ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α.Χ., Ποινική Υπόθεση αρ. 14089/19, 17/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Συμεωνίδη, Ε.Δ. Ποινική Υπόθεση αρ. 14089/19 Μεταξύ: ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Α.Χ. κατηγορούμενου Ημερομηνία: 17.09.2024 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Μαντζούρας Για κατηγορούμενο: κ. Α. Αργυρού μαζί με κ. Γ. Θεοδώρου ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ) Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 26.02.2019 επιτέθηκε κατά του Χ.Ε. και ότι τον απείλησε με τη φράση «φύε που δαμέ να μεν φέρω όπλο να σε παίξω». Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε συνολικά 2 μάρτυρες, ενώ σειρά γεγονότων δηλώθηκαν από κοινού ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν ως τέτοια. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορούμενου εισηγήθηκε πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο πελάτης του, έτσι ώστε να πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Η εισήγηση εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Κλασσική επί του θέματος απόφαση είναι η Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 ΑΑΔ 133. Ο όρος «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης, δηλαδή, την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, παρά μόνο εξετάζει κατά πόσο αυτή, αντικειμενικά κρινόμενη,
(1)υποστηρίζει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή
(2)κατά πόσο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου. Η αρχή αυτή πηγάζει από το συνταγματικά κατοχυρωμένο τεκμήριο της αθωότητας υπέρ κάθε κατηγορουμένου προσώπου. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, εάν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση, ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει ατέλειες και να συμπληρώσει κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Σε σχέση με το 2ο κριτήριο (πιο πάνω), ως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Παναγιώτου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 191: «Εκτός της περιπτώσεως στην οποία δεν αποδεικνύονται τα ουσιαστικά στοιχεία του αδικήματος και της περιπτώσεως στην οποία η μαρτυρία είναι τόσο ελλιπής και αδύνατη που δεν θα μπορούσε να στηρίξει καταδίκη, [.], η εμβέλεια της αντίφασης στη μαρτυρία ως αναιρούσας την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης είναι περιορισμένη. Το έργο του δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που εδόθη με τη συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το δικαστήριο επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολό της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί.» Παραπέμπω, επίσης, στην κλασσική επί του θέματος, αγγλική απόφαση R. v. Galbraith
(1981)2 All ER 1060 (σελ. 1062). Υπό τις πρίσμα των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, έχω διέλθει του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον μου, έχοντας, παράλληλα, υπόψη μου και τις εισηγήσεις του συνηγόρου της Υπεράσπισης. Συνοπτικά αναφέρω τα εξής: Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ότι στις 26.02.2019, ημερομηνία που τελέστηκε η κηδεία του παππού του, όταν έφθασε έξω από την εκκλησία, μαζί με τη μητέρα του και την αδελφή του, μόλις τους είδε ο πατέρας του, με τον οποίο δεν διατηρούσαν καθόλου