ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Ο.Κ, Αρ. Υπόθεσης: 325/23, 25/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Μ. Γ. Λοϊζου, Α.Ε.Δ. Ε. Χατζήπαπα - Αβραάμ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 325/23 Mεταξύ: ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v. Ο.Κ ----------------------------------------------------------------------------------------- Hμερ.: 25/07/2024. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Μ. Πασιαρδή. Για τον Κατηγορούμενο : κ. Κ. Κωμοδρόμος. Κατηγορούμενος: παρών H διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (Πλειοψηφίας) ------------------------ Ο κατηγορούμενος, με βάση το κατηγορητήριο, αντιμετωπίζει 10 συνολικά κατηγορίες. Οι κατηγορίες αρ. 1 - 9 συμπεριλαμβανομένων, αφορούν τα αδικήματα της Σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6
(4)(γ) του Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου, Ν. 91(Ι)/2014, ως έχει τροποποιηθεί ενώ η κατηγορία αρ. 10, αφορά το αδίκημα της Απειλής, κατά παράβαση του Άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Ιουλίου 2021 και Σεπτεμβρίου 2021 συμπεριλαμβανομένων, με τη χρήση βίας, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με την ΔΒΓ, γεννηθείσα την 14ην Ιουλίου του 2006 και συγκεκριμένα ότι: α) Σε δύο περιπτώσεις έβαλε τα δάκτυλα του μέσα στο γεννητικό της όργανο (κατηγορίες αρ. 1 και 2). β) Σε δύο περιπτώσεις έβαλε τα δάκτυλα του μέσα στον πρωκτό της (κατηγορίες αρ. 3 και 4). γ) Σε δύο περιπτώσεις την εξανάγκασε να του κάνει στοματικό έρωτα (κατηγορίες αρ. 5 και 6). δ) Σε δύο περιπτώσεις την δάγκωσε στο γεννητικό όργανο και στα χείλη (κατηγορίες αρ. 7 και 8). ε) Σε μια περίπτωση προσπάθησε να διεισδύσει το πέος του στο γεννητικό της όργανο (κατηγορία αρ. 9). Περαιτέρω, αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ότι προκάλεσε τρόμο στην εν λόγω ανήλικη, απειλώντας την με βία (κατηγορία αρ. 10). Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία. Η κατηγορούσα αρχή για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, κάλεσε επτά
(7)συνολικά μάρτυρες. Δηλώθηκε, επίσης, ως παραδεκτό γεγονός η μαρτυρία της Μ.Κ.3 επί του κατηγορητηρίου, Θεοδώρας Νικολαϊδου, Κοινωνικής Λειτουργού που εργάζεται στο Σπίτι του Παιδιού και συγκεκριμένα ότι στις 26/11/2021 ήταν παρούσα κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της ανήλικης ΔΒΓ, παρακολουθώντας τη λήψη της οπτικογράφησης από διαφορετικό δωμάτιο στο χώρο του Σπιτιού του Παιδιού. Η παρουσία της στο χώρο ήταν καθαρά για ψυχολογική στήριξη της ανήλικης αν και εφόσον αυτό κρινόταν αναγκαίο και η μάρτυρας αυτή συνυπέγραψε τα τεκμήρια 1 και 2 (Γραπτή Συγκατάθεση Συνοδού και Δήλωση Ανακριτή). Ο κατηγορούμενος, μετά που κρίθηκε ένοχος εκ πρώτης όψεως, με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε οποιουσδήποτε μάρτυρες υπεράσπισης. Η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής περιλαμβάνεται στην μαρτυρία της ανήλικης ΔΒΓ, Μ.Κ.6, η οποία αποτελεί και την βασική της μάρτυρα. Η Μ.Κ.6 εξιστόρησε τα γεγονότα που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση και παράθεσε τη θέση της σε σχέση με τη συμπεριφορά και πράξεις του κατηγορουμένου έναντι της. Συνοπτικά, η Μ.Κ.6 στην οπτικογραφημένη της κατάθεση αναφέρει ότι γνώρισε τον κατηγορούμενο σε μια έξοδο που είχε κάνει με την παρέα της και αφού της άρεσε, συνέχισαν να βγαίνουν όλοι μαζί. Η παρέα της δεν τον γνώριζε πολύ και μετά από αυτό γνωρίστηκε και με την υπόλοιπή παρέα καλύτερα. Στις αρχές ήταν καλός μαζί της. Μετά, όμως, άρχισε να την βρίζει και να την κτυπά (πάτσους) μπροστά στον κόσμο. Τούτο γινόταν στην οδό Σαριπόλου, όταν έβγαιναν έξω όλοι μαζί. Στη συνέχεια, προσπάθησε να της κάνει σεξουαλικά «πράγματα», όπως είπε και επειδή δεν ήθελε και αντιστεκόταν την κτυπούσε και κατάφερνε να την ενοχλά σεξουαλικά. Αυτό συνεχίστηκε για ένα με ενάμιση μήνα. Συγκεκριμένα, η παραπονούμενη είπε ότι ο κατηγορούμενος, έβαζε τα δάκτυλα του στο γεννητικό της όργανο και στον πρωκτό της, την έβαζε να του κάνει στοματικό και την δάγκωνε στο γεννητικό της όργανο και στα χείλη. Της έβγαζε τα ρούχα, την άγγιζε σε διάφορα μέρη του σώματος της και την δάγκωνε. Τούτα άρχισαν να γίνονται το καλοκαίρι του 2021, δηλαδή, όπως είπε, από τα τέλη Ιουλίου και όλο τον Αύγουστο. Οι πιο πάνω σεξουαλικές πράξεις λάμβαναν χώρα στον Άγιο Αθανάσιο, όπου την μετέφερε η παρέα της και τον συναντούσε, κάτω από κάτι τούνελς χωρίς να γνωρίζει επ' ακριβώς πού είναι αυτά. Είπε ότι αυτά ήταν κοντά σ' ένα συγκεκριμένο φούρνο. Επίσης, λάμβαναν χώρα στις καφετέριες και μπαράκια που πήγαιναν στην οδό Σαριπόλου. Όταν, όπως είπε, πήγαιναν στις καφετέριες της έλεγε να πάνε μια βόλτα μόνοι τους και την έπαιρνε αλλού. Όταν πήγαιναν στα μπαράκια, την έπαιρνε σε κάτι στενά στην οδό Σαριπόλου. Η Μ.Κ.6 αναφέρθηκε σ' ένα περιστατικό στο σπίτι της φίλης της, της Μαριέλλας, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος επιχείρησε να έχει ολοκληρωμένη επαφή μαζί της. Συγκεκριμένα, είπε ότι ήταν πάνω στην ταράτσα του σπιτιού και έπαιζαν ένα παιχνίδι, το οποίο ονόμασε ως «μπουκάλα» και σε κάποια στιγμή, στα πλαίσια του παιχνιδιού έπρεπε να απομονωθεί με τον κατηγορούμενο. Τότε ο κατηγορούμενος, την πήρε κάτω στο σπίτι και συγκεκριμένα στο μπαλκόνι και αφού έκλεισε την πόρτα, άρχισε να της κάνει αυτά που της έκανε κάθε φορά. Προχώρησε, όμως, το βράδι εκείνο και προσπάθησε να έχει ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή μαζί της. Συγκεκριμένα, είπε ότι της έβγαλε τα ρούχα που φορούσε, έβγαλε και ο ίδιος τα δικά του, έκανε αυτά που έκανε συνήθως αλλά αυτή τη φορά προσπάθησε να ολοκληρώσει. Στην προσπάθεια του αυτή, η ίδια «πάγωσε» όπως είπε, δεν ήξερε τί να κάνει αλλά ευτυχώς βρήκε τη δύναμη και του είπε ότι αν το κάνει θα φωνάξει και θα την ακούσουν τα υπόλοιπα άτομα στο σπίτι. Λογικά, είπε, ο κατηγορούμενος φοβήθηκε και σταμάτησε λέγοντας της ότι αυτό που έγινε θα έπρεπε να μείνει μεταξύ τους διαφορετικά θα έχει συνέπειες και αν δεν κάνει κάτι ο ίδιος, θα βάλει άλλα άτομα να της κάνουν το ο,τιδήποτε γι΄ αυτό η ίδια, μετά, δεν είπε τίποτε σε οποιοδήποτε άτομο. Την επόμενη μέρα, όμως, τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι δεν θέλει να έχει επαφή μαζί του. Εκείνος της είπε ότι «ο εαυτός του τούτος ένει, τούτα τα πράματα κάμνει, οπόταν αν θέλω τα ανέχομαι αν δεν θέλω όη.». Πέραν των πιο πάνω, η παραπονούμενη είπε ότι ο κατηγορούμενος πολλές φορές την απειλούσε, διότι είχε αρχίσει να μην θέλει να βγαίνει με την υπόλοιπη παρέα επειδή θα ήταν και ο κατηγορούμενος. Παρακαλούσε την υπόλοιπη παρέα να μην φέρνουν τον κατηγορούμενο, επειδή τον φοβόταν και δεν ήθελε να τον βλέπει. Η παρέα της, όμως, νόμιζε ότι περνούσε μια «φάση» περίεργη και χωρίς να το ξέρει συνέχιζαν και τον έφερναν. Οι φίλοι της του έλεγαν ότι η παραπονούμενη δεν ήθελε να έρχεται αυτός και όταν ήταν μόνοι τους, ο κατηγορούμενος της έλεγε ότι αυτός θα συνεχίζει να έρχεται μαζί τους, είτε το θέλει είτε όχι και θα συνεχίσει να τον βλέπει. Αναφέρθηκε σ' ένα περιστατικό που η μητέρα της την είδε που έκανε μπάνιο και είχε μαυράδες πάνω της, στα χέρια και στα πόδια, και όταν την ρώτησε το λόγο η ίδια της είπε ψέματα ότι αυτές προκλήθηκαν λόγω του ότι είχε χαμηλό σίδηρο. Μια άλλη κοπέλα που ήταν στην παρέα τους, όμως, μετά το κατάλαβε και πήγε και μίλησε της μητέρας της παραπονούμενης και αναγκαστικά της παραδέχτηκε ότι ήταν από τον κατηγορούμενο. Τις εν λόγω μαυράδες, η μητέρα της αντιλήφθηκε λίγες μέρες πριν πει του κατηγορούμενου ότι δεν θέλει να έχουν επαφές. Είπε, επίσης, ότι ο κατηγορούμενος απείλησε την μητέρα της από το τηλέφωνο ότι έχει πολλά άτομα πίσω του και θα κάνουν κακό της ίδιας και της μητέρας της. Η ίδια δεν ήταν παρούσα, αλλά της το είπαν οι φίλοι της, οι οποίοι τον πήραν τηλέφωνο όταν βρίσκονταν στο σπίτι της. Η τελευταία επαφή που είχε με τον κατηγορούμενο ήταν τον Σεπτέμβριο του 2021. Στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, η Μ.Κ.6 προβληματίζεται να δώσει τα ονόματα των φίλων της που ήταν στην παρέα, λέγοντας ότι αυτά δεν θα θέλουν να που κάτι, δεν θα την στηρίξουν και ότι θέλουν το κακό της. Πέραν των πιο πάνω, η Μ.Κ.6 είπε ότι πριν να γνωρίσει τον κατηγορούμενο είχε μια άλλη σχέση με ένα αγόρι ηλικίας 18 χρόνων και είχε σεξουαλικές επαφές, τύπου δάκτυλα όχι όμως ολοκληρωμένες. Όπως, χαρακτηριστικά ανάφερε σε κάποιο στάδιο κατά τη μαρτυρία της, εκείνο το αγόρι ήταν "πολλά εντάξει" και ουσιαστικά δεν είχε οποιοδήποτε παράπονο. Σε περαιτέρω εξέταση της είπε ότι δεν ήταν σε σχέση με τον κατηγορούμενο και ότι την πίεζε ο τελευταίος να κάνουν σχέση απειλώντας την, ότι αν δεν δεχόταν θα έκανε κακό, τόσο της ίδιας όσο και της μητέρας και του αδελφού της. Δεν μίλησε σε κανένα λεπτομερώς για την συμπεριφορά του κατηγορούμενου, διότι ντρεπόταν και ένοιωθε περίεργα. Επίσης, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος την κτυπούσε και την απειλούσε ότι θα κάνει κακό στην ίδια και στην οικογένεια της, την φόβιζε. Μετά το συμβάν στο σπίτι της φίλης της, δεν μίλησε σε κανένα. Η πρώτη φόρα που μίλησε γι' αυτό, ήταν στην κα Νάσια (Μ.Κ.1), τη Σύμβουλο στο σχολείο της, μετά που η τελευταία είχε παρατηρήσει την αλλαγή στη συμπεριφορά της και την «κόντεψε» με αποτέλεσμα να κάνουν κάποιες συναντήσεις και τελικά να βρει το θάρρος να της μιλήσει. Η Μ.Κ.6, είπε, επίσης, ότι δεν είχε πει τίποτε στην ψυχολόγο που την έβλεπε τον καιρό εκείνο, την κα Νάγια (Μ.Κ.2), διότι την περίοδο εκείνη έκαναν διάλειμμα από τις συναντήσεις, παρά μόνο μετά που αποκαλύφθηκαν τα γεγονότα. Η Μ.Κ.1, Νάσια Χατζηκωνσταντή, είναι καθηγήτρια συμβουλευτικής επαγγελματικής αγωγής στο Λύκειο ΧΧ ΧΧ και στο πλαίσιο των καθηκόντων της έχει συναντήσεις με μαθητές του σχολείου για στήριξη. Στο πλαίσιο τούτο, η παραπονούμενη ΔΒΓ, μαθήτρια της Α΄ Λυκείου, είχε συνάντηση μαζί της και η Μ.Κ.1 ανάφερε στο Δικαστήριο το τί της εξιστόρησε σε σχέση με ένα συνομήλικο της (η παραπονούμενη κατά το χρόνο εκείνο ήταν ηλικίας 15,5 χρόνων) και μετέπειτα με τον κατηγορούμενο και γενικά τη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από αυτούς. Μετά από αυτά, η Μ.Κ.1 ενημέρωσε και τους δύο γονείς της ανήλικης. Περαιτέρω, η Μ.Κ.1 είπε ότι η μητέρα της ανήλικης, αρχικά ανησύχησε για την ασφάλεια της τελευταίας και για το πώς θα αντιμετώπιζαν αυτό που συνέβη, έπειτα, όμως, εστίασε στο θέμα της επίδοσης της ανήλικης με τα μαθήματα. Η ίδια η Μ.Κ.1, με βάση τις διαδικασίες του Πρωτοκόλλου της σεξουαλικής κακοποίησης, ενημέρωσε την Αστυνομία. Η Μ.Κ.2, Παναγιώτα Αντωνιάδου, κατάθεσε ως ιδιώτης κλινικός ψυχολόγος, η οποία άρχισε να παρακολουθεί την ανήλικη από τον Απρίλιο του 2021, διότι αντιμετώπιζε θέματα συναισθηματικών δυσκολιών, όπως κατάθλιψη. Είχε έντονες διαταραχές διάθεσης, μελαγχολία, λύπη, ξεσπάσματα θυμού προς την οικογένεια και τα φιλικά της πρόσωπα για διάφορους λόγους, κυρίως στα οικογενειακά ζητήματα αφού οι γονείς της είχαν χωρίσει πριν πάρα πολλά χρόνια. Το καλοκαίρι, περί το τέλος Ιουνίου του 2021 η παραπονούμενη της αποκάλυψε ότι γνωρίστηκε με ένα αγόρι, που ήταν περίπου δεκαεννέα
(19)ετών, χωρίς να της αναφέρει το όνομα του. Γι' αυτό το αγόρι της είχε πει ότι τον φοβόταν, διότι θύμωνε εύκολα και ότι σε μια περίπτωση που συναντήθηκαν με παρέα στην οδό Σαριπόλου, την χαστούκιζε, δήθεν για αστείο και ότι τα άλλα άτομα της παρέας τους γελούσαν, πράγμα που την ενόχλησε. Πέραν των πιο πάνω, η Μ.Κ.2 ανάφερε το τί η παραπονούμενη της είπε για ένα περιστατικό το οποίο έλαβε χώρα με το αγόρι αυτό και την ίδια στο πάρτι της φίλης της Μαριέλλας, στο σπίτι της τελευταίας. Αυτά της τα είπε περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2021, σε μια από τις συναντήσεις τους και η ίδια ενημερώθηκε ότι είχε ήδη καταγγελθεί στην Αστυνομία το περιστατικό. Η Μ.Κ.2 είπε ότι διέκοψε τις συναντήσεις με την ανήλικη, διότι παρακολουθείται από ψυχολόγο στο Σπίτι του Παιδιού. Η Μ.Κ.3, Α.Β, ήταν η μητέρα της ανήλικης. Ανάφερε κατά τη μαρτυρία της, ότι τον κατηγορούμενο, με τον οποίο η κόρη της διατηρούσε σχέση για ένα με ενάμιση μήνα το καλοκαίρι του 2021, τον είδε μια φορά στο πάρτι της φίλης της κόρης της, στο οποίο ήταν και η ίδια παρούσα και δεν της άρεσε, κάτι το οποίο ανάφερε στην κόρη της. Μετά από λίγες μέρες η κόρη της, της ανάφερε ότι τον χώρισε, ότι την κτύπησε μια - δύο φορές και ότι την έβριζε όταν συναντιόνταν στην οδό Σαριπόλου. Η Μ.Κ.3, είπε, ότι μετά την έναρξη του σχολικού έτους τον Σεπτέμβριο του 2021 και βλέποντας την κόρη να μην ήταν καλά, εξηγώντας τις αντιδράσεις και συμπεριφορά της καθώς και το γεγονός ότι η επίδοση της στα μαθήματα δεν ήταν καλή, αποφάσισε να μιλήσει στην Σύμβουλο του σχολείου, δηλαδή την Μ.Κ.
