε και η ίδια για κάτι. Συναντήθηκαν στις 18/11/2021 και τότε, η Μ.Κ.1 την πληροφόρησε για τα όσα η παραπονούμενη της είχε αποκαλύψει, αναφορικά με την συμπεριφορά και ενέργειες του κατηγορουμένου έναντι της. Στα όσα η Μ.Κ.1 της είπε για αυτό το θέμα, αναφέρθηκε με λεπτομέρεια. Παρούσα στην συνάντηση τους, είπε επίσης, ήταν και η παραπονούμενη, η οποία και της επιβεβαίωσε τα όσα η Μ.Κ.1 την πληροφόρησε ότι της είχε αποκαλύψει. Στην συνέχεια της κατάθεσης της στην Αστυνομία, η Μ.Κ.3, αναφέρθηκε σε περιστατικά που επακολούθησαν της πιο πάνω συνάντησης της με την Μ.Κ.1 και εν τέλει, δήλωσε ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε άλλο για το ισχυριζόμενο περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο, για το οποίο, ως προ ειπώθηκε, με βάση τους ισχυρισμούς της, είχε απλώς πληροφορηθεί από την Μ.Κ.
- Μολαταύτα, και ενώ στην κατάθεση της στην Αστυνομία, ως οι σχετικοί ισχυρισμοί της πιο πάνω αναφέρθηκαν, άφηνε ξεκάθαρα να εννοηθεί ότι, γενικά, δεν γνώριζε κάτι άμεσα για τα επίδικα γεγονότα αυτής της υπόθεσης και τις περιστάσεις που τα περιβάλλουν, κατά την ακρόαση της μαρτυρίας της από το Δικαστήριο, αναφέρθηκε σε έκταση σε ότι αφορά τα περιστατικά στο πάρτι της Μ. Θ., στο οποίο, ισχυρίστηκε, ήταν παρούσα. Δεν φαίνεται εύλογο, η Μ.Κ.3 να είχε γνώση των γεγονότων αυτών, αλλά να καταθέτει στην Αστυνομία σε ότι αφορά την παρούσα υπόθεση και να περιορίζεται στους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της και μάλιστα, στο τέλος της κατάθεσης της, να δηλώνει ρητά ότι δεν γνωρίζει κάτι άλλο. Σημειώνεται ότι, για το εύρος της γνώσης της Μ.Κ.3 για τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης προς την Μ.Κ.1, που δείχνει ότι η Μ.Κ.3 γνώριζε ότι τα καταγγελλόμενα από την παραπονούμενη συμβάντα σχετίζονταν με το πάρτι στο σπίτι της Μ. Θ., κατέθεσε και η Μ.Κ.1, ο ισχυρισμός της οποίας ήταν ότι είχε ενημερώσει την Μ.Κ.3 για αυτά. Επίσης, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Μ.Κ.3 κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου, η γνωριμία της με τον κατηγορούμενο, έγινε κατά την μία και μοναδική τους συνάντηση, η οποία έλαβε χώρα στο πάρτι της Μ. Θ. Για αυτό όμως το γεγονός, η Μ.Κ.3, αναφορά κάνει και στην κατάθεση της στην Αστυνομία, χωρίς ωστόσο, όπως παρατηρείται, να προβάλει οποιοδήποτε άλλο ισχυρισμό, για τα όσα γεγονότα κατέθεσε κατά την ακρόαση της μαρτυρίας της από το Δικαστήριο, αναφορικά με τα συμβάντα στο πάρτι της Μ. Θ. Συνεπώς, για τα γεγονότα που περιβάλλουν τα επίδικα περιστατικά που έλαβαν χώρα στο πάρτι της Μ. Θ., αλλά και για κάποια επακόλουθα τους που είναι σχετικά, εκτός της παραπονούμενης, κατέθεσε στο Δικαστήριο και πρόβαλε ισχυρισμούς και η Μ.Κ.
- Αμφότερες, υπενθυμίζω και τονίζω, είναι μάρτυρες γεγονότων που κλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και ότι, ήταν και των δύο ο ισχυρισμός ότι, η Μ.Κ.3, ήταν παρούσα και μάρτυρας σε ότι αφορά τα ανωτέρω. Προσεχτική ωστόσο εξέταση της μαρτυρίας, αποκαλύπτει ότι, μεταξύ των ισχυρισμών τους, δοσμένης της προαναφερόμενης θέσης τους, δεν υπάρχει η αναμενόμενη αλληλοεπικάλυψη και υποστήριξη, ενώ εντοπίζονται και ουσιαστικές αντιφάσεις και διαφοροποιήσεις, δεδομένα από τα οποία, βεβαίως, ελέγχεται η αξιοπιστία τους. Ως και προελέχθη, η αντιπαραβολή και σύγκριση των ισχυρισμών της Μ.Κ.3, λόγω συσχετισμού τους θεματικά, με τους αντίστοιχους της παραπονούμενης (όπως και με αυτή των υπόλοιπων μαρτύρων), είναι ζήτημα που άπτεται της αντικειμενικής υπόστασης των θέσεων που προωθεί, για τα επίδικα γεγονότα και τις περιστάσεις που τα περιβάλλουν, η Κατηγορούσα Αρχή, μέσα από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου (βλ. Παναγή ν. Χρυσοδόντα, Ποινική Έφεση Αρ. 249/2015 κ. α., 06/06/2024 και Δ. Κουβά και Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2015, 17/07/2024). Σε ότι αφορά την περίπτωση της Μ.Κ.3, καθότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης ακολουθεί, στην απουσία άλλων παραγόντων που θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν για την αξιοπιστία των ισχυρισμών της, η προαναφερόμενη διαπίστωση μου, αποτελεί επίσης σοβαρό λόγο που, συν τοις άλλης, δικαιολογεί αρνητική αποτίμηση της μαρτυρίας της. Στα συγκεκριμένα σημεία από την μαρτυρία των παραπονούμενης και Μ.Κ.3, στα οποία εδράζεται ο προαναφερόμενος σχολιασμός της μαρτυρίας της Μ.Κ.3 και υποστηρίζεται και η κατάληξη μου για το θέμα της αξιοπιστίας της, κρίνω ευχερέστερο να αναφερθώ, προς αποφυγή επαναλήψεως, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης που ακολουθεί. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η μαρτυρία της Μ.Κ.3 δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Η Μ.Κ.7, ήταν καθόλα θετική. Κατ' αρχάς, έχω εξετάσει τους ισχυρισμούς της σχετικά με την πραγματογνωμοσύνη της. Αυτή, με αναφορά και στο βιογραφικό της σημείωμα, Τεκμήριο 13, παρουσίασε με λεπτομέρεια τα όσα αφορούν την εκπαίδευση, τις γνώσεις και την εμπειρία της ως κλινική ψυχολόγος. Η μαρτυρία της αυτή, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης του κατηγορουμένου, η οποία, όπως φαίνεται και από τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση της, θεώρησε ως δεδομένη την πραγματογνωμοσύνη της. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην απόφαση του Δικαστηρίου να αποδεχθεί την μαρτυρία προσώπου που καταθέτει κατά την δίκη, ως μαρτυρία πραγματογνώμονα, μπορεί να προσμετρήσει και το γεγονός ότι, η μαρτυρία του, ως μαρτυρία πραγματογνώμονα, παρουσιάστηκε χωρίς ένσταση από τον αντίδικο, καθώς επίσης και το γεγονός ότι, αυτή, δεν αμφισβητήθηκε από τον αντίδικο ή ότι αυτή αντιμετωπίστηκε και από τον αντίδικο ως μαρτυρία πραγματογνώμονα (βλ. Καουρής ν. Δημητρίου κ. α.,
(2008)1 Α.Α.Δ. 967, Λογγινός ν. Λογγινού κ. α.,
(2005)1 Α.Α.Δ. 74). Έχοντας κατά νουν τις προαναφερόμενες αρχές, καθώς επίσης και την μαρτυρία της Μ.Κ.7 για το προκείμενο, βρίσκω ότι, αυτή, ως κλινική ψυχολόγος, είναι όντως πραγματογνώμονας στο πεδίο που κλήθηκε για να δώσει μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή, ήτοι, αναφορικά με την ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης και την αποδέχομαι ως τέτοια (βλ. στο σύγγραμμα των μ. Τ. Ηλιάδη και κ. Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στις σελίδες 577 και 578). Περαιτέρω, έχω εξετάσει και το περιεχόμενο της μαρτυρίας και γνώμη της Μ.Κ.7 αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα. Οι αρχές της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αφορούν στην αξιολόγηση από το Δικαστήριο μιας τέτοιας μαρτυρίας, συνοψίστηκαν, πολύ πρόσφατα, στην απόφαση του στην υπόθεση Παντελή ν. Iacovou Brothers (Construction) Ltd κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. 111/2017, 13/03/2024. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Είναι σταθερή η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία εμπειρογνώμονα αξιολογείται όπως και κάθε άλλη μαρτυρία. Οι κανόνες αξιολόγησης είναι οι ίδιοι τόσο για τις μαρτυρίες εμπειρογνωμόνων όσο και για τις συνήθεις μαρτυρίες. Ως έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298, αποτελεί βασική και πάγια νομολογιακή αρχή ότι για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, πλην του ότι, κατά παρέκκλιση του γενικού κανόνα, εμπειρογνώμονες δύνανται να εκφέρουν γνώμη στον τομέα ειδίκευσής τους. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες, για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση ....». Αξιολόγησα την μαρτυρία της Μ.Κ.7 με βάση τις προαναφερόμενες αρχές. Αυτή, ως έχω ήδη αναφέρει, με εντυπωσίασε θετικά. Η μαρτυρία της για τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε, σχετικά με την επαφή που είχε με την παραπονούμενη, τους σκοπούς της, την μεθοδολογία που εφάρμοσε για την αξιολόγηση της και τις σχετικές παρατηρήσεις της, ήταν σαφής, σταθερή και κρίνω ειλικρινής. Η δε γνώμη της ως πραγματογνώμονας, για τα ζητήματα που κλήθηκε και κατέθεσε, με έπεισε ότι ήταν το δικό της ανεξάρτητο προϊόν και περαιτέρω, ότι ήταν ανεπηρέαστη ως προς την μορφή και το περιεχόμενο της από τις ανάγκες της δίκης ή και του όποιου διαδίκου. Άλλωστε, η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία της, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, βρίσκω ότι, τα όσα η Μ.Κ.7 παρουσίασε στο Δικαστήριο για την γνώμη της, με την απαιτούμενη, κατά την κρίση μου, υπό τις περιστάσεις λεπτομέρεια, τεκμηρίωση, εξήγηση και επεξήγηση όπου της ζητήθηκε, εμπίπτουν στην προαναφερόμενη πραγματογνωμοσύνη της. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε στην μαρτυρία της που θα δικαιολογούσε να μην δοθεί πίστη στην μαρτυρία της και βαρύτητα στην γνώμη της, εκεί και όπου θα κριθεί ότι αρμόζει, ώστε, με βάση αυτή και τα αποδεκτά γεγονότα, να μπορέσω να σχηματίσω την δική μου κρίση για την ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα και τις περιβάλλουσες αυτών περιστάσεις. Για το προκείμενο, επισημαίνω και την αρχή, σύμφωνα με την οποία, η αξιολόγηση της μαρτυρίας, η διακρίβωση των γεγονότων και η τελική ετυμηγορία περί ενοχής ή μη του κατηγορούμενου σε ποινική υπόθεση, ανήκει στο Δικαστήριο και καμία εξωγενής επέμβαση δεν γίνεται σε αυτό το έργο (βλ. Α.Ν. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 147/2011, 16/03/2022). Η γνώμη ενός πραγματογνώμονα, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, η μαρτυρία της Μ.Κ.7 γίνεται αποδεκτή. Η Μ.Κ.2, στο Δικαστήριο, όπως φαίνεται από την κυρίως εξέταση της από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία επεκτάθηκε και στα όσα αφορούν την εκπαίδευση και εμπειρία της ως κλινική ψυχολόγος, παρουσιάστηκε, εκτός από μάρτυρας γεγονότων και ως πραγματογνώμονας. Για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας της, κατ' αρχάς, έχω εξετάσει τους ισχυρισμούς της Μ.Κ.2 για τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε. Η μαρτυρία της, εκτός από ένα σημείο αμφιβολίας της (που αφορούσε το τι ακριβώς η παραπονούμενη της είχε πει για τον τόπο που έλαβε χώρα το περιστατικό με τον παραπονούμενο στο πάρτι της Μ. Θ. για το οποίο της μίλησε), το οποίο η ίδια αποκάλυψε, ήταν σαφής, συνεκτική και σταθερή. Εξάλλου, αντεξεταζόμενη, οι ισχυρισμοί της σε ότι αφορά τα γεγονότα για τα οποία κατέθεσε, δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς υπεράσπισης του κατηγορουμένου, παρά μόνο, όπως διαπιστώνεται, της έγιναν κάποιες διευκρινιστικές ερωτήσεις. Κρίνω ότι η μαρτυρία της ήταν ειλικρινής και περαιτέρω, ότι δεν έχει προκύψει οτιδήποτε από αυτήν που να δείχνει ότι δεν ήταν και ακριβής. Επιπρόσθετα, έχω εξετάσει τους ισχυρισμούς της Μ.Κ.2 σχετικά με την πραγματογνωμοσύνη της. Είπε, η Μ.Κ.2 και δεν αμφισβητήθηκε περί τούτου από πλευράς υπεράσπισης του κατηγορουμένου, ότι είναι πτυχιούχος πανεπιστημίου του Ηνωμένου Βασιλείου και κάτοχος μεταπτυχιακού κυπριακού πανεπιστημίου στον τομέα της κλινικής ψυχολογίας και ότι επαγγέλλεται την κλινική ψυχολόγο ως ιδιώτης εδώ και οκτώ χρόνια. Στη βάση αυτής της μαρτυρίας και έχοντας κατά νουν τις προαναφερόμενες αρχές της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, βρίσκω ότι, η Μ.Κ.2, είναι πραγματογνώμονας στην κλινική ψυχολογία και ως εκ τούτου, η γνώμη που εξέφρασε αναφορικά με την ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης κατά την περίοδο που ανέφερε ότι είχε συνεργασία μαζί της, η οποία φαίνεται να συνάδει και με αυτήν της Μ.