καλές σχέσεις και είχαν προηγουμένως διακόψει επικοινωνία για αρκετά χρόνια, τους είπε «επαναστροφή τζαι πίσω». Οι ίδιοι, όμως, αγνόησαν τα λόγια του και προχώρησαν για να σταθμεύσουν και να παρακολουθήσουν την εξόδιο ακολουθία. Αφού επέστρεψαν σπίτι, γύρω στις 18:00 το απόγευμα, ο παραπονούμενος μετέβη, μόνος, με το ποδήλατό του στην οικεία του πατέρα του. Πρόκειται για τριόροφη κατοικία. Στον 1ο όροφο διαμένει ο κατηγορούμενος (αδελφός της συζύγου του πατέρα του) και στο 2ο ο πατέρας του. Σκοπός του ήταν να μιλήσουν και να αποκαταστήσουν τη σχέση τους, εφόσον ο ίδιος επιθυμούσε να έχει το πατέρα του στη ζωή του. Όταν του φώναξε, όμως, να βγει έξω για να μιλήσουν, ο πατέρας του, του είπε ότι δεν τον ξέρει και ότι δεν γνωρίζει ποιος είναι. Τότε, ο κατηγορούμενος βγήκε ξαφνικά στο μπαλκόνι του 1ου ορόφου και του είπε, «φύε που δαμέ να μεν φέρω το όπλο να σε παίξω». Αμέσως και ενόσω ο παραπονούμενος βρισκόταν ακόμη έξω από την οικεία, ο κατηγορούμενος μπήκε στην οικεία του και βγήκε ξανά στο μπαλκόνι με ένα κυνηγετικό όπλο, σημαδεύοντας με αυτό τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος τρομοκρατήθηκε και προσπαθώντας να προστατευτεί, έσπρωξε 2-3 φορές με το αριστερό του χέρι, την πόρτα της εισόδου της οικείας και μπήκε μέσα. Προσπάθησε έτσι να γλιτώσει. Φώναξε «βοήθεια παπά» αλλά όταν κατάλαβε ότι ο πατέρας του δεν θα επενέβαινε, αποφάσισε να φύγει και έφυγε. Αρχικά δεν προχώρησε σε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου, ακούγοντας τη συμβουλή της μητέρας του, η οποία του είπε αφού της εξιστόρησε τα γεγονότα, να μην τον καταγγείλει μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα. Τελικά προχώρησε σε καταγγελία δύο μήνες μετά. Ερωτώμενος σχετικά, ο παραπονούμενος παραδέχτηκε ότι ο κατηγορούμενος είχε υποβάλει προγενέστερα καταγγελία εναντίον του για το συμβάν και ότι ο ίδιος καταδικάστηκε, κατόπιν δικής του παραδοχής, για πρόκληση κακόβουλης βλάβης σε περιουσία στο πλαίσιο άλλης ποινικής υπόθεσης. Η υπό εξέταση καταγγελία υποβλήθηκε στο πλαίσιο διερεύνησης εκείνης της υπόθεσης. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης, προβλήθηκε στο Δικαστήριο το περιεχόμενο ενός ψηφιακού δίσκου, στον οποίο έχει αποθηκευτεί η καταγραφή του ΚΚΠ της οικείας του κατηγορούμενου κατά τον επίδικο χρόνο. Αυτός έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο με τη συγκατάθεση και των δύο πλευρών, για την αλήθεια του περιεχομένου του και έχει σημειωθεί ως Τεκμήριο
- Πρόκειται για άμεση μαρτυρία που δίδει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να παρακολουθήσει τα όσα διαδραματίζονται σε αυτή. Το ΚΚΠ ήταν στραμμένο προς το δρόμο μπροστά από την οικεία του κατηγορούμενου αλλά και στο μονοπάτι που οδηγεί στην είσοδο της οικείας του. Δεν καταγράφονται τα όσα εκτυλίσσονται στο μπαλκόνι του κατηγορούμενου αλλά παρουσιάζονται με ευκρίνεια οι ενέργειες του παραπονούμενου. Το ΚΚΠ δεν έχει καταγραψεί κάποιο ήχο, ώστε να ακούγονται τα όσα λέχθηκαν κατά το επίδικο συμβάν. Ενώ προβαλλόταν το βίντεο, κατά το στάδιο της αντεξέτασης, έπειτα από κάθε ενέργειά του παραπονούμενου, το βίντεο διακόπτετο ώστε να δοθεί η ευκαιρία στον παραπονούμενο να εξηγήσει τις κινήσεις του. Τα αναφερθώ πιο κάτω στο περιεχόμενό του. Η Μ.