- Συναντήθηκε με την Μ.Κ.1 στις 18/11/2021 και ανάφερε στο τί η Μ.Κ.1 της είπε για τον κατηγορούμενο, τα οποία της επιβεβαίωσε και η ανήλικη, η οποία ήταν παρούσα. Στη συνέχεια, επικοινώνησε με την Μ.Κ.2, με την οποία η κόρη της έκανε κάποιες συναντήσεις. Όταν η Μ.Κ.2 την ειδοποίησε μαζί με τον πρώην σύζυγο της και την επισκέφθηκαν, τους είπε και αυτή τα ίδια σε σχέση με τον κατηγορούμενο και τους συμβούλευσε πώς να χειριστούν την ανήλικη. Πέραν των πιο πάνω, η Μ.Κ.3 αναφέρθηκε σ' ένα περιστατικό με τον κατηγορούμενο, μετά που χώρισε με την κόρη της, όταν η ίδια αντιλήφθηκε την κόρη της να μιλά στο τηλέφωνο και να κλαίει. Αντιλήφθηκε ότι ήταν ο κατηγορούμενος και τότε η ίδια του είπε ότι ήταν η μητέρα της παραπονούμενης και ο κατηγορούμενος την απείλησε ότι θα φέρει άλλους μαζί του για να την δείρει. Περαιτέρω, η Μ.Κ.3 είπε ότι μια μέρα που είδε την κόρη της την ώρα που έκανε μπάνιο διαπίστωσε ότι είχε ένα μαύρο μώλωπα στο λαιμό, αλλά η ανήλικη αρνείτο να της πει πώς προέκυψε αποδίδοντας το σε άλλα ζητήματα. Η πρώτη φορά που έμαθε ότι ο κατηγορούμενος έβριζε την ανήλικη και την κτυπούσε, ήταν 1 - 2 μέρες μετά που χώρισε με τον κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.3 αναφέρθηκε, επίσης, στην αλλαγή της συμπεριφοράς της ανήλικης που ήταν και ο λόγος που αποφάσισε να μιλήσει με τη σχολική σύμβουλο. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε στην ιατροδικαστική εξέταση που έγινε στην ανήλικη, η οποία, κατά την ίδια δεν κατέδειξε οτιδήποτε σχετικό και ουσιαστικά ότι δεν διαπιστώθηκε ρήξη του παρθενικού υμένα. Η Μ.Κ.4, Α/Αστ. 1931 Παντελίτσα Ιωάννου, η οποία υπηρετεί στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και είναι τοποθετημένη στη Υποδιεύθυνση Διαχείρισης Υποθέσεων Ευάλωτων Προσώπων και συγκεκριμένα στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων, αναφέρθηκε στη δική της εμπλοκή με την παρούσα υπόθεση, στα πλαίσια διερεύνησης της. Αναφέρθηκε ουσιαστικά στις ενέργειες τις οποίες η ίδια προέβηκε, οι οποίες αφορούσαν την λήψη οπτικογραφημένης κατάθεσης από την ανήλικη στις 26/11/2021 κατά την οποία η ίδια χειρίστηκε τη συσκευή οπτικογράφησης. Εξήγησε, επίσης, τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για τη λήψη της και κατάθεσε στο Δικαστήριο τρεις ψηφιακούς δίσκους που περιλαμβάνουν την εν λόγω κατάθεση (βλ. τεκμήρια 4.1, 4.2, και 4.3.) και το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της (βλ. τεκμήριο 5). Περαιτέρω, η Μ.Κ.4 έλαβε στις 14/12/2021 ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (βλ. τεκμήριο 7) και την ίδια ημερομηνία τον κατηγόρησε γραπτώς (βλ. τεκμήριο 8). Πέραν των πιο πάνω, η Μ.Κ.4 αναφέρθηκε στις ενέργειες που έγιναν για να εντοπιστούν τα άτομα - φίλοι της ανήλικης στα οποία έκανε αναφορά κατά την κατάθεση της και κατάθεσε στο Δικαστήριο σχετικά ημερολόγια ενεργείας (βλ. τεκμήρια 9, 10, 11 και 12). Στην ουσία η μάρτυρας είπε ότι δεν λήφθηκε κατάθεση από τα πρόσωπα αυτά διότι δεν επιθυμούσαν ή δεν εντοπίστηκαν, καταγράφοντας ταυτόχρονα ό,τι της ανάφεραν σε επικοινωνία που είχε μαζί τους. Η Μ.Κ.5, Αστ. 4875 Χρυστάλλα Ιωάννου, η οποία, επίσης, υπηρετεί στην Υποδιεύθυνση Διαχείρισης Υποθέσεων Ευάλωτων Προσώπων του Τμήματος Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και είναι τοποθετημένη στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων, ανάφερε ότι ήταν το πρόσωπο το οποίο έλαβε την οπτικογραφημένη κατάθεση από την ανήλικη στις 26/11/2021 και εξήγησε τη διαδικασία που ακολούθησε. Η Μ.Κ.7, Ιωάννα Δρουσιώτου, κατάθεσε ως Κλινική Ψυχολόγος που εργάζεται στο Σπίτι του Παιδιού και κατάθεσε στο Δικαστήριο την Έκθεση Ψυχολογικής Αξιολόγησης που ετοίμασε για την ανήλικη (βλ. Έγγραφο ΣΤ), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Εξήγησε, επίσης, τη διαδικασία που ακολούθησε για την ετοιμασία της και τα συμπεράσματα της. Με βάση την εν λόγω Έκθεση, η μάρτυρας έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ανήλικη, από τις συναντήσεις, παρατηρήθηκε ότι έτρεφε χαμηλό αυτοσεβασμό και αυτοεκτίμηση, ενώ θεωρούσε μάταια τη λήψη οποιασδήποτε βοήθειας. Φάνηκε να είχε παραιτηθεί και να πίστευε πως οι καταστάσεις στη ζωή της αλλά και η ψυχική της υγεία δεν είχαν περιθώριο βελτίωσης. Λόγω της ήδη βεβαρημένης συναισθηματικής της κατάστασης, φάνηκε πως τα καταγγελλόμενα περιστατικά συνέτειναν στο να εδραιωθεί η συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, ενώ ταυτόχρονα παρουσίασε επιδείνωση στην κοινωνική απόσυρση, εσωστρέφεια και στα συναισθήματα μοναξιάς, ματαιότητας και έλλειψης κινήτρων για να ζήσει. Το παιδί κρίθηκε ως έφηβη υψηλού κινδύνου «για επανα - θυματοποίηση και αυτοκαταστροφικότητα». Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος στην ένορκη του μαρτυρία, υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης, τεκμήριο
- Σε αυτή ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι γνώρισε την παραπονούμενη από κοινή τους παρέα το καλοκαίρι του 2021 και την έβλεπε όταν έβγαιναν όλοι μαζί και πήγαιναν σε καφέ ή σε διάφορα μπαράκια. Πήγαιναν, επίσης, γύρους όλοι μαζί με το αυτοκίνητο του παρέα τους, του Λούκα. Ήταν φίλοι με την παραπονούμενη, αλλά έκαναν κουβέντα για να κάνουν σχέση. Στο τέλος, όμως, δεν είχαν σχέση. Αναφορικά με τα όσα κατηγορείται, ο κατηγορούμενος τα αρνείται και δίνει τη δική του εκδοχή. Συγκεκριμένα και σε σχέση με το ισχυριζόμενο επεισόδιο με την παραπονούμενη στο πάρτι της φίλης της, της Μαριέλλας, ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι όντως είχαν κάνει πάρτι στο σπίτι της πιο πάνω αναφερόμενης, το οποίο έλαβε χώρα στην ταράτσα. Σε κάποια φάση ο ίδιος με την παραπονούμενη απομακρύνθηκαν από την παρέα, αλλά δεν ήταν κάπου που να μην τους βλέπουν. Την ώρα που ήταν μόνοι τους, φίλησε την παραπονούμενη στο στόμα και εκείνη τον φίλησε πίσω, χωρίς να κάνουν κάτι άλλο. Όταν έφευγαν, η παραπονούμενη τον πλησίασε και του είπε στο αυτί, ότι δεν θέλει να σταματήσουν να μιλούν επειδή τον αγαπά. Την επόμενη μέρα, η παραπονούμενη τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι σκέφτηκε ξανά κάποια πράγματα και αποφάσισε ότι δεν θέλει να μιλήσουν ξανά και ο ίδιος της είπε εντάξει. Την νύκτα της ίδιας ημέρας, βρέθηκε με το Λούκα και τον Κωνσταντίνο Μπέλλου, που είναι φίλοι της παραπονούμενης, και του είπαν ότι προηγουμένως που είχαν συναντηθεί με την παραπονούμενη, η τελευταία τους είπε ότι την προηγούμενη ημέρα που ήταν στο πάρτι την βίασε, την κτύπησε και ότι κάτι μελανιές που είχε, τις της έκανε εκείνος. Αφού ο κατηγορούμενος ρώτησε κατά πόσο είδαν μελανιές πάνω της, ο Κωνσταντίνος του είπε ότι δεν είδε και ο κατηγορούμενος τους είπε ότι ούτε της επιτέθηκε ούτε την βίασε ούτε της έκανε κακό. Πέραν των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι την περίοδο Ιουλίου του 2021 - Σεπτέμβριο του 2021, κτυπούσε την παραπονούμενη με τα χέρια του στο σώμα της προκαλώντας της μώλωπες στην παρουσία φιλικών τους προσώπων, ότι έβαλε τα δάκτυλα του στο γεννητικό της όργανο και στον πρωκτό της και ότι την εξανάγκαζε να του κάνει στοματικό έρωτα. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι δεν γνώριζε την παραπονούμενη για πολλή καιρό και μιλούσαν το πολλή για τρεις εβδομάδες. Αρνήθηκε, περαιτέρω, ότι την δάγκωνε σε διάφορα σημεία του σώματος της και στο γεννητικό όργανο, την έπιανε από το λαιμό και τα μαλλιά και την κτυπούσε με τα χέρια του στο σώμα της, προκαλώντας της μώλωπες. Ισχυρίζεται, ότι ο μόνος τόπος που την δάγκωσε ήταν στα χείλη την ώρα που την φιλούσε, πράγμα που του έκανε και αυτή. Δεν την κτύπησε ποτέ και δεν την δάγκωσε στο γεννητικό όργανο. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος αρνείται ότι απειλούσε την παραπονούμενη, μετά που την εξανάγκαζε να έρθει σε σεξουαλικές πράξεις μαζί του, λέγοντας της ότι αν εκείνη ανάφερε οτιδήποτε σε κάποιον, θα έβαζε άλλα άτομα να της κάνουν κακό. Αντιθέτως, ισχυρίζεται ότι μια ημέρα, η φίλη της, η Μαριέλλα τον πήρε τηλέφωνο και ζητούσε εξηγήσεις για εκείνα που τους είπε η παραπονούμενη ότι της έκανε και του είπε ότι η μητέρα της παραπονούμενης μπορεί να βάλει άλλα άτομα να τον δείρουν γι' αυτά που έκανε της κόρης της. Όλο αυτό το διάστημα που γνώριζε την παραπονούμενη, συναντήθηκαν συνολικά έξι με εφτά φορές και μόνο μια φορά απομακρύνθηκαν από τους άλλους και πήγαν γύρο μέσα στην οδό Σαριπόλου και δεν γνωρίζει γιατί η παραπονούμενη έκανε αυτή την καταγγελία εναντίον του. Τέλος, στην κατάθεση του αναφέρει ότι μετά που σταμάτησε να έχει επαφές με την παραπονούμενη, μια μέρα ο Κωνσταντίνος, ο Λούκας και ο Ραφαήλ του είπαν ότι κατάλαβαν ότι η παραπονούμενη είναι ψεύτρα και ότι τσακώθηκε και η υπόλοιπη παρέα μαζί της και δεν της μιλούν. Ούτε και η Μαριέλλα που ήταν η καλύτερη της φίλη, της μιλά. Σε περαιτέρω εξέταση του, είπε ότι στο πάρτι της Μαριέλλας ήταν 8 άτομα και επίσης, εκεί βρισκόταν και η μητέρα της παραπονούμενης, η οποία πηγαινοερχόταν. Την παραπονούμενη την έβλεπε στα μπαράκια και καφέ και μια φορά στον Άγιο Αθανάσιο. Εξέφρασε, περαιτέρω, τη θέση, ότι πιστεύει ότι η παραπονούμενη έκανε αυτή την καταγγελία για εκδίκηση, διότι της είπε ότι δεν θέλει να ξανά μιλήσουν ενώ εκείνη ήθελε να κάνουν σχέση. Έχουμε παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002),1A A.A.Δ.454,Παπαδοπούλου v Αστυνομιας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρούμε κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή (βλ. Παντελής Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 633, Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, Κώστας Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας,
(2013)2 Α.Α.Δ 754, Ιωσηφίδης v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 243/2012, Ημερ. 02/05/2014 και Γεώργιος Μιχαηλίδης κ.α v. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις αρ. 125/2017, 127/2017, 129/2017, 130/2017, 131/2017, Ημερ. 26/04/2018). Είναι, επίσης, γνωστό ότι μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες, δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά πολλές φορές, την ενδυναμώνουν γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού (βλ. Άριστος Μαρκίτσης v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 23/2015, Ημερ. 21/04/2016, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 345, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391). Η αντίφαση πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής, δηλαδή, να πλήττει καίρια την αξιοπιστία ενός μάρτυρα ή να φανερώνει τη διάθεση του να ψευσθεί. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και με βάση τη σύγκριση της με την υπόλοιπη, αξιόπιστη μαρτυρία (βλ. Όμηρος Σάββα Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Στη Σιβιτανίδης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166 επαναλήφθηκε η αρχή ότι «Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1056 και Μουζάκης v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 220).». H M.K.1 μας έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνουμε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει τα γεγονότα τα οποία περιήλθαν στην αντίληψη της, λόγω της ιδιότητας της και στα πλαίσια των καθηκόντων της. Η αντεξέταση της ήταν περιορισμένη και οι ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ήταν διευκρινιστικής φύσεως, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί η μαρτυρία της ή να έχει κλονιστεί η αξιοπιστία της σε οποιοδήποτε στάδιο. Αξιοσημείωτο από τη μαρτυρία της είναι το περιεχόμενο των αναφορών της παραπονούμενης προς την ίδια για τα επίδικα γεγονότα αλλά και η γενικότερη εικόνα της ανήλικης και η συμπεριφορά που εκδηλωνόταν ή εκδηλώθηκε στο σχολείο, στοιχεία τα οποία θα ληφθούν υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης και της μαρτυρίας της μητέρας της, σε κάποιο βαθμό. Συγκεκριμένα, σημειώνεται ότι η Μ.Κ.1 είπε ότι η παραπονούμενη την επισκέφθηκε η ίδια στο γραφείο της, στις 09/11/
- Όπως διευκρίνισε στη μαρτυρία της είναι η ίδια η παραπονούμενη που ζήτησε να έχει ραντεβού μαζί της, διότι ήθελε να της μιλήσει για κάτι προσωπικό. Σημειώνεται, επίσης, ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που την επισκέφθηκε, αφού το έπραξε και στις 22/09/2021, όταν της είπε ότι τόσο η ίδια η παραπονούμενη όσο και η φίλη της ήταν θύματα εκφοβισμού. Με ενέργειες της Μ.Κ.1 και μετά από ακόμα δύο συναντήσεις στις 25/09/2021 και 28/09/2021 στην παρουσία όλων των εμπλεκομένων μερών, το ζήτημα αυτό λύθηκε. Κατά τη συνάντηση τους στις 09/11/2021, η παραπονούμενη της είχε αναφέρει ότι με τον κατηγορούμενο είχε δεσμό για δύο μήνες. Της περιέγραψε τη σχέση της με τον κατηγορούμενο ως προβληματική, δηλαδή την χτυπούσε άσχημα, αφήνοντας της σημάδια στο σώμα, ακόμα και σε δημόσια μέρη που βρισκόντουσαν, μπροστά και από άλλους με αποκορύφωμα τον Σεπτέμβριο του 2021, που την κακοποίησε σεξουαλικά. Το περιστατικό αυτό έλαβε χώρα στο σπίτι της φίλης της Μαριέλλας, σε πάρτι το οποίο διοργάνωσε. Ο κατηγορούμενος την απομόνωσε σε κάποιο από τα δωμάτια του σπιτιού και την πίεσε να του κάνει στοματικό. Η παραπονούμενη αρνήθηκε με έντονο τρόπο να του κάνει στοματικό και εκείνος θύμωσε, της έβγαλε με βίαιο τρόπο τα ρούχα της και έβαλε τα δάχτυλα του στο κόλπο της. Εκείνη αντέδρασε ξανά και άρχισε να του φωνάζει να σταματήσει. Ο κατηγορούμενος συνέχισε και την γύρισε για να την βιάσει. Η Μ.Κ.1, είπε, επίσης, ότι η παραπονούμενη δεν της είπε αν ήταν σε κρεββάτι ή εάν έβγαλε και εκείνος τα ρούχα του. Αυτή αντέδρασε ξανά και σηκώθηκε να φύγει, εκείνος την άρπαξε από τον λαιμό και την απείλησε ότι εάν έλεγε κάτι, θα έβαζε άλλους να την σπάσουν στο ξύλο. Εν τέλει η παραπονούμενη ντύθηκε και βγήκε από το δωμάτιο. Όταν η παραπονούμενη βγήκε από το δωμάτιο, η φίλη της Μαριέλλα την είδε που είχε σημάδια στο λαιμό και την ρώτησε τί είχε συμβεί, χωρίς όμως η παραπονούμενη να είχε αναφέρει στην Μ.Κ.1 τί άλλο συζήτησαν εκείνη τη στιγμή. Απλά της είπε, ότι η Μαριέλλα ανάφερε στην μητέρα της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στην τελευταία. Πέραν των πιο πάνω, η παραπονούμενη είχε αναφέρει στην Μ.Κ.1 και ένα άλλο περιστατικό με ένα συνομήλικο της το οποίο έλαβε χώρα πριν τα επίδικα περιστατικά. Ήταν απλά φίλοι με εκείνο το αγόρι, όπως της είπε και ότι αρχές του καλοκαιριού του 2021 άρχισε να την αγγίζει στο σώμα ενώ φορούσε τα ρούχα της. Του ζήτησε να σταματήσει, όμως, εκείνος συνέχισε βγάζοντας της τα ρούχα της εντελώς και της έκανε στοματικό. Ενόσω της έκανε στοματικό ήταν αναστατωμένη, έκλαιγε και του ζητούσε να σταματήσει, όμως εκείνος δεν σταματούσε. Κάποια στιγμή, ενώ του ζητούσε να σταματήσει, της βγήκε σε γέλιο, αλλά όπως της εξήγησε ήταν λόγω αμηχανίας και σοκ και όχι επειδή της άρεσε. Λαμβάνουμε, περαιτέρω, υπόψη μας ότι η παραπονούμενη τόσο την πρώτη φορά που επισκέφθηκε την Μ.Κ.1 όσο και τη δεύτερη στις 09/11/2021 ήταν πάρα πολύ αναστατωμένη και φαινόταν ότι δεν ήταν καλά. Επίσης, σύμφωνα με τη μη αμφισβητούμενη μαρτυρία της, η παραπονούμενη κατά την εξιστόρηση των επίδικων περιστατικών, ήταν πάρα πολύ φοβισμένη. Ήταν διάχυτος ο φόβος της για τον κατηγορούμενο και έλεγε ότι τον φοβάται ότι θα της ξανά κάνει κακό. Ανησυχούσε, περαιτέρω, για την ασφάλεια της και μετά την καταγγελία παρουσίαζε δυσκολία στη φοίτηση της και δεν μπορούσε να πάει σχολείο και παρέμεινε σε κατ' οίκο φοίτηση. Επιπρόσθετα, σημειώνεται ότι από τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 προκύπτει ότι είναι η ίδια που ειδοποίησε και ενημέρωσε τους γονείς της παραπονούμενης και ότι η μητέρα της, μετά το αρχικό σοκ, επικεντρώθηκε στην επίδοση της παραπονούμενης στα μαθήματα της, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα το επίδικο περιστατικό. Λαμβάνουμε, λοιπόν, υπόψη μας όλα τα πιο πάνω, όσα η παραπονούμενη είχε αναφέρει στην Μ.Κ.1, και γενικότερα τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 στην ολότητα της, και τα οποία θα συνυπολογιστούν κατά την αξιολόγηση, κατ' ουσία της εκδοχής και θέσης της παραπονούμενης αλλά και της μητέρας της, Μ.Κ.