Κ.7, μπορεί να ληφθεί υπόψη, εκεί και όπου θα κριθεί ότι αρμόζει, για σκοπούς εξαγωγής των συμπερασμάτων μου για τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, η μαρτυρία της Μ.Κ.2 γίνεται αποδεκτή. Η Μ.Κ.5, ως προ ειπώθηκε, είναι η αστυνομικός που έλαβε, με την συνδρομή της Μ.Κ.4 που ήταν η χειριστής του συστήματος, την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης Τεκμήριο 4. Η μαρτυρία της, που κατά βάση αφορούσε στην διαδικασία λήψης της εν λόγω οπτικογραφημένης κατάθεσης από την παραπονούμενη, αλλά και την μεθοδολογία της σε ότι αφορούσε τον τρόπο χειρισμού της παραπονούμενης κατά την διάρκεια της, δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Σε κάθε περίπτωση, από την μαρτυρία, δεν έχει προκύψει οτιδήποτε το μεμπτό στις ενέργειες της, ή ότι αυτές δεν ήταν στο πλαίσιο της άσκησης, και αντικειμενικά, των καθηκόντων της. Η μαρτυρία της, ως εκ τούτου, γίνεται αποδεκτή. Η Μ.Κ.4 είναι, αναφέρθηκε και πιο πάνω, η αστυνομικός που είχε τα καθήκοντα του ανακριτή αυτής της υπόθεσης. Η μαρτυρία της, αναφορικά με τις ενέργειες της για την διερεύνηση της υπόθεσης, ήταν σαφής, είχε την απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις λεπτομέρεια, ήταν σταθερή και συνεκτική, δόθηκε χωρίς υπεκφυγές, ήταν αυθόρμητη και ως μάρτυρας, κρίνω ήταν ειλικρινής, αντικειμενική και αμερόληπτη. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Τονίζεται ωστόσο, ότι, το κατά πόσο οι ενέργειες της, στην προκείμενη περίπτωση, αντικειμενικά, στο σύνολο τους, συνιστούν υπό τις περιστάσεις, μία διερεύνηση από πλευράς της Αστυνομίας, που ήταν πλήρης ή και δίκαιη για τον κατηγορούμενο, είναι ένα ζήτημα το οποίο πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, χωρίς η δική της γνώμη περί τούτου, εκεί και όπου εκφράστηκε ή φαίνεται ότι εκδηλώθηκε, να έχει σημασία. Περνώντας τώρα στην μαρτυρία της παραπονούμενης, ευθύς εξ αρχής, πρέπει να λεχθεί, προβληματίστηκα αρνητικά, τόσο από τον τρόπο που κατέθεσε οπτικογραφημένα στην Αστυνομία τους ισχυρισμούς της για τα επίδικα γεγονότα και τις παριβάλλουσες αυτών περιστάσεις, όσο και από το περιεχόμενο της μαρτυρίας της. Θα ξεκινήσω την συλλογιστική μου, από τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης που αφορούν στο πως ξεκίνησε η διερεύνηση αυτής της υπόθεσης από την Αστυνομία. Στην οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία, η παραπονούμενη, ερωτήθηκε από την Μ.Κ.5 σχετικά με το πότε και σε ποιόν για πρώτη φορά αποκάλυψε τα όσα αφορούν την σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο, και ήταν χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίο τοποθετήθηκε. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό μέρος της μαρτυρίας της, καθότι σχετίζεται με τα όσα στην συνέχεια πραγματεύομαι: «Α: . Εσύ για τούντο πράμα εμίλησες ποτέ τζιαι σε ποιόν; Μ: Να πω τέλια τέλια την αλήθκεια; Α: Ναι. Μ: Να τα πω ούλλα, εμίλησα στη σύμβουλο του σχολείου πριν θκιόμιση εβδομάδες; Τρείς; Α: Πως τη λέμε; Μ: Νάσια. Α: Ξέρεις επίθετο; Μ: Όι. Α. Οκέη. Τζιαι τι της είπες ακριβώς; Μ: Λέω της την αλήθκεια. Ότι σου είπα τζιαι σένα τωρά, αλλά όι με τόσες λεπτομέρειες.». Από τα προαναφερόμενα, προκύπτει σαφώς ότι, όταν η παραπονούμενη κατέθετε οπτικογραφημένα στην Αστυνομία, ήταν η θέση της ότι, το πρώτο πρόσωπο στο οποίο αποκάλυψε την αλήθεια, λέγοντας της όλα όσα έπρεπε να καταγγελθούν αναφορικά με την σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο, ήταν η Μ.Κ.1, στην οποία, αν και είπε, όπως και στην Αστυνομία, την αλήθεια, δεν το είχε κάνει με τόσες λεπτομέρειες. Η αντίληψη της παραπονούμενης, σε ότι αφορά την τελευταία αυτή αναφορά της ανωτέρω, «όι με τόσες λεπτομέρειες», φαίνεται από την ακόλουθη τοποθέτηση της κατά την αντεξέταση της, όταν ο συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, της ζήτησε επιβεβαίωση σχετικά με την πιο πάνω δήλωση της, ότι στην Μ.Κ.1 «εμίλησε ευθέως ούλλη την αλήθκεια». Είπε: «Στη Νάσια είπα το τι συνέβηκε, αλλά δεν μπήκα σε λεπτομέρειες, ας πούμε παράδειγμα, να της πω το τι μου έκαμε ο κατηγορούμενος, γιατί εν ένιωθα άνετα να μιλήσω για τούτο, αλλά ήξερε τι έγινε.». Για την σημασία αυτής της επεξήγησης από την παραπονούμενη, επανέρχομαι. Τώρα, για τους λόγους που την ώθησαν, η αποκάλυψη της για πρώτη φορά, των όσων αφορούσαν την σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο, να γίνει στην Μ.Κ.1, η παραπονούμενη αναφέρθηκε όταν κατέθετε στο Δικαστήριο, μετά από σχετική ερώτηση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, λέγοντας: «Μίλησα, γιατί η κυρία Νάσια βασικά έβλεπε με στο σχολείο, μετά που τούτο που είχε συμβεί εγώ επήαινα σχολείο, εν έμπαινα ούτε στην τάξη μου, τα διαλείμματα ήθελα να είμαι μόνη μου, εν ήθελα να είμαι με κανέναν, εκλείνουμουν απλά μέσα στις τουαλέτες τζιαι τούτο το πράμα επαρατήρησε το η κυρία Νάσια, εκόντεψε με η ίδια, εκάμναμε κάποιες συναντήσεις, συζητούσαμε κτλ, ώσπου ένιωσα εγώ άνετα μαζί της τζιαι εμοιράστηκα της το.». Από τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της παραπονούμενης, αλλά και τους πιο πάνω άλλους για το ίδιο ζήτημα, προκύπτει ξεκάθαρα ότι, η παραπονούμενη, κατά την θέση της, αφού είχε κάποιες συναντήσεις και συζητήσεις με την Μ.Κ.1, της αποκάλυψε την αλήθεια, λέγοντας της όλα όσα έπρεπε να καταγγελθούν αναφορικά με την σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο, επειδή ένιωσε άνετα μαζί της. Παρά ταύτα, δεν μπήκε σε λεπτομέρειες της σεξουαλικής κακοποίησης της, δηλαδή, τι ακριβώς της έκανε ο κατηγορούμενος, επειδή, σχετικά με αυτό, ένιωσε άβολα. Ωστόσο, η Μ.Κ.1 «ήξερε τι έγινε», δηλαδή γνώριζε για τα όσα αφορούσαν την σεξουαλική κακοποίηση της. Με βάση τα ανωτέρω, καθίσταται βεβαίως σημαντική και η μαρτυρία της Μ.Κ.1 για αυτό το θέμα, στην οποία, προτού περάσω, θεωρώ κατάλληλο να σχολιάσω την ακόλουθη πτυχή της μαρτυρίας της Μ.Κ.7, η οποία είναι επίσης σημαντική με τα συζητούμενα. Η Μ.Κ.7, κατά την κυρίως εξέταση της από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, σε ότι αφορά γενικά το θέμα της αποκάλυψης από παιδία της σεξουαλικής κακοποίησης τους (και όχι ειδικά για την περίπτωση της παραπονούμενης με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης), ερωτήθηκε κατά πόσο, αφού υπάρξει αποκάλυψη, αν «αναμένεται, ο τρόπος και οι λεπτομέρειες που θα δώσει το παιδί στα πρόσωπα στα οποία θα μιλήσει, να είναι η ίδια. Δηλαδή, αν μιλήσει σε διάφορα πρόσωπα κατά το στάδιο, είτε της διερεύνησης, είτε της αποκάλυψης, αν αναμένεται οι λεπτομέρειες που θα δοθούν να είναι οι ίδιες από το παιδί ή η εξιστόρηση των γεγονότων.». Απαντώντας, η Μ.Κ.7 υποστήριξε τα ακόλουθα: «Απ' ό,τι φαίνεται μέσω ερευνών, βιβλιογραφικά αλλά και εμπειρικά, η διαδικασία της αποκάλυψης είναι μία διαδικασία δυναμική. Δηλαδή, δεν είναι μία διαδικασία που ξεκινά με έναν τρόπο, προχωρά πολύ συγκεκριμένα και έχουμε την ίδια αναφορά από την αρχή μέχρι το τέλος. Τις πλείστες φορές ένα παιδί θα αποκαλύψει ίσως μετά από καιρό ένα κομμάτι της κακοποίησης για να δει κατά πόσο υπάρχει υποστήριξη και αν μπορεί να εμπιστευτεί το πλαίσιο το οποίο βρίσκεται και αρκετές φορές βλέπουμε ότι το παιδί πιθανόν να προσθέσει πληροφορίες καθώς προχωρούν οι διαδικασίες ή και σε κάποιες περιπτώσεις δυστυχώς να αναιρέσει πληροφορίες αν δει ότι δεν γίνεται πιστευτό ή με κάποιον τρόπο υπάρχει δυσμενής αντιμετώπιση στην αποκάλυψη του.». Προς επίρρωση, η Μ.Κ.7 παρέπεμψε στο σύγγραμμα της Ο. Χ. Θεμελή, Τα Παιδιά Καταθέτει, 2η έκδοση, αντίγραφο μέρους του οποίου, το οποίο επικαλέστηκε, ως προαναφέρθηκε, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14 για να αποτελέσει μέρος της μαρτυρίας της. Σε ότι αφορά την διαδικασία της αποκάλυψης της σεξουαλικής κακοποίησης, στο εν λόγω σύγγραμμα, εκτός των όσων η Μ.Κ.7, ως προ ειπώθηκε, γενικά ανέφερε, περί του ότι δεν είναι απλώς μία πράξη, αλλά μία δυναμική διαδικασία με επιμέρους στάδια / φάσεις, κατά την οποία ο ανήλικος προσπαθεί να μοιραστεί τα δεινά της θυματοποίησης του, προηγουμένως, στις σελίδες 33 - 35, παρατίθενται τα είδη της αποκάλυψης. Γίνεται διάκριση μεταξύ σκόπιμης και τυχαίας αποκάλυψης. Η σκόπιμη αποκάλυψη, δηλώνεται, είναι μία ηθελημένη και εσκεμμένη αναφορά στην εμπειρία της σεξουαλικής κακοποίησης με στόχο την φανέρωση της. Σε αντίθεση με την τυχαία, όπου πρόκειται για μία απλή δήλωση, που γίνεται δίχως πρόθεση και χωρίς να έχει προμελετηθεί η αποκάλυψη της υφιστάμενης παραβίασης. Τρία στοιχεία, αναφέρεται, φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο στην εν λόγω διαδικασία: η πρόθεση του παιδιού να μιλήσει, ο αυθορμητισμός του και η δυνατότητα ανάκλησης και εισαγωγής των λεπτομερειών της παραβίασης στην αφήγηση του. Οι τυχαίες αποκαλύψεις, δηλώνεται επίσης, αφορούν στην πλειονότητα των περιπτώσεων κατά τις οποίες, η κακοποίηση του παιδιού τελικά γίνεται γνωστή, λόγω της ιδιαίτερης συμπεριφοράς, της εντόπισης σωματικών ευρημάτων, ή λόγω των μαρτυριών τρίτων προσώπων. Σε αυτή την περίπτωση, υποστηρίζεται, η δήλωση του ανηλίκου γίνεται δίχως να έχει προαποφασιστεί και συνήθως, είναι αόριστη και ασαφής. Στην πλειονότητα τους, άλλωστε, αναφέρεται επίσης, τα θύματα αποκαλύπτουν με μεγάλη δυσκολία και αοριστία την εμπειρία τους, με σημαντική καθυστέρηση και συνεχείς επανατοποθετήσεις και ανακλήσεις των λεγομένων τους. Στο ίδιο σύγγραμμα, στην σελίδα 44, γίνεται αναφορά και στο κοινωνιο-γνωστικό μοντέλο, το οποίο, όπως δηλώνεται, υπογραμμίζει ότι, η αποκάλυψη, καθορίζεται από τέσσερεις παράγοντες: (α) την ικανότητα της προσοχής, (β) την ικανότητα μνημονικής συγκράτησης, (γ) τη δυνατότητα λεκτικής αναπαραγωγής, και (δ) το κίνητρο. Βάσει του συγκεκριμένου μοντέλου, η αποκάλυψη θα συναντήσει πολλές δυσκολίες και τελικά θα παρεμποδιστεί στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες το θύμα δεν έχει δώσει αρκετή προσοχή στο γεγονός, δεν έχει την ικανότητα να θυμηθεί πολλές λεπτομέρειες, δεν μπορεί να αναπαραγάγει λεκτικά το συμβάν και δεν επιδεικνύει προθυμία προς τούτο. Όπως επίσης αναφέρεται, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία ανήλικοι, είναι σε πλεονεκτικότερη θέση να αναφέρουν την κακοποίηση, λόγω της ανεπτυγμένης ικανότητας της προσοχής και της μνήμης. Εξαιτίας της πλουσιότερης κοινωνικής εμπειρίας τους είναι πιο υποψιασμένοι, τόσο για τα οφέλη, όσο και για το κόστος της αποκάλυψης, με αποτέλεσμα να προβαίνουν συχνά σε αυτοελεγχόμενες αποκαλύψεις. Από την προαναφερόμενη μαρτυρία της Μ.Κ.7, αυτό που προκύπτει είναι ότι, το κατά πόσο το παιδί σκόπιμα, με προθυμία και κίνητρο αποκαλύπτει την σεξουαλική κακοποίηση του, όταν μάλιστα είναι και σε μία ηλικία που αντικειμενικά μπορεί να το πράξει ελεγχόμενα, αποτελούν παράγοντες που μπορούν να προσμετρήσουν στην αξιολόγηση της σε ότι αφορά γενικότερα την αξιοπιστία του. Επανερχόμενος τώρα στην Μ.Κ.1 και την μαρτυρία της, η οποία, ως προ ειπώθηκε, είναι σημαντική. Νομοθετική αναγνώριση της σπουδαιότητας μαρτυρίας, όπως είναι αυτή της Μ.Κ.1, λόγω της ιδιότητας της, όταν πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις, δίδει και το Άρθρο 21
(2)του Νόμου 91(Ι)/2014. Η Μ.Κ.1, για την αποκάλυψη που της έκανε η παραπονούμενη στις 09/11/2021, σχετικά με το ισχυριζόμενο περιστατικό της σεξουαλικής κακοποίησης της από τον κατηγορούμενο, όταν κατέθεσε στην Αστυνομία, είπε: «. αναφέρθηκε και σε μία άλλη περίπτωση, με κάποιον δεκαεννιάχρονο
(19), με τον οποίο είχε δεσμό για δύο μήνες. Μου περιέγραψε την σχέση της με τον δεκαεννιάχρονο
