← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. B., Αρ. Υπόθεσης: 4772/23, 30/7/2024

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. A. B., Αρ. Υπόθεσης: 4772/23, 30/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. ​ ​ Μ. Λοϊζου, Α.Ε.Δ. Ε. Χαταζήπαπα - Αβραάμ, Ε.Δ. ​ ​ ​ Αρ. Υπόθεσης: 4772/23 Mεταξύ: ​​​​ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ​​​​​ ​​​​​ v. ​ A. B. ---------- Ημερομηνία: 30/07/2024. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μ. Πασιαρδή. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Σατολιάς. Κατηγορούμενος, Παρών. ---------- Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει, κατόπιν δικής του παραδοχής, κριθεί ένοχος, σε τέσσερις

(4)κατηγορίες Σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(3)του Περί Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/14 (κατηγορίες αρ. 1, 2, 4, και 5), σε μια
(1)κατηγορία Απόπειρας σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6
(3), 15
(1)
(2)(κατηγορία αρ. 3) και σε μια
(1)κατηγορία Άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 9
(2), του ίδιου πιο πάνω Νόμου 91
(1)/2014 (κατηγορία αρ. 6). Επιπρόσθετα, κρίθηκε ένοχος, κατόπιν πάλι δικής του παραδοχής, σε τρεις
(3)κατηγορίες Σεξουαλικής παρενόχλησης, κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 7 του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και Περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/21 (κατηγορίες αρ. 7 - 9). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία του Ιανουαρίου του 2023 συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την Χ.Ω. γεννηθείσα την 4ην Ιουλίου του 2008, δηλαδή έβαλε το χέρι του στο στήθος της (κατηγορία αρ. 1), έπιασε το χέρι της ανήλικης και το έβαλε πάνω στο γεννητικό του όργανο (κατηγορία αρ. 2) και προσπάθησε να την φιλήσει στα χείλη (κατηγορία αρ. 3). Περαιτέρω, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Οκτωβρίου του 2022 και Μαρτίου του 2023, σε δύο περιπτώσεις χούφτωσε την πιο πάνω αναφερόμενη ανήλικη στα οπίσθια (κατηγορίες αρ. 4 και 5). Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Οκτωβρίου του 2022 και Μαρτίου του 2023, μέσω της τεχνολογίας των επικοινωνιών προσέγγισε την Χ.Ω. και αποπειράθηκε να αποκτήσει υλικό παιδικής πορνογραφίας που απεικόνιζε το παιδί, δηλαδή της ζήτησε να ανεβάσει πάνω την μπλούζα που φορούσε (κατηγορία αρ. 6) και σε τρεις περιπτώσεις προέβηκε σε ανεπιθύμητη από τη γυναίκα συμπεριφορά σεξουαλικής φύσης, δηλαδή της απέστειλε μήνυμα ερωτικού περιεχομένου, προσβάλλοντας την αξιοπρέπεια της (κατηγορίες αρ. 7 - 9). Τα γεγονότα που περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης των πιο πάνω αδικημάτων από το κατηγορούμενο, έχουν εκτεθεί ενώπιον μας από την Κατηγορούσα Αρχή, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τον Κατηγορούμενο και τα παραθέτουμε αυτούσια: «Η ανήλικη Χ.Ω (εφεξής το θύμα) γεννήθηκε στις 4.7.08 και κατά τους επίδικους χρόνους φοιτούσε στη τρίτη τάξη του Γυμνασίου χχχχ στην επαρχία Λεμεσού. Ο κατηγορούμενος ο οποίος γεννήθηκε στις 15.6.78 εργαζόταν κατά τους επίδικους χρόνους στην ιδιωτική υπηρεσία ασφαλείας Power Watch και ήταν τοποθετημένος στο Γυμνάσιο χχχχ. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος άρχισε να εργάζεται ως φρουρός ασφαλείας στο Γυμνάσιο χχχχ περί τον Οκτώβριο του 2022. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω εργασίας του, ο κατηγορούμενος προσέγγισε φιλικά ομάδα μαθητών του σχολείου μεταξύ αυτών και το θύμα, με την οποία και επιδίωξε να έχει μια πιο στενή σχέση. Κατά τη διάρκεια των διαλλειμάτων ο κατηγορούμενος πλησίαζε το χώρο όπου βρισκόταν το θύμα, της μιλούσε και εξασφάλισε τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου της. Σχεδόν καθημερινά της απέστελλε μηνύματα ρωτώντας την για το πού βρίσκεται και τι κάνει, με ποιους κάνει παρέα, ενώ της ζητούσε επίμονα να βρεθούν κάπου μόνοι τους. Όταν προσωπικό του σχολείου είχε παρατηρήσει τις συχνές επαφές του κατηγορουμένου με το θύμα, αυτός ανέφερε στο διευθυντή του σχολείου ότι είναι θείος του θύματος και ότι ο λόγος που είναι μαζί της συχνά είναι επειδή γνωρίζει τα οικογενειακά και προσωπικά της προβλήματα και ότι προσπαθούσε να την βοηθήσει. Ο κατηγορούμενος μέσω των μηνυμάτων που απέστελλε στο θύμα, της εξέφραζε τον 'έρωτα' του προς αυτήν, της απέστελλε ερωτικά ποιήματα και τραγούδια και σε τουλάχιστον 3 περιπτώσεις μεταξύ Οκτωβρίου του 2022 και Μαρτίου του 2023, τις απέστειλε μηνύματα ερωτικού περιεχόμενου, ενώ σε δυο περιπτώσεις, ενώ βρίσκονταν στο σχολικό χώρο, την προσέγγισε και την χούφτωσε στα οπίσθια. Ο κατηγορούμενος έδωσε δώρα στο θύμα και συγκεκριμένα κοντά στην γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου ένα κολιέ που αποτυπώνει δυο ανθρώπους να αγκαλιάζονται και σε άλλες περιπτώσεις ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, καθώς και ένα άρωμα. Στα εν λόγω μηνύματα ο κατηγορούμενος έλεγε στο θύμα ότι έχει ερωτικές φαντασιώσεις μαζί της, μεταξύ των οποίων ήταν να κάνουν ο ένας στον άλλο στοματικό έρωτα και ότι ήθελε να την κάνει να εκσπερματώσει. Το θύμα έχοντας προσβληθεί και φοβηθεί από το περιεχόμενο αυτών των μηνυμάτων, τα έσβησε και προσπαθούσε να κρατήσει αποστάσεις από το κατηγορούμενο. Κατά την ίδια περίοδο ο κατηγορούμενος ενώ μιλούσε με βίντεοκληση με το θύμα, της ζήτησε να ανεβάσει πάνω τη μπλούζα που φορούσε, πράγμα που το θύμα αρνήθηκε να πράξει. Ο κατηγορούμενος συνέχισε τις επίμονες προσπάθειες του είτε στο σχολικό χώρο, είτε μέσω μηνυμάτων για να διατηρεί επαφή με το θύμα, εκφράζοντας μάλιστα και τη ζήλια του όταν αυτή δεν ανταποκρινόταν ή δεν του έδινε σημασία. Τον Ιανουάριο του 2023 αφού το θύμα μαζί με τις φίλες της αποφάσισαν μετά τις εξετάσεις τους να φύγουν από το σχολείο, ο κατηγορούμενος της πρότεινε να τις πάρει ο ίδιος με το αυτοκίνητο του όπου ήθελαν. Το θύμα και οι φίλες της συμφώνησαν οπότε και ο κατηγορούμενος τις πήρε με το αυτοκίνητο του στην οδό Ανεξαρτησίας στη Λεμεσό για να πάνε στα καταστήματα. Όταν έφτασαν εκεί, ο κατηγορούμενος ζήτησε από το θύμα να μείνει μαζί του στο αυτοκίνητο αφού κατέβηκαν οι φίλες της για να μιλήσουν. Ο κατηγορούμενος άρχισε τότε να την αγγίζει στο σώμα της και συγκεκριμένα έβαλε το χέρι του στο στήθος της και προσπάθησε να την φιλήσει στα χείλη. Η ίδια γύρισε το πρόσωπο της για να τον αποφύγει και τότε ο κατηγορούμενος έπιασε το χέρι του θύματος και το έβαλε πάνω στο γεννητικό του όργανο. Το θύμα απομάκρυνε αμέσως το χέρι του και κατέβηκε κλαίγοντας από το αυτοκίνητο και έτρεξε να βρει τις φίλες της. Αργότερα την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος έστειλε μήνυμα στο θύμα ότι έβλεπε φωτογραφίες της για να εκσπερματώσει. Μετά από εκείνο το περιστατικό, το θύμα άρχισε να βλέπει εφιάλτες το βράδυ στον ύπνο της, δεν μπορούσε να κοιμηθεί και πάθαινε κρίσεις πανικού. Ο κατηγορούμενος εξακολούθησε να στέλνει συνεχώς μηνύματα στο θύμα και να την προσεγγίζει στο χώρο του σχολείου και στις προσπάθειες της να τον αποφύγει, αυτός της έλεγε ότι της είχε κάνει μάγια, ότι κατάφερε να βάλει δίπλα της ένα δαίμονα που την κρατά με αλυσίδα, την έβριζε, ενώ ταυτόχρονα της έλεγε ότι μόνο εκείνος την αγαπούσε. Της ανέφερε ακόμη ψευδώς ότι είχε ο ίδιος ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας και ότι δεν είχε πολύ χρόνο ζωής. Στις 22.3.23 το θύμα ανέφερε στη μητέρα της ότι θα ήθελε να επισκεφθεί ψυχολόγο και αφού οι γονείς της ανησύχησαν, της μίλησαν ρωτώντας την εάν συμβαίνει κάτι στη ζωή της και τότε το θύμα τους αποκάλυψε τα όσα είχαν γίνει με τον κατηγορούμενο. Αφοί οι γονείς της ανήλικης προέβησαν σε καταγγελία στην Αστυνομία, λήφθηκε από το θύμα οπτικογραφημένη κατάθεση και εκδόθηκε στις 25.3.23 ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου. Συνελήφθηκε στις 27.3.23 και αφού του επιστηθήκε η προσοχή του στο νόμο και του εξηγήθηκαν οι λόγοι σύλληψης του, αυτός απάντησε 'για σεξουαλική κακοποίηση όχι'. Κατά τη διάρκεια της διερεύνησης της υπόθεσης παραλήφθηκαν και εξετάστηκαν τα κινητά τηλέφωνα κατηγορούμενου και θύματος και εντοπίστηκε μεγάλος αριθμός μηνυμάτων που ανταλλάγησαν μεταξύ τους. Εντοπίστηκαν ακόμη τα δώρα που ο κατηγορούμενος είχε δώσει στο θύμα. Σε κατάθεση που λήφθηκε από το κατηγορούμενο στις 27.3.23 αυτός ανέφερε μεταξύ άλλων ότι λόγω των καθηκόντων που είχε αναλάβει ως φρουρός ασφαλείας στο συγκεκριμένο γυμνάσιο, ανέπτυξε φιλικές σχέσεις με τους μαθητές του σχολείου και χωρίς να το καταλάβει ήρθε 'κοντά' με το θύμα, είχαν συχνές επαφές μέσω τηλεφώνου, ενώ ήταν η ίδια κατά τους ισχυρισμούς του που επιδίωκε να μιλούν συχνά. Ανέφερε ότι κάποια στιγμή άρχισε ο ίδιος να αναπτύσσει διαφορετικά συναισθήματα για το θύμα και πίστευε ότι και εκείνη είχε αισθήματα για εκείνον και ότι δεν τον έβλεπε μόνο φιλικά. Σε κατάθεση που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο την 1.4.23, αυτός απάντησε κατά την ανάκριση του ότι είχε αγαπήσει το θύμα, ότι την είχε ερωτευθεί ως γυναικά και παραδέχθηκε όσα είχαν γίνει στο αυτοκίνητο του, δίδοντας όμως μια διαφορετική εκδοχή ως προς το τρόπο που εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Έδωσε παράλληλα διάφορες δικαιολογίες για τα μηνύματα που έστελνε στο θύμα και για τα δώρα που της έκανε και ισχυρίστηκε ότι εκείνη τον προκαλούσε με τη συμπεριφορά της. Το θύμα παραπέμφθηκε για ψυχολογική αξιολόγηση στο Σπίτι του Παιδιού και διαπιστώθηκε ότι παρουσίαζε συμπτωματολογία διαταραχής μετατραυματικού στρες, σχετιζόμενη με τα καταγγελλόμενα περιστατικά, η οποία παρατηρήθηκε να προκάλεσε κλινικά σημαντική ενόχληση και έκπτωση της λειτουργικότητας τα ανήλικης. Υπήρχαν αρνητικές επιπτώσεις στην ψυχοσυναισθηματική της κατάσταση, εμφάνιζε αρνητική συγκινησιακή κατάσταση και έντονο άγχος που εκδηλωνόταν με ψυχοσωματικές διαταραχές, όπως στομαχόπονο, εμετό και προσβολές πανικού. Εμφάνιζε ακούσεις και επαναλαμβανόμενες σκέψεις των περιστατικών με σύνοδα φυσιολογικά και ψυχολογικά ενοχλήματα, επαναβιώσεις των περιστατικών καθώς και προσπάθειες αποφυγής των σκέψεων και χώρων που θύμιζαν τα περιστατικά. Στα λεγόμενα της εντοπίστηκαν διαστρεβλωμένες γνωστικές λειτουργίες και αρνητικές πεποιθήσεις σχετικά με τον εαυτό της, όπως σκέψεις αναξιότητας, τον