- Η Μ.Κ.2 και η Μ.Κ.7, κατάθεσαν στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα των κλινικών ψυχολόγων. Η Μ.Κ.2 είχε συναντήσεις με την παραπονούμενη από τον Απρίλιο του 2021, δηλαδή προγενέστερα των επίδικων γεγονότων και πέραν των όσων σχετικών με την παρούσα υπόθεση η παραπονούμενη της ανάφερε, η ίδια αναφέρθηκε και στην ψυχολογική της κατάσταση. Η δε Μ.Κ.7 ήταν η κλινική ψυχολόγος η οποία κλήθηκε, μετά την καταγγελία της παραπονούμενης, να προβεί σε ψυχολογική αξιολόγηση της και στην συνέχεια να συνεχίζει να την παρακολουθεί. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται και αξιολογείται η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο μάρτυρας που καταθέτει ως εμπειρογνώμονας έχει τα απαραίτητα και αναγκαία προσόντα για να θεωρηθεί ως τέτοιος για το θέμα στο οποίο αναφέρεται. Στην Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας Ποιν. Εφεση Αρ. 53/11, Ημερομηνίας 24/01/2013 αναφέρθηκε ότι για την εξακρίβωση κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας θα πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα. Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων. Πέραν τούτου, έχει νομολογηθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτό (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v. Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Περαιτέρω, η αξιολόγηση τέτοιων μαρτύρων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση των υπόλοιπων μαρτύρων. Πρέπει όμως, οι μάρτυρες αυτοί να δώσουν όλα τα εχέγγυα και απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων τους και το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα γεγονότων (βλ. Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Νεάρχου v. Στεφανίδης κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 351, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Παντελή ν. Iacovou Brothers (Construction) Ltd κ. α., Πολιτική Έφεση Αρ. 111/2017, 13/03/2024). Κατ' αρχάς, κρίνουμε ότι η Μ.Κ.2 είναι ειδική να προβεί σε αναφορές σε σχέση με την ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης κατά το χρονικό διάστημα το οποίο την παρακολουθούσε καθώς επίσης η Μ.Κ.7 είναι ειδική να προβεί σε ψυχολογική αξιολόγηση της παραπονούμενης και να αναφερθεί στην ψυχολογική της κατάσταση στο Δικαστήριο. Τούτα είναι ζητήματα για τα οποία απαιτείται μαρτυρία εμπειρογνώμονα και οι μάρτυρες αυτοί, κρίνουμε ότι είναι τέτοιοι, δηλαδή κλινικοί ψυχολόγοι στην βάση των προσόντων, πείρα αλλά και καθηκόντων τους, όπως τα ανάφεραν στο Δικαστήριο. Τα προσόντα, επίσης, της Μ.Κ.7 αναφέρονται αναλυτικά στο βιογραφικό της, τεκμήριο 13, χωρίς να κρίνεται απαραίτητο να καταγραφούν και επαναληφθούν. Άλλωστε και η πλευρά της υπεράσπισης δεν αμφισβήτησε τα εν λόγω προσόντα, την ειδικότητα των εν λόγω μαρτύρων και ως τέτοιες της αντιμετώπισε (βλ. Καουρής ν. Δημητρίου κ. α.,
(2008)1 Α.Α.Δ. 967, Λογγινός ν. Λογγινού κ. α.,
(2005)1 Α.Α.Δ. 74). Αμφότερες οι πιο πάνω μάρτυρες, μας έκαναν καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και η μαρτυρία τους δεν έχει κλονιστεί καθοιονδήποτε τρόπο. Η αντεξέταση τους ήταν περιορισμένη και διευκρινιστικής φύσεως. Κατά συνέπεια, δεν διακρίνουμε οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην αποδεχθούμε τη μαρτυρία τους και την αποδεχόμαστε στην ολότητα της, την οποία θα συνυπολογίσουμε και θα λάβουμε υπόψη κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Ειδικότερα από τη μαρτυρία της Μ.Κ.2, προκύπτει ότι η παραπονούμενη ήταν άτομο το οποίο αντιμετώπιζε διάφορα ψυχολογικά προβλήματα, λόγω του χωρισμού των γονιών της και παρόλο που τούτο έλαβε πολλά χρόνια προηγουμένως, η ίδια είχε αρκετές συγκρούσεις με τον πατέρα της. Αντιμετώπιζε ουσιαστικά οικογενειακά προβλήματα τα οποία ήταν διαχρονικά και τα οποία οδηγούσαν σε έντονα ξεσπάσματα θυμού προς την οικογένεια και τα φιλικά της πρόσωπα για διάφορους λόγους. Παρουσίαζε διαταραχές στη διάθεση, καταθλιπτικότητα, μελαγχολία και λύπη. Υπήρχαν εντάσεις στο σπίτι και κάποιες συμπεριφορές παρορμητισμού. Η Μ.Κ.2 παρακολουθούσε την παραπονούμενη από τον Απρίλιο του
- Η παραπονούμενη περί τα τέλη Ιουνίου του 2021, της είχε αναφέρει ότι γνώρισε ένα αγόρι, 19 χρόνων περίπου και ότι τον φοβόταν διότι θύμωνε εύκολα. Επίσης, της είχε αναφέρει ότι σε μια περίπτωση που συναντήθηκαν με παρέα στην οδό Σαριπόλου, την χαστούκιζε, δήθεν για αστείο και ότι τα άλλα άτομα της παρέας γελούσαν, πράγμα που την ενόχλησε. Η πιο πάνω θέση της, ουδόλως έτυχε αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Σημειώνεται πως δεν έχει προκύψει ότι η παραπονούμενη την περίοδο εκείνη που αναφέρθηκε η μάρτυρας αυτή, είχε οποιαδήποτε γνωριμία ή σχέση με άλλο αγόρι ηλικίας 19 ετών, ο οποίος να της συμπεριφερόταν με τον τρόπο που της περιέγραψε, πέραν από τον κατηγορούμενο. Άλλωστε, το ότι η παραπονούμενη αναφερόταν στον κατηγορούμενο, προκύπτει και από την αναφορά της Μ.Κ.2 ότι κατά τη συνάντηση τους περί τα τέλη Νοεμβρίου του 2021, της ανάφερε το περιστατικό στο σπίτι της Μαριέλλας, με το αγόρι αυτό. Ερωτούμενη η Μ.Κ.2 να πει για τις δίκες της ενέργειες μετά την πιο πάνω αναφορά της παραπονούμενης, είπε ότι προσπαθούσε να την βοηθήσει να βάλει όρια και να διεκδικεί πιο υγιείς καταστάσεις στα πλαίσια των σχέσεων της. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει από τη μαρτυρία της Μ.Κ.2, ότι οι συνεδρίες της με την παραπονούμενη είχαν αραιώσει για τους λόγους που εξήγησε αλλά την είδε ξανά περί τα τέλη Νοεμβρίου του
- Τούτο έγινε, αφού η μητέρα της παραπονούμενης της είπε πολύ περιεκτικά το τί έγινε και ακολούθησε η συνάντηση με την παραπονούμενη κατά την οποία, η τελευταία, της αποκάλυψε ότι τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου, διευκρινίζοντας ότι η παραπονούμενη της είπε ότι θυμόταν ότι ήταν καλοκαίρι, σε φιλικό της σπίτι, σε πάρτι, κάποια στιγμή, βγήκε με το αγόρι αυτό στην ταράτσα ή στην βεράντα, χωρίς να θυμάται ακριβώς πού της είπε η παραπονούμενη και όταν βγήκαν εκεί αυτό το αγόρι της έβγαλε τα ρούχα της - δεν της περιέγραψε πως - και αυτή του ζητούσε να σταματήσει. Του είπε ακόμα ότι αν δεν σταματούσε, θα φώναζε και έτσι αυτός της είπε εντάξει και σταμάτησε. Την απείλησε, όμως, ότι αν έλεγε σε κάποιον για αυτό θα έκανε κακό στον αδελφό της και την μητέρα της. Πέραν των πιο πάνω, προκύπτει ότι η παραπονούμενη, της είπε ότι για το πιο πάνω περιστατικό μίλησε με την Σχολική Σύμβουλο, η οποία την πίεζε να προχωρήσει με καταγγελία, όπως και έκανε, κάτι το οποίο της επιβεβαίωσαν και οι γονείς της. Η Μ.Κ.7, η οποία όπως αναφέρθηκε ανωτέρω προέβηκε σε ψυχολογική αξιολόγηση της παραπονούμενης, άφησε θετική εντύπωση και κρίνουμε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Η μαρτυρία της ήταν αμερόληπτη και αυτή δόθηκε στα πλαίσια των καθηκόντων της στο Σπίτι του Παιδιού. Σε κανένα στάδιο αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία και αμεροληψία της. Αναφορικά με την επάρκεια της μαρτυρίας της, κρίνουμε ότι η Μ.Κ.7 έδωσε στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα έτσι ώστε να μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της και να εξάξει τα δικά του ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με την ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης. Η Μ.Κ.7 ετοίμασε σχετική Έκθεση, «Έγγραφο ΣΤ» και εξήγησε τόσο σε αυτή αλλά και στο Δικαστήριο τη διαδικασία την οποία ακολούθησε για να καταλήξει στα συμπεράσματα της. Συγκεκριμένα, ανάφερε ότι πραγματοποίησε με την εξεταζόμενη σειρά ψυχοδιαγνωστικών κλινικών συνεντεύξεων με τη μορφή ανοικτού τύπου ερωτήσεων και την κλινικό στις 02/12/2021, 23/12/2021, 4/1/2022, 13/1/2022 και 8/2/2022 καθώς και συναντήσεις με τους γονείς της για λήψη οικογενειακού και αναπτυξιακού ιστορικού και παρουσίαση των πορισμάτων της αξιολόγησης στις 30/11/2021, 3/5/2022 και 5/5/
- Για την παρούσα αξιολόγηση χρησιμοποιήθηκαν η κλινική παρατήρηση, η ημι-δομημένη κλινική συνέντευξη και τα ψυχομετρικά εργαλεία «Έλεγχος Παιδικού και Εφηβικού Τραύματος (CATS) - Αναφορά Νέων» και «Σύστημα Achenbach για Εμπειρικά Βασισμένη Αξιολόγηση (ΣΑΕΒΑ) - Ερωτηματολόγιο για εφήβους (YSR)». Η Μ.Κ.7 εξήγησε πλήρως όλα τα πιο πάνω που ανάφερε και κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα διαγνωστικά κριτήρια DSM-5 για να δικαιολογήσει την διάγνωση της περί της ύπαρξης μετατραυματικού στρες (βλ. τεκμήριο 15) και υπέδειξε τα συμπτώματα που διαπιστώθηκε να έφερε η παραπονούμενη. Κατάθεσε, επίσης, το ψυχομετρικό εργαλείο CATS (βλ. τεκμήριο 16), το οποίο αποτελεί ερωτηματολόγιο, αφού της ζητήθηκε από την υπεράσπιση. Η Μ.Κ.7 για να καταλήξει στα συμπεράσματα της έλαβε υπόψη της όλους τους πιο πάνω παράγοντες και συγκεκριμένα τα αποτελέσματα των κλινικών ψυχοδιαγνωστικών συναντήσεων με την παραπονούμενη, το αναπτυξιακό και οικογενειακό ιστορικό της και τα αποτελέσματα των ψυχομετρικών εργαλείων. Έλαβε, επίσης, υπόψη πληροφορίες από την Υπεύθυνη Περίπτωσης στο Σπίτι του Παιδιού και την ιδιώτη ψυχολόγο που παρακολουθούσε το παιδί. Η Μ.Κ.7 ήταν ειλικρινής στη μαρτυρία της και έδωσε επαρκείς και πειστικές απαντήσεις αναφορικά με τα γεγονότα που προκάλεσαν στην παραπονούμενη το μετατραυματικό στρες. Αντεξεταζόμενη και στην προσπάθεια της υπεράσπισης να αποσυνδέσει τα πιο πάνω συμπτώματα από τα επίδικα γεγονότα, η μάρτυρας ήταν ξεκάθαρη. Έλαβε, είπε, υπόψη της τα διάφορα τραυματικά γεγονότα που βίωσε το παιδί, αλλά απομονώθηκαν τα συμπτώματα τα οποία αφορούσαν το περιστατικό, μιας και το παιδί είχε αναφερθεί ότι ήταν η κύρια δυσκολία, κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης. Εκείνο το οποίο προκύπτει είναι ότι η Μ.Κ.7 συνυπολόγισε όλα τα δεδομένα που είχε ενώπιον της για να καταλήξει στο συμπέρασμα της και εξήγησε και τον τρόπο που αυτό συνδέεται με τα επίδικα γεγονότα. Δηλαδή, ότι αυτό οφείλεται στο ότι η παραπονούμενη το συνέδεε με αυτά. Πέραν των πιο πάνω, η Μ.Κ.7 αναφέρθηκε στην καθυστέρηση υποβολής παραπόνου και στον τρόπο που τα παιδιά αποκαλύπτουν μια σεξουαλική κακοποίηση, καταθέτοντας στο Δικαστήριο σχετική βιβλιογραφία (βλ. τεκμήριο 14). Οι θέσεις της αυτές δεν αμφισβητήθηκαν και δεν της ζητήθηκαν οποιεσδήποτε άλλες διευκρινήσεις. Κρίνουμε ότι μπορούμε να αποδεχθούμε τη μαρτυρία της μάρτυρος αυτής στην ολότητα της και στη βάση αυτή να προβούμε στα δικά μας συμπεράσματα και τα οποία θα ληφθούν υπόψη κατά την αξιολόγηση της παραπονούμενης. Σημειώνεται, ωστόσο, η αρχή πως, η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία περί ενοχής ή μη του κατηγορούμενου σε ποινική υπόθεση, ανήκει στο Δικαστήριο και καμία εξωγενής επέμβαση δεν γίνεται σε αυτό το έργο. Όπως έχει αναφερθεί στην Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390 «η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία περί ενοχής ή μη του κατηγορουμένου ανήκει στο δικαστήριο και δεν γίνεται ανεκτή καμία εξωγενής παρέμβαση σε αυτό το έργο.» (βλ. επίσης χχχ Ομήρου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 91/2017, Ημερ. 02/05/2018), ECLI:CY:AD:2018:B
- Συνοπτικά, εκείνο το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία της Μ.Κ.7, είναι ότι η παραπονούμενη από την Α΄ Γυμνασίου ξεκίνησε να συναναστρέφεται με μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα, παρουσίαζε έντονες και συχνές εναλλαγές στη διάθεση, ήταν πιο εσωστρεφής, μειώθηκε ο κοινωνικός της κύκλος και συχνά ανέφερε πως κανένας δεν την αγαπούσε. Παρουσίαζε έντονη αντιδραστική συμπεριφορά προς τους καθηγητές και τους γονείς της, διέκοψε τις εξωσχολικές της δραστηριότητες, είχε αυτοκαταστροφικές σκέψεις και ξεκίνησε να αυτοτραυματίζεται. Λόγω των πιο πάνω, έγινε σύνδεση με επαγγελματία ψυχικής υγείας εκείνη την περίοδο για ψυχοθεραπεία που διήρκεσε περίπου έναν χρόνο και υπήρξε βελτίωση. Ξεκίνησε εκ νέου συνεργασία με ιδιώτη ψυχολόγο τον Απρίλιο του
- Παρουσίαζε μελαγχολία, παρορμητικότητα, δυσκολία στη διατήρηση ορίων, αδημονία και εμπλοκή σε επικίνδυνες δραστηριότητες. Μετά τα καταγγελθέντα περιστατικά, φάνηκε να υπήρξε ενίσχυση της χαμηλής αυτοεκτίμησης που διατηρούσε, συναίσθημα ενοχής, πιο έντονη παραίτηση, έκπτωση στη λειτουργικότητα της, σοβαρή κοινωνική απόσυρση, τάσεις φυγής, σκέψεις θανάτου με πλάνο και σχολική άρνηση. Προκύπτει ότι η ψυχική της υγείας επηρεάστηκε από τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στο οικογενειακό της περιβάλλον. Οι γονείς της είχαν χωρίσει και υπήρχαν αρκετές εντάσεις και διαμάχες στις οποίες ήταν μάρτυρας και διατηρούνταν διάτρητα όρια. Επιπρόσθετα, υπήρχαν λεκτικές συγκρούσεις από τον μητρικό παππού προς τη μητέρα στην παρουσία των παιδιών, ενώ υπήρξαν σπάνιες περιπτώσεις όπου ο παππούς χρησιμοποίησε βία προς στα παιδιά. Υπήρχαν διάφορα τραυματικά γεγονότα μέσα στα χρόνια. Όπως φάνηκε, όμως, τα καταγγελλόμενα περιστατικά ήταν αυτά τα οποία την ενοχλούσαν περισσότερο κατά την περίοδο της αξιολόγησης. Η παραπονούμενη, προκύπτει από την Έκθεση της μάρτυρος, κατά τις συναντήσεις μαζί της διατηρούσε καλή βλεμματική επαφή, παρουσίαζε μειωμένη διάθεση, ήταν συνεργάσιμη και ομιλητική. Αδρά εκτιμώμενες οι νοητικές της ικανότητες φάνηκε να ενέπιπταν στο φυσιολογικό επίπεδο. Ήταν προσανατολισμένη σε χώρο, χρόνο και εαυτό. Το συναίσθημα της ήταν σύντονο με το περιεχόμενο της συζήτησης. Υπήρχε συνοχή στον ειρμό και το περιεχόμενο της σκέψης της. Περαιτέρω, φάνηκε ότι έτρεφε διάφορα αμφιθυμικά συναισθήματα για την μητέρα της, παρόλο που διατηρούσε στενή σχέση. Η μητέρα της φάνηκε να ασκούσε ιδιαίτερη πίεση προς το παιδί όσον αφορά τις εκπαιδευτικές της επιδόσεις, καλλιεργώντας την αίσθηση ότι το παιδί χρειάζεται να είναι τέλειο για να λάβει την αποδοχή που αναζητούσε. Με τον πατέρα της διατηρούσε μια απομακρυσμένη και συγκρουσιακή σχέση. Η έκθεση της από το οικογενειακό περιβάλλον σε συγκρούσεις, λόγω των διάτρητων ορίων, την έκανε να ωριμάσει νωρίτερα και ως αποτέλεσμα, ένοιωθε ανήμπορη να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες που αντιμετώπιζε στο οικογενειακό της περιβάλλον και ως εκ τούτου έμαθε να το διαχειρίζεται αναπτύσσοντας διάφορους μηχανισμούς αυτοπροστασίας. Κατ' επέκταση, αναφέρει η Μ.Κ.7 στην Έκθεση της, φάνηκε να είχε αντιληφθεί τις συγκεκριμένες κακοποιητικές καταστάσεις ως πρότυπο και αναπτύχθηκε μοτίβο εμπλοκής σε παρόμοιου είδους σχέσεις. Η κατάληξη της Μ.Κ.7 είναι ότι λόγω της βεβαρυμμένης συναισθηματικής της κατάστασης, φάνηκε πως τα καταγγελλόμενα περιστατικά συνέτειναν στο να εδραιωθεί η συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, ενώ ταυτόχρονα παρουσίασε επιδείνωση στην κοινωνική απόσυρση, εσωστρέφεια και στα συναισθήματα μοναξιάς, ματαιότητας και έλλειψης κινήτρων για να ζήσει. Θα λάβουμε, λοιπόν, υπόψη μας όλα τα πιο πάνω και ολόκληρη τη μαρτυρία των Μ.Κ.2 και 7 και στη βάση αυτής θα προβούμε στα δικά μας συμπεράσματα και θα την συνυπολογίσουμε αξιολογώντας την εκδοχή της παραπονούμενης. Η Μ.Κ.3 ήταν η μητέρα της παραπονούμενης. Έχουμε διεξέλθει με πολλή προσοχή της μαρτυρίας της και έχουμε συνυπολογίσει και την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας. Έχουμε διαπιστώσει την μάρτυρα αυτή να ήταν έντονα φορτισμένη, κατά την ώρα που κατάθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και πεπεισμένη ότι όλα όσα κατηγορείται ο κατηγορούμενος είναι η αλήθεια. Η μάρτυρας αυτή, σύμφωνα και με τα λεγόμενα της, ήταν υπερπροστατευτική έναντι της κόρης της, κάτι το οποίο προκύπτει και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.7, η αξιολόγηση της οποίας έχει προηγηθεί. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια και στην προσπάθεια της να παρουσιάσει μια εκδοχή που να υποστηρίζει τη διάπραξη των αδικημάτων από τον κατηγορούμενο, σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της, προκύπτει να αναφερόταν σε γεγονότα που δεν τα είχε αναφέρει στην κατάθεση της και να προβαίνει σε συμπεράσματα, επιρρίπτοντας ευθύνες στον εαυτό της γιατί, στην ουσία, δεν είχε αντιληφθεί, το τί συνέβηκε στην κόρη της στο πάρτι της φίλης της, στο οποίο ήταν παρούσα. Η στάση της αυτή και άλλες αδυναμίες στην μαρτυρία της, δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο για την ορθότητα των όσων ανάφερε που καθίσταται ακροσφαλές να βασιστούμε στη μαρτυρία της, πέραν από αυτά τα οποία αποτέλεσαν κοινό έδαφος και συνάδουν και υποστηρίζονται από άλλη ενώπιον μας αξιόπιστη μαρτυρία και αυτά που είχε αρχικά αναφέρει στην κατάθεση της. Η Μ.Κ.3 πρόβαλε τη θέση, ότι στο πάρτι της Μαριέλλας στο οποίο βρισκόταν και η ίδια, σε κάποιο στάδιο, έψαχνε την κόρη της. Ο κατηγορούμενος και η κόρη της είπε πήγαν σε μια γωνία της ταράτσας, «μιαν αποθηκούα τέλος πάντων τζιαι επήαν να μιλήσουν», όπως χαρακτηριστικά ανάφερε. Η ίδια επειδή είναι υπερπροστατευτική πηγαινοερχόταν και έλεγε «Γιατί συνέχεια τζιαμέ» και πήγε να φωνάξει αλλά οι φίλοι της κόρη της την καθησύχαζαν ότι δεν κάνουν τίποτε κακό. Μετά που είδε την κόρη της είπε ότι η τελευταία την έβλεπε συνέχεια στα μάτια σαν να ήθελε να της πει ότι κάτι δεν πάει καλά αλλά δεν είχε καταλάβει τίποτε και γι' αυτό νιώθει απαίσια. Όλα τα πιο πάνω που ανάφερε ότι περιήλθαν στην αντίληψη της, τα είπε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο στα πλαίσια της περαιτέρω εξέτασης της και δεν τα είχε αναφέρει στην κατάθεση της στην Αστυνομία. Ερωτούμενη περί τούτο, είπε ότι δεν τα θεώρησε σημαντικά ή μπορεί να μην τα ήξερε διότι ακόμη μαθαίνει πράγματα. Η θέση της αυτή δημιουργεί ερωτηματικά κατά πόσο όντως έλαβε χώρα ένα τέτοιο περιστατικό κατά το επίδικο βράδυ. Σίγουρα η προσπάθεια της να συνδέσει το επεισόδιο κατά το οποίο η παραπονούμενη έκανε αναφορά ότι έλαβε χώρα στο σπίτι της Μαριέλλας με αυτό που περιέγραψε ανωτέρω, είναι συμπέρασμα δικό της. Παρά το ότι υπάρχει το ενδεχόμενο ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη να είχαν απομονωθεί στο συγκεκριμένο σημείο, σε κάποια φάση κατά τη διάρκεια του πάρτι αφού τούτο δεν προκύπτει να αναιρείται από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία και ούτε, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της παραπονούμενης της τέθηκε η θέση αυτή για να την απορρίψει, εντούτοις δημιουργούνται ερωτηματικά για τη μη αναφορά του περιστατικού αυτού στην κατάθεση της, τη στιγμή που η ίδια στο τέλος αυτής, αναφέρει ότι δεν γνωρίζει ο,τιδήποτε άλλο εκτός από εκείνα που ανάφερε. Είναι, επίσης, ξεκάθαρο ότι η ίδια δεν είχε δει ή αντιληφθεί την παραπονούμενη και τον κατηγορούμενο να κάνουν οτιδήποτε στο σημείο εκείνο και η εν λόγω διασύνδεση της ήταν, προφανώς, στα πλαίσια της πεποίθησης της ότι ο κατηγορούμενος κακοποίησε σεξουαλικά την κόρη της. Το ότι η Μ.Κ.3 επισκέφθηκε τη Σύμβουλο του Σχολείου Μ.Κ.1, από την οποία ενημερώθηκε για τα όσα τη κόρη της ανάφερε και ότι στη συνέχεια, η ίδια επικοινώνησε με την ψυχολόγο της κόρης της, Μ.Κ.2, είναι γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν και υποστηρίζονται και από τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, η μαρτυρία των οποίων έγινε αποδεκτή. Προκύπτει, όμως, η Μ.Κ.3 να αναφέρει ότι είναι αυτή που είχε ζητήσει το ραντεβού με την Μ.Κ.1 για να συζητήσει το ζήτημα της απόδοσης στα μαθήματα και συμπεριφοράς της κόρης της, χωρίς, όμως, κάτι τέτοιο να υποστηρίζεται από τη μαρτυρία της Μ.Κ.
- Αντιθέτως, εκείνο το οποίο έχει προκύψει είναι ότι είναι η Μ.Κ.1 που την ειδοποίησε για να της αναφέρει αυτά που της εκμυστηρεύτηκε η κόρη και τα οποία ήταν πολύ σοβαρά και παρά ταύτα η Μ.Κ.3, επέμενε να εστιάζει στο ζήτημα της επίδοσης της παραπονούμενης στα μαθήματα του σχολείου. Επίσης, αναφύεται, μέσα στα πιο πάνω πλαίσια, ότι η ίδια επιχείρησε να υιοθετήσει τα όσα η κόρη της, μεταγενέστερα της κατάθεσης της, της ανάφερε ότι αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα, για τα οποία όμως η ίδια δεν είχε προσωπική γνώση και στα οποία δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα. Επιχείρησε να παρουσιάσει μια εικόνα ενοχοποιητική για τον κατηγορούμενο, ασχέτως αν η ίδια είχε γνώση ή όχι των γεγονότων. Κατ' αντίθεση με την κατάθεση της στην οποία περιορίζεται στις ενέργειες τις δικές της. Κατά τη μαρτυρία της στο Δικαστήριο, επιχείρησε να καταδείξει και κατά κάποιο τρόπο να υποστηρίξει τη θέση, ότι στο πάρτι ο κατηγορούμενος κτύπησε την παραπονούμενη και γι' αυτό είχε μαυράδες στο λαιμό. Τούτο συνάγεται από τα λεγόμενα της καθότι όπως είπε 1 - 2 μέρες μετά που χώρισαν την είδε στον μπάνιο να φέρει τις εν λόγω μαυράδες. Τη θέση αυτή δεν την αναφέρει στην κατάθεση της χωρίς να δώσει κάποιο λόγο. Αναφέρθηκε, επίσης, στη συμπεριφορά που είχε η κόρη της, ότι, δηλαδή, είχε αρχίσει να γίνεται αντιδραστική και ότι δεν ήταν μόνο τούτο, αλλά και οι μώλωπες που είχε στο σώμα της, χωρίς τούτα να τα είχε αναφέρει στην κατάθεση της. Στην αντεξέταση της είπε ότι την μαυράδα αυτή την έκανε ο κατηγορούμενος στην κόρη της στο πάρτι. Η Μ.Κ.3, διαφάνηκε, κατά τη μαρτυρία της ότι όταν είδε για πρώτη φορά τον κατηγορούμενο στο πάρτι της Μαριέλλας δεν τον συμπάθησε και δεν της άρεσε και η κόρη της, της είπε ότι θα τον χώριζε, κάτι το οποίο έκανε την επόμενη ημέρα. Παρά την πιο πάνω θέση της Μ.Κ.3, η οποία στην ουσία υιοθετήθηκε από την υπεράσπιση, εντούτοις σε κανένα σημείο κατά την αντεξέταση της υποβλήθηκε η θέση, ότι η απόφαση της παραπονούμενης να πει στον κατηγορούμενο την επόμενη μέρα του πάρτι να χωρίσουν, ήταν απότοκο των πιο πάνω ή ότι έγινε κατόπιν δικής της παρότρυνσης, κάτι το οποίο σημειώνεται από το Δικαστήριο. Το μόνο που της υποβλήθηκε ήταν ότι η κατάθεση της ήταν προϊόν μεροληψίας διότι δεν της άρεσε ο κατηγορούμενος, αφού ήταν και Συριακής καταγωγής, με τη μάρτυρα να το απορρίπτει λέγοντας ότι δεν είχε οποιοδήποτε λόγο να προβεί σε μια τέτοια κατάθεση τη στιγμή που ούτως ή άλλως η κόρη της είχε διακόψει επαφές με τον κατηγορούμενο. Πέραν των πιο πάνω, η Μ.Κ.3 αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες πράξεις και ημερομηνίες που αυτές έλαβαν χώρα από τον κατηγορούμενο εναντίον της κόρης της, χωρίς φυσικά η ίδια να είχε ιδίαν γνώση περί τούτων, κάτι στο οποίο δεν μπορούμε να δώσουμε βαρύτητα. Κρίνουμε ότι από τη μαρτυρία της Μ.Κ.3, πέραν των όσων η ίδια είχε αναφέρει αρχικά στην κατάθεση της και τα οποία κατά κάποιο τρόπο υποστηρίζονται και από τη μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 και του πιο πάνω γεγονότος ότι όντως δεν άρεσε στην ίδια ο κατηγορούμενος όταν τον είδε για πρώτη φορά, με τη σημείωση που αναφέραμε ανωτέρω, το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της, δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή συμπερασμάτων και απορρίπτεται. Η Μ.Κ.4, κρίνουμε ότι ενέργησε στα πλαίσια των καθηκόντων της και δεν έχουμε διακρίνει κάτι το μεμπτό στη μαρτυρία της. Κατ' αρχάς δεν αμφισβητήθηκε η εκπαίδευση που έτυχε για την λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ανήλικους στο Σπίτι του Παιδιού και δεν έχει προκύψει ο,τιδήποτε το μεμπτό στη διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την παραπονούμενη, η οποία κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και αποτέλεσε την κυρίως της εξέταση. Προκύπτει, ότι ακολούθησαν την ορθή και την ενδεδειγμένη διαδικασία βάσει του Νόμου κατά τη λήψη της εν λόγω οπτικογραφημένης κατάθεσης. Άλλωστε δεν εγείρεται και οποιοδήποτε ζήτημα από την υπεράσπιση γι' αυτό το θέμα. Πέραν των πιο πάνω, η Μ.Κ.4 αναφέρθηκε στις ενέργειες που έγιναν για να εντοπιστούν τα άτομα που η παραπονούμενη έκανε αναφορά στην κατάθεση της, καταθέτοντας σχετικά ημερολόγια ενεργείας. Σημειώνεται ότι οι ενέργειες της αυτές δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Εκείνο που επιχείρησε η υπεράσπιση να καταδείξει ήταν την παράλειψη της Αστυνομίας στο να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες στις οποίες θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Κατ' αρχάς δεν προκύπτει από τη μαρτυρία της Μ.Κ.4 και ουδέποτε της υποβλήθηκε η θέση ότι η Αστυνομία ενέργησε μεροληπτικά κατά το στάδιο της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Όσον αφορά τις ενέργειες της Αστυνομίας, η Μ.Κ.4 τις εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια, παραπέμποντας στα ημερολόγια ενεργείας. Συγκεκριμένα, προκύπτει ότι στις 28/12/2021 η Μ.Κ.4 προσπάθησε να λάβει κατάθεση από την ανήλικη Μαριέλλα, φίλη της παραπονούμενης, κάτι το οποίο δεν κατέστη δυνατό καθότι η μητέρα της δεν συγκατατέθηκε. Στο τεκμήριο 9, ημερολόγιο ενεργείας, η Μ.Κ.4 αναφέρεται στις ενέργειες της και στα όσα διαμείφθηκαν με τη μητέρα της εν λόγω Μαριέλλας, Τ. Θεοδώρου. Συγκεκριμένα, το εν λόγω πρόσωπο της ανάφερε ότι γνωρίζει κάποια πράγματα για το περιστατικό που διερευνά η Αστυνομία, εφόσον την ενημέρωσε η κόρη της, όμως όχι ακριβώς όπως τα αναφέρει η παραπονούμενη. Η μητέρα της Μαριέλλας, επίσης, ανάφερε στη Μ.Κ.4 ότι κατά τη διάρκεια του πάρτι τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός της βρίσκονταν στο σπίτι και όλοι οι παρευρισκόμενοι ήταν υπό την επίβλεψη τους και σε καμία περίπτωση αντιλήφθηκαν να συμβαίνει οτιδήποτε από αυτά που ισχυρίστηκε η παραπονούμενη ότι βίωσε. Επίσης, τους επισκέφθηκε και η μητέρα της παραπονούμενης, η οποία είναι οικογενειακή τους φίλη, η οποία παρέμεινε και εκείνη εκεί για αρκετή ώρα. Περαιτέρω, της ανάφερε ότι η κόρη της γνωρίζει όσα η παραπονούμενη της διηγήθηκε και ότι ο κατηγορούμενος κάποια στιγμή την πίεσε να κάμουν έρωτα, όμως αυτή του αρνήθηκε και σταμάτησε. Η κόρης της, είπε επίσης, δεν γνωρίζει αν η φίλη της κτυπήθηκε από το αγόρι της ή αν έφερε μώλωπες. Το περιεχόμενο του πιο πάνω ημερολογίου ενεργείας, περιέχει εξ' ακοής μαρτυρία, κάποια μάλιστα είναι και δεύτερου βαθμού. Τέτοια μαρτυρία, μετά την τροποποίηση του Περί Απόδειξης Νόμου Κεφ. 9 με τον Νόμο 32
(1)/2004 είναι αποδεκτή μαρτυρία αλλά επαφίεται στο Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της η βαρύτητα που θα της δοθεί. Στο άρθρο 27
(2)του πιο πάνω Νόμου περιλαμβάνονται τα κριτήρια τα οποία λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση μιας τέτοιας μαρτυρίας τα οποία όμως δεν είναι εξαντλητικά (βλ. άρθρο 27
(1)). Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και όλες οι περιστάσεις από τις οποίες μπορεί να συναχθεί εύλογα το συμπέρασμα αναφορικά με την αποδεικτική αξία τέτοιας μαρτυρίας (βλ. Θεοπίστη Τουμαζή v. Vandita Dixit, Πολ. Έφεση Αρ. 274/2010, Ημερ. 05/05/2015). Στην εν λόγω απόφαση, επίσης, λέχθηκε ότι εκτός από τα τυπικά και ουσιαστικά κριτήρια που αναγράφονται στο άρθρο 27
(2)του Κεφ. 9 αλλά και το σύνολο των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 27
(1), ένα δικαστήριο, για να αποφασίσει ως προς τη βαρύτητα που θα προσδώσει σε εξ' ακοής μαρτυρία, θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του και το συμφέρον της δικαιοσύνης, δηλαδή, τους σκοπούς της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, το οποίο περιλαμβάνει πρωτίστως τη διασφάλιση δίκαιης δίκης και ακριβοδίκαιης μεταχείρισης των διαδίκων. Συνεχίζοντας στην εν λόγω απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο παράπεμψε σε αποφάσεις του ΕΔΑΔ για να αναφέρει, ότι στη βάση αυτών προκύπτει ότι η δυνατότητα αντεξέτασης ενός ουσιαστικού μάρτυρα, με σκοπό την αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του, είναι βασικό στοιχείο της δίκαιης δίκης και της ισότητας των όπλων μεταξύ των διαδίκων. Στην Αli Αbdullah Hazzaz Assad v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 164/2010, Ημερομηνίας 06/12/2017, επαναλήφθηκαν ουσιαστικά όλα τα πιο πάνω με ιδιαίτερη έμφαση, μεταξύ άλλων, στο κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση και έγινε παραπομπή και στο άρθρο 27
(3)του Κεφ. 9 που προνοεί ότι κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται σε εξ' ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Κρίνουμε ότι δεν μπορούμε να προσδώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα στις πιο πάνω αναφορές της μητέρας της φίλης της παραπονούμενης προς την Μ.Κ.
- Κατ' αρχάς τα όσα η ίδια αναφέρει και σχετίζονται με την προσωπική της γνώση αλλά και τα όσα μεταφέρει ως θέσεις της κόρης της, δεν περιέχουν την απαραίτητη λεπτομέρεια. Δεν προκύπτει ο χρόνος και τρόπος που ήταν υπό την επίβλεψη τους τα παιδιά κατά τη διάρκεια του πάρτι και κατά πόσο μπορούσαν ή όχι να αντιληφθούν αν κάτι συνέβαινε και μάλιστα σε χώρο άλλο από αυτό που ήταν μαζεμένα τα παιδιά. Κατά δεύτερο, μεταφέρονται αναφορές της ανήλικης Μαριέλλας χωρίς επαρκή λεπτομέρεια και είναι και εξ' ακοής μαρτυρία δευτέρου βαθμού χωρίς στο τέλος της ημέρας η εν λόγω Μαριέλλα να είχε οποιαδήποτε ιδία γνώση. Ο τρόπος, ο χρόνος και τόπος που κατ' ισχυρισμό της η παραπονούμενη της ανάφερε δεν διευκρινίζονται. Περαιτέρω, δεν είναι δίκαιο και ορθό τα πιο πάνω λεγόμενα του προσώπου αυτού να γίνουν αποδεκτά, τα οποία κατά κάποιο τρόπο είναι και αντικρουόμενα μεταξύ τους. Ούτε προκύπτει να συνάδουν ή να υποστηρίζονται με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία, πέραν από τις θέσεις της παραπονούμενης από την οποία σε κάθε περίπτωση προκύπτει να προέρχεται η αναφορά της Μαριέλλας. Κατά συνέπεια, δεν θα δώσουμε οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτές τις δηλώσεις. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι η πλευρά της υπεράσπισης σε κανένα στάδιο ασχολήθηκε ή αντεξέτασε, τόσο τη μάρτυρα αυτή όσο και την παραπονούμενη για το περιεχόμενο των ανωτέρω αναφορών αλλά και των υπόλοιπων στις οποίες θα αναφερθούμε. Πέραν των πιο πάνω, η Μ.Κ.4 αναφέρθηκε στις προσπάθειες εντοπισμού κάποιου Κωνσταντίνου Μπέλου, στον οποίο η παραπονούμενη κάνει αναφορά στην κατάθεση της, χωρίς όμως να μπορεί να εντοπιστεί (βλ. τεκμήριο 10). Σε νέα προσπάθεια που έγινε στις 03/04/2022, προκύπτει να εντοπίστηκε το εν λόγω πρόσωπο, το οποίο όμως, δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση καθότι τα όσα γνωρίζει είναι από τα λεγόμενα, τόσο της παραπονούμενης όσο και του κατηγορούμενου. Συγκεκριμένα, το εν λόγω πρόσωπο ανάφερε στη Μ.Κ.4 ότι η παραπονούμενη το καλοκαίρι του 2021 του είπε ότι ο κατηγορούμενος τη δάγκωσε στο σημείο της ενώ ερωτώντας τον κατηγορούμενο γι' αυτό, ο τελευταίος το αρνήθηκε. Δεν μπορεί να ελεχθεί η ορθότητα των πιο πάνω και κατά πόσο αναφέρθηκαν τα πιο πάνω στο μάρτυρα αυτό και πότε περίπου. Δεν υποστηρίζονται από άλλη μαρτυρία, δεν έδωσε κατάθεση το πρόσωπο αυτό και δεν μπορεί η αναφορά του αυτή να τεθεί στο βάσανο της αξιολόγησης. Ούτε προκύπτει να δίδονται περισσότερες λεπτομέρειες των όσων είπε και ούτε κρίνουμε ορθό και δίκαιο να γίνουν αποδεκτές οι αναφορές αυτές. Δεν κατέστη, επίσης, δυνατό να εξασφαλιστεί κατάθεση από κάποια Χαρίκλεια Ντούτση, στην οποία η ανήλικη αναφέρθηκε στην κατάθεση της, διότι δεν έδινε τη συγκατάθεση της η μητέρα της. Σχετικό είναι το ημερολόγιο ενεργείας, τεκμήριο
- Η αναφορά σε αυτό είναι ότι η πιο πάνω ανήλικη δεν ήθελε να δώσει κατάθεση, παρόλο που, όπως αναφέρεται, τα όσα η παραπονούμενη κατάθεσε είναι αλήθεια. Ούτε σε αυτή τη γενική αναφορά μπορεί να δοθεί βαρύτητα. Είναι δεύτερου βαθμού εξ' ακοής μαρτυρία, γενική και αόριστη και δεν θα μπορούσε να είχε και οποιαδήποτε αποδεικτική αξία. Όσο δε αφορά για κάποιο Λούκα, ο οποίος τους μετέφερε με το αυτοκίνητο, η Μ.Κ.4 είπε ότι, με τα στοιχεία που η παραπονούμενη τους έδωσε, δεν μπορούσαν να τον εντοπίσουν. Υποβλήθηκε στη Μ.Κ.4 ότι έγινε πλημμελής διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης καθότι δεν έγιναν εξετάσεις DNA, οι οποίες θα καταδείκνυαν κατά πόσο ο κατηγορούμενος τοποθέτησε τα δάκτυλα του στο κόλπο ή πρωκτό της παραπονούμενης με την Μ.Κ.4 να δίνει τις εξηγήσεις της, οι οποίες φαίνονται λογικές και δεν αντικρούονται με άλλη μαρτυρία. Συγκεκριμένα, είπε ότι μετά από τόσο καιρό που έγινε η καταγγελία δεν θα ήταν εφικτό να εντοπιστεί γενετικό υλικό είτε στα ρούχα είτε στο σώμα των δύο εμπλεκόμενων. Θα πρέπει, επίσης, να αναφερθεί, ότι έγινε ιατροδικαστική έκθεση, που παρά το ότι σε κάποιο στάδιο ο συνήγορος επιχείρησε να κάνει αναφορά, δεν κατατέθηκε ενώπιον μας. Υπάρχει, όμως, μια αναφορά της Μ.Κ.3, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη ότι δεν έδειξε οτιδήποτε. Η Μ.Κ.4, επίσης, είπε σε σχέση με την έρευνα κατά πόσο υπήρχαν μαυράδες στο σώμα της παραπονούμενης ότι έγινε ιατροδικαστική έκθεση και αν εντοπιζόταν κάτι θα φωτογραφιζόταν, χωρίς φυσικά η ίδια να γνωρίζει. Κατά συνέπεια δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πλημμέλεια στη διερεύνηση της υπόθεσης, με αναφορά στα πιο πάνω. Πέραν των πιο πάνω, η υπεράσπιση, υπέβαλε στην Μ.Κ.4 ότι προέβηκαν σε πλημμελή διερεύνηση καθότι δεν πήραν την παραπονούμενη να τους δείξει το σπίτι όπου έλαβε χώρα το κατ' ισχυρισμό περιστατικό και ότι δεν έλαβαν φωτογραφίες σε σχέση με τη διαρρύθμιση του εν λόγω σπιτιού. Η Μ.Κ.4 εξήγησε ότι η ίδια η παραπονούμενη δεν γνώριζε καλά καλά πού βρισκόταν και σε κάθε περίπτωση, οι ιδιοκτήτες του δεν ήταν έτοιμοι να συνεργαστούν. Τούτο το τελευταίο αποτελεί το συμπέρασμα της δεδομένης της άρνησης της μητέρας να δώσει κατάθεση η κόρη της. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το κατά πόσο χρειαζόταν να γίνει κάτι τέτοιο, είναι ζήτημα που θα παίξει ρόλο κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της εκδοχής της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου και κατά πόσο στο τέλος της ημέρας παραμένει οποιοδήποτε κενό στη υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής. Το ίδιο ισχύει και για τις θέσεις της υπεράσπισης ότι η Αστυνομία δεν έλαβε κλειστά κυκλώματα από τα σημεία που η παραπονούμενη ανάφερε ότι την κτυπούσε ο κατηγορούμενος στην οδό Σαριπόλου. Η Μ.Κ.4 το απέδωσε στην αδυναμία της παραπονούμενης στο να δώσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Όπως η Μ.Κ.4 ανάφερε, η παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να καθορίσει συγκεκριμένο σημείο στην οδό Σαριπόλου και μιλούσε για ακαθόριστα σημεία, όπως για τούνελ στον Άγιο Αθανάσιο. Δεν τους καθόρισε, επίσης, χρονικά πότε έλαβαν χώρα τα περιστατικά που ισχυρίστηκε. Δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι η παραπονούμενη στη μαρτυρία της, είπε ότι ήταν σε θέση να υποδείξει στην οδό Σαριπόλου τους χώρους και τα σημεία που την έπαιρνε ο κατηγορούμενος, θέση που παρέμεινε αναντίλεκτη. Κατά συνέπεια η πιο πάνω εκφρασθείσα θέση της Μ.Κ.4, δεν μπορεί να γινεί αποδεκτή στο βαθμό που συγκρούεται με τα πιο πάνω. Σε κάθε περίπτωση και πάλι, η παράλειψη στην διενέργεια των πιο πάνω, είναι ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί κατωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη την μαρτυρία της παραπονούμενης και κατά πόσο παραμένει οποιοδήποτε κενό στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, λαμβανομένων υπόψη και των θέσεων του κατηγορούμενου. Έχοντας υπόψη μας τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι μπορούμε να αποδεχτούμε τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, με τις πιο πάνω επισημάνσεις. Θα αναφερθούμε κατωτέρω περαιτέρω και στο ζήτημα της πλημμελής διερεύνησης που εγείρει ο συνήγορος υπεράσπισης στην αγόρευση του. Η Μ.Κ.5, επίσης, μας έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνουμε ότι κατάθεσε τα γεγονότα και τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε στα πλαίσια των καθηκόντων της. Είναι και η μάρτυρας αυτή εκπαιδευμένη στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων, ζήτημα το οποίο δεν έτυχε αμφισβήτησης. Εξήγησε, τη διαδικασία που ακολουθούν, η οποία, επίσης, δεν έτυχε αμφισβήτησης. Η Μ.Κ.5 κατά την αντεξέταση της εξήγησε ότι δεν μπορεί να πιέζει ένα μάρτυρα για να της δώσει στοιχεία για άτομα τα οποία θα μπορούσαν να διαφωτίσουν τα γεγονότα εξ' ου και έλεγε της παραπονούμενης ότι αν θέλει πρέπει να τους δώσει τα στοιχεία των ατόμων που εμπλέκει στην κατάθεση της για να τους ληφθούν καταθέσεις. Η Μ.Κ.5, είπε, ότι εξήγησε τη διαδικασία στην παραπονούμενη. Δεν έχουμε διακρίνει κάτι το μεμπτό στα όσα η μάρτυρας είπε ή έπραξε σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Εκείνο το οποίο αναφύεται είναι ότι είναι η ίδια η παραπονούμενη που δεν ήθελε να δώσει στα στοιχεία των ατόμων αυτών, δίδοντας φυσικά εξηγήσεις και δικαιολογίες, οι οποίες θα αξιολογηθούν κατωτέρω. Σε κάθε περίπτωση, όμως, έγιναν οι δέουσες ενέργειες από την Αστυνομία, ως αναφέρθηκε ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.4 και αναζητήθηκαν τα άτομα αυτά, πλείστα εκ των οποίων ενώ εντοπίστηκαν δεν ήθελαν να δώσουν κατάθεση. Θα προχωρήσουμε να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία της Μ.Κ.6, η οποία ήταν η παραπονούμενη και η βασική μάρτυρας των επίδικων γεγονότων για την Κατηγορούσα Αρχή. Όλα τα σεξουαλικής φύσεως αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει εδράζονται επί του Νόμου 91
(1)/2014, ο οποίος δεν απαιτεί την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας για την αποδοχή της μαρτυρίας θύματος σεξουαλικής κακοποίησης. Το Άρθρο 21
(1)του Νόμου 91
(1)/2014 ορίζει ρητά, ότι για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται από το συγκεκριμένο Νόμο, δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία. Το εν λόγω Άρθρο έχει ως ακολούθως: «21.-
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόµου, για σκοπούς απόδειξης των αδικηµάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόµο δεν απαιτείται ενισχυτική µαρτυρία.» Το δε Άρθρο 9 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 14
(1)/2009 αναφέρει ότι «Για την απόδειξη οποιουδήποτε αδικήµατος δεν είναι απαραίτητη η αναζήτηση ενισχυτικής µαρτυρίας της ένορκης ή ανώµοτης µαρτυρίας παιδιού, ούτε η αυτοπροειδοποίηση του δικαστηρίου για τον κίνδυνο καταδίκης µε µόνη την ένορκη ή ανώµοτη µαρτυρία παιδιού.» Το ζητούμενο, όμως, σε κάθε περίπτωση είναι το Δικαστήριο να αισθάνεται τη βεβαιότητα ότι είναι ασφαλές να καταδικάσει. Στην Ν.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 99/2021, Ημερ. 11/05/2022, ECLI:CY:AD:2022:B183 λέχθηκε ότι: «Το ζητούμενο, σε όλες τις περιπτώσεις, είναι κατά πόσο από το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό, είτε αυτό συνίσταται σε ένορκη μαρτυρία, είτε ανώμοτη κατάθεση, με ή χωρίς ενίσχυση, το εκδικάζον δικαστήριο αισθάνεται τη βεβαιότητα ότι είναι ασφαλές να καταδικάσει. Κρίνει δηλαδή κατά πόσο αξιόπιστη μαρτυρία είναι της ποιότητας εκείνης που του επιτρέπει να προχωρήσει σε ευρήματα γεγονότων στη βάση της, χωρίς ενίσχυση ή ότι, παρά το αξιόπιστο της, εγγενή χαρακτηριστικά της δεν του επιτρέπουν να αισθάνεται την αναγκαία προς τούτο ασφάλεια. Απόφαση καθοριστική για την έκβαση κάθε τέτοιας υπόθεσης, που πρέπει να αιτιολογείται δεόντως. Όπως αναφέρεται στη Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ.147-148/2016, ημερ.20.11.2019, «Αυτά όμως πρέπει να εξετάζονται κατά συγκεκριμένο τρόπο και πρέπει να φαίνονται κατά τρόπο πειστικό μέσα στην απόφαση, ως αποτέλεσμα ενός συμπαγούς και συγκεκριμένου σκεπτικού, εδραζομένου στα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου». Στην Γ.Χ. ν. Δηµοκρατίας, Ποινική Έφεση 148/19 ηµεροµηνίας 25.2.2021, αναφέρθηκε ότι «.όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Κ.Χ. ν. Δηµοκρατίας, Ποινική Έφεση 272/2017, ηµεροµηνίας 26.9.2019, «.το Δικαστήριο δεν εµποδίζεται σε κατάλληλες περιπτώσεις ως το ίδιο κρίνει ορθό να προβεί σε τέτοια αυτοπροειδοποίηση ή να αναζητήσει ενίσχυση, ακριβώς λόγω του ελλοχεύοντος κινδύνου που περικλείει η µαρτυρία ανήλικου παιδιού, ιδιαίτερα σε υποθέσεις σεξουαλικής φύσεως» ». Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 21
(1)του Νόμου 91
(1)/2014 και του Άρθρου 9 του Κεφ. 9 είναι ότι δεν απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για την αποδοχή της μαρτυρίας ανήλικου όταν αισθάνεται τη βεβαιότητα να καταδικάσει, λαμβάνοντας υπόψη την ποιότητα της μαρτυρίας του ανήλικου. Διατηρεί, όμως, διακριτική ευχέρεια να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία ή να αυτοπροειδοποιηθεί σε κατάλληλες περιπτώσεις και όταν το κρίνει ορθό. Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 97/2022 (Σχ. με 98/2022, 114/2022, 115/2022), Ημερομηνίας 16/11/2022 λέχθηκε ότι «Η υποχρέωση πλέον για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν δημιουργείται, όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής, από το γεγονός και μόνο ότι ο μάρτυρας είναι παραπονούμενος σε σεξουαλικό αδίκημα. Η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας προκύπτει από τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα και όχι από τη φύση του αδικήματος.» Στην Ε.Α. ν. Δηµοκρατίας, Ποινική Έφεση 231/2018, ηµεροµηνίας 19.11.2019, δίδεται καθοδήγηση και παραδείγματα για το πότε προκύπτει η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή απαιτείται η αυτοπροειδοποίηση. Λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Στην Makanjuola (ανωτέρω) η ανάγκη έχει συγκεκριµενοποιηθεί. Προκειµένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο για αναζήτηση ενισχυτικής µαρτυρίας θα πρέπει να υπάρχει έρεισµα στη συγκεκριµένη µαρτυρία που να υποδηλώνει ότι η µαρτυρία του συγκεκριµένου µάρτυρα δυνατόν να µην είναι αξιόπιστη. Έχουµε ήδη αναφερθεί στο παράδειγµα του καθυστερηµένου παραπόνου. Μια άλλη περίπτωση θα µπορούσε να είναι η ύπαρξη προηγούµενης αντιφατικής δήλωσης του µάρτυρα. Ο Lord Taylor, CJ στην Makanjuola, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα κατά τρόπο ενδεικτικό: «The judge will often consider that no special warning is required at all. Where, however, the witness has been shown to be unreliable, he or she may consider it necessary to urge caution. In a more extreme case if the witness is shown to have lied, to have made previous false complaints or to bear the defendant some grudge, a stronger warning may be thought appropriate and the judge may suggest it would be wise to look for some supporting material before acting on the impugned witness's evidence. We stress that these observations are merely illustrative of some, not all of the factors, which judges may take into account in measuring where a witness stands in the scale of reliability and what response they should make at that level in their directions to the jury.» Αφ' ης στιγµής το Δικαστήριο αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να αναζητήσει ενισχυτική µαρτυρία και τέτοια µαρτυρία δεν εντοπιστεί, εναπόκειται και πάλι στη διακριτική του ευχέρεια ο τρόπος διατύπωσης και η ένταση της αυτοπροειδοποίησης, ανάλογα µε τις περιστάσεις της υπόθεσης, τα εγειρόµενα θέµατα, το περιεχόµενο και την ποιότητα της µαρτυρίας του συγκεκριµένου µάρτυρα. ∆εν απαιτείται προδιαγεγραµµένος τύπος.» Παραπέμπουμε, επίσης, στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Δ.Β.Γ.Κ. v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 3/2022, Ημερ. 29/02/2024 όπου επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, θα προχωρήσουμε να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Έχουμε με πολλή προσοχή διεξέλθει της μαρτυρίας της και λάβαμε υπόψη την εντύπωση που αποκομίσαμε κατά την ώρα που η παραπονούμενη κατάθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Έχουμε, επίσης, αντιπαραβάλει τη μαρτυρία της με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την κατηγορούσα αρχή αλλά και, ιδιαιτέρως, με τις θέσεις, εκδοχή και μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς κατηγορουμένου. Η εντύπωση που αποκομίσαμε κατά το στάδιο που η παραπονούμενη κατάθετε στο Δικαστήριο, αποτιμάται ως θετική. Ήταν ευδιάκριτο το άγχος που διακατείχε την παραπονούμενη κατά το στάδιο των διευκρινήσεων που της ζητήθηκαν από την κατηγορούσα αρχή αλλά και κατά το στάδιο της αντεξέτασης της και ότι σε μια περίπτωση χρειάστηκε να γίνει διακοπή για να μπορεί να συνεχίσει τη μαρτυρία της. Παρακολουθήσαμε, επίσης, με προσοχή την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης και τον τρόπο που εξιστορούσε τα γεγονότα και τις αντιδράσεις της. Λάβαμε υπόψη, περαιτέρω, και κυρίως το περιεχόμενο της μαρτυρίας και όλη την εκδοχή της. Ως γενική αποτίμηση, η παραπονούμενη μας έκανε καλή εντύπωση. Απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με αμεσότητα, ευκρίνεια, σαφήνεια και αυθόρμητα, ειδικότερα κατά το στάδιο της αντεξέτασης της. Παρείχε, επίσης, επαρκείς εξηγήσεις για συγκεκριμένα ζητήματα που της τέθηκαν και στα οποία θα αναφερθούμε κατωτέρω κατά την ανάλυση της μαρτυρίας της. Επιπρόσθετα, δεν έχουμε διαπιστώσει παλινωδίες στην εκδοχή της ή αντιφάσεις επί των βασικών θέσεων και ισχυρισμών της, έτσι ώστε να δημιουργούνται ρήγματα στην αξιοπιστία της. Αντίθετα, υπήρξε σταθερή στα όσα ευθύς εξ' αρχής ανάφερε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της. Τυχόν ανακρίβειες ή μικροαντιφάσεις στην μαρτυρία της ή σε συνδυασμό με την υπόλοιπη μαρτυρία, δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της. Κατ' αρχάς, η παραπονούμενη εξήγησε στο Δικαστήριο, τον τρόπο με τον οποίο γνώρισε τον κατηγορούμενο και την πορεία της «σχέσης» της με αυτόν. Τον γνώρισε σε μια έξοδο που είχε κάνει με την παρέα και φίλους της, της είχε αρέσει εμφανισιακά και την επόμενη περίοδο για περίπου μια με μιάμιση εβδομάδα η συμπεριφορά του ήταν καλή. Στην πορεία άρχισε να γίνεται βίαιος και να την εξαναγκάζει να κάνει σεξουαλικά «πράγματα» που δεν ήθελε. Οι συναντήσεις της μαζί του συνεχίστηκαν για ένα με ενάμιση μήνα κατά το καλοκαίρι του 2021. Τόσο στην οπτικογραφημένη κατάθεση της όσο και στη μαρτυρία της στο Δικαστήριο, η παραπονούμενη ουδέποτε ανάφερε ότι ήταν σε «σχέση» με τον κατηγορούμενο ή ότι έβγαιναν μόνοι τους. Πάντοτε, οι συναντήσεις τους ήταν μέσω της παρέας της, όταν έβγαιναν όλοι μαζί. Άλλωστε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του, είπε ότι δεν ήταν σε «σχέση» με την παραπονούμενη. Δεν παραγνωρίζουμε τις αναφορές της Μ.Κ.1 και συγκεκριμένα ότι η παραπονούμενη της είχε αναφέρει ότι διατηρούσε δεσμό με τον κατηγορούμενο για δύο μήνες αλλά, σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο δεν είναι αυτό και στην τελική το πώς ένα ανήλικο παιδί στην ηλικία των 15 χρόνων, αντιλαμβάνεται το ζήτημα αυτό. Το ζητούμενο είναι, είτε είχαν «σχέση» ή δεσμό είτε όχι το κατά πόσο συναναστρεφόταν με τον κατηγορούμενο και αυτός προέβαινε στις επίδικες πράξεις. Επαναλαμβάνεται, ότι δεν αποτέλεσε θέση του κατηγορούμενου ότι ήταν σε σχέση με την παραπονούμενη και ότι τα όσα του αποδίδονται λάμβαναν χώρα με τη «θέληση» της παραπονούμενης στα πλαίσια της σχέσης αυτής. Η παραπονούμενη, περιέγραψε στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, τη συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος άρχισε να εκδηλώνει προς αυτήν μετά την μια με μιάμιση εβδομάδα καθώς επίσης τις σεξουαλικές πράξεις εναντίον της. Εξήγησε ότι συναντούσε τον κατηγορούμενο στα καφέ και μπαρ στην οδό Σαριπόλου και της ζητούσε να πάνε βόλτα μόνοι τους, οπόταν προέβαινε στις πράξεις που του καταλογίζει. Επίσης, είπε ότι συγκεκριμένο άτομο από την παρέα τους, το οποίο είχε αυτοκίνητο την μετέφερε στον Άγιο Αθανάσιο, όπου συναντούσαν τον κατηγορούμενο και την απομόνωνε σε κάτι τούνελς. Το ότι παραπονούμενη και κατηγορούμενος συναντιόνταν στα πιο πάνω μέρη, με τον τρόπο που η παραπονούμενη ανάφερε, δεν προκύπτει να αμφισβητείται από την υπεράσπιση. Προκύπτει, περαιτέρω, ότι ο κατηγορούμενος διέμενε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, στον Άγιο Αθανάσιο. Το ότι η παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να περιγράψει ή να μπορούσε να πει με σαφήνεια, πού ακριβώς βρίσκονταν τα αναφερόμενα στον Άγιο Αθανάσιο τούνελς, δεν αποτελεί στοιχείο ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της, υπό τις περιστάσεις. Εξήγησε ότι την έπαιρναν με το αυτοκίνητο οι φίλοι της, ότι θυμάται τους δρόμους και ότι ήταν κοντά από ένα συγκεκριμένο φούρνο και ότι θα μπορούσε να θυμηθεί το σημείο, αν το επισκεπτόταν ξανά. Σε σχέση με τους χώρους που βρισκόταν μόνη της με τον κατηγορούμενο, είπε στη κατάθεση της ότι τους θυμάται και μπορούσε να τους καθορίσει. Άλλωστε και ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του, προέβαλε τη θέση ότι συναντούσε την παραπονούμενη στην οδό Σαριπόλου όπου έβγαιναν με την παρέα τους και ότι πήγαιναν γύρους με το αυτοκίνητο του φίλου τους Λούκα. Όσον αφορά τη μαρτυρία της για τις σεξουαλικές πράξεις που ο κατηγορούμενος προέβαινε εναντίον της, η παραπονούμενη τις περιγράφει με σαφήνεια και παρέμεινε σταθερή στις θέσεις της αυτές. Καθόρισε, επίσης, τη συχνότητα με την οποία οι πράξεις αυτές λάμβαναν χώρα, που όπως είπε, έγιναν αρκετές φορές κατά τη διάρκεια αυτού του ενός με ενάμιση μήνα. Η αδυναμία της να καθορίσει συγκεκριμένες ημερομηνίες, δεν επηρεάζει την αξιοπιστία της, υπό τις περιστάσεις (βλ. Γ.Ι. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 44/19, Ημερ. 18/09/2020). Είπε, ότι κάθε φορά, που βρίσκονταν, λάμβαναν χώρα τα όσα περιέγραψε. Ο δε κατηγορούμενος στην κατάθεση του, προκύπτει να μην αρνείται ότι προέβαινε σε σεξουαλικές πράξεις με την παραπονούμενη στους χώρους που η παραπονούμενη ανάφερε, δηλαδή, στην οδό Σαριπόλου, τις οποίες όμως πράξεις περιορίζει σε φιλιά, αγγίγματα στα οπίσθια της και δάγκωμα στα χείλη καθώς και σε συχνότητα. Έχουμε λάβει υπόψη μας, τα όσα ανάφερε η παραπονούμενη για τη βίαιη συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος άρχισε να εκδηλώνει εναντίον της μετά τη μια με μιάμιση εβδομάδα που τον γνώρισε και ότι, παρόλα αυτά, η ίδια συνέχισε να τον συναντά. Η παραπονούμενη, κρίνουμε ότι έδωσε επαρκείς και πειστικές εξηγήσεις περί τούτου, απορρίπτοντας τη θέση της υπεράσπισης ότι ο λόγος που τον συναντούσε ήταν διότι το ήθελε και της άρεσε. Είπε, συγκεκριμένα, ότι τον έβλεπε πάντοτε όταν πήγαινε έξω με την παρέα της και ερχόταν και εκείνος. Κάποιες φορές χωρίς να το γνωρίζει. Η ίδια αγχωνόταν και φοβόταν, διότι την απειλούσε. Παρόλο που είπε, ότι σε κάποιες περιπτώσεις έλεγε της παρέας της, ότι δεν ήθελε να ερχόταν ο κατηγορούμενος, εντούτοις προκύπτει ότι η παραπονούμενη δεν ήθελε να πει οτιδήποτε σε κανένα και ακολουθούσε. Επίσης, ήταν φοβισμένη και όπως είπε δεν ήξερε πως να το διαχειριστεί. Πέραν των πιο πάνω εξηγήσεων που η παραπονούμενη έδωσε, δεν πρέπει, επίσης, να παραγνωρίζεται ότι ήταν ένα άτομο που αντιμετώπιζε ήδη ψυχολογικά προβλήματα, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία των ψυχολόγων, ήταν άτομο ευάλωτο και με χαμηλή αυτοεκτίμηση αλλά και 15 χρόνων. Κατά συνέπεια, η θέση της περί φόβου και απειλών από τον κατηγορούμενο αλλά και ο τρόπος με τον οποίο συνέχισε να τον συναντά, δεν είναι παράλογος ή εξωπραγματικός. Δεν παραγνωρίζουμε την αναφορά της σε κάποιο στάδιο κατά την αντεξέταση της, ότι κάποιες φορές ο κατηγορούμενος την «έπιανε» από το σπίτι, αλλά τούτο δεν αναιρεί τα προηγούμενα που ανάφερε. Συγκεκριμένα, η παραπονούμενη προέβαλε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος την ρωτούσε κατά πόσο έλειπαν από το σπίτι οι δικοί της για να πήγαινε και αυτή του έλεγε ψέματα ενώ κάποιες φορές την «έπιανε» από το σπίτι, εντάσσοντας το λόγο που συνέχισε να τον συναντά στο φόβο της, τις απειλές και βία που δεχόταν από αυτόν. Πέραν των πιο πάνω, η παραπονούμενη αναφέρθηκε και σε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στο σπίτι της φίλης της Μαριέλλας, κατά το οποίο ο κατηγορούμενος, πέραν των όσων της έκανε κάθε φορά, σ' εκείνη την περίπτωση προσπάθησε να έχει ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή, κάτι το οποίο εν τέλει δεν έγινε, εξηγώντας η παραπονούμενη το πως. Συγκεκριμένα, είπε ότι αναγκάστηκε να του πει ότι αν συνέχιζε θα φώναζε για να την ακούσουν όλοι και ο κατηγορούμενος σταμάτησε. Η θέση της για τον λόγο, τρόπο και τον χώρο που έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, ήταν σταθερή και λεπτομερής και δεν έχουμε διακρίνει οποιαδήποτε αντίφαση. Η παραπονούμενη είπε ότι στα πλαίσια ενός παιχνιδιού που έπαιζαν στην ταράτσα του σπιτιού, όπου λάμβανε χώρα το πάρτι, έπρεπε να απομονωθεί με τον κατηγορούμενο και έτσι πήγαν κάτω στο σπίτι και βγήκαν στο μπαλκόνι, μόνοι τους. Η παραπονούμενη είπε ότι ο κατηγορούμενος άρχισε να κάνει αυτά που της έκανε κάθε φορά, δηλαδή να βάζει τα δάχτυλα του στον κόλπο και πρωκτό της και να την αγγίζει σε όλο της το σώμα. Επίσης, της ζητούσε να του κάνει στοματικό έρωτα, κάτι που δεν ήθελε. Στη συνέχεια επιχείρησε να διεισδύσει στον κόλπο της και τότε αναγκάστηκε να του πει ότι θα φωνάξει και σταμάτησε. Το ότι ο χώρος που ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη απομονώθηκαν την ημέρα εκείνη που έλαβε χώρα το εν λόγω περιστατικό ήταν το συγκεκριμένο μπαλκόνι, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της, αλλά όπως προκύπτει και από το πιο κάτω απόσπασμα από τη μαρτυρία της, το ζήτημα αυτό αποτέλεσε κοινό έδαφος. Εκείνο το οποίο έτυχε αμφισβήτησης ήταν οι σεξουαλικές πράξεις που ο κατηγορούμενος προέβηκε, με την παραπονούμενη να παραμένει σταθερή περί τούτων. Χαρακτηριστικά είναι τα κάτωθι που προκύπτουν από τα πρακτικά και τα οποία παραθέτουμε αυτούσια: «Ε. Εγώ σου υποβάλλω ότι το μόνο που έγινε σε τζιείνον τον χώρο, ότι έπιασε σε αγκαλιά, άγγιξε τους γλουτούς σου από πίσω, δηλαδή τα οπίσθια σου ενώ φορούσες τα ρούχα τζιαι σου έδωσε τζιαι ένα φιλί στα χείλη. Τούτο έγινε. Α. Όι, εν εγίνηκε τούτο. Τα πράματα, επιμένω, έγιναν έτσι όπως τα λέω εγώ. Ο κατηγορούμενος έφκαλε τα ρούχα του, έφκαλε μου τζιαι τα δικά μου, έκαμε τες πράξεις που σας είπα πιο πριν, προσπάθησε να ολοκληρώσει, εγώ αντιστάθηκα..αυτά. Δικαστήριο: Αυτά που είπετε, η υποβολή, κύριε, εννοείτε ότι ήταν στο μπαλκόνι; Κος Κωμοδρόμος: Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε.» Είναι νομολογημένο, ότι δηλώσεις ή παραδοχές που γίνονται από δικηγόρο κατά τη διάρκεια της δίκης, δεσμεύουν το πελάτη του (βλ. Ηamisi Mwinyi Selmani v. Δημοκρατίας κ.α.
(2015)2Α Α.Α.Δ 411 και Γιουρούκκης ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ, 402). Στην Παναγιώτης Αλεξάνδρου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 152/2017, Ημερ. 20/06/2022, ECLI:CY:AD:2022:D246, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά, τα οποία ισχύουν στην παρούσα: «Στην Κωνσταντίνου άλλως Γιαλλούρης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ, 282, με αναφορά στη Γιουρούκκης (πιο πάνω), επαναλαμβάνεται ότι η γραμμή της Υπεράσπισης είναι ζήτημα που εμπίπτει στη σχέση πελάτη-δικηγόρου. Ο πελάτης διατηρεί πάντα το δικαίωμα, εφόσον είναι παρών κατά τη διεξαγωγή της δίκης, να παρέμβει, εάν διαπιστώσει ότι ο συνήγορος που διόρισε δεν ακολουθεί τις οδηγίες του. Εδώ, ο Εφεσείων ήταν παρών κατά την ακροαματική διαδικασία, και συγκεκριμένα καθ΄ ον χρόνο οι μάρτυρες κατηγορίας κατέθεταν. Ουδέποτε όμως έθεσε θέμα ότι ο συνήγορος του δεν ακολουθούσε τις οδηγίες του.» Δεδομένων των πιο πάνω, η θέση της Μ.Κ.1, ότι η παραπονούμενη της ανάφερε ότι ο κατηγορούμενος την μετέφερε σ' ένα δωμάτιο του σπιτιού όπου προέβηκε στις επίδικες σεξουαλικές πράξεις δεν είναι ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Ούτε οι αναφορές της τελευταίας προς την Μ.Κ.1, ότι μετά που βγήκε από το δωμάτιο την είδε η Μαριέλλα που είχε μώλωπες και την ρώτησε τί έγινε, δεν έχουν προκαλέσει ρήγμα στην αξιοπιστία της. Σημειώνεται πως η τελευταία αναφορά της Μ.Κ.1 δεν προκύπτει να συγκρούεται με τη μη αμφισβητούμενη μαρτυρία της παραπονούμενης, η οποία ανέφερε πως εκείνο το βράδυ δεν ανάφερε σε κανένα οτιδήποτε. Η θέση της αυτή, επίσης, δεν συγκρούεται με την αναφορά της Μ.Κ.1, ότι η παραπονούμενη δεν της είπε αν απάντησε στην πιο πάνω ερώτηση της Μαριέλλας. Σε ότι δε αφορά τη θέση της Μ.Κ.1, ότι η παραπονούμενη της είχε πει ότι η Μαριέλλα ανέφερε στη μητέρα της ότι είχε μώλωπες, επισημαίνουμε πως δεν διευκρινίζεται χρονικά, πότε αυτό έλαβε χώρα. Αυτό που η παραπονούμενη είπε στη μαρτυρία της ήταν ότι σε κάποιο στάδιο η φίλη της ανάφερε στην μητέρα της για τους μώλωπες και από πού προέρχονταν. Τυχόν μικροανακρίβειες δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία της, τη στιγμή μάλιστα που δεν αντεξετάστηκε επί τούτων από την υπεράσπιση. Είναι νομολογημένο ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται σφαιρικά και συνολικά και όχι μικροσκοπικά. Επαναλαμβάνεται, ότι η παραπονούμενη δεν αντεξέταστηκε για τα πιο πάνω ζητήματα σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας, έτσι ώστε να τοποθετείτο (βλ. Γ.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 178/2017, Ημερ. 24/10/2018), ECLI:CY:AD:2018:B
- Επιπρόσθετα, είναι σημαντικό να επισημάνουμε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν κατά την εξιστόρηση του συμβάντος στην Μ.Κ.
- Υπενθυμίζουμε πως, σύμφωνα με τη μη αμφισβητούμενη και αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.1, η παραπονούμενη ήταν αγχωμένη, φοβισμένη και δεν διατηρούσε βλεμματική επαφή. Κατά συνέπεια, η περιγραφή του επεισοδίου στην Μ.Κ.1 με μη ταύτοσημο τρόπο και/ή οι μικροαντιφάσεις στην περιγραφή του, οι οποίες σημειώνεται ότι δεν άπτονται της μαρτυρίας της για την περιγραφή των σεξουαλικών πράξεων που έλαβαν χώρα κατά το επίδικο επεισόδιο, δεν μπορούν, άνευ άλλου, να κλονίσουν την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Πέραν τούτου, η περιγραφή που η παραπονούμενη δίνει στην Μ.Κ.1 για το όλο επεισόδιο στην ουσία της, δεν διαφέρει. Δηλαδή, της ανάφερε ότι αρνήθηκε με έντονο τρόπο να του κάνει στοματικό και αυτός θύμωσε, της έβγαλε με βίαιο τρόπο τα ρούχα της και έβαλε τα δάχτυλα του στο κόλπο της. Η παραπονούμενη αντέδρασε ξανά και άρχισε να φωνάζει να σταματήσει. Αυτός συνέχισε και την γύρισε για να τη βιάσει. Αντέδρασε ξανά και σηκώθηκε να φύγει και αυτός την άρπαξε από το λαιμό και την απείλησε, ότι αν έλεγε κάτι θα έβαζε άλλους να την σπάσουν στο ξύλο. Οι πιο πάνω αναφορές της στην Μ.Κ.1 δεν διαφέρουν ουσιωδώς απ' όσα είπε στη δική της μαρτυρία. Ότι, δηλαδή, ο κατηγορούμενος της έκανε αυτά που της έκανε κάθε φορά, τα οποία περιέγραψε με λεπτομέρεια και σαφήνεια, και ότι προσπάθησε εκείνη την ημέρα να ολοκληρώσει τη σεξουαλική επαφή. Έχουμε στρέψει την προσοχή μας και προς το ενδεχόμενο οι πιο πάνω πράξεις που καταλογίζονται στον κατηγορούμενο στον συγκεκριμένο χώρο να μην μπορούσαν να λάβουν χώρα ένεκα του γεγονότος ότι θα γίνονταν αντιληπτές από άλλα πρόσωπα και/ή από τα πρόσωπα που βρίσκονταν στο πάρτι το συγκεκριμένο βράδυ. Έχουμε λάβει σοβαρά υπόψη το πιο πάνω ενδεχόμενο αλλά κρίνουμε ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να αποτελεί καταλυτικό σημείο της εκδοχής της παραπονούμενης. Η ίδια περιέγραψε το σημείο αυτό του μπαλκονιού και πού ακριβώς βρισκόταν σε σχέση με το υπόλοιπο σπίτι. Είναι έξω από το σαλόνι είπε. Ανοίγεις μια πόρτα και βγαίνεις έξω στο μπαλκόνι. Έδωσε σαφή περιγραφή του χώρου αναφέροντας ότι στη βεράντα υπήρχε τραπέζι και καρέκλες. Η κουζίνα η οποία χρησιμοποιείτο για τις ανάγκες του πάρτι ήταν σε άλλο σημείο και σε σχέση με την ταράτσα, δεν περνάς από το σαλόνι για να ανέβεις πάνω σε αυτήν. Είχε καναπέ σε αυτό και καρέκλες. Ήταν στο βάθος του σαλονιού. Οι φίλοι τους ήταν όλοι στην ταράτσα εκείνη την ώρα, διότι έτσι ήταν ο κανόνας του παιχνιδιού. Αναφορικά με τους γονείς της φίλης της και την μητέρα της, δεν παραβλέπουμε ότι η παραπονούμενη κατά την μαρτυρία της είπε ότι οι πρώτοι είχαν ξαπλώσει ενώ η μητέρα της είχε φύγει, κάτι το οποίο δεν ανάφερε στη κατάθεση της και ούτε προκύπτει από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. Ταυτόχρονα, όμως, δεν αναιρείται και από οποιαδήποτε άλλη αξιόπιστη μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μας. Σε κάθε περίπτωση, στο μπαλκόνι όπου πήγαν προκύπτει ξεκάθαρα ότι ήταν απομονωμένοι και δεν θα μπορούσε κάποιος να τους δει ούτε και από απέναντι, αφού σύμφωνα με την παραπονούμενη, είχε χωράφια. Άλλωστε, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η θέση της υπεράσπισης είναι ότι μετέβηκαν στον χώρο εκείνο και ο κατηγορούμενος προέβηκε σε σεξουαλικές πράξεις εναντίον της παραπονούμενης, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Δεν διαβλέπουμε, γιατί να μην μπορούσε να προβεί και στις πράξεις που του αποδίδει η παραπονούμενη, οι οποίες όπως ανάφερε, δεν διήρκησαν για πάρα πολλή ώρα. Η θέση της παραπονούμενης ότι μετά το πιο πάνω συμβάν, αποφάσισε να πει στον κατηγορούμενο ότι δεν ήθελε να τον ξανά δει, δεν αμφισβητείται από τον κατηγορούμενο στην μαρτυρία του, αφού το επιβεβαίωσε. Συνάδει, επίσης, με τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων, όπως η παραπονούμενη τα περιέγραψε και το λόγο που το έκανε, αφού είχε προηγηθεί το προαναφερόμενο επεισόδιο. Σε αντίθεση με την εκδοχή του κατηγορουμένου, ως θα αναφερθεί κατωτέρω, ότι η παραπονούμενη ξαφνικά και χωρίς να γνωρίζει το λόγο, την επομένη του πάρτι του είπε ότι δεν θέλει να τον δει ξανά. Η θέση ή το ενδεχόμενο η παραπονούμενη να προέβηκε σε αυτήν ενέργεια κατόπιν παρότρυνσης της μητέρας της, η οποία το προηγούμενο βράδυ είδε τον κατηγορούμενο στο πάρτι και δεν της άρεσε, κάτι το οποίο είπε στην παραπονούμενη, δεν υποστηρίχθηκε από τον κατηγορούμενο κατά τη μαρτυρία του. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι ούτε της μητέρας της παραπονούμενης, Μ.Κ.3, της υποβλήθηκε μια τέτοια θέση, όπως σημειώθηκε ανωτέρω. Οι αναφορές του συνηγόρου υπεράσπισης κατά το στάδιο της αντεξέτασης της παραπονούμενης αφορούσαν το ζήτημα της καταγγελίας εν γένει και ότι είναι η μητέρα της που την παρότρυνε να καταγγείλει τον κατηγορούμενο, με την παραπονούμενη, να τις απορρίπτει, δίνοντας πειστικές εξηγήσεις. Συγκεκριμένα, είπε ότι δεν είχε κάτι να κερδίσει από τον κατηγορούμενο προβαίνοντας στην παρούσα καταγγελία, είτε η ίδια είτε η μητέρα της. Κατά συνέπεια και στην απουσία οποιουδήποτε άλλου κινήτρου, η χρονική αλληλουχία των συμβάντων δεν μπορεί παρά να υποδηλώνει ότι η πιο πάνω απόφαση της παραπονούμενης να αναγκαστεί πλέον να πει στον κατηγορούμενο ότι δεν θέλει να τον ξανά δει είναι ένεκα του επίδικου περιστατικού που έλαβε χώρα στο πάρτι την προηγούμενη μέρα. Όσον αφορά τους μώλωπες, που η παραπονούμενη ισχυρίστηκε ότι έφερε από τα κτυπήματα του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι κατά τη αντεξέταση της, δεν φαίνεται να αμφισβητείται η ύπαρξη τους. Εκείνο που επιχειρήθηκε από την υπεράσπιση και επαναφέρεται κατά κάποιον τρόπο στην αγόρευση του συνηγόρου, είναι ότι ενδεχομένως οι εν λόγω μώλωπες ή μαυράδες να προέρχονται από παθολογικά αίτια, δηλαδή, λόγω χαμηλού σιδήρου της παραπονούμενης. Η τελευταία ήταν κατηγορηματική ότι η αναφορά της στα πιο πάνω ήταν στην προσπάθεια της να μην πει της μητέρας της την αιτία για τις εν λόγω μαυράδες και μώλωπες και όχι ότι αυτοί προκαλούνταν ένεκα αυτού του γεγονότος. Δεν έχει προκύψει, περαιτέρω, από οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία ότι υπήρχε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Πέραν των πιο πάνω, έχουμε λάβει υπόψη μας το γεγονός ότι η παραπονούμενη δεν είχε αναφέρει οτιδήποτε τόσο για το τελευταίο συμβάν στο σπίτι της Μαριέλλας όσο και για τα όσα ισχυρίστηκε ότι της έκανε ο κατηγορούμενος λεπτομερώς σε κανένα, παρά μόνο τον Νοέμβριο του 2021, δύο και πλέον μήνες μετά. Λαμβάνουμε υπόψη μας την καθυστέρηση που παρατηρείται στην αποκάλυψη των επίδικων περιστατικών από την παραπονούμενη καθώς επίσης τη θέση του κατηγορούμενου περί εκδικητικής καταγγελίας και είμαστε σε εγρήγορση συνεχώς και σε κατάσταση εξονυχιστικής εξέτασης της εκδοχής της παραπονούμενης (βλ. (βλ. Ν.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 99/2021, Ημερ. 11/05/2022), ECLI:CY:AD:2022:B
- Το ερώτημα σε τέτοιες περιπτώσεις - υποβολής καθυστερημένου παραπόνου - αφορά τη σημασία που τούτο μπορεί να έχει. Η παραδοσιακή αντίληψη του κοινού δικαίου ότι το θύμα σεξουαλικής επίθεσης ή εκμετάλλευσης αναμένεται να προβεί σε παράπονο με την πρώτη ευκαιρία θεωρείται πλέον απηρχαιωμένη. Όπως έχει αναφερθεί στην Ε.Α. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) «Έχει προ πολλού αναγνωριστεί από τη νομολογία ότι τα θύματα σεξουαλικών επιθέσεων, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ανήλικα πρόσωπα, δεν αναμένεται, ως εκ της τραυματικής τους εμπειρίας, να ενεργήσουν κατά τον «αναμενόμενο» τρόπο ώστε να υποβάλουν άμεσο παράπονο (βλ. Aντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, Σιακαλλής v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146, Κλείτου v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 113, Λ.Κ. v Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547 και Σ.Π. v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/13, 25.6.2014). Μάλιστα θεωρείται πλέον ότι πρόκειται για ένα ζήτημα για το οποίο μπορεί το ίδιο το δικαστήριο, όταν εγείρεται από την υπεράσπιση θέμα κατασκευασμένου παραπόνου, μέσα από τη δική του δικαστική εμπειρία και ως ζήτημα κοινής λογικής, να προβεί σε σχετικό σχόλιο για τους ενδεχόμενους λόγους ενός καθυστερημένου παραπόνου από νεαρά πρόσωπα, χωρίς την ανάγκη μαρτυρίας ειδικών, νοουμένου ότι το σχόλιο είναι εξισορροπημένο και δίκαιο (R. v. MM [2007] EWCA Crim.1558, Doody [2008] EWCA Crim.2557, Miller [2010] EWCA Crim. 1578). Θα πρέπει να λαμβάνονται, παράλληλα, υπόψιν τα επιχειρήματα της υπεράσπισης ότι η καθυστέρηση στη συγκεκριμένη περίπτωση οφείλεται σε κατασκευασμένο παράπονο (R. v. GJB [2011] EWCA Crim 867). Είναι σημαντικό η καθοδήγηση να είναι προσαρμοσμένη στα γεγονότα της υπόθεσης και να περιορίζεται σε αδιαμφισβήτητες διαπιστώσεις της κοινής πείρας (ΜΜ v. R. [2011] EWCA Crim 1291). Στα πλαίσια αυτά, στην υπόθεση Doody (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι κατά τρόπο θεμιτό εξηγήθηκε από το δικαστή στους ενόρκους ότι η εμπειρία καταδεικνύει πως οι άνθρωποι αντιδρούν διαφορετικά στο τραυματικό βίωμα σοβαρών σεξουαλικών επιθέσεων, ότι δεν υπάρχει στερεότυπη αντίδραση και ότι εναπόκειται στους ενόρκους να αξιολογήσουν τη θέση της υπεράσπισης ότι η καθυστέρηση καταδεικνύει ψευδές παράπονο και να λάβουν υπόψιν ότι κάποιοι άνθρωποι μπορεί να υποβάλουν παράπονο αμέσως στο πρώτο πρόσωπο που θα δουν, ενώ άλλοι μπορεί να αισθάνονται ντροπή και σοκ με αποτέλεσμα να μην υποβάλουν παράπονο για κάποιο χρόνο και ότι ένα καθυστερημένο παράπονο δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη ψευδές παράπονο. Αποφασίστηκε επίσης ότι δικαιολογημένα υποδείχθηκε από τον πρωτόδικο δικαστή ότι είναι καλά γνωστό ότι το τραυματικό βίωμα ενός βιασμού μπορεί να προκαλέσει αισθήματα ντροπής και ενοχής, τα οποία εμποδίζουν το θύμα από του να υποβάλει παράπονο.» (βλ. επίσης Γ.Π.Β. v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5/2020, Ημερ. 30/07/2021 και Δ.Β.Γ.Κ. v Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Έχουμε στρέψει την προσοχή μας προς αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας αλλά είναι προφανές ότι δεν υπάρχει τέτοιου είδους μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι, όχι μόνο διαπράχθηκαν τα αδικήματα αλλά αυτά διαπράχθηκαν από τον κατηγορούμενο (βλ. Meitanis v. The Republic
(1967)2 C.L.R. 31). Έχουμε, αυτοπροειδοποιήσει καταλλήλως τους εαυτούς μας για το ενδεχόμενο η καταγγελία της παραπονούμενης να μην ανταποκρίνεται στην αλήθεια πλην όμως δεν έχουμε διαπιστώσει σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας της ότι αυτή είχε διάθεση να πει ψέματα ή να προχωρήσει στην καταγγελία για εκδικητικούς λόγους, όπως ήταν η θέση του κατηγορούμενου. Η παραπονούμενη στη μαρτυρία της παράθεσε με σταθερότητα και ευκρίνεια πειστικούς λόγους για την καθυστέρηση στην αποκάλυψη της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου και την υποβολή της καταγγελίας της στην Αστυνομία, η οποία καθυστέρηση να σημειωθεί δεν ήταν μεγάλη. Η παραπονούμενη είπε ότι φοβόταν τον κατηγορούμενο διότι κάθε φορά που της έκανε τις σεξουαλικές πράξεις την απειλούσε ότι αν πει κάτι σε οποιοδήποτε θα της έκανε κακό εκείνης και την οικογένειας της. Της έλεγε ότι θα βάλει άλλα άτομα να της κάνουν το ο,τιδήποτε. Σημειώνεται, επίσης, ότι η θέση και εκδοχή της παραπονούμενης είναι ότι ο κατηγορούμενος ήταν και βίαιος προς αυτήν και την κτυπούσε και δεδομένων και των απειλών και της ευαλωτότητας της ήταν λογικό να τον φοβόταν. Επίσης, είπε ότι ντρεπόταν να το πει σε οποιοδήποτε, ήταν μικρή και δεν γνώριζε πως να το διαχειριστεί. Δεν έχει κλονιστεί η αξιοπιστία της αναφορικά με τα πιο πάνω που ανάφερε, ήταν πειστική για τούτα και σταθερή. Οι πιο πάνω θέσεις της, επίσης, προκύπτει να συνάδουν και να υποστηρίζονται από τις αναφορές της ίδιας σε ανύποπτο χρόνο στην ψυχολόγο της, Μ.Κ.
- Συγκεκριμένα, όπως έχει προκύψει η παραπονούμενη σε επίσκεψη της περί τα τέλη Ιουνίου του 2021, της είχε αναφέρει ότι είχε γνωρίσει ένα 19 χρόνων ο οποίος ήταν βίαιος και τον φοβόταν, που όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, δεν μπορεί να αναφερόταν σε οποιοδήποτε άλλον εκτός από τον κατηγορούμενο. Πέραν των πιο πάνω, οι ισχυρισμοί της αυτοί συνάδουν και υποστηρίζονται και από άλλη μαρτυρία και ειδικότερα αυτή της Μ.Κ.
- Η εν λόγω μάρτυρας, ως αναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, με αναφορά σε σχετική βιβλιογραφία, εξήγησε πως τα παιδιά σπάνια αποκαλύπτουν περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης τους, εξηγώντας τους λόγους. Όπως, είπε, μεταξύ άλλων, παίζει ρόλο η ηλικία του παιδιού και κατά πόσο υπάρχει κάποιου είδους εκφοβισμός ή απειλές στον να μην αποκαλύψει το παιδί. Δεν θα πρέπει, περαιτέρω, να παραγνωρίζεται ότι με βάση την ψυχολογική αξιολόγηση της Μ.Κ.7, η παραπονούμενη ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο άτομο που αντιμετώπιζε ψυχικά προβλήματα ένεκα των οικογενειακών καταστάσεων που βίωσε και οι γονείς της ήταν χωρισμένοι και ήταν άτομο ευάλωτο. Η θέση περί εκδικητικής καταγγελίας δεν προκύπτει ως μια πιθανή αιτία για την καταγγελία της κατηγορούμενης. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, στην κατάθεση του είχε αναφέρει ότι δεν γνωρίζει γιατί η παραπονούμενη τον κατάγγειλε ενώ κατά την προφορική του μαρτυρία επιχείρησε να καταδείξει εκδικητικότητα στην καταγγελία, διότι η παραπονούμενη ήθελε να κάνουν σχέση και εκείνος όχι και πληγώθηκε ο εγωισμός της. Η παραπονούμενη στη μαρτυρία της απέρριψε κατηγορηματικά τη θέση αυτή αναφέροντας ότι δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η μητέρα της δεν ήθελε να έχει «σχέση» με τον κατηγορούμενο και ότι την «επείραζε» που ήταν αραβικής καταγωγής, δεν προκύπτει να αποτέλεσε την αιτία της καταγγελίας, όπως η ίδια, επίσης, διευκρίνισε και αναφέρθηκε ανωτέρω. Δεν υποστηρίχθηκε, επίσης, από την υπεράσπιση τέτοια θέση ή κίνητρο στην παραπονούμενη. Πέραν των πιο πάνω, έχουμε αντιπαραβάλει την εκδοχή της παραπονούμενης και με την υπόλοιπη μαρτυρία και συγκεκριμένα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, στις οποίες αναφέρθηκε στα επίδικα συμβάντα και κρίνουμε ότι η περιγραφή και αναφορά σε αυτές του επίδικου περιστατικού που έλαβε χώρα στο σπίτι της φίλης της, δεν διαφέρει ουσιωδώς, όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω. Η μη αναφορά στις Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 και των άλλων περιστατικών και της όλης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου, δεν αποτελεί στοιχείο ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Η ίδια η παραπονούμενη στη μαρτυρία της είπε ότι δεν αποκάλυψε όλες τις λεπτομέρειες με τον κατηγορούμενο στα πρόσωπα αυτά. Στην Μ.Κ.1, είπε ότι της ανέφερε το τί συνέβηκε αλλά δεν μπήκε σε λεπτομέρειες να της πει τί της έκανε γιατί δεν ένοιωθε άνετα. Το ότι, όπως η παραπονούμενη ανάφερε, μετά που η Μ.Κ.1 την παρακολουθούσε και της μιλούσε για την συμπεριφορά που εκδήλωνε, δηλαδή, δεν έμπαινε στην τάξη και είχε συνεργασία μαζί της μέχρι που ένοιωσε έτοιμη να πάει να της μιλήσει, δεν αναιρεί τη πιο πάνω προβαλλόμενη της θέση. Κατάφερε και βρήκε τη δύναμη να πάει να της αναφέρει τα περιστατικά τα οποία ήταν το αποκορύφωμα και να τα αποκαλύψει. Σημειώνεται, πάλι, ότι η παραπονούμενη δεν αντεξετάστηκε επί τούτου, δηλαδή, για ποιο λόγο δεν είχε αναφέρει στη Σύμβουλο και την προηγηθείσα συμπεριφορά του κατηγορούμενου, έτσι ώστε να τοποθετείτο, ειδικότερα. Σε σχέση με τη Μ.Κ.2, είπε ότι την περίοδο εκείνη έκαναν ένα διάλειμμα από τις συναντήσεις τους, θέση που επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία της μάρτυρος εκείνης, και ότι της ανάφερε ένα περίπου τί είχε συμβεί μετά την καταγγελία της, όμως δεν της είπε αρκετά πράγματα γιατί ενημερώθηκε ότι από εκεί και πέρα θα την παρακολουθούσε η Μ.Κ.7, θέση που επίσης συνάδει με τη μαρτυρία της Μ.Κ.
- Θα πρέπει, περαιτέρω, να αναφερθεί ότι η μη ολοκληρωμένη αποκάλυψη των συμβάντων από την αρχή από ένα παιδί δικαιολογείται και επιστημονικά σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Κ.
- Όπως, η μάρτυρας εκείνη, έχει αναφέρει, απ' ότι φαίνεται μέσω ερευνών, βιβλιογραφία αλλά και εμπειρικά, η διαδικασία της αποκάλυψης είναι και διαδικασία δυναμική. Δηλαδή, δεν είναι μια διαδικασία που ξεκινά μ' ένα τρόπο, προχωρά πολύ συγκεκριμένα και έχουμε την ίδια αναφορά από την αρχή μέχρι το τέλος. Τις πλείστες φορές ένα παιδί θα αποκαλύψει ίσως μετά από κάποιο καιρό ένα κομμάτι της κακοποίησης για να δει κατά πόσο υπάρχει υποστήριξη και αν μπορεί να εμπιστευτεί το πλαίσιο το οποίο βρίσκεται και αρκετές φορές βλέπουμε ότι το παιδί πιθανόν να προσθέσει πληροφορίες καθώς προχωρούν οι διαδικασίες ή και σε κάποιες περιπτώσεις δυστυχώς να αναιρέσει πληροφορίες αν δει ότι δεν γίνεται πιστευτό ή με κάποιον τρόπο υπάρχει δυσμενής αντιμετώπιση στην αποκάλυψη του. Η πιο πάνω τοποθέτηση της Μ.Κ.7, υποστηρίχθηκε από τη σχετική βιβλιογραφία, τεκμήριο 14, απαντούσε σε σχετική ερώτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και ουδέποτε η θέση της αυτή αμφισβητήθηκε και ούτε διερευνήθηκε κατά πόσο θα μπορούσε να μην ισχύει στην παρούσα περίπτωση (βλ. επίσης Α.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 156/2017, Ημερ. 10/03/21, ECLI:CY:AD:2021:B89, όπου η μη ολοκληρωμένη αποκάλυψη των γεγονότων ευθύς εξ' αρχής από την παραπονούμενη, δικαιολογείτο και μέσα από τις εξηγήσεις της Κλινικού Ψυχολόγου). Υπόψη μας, περεταίρω, έχουμε και την ήδη βεβαρυμμένη ψυχική κατάσταση της παραπονούμενης λόγω των οικογενειακών της δυσκολιών. Με κανένα τρόπο, όμως, η εν λόγω κατάσταση της υγείας της έχει διασυνδεθεί με την παρούσα καταγγελία. Ουδέποτε προβλήθηκε ως μια πιθανή αιτία της παρούσας καταγγελίας η εν λόγω ψυχική κατάσταση της παραπονουμένης ή άλλοι παράγοντες που περιβάλλουν το πρόσωπο της. Ουδέποτε υποβλήθηκε τέτοια θέση στην παραπονούμενη ή στην ψυχολόγο Μ.Κ.7, για να τοποθετηθούν. Κατά συνέπεια, δεν προβάλλει ένα τέτοιο ενδεχόμενο ως μια πιθανή αιτία της παρούσας καταγγελίας. Επιπρόσθετα, δεν παραγνωρίζουμε την επιφυλακτικότητα ή έστω την άρνηση της παραπονούμενης να δώσει στοιχεία των φίλων της στους ανακριτές της υπόθεσης. Η παραπονούμενη έδωσε και επί τούτου εξηγήσεις, λέγοντας ότι δεν έκανε πλέον παρέα μαζί τους, δεν είχε εμπιστοσύνη και δεν ήθελε ο καθένας να ξέρει το τί πέρασε και να «σκορπιστεί» η κουβέντα. Διευκρίνισε, επίσης, την αναφορά της στην κατάθεση, ότι δεν θα θέλουν τα πρόσωπα αυτά να πουν, λέγοντας ότι επειδή έκαναν παρέα με τον κατηγορούμενο θεωρούσε ότι θα τον υποστήριζαν. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αναφορά της ότι δεν θα ήθελαν να πουν, προκύπτει να επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.4, σύμφωνα με την οποία μετά τον εντοπισμό κάποιων από τους φίλους της, αυτοί, εν τέλει δεν ήθελαν να εμπλακούν. Προκύπτει, επίσης, ότι η παραπονούμενη δεν είχε αναφέρει λεπτομέρειες στα πρόσωπα της παρέας της και είναι καθόλα λογικό να μην ήθελε να πάρει περαιτέρω διαστάσεις το θέμα. Έχουμε συνεκτιμήσει το κάθε τι που περιβάλλει την παρούσα υπόθεση και λάβαμε υπόψη όλα τα ανωτέρω που λεπτομερώς αναφέραμε. Δεν έχουμε κανένα ενδοιασμό ότι πρόκειται για μια γνήσια και αληθή καταγγελία και ότι τα γεγονότα έλαβαν χώρα όπως η παραπονούμενη ανάφερε στο Δικαστήριο. Η περιγραφή των γεγονότων που εκτυλίχθηκαν κατά τους ουσιώδους χρόνους και γενικά η ποιότητα της μαρτυρίας της παραπονούμενης, αφού συνυπολογίσαμε και όλη την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει δοθεί, περιλαμβανομένων και των θέσεων του κατηγορούμενου, δεν αφήνουν οποιαδήποτε αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστη μαρτυρία στην οποία μπορούμε να βασιστούμε και να εξάξουμε ασφαλή ευρήματα ακόμη και χωρίς ύπαρξη ενίσχυσης. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος δεν μας έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Ήταν προσεχτικός στις απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και στις πλείστες φορές απαντούσε λακωνικά σε μια προσπάθεια, κατά την κρίση μας, όχι να παρουσιάσει τα πραγματικά γεγονότα αλλά αυτά τα οποία χρειάζονταν στο να αποφύγει τυχόν ποινικά κολάσιμες συμπεριφορές του. Σε διάφορα σημεία η μαρτυρία του ήταν ασαφής και γενική. Έχουμε διαπιστώσει, περαιτέρω, σοβαρές αδυναμίες και αντιφάσεις στη μαρτυρία του και μια προσπάθεια να αποδώσει αλλότριο κίνητρο στην παραπονούμενη, ζήτημα το οποίο δεν είχε αναφέρει στην ανακριτική του κατάθεση. Η εκδοχή που ο κατηγορούμενος δίνει για το περιστατικό που κατηγορείται ότι έγινε στο σπίτι της Μαριέλλας, όχι μόνο δεν έχει υποβληθεί στην παραπονούμενη για να τοποθετηθεί, αλλά της υποβλήθηκε μια εντελώς διαφορετική θέση. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του είπε ότι απομακρύνθηκαν από την υπόλοιπη παρέα σε μια φάση, αλλά εξακολουθούσαν να βρίσκονταν στην ταράτσα και ότι ουδέποτε, μαζί με την παραπονούμενη, κατέβηκαν κάτω σε οποιοδήποτε μέρος του υπόλοιπου σπιτιού. Ειδικότερα κατά την αντεξέταση του είπε ότι στην βεράντα δεν πήγαν ποτέ. Μάλιστα είπε ότι η υπόλοιπή παρέα τους έβλεπε και μόνο φιλιά έδωσαν. Τούτη η βασική του εκδοχή, ουδέποτε υποβλήθηκε στη παραπονούμενη για να τοποθετηθεί και για αυτό το λόγο και μόνο δεν μπορεί να αξιολογηθεί και να της δοθεί βαρύτητα (βλ. Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ., 551, σελ. 590). Αντιθέτως, εκείνο το οποίο της υποβλήθηκε ήταν ότι όντως είχαν απομονωθεί στην βεράντα και απλώς οι ισχυριζόμενες σεξουαλικές πράξεις δεν έλαβαν χώρα όπως η παραπονούμενη τις περιέγραψε. Ο κατηγορούμενος ενώ παραδέχεται ότι γνώρισε την παραπονούμενη μέσω της παρέας και έβγαιναν έξω όλοι μαζί στα καφέ και μπαρ της οδού Σαριπόλου και μια φορά στον Άγιο Αθανάσιο, όπου διέμενε, όταν η παραπονούμενη πήγε εκεί με την παρέα της, η θέση του ήταν ότι δεν έκαναν οποιεσδήποτε σεξουαλικές πράξεις με την παραπονούμενη, παρά μόνο φιλιά. Στην ανακριτική του κατάθεση, όμως, είχε αναφέρει ότι εκείνο που έκανε στην παραπονούμενη ήταν να της δίνει μόνο φιλιά στο στόμα αλλά και ότι της «έπιανε το κώλο» πάνω από τα ρούχα. Αντεξεταζόμενος περί τούτου, ήταν λακωνικός και ασαφής στις απαντήσεις του. Είπε ότι αυτό δεν γινόταν συχνά και σε ερώτηση πού γινόταν ανάφερε «γενικά». Τη στιγμή που ο κατηγορούμενος προσπάθησε να καταδείξει ότι μόνο μια φορά απομακρύνθηκαν από την υπόλοιπη παρέα, στην οδό Σαριπόλου και ότι μπροστά από τους άλλους δεν έκαναν ποτέ κάτι. Ο κατηγορούμενος ενώ χρησιμοποίησε στην κατάθεση του πληθυντικό αριθμό, κατά την αντεξέταση του είπε ότι μόνο μια φορά βρέθηκε μόνος του με την παραπονούμενη στην οδό Σαριπόλου. Και τελικά, δεν ήταν μόνο φιλιά αλλά και αγγίγματα, όπως παραδέχτηκε. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν σε θέση να καθορίσει το χρόνο που έβλεπε την παραπονούμενη. Είπε σε κάποιο στάδιο ότι τρεις εβδομάδες την γνώριζε και ότι την είδε 6 - 7 φορές και ότι η τελευταία φορά που την είδε ήταν στο πάρτι της Μαριέλλας, χωρίς όμως να είναι σε θέση να καθορίσει, περίπου, πότε αυτό έλαβε χώρα. Η θέση του αυτή, όμως, για τη διάρκεια των επαφών τους δεν υποβλήθηκε στην παραπονούμενη, για να τοποθετηθεί. Επίσης, όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του σε σχέση με τα δαγκώματα στα χείλη της παραπονούμενης και πότε τα έκανε, απάντησε ότι δεν έκανε έτσι πράγμα. Στην συνέχεια, όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με την αναφορά του στην κατάθεση ότι ο μόνος τόπος που την δάγκωσε ήταν στα χείλη την ώρα που την φιλούσε, πράγμα που του έκανε και εκείνη, μεταβάλλει τη θέση του και συμφωνεί ότι μόνο στα χείλη την δάγκωνε χωρίς να είναι σε θέση να δώσει λεπτομέρειες για το πότε αυτό έλαβε χώρα. Αξιοσημείωτο από τη μαρτυρία του είναι η αναφορά του ότι, η παραπονούμενη πέντε λεπτά πριν φύγει από το πάρτι της Μαριέλλας του είπε ότι τον αγαπά και ότι δεν θέλει να τον χάσει ενώ την επόμενη ημέρα λέει ότι τον πήρε τηλέφωνο και του είπε ότι δεν θέλει να έχουν ξανά επαφή και να τον δει ξανά. Δημιουργείται το ερώτημα γιατί η παραπονούμενη να προβεί σε εκείνη την ενέργεια πριν φύγει από το πάρτι, χωρίς να είχε προηγηθεί κάτι; Και πώς τούτο συνάδει τελικά με το γεγονός ότι την επομένη τον παίρνει τηλέφωνο και του λέει ότι δεν θέλει να τον ξαναδεί, όταν σύμφωνα με την εκδοχή του η παραπονούμενη ήθελε να κάνουν σχέση και ο ίδιος δεν ήθελε; Η παραπονούμενη ήταν σαφέστατη και ξεκάθαρη στην χρονική αλληλουχία των γεγονότων και κατηγορηματική ότι ουδέποτε ήθελε να κάνει «σχέση» με τον κατηγορούμενο και ουδέποτε του είπε στο πάρτι της Μαριέλλας αυτά που ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται. Πέραν των πιο πάνω, ο κατηγορούμενος είπε ότι την επόμενη του πάρτι, τον πήραν τηλέφωνο οι φίλοι της παραπονούμενης και του είπαν ότι είδαν μελανιές πάνω στην παραπονούμενη και ζητούσε από εκείνους να δει τις μελανιές, τη στιγμή που λέει ότι ο ίδιος δεν είχε κάνει το ο,τιδήποτε. Προς τι τότε να ζητά να τις δει; Ύστερα είπε ότι η παραπονούμενη είπε στους φίλους της ότι την κτύπησε και είχε μώλωπες και ότι ήθελε να τα δει για να δει αν του λένε αλήθεια. Περαιτέρω, ενώ ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ανάφερε ότι δεν γνωρίζει γιατί η παραπονούμενη τον κατάγγειλε, στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο επιχείρησε να της αποδώσει αλλότριο κίνητρο και συγκεκριμένα ότι ο λόγος που το έκανε ήταν διότι εκείνη ήθελε να κάνει σχέση μαζί του και ο ίδιος δεν ήθελε. Ερωτούμενος να πει γιατί δεν το είχε αναφέρει αυτό στην κατάθεση του, είπε ότι όταν του λαμβανόταν κατάθεση όντως δεν γνώριζε το λόγο της καταγγελίας, ήταν συγχυσμένος ένεκα της καταγγελίας και ότι το σκέφτηκε μετά. Ούτε, όμως, όταν μεταγενέστερα κατηγορήθηκε στο τεκμήριο 8, είχε αναφέρει αυτή την εκδοχή, περιοριζόμενος να πει ότι όλα είναι ψέματα. Σε σχέση με τη μη αναφορά του αυτή έστω στο τεκμήριο 8, που έγινε μεταγενέστερα είπε ότι τα είπε στην Αστυνομία αλλά δεν τα έγραψε. Δεν θυμόταν σε ποια Αστυνομικό τα είπε αλλά, το κυριότερο, είναι ότι ουδέποτε υποβλήθηκε τέτοια θέση στους Αστυνομικούς μάρτυρες της κατηγορούσας αρχής. Είπε, επίσης, ότι δεν διάβασε την κατάθεση του πριν την υπογράψει, τη στιγμή που ο ίδιος χειρόγραφα είχε αναγράψει ότι το έπραξε και συμφωνεί με αυτή. Εν τέλει είπε ότι δεν είπε κάτι τέτοιο στην Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος, παραδέχτηκε ότι τον πήραν τηλέφωνο όλη η παρέα όταν βρίσκονταν στο σπίτι της παραπονούμενης και ισχυρίστηκε ότι η μητέρα της τον απείλησε, προφανώς, είπε, για τούτα που τον κατάγγειλε η παραπονούμενη αλλά ούτε αυτό το ανάφερε στην Αστυνομία για να διερευνηθεί. Θα ήταν λογικό, τη στιγμή που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι δεν είχε κάνει κάτι, να το είχε αναφέρει και αυτό στην Αστυνομία. Αντιθέτως, η θέση του ήταν ότι δεν ανησύχησε και δεν ήθελε να το πει στην Αστυνομία. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και την εντύπωση που αποκομίσαμε από αυτόν κατά την ώρα που κατάθετε ενώπιον μας, κρίνουμε ότι η μαρτυρία του δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο γεγονότων και απορρίπτεται στην ολότητα της. Η μαρτυρία του ήταν σε αρκετά ουσιώδη σημεία ασαφής, γενική και αόριστη ενώ δεν υπάρχει λογική αλληλουχία των γεγονότων που ανάφερε και τούτο, όπως κρίνουμε και έχουμε διαπιστώσει, σε μια προσπάθεια του να μην παρουσιάσει τα πραγματικά γεγονότα. Απορρίπτεται στη ολότητα της ως αναξιόπιστη. Έχοντας υπόψη μας την πιο πάνω αξιολόγηση, τη μαρτυρία η οποία αποτέλεσε κοινό έδαφος των διαδίκων και/ή δεν έτυχε αμφισβήτησης και το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί σε αυτή και εξάξει ασφαλή ευρήματα γεγονότων, τα κάτωθι αποτελούν τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης:
- Η παραπονούμενη, κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν ηλικίας 15 χρόνων (γεννήθηκε στις 14/07/2006) και φοιτούσε την Α΄ τάξη Λυκείου.
- Ο κατηγορούμενος, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, ήταν ηλικίας 19 περίπου χρόνων (γεννήθηκε στις 14/11/2002), γεννήθηκε στη Λεμεσό από γονείς Κούρδους της Συρίας στην καταγωγή και φοίτησε σε ελληνικά σχολεία.
- Το καλοκαίρι του 2021, η παραπονούμενη σε μια έξοδο της με την παρέα της, γνώρισε τον κατηγορούμενο, ο οποίος της άρεσε εμφανισιακά και συνέχιζαν να βγαίνουν όλοι μαζί.
- Την πρώτη μια με μιάμιση εβδομάδα, η συμπεριφορά του ήταν καλή. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος έγινε πολύ νευρικός, άρχιζε να κτυπά τραπέζια, να την βρίζει και να την κτυπά (πάτσους) μπροστά σε κόσμο.
- Κατά τις συναντήσεις της παραπονούμενης με τον κατηγορούμενο, μέσω της κοινής τους παρέας, ο κατηγορούμενος προέβαινε εναντίον της σε σεξουαλικές πράξεις. Συγκεκριμένα, όταν ήταν έξω στα καφέ και μπαρ της οδού Σαριπόλου, ο κατηγορούμενος ζητούσε από την παραπονούμενη να πάνε δήθεν βόλτα και την έπαιρνε σε κάτι στενά, την απομόνωνε και την πίεζε να κάνουν σεξουαλικές πράξεις. Επίσης, οι φίλοι της την έπαιρναν στον Άγιο Αθανάσιο όπου συναντούσε τον κατηγορούμενο ο οποίος την απομόνωνε σε κάτι τούνελς.
- Όταν ήταν μόνοι τους, ο κατηγορούμενος έβγαζε τα ρούχα της παραπονούμενης, την άγγιζε και την δάγκωνε σε όλο της το σώμα και στο γεννητικό της όργανο και στα χείλη. Έβαζε τα δάκτυλα του στο γεννητικό της όργανο και στον πρωκτό και την έβαζε να του κάνει στοματικό έρωτα. Σε όλες τις περιπτώσεις, με διάφορες εκφράσεις στο πρόσωπο της, η παραπονούμενη του έδειχνε ότι δεν ήθελε. Τις περισσότερες φορές που γινόταν έκλαιγε και πολλές φορές αντιδρούσε λέγοντας του «Εν θέλω», τον έσπρωχνε και εκείνος την κτυπούσε.
- Ο κατηγορούμενος ασκούσε βία εναντίον της παραπονούμενης, κτυπώντας την και προκαλώντας της μώλωπες. Την πίεζε να συνεχίσει να τον συναντά διαφορετικά θα έκανε κακό στην ίδια και στην οικογένεια της. Αντιδρούσε στην πιο πάνω συμπεριφορά του με αποτέλεσμα να την κτυπά και η παραπονούμενη να τον φοβάται και να συνεχίζει, μέσω της παρέας της να τον συναντά, παρά το γεγονός ότι δεν ήθελε. Φοβόταν και δεν μπορούσε να το διαχειριστεί.
- Η όλη συμπεριφορά του και οι πιο πάνω αναφερόμενες σεξουαλικές πράξεις εναντίον της γίνονταν κάθε φορά που συναντιόνταν και έλαβαν χώρα αρκετές φορές για περίπου ενάμιση μήνα. Δηλαδή, διήρκεσε μέχρι το τέλος Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου, οπόταν αναγκάστηκε και του είπε ότι δεν θέλει να έχει ξανά επαφή μαζί του.
- Η πιο πάνω απόφαση και ενέργεια της έλαβε χώρα, μετά από ένα επεισόδιο το οποίο έγινε στο σπίτι της φίλης της παραπονούμενης Μαριέλλας, κατά τη διάρκεια ενός πάρτι. Συγκεκριμένα, το πάρτι ήταν στην ταράτσα του σπιτιού της φίλης της, όπου βρίσκονταν όλοι και στα πλαίσια ενός παιχνιδιού, έπρεπε να απομονωθούν. Μετέβηκαν στο κάτω σπίτι και βγήκαν έξω από το σαλόνι, όπου υπήρχε ένα μπαλκόνι. Εκεί ο κατηγορούμενος της κατέβασε τα ρούχα από τη μέση και κάτω και έβγαλε και ο ίδιος τα δικά και την άγγιζε σε όλο της το σώμα, έβαζε τα δάκτυλα του στο γεννητικό της όργανο και στον πρωκτό και του ζητούσε να του κάνει στοματικό. Δηλαδή, έκανε αυτά που συνήθως της έκανε. Ο κατηγορούμενος, όμως, την ημέρα εκείνη επιχείρησε να έχει και ολοκληρωμένη σεξουαλική επαφή με την παραπονούμενη. Η τελευταία, στην προσπάθεια του αυτή «πάγωσε» και δεν ήξερε τί να κάνει και δεν είχε αντιδράσει. Σε κάποια φάση, όμως, βρήκε τη δύναμη και του είπε ότι αν το κάνει θα φωνάξει για να ακούσουν τα υπόλοιπα άτομα και τότε ο κατηγορούμενος σταμάτησε.
- Μετά από τα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος είπε στην παραπονούμενη ότι αυτό που έγινε να μείνει μεταξύ τους διαφορετικά θα έχει συνέπειες, απειλώντας της ουσιαστικά ότι θα κάνει κακό στην ίδια και στην οικογένεια της.
- Η παραπονούμενη την επόμενη μέρα πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο και του είπε ότι δεν θέλει να έχουν ξανά οποιαδήποτε επαφή αλλά δεν ανάφερε ο,τιδήποτε σε κανένα διότι ντρεπόταν και τον φοβόταν.
- Η συμπεριφορά της παραπονούμενης στο σχολείο είχε αλλάξει. Δεν έμπαινε στην τάξη, τα διαλείμματα ήταν μόνη της και κλεινόταν μέσα στις τουαλέτες. Είχε συναντήσεις με την Σύμβουλο του σχολείου, Μ.Κ.1 και μια μέρα, όταν ένοιωσε άνετα και συγκεκριμένα στις 09/11/2021 ζήτησε και την είδε, οπόταν για πρώτη φορά αποκάλυψε την συμπεριφορά του κατηγορούμενου έναντι της και το επεισόδιο που έλαβε χώρα στο σπίτι της φίλης της.
- Η Μ.Κ.1, αφού ενημέρωσε τους γονείς της παραπονούμενης, καθηκόντως ανάφερε το πιο πάνω συμβάν στην Αστυνομία.
- Η παραπονούμενη στα πλαίσια ψυχολογικής αξιολόγησης από την Μ.Κ.7, διαπιστώθηκε ότι τα καταγγελλόμενα περιστατικά συνέτειναν στο να εδραιωθεί η συμπτωματολογία Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, ενώ ταυτόχρονα παρουσίασε επιδείνωση στην κοινωνική απόσυρση, εσωστρέφεια και στα συναισθήματα μοναξιάς, ματαιότητας και έλλειψης κινήτρων για να ζήσει. Η παραπονούμενη κρίθηκε ως έφηβη υψηλού κινδύνου και για επανα - θυματοποίηση και αυτοκαταστροφικότητα και θα ήταν χρήσιμο να λάβει ατομική θεραπεία για ανακούφιση της ενεργής συμπτωματολογίας και να λάβουν συμβουλευτική καθοδήγηση οι γονείς.
- Σημειώνεται ότι η παραπονούμενη ήταν δέκτης διαφόρων τραυματικών γεγονότων μέσα στα χρόνια, όπως οι συχνοί τσακωμοί των γονιών της, εντάσεις και περιστατικά σωματικής βίας με αποτέλεσμα να αντιμετώπιζε συναισθηματικές δυσκολίες.
- Σύμφωνα με την ίδια την παραπονούμενη, σήμερα η κατάσταση της είναι πολύ καλύτερη, νιώθει καλύτερα και συνεργάζεται με την ψυχολόγο της.» Προτού προχωρήσουμε να εξετάσουμε κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την υπόθεση της, κρίνουμε ορθό να ασχοληθούμε με τον ισχυρισμό περί πλημμελούς διερεύνησης της υπόθεσης από την Αστυνομία, ζήτημα το οποίο ο συνήγορος υπεράσπισης εγείρει με την αγόρευση του. Είναι νομολογημένο, ότι σοβαρές παραλείψεις των ανακριτικών αρχών μπορούν να οδηγήσουν σε απαλλαγή ενός κατηγορούμενου (βλ. Μάριος Καππέλος v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 241). Το ερώτημα όμως που προκύπτει σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κατά πόσο οι εν λόγω παραλείψεις άπτονται ή εκτείνονται μέχρι του σημείου που να μπορεί να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν έτυχε δίκαιης δίκης ή απλώς αυτές επηρεάζουν την αποδοχή της εκδοχής της κατηγορούσας αρχής. Είναι ξεκάθαρο επίσης και νομολογημένο ότι το δικαίωμα για δίκαιη δίκη επεκτείνεται και στο στάδιο των ανακρίσεων καθότι η μαρτυρία που η Αστυνομία συλλέγει στο στάδιο αυτό καθορίζει και το πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας και συνδέεται με το δικαίωμα της δίκαιης δίκης (βλ. Panovits v. Cyprus, Aρ. Αιτ. 4268/04, Ημερ. 11/12/2008 και Salduz v. Turkey, Αίτηση Αρ. 36391/02, Ημερ. 27/11/2008 του ΕΔΑΔ και Σκορέλλη κ.α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 101/2013, ημερ. 06/06/2016). Στην Munteanu v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 459 λέχθηκε ότι ο ανακριτής δεν πρέπει να στοχεύει απλώς στην προσαγωγή του υπόπτου στο Δικαστήριο με αποκλειστικό γνώμονα την καταδίκη του αλλά στην ανίχνευση όλων των ουσιωδών γεγονότων ώστε να λάμψει η αλήθεια στην υπόθεση. Για να κριθεί ως μη δίκαιη η δίκη για ένα κατηγορούμενο λόγω των παραλείψεων των διωκτικών αρχών κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης, θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η δράση τους μολύνεται από αλλότρια κίνητρα και ότι οι παραλείψεις αυτές θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση και το βάρος απόδειξης τούτου το φέρει ο κατηγορούμενος στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 23/2013, ημερ. 22/05/2014). O συνήγορος στην αγόρευση του θέτει ως πλημμέλειες το ότι οι ανακριτικές αρχές δεν έκαναν τις απαραίτητες ενέργειες για υπόδειξη του σπιτιού όπου έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό κακοποιητική συμπεριφορά, τη μη υπόδειξη σκηνών στα μπαράκια και στις καφετέριες καθώς και στον Άγιο Αθανάσιο, που σύμφωνα με την παραπονούμενη λάμβαναν χώρα περιστατικά σεξουαλικής κακοποίησης από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρεται στους ισχυριζόμενους από την παραπονούμενη μώλωπες και μαυράδες και στο γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία ιατρική μαρτυρία περί τούτου και καμία άλλη ιατρική μαρτυρία για το ζήτημα της τοποθέτησης των δαχτύλων του κατηγορούμενου στο γεννητικό όργανο και πρωκτό της παραπονούμενης. Έχουμε αναφερθεί ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ανακρίτριας Μ.Κ.4 στα πιο πάνω ζητήματα που θίγει ο συνήγορος και στις εξηγήσεις που έχει δώσει. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η Αστυνομία θα μπορούσε να εξασφαλίσει την εν λόγω μαρτυρία και να προβεί στις πιο πάνω αναφερόμενες από το συνήγορο ενέργειες, δεν μας έχει υποδειχθεί και δεν αναφέρεται πουθενά στην αγόρευση του συνηγόρου, κατά πόσο και με ποιο τρόπο ο κατηγορούμενος επηρεάστηκε δυσμενώς. Σημειώνεται ότι πουθενά στην αγόρευση του ο συνήγορος υπεράσπισης επιρρίπτει αλλότρια κίνητρα στην Αστυνομία και πουθενά δεν εγείρει ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος του κατηγορούμενου σε δίκαιη δίκη. Κατά συνέπεια τα όσα επικαλείται, προφανώς, δεν μπορεί παρά να συνδέονται με το ζήτημα της επαρκούς απόδειξης της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής. Η μαρτυρία, όμως, που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, δεν αφήνει οποιοδήποτε κενό στην απόδειξη της υπόθεσης, έτσι ώστε να μπορούσε να λεχθεί, ότι η μη διενέργεια των πιο πάνω ενεργειών στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να κάνει αποδεκτή τη μαρτυρία της παραπονούμενης, ως ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της αναφέρθηκε ή ότι αυτή αφήνει οποιοδήποτε κενό. Η παραπονούμενη ήταν σαφέσταστη και ξεκάθαρη στην τοποθέτηση της αναφορικά με το χώρο που έλαβε το επίδικο περιστατικό στο σπίτι της φίλης της και εξήγησε γιατί δεν θα μπορούσε κάποιος να έχει οπτική επαφή, χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω μαρτυρία για απόδειξη του γεγονότος αυτού. Επίσης, ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν στο συγκεκριμένο σπίτι, καλεσμένος στο εν λόγω πάρτι θα μπορούσε να δώσει τη δική του εκδοχή για το ζήτημα αυτό. Ουδέποτε το έπραξε και ουδέποτε έδωσε οποιαδήποτε δικαιολογία γι' αυτό. Περαιτέρω, ουδέποτε αμφισβητήθηκε η θέση της παραπονούμενης ότι απέναντι από το συγκεκριμένο μπαλκόνι υπήρχαν χωράφια. Δεν της υποβλήθηκε, επίσης και οποιαδήποτε άλλη αντίθετη εκδοχή. Όσον αφορά τους χώρους που ο κατηγορούμενος κακοποιούσε σεξουαλικά την παραπονούμενη, εκείνο το οποίο παρατηρείται, είναι ότι η παραπονούμενη αναφέρθηκε σε αυτούς κατά τη μαρτυρία της χωρίς να τύχουν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση ή αντικείμενο περαιτέρω διερεύνησης. Ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του, επίσης, δεν αντίταξε οποιαδήποτε συγκεκριμένη θέση για το ζήτημα αυτό. Αντιθέτως, σε κάποιο σημείο κατά τη μαρτυρία του προκύπτει να αποδέχεται ότι στους συγκεκριμένους χώρους συναντιόταν με την παραπονούμενη και ότι πήγαιναν μόνοι τους, αν και περιόρισε την συχνότητα αυτού καθώς και το είδος των σεξουαλικών πράξεων. Όσον αφορά την ιατρική μαρτυρία, δεν μας έχει υποδειχθεί κατά πόσο κατά το χρόνο που έγινε η καταγγελία η Αστυνομία ήταν εφικτό, ακόμη και αν διενεργούσαν ιατρική εξέταση, να εντοπίζονταν μώλωπες. Το ζήτημα της ύπαρξη τέτοιων μωλώπων είναι μέρος της εκδοχής της παραπονούμενης, η οποία αξιολογήθηκε ανωτέρω. Σε σχέση με τις αναφορές περί ιατρικής μαρτυρίας για το ζήτημα των δακτύλων στο γεννητικό όργανο και πρωκτό της παραπονούμενης, ο συνήγορος στην αγόρευση του το συνδέει με την ανεύρεση DNA και τη μη αμεσότητα του παραπονούμενου και όχι με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα. Φαίνεται λογική η εξήγηση ότι κατά το χρόνο της καταγγελίας δεν θα μπορούσε να διαπιστωθεί DNA. Ακόμη όμως και να γινόταν άμεσα η καταγγελία και να γινόταν τέτοια εξέταση, δεν έχει καταδειχθεί ότι το αποτέλεσμα αυτής θα ήταν προς όφελος του κατηγορούμενου, οπόταν σε μια τέτοια περίπτωση θα τίθετο θέμα δυσμενούς επηρεασμού του δικαιώματος του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη (βλ. Δ.Β.Γ.Κ. v Δη