(19)ως προβληματική, δηλαδή την χτυπούσε άσχημα, αφήνοντας της σημάδια στο σώμα, ακόμα και σε δημόσια μέρη που βρισκόντουσαν, μπροστά και από άλλους με αποκορύφωμα τον Σεπτέμβριο του 2021, που την κακοποίησε σεξουαλικά. Της ζήτησα να μου περιγράψει τι συνέβηκε και αυτή μου είπε ότι το περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης έγινε στο σπίτι της φίλης της Μαριέλλας, σε πάρτι το οποίο διοργάνωσε. Στο πάρτι ήταν και ο 19χρονος, ο οποίος απομόνωσε την Μαρία σε κάποιο από τα δωμάτια του σπιτιού και την πίεσε να του κάνει στοματικό. Η Μαρία αρνήθηκε με έντονο τρόπο να του κάμει στοματικό και αυτός θύμωσε, της έβγαλε με βίαιο τρόπο τα ρούχα της και έβαλε τα δάκτυλα του στον κόλπο της. Η Μαρία αντέδρασε ξανά και άρχισε να του φωνάζει να σταματήσει. Αυτός συνέχισε και την γύρισε για να την βιάσει, όπως μου είπε. Η Μαρία δεν μου είπε εάν ήταν σε κρεβάτι ή εάν έβγαλε και αυτός τα ρούχα του. Αυτή αντέδρασε ξανά και σηκώθηκε να φύγει, αυτός την άρπαξε από τον λαιμό και την απείλησε ότι εάν έλεγε κάτι, θα έβαζε άλλους να την σπάσουν στο ξύλο. Εν τέλει η Μαρία ντύθηκε και βγήκε από το δωμάτιο. Όταν η Μαρία βγήκε από το δωμάτιο, η φίλη της Μαριέλλα την είδε που είχε τα σημάδια στο λαιμό και την ρώτησε τι είχε συμβεί. Δεν μου είπε η Μαρία, τι είπε στην Μαριέλλα για τα σημάδια ή τι άλλο συζήτησε εκείνη την στιγμή με τη Μαρία. Απλά μου είπε, ότι η Μαριέλλα, ανέφερε στην μητέρα της Μαρίας, Ιλιάδα Σαρρή, ότι ο 19χρονος επιτέθηκε στην Μαρία. Να σου αναφέρω ότι σε μεταγενέστερες συναντήσεις μου με την Μαρία, αυτή μου ανέφερε ότι ο 19χρονος ονομάζεται Κωνσταντίνος Καρούτ και ότι είναι από την Συρία.». Προτού προχωρήσω σε περαιτέρω σχολιασμό της μαρτυρίας της Μ.Κ.1, επισημαίνω κατ' αρχάς ότι, τόσο αυτή, όσο και η παραπονούμενη, κλήθηκαν από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής προς απόδειξη της υπόθεσης της εναντίον του κατηγορουμένου. Επίσης ότι, με την εν λόγω μαρτυρία της Μ.Κ.1, επιχειρείται από την Κατηγορούσα Αρχή, απόδειξη της προαναφερόμενης δήλωσης της παραπονούμενης για τα επίδικα γεγονότα και τις περιστάσεις που τα περιβάλλουν, ή σε κάθε περίπτωση, με αυτήν, η εν λόγω δήλωση της παραπονούμενης, τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου ως ένα στοιχείο μαρτυρίας προς αξιολόγηση. Και τέλος ότι, η παραπονούμενη, με την προαναφερόμενη μαρτυρία της, τόσο της οπτικογραφημένης της κατάθεσης στην Αστυνομία, όσο και της εξέτασης της κατά την ακρόαση της μαρτυρίας της από το Δικαστήριο, αναγνωρίζει ότι προέβη σε σχετική δήλωση στην Μ.Κ.1, λέει ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια και αναφέρεται στις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή έγινε, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται στο περιεχόμενο της. Αξιοσημείωτο, σχετικά με αυτό, είναι το ότι, κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής (που, υπό τις περιστάσεις, δοσμένης της οπτικογραφημένης της κατάθεσης, είχε και κάποια έκταση), η παραπονούμενη δεν ερωτήθηκε οτιδήποτε σχετικά με το περιεχόμενο της αποκάλυψης που έκανε στην Μ.Κ.1. Παρ' όλα αυτά, όπως έχω ήδη σχολιάσει, στην Μ.Κ.7, αναφορικά με την διαδικασία της αποκάλυψης, ετέθη γενικά για την περίπτωση των παιδιών, η προαναφερόμενη ερώτηση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής που φαίνεται να σχετίζεται με το ζήτημα (σε απάντηση της οποίας, η Μ.Κ.7, είπε ότι πρόκειται για μία δυναμική διαδικασία σταδίων, στην οποία μπορούν να υπάρξουν και εναλλαγές και διαφοροποιήσεις), χωρίς αναφορά στα πιο πάνω δεδομένα της υπόθεσης για την περίπτωση της παραπονούμενης. Από την προαναφερόμενη, λοιπόν, μαρτυρία της Μ.Κ.1, προκύπτουν κάποια θέματα, τα οποία άπτονται της αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Θα τα απαριθμήσω και ακολούθως, θα τα σχολιάσω, αντιπαραβάλλοντας και συγκρίνοντας την σχετική μαρτυρία, με το σύνολο της υπόλοιπης ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσας μαρτυρίας. Κατ' αρχάς, τίθεται ζήτημα για το ποια θεωρούσε η παραπονούμενη ότι ήταν, η «σχέση» της με τον κατηγορούμενο και από πότε και για πόσο χρονικό διάστημα υπήρξε, αν υπήρξε, τέτοια σχέση. Δεύτερο, τίθεται ζήτημα κατά πόσο, με βάση τους ισχυρισμούς της προς την Μ.Κ.1, εάν, πριν από τα περιστατικά στο πάρτι της Μ. Θ., υπήρξαν περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης της από τον κατηγορούμενο και αν η κακοποίηση της από εκείνον πριν από αυτό, ήταν, με βάση πάντοτε τους ισχυρισμούς της, άλλης μορφής. Όπως φαίνεται από την μαρτυρία της Μ.Κ.1, η παραπονούμενη, στις 09/11/2021, της δήλωσε ότι, με τον κατηγορούμενο είχαν «σχέση», ότι αυτή ήταν «προβληματική», «δηλαδή την χτυπούσε άσχημα» και ότι, «αποκορύφωμα» αυτής της κατάστασης, ήταν «η σεξουαλική κακοποίηση της [από εκείνον] τον Σεπτέμβριο του 2021». Αντικειμενικά, φαίνεται να υπάρχει διάσταση στους ισχυρισμούς της παραπονούμενης προς την Μ.Κ.1, με αυτούς της οπτικογραφημένης της κατάθεσης στην Αστυνομία και αυτό, κατά την κρίση μου, είναι στοιχείο που αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας της. Ειδικότερα, αναλογιζόμενος ότι, το κατηγορητήριο, προσάπτει στον κατηγορούμενο, όχι ότι εκμεταλλεύτηκε την παραπονούμενη σεξουαλικά ή και ότι άσκησε βία σε βάρος της (μη συνδεόμενης με σεξουαλικές πράξεις), αλλά ότι την κακοποίησε σεξουαλικά και η μορφή της κακοποίησης που του καταλογίζεται, είναι αυτή της βίας. Συναφώς, σημειώνω ότι, οι περισσότερες κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αφορούν περιστατικά ισχυριζόμενης σεξουαλικής κακοποίησης της παραπονούμενης, που έλαβαν χώρα πριν από τα καταγγελλόμενα συμβάντα στο πάρτι της Μ. Θ., επί των οποίων, μόνο ένα μικρότερο, όπως φαίνεται, μέρος του κατηγορητηρίου, στηρίζεται. Η παραπονούμενη, ως έχω ήδη παραθέσει ανωτέρω την σχετική μαρτυρία της, στην οπτικογραφημένη της κατάθεση, ανέφερε ότι, αφού είχε κάποιες συναντήσεις και συζητήσεις με την Μ.Κ.1, της αποκάλυψε την αλήθεια, λέγοντας της όλα όσα έπρεπε να καταγγελθούν αναφορικά με την ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο, επειδή ένιωσε άνετα μαζί της. Για το ίδιο ζήτημα, η Μ.Κ.1, κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ισχυρίστηκε ότι, η συνάντηση της με την παραπονούμενη στις 09/11/2021, προέκυψε επειδή η ίδια η παραπονούμενη της την ζήτησε. Χωρίς, όταν της ζητούσε να συναντηθούν, να της αναφέρει τον λόγο, της είπε απλά ότι: «ήθελε να της μιλήσει για κάτι προσωπικό» και διευθέτησαν, είναι προφανές, μεταγενέστερα, «ραντεβού». Όπως η Μ.Κ.1 επίσης ανέφερε κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, μετά την αποκάλυψη που της έκανε η παραπονούμενη για την ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο, με βάση τις διαδικασίες του Πρωτοκόλλου για την σεξουαλική κακοποίηση που ακολουθείται από τους εκπαιδευτικούς στα σχολεία, ενημέρωσε την Αστυνομία. Όπως ανέφερε, όταν στις 09/11/2021 συναντήθηκε με την παραπονούμενη στο γραφείο της, η παραπονούμενη ήταν αναστατωμένη και έδειχνε ότι δεν ήταν καλά. Κατά την εξιστόρηση της, δεν διατηρούσε μαζί της βλεμματική επαφή, η φωνή της έτρεμε και η στάση του σώματος της και ο τρόπος που μιλούσε έδειχναν την αναστάτωση της. Ο φόβος της, είπε επίσης, για τον κατηγορούμενο, όταν περιέγραφε τα καταγγελλόμενα περιστατικά που τον αφορούσαν, ήταν διάχυτος. Της έλεγε ότι τον φοβόταν και ήταν τρομαγμένη ότι θα της ξαναέκανε κακό. Μάλιστα, είπε επίσης η Μ.Κ.1, λόγω τούτου, ήταν «η επιθυμία της [παραπονούμενης] να καταγγείλει η ίδια [στην Αστυνομία]» επειδή, όπως της είχε πει, «ζούσε ένα μαρτύριο και ήθελε να καταγγείλει [τον κατηγορούμενο] για να δώσει ένα τέλος στον φόβο που ένιωθε για το θέμα της ασφάλειας της.». Η παραπονούμενη, κατά τον χρόνο της αποκάλυψης της ισχυριζόμενης σεξουαλικής κακοποίησης της από τον κατηγορούμενο στην Μ.Κ.1, αναντίλεκτα, ήταν ηλικίας 15 ετών και σύμφωνα με την Μ.Κ.7, ήταν ένα παιδί του οποίου οι νοητικές ικανότητες ενέπιπταν στο φυσιολογικό επίπεδο και ο περιγραφικός της λόγος ήταν ανεπτυγμένος στα φυσιολογικά αναμενόμενα πλαίσια. Κρίνω συνεπώς ότι, από την προαναφερόμενη προσκομισθείσα μαρτυρία, τα όσα η Μ.Κ.1 είπε ότι η παραπονούμενη της ανέφερε στις 09/11/2021 ανωτέρω, έχοντας υπόψη και την μαρτυρία της Μ.Κ.7, συνάδουν περισσότερο με σκόπιμη αποκάλυψη της ισχυριζόμενης σεξουαλικής κακοποίησης της, Η παραπονούμενη, φαίνεται ότι, μετά από παράκληση της για διευθέτηση συνάντησης με την Μ.Κ.1 για τον σκοπό, ηθελημένα και εσκεμμένα αναφέρθηκε στην ισχυριζόμενη εμπειρία της σεξουαλικής κακοποίησης από τον κατηγορούμενο, με στόχο την φανέρωση της, έχοντας μάλιστα ως κίνητρο, την επιθυμία της να έδινε ένα τέλος στον φόβο που ένιωθε για το θέμα της ασφάλειας της, το οποίο, έστω στην συνέχεια των πραγμάτων, διαμορφώθηκε ώστε να επιθυμεί να τον καταγγείλει και στην Αστυνομία. Η ανωτέρω δήλωση της παραπονούμενης προς την Μ.Κ.1, με την οποία μάλιστα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της τελευταίας, για το ίδιο ζήτημα, είχε και μεταγενέστερες συναντήσεις για περίοδο μίας και πλέον εβδομάδας (σε μία από τις οποίες της αποκάλυψε και το ονοματεπώνυμο του κατηγορουμένου), έγινε με καθυστέρηση, η οποία ωστόσο σχετικά δεν είναι πολύ μεγάλη (δύο περίπου μήνες μετά τα ισχυριζόμενα περιστατικά στο πάρτι της Μ. Θ.), αφού είχε προαποφασιστεί, δεν ήταν αόριστη, αλλά είχε αρκετή προσδιοριστική της φύσης της σεξουαλικής κακοποίησης και του υπόβαθρου της λεπτομέρεια, χωρίς να προκύπτει ότι η παραπονούμενη δεν είχε την ικανότητα, από την οποιαδήποτε άποψη, να το πράξει. Από την προαναφερόμενη μαρτυρία, είμαι της άποψης ότι, αφής στιγμής συνάδει περισσότερο ότι το Δικαστήριο βρίσκεται ενώπιον μίας «σκόπιμης αποκάλυψης» (με τα προαναφερόμενα χαρακτηριστικά) της ισχυριζόμενης σεξουαλικής κακοποίησης της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο, τίθεται αντικειμενικά προς συζήτηση, κατά πόσο, η προαναφερόμενη, χωρίς εξήγηση από την προσκομισθείσα μαρτυρία, αντίφαση, που προκύπτει μεταξύ της μαρτυρίας της παραπονούμενης στην οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία και της δήλωσης της προς την Μ.Κ.1 για τα επίδικα γεγονότα, επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό το ζήτημα της αξιοπιστίας της. Είμαι της άποψης ότι επηρεάζει και θα αναφερθώ στην συνέχεια και σε άλλες παρατηρήσεις μου από την μαρτυρία που, σωρευτικά, συνηγορούν σε αυτό. Θα ξεκινήσω από την μαρτυρία της Μ.Κ.7, σύμφωνα με την οποία, η παραπονούμενη, όπως η ίδια της ανέφερε κατά την λήψη του ιστορικού της, από την Α' Τάξη στο Γυμνάσιο, δηλαδή, σε χρόνο πριν από τα επίδικα περιστατικά (τρία περίπου χρόνια προηγουμένως), ξεκίνησε να αντιμετωπίζει δυσκολίες με την ψυχική της υγεία. Κατά την περίοδο αυτή, μεταξύ άλλων, αυτοτραυματιζόταν, ένιωθε ανασφάλεια για τον εαυτό της και για τους γύρω της, πίστευε πως δεν ήταν αποδεκτή και είχε σκέψεις θανάτου και κατά διαστήματα αυτοκαταστροφικές τάσεις, ενώ παρουσίαζε επικίνδυνες προς το άτομο της συμπεριφορές. Για αυτό τον λόγο, προς ανακούφιση των προαναφερόμενων δυσκολιών, εντάχθηκε σε ατομική ψυχολογική θεραπεία. Σχετικά με τις επιπτώσεις των ισχυριζόμενων περαστικών για τα οποία η παραπονούμενη κατήγγειλε τον κατηγορούμενο, η Μ.Κ.7 είπε ότι, η παραπονούμενη, κατά την χρήση του ερωτηματολογίου «CATS», μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε σε αρνητικές σκέψεις για τον εαυτό της, επέρριπτε ευθύνες στον εαυτό της και σε άλλα άτομα για τα συμβάντα ενώ δεν έφταιγαν, καθώς επίσης, είχε εκρήξεις οργής και ξεσπάσματα εις βάρος άλλων προσώπων. Σύμφωνα με την Μ.Κ.7, κλινικά, μεταξύ άλλων, η παραπονούμενη εμφάνιζε και συμπτώματα αυτοκαταστροφικότητας. Η Μ.Κ.2, υπενθυμίζω, για το ίδιο θέμα, αναφέρθηκε και σε συμπεριφορές παρορμητισμού της παραπονούμενης. Όπως η Μ.Κ.2 επίσης ανέφερε, η παραπονούμενη ήταν άτομο που είχε έντονες διαταραχές της διάθεσης, καταθλιπτικότητα, μελαγχολία, λύπης, ξεσπάσματα θυμού προς την οικογένεια και τα φιλικά της πρόσωπα. Άμεσα σχετικά της προαναφερόμενης μαρτυρίας των Μ.Κ.7 και Μ.Κ.2, είναι και τα ακόλουθα που προκύπτουν από την μαρτυρία των Μ.Κ.1 και παραπονούμενης. Σύμφωνα με την Μ.Κ.1, όταν στις 09/11/2021 είχε την προαναφερόμενη συνάντηση με την παραπονούμενη, το υπόβαθρο της οποίας έχω ήδη σχολιάσει, το πρώτο περιστατικό που της εξιστόρησε, δεν αφορούσε τον κατηγορούμενο, αλλά κάποιο άλλο άτομο, «συνομήλικο» της. Σχετικά με αυτό το γεγονός, στην κατάθεση της στην Αστυνομία, η Μ.Κ.1 ανέφερε: «Αρχές του φετινού καλοκαιριού
(2021), βρέθηκε στο σπίτι της και συγκεκριμένα στο δωμάτιο της, με ένα φίλο, συνομήλικο της από άλλο σχολείο, του οποίου δεν ρώτησα το όνομα και η ίδια δεν μου το ανέφερε. Με το αγόρι αυτό, από ότι κατάλαβα, ήταν απλά φίλοι, δεν ήταν το αγόρι της δηλαδή. Το αγόρι αυτό, άρχισε να την αγγίζει στο σώμα, ενώ φορούσε τα ρούχα της. Η Μαρίς του ζήτησε να σταματήσει, όμως αυτός συνέχισε βγάζοντας της τα ρούχα της εντελώς και της έκανε στοματικό. Η Μαρία, δεν μου ανέφερε εάν έβγαλε και αυτός τα δικά του ρούχα. Η Μαρία μου είπε ότι ενόσω αυτός της έκανε στοματικό, αυτή έκλαιγε, ήταν αναστατωμένη, του ζητούσε να σταματήσει, όμως αυτός δεν σταματούσε. Κάποια στιγμή, ενώ η Μαρία του ζητούσε να σταματήσει, της βγήκε σε γέλιο, αλλά όπως μου εξήγησε, ήταν λόγω αμηχανίας και σοκ και όχι επειδή της άρεσε. Μετά από αυτό το περιστατικό που σας περιέγραψα, η Μαρία μου είπε ότι σταμάτησε τις επαφές με τον συνομήλικο της, όμως αναφέρθηκε και σε μίαν άλλη περίπτωση, με κάποιον δεκαεννιάχρονο
(19)με τον οποίο είχε δεσμό για δύο μήνες. .». Αν και, βέβαια, εντύπωση προκαλεί και το γεγονός της επιλογής της παραπονούμενης, το, ως προκύπτει αντικειμενικά από τους ισχυρισμούς της στην οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία, σοβαρότερο περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης της από τον κατηγορούμενο, να μην το αποκαλύψει πρώτο στην Μ.Κ.1, αυτό που, για σκοπούς αυτού του σχολιασμού, προκύπτει από την προαναφερόμενη μαρτυρία της Μ.Κ.1 ως κρατούμενο, είναι το γεγονός ότι, αρχές του καλοκαιριού του έτους 2021, δηλαδή, περί τον Ιούνιο, είχε την προαναφερόμενη εμπειρία σεξουαλικής κακοποίησης της από κάποιο αγόρι, ως προσδιόρισε, συνομήλικο της. Στοιχείο το οποίο αποκτά σημασία στο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης, επειδή, κριτικά ιδωμένο, συνδέεται ενδεχομένως με τα προαναφερόμενα από την μαρτυρία της Μ.Κ.7, περί του ότι, όπως η ίδια η παραπονούμενη της ανέφερε, από την Α' Τάξη στο Γυμνάσιο, ξεκίνησε να αντιμετωπίζει δυσκολίες με την ψυχική της υγεία και παρουσίαζε επικίνδυνες προς το άτομο της συμπεριφορές. Και όπως η Μ.Κ.2 ανέφερε, ήταν παρορμητική. Ειδικότερα, αν ληφθεί υπόψη και το εξής: Ότι, ήταν επίσης ο ισχυρισμός της παραπονούμενης στην οπτικογραφημένη της κατάθεση Αστυνομία ότι, μέσα στην ίδια χρονιά, ή όπως η ίδια διαφορετικά ανέφερε, «στην ηλικία που ήταν» όταν έδινε την κατάθεση της (δηλαδή, όπως διευκρίνισε, των 15 ετών), είχε μία «σοβαρή σχέση» με κάποιο δεκαοκτάχρονο, «που ήταν πάρα πολλά εντάξει», με τον οποίο προέβαινε σε σεξουαλικές πράξεις «τύπου δάκτυλα», αλλά δεν είχε ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή. Από τα προαναφερόμενα, προκύπτει σαφώς από τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης ότι, δεδομένης της ηλικίας του ατόμου, αλλά και του χαρακτηρισμού της σχέσης, ο προαναφερόμενος, είναι πρόσωπο άλλο από τον επίσης καταγγελλόμενο στην Μ.Κ.1 για σεξουαλική κακοποίηση της, συνομήλικο της. Με αυτές τι παρατηρήσεις για την προαναφερόμενη μαρτυρία κατά νουν, προβληματίζουν, σχετικά με την αξιοπιστία της παραπονούμενης και τα ακόλουθα, που προκύπτουν από την μαρτυρία, τόσο της ίδιας, όσο και της Μ.Κ.2. Στην κατάθεση της στην Αστυνομία, η Μ.Κ.2, μεταξύ άλλων ανέφερε ότι: «Το καλοκαίρι, τέλη Ιουνίου του 2021, η [ ], μου αποκάλυψε ότι γνωρίστηκε με ένα αγόρι, που ήταν περίπου δεκαεννέα
(19)ετών. Για αυτό το αγόρι μου είχε πει ότι τον φοβόταν, διότι αυτός θύμωνε εύκολα, χωρίς να μου πει κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό. Αν και μου ανέφερε κάποια στιγμή ότι το αγόρι, σε μία περίπτωση που συναντήθηκαν με παρέα στην Σαριπόλου την χαστούκιζε, δήθεν για αστείο και ότι τα άλλα άτομα της παρέας τους γελούσαν, πράμα που την ενόχλησε. Να σας αναφέρω ότι δεν μου είπε το όνομα αυτού του αγοριού.». Σε σχέση με τα προαναφερόμενα, η παραπονούμενη, παρατηρούμε, κατέθεσε τα εξής. Κατ' αρχάς, ήταν ο ισχυρισμός της στην οπτικογραφημένη κατάθεση της στην Αστυνομία ότι, η σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο διήρκησε για «ένα με ανάμιση μήνα», «άρκεψε να γίνεται που τα τέλη του Ιούλη τζαι ούλο τον Αύγουστο» και ότι, η τελευταία επαφή που είχε μαζί του, ήταν τον Σεπτέμβριο. Επίσης, ήταν ο ισχυρισμός της ότι, η σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο, ξεκίνησε μία με ενάμιση εβδομάδα μετά την πρώτη τους γνωριμία, κατά την οποία περίοδο ο κατηγορούμενος «ήταν εντάξει, μια χαρά». Από την προαναφερόμενη μαρτυρία της παραπονούμενης, τίθεται κατ' αρχάς ζήτημα, κατά πόσο, η αναφορά της στην Μ.Κ.2, σύμφωνα με την τελευταία, σε «δεκαεννιάχρονο που τον φοβόταν, διότι θύμωνε εύκολα», αν μπορεί να συνδεθεί, με την απαιτούμενη βεβαιότητα, με τον κατηγορούμενο. Και περαιτέρω, τίθεται και ζήτημα γενικότερα σε ότι αφορά την αξιοπιστία της, αν ληφθεί υπόψη και το εξής. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, η παραπονούμενη ερωτήθηκε, γιατί δεν είχε αποκαλύψει τα όσα αφορούσαν την σεξουαλική κακοποίηση της στην Μ.Κ.
- Ήταν η τοποθέτηση της ότι, επειδή εκείνη την χρονική περίοδο, με την Μ.Κ.2, «έκαναν διάλειμμα», δηλαδή «είχε η ίδια ζητήσει [από την Μ.Κ.2] να μεν συναντηθούν για λίγο καιρό», «δεν τα είχε πει» στην Μ.Κ.2, «επειδή δεν είχε την ευκαιρία να της μιλήσει». Επέμεινε, παρατηρώ, σε αυτή την εκδοχή γεγονότων για το συγκεκριμένο θέμα και κατά την αντεξέταση της. Θέση της για τα γεγονότα, ωστόσο, αντίθετη των όσων για το ίδιο ζήτημα φαίνεται να κατέθεσε κατά την οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία, αφής στιγμής, τότε, σε ερώτηση της Μ.Κ.5 για το πότε είχε πει στην Μ.Κ.2 για την σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο, είχε αναφέρει ότι το έπραξε μόλις την προηγούμενη ημέρα και πρόσθεσε: «Είχα της το αναφέρει όταν έγινε το συμβάν, αλλά εν της είπα την αλήθκεια. Είπα της ότι ήταν κάτι μικρό που επέρασε επειδή ήξερα ότι αν της έλεα την αλήθκεια ήταν να γίνει τούτο ούλλο που έγινε τωρά, τζαι εφοήθηκα ότι ήταν να προχωρήσει τζιαι να το πει τζιαι στους δικούς μου αναγκαστικά, τζαι ήταν να. ήθελα να αποφύγω τούτο ούλλο.». Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης, ως ανωτέρω, για το πότε γνώρισε τον κατηγορούμενο, πότε ξεκίνησε η σεξουαλική κακοποίηση της από εκείνον και ποια ήταν η διάρκεια της, υπάρχει ένα ερωτηματικό αν, τέλη Ιουνίου του έτους 2021, ως ήταν ο ισχυρισμός της Μ.Κ.2 ότι της είπε η παραπονούμενη για τον «δεκαεννιάχρονο που τον φοβόταν, διότι θύμωνε εύκολα», θα μπορούσε χρονικά να είχε ήδη λάβει χώρα η ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο, ώστε να μπορούσε να είχε αναφέρει το συμβάν στην Μ.Κ.2, ως επίσης ισχυρίστηκε, χωρίς όμως να της πει την αλήθεια. Σε ότι αφορά το θέμα της αποκάλυψης της σεξουαλικής κακοποίησης της από τον κατηγορούμενο, η παραπονούμενη, κατά την οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία, σε ερώτηση της Μ.Κ.5 αν προέβη σε αποκάλυψη και σε κάποιον άλλο, ανέφερε ότι, το έπραξε στην καλύτερη της φίλη, την Χ. Ν. Είπε συγκεκριμένα: «Έμαθε το τζιαι τζίνη όταν είχα μιλήσει στη σύμβουλο του σχολείου, λίο πριν μιλήσω με την σύμβουλο είπα της το για να τα φκάλω λιο που μέσα μου, να μου πει λιο τη γνώμη της.». Εντούτοις, κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου, αναφορικά με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της, προέκυψε με την μαρτυρία της ανακολουθία και αντίφαση, καθότι, ήταν ο ισχυρισμός της ότι, στην εν λόγω φίλη της το είπε μετά. Είπε, συγκεκριμένα: «Η [ ] είχε μάθει το τι μου συνέβηκε μετά αφού είχα πει στην κυρία Νάσια, τη σύμβουλο, το τι έγινε τζιαι αφού ειδοποιήθηκε η Αστυνομία τζιαι οι γονείς μου. Εμοιράστηκα το μαζί της μετά, γιατί ήταν η καλύτερη μου φίλη τζιαι ένιωθα ότι ήθελα να το συζητήσω με κάποιον.». Εκτός όμως από την ανακολουθία και αντίφαση, ως προκύπτει από τα ανωτέρω, στην μαρτυρία της παραπονούμενης, η βασιμότητα του προαναφερόμενου ισχυρισμού της και δη, το κατά πόσο προέβη σε αποκάλυψη και σε κάποιο άλλο πρόσωπο πριν το πράξει στην Μ.Κ.1, άπτεται, εκτός του ζητήματος, ενδεχομένως, ενός πρώτου παραπόνου σεξουαλικού ποινικού αδικήματος που ενισχύει την μαρτυρία του θύματος, και του θέματος στο οποίο αναφέρθηκε πιο πάνω: Του σκόπιμου, υπό τις περιστάσεις, με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία, της αποκάλυψης της παραπονούμενης προς την Μ.Κ.1, της σεξουαλικής κακοποίησης της από τον κατηγορούμενο και τι αυτή αφορούσε. Από αυτή την άποψη, είναι σημαντικός αυτός ο ισχυρισμός της παραπονούμενης, επειδή δείχνει ακόμη περισσότερο, προηγούμενη σκέψη και συζήτηση των καταγγελλόμενων περιστατικών, εις αναζήτηση γνώμης που αφορά στο θέμα της αποκάλυψης, που τελικά φέρεται ότι έγινε. Στο σημείο αυτό, προβληματίζει περαιτέρω και το γεγονός ότι, σύμφωνα με την μαρτυρία της Μ.Κ.1, στις 09/11/2021, η παραπονούμενη, όπως είπα και πιο πριν, ξεκίνησε την αποκάλυψη της, με το περιστατικό που έλαβε χώρα στο υπνοδωμάτιο της και αφορούσε τον συνομήλικο της και όχι τον κατηγορούμενο. Αυτό, ως γεγονός, απασχολεί κριτικά σε ότι αφορά την αξιοπιστία της παραπονούμενης, διότι: Πρώτα απ' όλα, ως και προαναφέρθηκε, φαίνεται πιο λογικό ότι η παραπονούμενη, θα ξεκινούσε την αποκάλυψη της προς την Μ.Κ.1, αναφερόμενη στο πιο σοβαρό, αντικειμενικά, περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης της. Αυτό, δηλαδή, που αφορά τον κατηγορούμενο και όχι από το ισχυριζόμενο με τον συνομήλικο της. Και αυτό, ειδικότερα αν ληφθούν υπόψη οι σχετικοί ισχυρισμοί της από την οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία για τα περιστατικά της σεξουαλικής κακοποίησης της από τον κατηγορούμενο. Όπως αναφέρω και στην συνέχεια με περισσότερη λεπτομέρεια, σχολιάζοντας την θέση της παραπονούμενης για το είδος της «σχέσης» της με τον κατηγορούμενο, ήταν ο ισχυρισμός της ότι, σε κάποια φάση, τα πράγματα μεταξύ τους έγιναν χειρότερα, όταν, σε στιγμές που ήταν μόνοι τους, ο κατηγορούμενος άρχισε την προσπάθεια του να της «κάνει, κάποια παραπάνω πράγματα», σεξουαλικής φύσεως. Επειδή εκείνη δεν ήθελε, «αντιστεκόταν» και για αυτό, ο κατηγορούμενος την «χτυπούσε». Την «έδερνε, της τραβούσε τα μαλλιά, την έπιανε από τον λαιμό, την γρονθοκοπούσε και διάφορα άλλα». Τελικά, ο κατηγορούμενος κατάφερνε τον σκοπό του και «την ενοχλούσε και σεξουαλικά». Κατάσταση, δηλαδή, να της κάνει «συνέχεια» τα ανωτέρω, που κράτησε, ως και προελέχθη, για περίπου ενάμιση μήνα, μέχρι και που έλαβαν χώρα τα περιστατικά στο πάρτι που διοργάνωσε στο σπίτι της η φίλη της Μ. Θ. Αυτούς τους ισχυρισμούς της, η παραπονούμενη, τους επανέλαβε και κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής. Μάλιστα, μετά από σχετική ερώτηση, η παραπονούμενη διευκρίνισε και τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της ότι «αντιστεκόταν» στον κατηγορούμενο, λέγοντας το εξής: «Έκαμνα διάφορες εκφράσεις με το πρόσωπο μου που έδειχναν ότι εν το ήθελα. Τις περισσότερες φορές που εγίνετουν έκλαια, πολλές φορές μπορούσε να αντιδράσω τζιαι να πω "Εν θέλω", να τον σπρώξω.». Με αποτέλεσμα, όπως περαιτέρω ισχυρίστηκε: «Εν το έπαιρνε καλά τούτο ούλλο, γι' αυτό τζιαι με χτυπούσε.». Όπως επίσης ισχυρίστηκε κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, μέσα σε αυτό τον ενάμιση μήνα που, υπό τις περιστάσεις που ισχυρίστηκε, συναναστρεφόταν με τον κατηγορούμενο, ο τελευταίος ενεργούσε πάντοτε το ίδιο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε: «Κάθε φορά που βρεθόμασταν γίνονταν τούτα τα πράγματα.». Δηλαδή, ήταν η θέση της ότι, όταν ο κατηγορούμενος κατάφερνε να την ξεμοναχιάζει, και ενώ αυτή εμφανώς αντιστεκόταν, μάλιστα, τις περισσότερες φορές ενώ έκλαιγε, αφού την χτυπούσε για να κάμψει την αντίσταση της (επαναλαμβάνω τους σχετικούς ισχυρισμούς της: της τραβούσε τα μαλλιά, την έπιανε από τον λαιμό, την γρονθοκοπούσε και διάφορα άλλα), την έγδυνε και την άγγιζε σε διάφορα μέρη του σώματος της (π. χ. είπε, στο στήθος), την δάγκωνε σε διάφορα μέρη του σώματος της (π. χ. είπε, στα χείλη και στο γεννητικό της όργανο), διείσδυε τα δάκτυλα του στο κόλπο της και στον πρωκτό της, την εξανάγκαζε να τον αυνανίζει και να του κάνει πεολειχία. Αυτά, επαναλαμβάνω, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης, γίνονταν συνέχεια όταν βρίσκονταν με τον κατηγορούμενο κατά την προαναφερόμενη περίοδο του ενάμιση μηνός. Και όμως, όταν αποκαλύπτει την σεξουαλική κακοποίηση της στην Μ.Κ.1, η παραπονούμενη, σύμφωνα με την μαρτυρία της πρώτης, όχι μόνο αναφέρεται μόνο για τα περιστατικά με τον κατηγορούμενο στο πάρτι της Μ. Θ. που αφορούσαν ένα και μοναδικό περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης της (και μάλιστα, αναφέρεται σε αυτά ως το «αποκορύφωμα» της προβληματικής της σχέσης, που ήταν προβληματική επειδή ήταν κακοποιητική λόγω της σωματικής βίας που δεχόταν από εκείνον), αλλά το πράττει, αφού πρώτα αναφέρεται στο περιστατικό της σεξουαλικής κακοποίησης της από τον συνομήλικο της. Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των ισχυρισμών της παραπονούμενης για το συγκεκριμένο περιστατικό με τον κατηγορούμενο στο πάρτι της Μ. Θ., η προαναφερόμενη υποκείμενη κατάσταση που οδήγησε σε αυτό, που επίσης αφορούσε σεξουαλική κακοποίηση της, την προαναφερόμενη πολύ σοβαρής μορφής σεξουαλική κακοποίηση της (σοβαρότερης, είμαι της άποψης, και από την καταγγελλόμενη που έλαβε χώρα στο πάρτι της Μ. Θ.) τακτικότατα, που ενείχε επισημαίνω έντονα (ως ανωτέρω περιγράφεται) το στοιχείο της βίας, για περίοδο ενάμιση μηνός, πιο λογικό είναι ότι, σε μία περίπτωση σκόπιμης αποκάλυψης, όπως την αναφέρω πιο πάνω, θα αναφερόταν. Έστω και γενικά, θα αναφερόταν. Αυτή η σκέψη, με οδηγεί και στους λόγους για τον επιπρόσθετο προβληματισμό μου σχετικά με το προαναφερόμενο ζήτημα. Η παραπονούμενη, ως προανάφερα, κατά την αντεξέταση της ισχυρίστηκε ότι, στην Μ.Κ.1 δεν είπε «τόσες λεπτομέρειες» για την σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο, «επειδή δεν ένιωσε άνετα». Αυτά, τα σχολίασα ήδη. Εντούτοις, αν κάποιος εξετάσει τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης στην Μ.Κ.1, ως παρουσιάστηκαν από την τελευταία, για αμφότερα τα ισχυριζόμενα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης της που αφορούν, τόσο τον συνομήλικο της, όσο και τον κατηγορούμενο, φαίνεται ότι υπάρχει κάποια σχετική λεπτομέρεια στην εξιστόρηση της, που θέτει εν αμφιβόλω και την εν λόγω τοποθέτηση της. Δηλαδή, ένιωθε άβολα να αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος, ως ήταν ο ισχυρισμός της τελικά στην οπτιοκογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία, την χτυπούσε, π. χ., για να του κάνει πεολειχία, αλλά δεν ένοιωθε άβολα να ισχυριστεί στην Μ.Κ.1 ότι ο συνομίλικος της την γύμνωσε και της έκανε παρά την θέληση της στοματικό έρωτα, δίνοντας λεπτομέρειες όπως, ότι αρχικά από αναστάτωση έκλαιγε όταν της το έκανε και μετά, ότι αυτό της εκδηλώθηκε σε νευρικό γέλιο. Προχωρώντας περαιτέρω να εξετάσω και να αντιπαραβάλω τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης για το περιστατικό της σεξουαλικής κακοποίησης της από τον κατηγορούμενο στο πάρτι της Μ. Θ.. προς την Μ.Κ.1, με αυτούς της οπτικογραφημένης της κατάθεσης στην Αστυνομία, εμφανώς υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές, χωρίς, από την προσκομισθείσα από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής μαρτυρία, να προσφέρεται προς τούτο οποιαδήποτε εξήγηση που να μην αφήνει αμφιβολίες για την πραγματικότητα τους. Θα αναφερθώ σε αυτές τις διαφορές αναλυτικά. Εν πρώτοις, στην Μ.Κ.1, η παραπονούμενη ανέφερε ότι το περιστατικό της σεξουαλικής κακοποίησης της στο πάρτι της [ ], έλαβε χώρα «σε ένα από τα δωμάτια του σπιτιού», όπου και ο κατηγορούμενος την είχε «απομονώσει» ζητώντας της να του κάνει πεολειχία. Ενώ, στην οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία ανέφερε ότι, με τον κατηγορούμενο, στο πλαίσιο ενός παιχνιδιού που έπαιζαν με την υπόλοιπη παρέα και έπρεπε να απομονωθούν «για δέκα λεπτά», πήγαν κάτω στο σπίτι όπου ο κατηγορούμενος την οδήγησε στο μπαλκόνι του σαλονιού και αφού έκλεισε την πόρτα του, την ξεγύμνωσε και γδύθηκε, «έκαμε τέλος πάντων τα πράγματα που εσυνήθιζε να κάμνει τζιαι τις προηγούμενες φορές, τζιαι τούτη τη φορά επροσπάθησε για να ολοκληρώσει». Θέση της από την οποία, πέραν της αντίφασης σε σχέση με την τοποθεσία του συμβάντος, προκύπτει περαιτέρω αντίφαση που αφορά την διαδοχή των γεγονότων και την φύση των σεξουαλικών πράξεων, για την οποία και για τα οποία, επισημαίνω, στην αναφορά τους προς την Μ.Κ.1, ως και προαναφέρθηκε, υπάρχει λεπτομέρεια. Είπε, στην Μ.Κ.1, ότι, επειδή αρνήθηκε έντονα στον κατηγορούμενο να του κάνει πεολειχία, αυτός θύμωσε, την ξεγύμνωσε με βία και μετά, διείσδυσε τα δάκτυλα του στον κόλπο της. Για την συνέχεια, στην Μ.Κ.1 η παραπονούμενη είπε ότι, ο κατηγορούμενος, επειδή εκείνη εξακολουθούσε να αντιδρά, «άρχισε να του φωνάζει να σταματήσει». Ωστόσο, όπως επιπρόσθετα ανέφερε στην Μ.Κ.1, ο κατηγορούμενος «συνέχισε και την γύρισε για να την βιάσει». Στην οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία όμως, δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι «αντιδρούσε» στις πράξεις του κατηγορουμένου πριν αυτός προσπαθήσει να διεισδύσει το πέος του στον κόλπο της ή ότι του «φώναζε για να σταματήσει». Τουναντίον, αυτό που, σε συνέχεια των προαναφερόμενών, είπε στην Αστυνομία, ήταν ότι, «εγω τζιήνη την στιγμή επάγωσα οπότε εν ήξερα τι να κάμω τζιαι απλααα εν έκαμα τίποτε». Προσθέτοντας ότι: «Τζιαι ήρτε μια φάση όμως που ευτυχώς ήβρα τη δύναμη τζιαι είπα του ότι αν το κάμει εννά φωνάξω να ακούσουν τα υπόλοιπα άτομα, . τζιαι λογικά εφοήθηκε τζιαι εσταμάτησε .». Θέση την οποία επανέλαβε και κατά την αντεξέταση της, όταν ερωτήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου, γιατί δεν έβαλε τις φωνές όταν ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να την ξεγυμνώσει, προσθέτοντας ότι, ήθελε να το αποφύγει για να μην μάθαινε η παρέα της το τι της συνέβαινε, από ντροπή, καθώς επίσης επειδή ήταν φοβισμένη. Περαιτέρω, ήταν ο ισχυρισμός της παραπονούμενης προς την Μ.Κ.1 ότι, όταν ο κατηγορούμενος την «γύρισε» για να την βιάσει, αυτή αντέδρασε ξανά και «σηκώθηκε να φύγει» και για αυτό ο κατηγορούμενος «την άρπαξε από τον λαιμό» και την απείλησε ότι: «εάν έλεγε κάτι, θα έβαζε άλλους να την σπάσουν στο ξύλο». Παρά ταύτα, στην οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία, η παραπονούμενη, χωρίς να αναφέρει ότι προσπάθησε να φύγει ή ότι ο κατηγορούμενος ως εκ τούτου την έπιασε από τον λαιμό, ισχυρίστηκε απλά ότι την απείλησε, μάλιστα, και με κάπως διαφορετικό περιεχόμενο, λέγοντας της ότι: «τούτο που εγίνηκε να μείνει μεταξύ μας, αλλιώς εννα έσιεις συνέπειες τζιαι αν δεν κάμω κάτι εγώ μπορεί να βάλω άλλα άτομα πάνω να σου κάμουν οτιδήποτε». Όπως είπε στην συνέχεια της οπτικογραφημένης της κατάθεσης, από αυτό «υπέθεσε» ότι ο κατηγορούμενος εννοούσε, ότι θα έβαζε άλλα άτομα «να την δέρουν». Ωστόσο, αντεξεταζόμενη σχετικά από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου, αρνήθηκε ότι αυτό ήταν κάτι που υπέθεσε, γιατί, όπως ισχυρίστηκε, ήταν η απειλή του κατηγορουμένου, κάτι που της «τόνιζε», κάθε φορά που την κακοποιούσε σεξουαλικά. Ο ισχυρισμός της παραπονούμενης προς την Μ.Κ.1, ότι ο κατηγορούμενος, ως προ ειπώθηκε, την έπιασε από τον λαιμό, αποκτά βεβαίως περισσότερη σημασία, επειδή στην συνέχεια, η παραπονούμενη, στην Μ.Κ.1 ανέφερε επίσης ότι, όταν ντύθηκε και βγήκε από το δωμάτιο, η φίλη της η Μ. Θ., την είδε που είχε σημάδια στον λαιμό και για αυτό την ρώτησε τι είχε. Μάλιστα, όπως η Μ.Κ.1 κατέθεσε ότι η παραπονούμενη της είπε, η Μ. Θ., λόγω τούτου, είχε αναφέρει στην μητέρα της ότι ο κατηγορούμενος της είχε επιτεθεί. Παρ' όλα αυτά, κανένας από τους εν λόγω ισχυρισμούς της δεν αναφέρεται στην οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία. Από την οποία (όπως άλλωστε κατέθεσε και κατά την αντεξέταση της), προκύπτει ο ισχυρισμός της παραπονούμενης ότι, μετά από το περιστατικό στο μπαλκόνι του σαλονιού, με τον κατηγορούμενο ντύθηκαν και «πήγαν πάνω στους υπόλοιπους σαν να μην συνέβαινε τίποτα». Σχετικά με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της παραπονούμενης προς την Μ.Κ.1, ότι μετά από το περιστατικό στο μπαλκόνι, είχε σημάδια στον λαιμό επειδή ο κατηγορούμενος την είχε πιάσει από τον λαιμό όταν την απειλούσε, αλλά και για το τι είδε, πότε και τι έπραξε αναφορικά με αυτό η φίλη της Μ. Θ., αξιοσημείωτα είναι και τα ακόλουθα. Αρχικά, εντοπίζω αντίφαση, σε σχέση με τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης στην οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία, από την οποία προκύπτει η θέση της ότι, τις «μαυράδες πάνω της», η μητέρα της, Μ.Κ.3, τις είδε κάποια μέρα, όταν μπήκε στο μπάνιο όταν λουζόταν και υποψιάστηκε τον κατηγορούμενο επειδή εκείνο τον καιρό δεν ήθελε να τον δει, αλλά εκείνη της αρνήθηκε. Η Μ. Θ., ήταν επίσης ο ισχυρισμός της, ήταν μετά από το περιστατικό στο πάρτι της, που είχε πει στην μητέρα της, Μ.Κ.3 για τους μώλωπες, «όταν το κατάλαβε», κάποιες ημέρες μετά, περί την μία εβδομάδα, και αφού εκείνη είχε ήδη τηλεφωνήσει στον κατηγορούμενο και του είπε ότι δεν ήθελε να έχει επαφή μαζί του. Μάλιστα, όταν της ζητήθηκε επί τούτου διευκρίνηση από την Μ.Κ.5, ήταν ο ισχυρισμός της ότι, αυτοί οι μώλωπες, ήταν στα πόδια και στα χέρια και όχι στον λαιμό, όπως, ως ανωτέρω καταγράφω, ισχυρίστηκε στην Μ.Κ.
- Παρόλα αυτά, κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου, ανακόλουθα, η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι, μώλωπες, δεν είχε μόνο στα πόδια και στα χέρια, αλλά είχε «τζιαι σημάδια πάνω στον λαιμό τζιαι πάνω στα χείλη της». Αξιοσημείωτες, σε ότι αφορά τους ανωτέρω ισχυρισμούς της παραπονούμενης, είναι και οι ακόλουθες παρατηρήσεις μου που προκύπτουν από αντιπαραβολή και σύγκριση τους με τους αντίστοιχους της Μ.Κ.