κόσμο που εμφανιζόταν ως κακός, αλλά και τις συνέπειες του περιστατικού, αναφέροντας ότι δεν θα μπορέσει να το ξεπεράσει ποτέ καθώς και αίσθημα ενοχής για τις συνέπειές της αποκάλυψης των περιστατικών στην οικογένεια της. Εμφάνιζε αυπνία, ευερεθιστότητα, δυσκολία στη συγκέντρωση και απώλεια της όρεξης για φαγητό. Η ανήλικη στο παρελθόν προέβαινε σε αυτοτραυματισμούς με κοψίματα στα χέρια και στα πόδια προς ανακούφιση ψυχοσυναισθηματικών δυσκολιών της, που επανήλθαν μετά τα καταγγελλόμενα περιστατικά. Έγιναν εισηγήσεις για ατομική ψυχολογική υποστήριξη της.» Έχει, περαιτέρω, αναφερθεί από την εκπρόσωπο του Γενικού Εισαγγελέα, ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την παραδοχή του στις κατηγορίες, η οποία θα πρέπει να εκληφθεί ως άμεση, είπε, αφού μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου στις κατηγορίες αρ. 1 - 5, προέβηκε αμέσως σε παραδοχή. Κάλεσε, επίσης, το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την ομολογία και συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές, την απολογία και μεταμέλεια του καθώς και το λευκό ποινικό του μητρώο. Επιπρόσθετα, ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη η εξωδικαστηριακή τιμωρία του κατηγορούμενου με την έννοια της αντιμετώπισής του από την κοινωνία με απαξία λόγω της φύσης των αδικημάτων που διέπραξε και αυτό θα ισχύει για μια ζωή. Αναφέρθηκε στον αντίκτυπο αυτό, λέγοντας ότι δυσκολεύεται να βρει εργασία λόγω της παρούσας υπόθεσης και εμμέσως οι εργοδότες τον αποφεύγουν. Όσον αφορά τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος λανθασμένα θεώρησε ότι είχε αναπτυχθεί μια σχέση μεταξύ του ιδίου και του θύματος. Ήταν στο σχολείο ως φρουρός ασφαλείας και είχε αναπτύξει φιλική σχέση με μαθήτριες ενώ με το θύμα αναπτύχθηκε μια πιο στενή σχέση, αλλά ο κατηγορούμενος λανθασμένα θεωρούσε ότι υπήρχε ανταπόκριση από το θύμα - λόγω κάποιων μηνυμάτων που λάμβανε από το θύμα - με αποτέλεσμα να υποπέσει στα υπό κατηγορία αδικήματα. Ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει με τις κατηγορίες αρ. 1 - 5 εδράζονται στο Άρθρο 6
(3)και είναι ελαφρότερα από αυτά τα οποία προνοούνται από το Άρθρο 6
(4)του σχετικού Νόμου. Ζήτησε, επίσης, όπως ληφθεί υπόψη ο τρόπος που διαπράχθηκαν τα αδικήματα και συγκεκριμένα ότι πρόκειται για αγγίγματα και χούφτωμα στα οπίσθια, το οποίο χαρακτήρισε ως ράπισμα. Επίσης, δεν άσκησε βία στο θύμα σε καμία περίπτωση στην προσπάθεια του να την φιλήσει ή στις άλλες περιπτώσεις που του καταλογίζονται. Δεν ήθελε ο κατηγορούμενος να φέρει σε δύσκολη θέση το θύμα και δεν είχε αντιληφθεί ότι θα του καταλογίζονταν τα αδικήματα αυτά. Οι πράξεις του εκπορεύονταν από την αγάπη του προς το θύμα και τα αισθήματα που ο ίδιος είχε αναπτύξει έναντι της και που λανθασμένα θεωρούσε ότι υπήρχε ανταπόκριση και ότι τα αισθήματα αυτά, ήταν αμοιβαία. Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, για σκοπούς εξατομίκευσης της ποινής, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τις προσωπικές και οικογενειακές του συνθήκες, υιοθετώντας την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Κάλεσε, περαιτέρω, το Δικαστήριο να επιδείξει κάθε δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου και εισηγήθηκε όπως εξετάσει το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης τυχόν ποινής φυλάκισης, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων, δηλαδή ότι δεν υπήρχε πίεση προς το θύμα ή κατάχρηση οποιασδήποτε εξουσίας ή θέσης που ο κατηγορούμενος κατείχε έναντι της και ότι ενέργησε με την λανθασμένη αντίληψη ότι ήταν αμοιβαία τα αισθήματα. Επίσης, ανάφερε ότι με τυχόν ποινή άμεσης φυλάκισης θα υπάρξουν αρνητικές συνέπειες στους γονιούς του κατηγορούμενου τους οποίους συντηρεί οικονομικά και τους φροντίζει. Πέραν των πιο πάνω, μετά την επιφύλαξη της ποινής, έχει τεθεί ενώπιον μας ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε δύο απόπειρες αυτοκτονίας και νοσηλεύτηκε ισάριθμες φορές στο Ψυχιατρείο Αθαλάσσας. Ο κατηγορούμενος, μετά την τελευταία έξοδο του από το ψυχιατρείο παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και ο συνήγορος του ζήτησε το επανάνοιγμα της υπόθεσης, με σκοπό να θέσει ενώπιον μας σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά, κάτι το οποίο έπραξε στις 26/07/2024. Κατάθεσε στο Δικαστήριο την Άιτηση Αρ. 90/2024, Ημερ. 20/05/2024 για έκδοση διατάγματος υποχρεωτικής ψυχιατρικής νοσηλείας (τεκμήριο Β) και το Εξιτήριο από το Νοσοκομείο Αθαλάσσας ημερ. 12/07/2024 (τεκμήριο Γ). Περαιτέρω, παρόλο που είχε δοθεί χρόνος στο συνήγορο για να προσκομιστεί έκθεση από το ψυχίατρο που θα επισκεπτόταν ο κατηγορούμενος, εντούτοις δεν παρουσιάστηκε. Όπως μας λέχθηκε χρειάζεται να γίνουν και άλλες συναντήσεις για να μπορεί να συντάξει σχετική έκθεση. Παρόλα αυτά, κατατέθηκε ενώπιον μας μια έκθεση της Γενικής Ιατρού του κατηγορούμενου (τεκμήριο Α). Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του όλα τα πιο πάνω, τα οποία προέκυψαν και έλαβαν χώρα μετά την επιφύλαξη της ποινής του Δικαστηρίου καθώς και την κατάσταση της υγείας του και να επιδείξει την μέγιστη δυνατή επιείκια. Αναμφίβολα τα αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι ιδιαίτερα σοβαρά και αυτό αντικατοπτρίζεται από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, το άρθρο 6
(3)του Ν.91(Ι)/2014 προνοεί ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 20 χρόνια ενώ για το αδίκημα της απόπειρας διάπραξης αδικήματος του Άρθρου 6
(3), το Άρθρο 15
(2)του πιο πάνω Νόμου προνοεί ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 14 χρόνια. Το δε Άρθρο 9
(2)του ιδίου πιο πάνω Νόμου προνοεί ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 10 χρόνια για το αδίκημα της Άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς. Για το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης, το Άρθρο 7 του Νόμου 115(Ι)/2021 προνοεί ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές. Οι προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές συνιστούν ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος και ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία v. Kυριάκου κ.α.
(1990)2 Α.Α.Δ.264, Souilmi v. Aστυνομίας
(1992)2Α.Α.Δ.248, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, διαγράφεται από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη για ποινικό αδίκημα, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις, των οποίων, μέσω αυτής, επιδιώκεται η αποτροπή. Όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το ποινικό αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και για αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Οι περιστάσεις διάπραξης ενός αδικήματος είναι επίσης παράγοντας που επιδρά καθοριστικά στο ζήτημα της ποινής. Και αυτό, όπως επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας,
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, επειδή η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο της ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξή του, αλλά: «. σε μεγάλο βαθμό [και] από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης». Τα αδικήματα των κατηγοριών αρ. 1 - 6 στα οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, απορρέουν από τον Νόμο 91(I)/2014. Οι σκοποί του και η φιλοσοφία της ποινικοποίησης πράξεων και συμπεριφορών, που, με βάση τις πρόνοιες του, αποτελούν σεξουαλική κακοποίηση ή εκμετάλλευση παιδιών, σε σχέση και με το ζήτημα της διαμόρφωσης των ποινών από το Δικαστήριο για τα σχετικά ποινικά αδικήματα, εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αστυνομία ν Πατούρη, Ποινική Έφεση Αρ. 51/2020, 03/12/2020, από την απόφαση του οποίου, για σκοπούς επεξήγησης, παραθέτουμε την ακόλουθη περικοπή: «Ο Νόμος 91(Ι)/2014 θεσπίστηκε με σκοπό την καλύτερη εφαρμογή του νομικού γίγνεσθαι αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, η οποία καθιερώθηκε με πράξεις Διεθνών Οργανισμών. Προπαντός, όμως, έγινε προς εναρμόνιση της ημεδαπής νομοθεσίας με πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο συγκεκριμένο τομέα του δικαίου. Από αυτές, ξεχωρίζει, ιδιαίτερα, η Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου, 2011, (η «Οδηγία»), την οποία ο εν λόγω Νόμος έχει, εν πολλοίς, ως πρότυπο. Στο Προοίμιό της, εκτιμάται, διά της αιτιολογικής σκέψεως 1, ότι:- "Η σεξουαλική κακοποίηση και η σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής πορνογραφίας, συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, ειδικότερα των δικαιωμάτων των παιδιών στην προστασία και τη φροντίδα που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους, όπως προβλέπονται στη σύμβαση του 1989 των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης." Ακολούθως, στην αιτιολογική σκέψη 2, εκτιμάται, σύμφωνα με ό,τι διαλαμβάνει το πρόγραμμα της Στοκχόλμης, πως:- "Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες παρέχει σαφή προτεραιότητα στην καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης, της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας." Εμφανώς, η προστασία του παιδιού αναγνωρίζεται από το διεθνές και ημεδαπό δίκαιο ως κοινωνική ανάγκη, πηγάζουσα εκ της εγγενούς φύσεώς του. Στο προοίμιο της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού, κυρωθείσας με τον ομώνυμο Νόμο του 1990, (Ν. 243/1990), αναφέρεται, συναφώς ότι: "..., όπως υποδεικνύεται στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού, 'το παιδί, λόγω της σωματικής και διανοητικής του ανωριμότητας, χρειάζεται ειδική προστασία και φροντίδα, συμπεριλαμβανομένης και της κατάλληλης νομικής προστασίας, τόσο πριν όσο και μετά τη γέννησή του'". Στο επίπεδο, ειδικά, της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, εκτιμάται, στην αιτιολογική σκέψη 12 της Οδηγίας, πως:- "Για τις σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών θα πρέπει να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές." Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχοντας ως πρότυπο τις πιο πάνω αρχές, διαμόρφωσε, ανάλογα, τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται για αδικήματα που εμπίπτουν στον υπό αναφορά τομέα του δικαίου.». Συναφώς, στην υπόθεση Ειρηναίος Χριστοφόρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 59/2016, Hμερομηνίας 23/03/2017, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι: «Ο Νόμος περί Πρόληψης και Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014) και ειδικά τα άρθρα 2, 5 και 6
(3)έχουν σκοπό την προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης που έχουν διαφορετικές βέβαια βαθμίδες. Εκείνο όμως που μένει ως σταθερή παράμετρος είναι το ίδιο το θύμα και η ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό. Γι' αυτό και ο Νόμος είναι ιδιαίτερα αυστηρός στις προβλεπόμενες ποινές.». Στην Σ. Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 155/2019, ECLI:CY:AD:2021:B57, Ημερομηνίας 25/02/2021, αναφέρθηκε και το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Η γενετήσια ελευθερία είναι έκφανση της προσωπικής ελευθερίας. Κάθε ενήλικο πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να τελεί γενετήσιες πράξεις με πρόσωπα που συνειδητά επιλέγει. Οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους. Έχουν μειωμένη δυνατότητα αντίληψης των δικαιωμάτων τους και των συνεπειών των πράξεων τους. Κατ΄ επέκταση δεν έχουν την ωριμότητα να επιλέγουν τους ερωτικούς τους συντρόφους ή τα πρόσωπα με τα οποία θα αναπτύξουν σεξουαλικές δραστηριότητες. Ο πιο πάνω Νόμος έχει στο επίκεντρο του την προστασία των παιδιών. Όσοι διαπράττουν αξιόποινες πράξεις εις βάρος των παιδιών, βρίσκονται αντιμέτωποι με αυστηρές ποινές.» Και στην Λευκαρίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 135/14 (σχ. με 138/14), απόφαση ημερ. 22.11.2016, λέχθηκαν τα εξής: «Σεξουαλικής φύσης αδικήματα τιμωρούνται από τα δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές, σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο επειδή στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και επειδή προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562). Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή. Όταν στρέφονται κατά νεαρών προσώπων, τα οποία δεν έχουν ακόμη ολοκληρωμένη και ορθή αντίληψη για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής ούτε σταθερές δυνάμεις αντίστασης, τα αδικήματα αυτά καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, παρόλον που ένα νεαρό θύμα μπορεί, φαινομενικά, να είχε συναινέσει, η συμπεριφορά αυτή μπορεί να του προκαλέσει βλάβη, γι' αυτό ακριβώς ο νομοθέτης προνόησε για το συγκεκριμένο αδίκημα (R. v. Perry [2010] 2 Cr. App. R (S) 98).» Πέραν των πιο πάνω, αντλούμε δικαστική γνώση για την συχνότητα με την οποία διαπράττονται σεξουαλικής φύσεως αδικήματα από τις πολλές υποθέσεις που άγονται καθημερινά ενώπιον του Δικαστηρίου. Άλλωστε και η νομολογία έχει αναγνωρίσει ήδη την κατάσταση αυτή τονίζοντας την ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών (βλ. Δημοκρατία ν Χατζηαθανασίου, Ποινική Έφεση Αρ. 20/2021, Ημερομηνίας 19/10/2021. Στην Κ. Α. Μ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 127/2021, Ημερομηνίας 04/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B419, λέχθηκε ότι «.η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα όταν τα θύματα είναι παιδιά ή ανήλικα πρόσωπα, την ανωριμότητα, την ευαισθησία ή και την αδυναμία των οποίων εκμεταλλεύονται οι δράστες για να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές τους ορέξεις». Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση S. J. L. ν Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 129/2021, κ. α., Ημερομηνίας 27/10/2022: «. Αναμφίβολα στις περιπτώσεις όπου συγκεκριμένα αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών για σκοπούς αποτροπής (Abumazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551 και Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 235/2013 και 236/2013, ημερ. 5/10/2016). Μόλις σήμερα μας δόθηκε η ευκαιρία σε άλλη υπόθεση παρόμοιας φύσης (Robert Cionel Clarson ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 38/2022, ημερ. 27/10/2022), ECLI:CY:AD:2022:B411 να τονίσουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία διαπράττονται τέτοια εγκλήματα: "Οι υποθέσεις αυτής της φύσεως και γενικά οι υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων και μάλιστα με θύματα παιδιά δεν βρίσκονται μόνο σε έξαρση, δεν αποτελούν απλώς αδικήματα που δεσπόζουν στο εγκληματικό στερέωμα της Κύπρου, αλλά έχουν πλέον εξελιχθεί σε πρωτοφανή μάστιγα. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί υποχρέωση στα δικαστήρια για επιβολή ιδιαίτερα αποτρεπτικών και συνεπώς αυστηρών ποινών, με αποτέλεσμα οι προσωπικές περιστάσεις να είναι δευτερεύουσας και η εξατομίκευση της ποινής, όσο επιβεβλημένη κι αν είναι, να μην έχει αποφασιστικό ρόλο. Ό,τι έχει σημαίνουσα σημασία είναι η προστασία των παιδιών και των θεμελιακών τους δικαιωμάτων από εγκλήματα αυτής της φύσης, τα οποία συνθλίβουν τον ψυχικό τους κόσμο και εξευτελίζουν την προσωπικότητα τους. [.] Καθοριστική είναι η έντονη ανάγκη αποτροπής και ο τονισμός της αυστηρότητας που απαιτείται σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το έγκλημα αυτής της φύσης. Έγκλημα εναντίον του παιδιού, της κοινωνίας και του πολιτισμού."». Στην παρούσα περίπτωση λαμβάνουμε υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης για σκοπούς διαβάθμισης της σοβαρότητας των περιστατικών της. Όπως προκύπτει, ο κατηγορούμενος ενώ ήταν φρουρός ασφαλείας σε σχολείο κακοποιούσε και παρενοχλούσε σεξουαλικά το θύμα, ως αναφέρθηκε ανωτέρω στα γεγονότα. Ο κατηγορούμενος, λόγω της φύσης της εργασίας του κατάφερε να εισέλθει στο χώρο του σχολείου όπου φοιτούσε η ανήλικη, την προσέγγισε ο ίδιος και επιθυμούσε να βρεθούν μόνοι τους. Από την αρχή προσπαθούσε με κάθε τρόπο να επιτύχει, όπως αναφύεται από τα γεγονότα, σεξουαλική επαφή μαζί της, κάνοντας της δώρα και αποστέλλοντας της μηνύματα το περιεχόμενο των οποίων αναφέρθηκε ανωτέρω στα γεγονότα. Παρά την αρνητική στάση του θύματος, ο κατηγορούμενος συνέχισε να επιμένει, τόσο στο χώρο του σχολείου όσο και μέσω μηνυμάτων. Επέμεινε, ακόμη και όταν προσωπικό του σχολείου είχε παρατηρήσει τις συχνές επαφές του με το θύμα, λέγοντας μάλιστα, για να συγκαλύψει και να συνεχίσει τη δράση του, ψέματα στο διευθυντή, ότι ήταν θείος της και ότι ο λόγος που ήταν μαζί της συχνά, ήταν επειδή γνώριζε τα οικογενειακά και προσωπικά της προβλήματα και ότι προσπαθούσε να την βοηθήσει. Δεν δίστασε μάλιστα στο χώρο του σχολείου να κακοποιήσει σεξουαλικά το θύμα χουφτώνοντας την στα οπίσθια, έστω και με τον τρόπο που ο συνήγορος του κατηγορούμενου ανάφερε. Άδραξε, επίσης, την ευκαιρία, όταν κατάφερε να πείσει το θύμα και άλλες συμμαθήτριες της να τους μεταφέρει με το αυτοκίνητο του, να προβεί σε σεξουαλικές πράξεις εναντίον της. Απώτερος στόχος και σκοπός του κατηγορούμενου ήταν να καταφέρει με κάθε τρόπο να έχει σεξουαλικές επαφές με το θύμα, αδιαφορώντας για τις συνέπειες των πράξεων του προς την ανήλικη. Αποτελούν επιβαρυντικούς παράγοντες στην παρούσα η συστηματική και φορτική παρενόχληση του θύματος από τον κατηγορούμενο. Το Άρθρο 11(β) του Νόμου 115
(1)/2021 αναφέρει ότι αποτελεί επιβαρυντική περίσταση κατά την επιμέτρηση και επιβολή ποινής για αδίκημα βίας κατά γυναίκας η περίπτωση κατά την οποία «το αδίκηµα ή τα συναφή αδικήµατα διαπράχθηκαν κατά συρροή». Επιβαρυντικός παράγοντας, επίσης, είναι και η μεγάλη διαφορά ηλικίας. Το θύμα ήταν ηλικίας 15 ετών, μαθήτρια και ο κατηγορούμενος ηλικίας 46 ετών. Η μεγάλη αυτή διαφορά ηλικίας μεταξύ θύματος και κατηγορούμενου προσδίδει στο αδίκημα τέτοια απαξία και αποστροφή και αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα. Ο κατηγορούμενος ήταν σε μια ώριμη ηλικία που τον καθιστούσε ή έπρεπε να τον καθιστά ικανό να αντιληφθεί ότι έπρεπε να απέχει από τέτοιες πράξεις ή σεξουαλικές πράξεις με το θύμα, το οποίο ήταν ανήλικο. Σημειώνεται σχετικά, ότι ο κατηγορούμενος, είναι και ο ίδιος πατέρας, μίας ενήλικης σήμερα κοπέλας, 23 ετών. Η θέση του ότι ανέπτυξε αισθήματα για το θύμα και ότι θεωρούσε ότι η σχέση αυτή ήταν αμφίδρομη ένεκα κάποιων μηνυμάτων που λάμβανε από αυτό, αν και λαμβάνεται υπόψη, δεν μπορεί να αποτελούν επαρκή δικαιολογία, υπό τις περιστάσεις. Το θύμα ήταν ανήλικο πρόσωπο και βρισκόταν στην ηλικία των 15 ετών και με βάση το Νόμο δεν θα μπορούσε να παράσχει «συναίνεση» για οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη (βλ. Ειρηναίος Χριστοφόρου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) ). Σε κάθε περίπτωση, όμως, στην παρούσα περίπτωση προκύπτει ότι τα αισθήματα αυτά του κατηγορούμενου όχι μόνο δεν ήταν αμφίδρομα αλλά προκύπτει ότι το θύμα αντιδρούσε στις πράξεις και ενέργειες του κατηγορουμένου. Παρόλα αυτά ο κατηγορούμενος αδιαφορούσε τόσο γι' αυτό όσο και για τις συνέπειες που τέτοιες πράξεις ενδέχετο να έχουν στο ψυχικό κόσμο της ανήλικης. Και όλα αυτά τα οποία συνέβαιναν στο θύμα, ξεκίνησαν και λάμβαναν χώρα στο σχολείο όπου φοιτούσε, χώρος ο οποίος θα έπρεπε να ήταν ασφαλής για το θύμα και όχι ο κατηγορούμενος να τον είχε μετατρέψει σε χώρο όπου θα μπορούσε να ικανοποιούσε τις σεξουαλικές του ορέξεις εναντίον μιας ανήλικης μαθήτριας, στοιχείο το οποίο λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη. Υπόψη μας, επίσης, λαμβάνουμε τη φύση των σεξουαλικών πράξεων, ως προκύπτει από τα γεγονότα. Δεν παραγνωρίζουμε ότι επρόκειτο για αγγίγματα πάνω από τα ρούχα ως λεπτομερώς περιγράφονται στα γεγονότα και μια περίπτωση αφορά απόπειρα να φιλήσει το θύμα. Παρόλα αυτά, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι ο κατηγορούμενος απέστελλε και ερωτικά μηνύματα προς το θύμα, τα οποία έπλητταν την αξιοπρέπεια της και επιχείρησε μέσω της τεχνολογίας να την πείσει να ανεβάσει την μπλούζα που φορούσε. Όπως έχει αναφερθεί επρόκειτο για μια συστηματική συμπεριφορά η οποία διήρκεσε για κάποιο αντικειμενικά, σημαντικό χρονικό διάστημα ως αναφύεται από τα γεγονότα, χωρίς την ύπαρξη ανταπόκρισης από το θύμα. Αντιθέτως, αυτό αντιδρούσε. Η μεγάλη διαφορά ηλικίας του κατηγορούμενου με το θύμα σε συνδυασμό με τον όλο τρόπο και στάση του έναντι του θύματος, ο οποίος ήταν και μεθοδευμένος, μόνο απαξία και αποστροφή δημιουργεί. Ιδιαίτερα επιβαρυντικό στοιχείο, επίσης, είναι οι συνέπειες που η συμπεριφορά και πράξεις του κατηγορούμενου είχαν προς το θύμα, ως λεπτομερώς αναφέρθηκαν στα γεγονότα και προκύπτει από το αποτέλεσμα της ψυχολογικής της αξιολόγησης. Η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου δημιούργησε ψυχολογικά προβλήματα στο θύμα και αναβίωσαν τους αυτοτραυματισμούς στους οποίους το θύμα προέβαινε στο παρελθόν προς ανακούφιση των ψυχοσυναισθηματικών δυσκολιών της. Έγιναν, επίσης, εισηγήσεις για ατομική ψυχολογική υποστήριξη. Αναδεικνύεται από τα γεγονότα και όλα τα πιο πάνω που αναφέρθηκαν η ιδιαίτερη σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης. Αν και αντικειμενικά τέτοιες πράξεις και ενέργειες απολήγουν, σε πλήγμα της προσωπικότητας του θύματος και του ψυχικού του κόσμου, χωρίς να χρειάζεται σχετική μαρτυρία περί τούτο (βλ. Blackstone΄s, Criminal Practice, Έκδοση 2009, σελ. 3109 και Μηνά ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 228/18, ημερ. 16.3.2020), ECLI:CY:AD:2020:B102 στην παρούσα περίπτωση, με βάση την επιστημονική μαρτυρία και τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, οι συνέπειες της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου προς το θύμα, αναδύουν μια ιδιαίτερη σοβαρότητα. Δεν είναι άτοπο εδώ, να αναφερθούμε και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σ. Π. ν. Αστυνομίας,
(2014)2 Α.Α.Δ. 468 όπου, σχετικά με την προαναφερόμενη πτυχή αυτής της υπόθεσης, ειπώθηκε ότι: «Η αμαύρωση και σπίλωση της παιδικής ψυχικής αθωότητας αποσυνθέτει τον χαρακτήρα του παιδιού σε βαθμό που αποστερείται της φυσιολογικής ζωής.». Συνολικά ιδωμένα τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων από το κατηγορούμενο, είναι ιδιαίτερα σοβαρά και καταδικαστέα. Τέτοιου είδους συμπεριφορές οι οποίες διαπράττονται σε βάρος ανήλικων παιδιών δεν μπορεί να γίνουν ανεκτές και εκείνο το οποίο προέχει είναι η αυστηρή τιμωρία και η αποτροπή. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να προστατέψει τα δικαιώματα των παιδιών, να διαφυλάξει την υγιή ανάπτυξη τους και να προστατέψει τον ψυχικό τους κόσμο καθώς και την αξιοπρέπεια των γυναικών. Η επιβολή της ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου και η δικαστική διεργασία για την επιμέτρηση της δεν είναι εύκολη. Απαιτείται εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη (βλ. Κωνσταντίνος Λευκαρίτης κ.α. v. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 135/2014 και 138/2014). Παρά τα πιο πάνω και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την ανάγκη που υπάρχει για αυστηρή αντιμετώπιση τους, η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας πραγματικά υπόψη, όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν, δεν ατονεί. Η εξατομίκευση της ποινής όμως σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν μπορεί εξουδετερώνει τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος και την ανάγκη, ως και προελέχθη, για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου προς προστασία των παιδιών ειδικά και της κοινωνίας γενικότερα (βλ. Κ. Χ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 272/2017, 26/09/2019, ECLI:CY:AD:2019:B397, Γ. Α. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2017, 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, Αστυνομία ν Πατούρη (ανωτέρω) και A. D. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 177/2021, 16/03/2022), ECLI:CY:AD:2022:B96. Για σκοπούς μετριασμού της ποινής και προς όφελος του κατηγορούμενου, λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Στις κατηγορίες αρ. 1 - 5 θα θεωρήσουμε την παραδοχή του ως άμεση αφού μετά την τροποποίηση των κατηγοριών αυτών δια της αντικατάστασης του Άρθρου 6
(4)(α) με το Άρθρο 6
(3)στην νομική τους βάση και την απάλειψη της φράσης «καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε πάνω σε παιδί», στις λεπτομέρειες, ο κατηγορούμενος προέβηκε άμεσα σε παραδοχή ενώ ταυτόχρονα άλλαξε απάντηση από μη παραδοχή σε παραδοχή τις κατηγορίες 6 -
  1. Θα δώσουμε τη δέουσα βαρύτητα στην παραδοχή του κατηγορούμενου, η οποία αποτελεί και ένδειξη μεταμέλειας στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2015, 11/07/2016: «. η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να "μεταφερθεί" στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι' αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής.» (βλ. επίσης, Okmelashvili ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 146/2020, Ημερ. 22/12/2021 και M. C. T. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 222/2020, Ημερ. 14/10/2022), ECLI:CY:AD:2022:B
  2. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι η παραδοχή σε τέτοιου είδους υποθέσεις αποκτά αυξημένη σημασία. Στην υπόθεση Γ. Α. ν Δημοκρατίας (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Η παραδοχή ακριβώς υποδηλώνει την αντίληψη του δράστη για το κακό που διέπραξε. Σε περιπτώσεις δε όπως η παρούσα έχει ως αποτέλεσμα να μην υποβληθεί ένα παιδί στην τραυματική εμπειρία της δίκης, όσο προσεκτική και αν είναι η αντιμετώπισή του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του. Τότε είναι που θα μπορούσε ο εφεσείοντας με ψυχική και συνειδησιακή ταπείνωση έναντι του παιδιού, του οποίου την προσωπικότητα εξευτέλισε και τραυμάτισε ενεργώντας συστηματικά σε μια μακρά περίοδο χρόνου, να επικαλεστεί έμπρακτη μεταμέλεια και μειωμένη ανάγκη για ειδική αποτροπή. Η παρατήρηση βεβαίως αυτή δεν αναφέρεται στο αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου να μην παραδεχθεί ενοχή το οποίο, όπως ορθά παρατήρησε το Κακουργιοδικείο, δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας, αλλά στο ότι ένας κατηγορούμενος, ιδιαίτερα υπό τέτοιες περιστάσεις όπου η μη παραδοχή δεν περιορίστηκε στη νομική πτυχή αλλά είχε ως αποτέλεσμα να κληθεί ως μάρτυρας η ανήλικη, δεν μπορεί να τύχει της επιείκειας που θα εδικαιούτο εάν εξέφραζε εξ αρχής πλήρη και έμπρακτη μεταμέλεια.». (βλ. επίσης, Αστυνομία ν Πατούρη, ανωτέρω, A. D. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 177/2021, 16/03/2022, ECLI:CY:AD:2022:B96, Filip ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 112/2019, 03/12/2020, ECLI:CY:AD:2020:D412, Κ. Α. Μ. ν Δημοκρατίας, ανωτέρω, M. C. T. ν Δημοκρατίας, ανωτέρω, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, ανωτέρω και Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 2/2022, 19/12/2022). Συνυπολογίζουμε στα πιο πάνω την απολογία και μεταμέλεια του κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου η οποία εκφράστηκε μέσω του δικηγόρου του, στοιχεία που σωρευτικά καταδεικνύουν την έμπρακτη μεταμέλεια του. Υπόψη μας λαμβάνουμε την ομολογία και συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές, στο βαθμό που αυτή προκύπτει από τα όσα μας τέθηκαν. Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου λαμβάνεται, επίσης, υπόψη και αποτελεί στοιχείο το οποίο του δίνει την ευχέρεια να αιτείται την επιείκια του Δικαστηρίου (βλ. Ψωμά v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40 και Γενικός Εισαγγελέας ν Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Προς εξατομίκευση και περαιτέρω μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του περιστάσεις, στο βαθμό και έκταση που αυτές αποκαλύπτονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, την οποία ο συνήγορος του υιοθέτησε. Ειδικότερα, λαμβάνουμε υπόψη μας ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 46 ½ ετών σήμερα και είναι ο μεγαλύτερος από τα δύο παιδία της οικογένειας του. Ο αδελφός του τα τελευταία 15 χρόνια διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό. Οι γονείς του είναι συνταξιούχοι και κατάγονται από την Επαρχία Μόρφου. Ο πατέρας του απασχολείτο σε οικοδομικές εργασίες και η μητέρα του ως βοηθός κουζίνας σε εστιατόριο. Ο κατηγορούμενος διαμένει μαζί με τους γονείς του, οι οποίοι αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας και χρήζουν βοήθειας, όπως ανάφερε. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο πατέρας του πριν από ένα χρόνο υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο. Οι διαπροσωπικές σχέσεις με τους γονείς του είναι άριστες. Από τη σχέση που διατηρούσε με γυναίκα από την Ουκρανία απέκτησε ένα παιδί ηλικίας σήμερα 23 ετών το οποίο διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ακολούθως, το 2003 τέλεσε γάμο με γυναίκα από τη Ρουμανία και το 2008 έλαβε διαζύγιο. Από το 2020 και για δυο χρόνια διατηρούσε σχέση με γυναίκα από την Κύπρο. Σύμφωνα με τον ίδιο, αντιμετωπίζει πρόβλημα στην όραση του το οποίο οφείλεται σε έντονος άγχος και παρακολουθείται από γιατρό. Επίσης, όπως ανάφερε, έχει διαγνωσθεί με αλλεργικό άσθμα και υπέρταση. Ο κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι την Β΄ γυμνασίου και ολοκλήρωσε κανονικά τη θητεία του στην Εθνική Φρουρά. Εργαζόταν από νεαρή ηλικία. Απασχολήθηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος σε βενζινάδικο, σε εστιατόρια, ως βοηθός μηχανικός και ως πελεκάνος. Όπως αναφέρθηκε, από την ηλικία των 25 ετών εργαζόταν ως ξενοδοχοϋπάλληλος ενώ παράλληλα για πολλά χρόνια απασχολείτο ως φρουρός ασφαλείας. Από τον 07ον/2023 μέχρι και τον 10ον/2023 απασχολήθηκε σε επιχείρηση συγγενικού του προσώπου η οποία δραστηριοποιείται στη διοργάνωση γάμων. Στο παρόν στάδιο δεν έχει σταθερή εργασία. Απασχολείται περιστασιακά σε διάφορες εργασίες για να καλύπτει τις βασικές του ανάγκες. Τέλος, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν έχει ικανοποιητικό δίκτυο κοινωνικής υποστήριξης. Λαμβάνουμε υπόψη μας τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τις οικονομικές του συνθήκες, όπως αποκαλύπτονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, όμως θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε αδικήματα αυτής της φύσης, δηλαδή αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά τα οποία χρήζουν αποτροπής, οι προσωπικές περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν ή να αποδυναμώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει η ποινή. Η σημασία τους, έναντι της ανάγκης για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, η οποία, για προστασία του παιδιού ειδικά, και του κοινωνικού συνόλου, γενικότερα, προέχει, είναι μειωμένη (Κ. Χ. ν Δημοκρατίας, ανωτέρω, Γ. Α. ν Δημοκρατίας, ανωτέρω, Αστυνομία ν Πατούρη, ανωτέρω και A. D. ν Δημοκρατίας, ανωτέρω). Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη μας το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, μετά την επιφύλαξη της ποινής στην υπόθεση αυτή προέβηκε σε δύο απόπειρες αυτοκτονίας, όπως προκύπτει από τα όσα επιπρόσθετα τέθηκαν ενώπιον μας και από τα πρακτικά της διαδικασίας. Όπως προκύπτει, ο κατηγορούμενος στις 17/04/2024 και 16/05/2024 προέβηκε στις ανωτέρω απόπειρες αυτοκτονίας με τη λήψη μεγάλης ποσότητας φαρμακευτικών σκευασμάτων, με διαδοχικές νοσηλείες στο Ψυχιατρείο. Στην Αίτηση για υποχρεωτική νοσηλεία Αρ. 90/2024, ημερ. 20/05/2024 (τεκμήριο Β), αναφέρεται ως πιθανή αιτία της κατάστασης του κατ' εκείνη την περίοδο, η υποτροπή ψυχικής νόσου, χωρίς άλλες διευκρινήσεις. Έχει αναφερθεί από το συνήγορο του ότι προηγουμένως ο κατηγορούμενος δεν λάμβανε οποιαδήποτε φαρμακευτική αγωγή και δεν έχει παρατεθεί ενώπιον μας οποιαδήποτε γνωμάτευση για ύπαρξη προηγούμενης ψυχικής νόσου. Σύμφωνα με το εξιτήριο του Νοσοκομείου Αθαλάσσας, ημερομηνίας 12/07/2024 (βλ. τεκμήριο Γ), ο κατηγορούμενος εισήχθηκε δυνάμει διατάγματος υποχρεωτικής νοσηλείας λόγω αναφερόμενης απόπειρας με υπερδοσολογία φαρμάκων. Κατά τη νοσηλεία του διαπιστώθηκε δυσκολία διαχείρισης σε σχέση με συγκεκριμένο γεγονός (Ποινικό Δικαστήριο). Συνεχίζοντας, στο εν λόγω πιστοποιητικό αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι ο κατηγορούμενος απολύθηκε χωρίς αυτό/ετεροκαταστροφικές τάσεις και αναφέρεται σε αυτό η φαρμακευτική αγωγή κατά την απόλυση του. Προτάθηκε ραντεβού με ψυχίατρο εντός 10 ημερών και σύνδεση με ψυχολόγο για πλαίσιο στήριξης και συμβουλευτική σε σχέση με το στρεσογόνο γεγονός. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω αλλά διευκρινίστηκε και από το συνήγορο του, το εν λόγω στρεσογόνο γεγονός είναι η παρούσα υπόθεση. Πέραν των πιο πάνω, παρά το ότι είχε δοθεί χρόνος από το Δικαστήριο με σκοπό ο κατηγορούμενος να είχε συνάντηση με ψυχίατρο, ως οι οδηγίες κατά την απόλυση του από το ψυχιατρείο και να ετοίμαζε ψυχιατρική έκθεση, εντούτοις μια τέτοια έκθεση δεν έχει ετοιμαστεί και ούτε παρουσιάστηκε ενώπιον μας, παρά μόνο μια αναφορά της προσωπικού του ιατρού, που όπως μας λέχθηκε ήταν σε συνεννόηση με την ψυχίατρο, στην οποία καταγράφεται η τρέχουσα κατάσταση του. Σύμφωνα με το συνήγορο του, η ψυχίατρος του χρειάζεται περαιτέρω χρόνο και συναντήσεις με τον κατηγορούμενο για να έχει ολοκληρωμένη άποψη. Όσον αφορά την έκθεση της Δρ. Μπάρτζου Θεοδώρας, Γενικής Ιατρού, κατά την κλινική εξέταση του κατηγορούμενου διαπίστωσε: Κακουχία, εμφανώς αδυνατισμένος, καταθλιπτικό συναίσθημα, είναι βυθισμένος στις σκέψεις του, απαντά στις ερωτήσεις αργά και δεν υποστηρίζει τον διάλογο. Αναφέρει αίσθημα φόβου, κυρίως όταν βρίσκεται με κόσμο, αλλά επίσης ενισχύεται αυτό το αίσθημα όταν βρίσκεται μόνος του. Αναζητά την διαρκή παρουσία της μητέρας και του θείου του. Διαταραχή ύπνου. Καταγράφεται τρόμος άνω άκρων άμφω, κνησμός σε όλο το σώμα, αρτηριακή πίεση καλή, αλλά στο σπίτι αναφέρουν οι οικείοι του υψηλές τιμές, κάτι το οποίο επιβεβαίωσε η ίδια και ο καρδιολόγος στο παρελθόν αλλά ο ασθενής αρνήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Η εν λόγω ιατρός συστήνει για καθημερινή παρακολούθηση αρτηριακής πίεσης για 7 ημέρες και επανεξέταση. Συστήνει, επίσης, για μόνιμη συνοδεία δεύτερου προσώπου, καθώς υπάρχει η πιθανότητα επανάληψης του επεισοδίου. Χρήζει τακτικής ψυχιατρικής εκτίμησης. Τον εξέτασε η Δρ. Μαρία Παλέξα στις 19/07/2024 και θα επανεξεταστεί στις 31/07/2024. Είναι υπόψη μας οι νομολογιακές αρχές που διέπουν το τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα προβλήματα υγείας ενός κατηγορουμένου. Στην Khalife v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 315, αποφασίστηκε πως αν, λόγω σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας, η φυλάκιση θα προκαλέσει σ' ένα αδικοπραγούντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού, αυτό επενεργεί ως ελαφρυντικός παράγοντας. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο Νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης ενός αδικήματος καθιστούν επιβεβλημένη την επιλογή αυτή (βλ. Attorney - General v. Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R. 93, Asoltanei v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 742, Κυπριανού v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 28/2014, ημερομηνίας 24.2.2014 και R v. Hall
(2013)Crim. L.R. 426, CA). Παραπέμπουσε, επίσης, στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, στην Χρύσανθος Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 67/2024, Ημερ. 26/04/2024, στην οποία έγινε εκτενής ανάλυση του τρόπου με τον οποίο λαμβάνονται υπόψη τα προβλήματα υγείας ενός αδικοπραγούντα. Λέχθηκε σε εκείνη την υπόθεση, με παραπομπή σε προηγούμενη νομολογία, ότι «Εάν οι προσωπικές περιστάσεις του καταδικασθέντος είναι εξαιρετικές, τότε μπορούν να επενεργήσουν ως ελαφρυντικός παράγοντας ο οποίος δικαιολογεί μείωση της ποινής φυλάκισης. Τέτοιες εξαιρετικές περιστάσεις υφίστανται αν λόγω κάποιας σωματικής ανικανότητας ή ασθένειας η φυλάκιση θα προκαλέσει στον καταδικασθέντα ταλαιπωρία ασυνήθιστου βαθμού» Στα πιο πάνω πλαίσια, λοιπόν, λαμβάνουμε υπόψη μας όλα τα ανωτέρω τα οποία προκύπτουν σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου και την όποια ταλαιπωρία, η ποινή φυλάκισης, ενδεχομένως να προκαλέσει σε αυτόν. Ωστόσο, θα πρέπει να λεχθεί ότι η πιο πάνω περιγραφόμενη κατάσταση της υγείας του κατηγορούμενου, μπορεί να αντιμετωπιστεί από τις Φυλακές, οι οποίες θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα και ενδεικνυόμενα μέτρα για τη διαφύλαξη της υγείας των κρατουμένων και φυλακισμένων (βλ. Μαληκκίδη ν. Δημοκρατίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 1186, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 223/19, ημερ. 8.4.2020 και Κώστα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 205/20, ημερ. 22.12.2021). Άλλωστε, δεν έχει τεθεί ενώπιον μας και αντίθετη θέση. Περαιτέρω, δεν παραγνωρίζουμε τα όσα μας τέθηκαν σε σχέση με τις συνέπειες που ενδεχόμενη ποινή φυλάκισης θα έχει στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα στους γονείς του, κάτι το οποίο λαμβάνουμε υπόψη. Εντούτοις θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι επιπτώσεις φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328). Επιπρόσθετα, έχουμε συνεκτιμήσει τα όσα αναφέρθηκαν περί εξωδικαστηριακής τιμωρίας του κατηγορούμενου από την κοινή γνώμη και την απαξία της κοινωνίας προς το πρόσωπο του, ένεκα της φύσης των αδικημάτων που διέπραξε και τη δυσκολία στην ανεύρεση εργασίας ένεκα της διάπραξης αδικημάτων αυτής της φύσης, κάτι το οποίο θα τον ακολουθεί για το υπόλοιπο της ζωής του, πλην όμως δεν μπορεί να τους δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Η εξωδικαστηριακή τιμωρία είναι παράγοντας ελαφρυντικός και λαμβάνεται υπόψη σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. Στην Λοϊζου Πετρίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 194/2015, Ημερ. 27/01/2016 λέχθηκε ότι «το στοιχείο της εξωδικαστηριακής τιμωρίας, ως παράγοντα μετριασμού της ποινής, εγείρεται στις περιπτώσεις όπου αυτή καθ΄ εαυτή η διάπραξη ενός αδικήματος επιφέρει, άνευ ετέρου, στο δράστη άμεσες και σοβαρές ζημιογόνες συνέπειες.» (βλ. επίσης Στέλιος Κουλουντής v. Αστυνομίας
(2015)2Β Α.Α.Δ 870). Στην Αστυνομία v. Α.Α., Ποινική Έφεση Αρ. 4/2021 (Σχ. 5/2021) η οποία αφορούσε βρισιές, ξυλοδαρμό και εκδήλωση ρατσιστικής συμπεριφοράς εναντίον της παραπονούμενης είχε κυκλοφορήσει στα ΜΜΕ σχετικό βίντεο και ολόκληρη η κοινωνία καταδίκαζε το επεισόδιο λήφθηκε υπόψη ως εξωδικαστηριακή τιμωρία. Λέχθηκε ότι «οι εφεσίβλητες και ιδίως η πρώτη εφεσίβλητη, έχουν ήδη υποστεί σοβαρή εξωδικαστηριακή τιμωρία λόγω του δημόσιου διασυρμού τους και των συνεπειών του». Τα όσα αναφέρθηκαν στην παρούσα για το ζήτημα αυτό, υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να αποτελούν εξωδικαστηριακή τιμωρία. Κατ' αρχάς τέθηκαν κατά τρόπο γενικό και αόριστο και δεν προκύπτει, πέραν από την διάπραξη των αδικημάτων, να έλαβε χώρα οποιοδήποτε περιστατικό το οποίο να δημιούργησε την χλεύη και αποστροφή του κοινού προς το πρόσωπο του κατηγορούμενου. Δεν τέθηκαν ενώπιον μας οποιαδήποτε στοιχεία περί της γνώσης του κοινού για την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, που εν πάση περιπτώσει αυτό αφορά εξωγενή παράγοντα (βλ. Σουτζής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424 και χχχ v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 252/2017, Ημερ. 28/02/2019). Κατά δεύτερο, η φύση των αδικημάτων δεν μπορεί άνευ ετέρου να θεωρηθεί ως εμπόδιο στην ανεύρεση εργασίας και δεν τέθηκαν ενώπιον μας συγκεκριμένα στοιχεία που να συνηγορούν προς αυτό, τουλάχιστον μέχρι σήμερα. Πόσο μάλλον στο μέλλον, κάτι το οποίο δεν μπορεί να προβλεφθεί. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί στην παρούσα. Τα αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και οι περιστάσεις διάπραξης τους είναι ιδιαίτερα σοβαρά και οποιαδήποτε άλλη ποινή, πέραν αυτή της φυλάκισης, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες και σκοπούς του Νόμου. Όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου και οι προσωπικές του περιστάσεις δεν είναι ικανά να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής και αυτά θα παίξουν ρόλο στο ύψος της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποφάσεις του για το ζήτημα της ποινής, σχετικά με συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, είναι μόνο ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι: «ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Όπως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808: «Εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.» (βλ. επίσης, Bistriceanu ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 76/2017, 26/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:B199 και Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 2/2022, 19/12/2022). Στην Ειρηναίος Χριστοφόρου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 59/2016, Hμερομηνίας 23/03/2017, ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος µετά από δική του παραδοχή σε κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 5 και 6
(3)του Περί Πρόληψης και Καταπολέµησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Σεξουαλικής Εκµετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόµου του 2014 (Ν.91(Ι)/2014) (1η κατηγορία) και ∆ιαφθοράς νεαρής γυναίκας ηλικίας δεκατριών χρόνων µέχρι δεκαεπτά, κατά παράβαση του άρθρου 154 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόµο 145
(1)/2002 (2η κατηγορία). Ο εφεσείων ήταν 24 ετών και το θύµα 13 ετών κατά τον επίδικο χρόνο. Ο εφεσείων είχε γνωρίσει το θύμα σε µέσο κοινωνικής δικτύωσης (facebook) και ξεκίνησε µεταξύ τους επικοινωνία, µέσω της εφαρµογής (messenger), µια εβδοµάδα περίπου, πριν από την επίδικη ηµεροµηνία (4.8.2015). Στις 4.8.2015 το θύµα και ο εφεσείων, κατόπιν προτροπής του ιδίου, διευθετήθη συνάντηση μεταξύ τους. Ο εφεσείων παρέλαβε µε το αυτοκίνητο του το θύμα και την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο του, το οποίο είναι κοινό µε τον αδελφό του και κατ΄ εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε κανένα άλλο πρόσωπο στο σπίτι. Ο εφεσείων, αφού έκλεισε την πόρτα του δωματίου, άρχισε να τη χαϊδεύει και να τη φιλά σε διάφορα σημεία του σώματος της. Στη συνέχεια έβγαλε το παντελόνι του και το παντελόνι του θύματος. Τότε αφίχθηκε στο σπίτι ο αδελφός του, ο οποίος εισήλθε εντός του υπνοδωματίου όπου βρισκόταν ο εφεσείων και το θύμα και κάθισε στο κρεβάτι του. Το θύμα κατόπιν προτροπής του τελευταίου είχε ήδη κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι. Ο εφεσείων κάλεσε το θύμα να βγει από το κάτω μέρος του κρεβατιού. Έμειναν όλοι μαζί για λίγα λεπτά και στη συνέχεια ο αδελφός του εγκατέλειψε την οικία. Ο εφεσείων άρχισε εκ νέου να χαϊδεύει και να φιλά το θύμα σε διάφορα μέρη του σώματος της και ακολούθως εισχώρησε το γεννητικό του όργανο στο γεννητικό όργανο της, ολοκληρώνοντας τη σεξουαλική πράξη. Το θύμα εξετάστηκε από Ιατροδικαστή ο οποίος διέγνωσε παλαιά ρήξη του παρθενικού υμένα. Συνελήφθη ο εφεσείων στις 8.8.2015. Αρχικά ο εφεσείων σε κατάθεση του αρνήθηκε ενοχή, στη συνέχεια προέβη σε ομολογία παραδεχόµενος ενοχή. Το Κακουργιοδικείο, αφού έλαβε υπόψη τους µετριαστικούς παράγοντες που τέθηκαν ενώπιον του, επέβαλε στον εφεσείοντα 2,5 χρόνια φυλάκιση στη 1η κατηγορία και 1 χρόνο στην 2η κατηγορία. Εισήγηση για αναστολή της ποινής απορρίφθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση κατά της ποινής, την οποία χαρακτήρισε, υπό τις περιστάσεις μάλλον επιεική. Αναφέρθηκε ότι δεν υπήρχε συναισθηματικό υπόβαθρο και ο εφεσειών γνωρίζοντας ότι το θύμα ήταν μόλις 13 ετών και αφού πέτυχε «γνωριμία» μέσω μηνυμάτων στο διαδίκτυο εντελώς επιφανειακού χαρακτήρα μόλις μια εβδομάδα πριν την επίδικη ημερομηνία διευθετήθη συνάντηση μαζί της με τα πιο πάνω αναφερόμενα επακόλουθα. Λήφθηκαν στην υπόθεση εκείνη υπόψη ως ελαφρυντικά, η παραδοχή και μεταμέλεια του κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο και η ηλικία του εφεσείοντα, ο οποίος ήταν 25 ετών. Ο εφεσειών επίσης ήταν ανίκανος για εργασία λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας, είχε 2 παιδιά 5 και 3 ετών από διαφορετικές συντρόφους με τις οποίες συμβίωνε κατά το χρόνο γέννησης των παιδιών. Από νεαρής ηλικίας, ο εφεσειών παρακολουθείται από ψυχίατρο και οικονομικά στηρίζεται πάντοτε από τους γονείς του. Κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος διατηρούσε δεσμό με συγκεκριμένη γυναίκα που κατονομάζεται, ηλικίας 35 ετών, εξακολουθεί δε να παρουσιάζει ψυχολογικά προβλήματα, ειδικά κρίσεις πανικού και χρόνιο πρόβλημα αγοραφοβίας. Αναφορικά με το λόγο έφεσης για την μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής, αναφέρθηκε ότι ορθά εκτιμήθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι η σοβαρότητα του αδικήματος και των γεγονότων της υπόθεσης δεν δικαιολογούσε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς αυτή την κατεύθυνση. Στην M.C.T v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) ο εφεσειών, ηλικίας 29 ετών είχε σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη ηλικίας 15 ετών. Τα γεγονότα της υπόθεσης ήταν ότι ο εφεσειών και η παραπονούµενη γνωρίζονταν από προηγουμένως. Λέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πως «. και οι δύο διατηρούσαν αισθήματα ο ένας για τον άλλο». Μίαν ημέρα, εντός του 2020, όταν η παραπονούµενη έφυγε από την οικία των γονέων της, µετά από ένα καυγά που αυτοί είχαν, είδε τον Εφεσείοντα έξω από ένα κατάστημα. Τον πλησίασε και τον αγκάλιασε. Στη συνέχεια άρχισε να του αναφέρει τα προβλήματα που αντιμετώπιζέ στην οικία της. Ο Εφεσείων προσπάθησε να την παρηγορήσει και στη συνέχεια την προσκάλεσε στο διαμέρισμα του για ένα αναψυκτικό. Η παραπονούµενη δέχθηκε και μετέβη οικειοθελώς στο διαμέρισμα του. Ενόσω κουβέντιαζαν, ο Εφεσείων την ερώτησε εάν ήθελε να έχει σεξουαλική επαφή μαζί του. Αυτή δέχθηκε και όντως είχε σεξουαλική επαφή µε τον Εφεσείοντα, ο οποίος λίγους μήνες µετά, συνελήφθη από την Αστυνοµία, κατόπιν καταγγελίας, και εναντίον του εξεδόθη διάταγµα προσωποκράτησης για οχτώ ημέρες. Ανακρινόμενος αρνήθηκε ότι είχε σεξουαλική επαφή µε την παραπονούµενη, όμως ενώπιον του Επαρχιακού ∆ικαστηρίου µεταµελήθηκε και παραδέχθηκε αμέσως τη διάπραξη του αδικήματος. Το πρωτόδικο Δικαστήριο, επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 4,5 χρόνων η οποία κατ' έφεση μειώθηκε σε τέτοιο βαθμό έτσι ώστε η ποινή η οποία είχε εκτίσει να αποτελούσε την ενδεδειγμένη ποινή. Ο εφεσειών δηλαδή παρέμεινε στη φυλακή από 26/06/2020 μέχρι τις 14/10/2022 που εκδόθηκε η απόφαση στην έφεση. Δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην παραδοχή του εφεσείοντα και στη σημασία που αυτή έχει σε τέτοιου είδους υποθέσεις, το λευκό του ποινικό μητρώο και το σχετικά νεαρό της ηλικίας του. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δηµοκρατίας ν. ΧΧ, Ποινική Έφεση Αρ. 36/2017, ημερ. 14.6.2017, ECLI:CY:AD:2017:B219, ο Εφεσίβλητος εκδικάστηκε από Κακουργιοδικείο, το οποίο του επέβαλε, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 12 µηνών σε κατηγορία, όπως αυτές που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Σύμφωνα µε τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Εφεσίβλητος ήλθε σε συνουσία µε την παραπονούµενη, ηλικίας 15 ετών και 5 µηνών. Μεταξύ θύτη και θύματος υπήρχε μεγάλη διαφορά ηλικίας, περίπου 23 έτη, κάτι που δικαιολογημένα κρίθηκε ως επιβαρυντικός παράγων. Περαιτέρω, ο Εφεσίβλητος ήταν καθηγητής στο σχολείο που φοιτούσε η παραπονούµενη και σε κάποιες περιπτώσεις είχε διδάξει και στην ίδια. Η επιβληθείσα από το Κακουργιοδικείο ποινή φυλάκισης των 12 µηνών, κρίθηκε έκδηλα ανεπαρκής και αυξήθηκε σε 2 έτη. Στην Μάμας Κυριάκου v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 141, ο εφεσείοντας κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής στις κατηγορίες της (α) Σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανηλίκου, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3
(1)και 3
(2)(β) του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων Νόμου 3
(1)/00, και, (β) Απαγωγής νεαρής γυναίκας κάτω των δεκαέξι χρονών, κατά παράβαση των άρθρων 149 και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/87. Το Κακουργοδικείο επέβαλε στον εφεσείοντα ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών στην πρώτη και 6 μηνών στη δεύτερη κατηγορία, οι οποίες δεν κρίθηκαν έκδηλα αυστηρές από το Εφετείο. Σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσειών ηλικίας 23 χρόνων πήρε την ανήλικη ηλικίας 9 ½ ετών από την πισίνα Κέντρου όπου δούλευε η μητέρα της και την μετέφερε στην οικία του όπου την οδήγησε στο υπνοδωμάτιο του. Κλείδωσε την πόρτα και της ζήτησε να ξαπλώσει στο κρεβάτι, κάτι που αυτή αρνήθηκε να κάνει. Στη συνέχεια άρχισε να τη φιλά στα χείλη, την ξάπλωσε στο κρεβάτι, και, αφού ξάπλωσε και αυτός δίπλα της, άρχισε να τη φιλά στο στόμα και να χαϊδεύει τα μαλλιά και την πλάτη της. Ακολούθως της αφαίρεσε το μαγιό, τη φιλούσε στο λαιμό και στο στήθος, ενώ με το χέρι χάιδευε το αιδοίο της. Μετά κατέβασε το παντελόνι του, έβαλε το χέρι της στα γεννητικά του όργανα, την ανάγκασε να τον φιλά στο λαιμό και σε κάποια φάση χάιδεψε με το πέος του το αιδοίο της. Εν τω μεταξύ, η μητέρα της ανήλικης άρχισε να την αναζητά στο χώρο της πισίνας, οπότε πληροφορήθηκε ότι είχε φύγει με τον εφεσείοντα. Τότε, διάφορα πρόσωπα άρχισαν να αναζητούν τον εφεσείοντα και την ανήλικη. Ένα από αυτά τα πρόσωπα πήγε στο σπίτι του εφεσείοντα όπου συνάντησε την αδελφή του η οποία και φώναξε τον εφεσείοντα για να εξακριβώσει αν ήταν στο δωμάτιό του. Με το κάλεσμα της αδελφής του, ο εφεσείων ντύθηκε και κάλεσε και την ανήλικη να πράξει το ίδιο, απάντησε δε στην αδελφή του ότι ήταν στο δωμάτιό του και κοιμόταν. Στη συνέχεια ζήτησε από την ανήλικη να κρυφτεί για να μην τη δει η αδελφή του, μετά δε από μερικά λεπτά, αφού οδήγησε την ανήλικη από την πίσω πόρτα στο αυτοκίνητο, την μετέφερε πίσω στο Κέντρο. Μόλις το αυτοκίνητο του εφεσείοντα σταμάτησε, η μητέρα της ανήλικης έτρεξε προς το μέρος του ρωτώντας για την κόρη της, αυτός όμως αρνήθηκε ότι ήταν μαζί του. Τη στιγμή εκείνη ακούστηκαν κλάματα προερχόμενα από το αυτοκίνητο του εφεσείοντα, οπότε και εντοπίστηκε η ανήλικη πεσμένη στο πάτωμα του πίσω μέρους του αυτοκινήτου. Ακολούθησε η καταγγελία στην Αστυνομία. Ο εφεσείοντας αντιμετώπιζε ψυχικά προβλήματα και είχε μειωμένη αντιληπτική ικανότητα, ανωριμότητα και έντονη συναισθηματική διαταραχή. Δεν υπήρχε βία και σωματική και ψυχική βλάβη στην ανήλικη και το εφεσείοντας ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Στην Ν.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, Ημερομηνίας 13/02/2018, ECLI:CY:AD:2018:B72, ο εφεσειών κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση για το αδίκημα του Άρθρου 6
(3)του Νόμου 91
(1)/2014. Ποινή φυλάκισης 3 ετών που του επιβλήθηκε πρωτόδικα αυξήθηκε κατ' εφέση στα 5 έτη. Το θύμα ήταν ηλικίας 13 ετών και εφεσείοντας 63 ετών. Εντοπίστηκαν να στέκονται σε σημείο πολυκατοικίας και φιλιόνταν, γλείφονταν στο λαιμό, αγκαλιάζονταν και ο εφεσείοντας έπιανε τα οπίσθια και άλλα μέρη του σώματος της. Ο εφεσείοντας ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Η ηλικία του ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικός παράγοντας ως προς την ίδια τη διάπραξη του αδικήματος και την ηλικία του θύματος. Επιβαρυντικά στοιχεία επίσης θεωρήθηκαν ο απόμερος και σκοτεινός τόπος που συντελέστηκε το αδίκημα, καθώς και οι λοιπές του συνθήκες, όπως ο εξ' αντικειμένου αντίκτυπος της πράξης στο συγκεκριμένο θύμα. Τονίστηκε περαιτέρω η σημασία που υπέχει η παραδοχή σε τέτοιου είδους αδικήματα, η οποία δεν υπήρχε σε εκείνη την υπόθεση. Σημειώνεται ότι η καταδίκη του εφεσείοντα για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης με κατάχρηση ευάλωτης θέσης, εδραζόμενο στο άρθρο 6
(4)(β) του ιδίου Νόμου και στην οποία πρωτόδικα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 έτη, ακυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Μ.Χ. v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 72/2021, Ημερ. 04/02/2022, ECLI:CY:AD:2022:D51 ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τέσσερις κατηγορίες κατά παράβαση του Άρθρου 6
(1)
(3)και τέσσερις κατηγορίες κατά παράβαση του Άρθρου 6
(4)(γ) του Νόμου 91
(1)/2014, τις οποίες δεν παραδέχθηκε. Σε άλλες δύο κατηγορίες Άσεμνης επίθεσης, προέβηκε σε παραδοχή. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση μόνο ότι δεν είχε ασκηθεί εξαναγκασμός, βία και απειλές στο θύμα. Επρόκειτο για σεξουαλικές πράξεις που αφορούσαν στοματικό έρωτα. Κρίθηκε ένοχος κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και του επιβλήθηκε ποινή 48 μηνών στα αδικήματα κατά παράβαση του Άρθρου 6
(4)(γ). Κατ' έφεση ακυρώθηκε η καταδίκη για τα εν λόγω αδικήματα και το Ανώτατο Δικαστήριο προχώρησε στην επιβολή ποινής για τα αδικήματα του Άρθρου 6
(1)
(3), το οποίο δεν απαιτεί την χρήση εξαναγκασμού, απειλής ή βίας. Λήφθηκε υπόψη η διαφορετικότητα στη σοβαρότητα των αδικημάτων του Άρθρου 6
(1)
(3)από αυτά του Άρθρου 6
(4)(γ) και ότι τα πρώτα είναι λιγότερο σοβαρά αδικήματα από τα δεύτερα στην βάση και των προβλεπόμενων στο Νόμο ποινών. Λέχθηκε ότι «Δεδομένη είναι η σοβαρότητα των κακουργημάτων του Άρθρου 6
(1)
(3)αλλά η απαξία, νομική, κοινωνική, και ανθρωπιστική των αδικημάτων του Άρθρου 6
(4)(γ), αδιαμφισβήτητα καθιστά τα κακουργήματα αυτά ακόμα πιο σοβαρά. Συνεπώς, δικαιολογείται διαφορετική προσέγγιση αναφορικά με τα κακουργήματα του Άρθρου 6
(1)
(3). Ο εφεσειών ήταν λευκού ποινικού μητρώου, 23 ετών και το θύμα (αγόρι) 16 έτων. Λήφθηκε υπόψη ο χρόνος που παρήλθε, το γεγονός ότι ο εφεσειών με το θύμα παραμένουν φίλοι, τονίστηκε το γεγονός ότι θα επιβληθεί ποινή με το δεδομένο ότι δεν υπήρξε εξαναγκασμός, βία ή απειλή. Επίσης, εξέλειπε ο επιβαρυντικός παράγοντας της μεγάλης διαφοράς ηλικίας δράστη-θύματος. Επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ετών στις κατηγορίες του Άρθρου 6
(1)
(3)και αίτημα για αναστολή εκτέλεσης τους απορρίφθηκε. Στην Σ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 155/2019, Ημερ. 25/02/2021, ECLI:CY:AD:2021:B57, ο Εφεσείων, αντιμετώπιζε σωρεία αδικημάτων, μεταξύ των οποίων και αδικήματα κατά παράβαση του Άρθρου 6
(3)του Νόμου 91
(1)/2014. Ο εφεσειών αφού κατάφερε να δημιουργήσει μια ιδιαίτερη σχέση με την ανήλικη, βοηθώντας την οικονομικά και άλλως πως, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο του που δεν ήταν άλλο από του να ασελγεί ποικιλοτρόπως επί του σώματος της. Γύρω στο Φεβρουάριο του 2016, και πριν ακόμη αυτή συμπληρώσει τα 15 της χρόνια, της επιτέθηκε άσεμνα προσπαθώντας να της ανοίξει τα πόδια, και χαϊδεύοντας την στο σημείο των γεννητικών της οργάνων πάνω από το παντελόνι της. Μάλιστα της υποσχέθηκε πως θα της έδιδε μεγαλύτερο χρηματικό ποσό, αν δεχόταν να κάνει σεξ μαζί του. Το σχέδιο του είχε και συνέχεια αφού παρέσυρε την ανήλικη σε διαφυγή, διαπράττοντας έτσι και το αδίκημα της αρπαγής ανηλίκου από νόμιμη κηδεμονία (5η κατηγορία). Συγκεκριμένα, την μετέφερε παράνομα από την επαρχία xxx στην xxx για να διαμένει και διέμενε μαζί του για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι λόγοι της αρπαγής και της διαμονής στον ίδιο χώρο προφανείς. Στην xxx ήρθε σε συνουσία μαζί της μέσω παιδικής πορνείας (7η κατηγορία). Σε συνουσία μαζί της μέσω παιδικής πορνείας, ήρθε και στο χωριό xxx σε μεταγενέστερες ημερομηνίες (9η και 11η κατηγορία). Εκείνο το οποίο προκύπτει, είναι πως όλες οι ενέργειες και η εν γένει συμπεριφορά του Εφεσείοντα, είχαν ένα και μοναδικό στόχο, να τον αφήνει η ανήλικη, με δέλεαρ τα χρήματα και άλλες παροχές όπως φαγητό, ενδύματα κλπ., να ασελγεί κατ΄ εξακολούθηση επάνω της. Ο εφεισειών ο οποίος ήταν ηλικίας 69 ετών, κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία. Λήφθηκαν υπόψη τα ιδιαίτερα σοβαρά περιστατικά της υπόθεσης, η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ εφεσείοντα και θύματος, το οποίο δεν είχε συμπληρώσει τα 15 έτη, η συστηματική διάπραξη των αδικημάτων για μεγάλη χρονική διάρκεια εκμεταλλευόμενος την οικονομική ένδεια και τα άλλα σοβαρά προβλήματα της ορφανής από πατέρα ανήλικης. Λήφθηκαν υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου και τα προβλήματα υγείας και η ποινή φυλάκισης των 10 χρόνων που του επιβλήθηκε πρωτόδικα για τα αδικήματα του Άρθρου 6
(3)δεν κρίθηκε έκδηλα υπερβολική. Σημειώνεται ότι επιβλήθηκε ανώτατη ποινή 14 ετών σε άλλες κατηγορίες που εδράζονταν στο Άρθρο 7
(7)του Νόμου 91
(1)/2014. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι εκείνη η υπόθεση αφορούσε ιδιαίτερα σοβαρά περιστατικά. Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Σωτήρη Σάββα, Ποινική Έφεση Αρ. 202/2021, Ημερ. 17/03/2022, ECLI:CY:AD:2022:D116, ο εφεσείων ήταν ηλικίας 46 χρόνων κατά τον επίδικο χρόνο και ήταν γείτονας και φίλος με την οικογένεια της ανήλικης παραπονούμενης, ηλικίας τότε 11 χρονών. Ήταν μαθήτρια της ΣΤ' Δημοτικού και παιδί με περιορισμένες διανοητικές δυνατότητες. Ο πατέρας της βρισκόταν στη φυλακή. Ζούσε με τη μητέρα της. Περί τα μέσα Ιουλίου του 2017, αργά το βράδυ, γύρω στις 00:00 - 01:00, ο εφεσείων χτύπησε την πόρτα του σπιτιού της ανήλικης. Αυτή του άνοιξε. Η μητέρα της κοιμόταν στον πάνω όροφο. Ο εφεσείων κάθισε στον καναπέ και την ρώτησε αν ήθελε να τη φιλήσει στο στόμα. Η μικρή αρνήθηκε. Μετά από παραινέσεις του κάθισε κοντά του. Τη φίλησε τότε στο στέρνο, λίγο πάνω από το ύψος του στήθους και στον ώμο. Την ακούμπησε με τις παλάμες στο στήθος, της έκαμε μαλάξεις στην περιοχή της κοιλιάς και στο πάνω μέρος του μηρού και την αγκάλιαζε. Όλα αυτά πάνω από τα ρούχα. Η ανήλικη αντιδρούσε φεύγοντας τα χέρια του και αυτός τα ξανάβαζε. Στη συνέχεια όμως σηκώθηκε, πήγε και ξύπνησε τη μητέρα της η οποία κατέβηκε κάτω και έδιωξε τον εφεσείοντα. Αυτός έφυγε χωρίς να πει οτιδήποτε. Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση στις κατηγορίες της σεξουαλικής κακοποίησης, κατά παράβαση του Άρθρου 6
(3)του Νόμου 91
(1)/2014 και της άσεμνης επίθεσης. Η υπόθεση εκδικάστηκε από Επαρχιακό Δικαστήριο, το οποίο επέβαλε ποινή φυλάκισης 6 μηνών στον κατηγορούμενο. Λήφθηκαν υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα, οι οικογενειακές περιστάσεις του, το γεγονός ότι η ποινή επιβλήθηκε με καθυστέρηση τεσσάρων και πλέον ετών, με καίρια την ευθύνη της κατηγορούσας αρχής και ότι είναι πολύ πιθανόν να χάσει την εργασία του αν θα του επιβαλλόταν ποινή φυλάκισης. Ειδικότερα σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις έλαβε υπόψη ότι η υπέργηρη μητέρα του εφεσείοντα έχει την ανάγκη της φροντίδας του λόγω ηλικίας και σοβαρών προβλημάτων υγείας. Επίσης, ο εφεσείων έχει το 2019 νυμφευθεί. Η σύζυγος του κατάγεται από την Ινδία. Ο εφεσείων είναι το μόνο άτομο με το οποίο συνδέεται η σύζυγος του στην Κύπρο. Σε ότι αφορά τις περιστάσεις του αδικήματος το δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό, χωρίς προσχεδιασμό, «για αδίκημα που ασκήθηκε χωρίς σφοδρότητα και παρατεταμένη πίεση, με περιορισμένη έκταση» και ενόσω η ανήλικη και ο εφεσείων έφεραν τα ρούχα τους. Ανέφερε επίσης ότι η παραπονούμενη παρουσίαζε μόνο «σύντομο συναίσθημα». Κατ' έφεση του Γενικού Εισαγγελέας η ποινή αυξήθηκε στα 2 χρόνια φυλάκιση. Στην Γ.Α ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 178/17, 24.10.2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εναντίον του θύματος εκδηλώθηκε με φιλιά στο στόμα και χάδια «πάνω από τα ρούχα» επανειλημμένα (11 φορές) και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι ετών η οποία και επικυρώθηκε κατ' έφεση, αφού τονίστηκε η μεγάλη διαφορά ηλικίας εφεσείοντα και θύματος. Σημειώνεται ότι η υπόθεση εκείνη αφορούσε αδικήματα κατά παράβαση του Άρθρου 6
(4)(α) του Νόμου, τα οποία επισύρουν ποινή φυλάκισης δια βίου. Στην Α.R.R. v. Aστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 20/2022, Ημερ. 30/04/2024, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3,5 ετών που επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα σε δύο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του Άρθρου 6
(4)(α) του Νόμου 91
(1)/2014, μειώθηκαν κατ' έφεση σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ετών καθότι λανθασμένα λήφθηκε ως επιβαρυντικός παράγοντας η κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, αφού αποτελούσε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων. Ο εφεσείοντας διέπραξε τα αδικήματα κατά των δυο ανηλίκων παιδιών της συζύγου του από προηγούμενο γάμο, ήτοι της Ι.Κ. και Κ.Κ., γεννηθείσες περί τον Οκτώβριο του 2006 και Φεβρουάριο του 2005, αντίστοιχα. Κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο Εφεσείων ήταν παντρεμένος με τη μητέρα των ανηλίκων με την οποία απέκτησαν ένα παιδί. Συζούσαν όλοι μαζί στην οικογενειακή κατοικία από το 2016. Τα αδικήματα κατά της Ι.Κ. διαπράχθηκαν στις 17.11.2020, όταν το θύμα βρισκόταν σε ηλικία 14 ετών. Ο Εφεσείων εισήλθε αργά το βράδυ περί τις 11μ.μ., στο δωμάτιο της ανήλικης φορώντας μόνο το εσώρουχο του και της ζήτησε να του κάνει μασάζ, το οποίο η ανήλικη έπραξε για λίγο. Ακολούθως ο Εφεσείων της είπε να ξαπλώσει μπρούμυτα και «αφού κάθισε στα οπίσθια της, της έβγαλε τη φανέλα και το στηθόδεσμο και της έγλειψε την πλάτη». Η ανήλικη του είπε ότι δεν ήθελε άλλο και τότε ο Εφεσειών έφυγε από το δωμάτιο, λέγοντας της να μην αποκαλύψει τι έγινε στη μητέρα της. Τα δε αδικήματα κατά της Κ.Κ. διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 1.1.2018 και 31.7.2020, σε δυο διαφορετικές περιπτώσεις στις οποίες ο Εφεσείων «την αγκάλιαζε σφικτά αγγίζοντας την παράλληλα σε διάφορα μέρη του σώματος της κυρίως πάνω από τον κόκκυγα και στα πλαϊνά της κοιλιάς της». Ως επιβαρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ του Εφεσείοντος και της Ι.Κ. (29 έτη) και το γεγονός ότι η Ι.Κ. ήταν ευάλωτο παιδί το οποίο πάσχει από Δ.Ε.Π.Υ. Προς μετριασμό της ποινής λήφθηκε υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο και το ότι είναι πατέρα μιας θυγατέρας την οποία απέκτησε με τη μητέρα του θύματος. Έχοντας υπόψη μας όλα τα πιο πάνω και ισοζυγίζοντας, από τη μια τη σοβαρότητα των αδικημάτων και των περιστάσεων διάπραξης τους και συνολικά την όλη εγκληματική συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος επέδειξε και από την άλλη όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου επιβάλλονται σε αυτόν οι ακόλουθες ποινές: 1) Στις κατηγορίες αρ. 1, 2, 4 και 5 ποινή φυλάκισης 2,5 χρόνων σε έκαστη από αυτές. 2) Στην κατηγορία αρ. 3, ποινή φυλάκισης 1 ½ χρόνων. 3) Στην κατηγορία αρ. 6, ποινή φυλάκισης 1 χρόνου. 4) Στις κατηγορίες αρ. 7, 8 και 9, ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε έκαστη από αυτές. Όλες οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν να συντρέχουν. Ενόψει του ύψους των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο, ως ανωτέρω, θα προχωρήσουμε να εξετάσουμε την εισήγηση του συνηγόρου του, για αναστολή εκτέλεσης τους. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Ο σκοπός του Νόμου 95/1972, με αναδρομή στο ιστορικό του, αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Καραολή, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2019, 27/04/2021, ECLI:CY:AD:2021:B172: «Ο περί της Υφ΄ Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμος του 1972, Ν.95/1972, θεσπίστηκε έτσι ώστε να προσφέρεται η δυνατότητα διεύρυνσης του περιθωρίου επιείκειας προς ένα πρόσωπο με απόφαση για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Ο εν λόγω Νόμος τροποποιήθηκε αρχικά με το Ν.41(Ι)/1997, ο οποίος περιόρισε σε μεγάλο βαθμό τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάξει αναστολή της εκτέλεσης ποινής φυλάκισης καθιστώντας τις προϋποθέσεις ανελαστικές. Συναρτάτο δηλαδή με την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων, είτε στο πρόσωπο ενός κατηγορουμένου, είτε στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Ακολούθησε στη συνέχεια η τροποποίηση του με το Ν.186(Ι)/2003 μέσω του οποίου η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου.». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από το Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Η ποινή φυλάκισης που επιβάλλεται σε κατηγορούμενο από το Δικαστήριο, παραμένει ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς του Νόμου. Το μόνο που διαφοροποιείται είναι η εκτέλεση της, η οποία αναστέλλεται (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Ττίγκη
(2013)2 Α.Α.Δ. 134). Οι αρχές της νομολογίας, σε ότι αφορά την εφαρμογή του εν λόγω Άρθρου, συνοψίζονται περιεκτικά, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αστυνομία ν Μιλτιάδους, Ποινική Έφεση Αρ. 277/2018, 10/05/2019, ECLI:CY:AD:2019:B179, στο εξής απόσπασμα: «Όπως συναφώς τονίζεται από τη νομολογία (βλ. ενδεικτικά Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 583, Σώζου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 12/2016 ημερ. 29.3.2016, Γεωργίου κ.α. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/2016 ημερ. 19.7.2016, Χαλκιά ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 240/2016 ημερ. 13.3.2017, ECLI:CY:AD:2017:B90, ECLI:CY:AD:2017:B90, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου, Ποιν. Εφ. 137/2015 ημερ. 23.6.2018 και άλλες), η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί από το Νόμο, ώστε αυτή να μπορεί να αποφασίζεται εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών ενός κατηγορουμένου. Με βασικό πάντοτε το ερώτημα κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, θα μπορούσε ή θα έπρεπε οι παράγοντες αυτοί να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί να δοθεί στον εφεσείοντα μια δεύτερη ευκαιρία. Κατά την εξέταση δε του ζητήματος σημαντικό είναι και το ερώτημα κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει επαρκώς την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος, θα εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της ποινής και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.». Στην Ιωσήφ ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930 λέχθηκε ότι, η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Τονίστηκε, ως και προελέχθη, ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα, είναι κατά πόσο, η ανασταλείσα ποινή, θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας. Και επιπρόσθετα, αναφέρθηκε ότι: «Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής.». (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν Μυλωνά, Ποινική Έφεση Αρ. 65/2017, 14/12/2018), ECLI:CY:AD:2018:B537. Στην παρούσα περίπτωση, τα αδικήματα και οι περιστάσεις διάπραξης τους είναι ιδιαίτερα σοβαρά και έχουμε αναφερθεί ανωτέρω σε αυτά. Χωρία να παραγνωρίζουμε τη φύση των σεξουαλικών πράξεων εναντίον στο θύμα, οι οποίες συνίσταντο σε αγγίγματα, τα γεγονότα αναδύουν μια ιδιαίτερη σοβαρότητα ως λεπτομερώς εξηγήθηκε ανωτέρω. Επρόκειτο για σεξουαλική κακοποίηση του θύματος, σε μια περίπτωση εντός του σχολικού της χώρου και σε άλλη περίπτωση εντός του οχήματος του κατηγορούμενου. Υπήρχε μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ κατηγορούμενου και θύματος, δεν υπήρχε οποιοδήποτε αμφίδρομο συναισθηματικό υπόβαθρο και το θύμα ενοχλείτο από τις πράξεις του κατηγορούμενου. Επίσης, υπήρχε συστηματική σεξουαλική παρενόχληση δια της αποστολής ερωτικών μηνυμάτων και η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου διήρκησε για κάποιο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να προκαλέσει στο θύμα ψυχολογικά προβλήματα, ως περιγράφονται στα γεγονότα. Λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή του κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο και την έμπρακτη μεταμέλεια του και κάθε τι που αναφέρθηκε ανωτέρω. Υπόψη μας, επίσης, λαμβάνουμε τις προσωπικές του περιστάσεις, οι οποίες όμως δεν αναδύουν κάποια ιδιαιτερότητα. Έχουμε στρέψει την προσοχή μας, περαιτέρω, προς το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος φροντίζει τους γονιούς του καθώς και το πρόβλημα υγείας που ο πατέρας του αντιμετωπίζει. Ιδιαίτερα, έχουμε συνεκτιμήσει εκ νέου το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μετά την επιφύλαξη της ποινής προέβηκε σε δύο απόπειρες αυτοκτονίες. Οι λόγοι φυσικά των ενεργειών του αυτών, ως έχει προκύψει, ήταν το στρεσογόνο γεγονός της παρούσας υπόθεσης. Επίσης, έχουμε συνεκτιμήσει την τρέχουσα κατάσταση του και τα προβλήματα υγείας, τα οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την ανάγκη να αρχίσει συνεργασία με ψυχολόγο καθώς και να τυγχάνει τακτικής ψυχιατρικής εκτίμησης. Όλα τα πιο πάνω, δεν μας αφήνουν αδιάφορους πλην όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι έχουν ληφθεί υπόψη δεόντως ανωτέρω και έπαιξαν ρόλο στο ύψος της ποινής που επιβλήθηκε. Επαναλαμβάνουμε, περαιτέρω, ότι δεν είναι τέτοιας φύσεως που να μπορεί να λεχθεί ότι είναι τέτοιας σοβαρότητας που δεν μπορούν αντιμετωπιστούν από τις Φυλακές. Σε κάθε περίπτωση, τα προβλήματα και η κατάσταση της υγείας του αδικοπραγούντα σε περιπτώσεις σοβαρών ποινικών αδικημάτων δύνανται να οδηγήσουν σε μείωση άλλα όχι σε αναστολή της ποινής φυλάκισης, νοουμένου ότι αυτά είναι τέτοιας μορφής που προκαλούν στον αδικοπραγούντα ασυνήθιστου βαθμού ταλαιπωρία, που να σημειωθεί ότι δεν συντρέχει στην παρούσα (βλ. Χρύσανθος Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Στην Μαρία Ηλιάδη v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 412, επιβλήθηκαν άμεσες ποινές φυλάκισης 5 και 1 μηνός για τα αδικήματα της εισαγωγής 72 γραμμαρίων κάνναβης και καλλιέργειας ενός φυτού κάνναβης, αντίστοιχα, αφού λήφθηκαν υπόψη τα σοβαρά ψυχολογικά και ψυχικά προβλήματα τα οποία η εφεσείουσα αντιμετώπιζε και την οδήγησαν σε απόπειρα αυτοκτονίας. Κρίθηκε ως ορθή η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην διατάξει την αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης ένεκα και των πιο πάνω προβλημάτων, σημειώνοντας το αυτονόητο ότι οι Αρχές των Φυλακών θα παρείχαν κάθε ιατρική βοήθεια και φροντίδα στην εφεσείουσα αναφορικά με το πρόβλημα της ψυχικής υγείας. Πέραν του ότι όλα τα πιο πάνω έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό του ύψους της ποινής, τα έχουμε εκ νέου συνεκτιμήσει. Ισοζυγίζοντας τη σοβαρότητα των αδικημάτων και των περιστάσεων διάπραξης τους από τη μια και όλα τα πιο πάνω από την άλλη, κρίνουμε ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή εκτέλεσης των ποινών που επιβλήθηκαν. Τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρά, το ίδιο και οι περιστάσεις διάπραξης τους και η συνολική εγκληματική συμπεριφορά που επέδειξε και χρήζουν αποτροπής. Τυχόν αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης, υπό τις περιστάσεις, δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες και σκοπούς του Νόμου και θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα (βλ. Νεοφύτου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 9/21, Ημερ. 29/07/2021). Ως εκ τούτου, το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης των ποινών φυλάκισης απορρίπτεται. Δύο
(2)κινητά τηλέφωνα τα οποία βρίσκονται στην κατοχή της Αστυνομίας να επιστραφούν στους ιδιοκτήτες και/ή νόμιμους δικαιούχους τους ενώ τα υπόλοιπα τεκμήρια να κατασχεθούν και καταστραφούν. Noείται ότι οι αρχές των Φυλακών θα μεριμνήσουν ώστε η ποινή που επεβλήθη στον εφεσείοντα να εκτελεστεί σε συνθήκες ασφαλείας για τον ίδιο και να του παρασχεθεί κάθε δυνατή ιατρική ή άλλη στήριξη. (Υπ.) .................... Χριστόδουλος Ι. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................... Μιχάλης Γ. Λοϊζου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .................... Εύη Χατζήπαπα - Αβραάμ, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.