Κ.2, μητέρα του παραπονούμενου, περιέγραψε και εκείνη τα όσα προηγήθηκαν του συμβάντος. Όταν έφθασαν σπίτι μετά από την κηδεία και τα δυο της παιδιά ήταν αναστατωμένα και έκλαιγαν. Δεν είχε αντιληφθεί ότι ο παραπονούμενος έφυγε από το σπίτι για να επισκεφθεί τον πατέρα του. Το αντιλήφθηκε όταν επέστρεψε ο παραπονούμενος. Όταν, λοιπόν, επέστρεψε, ο παραπονούμενος της είπε ότι ο κατηγορούμενος τον απείλησε με το όπλο και η μάρτυρας «σοκαρίστηκε». Επειδή ήταν, όμως, κουρασμένη και στεναχωρημένη λόγω της δύσκολης ημέρας, δεν τον ρώτησε περισσότερα πράγματα, ούτε ο ίδιος της ανέφερε κάτι περαιτέρω. Του ζήτησε μόνο να μην καταγγείλει το περιστατικό στην αστυνομία μέχρι να ηρεμήσουν τα πράγματα. Η πιο πάνω μαρτυρία, ιδωμένη στο απόγειό της, αρκεί για τη στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων των υπό κρίση αδικημάτων. Νοείται ότι το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αυτό το πρώιμο στάδιο σε εις βάθος αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Για αυτό το λόγο δεν θα προβώ σε αναλυτικότερη περιγραφή της συμπεριφοράς των μαρτύρων κατά την ακροαματική διαδικασία, του καλού ή κακού μνημονικού τους, της αληθοφάνειας των ισχυρισμών τους κ.ο.κ. Εγείρεται, όμως, ζήτημα ως προς το εάν η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει ένα νοητό λογικό Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της. Αυτό, ενόψει των όσων καταγράφονται από το ΚΚΠ, τα οποία προσκρούουν με την εκδοχή που ο παραπονούμενος παρέθεσε στο Δικαστήριο: Η καταγραφή του ΚΚΠ, ήτοι το Τεκμήριο 3, παρουσιάζει τον παραπονούμενο να πλησιάζει την οικεία του κατηγορούμενου, με γοργό βηματισμό, να περιφέρεται στο δρόμο έξω από αυτή στο σημείο που υπήρχαν σταθμευμένα τα αυτοκίνητα των προσώπων που διαμένουν εκεί και με το βλέμμα του προς το σημείο όπου βρίσκονται τα μπαλκόνια της οικείας να φωνάζει κάτι. Η όλη συμπεριφορά του και η γλώσσα του σώματός του δεικνύουν με εμφανή τρόπο ότι ο παραπονούμενος βρισκόταν σε ένταση, πλησίαζε την οικεία με επιθετικό και απειλητικό τρόπο. Η όλη συμπεριφορά του δεν συνάδει με πρόσωπο το οποίο αποσκοπούσε στο να συζητήσει ήρεμα ή να αποκαταστήσει τη σχέση του με τον πατέρα του, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε αρχικά. Έπειτα από λίγο, ο παραπονούμενος προχωρεί προς το μικρό διάδρομο, εντός της αυλής της οικείας που οδηγεί προς την είσοδο του κτιρίου. Συνεχίζει να απευθύνεται με έντονο ύφος προς τα πρόσωπα (ή το πρόσωπο) που βρίσκονταν στο μπαλκόνι. Χωρίς να διαφαίνεται να μεσολάβησε κάτι και ειδικότερα χωρίς οποιαδήποτε αντίδραση φόβου ή αιφνιδιασμού στο πρόσωπό του ή στις κινήσεις του ή προσπάθεια κάλυψης του σώματός του από την κατεύθυνση του μπαλκονιού (ως εύλογα θα αναμένετο εάν κάποιος το σημάδευε με όπλο), παίρνει φόρα και κλοτσά με το πόδι του την πόρτα της οικείας και μπαίνει μέσα. Σημειώνω ότι δίπλα από την είσοδο της οικείας υπάρχει ένας μικρού πλάτους διαχωριστικός τοίχος, ο οποίος, λόγω της τοποθεσίας του, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως κάλυψη από τον παραπονούμενου, σε περίπτωση που απειλείτο από κάποιο όπλο εκείνη τη στιγμή. Εν πάση περιπτώσει, αφού ο παραπονούμενος παίρνει φόρα και κλοτσά την πόρτα, φαίνεται να εισέρχεται σε αυτή και έτσι εξαφανίζεται από το οπτικό πεδίο του ΚΚΠ. Πολύ λίγο αργότερα, ο παραπονούμενος εξέρχεται της οικείας. Παρά το ότι υπήρχε δυνατότητα να διαφύγει από άλλη κατεύθυνση (προς τα δεξιά εξερχόμενος