- Όπως έχω προαναφέρει, η αντιπαραβολή και σύγκριση αυτών των ισχυρισμών της παραπονούμενης, λόγω συσχετισμού των γεγονότων θεματικά με τους αντίστοιχους της Μ.Κ.3, είναι ζήτημα που άπτεται της αντικειμενικής υπόστασης των θέσεων που προωθεί η Κατηγορούσα Αρχή μέσα από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας (βλ. Παναγή ν. Χρυσοδόντα, Πολιτική Έφεση Αρ. 249/2015 κ. α., 06/06/2024 και Δ. Κουβά και Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση Αρ. 295/2015, 17/07/2024). Αρχικά, παρατηρώ ότι, κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, η Μ.Κ.3, με αναφορά στο περιστατικό που υποστήριξε είδε την παραπονούμενη στο μπάνιο όταν λουζόταν, ισχυρίστηκε ότι, ο μώλωπας που είχε δει στην παραπονούμενη, ήταν στην περιοχή του λαιμού της. Η αναφορά, σημειώνω, ήταν σε μώλωπα και όχι σε σημάδια. Μάλιστα, κατά την αντεξέταση της, η Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε επίσης ότι, κατ' εκείνο το συμβάν, στην παραπονούμενη είχε διαπιστώσει ένα και μόνο μώλωπα, τον προαναφερόμενο. Ήταν επιπρόσθετα ο ισχυρισμός της ότι, η παραπονούμενη, αφού μετά την καταγγελία των περιστατικών στην Αστυνομία ηρέμησε, μεταξύ άλλων που της ανέφερε για την υπόθεση αυτή, ήταν και το ότι, ο μώλωπας που είχε δει στον λαιμό της κατά το περιστατικό στο μπάνιο, της έγινε από τον κατηγορούμενο κατά τον περιστατικό στο πάρτι της Μ. Θ. Είπε συγκεκριμένα: «Απείλησε την κόρη μου τζιαι εν τζιαμέ που της έκαμε τζιαι τον μώλωπα που είπετε, εν τζιαμε που την έδερε τζιαι έκαμε της τζιαι τον μώλωπα .». Σχετική βεβαίως με τα προαναφερόμενα είναι και η υποβολή προς τον κατηγορούμενο από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ότι, από το περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης της παραπονούμενης στο πάρτι της Μ. Θ., λόγω της βίας που άσκησε στο πρόσωπο της, η παραπονούμενη «είχε σημάδια στο σώμα, αλλά και στον λαιμό». Εντυπωσιάζει βεβαίως, σε ότι αφορά την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής και το εξής, το οποίο είναι άξιο να σημειωθεί προτού προχωρήσω σε άλλα θέματα που άπτονται της αξιολόγησης της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Ότι, ενώ, όπως και σε άλλα σημεία σχολιάζω, ήταν η θέση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, ότι η τελευταία φορά που ο κατηγορούμενος είδε την παραπονούμενη, ήταν στο πάρτι της Μ. Θ. (κάτι που αποτελεί, ας σημειωθεί και ισχυρισμό του κατηγορουμένου), όπου ήταν η θέση της τελευταίας ότι η μητέρα της, Μ.Κ.3, γνώρισε τον κατηγορούμενο, στην οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία αναφέρει ότι, επειδή τότε η μητέρα της είχε δείξει με την στάση της ότι δεν της ήταν συμπαθής, ο κατηγορούμενος την χτυπούσε και για εκείνο τον λόγο. Ανέφερε συγκεκριμένα: «Τζιαι επειδή η μάμα μου έτυχε να τον δει μια φορά στο σπίτι μιας φίλης μου τζιαι εν της άρεσε, τζιαι έδειξε του το, εχτυπούσε με το τζιαι τζίνο. Εθύμωσε τζιαι για τζίνο, εκδικήτουν με τζιαι για τζίνο». Σε ότι αφορά ευρύτερα το περιστατικό της σεξουαλικής κακοποίησης της παραπονούμενης από τον κατηγορούμενο στο πάρτι της Μ. Θ., και πάλι, αντιπαραβολή και σύγκριση της μαρτυρίας της παραπονούμενης με αυτήν της Μ.Κ.3, αποκαλύπτει, έχοντας κατά νουν και όλα τα προαναφερόμενα, επιπρόσθετα ζητήματα που προβληματίζουν ως προς το κατά πόσο μπορεί να δοθεί πίστη στην μαρτυρία της παραπονούμενης για τα επίδικα γεγονότα και τις περιστάσεις που τα περιβάλλουν. Πρώτα - πρώτα, είναι αξιοσημείωτος ο ισχυρισμός της παραπονούμενης, κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ότι ήταν και η μητέρα της, Μ.Κ.3, στο πάρτι της Μ. Θ. το βράδυ που έλαβε χώρα η ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο. Σχετικά με αυτό το ισχυριζόμενος γεγονός, σημειώνω παρενθετικά την παρατήρηση μου ότι, στην οπτικογραφημένη της κατάθεση στη Αστυνομία, η παραπονούμενη δεν κάνει καμία αναφορά. Ερωτήθηκε για πρώτη φορά κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και μάλιστα, σε επακόλουθη ερώτηση που της ετέθη, είπε ότι, παρά αυτό το γεγονός, μετά από το ισχυριζόμενο περιστατικό στο μπαλκόνι του σαλονιού με τον κατηγορούμενο, δεν ζήτησε την βοήθεια της Μ.Κ.3, λέγοντας: «Όχι, εν εμίλησα σε κανέναν». Αφήνοντας με αυτές τις απαντήσεις της να εννοηθεί, ότι, στο πάρτι της Μ. Θ., ακόμη και μετά το ισχυριζόμενο περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης της από τον κατηγορούμενο στον συγκεκριμένο τόπο, ήταν παρούσα και η Μ.Κ.3, από την οποία όμως δεν ζήτησε καμία βοήθεια, δεν της μίλησε για αυτό. Τον ισχυρισμό της ότι παρούσα στο πάρτι της Μ. Θ. ήταν και η Μ.Κ.3, η παραπονούμενη τον επανέλαβε και κατά την αντεξέταση της. Στην συνέχεια ωστόσο, όταν η παραπονούμενη ερωτήθηκε κατά πόσο, ο τόπος στον οποίο ισχυρίστηκε ότι συμμετείχε στις καταγγελλόμενες σεξουαλικές πράξεις με τον κατηγορούμενο, το μπαλκόνι δηλαδή του σαλονιού, που ήταν, όπως παραδέχθηκε ένας κεντρικός χώρος, ήταν τόπος στον οποίο κάποιος μπορούσε ανά πάσα στιγμή να βρεθεί και να τους δει, εισήγαγε για πρώτη φορά και τον ισχυρισμό, αντικρουόμενο των προηγούμενων της τοποθετήσεων ανωτέρω, ότι αυτό ήταν απίθανο. Όπως υποστήριξε, δεν υπήρχε κάποιος που θα μπορούσε να πήγαινε σε εκείνο τον χώρο, κατά τον δεδομένο χρόνο, επειδή η παρέα τους ήταν πάνω στην ταράτσα, η μητέρα της είχε φύγει από το πάρτι και οι γονείς της Μ. Θ. είχαν ήδη πάει για ύπνο. Η προαναφερόμενη αντίφαση στην μαρτυρία της παραπονούμενης, αποκτά περισσότερη σημασία, αν ληφθεί υπόψη ότι, της προαναφερόμενης τοποθέτησης της, κατά την αντεξέταση της είχαν προηγηθεί θεματικά ερωτήσεις που αφορούσαν τους παριστάμενους στο πάρτι της Μ. Θ. και τις κινήσεις τους. Αφού η παραπονούμενη ερωτήθηκε και απάντησε, ως προελέχθη, ότι η μητέρα της, Μ.Κ.3, ήταν επίσης παρούσα, ερωτήθηκε και για το πόσα άτομα βρίσκονταν στην ταράτσα. Είπε ότι, δεν ήταν ολόκληρο το βράδυ τα ίδια άτομα, αλλά κυρίως, ήταν η παρέα. Ωστόσο, «κάποιες στιγμές, πήγαιναν και η μητέρα της Μ. Θ., η μητέρα της [Μ.Κ.3] και ο πατέρας της Μ. Θ.». Άφηνε δηλαδή σαφώς να εννοηθεί ότι, η Μ.Κ.3 και οι γονείς της Μ. Θ., την περισσότερη ώρα βρίσκονταν κάτω στο σπίτι και όχι στην ταράτσα. Στο τέλος της αντεξέτασης της, ως προς το θέμα αυτό, της πιθανότητας δηλαδή κάποιος να περνούσε από το σαλόνι και να τους έβλεπε στο μπαλκόνι κατά την μετακίνηση του στην κουζίνα για να μετέφερνε φαγώσιμα και άλλα πράγματα στο πάρτι που ελάμβανε χώρα στην ταράτσα, η παραπονούμενη ήταν επίσης αρνητική. Είπε ότι, μπαίνοντας στο σπίτι της Μ. Θ., ανεβαίνοντας το κλιμακοστάσιο μέχρι το τέλος, υπάρχει πόρτα που βγάζει σε μία κουζίνα, μέσα από την οποία, από άλλη πόρτα, βγαίνει κάποιος στην ταράτσα. Σε χαμηλότερο επίπεδο, σαν ανεβαίνει κάποιος το κλιμακοστάσιο, είπε επίσης, υπάρχει άλλη πόρτα, η οποία οδηγεί σε μία άλλη κουζίνα και στον χώρο του σαλονιού που έχει και το μπαλκόνι με το οποίο σχετίζονται οι ισχυρισμοί της. Για τους σκοπούς του πάρτι, οι παριστάμενοι, ήταν περαιτέρω ο ισχυρισμός της, χρησιμοποιούσαν την πάνω κουζίνα και όχι την κάτω. Η προαναφερόμενη μαρτυρία της παραπονούμενης, για τους λόγους που εξήγησα, αφήνει ερωτηματικά. Περισσότερη δε αβεβαιότητα, σχετικά με το κατά πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ως και προελέχθη, προκαλεί όταν αντιπαραβληθεί και συγκριθεί με την μαρτυρία της μητέρας της για τα ίδια γεγονότα, Μ.Κ.
- Αρχικά, σημειώνεται ότι, ήταν η θέση και της Μ.Κ.3 ότι ήταν παρούσα στο πάρτι της Μ. Θ., χωρίς σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της να προβάλει τον ισχυρισμό, όπως ήταν της παραπονούμενης, ότι αποχώρησε από αυτό σε κάποια φάση, αφήνοντας την παραπονούμενη εκεί. Ήταν μάλιστα επιπρόσθετα ο ισχυρισμός της ότι, επειδή γνωρίζει τους γονείς της Μ. Θ., πήγε και εκείνη στο πάρτι, με σκοπό να γνώριζε τους φίλους της παραπονούμενης. Ήταν, είπε επίσης, στον ίδιο χώρο με τους ανηλίκους, αλλά όχι συνεχώς. Ειδικότερα, κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, η Μ.Κ.3 ισχυρίστηκε πρόσθετα ότι, σε κάποια στιγμή κατά την διάρκεια του πάρτι, είχε αναζητήσει την παραπονούμενη στην ταράτσα, η οποία, όπως της είπαν από την παρέα της, βρισκόταν με τον κατηγορούμενο μόνοι σε μίαν «αποθηκούα», που ήταν στην γωνιά της ταράτσας, για να μιλήσουν. Ήταν ανήσυχη, είπε επίσης, για το γεγονός, αλλά καθησυχάστηκε τελικά, επειδή σκέφτηκε ότι, λόγω της παρουσίας της στο πάρτι, δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι κακό. Διεύρυνε τους ισχυρισμούς της, λέγοντας επίσης ότι, μετά την επιστροφή των παραπονούμενης και κατηγορούμενου από εκείνο τον χώρο, ήταν παρούσα στην ταράτσα. Και όχι μόνο ήταν παρούσα, αλλά είχε αντιληφθεί την παραπονούμενη ότι δεν ήταν καλά. Είπε χαρακτηριστικά: «Έν ήταν καλά τζιαι έβλεπε με συνέχεια στα μάθκια. Εν εκατάλαβα τι ήθελε να μου πει, ήθελε κάτι να μου πει, ότι κάτι εν πάει καλά, αλλά εν εμπορούσα να καταλάβω τι ήθελε να μου πει. Το βλέμμα της, έβλεπε με κατάμματα σαν να ήθελε να μου πει "Μάμα, κάτι εν πάει καλά", σαν να ήθελε να μου φωνάξει και νιώθω πολλά απαίσια γιατί εν είχα καταλάβει τίποτε.». Επανέλαβε για τα των ενοχών της και στην συνέχεια της περαιτέρω κυρίως εξέτασης της, όταν περιέγραψε τον συγκλονισμό της όταν πληροφορήθηκε τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης στην Μ.Κ.1 για την σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο, επειδή ήταν «στον ίδιο χώρο τζαι δεν μπόρες[ε] να κάμ[ει] τίποτε για το παιδί [της]». Σημαντική βεβαίως, ήταν και η τοποθέτηση της Μ.Κ.3 κατά την αντεξέταση της ότι, κατά την διάρκεια του πάρτι, με τους γονείς της Μ. Θ., επειδή «εκάμναν σουβλάκια, σεφταλιά», «ο ένας επήαινε έφερνε μπύρες, ο άλλος επηαινε έφερνε αναψυκτικά, ο άλλος πήγαινε μπορούσε να έφαιρνε χυμούς, ο άλλος πιάτα», «κινούνταν [σε σχέση με την ταράτσα] πάνω - κάτω», επειδή το σπίτι τους είναι «πάνω - κάτω», «έν [ήταν] συνέχεια στον ίδιο τόπο». Η ίδια δε, υποστήριξε επίσης, «[ήταν] συνέχεια σε εγρήγορση». Έχοντας κατά νουν, τους ανωτέρω ισχυρισμούς της Μ. Κ.3 για τις κινήσεις, τόσο της ίδιας, όσο και των γονέων της Μ. Θ. κατά το πάρτι, μεταξύ σπιτιού και ταράτσας, αλλά και τα ακόλουθα που αφορούν την βεράντα του σαλονιού, αναφορά στην οποία κάνει η παραπονούμενη στους δικούς της ισχυρισμούς για την σεξουαλική κακοποίηση της από τον παραπονούμενο εκείνο το βράδυ, η εκδοχή της παραπονούμενης για τα επίδικα γεγονότα και τις περιστάσεις που τα περιβάλλουν, προβληματίζει ακόμη περισσότερο. Εν πρώτοις, επισημαίνω ότι, οι ισχυρισμοί της Μ.Κ.3, όταν αντεξετάστηκε σχετικά από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου, για την διάταξη της ταράτσας, κουζίνας, σαλονιού και μπαλκονιού του σαλονιού και γενικά, σε ότι αφορά την περιγραφή του σπιτιού της Μ. Θ., δεν συνάδουν και συγκρούονται με αυτούς της παραπονούμενης, πιο πάνω. Για το προκείμενο, η Μ.Κ.3, αφού πρώτα επανέλαβε ότι, «κατά την διάρκεια που ήταν στο πάρτι, μαζί με τους γονείς της Μ. Θ. κινούνταν σε όλο το σπίτι», «πάνω - κάτω», ισχυρίστηκε ότι, αν και υπήρχε «μια μικρή βεράντα» που «σχετιζόταν» με το σαλόνι, δεν πήγαιναν εκεί. Όπως είπε χαρακτηριστικά: «Ήμασταν μέσα στο σπίτι, εφέρναμε διάφορα πράγματα. Στη βεράντα, τι να κάμουμε τη μικρή βεράντα.». Με βάση την περιγραφή της Μ.Κ.3 για το σπίτι της Μ. Θ.: «κάτω είναι η θεία της Μ. Θ., πάνω είναι η Μ. Θ. τζιαι πάνω το roof garden»· τίθεται εν αμφιβόλω ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της παραπονούμενης περί δύο κουζινών. Σε αυτό το μπαλκόνι του σαλονιού, ισχυρίστηκε η Μ.Κ.3 επίσης, που βρισκόταν στο βάθος, από την κουζίνα στην οποία κινούνταν για τους προαναφερόμενους λόγους, η οποία βρισκόταν πιο πίσω, δεν υπήρχε οπτική επαφή, έπρεπε κάποιος να βγει έξω για να δει. Πολύ σημαντική βεβαίως κρίνεται, σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα και η υποβολή για τα σχετικά γεγονότα προς τον κατηγορούμενο από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ότι, στο πάρτι της Μ. Θ.: «βρέθηκαν μόνοι τους και στην ταράτσα σε μιαν μικρή αποθήκη, αλλά και κάτω στην βεράντα του σπιτιού». Η μαρτυρία των παραπονούμενης και Μ.Κ.3, συγκρούεται και σε σχέση με το γεγονός της απειλής που, μετά τα περιστατικά στο πάρτι της Μ. Θ. και το τηλεφώνημα της παραπονούμενης προς τον κατηγορούμενο για διακοπή των επαφών τους, αμφότερες ισχυρίστηκαν ότι έλαβε χώρα μέσω τηλεφώνου από τον κατηγορούμενο, παρουσία της παρέας της παραπονούμενης όταν βρίσκονταν στο σπίτι τους. Ήταν ο ισχυρισμός της παραπονούμενης στην οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία ότι, εκείνη την ημέρα, κάποια φίλη της είχε δει κάπου τον κατηγορούμενο, και την κάλεσε στο τηλέφωνο για να της πει ότι, «του έκαμ[ε] θέμα», ότι του είπε «το και το, γιατί έκαμες έτσι της [Μ. Ν. Κ.] τζιαι διάφορα». Όταν μιλούσαν (σε ανοικτή ακρόαση και άκουγαν και οι υπόλοιποι), άκουγε στο βάθος τον κατηγορούμενο να φωνάζει και να λέει: «θέλω να μιλήσω μαζί της, θέλω να βρεθώ μαζί της, εν θα γλιτώσει που μένα, εγώ εν έκαμα τίποτα. Λέει ψέματα.». Λόγω τούτου και επειδή αγχώθηκε, έφυγε από το σπίτι της, αφήνοντας εκεί την παρέα της και πήγε μία βόλτα. Επιστρέφοντας, από την παρέα της είπαν ότι, κάτι του είχε πει η μητέρα της, δεν γνωρίζει τι και εκείνος της απάντησε με απειλή. Είχε πει στην μητέρα της ότι: «έχω πολλά άτομα πίσω μου που μπορούν να κάμουν κακό τζιαι σ' εσένα τζιαι στην κόρη σου». Για τα ίδια ωστόσο περιστατικά, η Μ.Κ.3, κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, ισχυρίστηκε τα εξής. Ότι βρισκόταν στο σπίτι εκείνη την ημέρα, και έτυχε να βρίσκεται κοντά όταν άκουσε την παραπονούμενη «να κλαίει και να φωνάζει». Σαφώς, η παραπονούμενη δεν πρόβαλε ένα τέτοιο ισχυρισμό. Ότι δηλαδή έκλαιγε και φώναζε. Και όχι μόνο αυτό. Μάλιστα, όπως η Μ.Κ.3 για την συνέχεια ισχυρίστηκε, λόγω τούτου, είχε πλησιάσει την παραπονούμενη ρωτώντας την: «Τι συμβαίνει;» και «την άκουσε που του μιλούσε». Η παραπονούμενη, σαφώς δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο. Η συζήτηση τους, προέκτεινε η Μ.Κ.3, είχε και συνέχεια. Είχε ρωτήσει την παραπονούμενη, κατά πόσο στο τηλέφωνο ήταν ο κατηγορούμενος, η παραπονούμενη της είπε ναι και εκείνη, αφού την ρώτησε τι ήθελε, της πήρε το τηλέφωνο και τότε ήταν που ο κατηγορούμενος την απείλησε «ότι θα πήγαινε να τους δέρει, να τους εκφοβίσει». Μετά, του έκλεισε το τηλέφωνο. Ισχυρισμοί, εκ διαμέτρου αντίθετοι, εφόσον, ο ισχυρισμός της παραπονούμενης ήταν ότι, είχε φύγει από το σπίτι, προτού η μητέρα της έχει την οποιαδήποτε εμπλοκή στο περιστατικό και ότι, για το τι έλαβε χώρα με τον κατηγορούμενο και την μητέρα της, το έμαθε μετά, όταν επέστρεψε, από την παρέα της. Ακόμη και για την κατάληξη του εν λόγω περιστατικού, παραπονούμενη και Μ.Κ.3 παρουσίασαν διαφορετικούς ισχυρισμούς, εφόσον, αφενός μεν, η Μ.Κ.3, ως προ ειπώθηκε, έληξε το περιστατικό τερματίζοντας την κλήση στο τηλέφωνο. Αφετέρου δε, η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι, μετά τις απειλές του κατηγορουμένου προς την μητέρα της, κάποιος από την παρέα, ο Κ. Μ., «χειρίστηκε» τον κατηγορούμενο, «εμιλήσαν μαζί». Θέματα, σε ότι αφορά την μαρτυρία της παραπονούμενης, που προβληματίζουν σχετικά με την αξιοπιστία της, εντοπίζονται και άλλα, κάποια από τα οποία συσχετίζονται και με τα προαναφερόμενα, που προσθέτουν, στην όλη εκδοχή της παραπονούμενης για τα επίδικα γεγονότα, σε ότι αφορά την πραγματικότητα της, αβεβαιότητα. Θα αναφερθώ στα κυριότερα. Σε ότι αφορά την γνωριμία και σχέση της με τον κατηγορούμενο, η παραπονούμενη, στην οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία ισχυρίστηκε ότι, έτυχε να τον γνωρίσει σε κάποια από τις εξόδους της, όταν την προσέγγισε στην παρέα στην οποία βρισκόταν, μέλη της οποίας τον γνώριζαν. Επειδή της άρεσε και του άρεσε και εκείνη, ο κατηγορούμενος της ζήτησε να βρίσκονταν ξανά, κάτι που στην συνέχεια έγινε, με αποτέλεσμα να γνωριστούν καλύτερα, ο κατηγορούμενος να γνωρίσει περισσότερο και την παρέα της και τελικά, να ενσωματωθεί σε αυτή. Θέση για τα γεγονότα της υπόθεσης, την οποία η παραπονούμενη επανέλαβε όταν, στην συνέχεια της εν λόγω οπτικογραφημένης κατάθεσης της, το πιο πάνω θέμα, της ετέθη από την Μ.Κ.5, κατά τον ακόλουθο τρόπο, διευκρινιστικά, και η παραπονούμενη αποκρίθηκε με κατάφαση: «Τζαι άρεσε σου τζαι άρεσες του είπες, τζαι εσυνεχίσετε τέλος πάντων να έχετε επαφή τζαι να φκαίνετε, τζαι να ενταχθεί μες την παρέα.». Για περίοδο μίας ή ενάμισι εβδομάδας από την αρχική γνωριμία τους, είπε επίσης η παραπονούμενη στην οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία, ο κατηγορούμενος, «ήταν εντάξει, μια χαρά», «της είχε δείξει ένα πολύ καλό εαυτό», οπότε θεώρησε ότι όλα ήταν καλά και δεν είχε κάποιο «θέμα». Στην συνέχεια όμως, κατά τις κοινές εξόδους τους με την υπόλοιπη παρέα, ο κατηγορούμενος, είτε επειδή ζήλευε, είτε επειδή απλά είχε νεύρα, ή για άλλους λόγους που δεν γνωρίζει, «κάποιες φορές», στην παρουσία και των υπολοίπων, την «έβριζε, κτυπούσε σε τραπέζια και την χαστούκιζε». Παρά το γεγονός ότι εκείνη ενοχλείτο, κανένας από την παρέα της δεν έδινε σημασία στα περιστατικά αυτά, επειδή θεωρούσαν τις πράξεις του κατηγορούμενου, ως «πλάκα», ως ένα αστείο. Τα πράγματα, ισχυρίστηκε περαιτέρω η παραπονούμενη στην οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία, και έχω ήδη αναφερθεί στην μαρτυρία της αυτή ανωτέρω, έγιναν χειρότερα, όταν στην συνέχεια, σε στιγμές που ήταν μόνοι τους, ξεκίνησε «η φάση», που ο κατηγορούμενος άρχισε την προσπάθεια του να της «κάνει, κάποια παραπάνω πράγματα», σεξουαλικής φύσεως. Επειδή εκείνη δεν ήθελε, «αντιστεκόταν» και για αυτό, ο κατηγορούμενος την «χτυπούσε». Την «έδερνε, της τραβούσε τα μαλλιά, την έπιανε από τον λαιμό, την γρονθοκοπούσε και διάφορα άλλα». Τελικά, ο κατηγορούμενος κατάφερνε τον σκοπό του και «την ενοχλούσε και σεξουαλικά». Κατάσταση, δηλαδή, να της κάνει «συνέχεια» τα ανωτέρω, που κράτησε για περίπου ενάμιση μήνα, μέχρι και που έλαβαν χώρα τα περιστατικά στο πάρτι που διοργάνωσε στο σπίτι της, η φίλη της η Μ. Θ. Κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, η παραπονούμενη ερωτήθηκε αναφορικά με την γνωριμία και σχέση της με τον κατηγορούμενο και είπε ότι, αρχικά, όλα ήταν καλά, μέχρι που ο κατηγορούμενος, σιγά - σιγά, με την συμπεριφορά του, για την οποία δεν γνωρίζει τον λόγο, που αφορούσε το ότι της φωνασκούσε, την έβριζε και χτυπούσε στην παρουσία της πράγματα, άρχισε να ανατρέπει αυτή την κατάσταση. Μετά, είπε επίσης, ξεκίνησε και να την χτυπά. Δηλαδή, ως και προελέχθη, την έπιανε από τον λαιμό, την χτυπούσε στα χέρια και τα πόδια, με αποτέλεσμα, πρόσθεσε, να έχει και μώλωπες. Ερωτηθείσα από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, η παραπονούμενη αρνήθηκε ωστόσο ότι είχε σχέση με τον κατηγορούμενο και ισχυρίστηκε ότι, ο λόγος που συναντιόταν μαζί του, ήταν επειδή «την πίεζε». «Ο κατηγορούμενος ήθελε να είναι σε μία σχέση μαζί της και επειδή εκείνη δεν ήθελε, την απειλούσε για να φαίνεται ότι ήταν μαζί του.». Την απειλούσε ότι, αν δεν το δεχόταν, «μπορούσε να της κάνει κακό, δηλαδή να την χτυπήσει» και επειδή γνώριζε ότι οι γονείς της ήταν διαζευγμένοι και ο πατέρας της δεν διέμενε μαζί τους, να κάνει κακό στην μητέρα και τον αδελφό της. Όπως επιπρόσθετα είπε, αν και αντιδρούσε σε αυτό, εκδηλώνοντας το στον ίδιο, το αποτέλεσμα ήταν ο κατηγορούμενος να την χτυπά. Και επειδή αυτό ήταν κάτι που την φόβιζε, δεν είπε σε κάποιον για το τι της συνέβαινε και συνέχιζε να έχει επαφές μαζί του. Ντρεπόταν και ένιωθε περίεργα να μιλούσε για αυτό το ζήτημα σε οποιονδήποτε και ήταν και οι απειλές του κατηγορουμένου ότι θα έκανε κακό σε εκείνη και την οικογένεια της. Ήταν μόλις 14 ετών. Είναι η εκτίμηση μου ότι, η παραπονούμενη, με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της στην οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία, άφηνε να εννοηθεί ότι, με τον κατηγορούμενο, για κάποια περίοδο μετά την αρχική γνωριμία τους, επειδή άρεσαν ο ένας στον άλλο, ανέπτυξαν «σχέση» και μάλιστα, έκαναν και κάποια «πράγματα», εξελικτικά των οποίων, φαίνεται, ο κατηγορούμενος ήθελε να της κάνει, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, και «κάποια παραπάνω πράγματα», σεξουαλικής φύσεως. Συνεπώς, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της παραπονούμενης κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της, ότι δεν είχε ποτέ, ή δεν θεώρησε ποτέ ότι είχε, σχέση με τον κατηγορούμενο και ότι, οι όποιες συναντήσεις της μαζί του, ήταν κατόπιν απειλών και πίεσης που δεχόταν από εκείνον, ξενίζει. Χωρίς να παραγνωρίζεται ότι, ούτε και ο κατηγορούμενος, για τους λόγους που ανέφερε, δεν χαρακτήρισε σχέση, την συναναστροφή και επαφές που είχε με την παραπονούμενη, αλλά κάπως διαφορετικά, θεωρώ ότι, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της παραπονούμενης, είναι ουσιώδης για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας της, από την στιγμή που, ως και προελέχθη, αυτό που καταλογίζεται στον κατηγορούμενο από την Κατηγορούσα Αρχή, είναι η συμμετοχή του σε σεξουαλικές πράξεις με την παραπονούμενη, με την χρήση βίας. Ως εκ τούτου, το πλαίσιο των συναναστροφών ή και επαφών τους, κατά τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης και κατά πόσο ήταν το αποτέλεσμα πίεσης, απειλών και ουσιαστικά εξαναγκασμού της ή και ποια ήταν η σχέση τους ή η αντίληψη της παραπονούμενης για την σχέση τους, είναι σημαντικό. Ειδικότερα, αν ληφθεί υπόψη ότι, σε κάποιο άλλο σημείο της μαρτυρίας της στην συνέχεια, η παραπονούμενη προβάλλει και τον ισχυρισμό ότι, αυτή ήταν η κατάσταση από την αρχή. Δηλαδή, από την πρώτη κιόλας ημέρα της γνωριμίας τους με τον κατηγορούμενο, χωρίς να είχε έστω προηγηθεί, οποιαδήποτε περίοδος κατά την οποία η σχέση τους να ήταν διαφορετική. Συγκεκριμένα, η παραπονούμενη, κατά την αντεξέταση της, ανέφερε κατ' αρχάς ότι, δεν είχε πει ποτέ στον κατηγορούμενο ότι είχαν κάποια σχέση. Για να προσθέσει μάλιστα στην συνέχεια, όταν ερωτήθηκε για αυτό με αναφορά στους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της οπτικογραφημένης της κατάθεσης στην Αστυνομία, ότι ο κατηγορούμενος, την ημέρα της γνωριμίας τους, πριν την προσεγγίσει στην παρέα στην οποία βρισκόταν, απλώς της άρεσε εμφανισιακά. Δηλαδή, «πριν μιλήσει, πριν δείξει κάποιες κινήσεις, πριν δει τι άνθρωπος ήταν.». Όπως δε χαρακτηριστικά ανέφερε ακολούθως: «Μετά, αφού ήρτε στο τραπέζι τζαι ένοιωσα ότι κάτι εν επήαινε καλά τζαι στη συνέχεια με τα πράματα που έγιναν είχα δίκαιο, όι, εν μου άρεσκε ο κατηγορούμενος.». Θέση στην οποία, ας σημειωθεί, δεν παρέμεινε καν σταθερή, εφόσον, πιο μετά, όταν στο πλαίσιο υποβολής από πλευράς του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορουμένου, της ετέθη ότι, ο κατηγορούμενος, σε κάποια φάση, της είπε ότι θα την χώριζε, ανακόλουθα του προαναφερόμενου ισχυρισμού της, ανέφερε ότι: «εν έχω κάποιον λόγο να εκδικηθώ τον κατηγορούμενο που την στιγμή που εν θα με χώριζε ο κατηγορούμενος, εγώ έπρεπε να το είχα κάμει τούτο, εγώ ήμουν στην θέση του θύματος, όι ο κατηγορούμενος.». Τοποθέτηση η οποία, σε ότι αφορούσε την σχέση τους, αφήνει φαίνεται να εννοηθεί κάτι διαφορετικό από τα προαναφερόμενα λεγόμενα της. Βεβαίως, στην συνέχεια, η παραπονούμενη πρόβαλε και πάλι τον πιο πάνω ισχυρισμό της, όταν, ερωτηθείσα για την αντίδραση της μητέρας της όταν έμαθε ότι «έφκαινε» με κάποιο «παιδί» συριακής καταγωγής, είπε τα ακόλουθα, τα οποία, πέραν της παλινωδίας, αντιπαραβάλλοντας τα και συγκρίνοντας τα με την μαρτυρία της Μ.Κ.3, δημιουργούν περαιτέρω προβληματισμό. Είπε, συγκεκριμένα: «Καταρχήν, συγγνώμη, αλλά το "φκαίνω με ένα παιδί" εν το δέχομαι, γιατί εν έφκαινα μαζί του. Εννοώ εν ήθελα να φκαίνω μαζί του, ούτε να έχω κάποιαν σχέση μαζί του, οπότε είχα της αναφέρει ότι ήταν ένα άτομο που ήταν μέσα στην παρέα τζαι επειδή με τη μάμα μου έχουμε πάρα πολλά καλές σχέσεις τζιαι λέω της τα πάντα, είχα της πει ότι μέσα στην παρέα ήταν τζιαι το συγκεκριμένο άτομο τζιαι δεν της άρεσε της μάμας μου που ήταν από αραβική κατατγωγή.». Η Μ.Κ.3 όμως, στην κατάθεση της στην Αστυνομία, ανέφερε ότι γνώριζε ότι η παραπονούμενη «είχε σχέση» με τον κατηγορούμενο «για περίπου ένα με ενάμιση μήνα, το καλοκαίρι του [έτους] 2021». Μάλιστα, ανέφερε και για το γεγονός της γνωριμίας της με τον κατηγορούμενο και ότι, επειδή «δεν της άρεσε» και το είχε πει στην παραπονούμενη, ότι η τελευταία της είχε πει «ότι θα τον χώριζε». Όπως και τελικά έγινε, με βάση τα όσα η παραπονούμενη της είπε, λίγες ημέρες μετά την έναρξη της τότε σχολικής χρονιάς. Εκτός του ότι, στην εν λόγω κατάθεση της στην Αστυνομία, είναι διάχυτες οι αναφορές της Μ.Κ.3 στο γεγονός της σχέσης αλλά και του χωρισμού των παραπονούμενης και κατηγορούμενου, είναι σημαντικό ότι, με βάση τους ισχυρισμούς αμφοτέρων Μ.Κ.3 και παραπονούμενης, σχετικά με το ότι η γνωριμία της Μ.Κ.3 με τον κατηγορούμενο έλαβε χώρα στο πάρτι της Μ. Θ., η παραπονούμενη, σε αντίθεση με τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς της, φαίνεται ότι, όπως η Μ.Κ.3 υποστήριξε, μέχρι και τότε, της παρουσίαζε ότι ήταν σε σχέση με τον κατηγορούμενο και όχι ότι ήταν απλώς: «ένα άτομο που ήταν μέσα στην παρέα» της. Σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, σημειώνω επίσης ότι, με βάση τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης, το πάρτι της Μ. Θ., έλαβε χώρα περί τα τέλη Αυγούστου, αρχές Σεπτεμβρίου του εν λόγω έτους και ήταν περί τα τέλη των επαφών της με τον κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.3, ας σημειωθεί, κατά την ακρόαση της μαρτυρίας της στο Δικαστήριο, δεν διαφοροποιήθηκε από την θέση της περί του ότι, με βάση τα όσα της έλεγε η παραπονούμενη, η τελευταία είχε σχέση με τον κατηγορούμενο. Χαρακτηριστική ήταν η τοποθέτηση της κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, όταν ήταν ρητή ως προς το ότι, η παραπονούμενη της είχε πει ότι ήταν σε σχέση με τον κατηγορούμενο, ότι «έβγαιναν μαζί» για περίοδο ενάμιση περίπου μηνός, επειδή η παραπονούμενη «της τα λέει όλα». Στην συνέχεια δε, στην εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, όταν ερωτήθηκε, η Μ.Κ.3 επιβεβαίωσε τα ανωτέρω από την κατάθεση της στην Αστυνομία, σχετικά με το τι η παραπονούμενη της είχε πει και για τον χωρισμό της με τον κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου, η Μ.Κ.3, υποστήριξε περαιτέρω ότι, «όταν [η παραπονούμενη] δημιούργησε σχέση με τον κατηγορούμενο», της το είχε πει. Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι, η παραπονούμενη της είχε πει: «ότι φκαίνει με ένα παιδί πιο μεγάλο», κάτι για το οποίο της εξέφρασε και την διαφωνία της. Παρομοίως, σε ότι αφορά το ίδιο θέμα, η παραπονούμενη, στην Μ.Κ.1, ως και προελέχθη, σύμφωνα με την κατάθεση της τελευταίας στην Αστυνομία, όταν προέβη στην αποκάλυψη των ισχυριζόμενων περιστατικών σεξουαλικής κακοποίησης της στις 09/11/2021, το ένα στο οποίο αναφέρθηκε, αφορούσε «δεκαεννιάχρονο με τον οποίο είχε δεσμό για δύο μήνες», δηλαδή, τον κατηγορούμενο. Η αναφορά συνεπώς της παραπονούμενης στην Μ.Κ.1 για την σχέση της με τον κατηγορούμενο, σύμφωνα με την Μ.Κ.1, ήταν για «δεσμό» και για σχέση που ήταν προβληματική, για τους λόγους που ισχυρίστηκε. Στην μαρτυρία αυτή έχω ήδη αναφερθεί σε έκταση πιο πάνω. Αναφορικά με το πως συναναστρέφονταν ή και είχαν επαφές με τον κατηγορούμενο, στην οπτικογραφημένη της κατάθεση στην Αστυνομία, η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι, για εκείνη την περίοδο του ενάμιση μήνα που ο κατηγορούμενος την κακοποιούσε σεξουαλικά, για να τον συναντούσε, την έπαιρνε η παρέα της σε κάποια τοποθεσία στον Δήμο Αγίου Αθανασίου, τόπο κατοικίας του, μετά που περνούσαν από ένα φούρνο «Sunfresh», «σε κάτι τούνελ». Ο κατηγορούμενος, ήταν συναφώς ο ισχυρισμός της, δεν είχε αυτοκίνητο και δεν οδηγούσε, για αυτό και την οδηγούσε εκεί με την παρέα τους, ο φίλος της ο Λ. Γ., ο οποίος ηλικιακά ήταν μεγαλύτερος και είχε αυτοκίνητο. Επίσης, συναντούσε τον κατηγορούμενο, και πάλι μαζί με την παρέα, και σε διάφορες καφετέριες και μπαράκια, περιλαμβανομένων και κάποιων στην πλατεία Σαριπόλου στην Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος, συνήθως προφασιζόμενος ότι θα πήγαιναν βόλτα οι δύο τους, κατάφερνε να την αποσπά από την παρέα και μετά να την κακοποιεί σεξουαλικά, όταν βρίσκονταν μόνοι τους στα προαναφερόμενα τούνελ και σε «στενά» πλησίον των προαναφερόμενων διαφόρων κέντρων αναψυχής. Η εν λόγω σεξουαλική κακοποίηση της παραπονούμενης, σύμφωνα και με τους ισχυρισμούς της κατά την περαιτέρω κυρίως εξέταση της από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής (τους οποίους επανέλαβε και κατά την αντεξέταση της), στους οποίους έχω ήδη κάνει αναφορά πιο πάνω, αν και δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβή αριθμό για το πόσες φορές κατά την προαναφερόμενη χρονική περίοδο έλαβε χώρα, έγινε «αρκετές» φορές. Όπως επίσης ισχυρίστηκε, και αναφέρθηκα και σε αυτό πιο πάνω, οι εν λόγω συναντήσεις της με τον κατηγορούμενο που είχαν αυτή την κατάληξη, γίνονταν επειδή ο κατηγορούμενος, χωρίς η ίδια να το επιθυμεί, ήθελε να είναι σε μία σχέση μαζί της, κατόπιν πίεσης και απειλών από πλευράς του. Αντεξεταζόμενη για αυτό το ζήτημα από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου, η παραπονούμενη, σε διάφορα στάδια της αντεξέτασης της, πρόβαλε βασικά τον ισχυρισμό ότι, ο λόγος που μολαταύτα πήγαινε μαζί με την παρέα και συναντούσε τον κατηγορούμενο, ήταν επειδή δεν γνώριζαν τα τεκταινόμενα της μαζί του. Τον θεωρούσαν, είπε περαιτέρω, μέλος της παρέας και για αυτό, κάθε φορά που είχαν έξοδο, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «είτε θα της τον έφερναν, είτε ήταν να πήγαιναν να τον έβρουν αυτοί». Η ίδια, ωστόσο, τους είχε πολλές φορές πει, εκφράζοντας δυσαρέσκεια, ότι δεν ήθελε να τους συναντούσε ο κατηγορούμενος ή να τον συναντούσαν, όμως αυτοί, φαίνεται πίστευαν ότι ο λόγος της άρνησης της, ήταν επειδή «εν ήθελε κάτι τζείνη τη φάση» και την πίεζαν «στο να δοκιμάσει να ξεκινήσει κάτι μαζί του». Τελικά, συναντούσε τον κατηγορούμενο, επειδή ντρεπόταν να αποκάλυπτε κάτι στους φίλους της για την σεξουαλική κακοποίηση της και περαιτέρω, επειδή την άγχωναν οι απειλές του, λόγω του ότι ήταν και φοβισμένη. Στην ηλικία της τότε των 14 ετών, είπε επιπρόσθετα, δεν ήξερε πως αλλιώς να διαχειριζόταν την κατάσταση. Σε σχέση με τα ανωτέρω, τον προβληματισμό μου προκαλούν τα εξής. Κατ' αρχάς, εξετάζοντας προσεχτικά τους ισχυρισμούς της παραπονούμενης της οπτικογραφημένης της κατάθεσης στην Αστυνομία, φαίνεται ότι, τα όσα αντεξεταζόμενη η παραπονούμενη ισχυρίστηκε πιο πάνω και αφορούν στις συναντήσεις της με τον κατηγορούμενο, δεν έλαβαν χώρα πριν τα περιστατικά στο πάρτι που διοργάνωσε στο σπίτι της η φίλη της η Μ. Θ., κατά τον ενάμιση αυτό μήνα που ισχυρίζεται ότι την κακοποιούσε σεξουαλικά, αλλά μετά. Αξιοσημείωτα ως προς τούτο, είναι περισσότερο τα εξής. Η παραπονούμενη, στην σελίδα 5 της οπτικογραφημένης της κατάθεσης στην Αστυνομία, αφού προηγουμένως στις γραμμές 36 - 50 της σελίδας 4 περιγράφει τα περιστατικά στο πάρτι της Μ. Θ., στις πρώτες γραμμές, προβάλει τον ισχυρισμό της περί του ότι, την επόμενη ημέρα, μετά από σχετική κλήση της, σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κατηγορούμενο, του είπε ότι δεν ήθελε πλέον να έχει επαφή μαζί του. Μετά, στην 3η γραμμή της εν λόγω σελίδας, αφού λέει πως της αποκρίθηκε σε αυτό ο κατηγορούμενος, ότι δηλαδή της είχε πει: «ο εαυτός του τούτος ένει τούτα τα πράματα κάμνει, οπόταν αν θέλω τα ανέχομαι αν δεν θέλω όη», προχωράει και αναφέρει τα εξής πολύ σημαντικά, που άπτονται του προαναφερόμενου προβληματισμού μου: «. απειλούσε με πολλές φορές επειδή είχα αρκέψει να με θέλω να φκαίνω με την παρέα, επειδή ήταν μαζί μας εε τζαι επαρακαλούσα τους να μεν τον φέρνουν επειδή εν ήθελα να τον δω επειδή εφοούμουν .εε εεφ τζαι η παρέα απλά ενόμιζε ότι εγώ επερνούσα μια φάση περίεργη που απλά χωρίς να το ξέρω εφέρναν τον μαζί τους εε εεμ τζιαι . επειδή τα υπόλοιπα άτομα ελέαν του ότι εγώ εν ήθελα να έρκετε στην παρέα τζαι ερωτούσαν τον αν συμβαίνει κάτι τζαι εε εεμ όταν είμασταν μόνοι μας εε εεμ έλεε μου το ότι είτε θέλω είτε εν θέλω εννα έρκεται μαζί μας, εννα τον θωρώ, θέλω εν θέλω. .». Δεν είναι βεβαίως, σε σχέση με τα προαναφερόμενα, χωρίς σημασία και η θέση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρής που υποβλήθηκε στον κατηγορούμενο κατά την αντεξέταση του, ότι: «η τελευταία φορά που είδε [την παραπονούμενη] ήταν πράγματι σε αυτό το πάρτι της [Μ. Θ.]» όπου και «εξ αφορμής κάποιου παιχνιδιού, κατάφερε να βρεθούν μόνοι τους». Περαιτέρω προσεχτική εξέταση των ισχυρισμών της παραπονούμενης της οπτικογραφημένης της κατάθεσης στην Αστυνομία αποκαλύπτει ότι, η θέση της, όταν διευκρινίστηκα ερωτήθηκε για το θέμα αυτό από την Μ.Κ.5, για τους τόπους, που όπως είχε προηγουμένως αναφέρει, για ενάμιση μήνα την κακοποιούσε σεξουαλικά ο κατηγορούμενος, ήταν: «[στους τόπους] που με έπαιρνε η παρέα». Για να ισχυριστεί μετά τα προαναφερόμενα, για τα τούνελ σε κάποια περιοχή του Δήμου Αγίου Αθανασίου και για τις διάφορες καφετέριες και μπαράκια, περιλαμβανομένων και κάποιων στην πλατεία της Σαριπόλου στην Λεμεσό, που συναντιούνταν με τον κατηγορούμενο. Ωστόσο, κατά την περαιτέρω εξέταση της στο Δικαστήριο, η παραπονούμενη, όταν ερωτήθηκε σχετικά από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής και συγκεκριμένα, «για το πως βρίσκονταν με τον κατηγορούμενο» στους διάφορους προαναφερόμενους τόπους, πρόβαλε για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι, σε αυτούς, τ