της οικείας, όπου δεν θα ήταν εύκολα εκτεθειμένο το σώμα του σε οποιονδήποτε ενδεχομένως τον σημάδευε με όπλο από το μπαλκόνι), επιλέγει να διασταυρώσει το δρόμο, περνώντας έτσι με τον ίδιο σταθερό βηματισμό (όπως εισήλθε και όχι τρέχοντας), απέναντι από την οικεία και μάλιστα σε κάποια σημεία, στρέφει το κεφάλι πίσω προς την οικεία, αφήνοντας έτσι τον εαυτό του εμφανώς εκτεθειμένο προς οποιονδήποτε τον σημάδευε (σύμφωνα με την εκδοχή του) και για αρκετή, μάλιστα, ώρα. Από απλή παρατήρηση των όσων καταγράφονται στο ΚΚΠ είναι εμφανές ότι οι κινήσεις και οι ενέργειες του παραπονούμενου έρχονται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του ότι ο κατηγορούμενος τον σημάδευε με κυνηγετικό όπλο με αποτέλεσμα ο ίδιος να τρομάξει και να επιχειρήσει να βρει κάλυψη εντός της οικείας, σπάζοντας την πόρτα. Καμία από τις κινήσεις ή αντιδράσεις του, ως αυτές φαίνονται στο βίντεο, δεν παραπέμπουν σε πρόσωπο το οποίο τελούσε υπό απειλή όπλου. Ούτε η επιλογή του να σπάσει την πόρτα, παίρνοντας φόρα και κλοτσώντας την ενώ θα μπορούσε να κρυφτεί πίσω από το διαχωριστικό τοίχο που βρισκόταν δίπλα του, συνάδει με την εκδοχή του. Περαιτέρω, ο τρόπος που έφυγε από τη σκηνή, διασταυρώνοντας με σταθερό βηματισμό το δρόμο απέναντι από το μπαλκόνι, δεν παραπέμπει σε πρόσωπο το οποίο προσπαθούσε να διαφύγει από το σημείο, φοβούμενο τη σωματική του ακεραιότητα και ασφάλεια, ενόψει του ότι είχε μόλις δεχθεί απειλή από πρόσωπο που κρατούσε κυνηγετικό όπλο. Όταν του ζητήθηκε, κατά την αντεξέτασή του, να δώσει απαντήσεις στα εύλογα ερωτήματα που εγείρονται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 σε σχέση με τις ενέργειές του, ο παραπονούμενος δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Η πλειοψηφία των απαντήσεών του ήταν: «δεν θυμάμαι» ή «δεν γνωρίζω». Αυτό σημειώνεται, όχι στο πλαίσιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του, αλλά για να επισημανθεί ότι ο παραπονούμενος, κατά την προβολή του βίντεο, δεν προσέφερε οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία, δυνάμενη να εναρμονίσει την εκδοχή του με τα όσα καταγράφονται στο βίντεο, ώστε αυτές οι εξηγήσεις να γεφυρώνουν την αντίφαση που δημιουργήθηκε και άρα να επιδέχεται το σύνολο της μαρτυρίας του περαιτέρω αξιολόγησης από το Δικαστήριο. Χωρίς να υπεισέρχομαι στη γενικότερη ποιότητα της μαρτυρίας του παραπονούμενου, λοιπόν, κρίνω ότι η εκδοχή των γεγονότων που παρέθεσε εκθεμελιώνεται από τα όσα ανακύπτουν από την καταγραφή του ΚΚΠ, σε τέτοιο βαθμό, που δεν θεωρώ ότι ένα νοητό λογικό Δικαστήριο θα μπορούσε, με οποιονδήποτε τρόπο, να αντιπαρέλθει του περιεχομένου του Τεκμηρίου 3 και να αποδεχτεί την εκδοχή του παραπονούμενου, καταδικάζοντας τον κατηγορούμενο. Νοείται ότι η μαρτυρία της Μ.Κ.2, η οποία δεν ήταν παρούσα κατά το συμβάν και απλώς μετέφερε τα όσα της είχε πει ο παραπονούμενος όταν επέστρεψε στο σπίτι, ακόμη και εάν αξιολογηθεί με θετικό τρόπο, δεν μπορεί να θεραπεύσει την εγγενή αντίφαση που παρατηρείται στην προκειμένη περίπτωση. Η μαρτυρία της στηρίζεται, ουσιαστικά, στη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου ώστε αυτός να χρειάζεται να κληθεί σε απολογία και να προβάλει την Υπεράσπισή του. Συνακόλουθα, αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. [Υπ.] ........... Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο