ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΜΑΚΕΔΟΝΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16711/2022, 12/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Μ. Γ. Λοϊζου, Α.Ε.Δ. Εύη Χαταζήπαπα - Αβραάμ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16711/2022 Mεταξύ: ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v.
- ΜΑΚΕΔΟΝΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
- ΑΝΤΡΙΑ ΜΙΧΑΗΛ ---------- Hμερ.: 12/07/
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Θ. Παπακυριακού. Για την Κατηγορούμενη αρ. 1: κ. Μ. Αρμεύτης. Κατηγορούμενη αρ. 1, παρούσα Π Ο Ι Ν Η Η κατηγορούμενη αρ. 1 (από τώρα και στο εξής η «κατηγορούμενη») έχει κριθεί ένοχη, κατόπιν δικής της παραδοχής (μετά από μερική ακρόαση), στην κατηγορία της Νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3, 4
(1)(α)(iii)
(2)και 5(α), του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/07 (κατηγορία αρ. 5). Οι υπόλοιπες κατηγορίες που η κατηγορούμενη αρ. 1 αντιμετώπιζε και συγκεκριμένα οι κατηγορίες αρ. 1, 2, και 4, οι οποίες αφορούσαν τα αδικήματα της Συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της Εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και της Κλοπής υπό αντιπροσώπου διακόπηκαν από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και αυτή απαλλάχθηκε από αυτές. Η κατηγορούμενη αρ. 2, η οποία, επίσης, αντιμετώπιζε τα αδικήματα της Συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της Εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και της Νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (βλ. κατηγορίες αρ. 1, 3 και 6), απαλλάγηκε μετά από αναστολή της ποινική δίωξης που καταχωρήθηκε από την Γενικό Εισαγγελέα και ακολούθως κατάθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον της κατηγορούμενης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας αρ. 5, αποδίδεται στην κατηγορούμενη ότι μεταξύ Ιουλίου του 2021 και Ιουνίου του 2022 απέκτησε και κατείχε το χρηματικό ποσό των €188,652, ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι τούτο αποτελούσε έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργών αδικημάτων. Πέραν των πιο πάνω και για σκοπούς επιβολής ποινής, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 81 του Κεφ. 155 και κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου, λαμβάνονται υπόψη στην παρούσα, η Ποινική Υπόθεση Αρ.1009/2023 Κακουργιοδικείου Λεμεσού και οι Ποινικές Υποθέσεις Αρ. 6032/2023, 23101/2023, 2008/2019 και 4694/2024, όλες Ε.Δ. Λεμεσού. Στην Υπόθεση Αρ. 1009/2023, η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη στις κατηγορίες της Πλαστογραφίας, κατά παράβαση των Άρθρων 331, 333(α) και 335 και της Κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των Άρθρων 339 και 335 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορίες αρ. 3 και 4) και σε τέσσερις κατηγορίες Νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση των πιο πάνω αναφερόμενων διατάξεων του Νόμου 188(Ι)/2007 (κατηγορίες αρ. 6, 9, 11 και 18). Με βάση τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, αποδίδεται στην κατηγορούμενη ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ του έτους 2019 και 2021, με σκοπό την καταδολίευση κατάρτισε πλαστό έγγραφο, δηλαδή τη βεβαίωση έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας αναφορικά με το ακίνητο με στοιχεία τεμαχίου 3/64, ΦΥΛ/ΣΧ. 0/211-342 που φέρει ημερομηνία 9/11/2021 η οποία βεβαίωση εμφανιζόταν ως να μην είναι στην πραγματικότητα και το έθεσε σε κυκλοφορία. Επίσης, ότι κατά την ίδια πιο πάνω χρονική περίοδο απέκτησε το ποσό των €98,300 ενώ γνώριζε ότι αποτελούσε έσοδο από παράνομες δραστηριότητες. Περαιτέρω, η κατηγορούμενη, μεταξύ του Γενάρη και Απρίλη του 2019, μεταξύ των ετών 2017 και 2019 και μεταξύ Απριλίου και 07/05/2022 απέκτησε τα ποσά των €20,000, €12,000 και €4,200 αντίστοιχα, τα οποία αποτελούσαν έσοδα από παράνομες δραστηριότητες. Στην Υπόθεση Αρ. 6032/2023, η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη κατόπιν δικής της παραδοχής στην κατηγορία της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορία αρ. 7) και συγκεκριμένα ότι μεταξύ του μηνός Ιουλίου 2021 και του μηνός Μαρτίου 2022, απέκτησε και κατείχε το ποσό των €5,640 το οποίο αποτελούσε έσοδο από παράνομες δραστηριότητες. Στην Υπόθεση Αρ. 23101/2023 η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη κατόπιν δικής της παραδοχής στην κατηγορία, επίσης, της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορία αρ. 5) και συγκεκριμένα ότι μεταξύ του μηνών Ιουνίου 2023 και Νοεμβρίου 2023, απέκτησε και κατείχε το ποσό των €29,250 (περιορίστηκε κατά την έκθεση των γεγονότων σε €27,800) το οποίο αποτελούσε έσοδο από παράνομες δραστηριότητες. Στην Υπόθεση 2008/2019 η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη κατόπιν δικής της παραδοχής στην κατηγορία, επίσης, της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (κατηγορία αρ. 3) και συγκεκριμένα ότι στις 02/12/2016, απέκτησε και κατείχε το ποσό των €22,000 το οποίο αποτελούσε έσοδο από παράνομες δραστηριότητες. Τέλος, στην Υπόθεση Αρ. 4694/2024, η κατηγορούμενη κρίθηκε ένοχη, κατόπιν πάλι δικής της παραδοχής, στις κατηγορίες της Εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των Άρθρων 297, 298, 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορία αρ. 2) καθώς επίσης στην κατηγορία της Απάτης, κατά παράβαση των Άρθρων 300 και 20 του ίδιου πιο πάνω Κώδικα. Αποδίδεται στην κατηγορούμενη ότι κατά το έτος 2020 με ψευδείς παραστάσεις και με δόλιο τέχνασμα, ότι δηλαδή θα εξασφάλιζε άδεια για νόμιμη παραμονή στην Κύπρο του ANDREY GRODSKIY από τη Ρωσία, τόσο του ιδίου όσο και της οικογένειας του, απέκτησε το χρηματικό ποσό των €68,000 Τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης των πιο πάνω αδικημάτων, έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την υπεράσπιση. Περιλαμβάνονται δε σε σχετικό έγγραφο το οποίο κατατέθηκε ενώπιον μας. Έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο και λαμβάνονται υπόψη στην ολότητα τους, χωρίς να χρειάζεται η λεπτομερής αναπαραγωγή τους. Αναφερόμαστε στα ουσιώδη μέρη τους, ως κατωτέρω. ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΜΕ ΑΡ. 16711/2022: Η κατηγορούμενη εργαζόταν στην εταιρεία PANVICO CONSULTING LTD (στο εξής «η Εταιρεία») και ήταν η υπεύθυνη για την εκτέλεση των εργασιών της. Στις 23/03/2022 ο Παναγιώτης Θεοδώρου, ο οποίος ανέλαβε τα λογιστικά θέματα των πελατών, διορίστηκε διευθυντής, μέτοχος και γραμματέας της εταιρείας. Αρχές Ιουνίου 2022 ο Θεοδώρου ενημερώθηκε από κάποιο πελάτη της εταιρείας, ότι αυτός αλλά και άλλοι πελάτες που ο ίδιος πήρε στην κατηγορούμενη, της έδωσαν χρήματα για να τους κάνει αιτήσεις για σχέδια της Κυβέρνησης, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Ο Θεοδώρου στις 08/06/22 παραιτήθηκε από την εταιρεία και αντικαταστάθηκε από την Α. Μιχαήλ. Επίσης, κατάγγειλε στην Αστυνομία τα όσα του ανέφερε ο πιο πάνω πελάτης. Η εταιρεία ουσιαστικά, μέσω της κατηγορούμενης, έλεγε στους πελάτες ότι αναλάμβανε να συμπληρώσει τις αιτήσεις πολιτών για σχέδια που κατά καιρούς δημοσίευε η Κυβέρνηση όσον αφορά διάφορα προγράμματα της, όπως ανακαινίσεις σπιτιών, ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών κ.α. του Υπουργείου Εμπορίου, Ενέργειας, Βιομηχανίας και Τουρισμού και του Υπουργείου Εσωτερικών. Η κατηγορούμενη έδινε οδηγίες στις υπαλλήλους της εταιρείας, Ά. Μιχαήλ και Σ. Ευριπίδου ως προς τον χειρισμό των πελατών. Συγκεκριμένα, τους έδωσε ένα μπλοκ αποδείξεων λέγοντας τους με ποιο ποσό θα χρέωναν την κάθε αίτηση, πλέον ΦΠΑ. Τις πλείστες φορές τα χρήματα από τους πελάτες τα εισέπρατταν οι πιο πάνω υπάλληλοι, οι οποίες υπέγραφαν και τις αποδείξεις, αφού η κατηγορούμενη απέφευγε να τις υπογράφει. Τα χρήματα που εισέπρατταν οι υπάλληλοι ουδέποτε τα χρησιμοποίησαν για ίδιον όφελος, αλλά τα παρέδιναν στην κατηγορούμενη. Μερικές φορές εισέπραττε και η ίδια η κατηγορούμενη χρήματα απευθείας από τους πελάτες. Καμία αίτηση δεν προωθήθηκε ούτε κατατέθηκε σε οποιοδήποτε αρμόδιο Τμήμα. Αυτό το κομμάτι το είχε αναλάβει εξ' ολοκλήρου η κατηγορούμενη, η οποία εξηγούσε στους πελάτες τη διαδικασία την οποία, όπως τους έλεγε την έχει κάνει πολλές φορές στο παρελθόν με επιτυχία, με σκοπό να τους καθησυχάσει και να τους δείξει ότι δεν θα έχαναν τα χρήματα τους. Η κατηγορούμενη έλεγε τόσο στις υπαλλήλους της όσο και στους πελάτες, ότι μετά την υποβολή των αιτήσεων στο αρμόδιο τμήμα της Κυβέρνησης, θα παραλάμβαναν σχετική «προέγκριση» και ότι μετά την παραλαβή της ήταν πλέον ζήτημα λίγου χρόνου για να ολοκληρωνόταν η διαδικασία. Σε περιπτώσεις που περνούσε αρκετό διάστημα και οι πελάτες την ρωτούσαν σε ποιο στάδιο βρισκόταν η αίτηση τους, τους έλεγε να μην ανησυχούν, γιατί έλαβαν «προέγκριση» και έτσι η πρώτη φάση προχώρησε. Σύμφωνα με τους αρμόδιους λειτουργούς και των δύο Υπουργείων, δεν υπήρχε το στάδιο της «προέγκρισης», το οποίο η κατηγορούμενη επικαλείτο. Επίσης, η κατηγορούμενη έλεγε στους πελάτες ότι οι αιτήσεις στα Υπουργεία γίνονταν στη βάση διαθέσιμων κενών αιτήσεων, ενώ στην πραγματικότητα η διαθεσιμότητα των σχεδίων του εκάστοτε Υπουργείου εναπόκειτο στο υπόλοιπο διαθέσιμο κονδύλι. Επίσης, σε αρκετές περιπτώσεις, η κατηγορούμενη έλεγε στους πελάτες ότι θα υπέβαλλε αιτήσεις για σχέδια της Κυβέρνησης τα οποία όμως είχαν ήδη κλείσει για την συγκεκριμένη χρονιά. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, η κατηγορούμενη διαβεβαίωνε τους πελάτες ότι θα λάμβαναν το μέγιστο χρηματικό ποσό από τα κονδύλια γεγονός που δεν ευσταθούσε, αφού πολύ σπάνια κάποιος αιτητής λάμβανε όλο το ποσό της χορηγίας. Η ίδια χρησιμοποιούσε δήθεν γνωριμίες σε διάφορους κρατικούς φορείς προκειμένου να πείσει ότι οι αιτήσεις θα ήταν επιτυχείς και παράλληλα για να εξασφαλίσει τη διαφάνεια των ενεργειών της. Στην πραγματικότητα όμως, καμία αίτηση δεν καταχωρήθηκε δεόντως και δεν προωθήθηκε. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι πελάτες βασιζόμενοι στις διαβεβαιώσεις της κατηγορούμενης ότι η αίτηση τους είχε προχωρήσει δεόντως και ότι ήταν σίγουρο ότι θα λάμβαναν στη συνέχεια ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, προέβαιναν σε ανακαινίσεις των σπιτιών τους, με δικά τους έξοδα με αποτέλεσμα να επιβαρύνονταν ακόμη περισσότερο προκαλώντας τους τεράστια οικονομική ζημιά. Ο συνολικός αριθμός των ατόμων που η κατηγορούμενη εξαπάτησε είναι 55 άτομα και το συνολικό ποσό που απέσπασε από τις προαναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις και ενέργειες της, ανέρχεται στις €188,
- Στην ανακριτική της κατάθεση ημερ. 24/06/2022, η κατηγορούμενη πρόβαλε κάποιους ισχυρισμούς, οι οποίοι κατόπιν διερεύνησης τους διαπιστώθηκε ότι ήταν ψευδείς. Από την οικονομική έρευνα που διενεργήθηκε για την κατηγορούμενη δεν εντοπίστηκαν περιουσιακά στοιχεία. ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΜΕ ΑΡ. 1009/23: Η κατηγορούμενη, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2017 και 2019 παρέστησε, ψευδώς, στον Θ. Θεοδώρου ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε η ίδια με αρ. εγγραφής «...292», μάρκας BMW ήταν αυτοκίνητο της προεδρικής φρουράς το οποίο θα έβγαινε προς πώληση. Αυτός της έδωσε σε μετρητά €12.000 για να το αγοράσει, όμως ποτέ δεν του παρέδωσε το αυτοκίνητο. Επίσης, κατά το 2017 η κατηγορούμενη παρουσιάστηκε στο πιο πάνω πρόσωπο ως η ιδιοκτήτρια των 6/8 ενός τεμαχίου και του πρότεινε να πληρώσει για το μερίδιο των 3/8 το χρηματικό ποσό των €145.300, ποσό το οποίο της έδωσε με δύο επιταγές για το συνολικό ποσό των €94.000, ενώ το υπόλοιπο ποσό της το έδωσε σε μετρητά. Από το ποσό των δύο επιταγών που συμπληρώθηκαν στο όνομα της εταιρείας που εργαζόταν η κατηγορούμενη, αυτή έλαβε το ποσό των €47.000 ενώ το υπόλοιπο ποσό των €47.000 το έλαβε άγνωστο πρόσωπο, το οποίο ασκούσε τον έλεγχο της εταιρείας. Η βεβαίωση έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας, την οποία η κατηγορούμενη έδωσε στον Θ. Θεοδώρου το 2021 στην οποία αναγράφονταν τα στοιχεία του ως ο ιδιοκτήτης του μεριδίου που αγόρασε, ήταν πλαστή. Ο ιδιοκτήτης του μεριδίου που η κατηγορούμενη πώλησε στο Θεοδώρου, ήταν η εταιρεία P. HARAKIS LTD και όχι η ίδια. Περαιτέρω,, η κατηγορούμενη σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2018 και 2019, παρέστησε ψευδώς στον M. Poliak, ότι κατέθεσε €20.000 ως εγγύηση στο Υπουργείο Παιδείας για την υπογραφή συμβολαίων εγκατάστασης πορτοπαραθύρων με την εταιρεία του, ενώ αυτό το γεγονός δεν είχε λάβει χώρα. Ο Poliak πιστεύοντας ότι αυτά που του είπε η κατηγορούμενη ήταν αλήθεια, μετέφερε στον τραπεζικό της λογαριασμό της το ποσό των €20.
- Επιπρόσθετα, μεταξύ Απριλίου και 07/05/22 απέσπασε από τον Y. Attar το ποσό των €1.500 λέγοντας του ψευδώς ότι θα του εξασφάλιζε μόνιμη άδεια παραμονής στη Δημοκρατία γι' αυτόν και την οικογένεια του, από τον M. Maaloud απέσπασε το ποσό €350, λέγοντας του ψευδώς ότι θα του ενέγραφε εταιρεία στη Δημοκρατία και από τον F. Ahmed απέσπασε το ποσό των €2.350, λέγοντας του ψευδώς ότι θα εξασφάλιζε μόνιμη άδεια παραμονής στη Δημοκρατία για την αδελφή του. ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΜΕ ΑΡ. 6032/23: Η Παραπονούμενη Φ. Νικολάου το καλοκαίρι του 2021 έδωσε στην κατηγορούμενη το ποσό των €2.000 για να υποβάλει σχετικές αιτήσεις για την εγγραφή της ως κτηνοτρόφου, αλλά και για να την εγγράψει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και στο Φόρο Εισοδήματος. Την καθησύχασε ότι σε περίπτωση απόρριψης των αιτήσεων της, θα της επιστρέφονταν τα χρήματα της. Η κατηγορούμενη της ανέφερε, επίσης, ότι θα μπορούσε να την εγγράψει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις αλλά και στον Φόρο Εισοδήματος ως αυτοεργοδοτούμενη, αλλά αυτό θα κόστιζε επιπλέον €1.
- Η παραπονούμενη της έδωσε για το σκοπό αυτό το ποσό των €500 και σε κατοπινό στάδιο ακόμη €
- Η παραπονούμενη ενημερώθηκε από το γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι εκκρεμεί η αίτηση της ως αυτοτελώς εργαζόμενη, την οποία είχε κάνει στο παρελθόν η ίδια. Σε επικοινωνία της με την κατηγορούμενη, την διαβεβαίωσε ότι την είχε εγγράψει στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Σε συνάντηση που είχε η παραπονούμενη με λειτουργό των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, στην οποία ήταν παρούσα και η κατηγορούμενη, της αναφέρθηκε ότι χρωστούσε χρήματα στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, με την κατηγορούμενη να της αναφέρει ότι θα υποβάλει ένσταση. Σε μικρό χρονικό διάστημα, η κατηγορούμενη ενημέρωσε την παραπονούμενη ότι χρωστούσε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις €10.000, και αφού την ρώτησε αν επιθυμούσε να τις δώσει τα χρήματα για να διευθετήσει την πληρωμή, η τελευταία της έδωσε για το σκοπό αυτό ένα συγκεκριμένο ποσό. Επίσης, της έδωσε το ποσό των €1.500 για να της δημιουργήσει εταιρεία, αφού όπως της είπε θα γλίτωνε χρεώσεις και συνεπώς θα ήταν προς όφελος της. Η κατηγορούμενη από εκείνη την ημέρα και μετά δεν απαντούσε στις κλήσεις της παραπονούμενης ενώ σε μια μικρή επικοινωνία που είχαν, της είπε ότι η εταιρεία της εγκρίθηκε και θα όφειλε στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις €120 μηνιαίως. Το συνολικό ποσό που η κατηγορούμενη απέσπασε από την παραπονούμενη, μέσω ψευδών παραστάσεων, είναι €5.
- ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΜΕ ΑΡ. 23101/23: Η κατηγορούμενη είχε αναφέρει στους παραπονούμενους Γ. Πολυανίδη και Θ.Τσούλφα, ότι θα μπορούσε να μεσολαβήσει όπως η συναυλία που θα διοργάνωναν να γινόταν σε χώρο στη Μουτταγιάκα. Τους ανέφερε, επίσης, ότι για σκοπούς κράτησης του χώρου θα έπρεπε να πλήρωναν €300, ποσό το οποίο της έδωσε ο 2ος παραπονούμενος, χωρίς να λάβει απόδειξη. Σε μεταγενέστερο στάδιο το εν λόγω πρόσωπο της έδωσε και το ποσό των €1.450 για να τους πωλούσε την εταιρεία «QLIME LTD» η οποία θα μετανομαζόταν σε «G.T.D» και θα άλλαζε ο ιδιοκτήτης της. Στη συνέχεια οι παραπονούμενοι πληροφορήθηκαν ότι χώρος που γνώριζαν ότι είχαν κλείσει για τη συναυλία, δεν θα μπορούσε να τους παραχωρηθεί γιατί εκκρεμούσε αγωγή και έτσι έκλεισαν άλλο χώρο με αποτέλεσμα να τους κοστίσει το ποσό των €30.
- Επίσης, από τον Έφορο Εταιρειών πληροφορήθηκαν ότι η εταιρεία δεν άλλαξε όνομα αλλά ούτε και αξιωματούχους. Επιπρόσθετα, μετά που η κατηγορούμενη έπεισε τον 2ο παραπονούμενο ότι θα διευθέτησε το θέμα της απόκτησης Κυπριακής Υπηκοότητας και μετά που της είπε ότι ενδιαφερόταν για την αγορά οικίας, του ζήτησε το ποσό των €25,000 λέγοντας του αν τα έδινε άμεσα, η τιμή της οικίας θα μειωνόταν από €220,000 στις €180,
- Ο 2ος παραπονούμενος πείστηκε και της έδωσε το ποσό των €25,000 όμως η κατηγορούμενη απέφευγε, με διάφορες δικαιολογίες, να του δώσει τα σχετικά έγγραφα ή αποδείξεις από την εταιρεία που έκτιζε την οικία. Η εν λόγω οικία όπως διαφάνηκε στην πορεία ανήκε σε τρίτο πρόσωπο το οποίο ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για την πώληση της. Κατά τον ίδιο χρόνο που ο 2ος παραπονούμενος της έδωσε τις €25,000 της έδωσε και το ποσό των €2,500, μετά που του ανέφερε ότι είχε διασυνδέσεις στην Αρχή Αδειών και θα μπορούσε να βοηθήσει ένα ξάδελφό του για να αποκτήσει επαγγελματική άδεια ταξί. Η κατηγορούμενη μέσω των πιο πάνω ψευδών παραστάσεων της, απέσπασε από αυτούς το συνολικό ποσό των €27.
- ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΜΕ ΑΡ. 2008/19: Ο παραπονούμενος, μετά που η κατηγορούμενη του ανέφερε ότι ο ιδιοκτήτης μίας οικίας ενδιαφερόταν να την πωλήσει επειδή η Τράπεζα θα προχωρούσε με την κατάσχεση της και αφού του είπε ότι είχε πληρεξούσιο έγγραφο από τον ιδιοκτήτη για τη πώληση της, της έδωσε το ποσό που του ζήτησε, δηλαδή, €22,000 σε μετρητά. Οι €10.000, όπως του είπε, αντιπροσώπευε την προκαταβολή και το υπόλοιπο ποσό των €12.000 αφορούσε τα ποσά που ο ιδιοκτήτης χρωστούσε σε λογαριασμούς της Ηλεκτρικής, Φόρο Εισοδήματος και Υδατοπρομήθεια. Παρά τις πιέσεις του παραπονούμενου για την ολοκλήρωση της αγοράς, η κατηγορούμενη προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες δεν το έπραξε. Σε συνάντηση που είχε ο παραπονούμενος με τον ιδιοκτήτη της οικίας τον πληροφόρησε, ότι δεν γνωρίζει την κατηγορούμενη και ούτε έχει υπογράψει πληρεξούσιο. Επίσης, ο δικηγόρος του παραπονούμενου τον πληροφόρησε, ότι η κατηγορούμενη μετέβηκε στο γραφείο του και του ζήτησε χρόνο για να του επιστρέψει τα χρήματα. Η κατηγορούμενη μέσω ψευδών παραστάσεων, απέσπασε από τον παραπονούμενο το συνολικό ποσό των €22.
- ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΜΕ ΑΡ. 4694/24: Κατά το έτος 2020, ο παραπονούμενος, ο οποίος κατάγεται από τη Ρωσία απέστειλε στην κατηγορούμενη όλα τα απαραίτητα έγγραφα που του ζητήθηκαν για την εξασφάλιση άδειας για μόνιμη παραμονή στη Δημοκρατία του ιδίου και της οικογένειας του. Η κατηγορούμενη τον ενημέρωσε ότι για τις 6 αιτήσεις που θα έκανε, θα έπρεπε να πληρώσει €6000, ποσό το οποίο της έδωσε, ενώ με την τελική έγκριση, θα έπρεπε να πληρώσει ακόμη €
- Λίγες μέρες αργότερα, όταν ο παραπονούμενος ρώτησε την κατηγορούμενη για τη διαδικασία έκδοσης διαβατηρίων, αυτή του απάντησε ότι θα στοίχιζε €40,000 για όλα τα μέλη της οικογένειας του. Μετά από μερικές ημέρες, ζητήθηκε από τον παραπονούμενο να μεταβιβάσει σε συγκεκριμένο λογαριασμό, το χρηματικό ποσό των €38,000, κάτι το οποίο ο παραπονούμενος έπραξε. Την επομένη, η μητέρα του παραπονούμενου, προχώρησε σε μεταφορά του ποσού των €24,000 στον τραπεζικό λογαριασμό της κατηγορούμενης. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης, προέκυψε ότι κανένα προγραμματισμένο ραντεβού δεν είχε η κατηγορούμενη στο Τμήμα Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ως ήταν η διαβεβαίωση που είχε δώσει στον παραπονούμενο. Η κατηγορούμενη μέσω ψευδών παραστάσεων, απέσπασε από τον παραπονούμενο το συνολικό ποσό των €68.
- Πέραν των πιο πάνω, αναφέρθηκε από την κατηγορούσα αρχή ότι η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης για σκοπούς μετριασμού της ποινής, αρχικά συμφώνησε με τα γεγονότα που περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων από την κατηγορούμενη, όπως αυτά προβλήθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και παράθεσε την εκδοχή του για τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, με σκοπό τον μετριασμό της σοβαρότητας τους. Πέραν των πιο πάνω, αναφέρθηκε σε νομολογία αναφορικά με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται και τιμωρείται το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τις προσωπικές συνθήκες της κατηγορούμενης, υιοθετώντας την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, με κάποιες διευκρινήσεις, τονίζοντας ότι είναι μητέρα τριών παιδιών, στοιχείο το οποίο θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του, την παραδοχή της, έστω και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και το λευκό της ποινικό μητρώο. Επιπρόσθετα, ζήτησε όπως συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή διέκοψε την ποινική δίωξη της συγκατηγορούμενης της χωρίς να δοθεί εξήγηση, κάτι το οποίο αποτελεί μετριαστικό παράγοντα στα πλαίσια της ίσης μεταχείρισης των παραβατών. Ο συνήγορος, επίσης, αναφέρθηκε στα προβλήματα υγείας τα οποία η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, καταθέτοντας σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά. Αν και αναγνώρισε ότι, το γεγονός ότι λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια επιβολής ποινής στην παρούσα και άλλες υποθέσεις, αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα, ωστόσο, είπε, η ποινή δεν δύναται να διαφοροποιείται δραματικά, παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Ο συνήγορος της κατηγορούμενης, επίσης, ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι αναφορικά με την Υπόθεση Αρ. 4694/24, η κατηγορούμενη δέχτηκε την έκδοση απόφασης εναντίον της στα πλαίσια της Αγωγή Αρ. 891/2023 Ε.Δ. Λεμεσού καθώς και ότι 9 από τους παραπονούμενους στην παρούσα υπόθεση, με σχετικές ένορκες δηλώσεις τους, τις οποίες κατάθεσε στο Δικαστήριο, δηλώνουν ότι δεν υπάρχει απαίτηση ή παράπονο έναντι της κατηγορούμενης. Τέλος, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του και το χρόνο που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται να επιβάλει ποινή. Αναμφίβολα το αδίκημα που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει είναι ιδιαίτερα σοβαρό και αυτό αντικατοπτρίζεται από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Ειδικότερα, σε σχέση με το αδίκημα αυτό, δηλαδή της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στην περίπτωση που πρόσωπο γνώριζε ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος και προβαίνει σε οποιεσδήποτε ενέργειες που περιγράφονται στο άρθρο 4
(1)του Νόμου, ο νομοθέτης προβλέπει ποινή φυλάκισης 14 ετών ή χρηματική ποινή μέχρι €500.000 ή και τις δύο αυτές ποινές και, επιπρόσθετα, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα δήμευσης, αφού ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο Νόμο. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, για σκοπούς προσδιορισμού του είδους και ύψους της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Ως γενική αρχή, επίσης, τα γεγονότα της υπόθεσης μπορούν να επηρεάσουν τη σοβαρότητα ενός αδικήματος (βλ. Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391. Στην υπόθεση Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 298/2018, ημερ. 27.6.2019, επισημάνθηκε ότι το συγκεκριμένο αδίκημα: «..., όπως το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται, συνίσταται στη χρήση/απόλαυση από τον αδικοπραγούντα των καρπών της παρανομίας του. Ό,τι έχει σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απόλαυσε ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα της παράνομης δραστηριότητας του. Είναι αυτή την απόλαυση που έχει στο επίκεντρο του το υπό αναφορά αυτοτελές αδίκημα (...), και αυτό για πρόληψη ή πάταξη της παρανομίας με την πρόβλεψη αυστηρών ποινών αναφορικά με την απόλαυση των καρπών της.» (βλ. επίσης Ευτύχιος Μαληκκίδης v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 40/2015, Ημερ. 25/11/2016). Η σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος δεν αντικατοπτρίζεται μόνο από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή. Δυστυχώς, αποτελεί θλιβερή διαπίστωση, ότι τα τελευταία χρόνια, το οικονομικό έγκλημα βρίσκεται σε έξαρση και θα ήταν αδιανόητο να μην υπάρχει η ενεργός συμμετοχή της δικαιοσύνης στη πάταξη αυτή της φύσης των αδικημάτων, με την επιβολή αυστηρών ποινών (βλ. Sydenham v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 210 και Αστυνομία ν. Βακανά, Ποιν. Έφ. 173/2020, ημερ. 20.5.2021). Η συχνότητα διάπραξής τους, καθιστά το στοιχείο της αποτροπής εντονότερο, στην επιλογή της ποινής. Όπως έχει νομολογηθεί, η ανάγκη για την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου δικαιολογείται όλως ιδιαιτέρως, όπου συγκεκριμένη κατηγορία εγκλημάτων προσλαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις (βλ. Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240). Αποτελεί, επίσης, πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσης αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας,
(2016)2Β Α.Α.Δ 854, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 577 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται, επίσης, ότι ιδιαίτερα σοβαρά είναι και τα υπόλοιπα αδικήματα που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει, στις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη. Τα αδικήματα της πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, στα οποία κρίθηκε ένοχη στην Υπόθεση Αρ. 1009/2023, επισύρουν γενική ποινή φυλάκισης μέχρι τρία χρόνια. Τα δε αδικήματα, στα οποία κρίθηκε ένοχη στην Υπόθεση Αρ. 4694/24 και τα αφορούν την Εξασφάλιση αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και της Απάτης, επισύρουν ποινές φυλάκισης πέντε ετών. Όπως έχει νομολογηθεί τέτοιες συμπεριφορές υπονομεύουν την αξιοπιστία και το κύρος των συναλλαγών και επιβάλλεται η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Παραπέμπουμε στο ακόλουθο απόσπασμα από την Χριστάκης Πίτσιλλος v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 346, όπου ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε τα αδικήματα της πλαστογραφία δελτίων πληρωμής πιστωτικών καρτών, κυκλοφορίας αυτών των εγγράφων και απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις: «Τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά και βρίσκονται σε έξαρση. Είναι αδικήματα που διαπράττονται πολύ εύκολα και υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Η ποινή φυλάκισης είναι αναγκαία, όχι μόνο για να τιμωρηθεί ο παραβάτης, αλλά και για να καταδειχθεί σε όσους σκοπεύουν να αποκομίσουν φθηνό και εύκολο κέρδος ότι απλώς δεν αξίζει τον κόπο. (βλ. Γεν. Εισαγγελέας v. Λεωνίδα Ματθαίου άλλως Μαλέγγου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Α.Α. Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κώστας Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 216).» Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών. Η αποτροπή, ως παράγοντας, ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία, έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη, αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Η δεύτερη αυτή περίπτωση έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή, η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του εγκλήματος και δεύτερον, την αποτροπή, ως μέσο για την καταστολή εγκλημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Οι συνέπειες του εγκλήματος προσμετρούν στον καθορισμό της σοβαρότητάς του (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Στο στάδιο της επιμέτρησης της ποινής, το πρώτιστο καθήκον του Δικαστηρίου είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, στόχος που επιτυγχάνεται μόνο με την αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, του Γ.Μ. Πική, σελ. 3 και Republic ν. Georghiou, 22 C.L.R., 147). Τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας, οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του Νόμου με την επιβολή ανάλογων, σε κάθε περίπτωση, ποινών, ικανών να τιθασεύσουν συμπεριφορές που κινούνται εκτός του πλαισίου του Νόμου, προς όφελος κάθε πολίτη ξεχωριστά, αλλά και της κοινωνίας γενικότερα (βλ. Χρυσάνθου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 19/2016, ημερ. 2.12.2016). Η δέουσα εφαρμογή του Νόμου για το συμφέρον της κοινωνίας αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα, τον οποίο θα πρέπει να έχει υπόψη το Δικαστήριο στην επιλογή του είδους της ποινής και στην επιμέτρηση της έκτασής της. Από την άλλη, οι προσωπικές συνθήκες, η προσωπικότητα και η λειτουργία του παραβάτη στον ιδιαίτερο κοινωνικό χώρο, είναι επίσης σχετικοί παράγοντες. Τα Δικαστήρια, κατά την επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνουν υπόψη ένα ευρύ φάσμα παραγόντων, που συχνά αντικρούονται μεταξύ τους. Πρόκειται για διεργασία στην οποία τα Δικαστήρια διατηρούν κατ' εξοχή διακριτική ευχέρεια, έχοντας ταυτόχρονα υποχρέωση να επιδεικνύουν τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή. Η εξισορρόπηση είναι έργο λεπτό και δύσκολο (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus, ανωτέρω, σελ. 2, 5‑8). Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, στην παρούσα υπόθεση, προέχει το στοιχείο της αποτροπής και η ανάγκη προστασίας της κοινωνίας από πρόσωπα που επιδίδονται σε τέτοιου είδους σοβαρά αδικήματα. Το στοιχείο της αποτροπής είναι έντονο και, προκειμένου τα Δικαστήρια να επιτελέσουν το σημαντικό τους ρόλο στην κοινωνία, αλλά και να στείλουν τα σωστά μηνύματα, οφείλουν να επιβάλλουν, κάτω από τις δοσμένες συνθήκες, αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 74/2020, ημερ. 31.7.2020). Η επικρατούσα κατάσταση επηρεάζει τόσο την επιλογή του είδους της ποινής όσο και το ύψος της. Στρεφόμενοι στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και για σκοπούς καθορισμού της σοβαρότητας τους, λαμβάνουμε υπόψη μας το σύνολο των περιστατικών τα οποία οδήγησαν στην διάπραξη του αδικήματος που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει. Η κατηγορούμενη, κατάφερε σε μια περίοδο ενός περίπου χρόνου να αποκτήσει, μέσω της παρανομίας της και της διάπραξης γενεσιουργών αδικημάτων από 55 συνολικά ανυποψίαστους πολίτες το σεβαστό ποσό των €188,652. Η δράση της ήταν οργανωμένη και συστηματική με απώτερο σκοπό και αποτέλεσμα να επωφεληθεί και/ή απολαύσει το πιο πάνω ποσό. Τα όσα ο συνήγορος ανάφερε, σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες η κατηγορούμενη κατάφερε να αποκτήσει το πιο πάνω ποσό, δεν μπορεί ουσιωδώς να μεταβάλλουν τη σοβαρότητα των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, δεδομένου ότι τούτο προήλθε από την εν γνώση της διάπραξης γενεσιουργών αδικημάτων και γνωρίζοντας, κατά τη λήψη των χρημάτων, ότι δεν μπορούσε να εξασφαλίσει για τους παραπονούμενους τις υπό αναφορά χορηγίες. Η παράνομη νομιμοποίηση κάλυπτε μια σημαντική περίοδο, δηλαδή αυτή του ενός χρόνου περίπου και αφορούσε σε 55 ξεχωριστές περιπτώσεις, ατόμων ανυποψίαστων που είχαν ανάγκη τα χρήματα των επιχορηγήσεων. Η κατηγορούμενη δρούσε με σχέδιο και συντονισμό ενεργειών με σκοπό να αποκτά χρήματα από τις παράνομες δραστηριότητες της. Η δράση της συνεχίστηκε μέχρι και την αποκάλυψη της και την εν τέλει καταγγελία της στην Αστυνομία. Επιβαρυντικό παράγοντα, αποτελεί και το γεγονός ότι στην παρούσα για σκοπούς επιβολής ποινής, λαμβάνονται υπόψη ακόμη πέντε υποθέσεις, στις οποίες αντιμετωπίζει πανομοιότυπες ή συναφείς κατηγορίες όπως στην παρούσα υπόθεση, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν σε διαφορετικές και ξεχωριστές περιόδους. Πέραν του γεγονότος ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και άλλα αδικήματα μπορεί να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2005)2 Α.Α.Δ. 598, Γενικός Εισαγγελέας ν. Cham & άλλων
(1993)2 Α.Α.Δ 129, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 382 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέου
(1994)2 Α.Α.Δ 194) αυτό καταδεικνύει και τη συστηματική και κατ' επανάληψη, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, επίδειξη εγκληματικής συμπεριφοράς από την κατηγορούμενη. Όπως προκύπτει, η κατηγορούμενη ξεκίνησε την εγκληματική της δραστηριότητα από το 2016, αποκτώντας χρήματα από τις παράνομες δραστηριότητες της, οι οποίες στρέφονταν εναντίον διαφορετικών προσώπων και με διαφορετικούς τρόπους κάθε φορά μέχρι και τον Ιούνιο του
- Διαφαίνεται επίσης, ότι παρά την καταχώρηση εναντίον της ποινικών υποθέσεων για τη συμπεριφορά της, αυτή συνέχιζε ακάθεκτη την εγκληματική της δραστηριότητα. Eιδικότερα, η κατηγορούμενη στις 02/12/2016 απέκτησε το ποσό των €22,000 από την παράνομη δραστηριότητα της, ως αναφέρθηκε ανωτέρω στα γεγονότα της Υπόθεσης Αρ. 2008/2023, με θύμα κάποιο Κara Hamoud Ahmad. Κατά το έτος 2020, απέκτησε το ποσό των €68,000 από τον ANDREY GRODSKI, παριστάνοντας του, ψευδώς, ότι θα εξασφάλιζε άδεια για μόνιμη παραμονή στην Κύπρο, τόσο του ιδίου όσο και της οικογένειας του, ως αναφέρθηκε ανωτέρω στα γεγονότα της Υπόθεσης Αρ. 4694/
- Πέραν των πιο πάνω, η κατηγορούμενη, μεταξύ του έτους 2019 - 2021 προβάινοντας σε πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστών εγγράφων, κατάφερε και απέκτησε από το Θεόδωρο Θεοδώρου, το ποσό των €98,300 (βλ. γεγονότα Υπόθεσης Αρ. 1009/2023) ενώ μεταξύ του μηνός Ιουλίου 2021 και Μαρτίου του 2022, απέκτησε, από παράνομες δραστηριότητες το συνολικό ποσό των €5,640 (βλ. γεγονότα Υπόθεσης Αρ. 6032/2023). Η εγκληματική της συμπεριφορά η οποία της απέφερε το πιο πάνω, τελευταίο ποσό, αφορούσε κάποια Φρόσω Νικολάου και έλαβε χώρα σε έξι ξεχωριστές εγκληματικές συμπεριφορές και πράξεις. Τέλος και με βάση τα γεγονότα της Υπόθεσης Αρ. 23101/2023, η κατηγορούμενη απέκτησε το συνολικό ποσό των €27,800, σε μια περίοδο έξι, περίπου μηνών, δηλαδή μεταξύ των μηνών Ιουνίου του 2023 - Νοεμβρίου του 2023, από την επίδειξη εγκληματικής δραστηριότητας εναντίον άλλων δύο προσώπων. Τα πιο πάνω, επαναλαμβάνονται για να καταδείξουν την συστηματική και για μεγάλο χρονικό διάστημα, σε διαφορετικές περιπτώσεις και εναντίον διαφορετικών προσώπων, εγκληματική δραστηριότητα της κατηγορούμενης, κάτι το οποίο αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα. Αξιοσημείωτον είναι και το γεγονός που προαναφαίραμε ότι η κατηγορούμενη συνέχισε απτόητη την εγκληματική της δράση, ακόμα και μετά που υποθέσεις εναντίον της εκκρεμούσαν ή εκδικάζονταν από το Κακουργιοδικείο. Ειδικότερα, προκύπτει ότι ενώ εκκρεμούσε ενώπιον μας η Υπόθεση Αρ. 1009/2023 και είχε ήδη αρχίσει η ακρόαση της παρούσας υπόθεσης, δηλαδή της 16711/2022, η οποία είχε καταχωρηθεί στις 12/09/2022, η κατηγορούμενη συνέχιζε την εγκληματική της δραστηριότητα, όπως προκύπτει από τα γεγονότα της Υπόθεσης Αρ. 23101/
- Συνυπολογίζουμε και το σύνολο των ποσών που η κατηγορούμενη απέκτησε καθόλη τη διάρκεια της εγκληματικής της δραστηριότητας στις υποθέσεις που λαμβάνονται υπόψη, που όπως προκύπτει αυτό ανερχόταν στις €257,
- Πέραν, φυσικά του ποσού που αφορά η παρούσα υπόθεση, ύψους €188,652 που αν προστεθεί ανέρχεται το συνολικό ποσό στις €446,
- Δεν παραγνωρίζουμε, ωστόσο, ότι ποσό €47,000, προκύπτει να το επωφελήθηκε τρίτο πρόσωπο. Η θέση, όμως, ότι μέρος των παράνομων εισπράξεων χρησιμοποιήθηκε για κάλυψη των εξόδων της εταιρείας που λειτουργούσε, δεν μπορεί να λειτουργήσει μετριαστικά. Η κατηγορούμενη απέκτησε τα εν λόγω χρήματα από τις παράνομες δραστηριότητες της και τα χρησιμοποιούσε για σκοπούς δικούς της και για να μπορεί να συνεχίζει, όπως φαίνεται, να διαπράττει γενεσιουργά αδικήματα. Η πιο πάνω συμπεριφορά και εγκληματική δραστηριότητα την οποία η κατηγορούμενη ανέπτυξε και επέδειξε, είναι άκρως απαράδεκτη, σοβαρή και καταδικαστέα και το Δικαστήριο έχει καθήκον και υποχρέωση σε τέτοιες περιπτώσεις να επιβάλλει αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές. Παρά τα πιο πάνω όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, το καθήκον του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής δεν ατονεί (βλ. Κόκκινος v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 135). Η εξατομίκευση της ποινής, όμως, δεν θα πρέπει να εξουδετερώνει ούτε τη σοβαρότητα του εγκλήματος, ούτε το στοιχείο της αποτροπής και να καθιστά αναποτελεσματική την εφαρμογή του Νόμου (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Όμως, όσο και αν η ανάγκη για αποτροπή μειώνει ανάλογα τη δυνατότητα εξατομίκευσης, δεν την καταργεί ως υπαρκτή επιδίωξη (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Προς όφελος της κατηγορούμενης και για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνουμε υπόψη μας την παραδοχή της στο Δικαστήριο. Σημειώνεται ότι η παραδοχή αυτή της κατηγορούμενης, δεν ήταν άμεση και αυτή έλαβε χώρα μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκαν μέχρι εκείνη τη στιγμή 15 μάρτυρες. Σημειώνεται για σκοπούς πληρότητας ότι το κατηγορητήριο περιλάμβανε συνολικά 70 μάρτυρες. Θα λάβουμε υπόψη μας την εν λόγω παραδοχή της κατηγορούμενης, στο στάδιο που αυτή έλαβε χώρα και θα της δώσουμε τη δέουσα βαρύτητα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Χριστάκη Αναστασίου
(2005)2 Α.Α.Δ.125). Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2015, 11/07/2016, «. η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να "μεταφερθεί" στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι' αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής.» (βλ. επίσης, M. C. T. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 222/2020, 14/10/2022). Η παραδοχή, επίσης, έχει περισώσει πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου και έχει συμβάλει στην καταδίκη της κατηγορουμένης (βλ. Χαρτούμπαλος v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 και Γενικός Εισαγγελέας ν Πέτρου, Ποινική Έφεση Αρ. 71/2022, 01/12/2022), αν και η μαρτυρία που κατείχε η κατηγορούσα αρχή ήταν ικανοποιητική στο να οδηγήσει στην καταδίκη της. Λαμβάνουμε υπόψη μας την απολογία και μεταμέλεια της κατηγορούμενης, όπως αυτή εκφράστηκε από το συνήγορο της ενώπιον μας καθώς επίσης το λευκό της ποινικό μητρώο, το οποίο της δίνει την ευχέρεια να αιτείται της επιείκιας του Δικαστηρίου (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Συνυπολογίζουμε ότι 9 από τους παραπονούμενους στην παρούσα υπόθεση δεν έχουν πλέον παράπονο και οποιαδήποτε απαίτηση από την κατηγορούμενη καθώς επίσης, την πρόθεση της κατηγορούμενης, όπως προκύπτει, να αποζημιώσει τους παραπονούμενους στην Υπόθεση Αρ. 4696/2024, με την αποδοχή έκδοσης απόφασης εναντίον της στην σχετική αγωγή. Συνυπολογίζεται το πιο πάνω γεγονός και του αποδίδεται η δέουσα βαρύτητα, υπό τις περιστάσεις (βλ. Αστυνομία v. ΧΧΧ Βακανά (ανωτέρω)). Σημειώνεται, όμως, ότι η πιο πάνω πρόθεση της κατηγορούμενης αφορά ένα μέρος του συνολικού ποσού που απόκτησε από τις παράνομες της δραστηριότητες και ανέρχεται στις €68,000 ενώ για τα υπόλοιπα χρήματα δεν υπάρχει αποζημίωση. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι ακόμη και η πλήρης και άμεση αποζημίωση σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι βαρυσήμαντο στοιχείο (βλ. Καραμανλής v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 248). Το στοιχείο αυτό προσμετρά για να καταδείξει την μεταμέλεια του κατηγορουμένου και μόνο και δεν μπορεί η καταβολή αποζημίωσης από το δράστη στο θύμα να χρησιμοποιείται ώστε να εξαγοράζει την τιμωρία του (π.χ. φυλάκιση) ο δράστης (βλ. Αστυνομία v. ΧΧΧ Βακανά (ανωτέρω) στην οποία έγινε παραπομπή στο σύγγραμμα Επιμέτρηση και Επιβολή Ποινών στο Κυπριακό Νομικό Σύστημα, Α. Καπαρδής και Ηλ. Α. Στεφάνου, σελ. 274, όπου γίνεται παραπομπή σε Αγγλική νομολογία). Αποζημίωση, η οποία σε κάθε περίπτωση, δεν υφίσταται στην παρούσα περίπτωση και δεν φαίνεται, επίσης, η κατηγορούμενη να κατέχει και οποιαδήποτε περιουσία. Προς περαιτέρω εξατομίκευση και μετριασμό της ποινής, υπόψη μας λαμβάνουμε τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες της κατηγορούμενης, όπως αυτές φαίνονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα τέθηκαν και ενώπιον μας από το συνήγορο της. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψη μας ότι η κατηγορούμενη είναι ηλικίας 42 χρόνων, βρίσκεται σε διάσταση με το σύζυγο της από το έτος 2017 και είναι μητέρα τριών παιδιών, ηλικίας 18, 11 και 9 χρόνων. Διαμένει με τα παιδιά της σε οικία στην Μουταγιάκα η οποία είναι στο όνομα του εν διαστάσει συζύγου της. Είναι απόφοιτη Πανεπιστημίου στον Παιδαγωγικό Κλάδο. Εργάστηκε για μικρό διάστημα σε κοινοτικό νηπιαγωγείο και το 2006 λειτούργησε το δικό της μέχρι και το 2018 που προχώρησε στην πώληση του. Στη συνέχεια απασχολήθηκε σε ιδιωτική εταιρεία ως σύμβουλος, ως η ίδια ανάφερε. Σήμερα δεν εργάζεται και ασχολείται με την φροντίδα των παιδιών και της οικίας. Η κατηγορούμενη, βρίσκεται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, όπως αναφύεται από την εν λόγω Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Δεν έχει οποιαδήποτε περιουσία και η οικογένεια δέχεται οικονομική συνεισφορά από την μητέρα της, ύψους €600 για την κάλυψη των βασικών τους αναγκών. Διατηρεί συχνή επικοινωνία με τον εν διαστάσει σύζυγο της για θέματα που αφορούν τα παιδιά τους και ο τελευταίος έχει αναλάβει την πληρωμή των φροντιστηρίων των παιδιών και την προμήθεια τροφίμων για την κάλυψη των βασικών αναγκών της οικογένειας. Η κατηγορούμενη έχει €250,000 δάνειο στην Alpha Bank μη εξυπηρετούμενο στο όνομα της για αγορά χωραφιού, ως η ίδια ανάφερε. Η κατηγορούμενη, ανάφερε ότι το 2009 διαγνώστηκε με σύνδρομο Crohn και παρακολουθείται από ειδικούς και κατά περιόδους λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση της νόσου. Λαμβάνουμε υπόψη μας όλα τα πιο πάνω, θα πρέπει να αναφερθεί όμως, ότι σε σοβαρά αδικήματα τα οποία μάλιστα βρίσκονται σε έξαρση και επιβάλλεται η ανάγκη για αυστηρή και αποτρεπτική ποινή, οι προσωπικές περιστάσεις των κατηγορουμένων είναι ήσσονος σημασίας (βλ. Μάριος Παναγιώτου v. Aστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 540, Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57, Αlarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 11 και Ψύλλος v. Aστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430). Περαιτέρω, στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Σωτηρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 331 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Έχει αποφασιστεί ότι σε σοβαρά αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής και αυστηρής ποινής, οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, ανκαι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται, είναι ήσσονος σημασίας αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας». Έχουμε στρέψει την προσοχή μας και προς το γεγονός ότι η κατηγορούμενη είναι μητέρα τριών παιδιών και τις επιπτώσεις που ενδεχόμενη φυλάκιση θα έχει στα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της κατηγορούμενης και συγκεκριμένα στα παιδιά της, κάτι το οποίο δεν αφήνει αδιάφορο το Δικαστήριο. Όπως μας λέχθηκε από το συνήγορο της κατηγορούμενης, δεν τίθεται θέμα τα παιδιά να μην έχουν πού να διαμείνουν σε περίπτωση επιβολής στερητικής της ελευθερίας της κατηγορούμενης, παρά μόνο ότι μια μακροχρόνια ποινή φυλάκισης θα έχει αρνητική επίδραση γενικά στα παιδιά και το γεγονός ότι υπάρχει ήδη αρνητική επίδραση στη ψυχολογία του μεγαλύτερου παιδιού της. Συνυπολογίζουμε όλα τα πιο πάνω, εντούτοις, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι επιπτώσεις φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328). Περαιτέρω, έχουμε λάβει υπόψη μας και τα προβλήματα υγείας τα οποία η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει και ως αυτά αποκαλύπτονται στα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία τέθηκαν ενώπιον μας. Δεν προκύπτει, όμως, από αυτά ότι τα εν λόγω προβλήματα αποτελούν μια εξαιρετική περίσταση (βλ. Χρύσανθος Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 67/2024, Ημερ. 26/04/2024). Επιπρόσθετα, θα λάβουμε υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα, το γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή, κατά την ημέρα έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, προχώρησε με την διακοπή της ποινικής δίωξης εναντίον της συγκατηγορούμενης της, χωρίς να δοθεί οποιασδήποτε λόγος κατά το στάδιο εκείνο (στις 08/11/2023). Ως προέκυψε, μετέπειτα (στις 14/11/2023), η συγκατηγορούμενη χρησιμοποιήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή, ως μάρτυρας κατηγορίας. Σημειώνεται ότι το κατηγορητήριο εναντίον της είχε καταχωρηθεί στις 12/09/2022. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Μπλακε Ανδρέα Σενέκκη κ.α
(2012)2 Α.Α.Δ. 285, λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το ζήτημα της ίσης μεταχείρισης παραβατών: «Η μη δίωξη συναυτουργού ως αποτέλεσμα άσκησης των εξουσιών που το Σύνταγμα παρέχει στο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, δεν αναιρεί το έγκλημα ούτε και δικαιολογεί απόκλιση από την υποχρέωση επιβολής στους συνεργούς που καταδικάζονται της δέουσας ποινής, επενεργεί όμως ως μετριαστικός της ποινής παράγοντας, γιατί μόνο έτσι μπορεί να μετριασθεί το αίσθημα αδικίας το οποίο αναπόφευκτα προκαλείται από την άνιση μεταχείριση και να προστατευθεί το περί δικαίου αίσθημα. Η περιφρούρηση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ίσης μεταχείρισης που θεμελιώνει την ισότητα των πολιτών ενώπιον του νόμου και κατ' επέκταση της δικαιοσύνης, αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου, καθήκον το οποίο μάλιστα προβάλλει επιτακτικότερα σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, όπου η ενάσκηση από το Γενικό Εισαγγελέα των εξουσιών του, δεν ελέγχεται δικαστικά. (Georghios K. Georghiou a.o. v. The Republic
(1986)2 C.L.R. 109, Κάττου κ.ά. v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498, Καύκαρος κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 51, Δημητρίου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 141 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 236). Πέραν των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας ότι η συγκατηγορούμενη εργαζόταν για λογαριασμό της Κατηγορούμενης, εξέδιδε αποδείξεις και παραλάμβανε χρήματα, χωρίς φυσικά να παραγνωρίζεται ότι, όπως αναφέρθηκε, η ίδια δεν είχε επωφεληθεί από αυτά. Εκείνο το οποίο στην ουσία αναφύεται είναι ότι η συγκατηγορούμενη είχε εμπλοκή και δράση στις παράνομες δραστηριότητες της κατηγορούμενης και η Κατηγορούσα Αρχή την είχε διώξει και την διατηρούσε στο κατηγορητήριο μέχρι και την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οπόταν αποφάσισε την αναστολή της δίωξης της με σκοπό να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει εικασίες ως προς τους λόγους της διακοπής δίωξης ώστε να κρίνει αν αυτή δικαιολογείτο και έτσι να μην μπορεί να τίθεται θέμα αντίληψης του μέσου πολίτη για ευνοϊκή μεταχείριση, οπότε η διακοπή δεν θα επενεργούσε ως μετριαστικός παράγοντας (βλέπε Νικήτα v. Δημοκρατίας
(2012), Ποινική Έφεση 165/2011, ημερομηνίας 20.03.12, Γενικός Εισαγγελέας v. Σατανά κ.α.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257). Ο συνήγορος της κατηγορούμενης, ζήτησε, επίσης, όπως ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Είναι γνωστή η αρχή ότι ο χρόνος είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής και μάλιστα έχει νομολογηθεί, ότι εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες κρίνεται απολύτως αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτη κ.α. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ 355 υποδείχθηκε, ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Περαιτέρω, ο βασικός λόγος για τον οποίο η καθυστέρηση προσμετρά ως ελαφρυντικός παράγοντας είναι διότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου μπορεί να έχουν αλλάξει. Επιπρόσθετα, η αποτίμηση της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προ το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365). Στην παρούσα υπόθεση, δεν παρατηρείται οποιαδήποτε ουσιώδης καθυστέρηση στην διερεύνηση και προώθηση της παρούσας υπόθεσης στο Δικαστήριο από την κατηγορούσα αρχή (βλ. Χαραλαμπίδης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 330). Η καταγγελία έγινε τον Ιούνιο του 2022, η Αστυνομία προχώρησε με τη διερεύνηση της και στις 12/09/2022, η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο, οπόταν παραπέφθηκε στο Κακουργιοδικείο για τις 24/10/
- Πέραν των πιο πάνω, για την μετέπειτα καθυστέρηση, προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι η κατηγορούμενη φέρει σημαντική αν όχι αποκλειστική ευθύνη. Εκτός του γεγονότος ότι η κατηγορούμενη απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες, κάτι το οποίο ήταν δικαίωμα της, στην συνέχεια η υπόθεση αναβαλλόταν κατόπιν, και αιτημάτων δικών της για απάντηση αρχικά μέχρι και τις 28/02/2023, οπόταν και απάντησε. Η υπόθεση ορίστηκε στις 02/05/2023 για ακρόαση, ημερομηνία κατά την οποία αναβλήθηκε για λόγους που αφορούσαν το Δικαστήριο αλλά και κατόπιν αιτήματος αναβολής εκ μέρους της συγκατηγορούμενης. Στις 10/10/2023, που η υπόθεση επαναορίστηκε, αποσύρθηκε ο δικηγόρος της κατηγορούμενης, είχε διοριστεί άλλος δικηγόρος και υποβλήθηκε αίτημα για αναβολή το οποίο εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση τη 01ην/11/
- Κατά την ημερομηνία εκείνη, η κατηγορούμενη ήταν απούσα, λόγω προβλημάτων υγείας, όπως είχε αναφερθεί, εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και η υπόθεση ορίστηκε στις 08/11/
- Στο μεσοδιάστημα και συγκεκριμένα την επομένη μέρα, δηλαδή στις 02/11/2023 εκτελέστηκε το ένταλμα σύλληψης και προσάχθηκε η κατηγορούμενη, παρουσιάζοντας σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά. Η υπόθεση παρέμεινε στις 08/11/2023, οπόταν την ημέρα εκείνη, αφού πρώτα διακόπηκε η ποινική δίωξη εναντίον της συγκατηγορούμενης, άρχισε η ακροαματική διαδικασία, η οποία συνεχίστηκε στις 14/11/2023, 28/11/2023, 29/11/2023, 13/12/2023, 18/12/2023, 18/01/2024, 19/01/
- Την 01ην/02/2024, έγινε αλλαγή απάντησης από την κατηγορούμενη και η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και ποινή σε μεταγενέστερες ημερομηνίες λόγω αιτημάτων της κατηγορούμενης και για να γίνει εφικτό να ληφθούν υπόψη και άλλες υποθέσεις που αντιμετώπιζε, με αποτέλεσμα η υπόθεση να ολοκληρωθεί στις 27/06/
- Είναι λοιπόν προφανές ότι για την προκληθείσα καθυστέρηση η κατηγορούμενη φέρει, σημαντικό μερίδιο ευθύνης. Περαιτέρω, στο μεσοδιάστημα δεν έχει προκύψει να υπήρξε οποιαδήποτε δραματική αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες της κατηγορούμενης και δεν έχει τεθεί ενώπιον μας οποιαδήποτε θέση περί τούτου. Στην βάση των πιο πάνω, θα λάβουμε υπόψη μας το αντικειμενικό γεγονός το οποίο παραμένει και αυτό είναι ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο σχεδόν δύο χρόνων από την διερεύνηση και καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης και θα του δώσουμε τη δέουσα βαρύτητα, υπό τις περιστάσεις. Η καθυστέρηση αυτή, όμως, δεν είναι ικανή να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή φυλάκισης (βλ. Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 45/2019, Ημερ. 03/07/20200). Η φύση του αδικήματος που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει απαιτεί την αυστηρή αντιμετώπιση του. Οι περιστάσεις διάπραξης του, επίσης, καθώς και αυτών των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη, είναι σοβαρές (βλ. Αστυνομία v ΧΧΧ Βακανά (ανωτέρω)). Η καθυστέρηση αυτή θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής και θα παίξει ρόλο στον καθορισμό του ύψους της ποινής και όχι του είδους της. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη μας τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος και τη σοβαρότητα του, συνυπολογίζοντας και το σύνολο των περιστάσεων και σοβαρότητα των αδικημάτων των υποθέσεων που λαμβάνονται υπόψη από την μια και όλα τα ελαφρυντικά της κατηγορούμενης από την άλλη, κρίνουμε ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί. Οποιαδήποτε άλλη ποινή θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους παραβάτες και δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου. Όλα τα πιο πάνω ελαφρυντικά της κατηγορουμένης και ειδικότερα οι προσωπικές της συνθήκες και οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στην οικογένεια και στα παιδιά της, δεν είναι ικανά να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητική της ελευθερίας της κατηγορουμένης. Παρά ταύτα θα ληφθούν σοβαρά υπόψη και θα παίξουν ρόλο στο ύψος της ποινής που θα επιβληθεί. Η νομολογία είναι καθοδηγητική για τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιου είδους αδικημάτων και για το ύψος της ποινής που θα πρέπει να επιβάλλεται, αλλά όχι δεσμευτική καθότι κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποφάσεις του για το ζήτημα της ποινής σχετικά με συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, είναι μόνο ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, καθότι: «Ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ελ Χαπιρ Ναζίπ ν Αστυνομίας (ανωτέρω): «Εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι στο πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.». Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστόδουλος Μαυρουδής v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 112/2021, Ημερ. 19/12/2022, αναφέρθηκε ότι η αναφορά σε μεγάλο αριθμό αποφάσεων δεν συνιστά ουσιαστική καθοδήγηση και ενίοτε αποπροσανατολίζει. Θα πρέπει να επιλέγονται οι υποθέσεις εκείνες όπου τα γεγονότα, στο βαθμό που προσδιορίζουν τη σοβαρότητα του αδικήματος προσομοιάζουν. Και εξυπηρετεί να καταγράφονται οι ουσιαστικές παράμετροι που συνέδραμαν στην ποινή που μνημονεύεται, ώστε να καθίσταται ευχερής η όποια σύγκριση. Στην υπόθεση Σταυρινίδης ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 201/2019, 07/10/2021, ο κατηγορούμενος, διαπράττοντας τα ποινικά αδικήματα της πλαστογραφίας, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και της κλοπής υπό αντιπροσώπου, απέσπασε από τους εργοδότες του, το συνολικό ποσό των €434.886,
- Μετά από παραδοχή του, το Δικαστήριο, για τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, καθώς επίσης και για το ποινικό αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που επίσης του είχε προσαφθεί και παραδέχθηκε, του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 6 ½ χρόνων, στις πιο σοβαρές κατηγορίες της κλοπής υπό αντιπροσώπου και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Έφεση που καταχώρησε εναντίον της ποινής, απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου, ηλικίας 52 ετών και το παιδί του, ηλικίας 22 ετών παρουσίαζε σοβαρή αυτιστική διαταραχή και νοητική στέρηση. Το παιδί αυτό ήταν πλήρως εξαρτημένο από τον εφεσειών. Στην Ανδρονίκου v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 486, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης επτά ετών στον εφεσείοντα, λευκού ποινικού μητρώου, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε αδικήματα κλοπής υπό αντιπροσώπου και συγκάλυψης. Τα αδικήματα διαπράχθηκαν από αντιπρόσωπο εταιρείας, ο οποίος διαχειριζόταν το χαρτοφυλάκιο μετοχών του ταμείου συντάξεων και χορηγημάτων ημικρατικού οργανισμού. Ως αναφέρθηκε, υπήρχε δυνατότητα ανάκτησης σταδιακά έστω ορισμένων ποσών, στα πλαίσια του διατάγματος δήμευσης, που εκδόθηκε μετά την καταδίκη και πριν την επιβολή της ποινής. Στην Ευθυμίου v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 113, γραμματέας συνεργατικού πιστωτικού ιδρύματος έκλεψε από αυτό, μεγάλο χρηματικό ποσό, με τη βοήθεια του εφεσείοντα, ο οποίος διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο στη διάπραξη της κλοπής και καρπώθηκε ποσό, ύψους Λ.Κ.402.
- Μετά από ακροαματική διαδικασία, επιβλήθηκαν σ' αυτόν ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 6 ετών στην κατηγορία για παροχή βοήθειας προς τον γραμματέα της ΣΠΕ προς διάπραξη του αδικήματος της κλοπής από γραμματείς και υπηρέτες και στην κατηγορία της συγκάλυψης. Η έφεση κατά της ποινής απορρίφθηκε. Στην Κουμπαρή v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 215/2018, ημερ. 11.5.2020, η εφεσείουσα καταδικάστηκε, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε εννέα κατηγορίες κλοπής υπό αντιπροσώπου και σε μία κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η ανώτατη συντρέχουσα ποινή των οκτώ ετών που της επιβλήθηκε δεν θεωρήθηκε ως έκδηλα υπερβολική παρά τις προσωπικές της περιστάσεις, δεδομένου του μεγάλου ποσού που αυτή αποκόμισε (€1.975.000) και των συνθηκών παράβασης εμπιστοσύνης που κάλυπταν την έκνομη συμπεριφορά της. Στην υπόθεση Davidescu v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 197/2018, κ. α., 08/07/2019, οι κατηγορούμενοι, διαπράττοντας τα ποινικά αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, της πλαστοπροσωπίας και της μεταβίβασης περιουσίας που αποκτήθηκε με παράνομο τρόπο, απέσπασαν από τα διάφορα θύματα τους, €160.
- Μετά από παραδοχή τους, το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του και άλλους ποινικούς φακέλους του Τ.Α.Ε. της Αστυνομίας, που αφορούσαν εγκληματική δραστηριότητα τους της ίδιας φύσεως, όπου το αποσπασθέν από τα διάφορα πρόσωπα, θύματα τους, ποσό, ήταν συνολικά €149.873,02, τους επέβαλε για τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, καθώς και για το ποινικό αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που επίσης τους είχε προσαφθεί και παραδέχθηκαν, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των έξι χρόνων, που επιβλήθηκε στις πιο σοβαρές κατηγορίες που αφορούσαν τα ποινικά αδικήματα της μεταβίβασης περιουσίας που αποκτήθηκε με παράνομο τρόπο και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Έφεση που καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον της ποινής, απορρίφθηκε. Στην υπόθεση Θεοφάνους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 298/2018, 27/06/2019, ο κατηγορούμενος, διαπράττοντας τα ποινικά αδικήματα της συνομωσίας για διάπραξη κακουργήματος, της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, της κλοπής, της πλαστογραφίας επιταγής και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, μαζί με άλλα δύο πρόσωπα, απέσπασε από την παραπονούμενη το συνολικό ποσό των €571,145 (κατά κάποιο τρόπο, η παραπονούμενη είχε επιστροφή €106.884,82 από εργασίες που έγιναν στην οικία της). Μετά από παραδοχή του, το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του και άλλες δύο υποθέσεις που ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε για συναφή ποινικά αδικήματα, του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των έξι χρόνων, που του επιβλήθηκε στην σοβαρότερη κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η οποία του είχε επίσης προσαφθεί και την οποία παραδέχθηκε. Η έφεση που άσκησε εναντίον της ποινής στο Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίφθηκε. Βλ. επίσης και την υπόθεση Μαύρου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 67/2020, 23/11/2020, η οποία αφορά την ποινή φυλάκισης των 5 χρόνων που επιβλήθηκε, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε ένα εκ των συνωμοτών και συναυτουργών του εν λόγω κατηγορουμένου. Στην Αστυνομία ν. Βακανά (ανωτέρω), ο εφεσίβλητος αντιμετώπισε συνολικά 14 κατηγορίες, μεταξύ αυτών και την κατηγορία της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, αναφορικά με το συνολικό ποσό των €383.304,49 που είχε αποσπάσει. Οι ποινές φυλάκισης 2 ετών με τριετή αναστολή, που του επιβλήθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο, κρίθηκαν ως έκδηλα ανεπαρκείς και αντικαταστάθηκαν με ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 4 ετών. Το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι, ενόψει της καθυστέρησης, θα επέβαλλε ποινές μειωμένες απ' ό,τι κανονικά θα άρμοζε, που θα μπορούσε να είναι, υπό τις περιστάσεις, ακόμη και το όριο της ποινικής δικαιοδοσίας του εκδικάσαντος Δικαστηρίου. Στην Δαυϊδ Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 220/2014, Ημερ. 26/07/2016, επιβλήθηκε κατ' έφεση ανώτατη ποινή φυλάκισης 5 χρόνων στο αδίκημα της Νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στον εφεσείοντα ο οποίος κατά το έτος 2009, μεταξύ των μηνών Απριλίου και Ιουνίου, διέπραξε μεγάλο αριθμό ποινικών αδικημάτων, αποσπώντας, έτσι, μεγάλα χρηματικά ποσά από λογαριασμούς, αλλοδαπού, πελάτη του τραπεζικού ιδρύματος, στο οποίο ο ίδιος εργαζόταν, ως προϊστάμενος καταστήματος. Ξόδεψε δε όλα τα ποσά που απέσπασε, συμποσούμενα σε €274.920,00, Η.Π.Α. $93.550,00 και St £11.700,00 για την πληρωμή χρεών, τα οποία είχε δημιουργήσει κατά την ενασχόληση του με τον τζόγο. Η πράξη αποπληρωμής χρεών από τον εφεσείοντα, με την προαναφερθείσα δραστηριότητα, επαναλήφθηκε δεκαέξι, συνολικά, φορές. Λήφθηκε υπόψη η παραδοχή και το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα, η κακή ψυχική κατάσταση του η οποία συνέβαλε στη διάπραξη των αδικημάτων και οι διευθετήσεις που έγιναν για εξασφάλιση του συνόλου του υπεξαιρεθέντος ποσού καθώς και ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την επιβολή ποινής. Στην υπόθεση Στεφάνου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 18/2020, 01/07/2021, η κατηγορούμενη, διαπράττοντας τα ποινικά αδικήματα της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, απέσπασε από οκτώ διαφορετικά πρόσωπα, το συνολικό ποσό των €101.
- Μετά από παραδοχή της, και αφού το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και αριθμό άλλων ποινικών υποθέσεων που εκκρεμούσαν εναντίον της, τις οποίες είχε επίσης παραδεχθεί, για συναφή ποινικά αδικήματα (που ανέβαζαν το συνολικό αριθμό των θυμάτων σε 31 και το συνολικά αποσπασθέν ποσό σε €159.479,38), καθώς και το γεγονός ότι έκτιε ήδη ποινή φυλάκισης, που της είχε επιβληθεί στο πλαίσιο άλλης ποινικής υπόθεσης για παρόμοια εγκληματική συμπεριφορά (που λογιζόταν ως προηγούμενη καταδίκη), της επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 3 ½ χρόνων. Αυτή, της επιβλήθηκε σε κατηγορία για το ποινικό αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (τις είχαν προσαφθεί κατηγορίες και για αυτό το ποινικό αδίκημα, τις οποίες επίσης παραδέχθηκε). Τις προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης, το Δικαστήριο διέταξε να συντρέχουν και με αυτές που η κατηγορούμενη ήταν ήδη υποκείμενη. Το τελικό αποτέλεσμα, ήταν ότι η κατηγορούμενη θα εξέτιε ποινές φυλάκισης συνολικής διάρκειας πέντε χρόνων και τριών μηνών. Κατ' έφεση, οι ποινές φυλάκισης κρίθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο ως ορθές, έγινε όμως διόρθωση σε ότι αφορούσε την περίοδο μείωσης τους, αναφορικά με την περίοδο που η κατηγορούμενη ήταν υπόδικος, ήτοι, από 29/11/2019 αντί από 27/01/
- Στην υπόθεση Λεμονάρη ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 212/2017, 17/04/2019, ο κατηγορούμενος, διαπράττοντας τα ποινικά αδικήματα της συνομωσίας για την διάπραξη κακουργήματος, της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις, της κατάρτισης και κυκλοφορίας πληρεξουσίου εγγράφου χωρίς εξουσία, της απάτης, της δόλιας συναλλαγής με περιουσία άλλου προσώπου, της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις και της κλοπής υπό αντιπροσώπου, απέσπασε από τον υπερήλικα Άγγλο παραπονούμενο, μόνιμο κάτοικο Κύπρου, το συνολικό ποσό των €509.
- Μετά από ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο του επέβαλε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των πέντε χρόνων, που επιβλήθηκε στις πιο σοβαρές κατηγορίες, περιλαμβανομένης και της κατηγορίας για το ποινικό αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η έφεση που καταχώρισε στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον της ποινής, απορρίφθηκε. Στην υπόθεση Παπαπαύλου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 121/2021, 05/10/2022, ο κατηγορούμενος, διαπράττοντας τα ποινικά αδικήματα της απλής πλαστογραφίας και κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και της συνομωσίας για την διάπραξη κακουργήματος, απέσπασε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Στρατού €150.
- Μετά από ακροαματική διαδικασία, που είχε ως αποτέλεσμα την καταδίκη του από το Δικαστήριο, του επιβλήθηκαν, για τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των τεσσάρων χρόνων, που του επιβλήθηκε στην πιο σοβαρή κατηγορία, που ήταν αυτή για το ποινικό αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, που επίσης του είχε προσαφθεί. Η έφεση που άσκησε στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον της ποινής, απορρίφθηκε. Έχοντας υπόψη μας όλα τα πιο πάνω, επιβάλλεται στην κατηγορούμενη, ποινή φυλάκισης 5,5 ετών, στην κατηγορία αρ.
- Για σκοπούς επιβολής της πιο πάνω ποινής, έχουν ληφθεί υπόψη οι Υποθέσης Αρ. 6032/2023, 23101/2023, 2008/2019 και 4694/2024 Ε.Δ. Λεμεσού καθώς και η Υπόθεση Αρ. 1009/2023, Κακουργιοδικείου Λεμεσού. €200 έξοδα της παρούσας Υπόθεσης, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) .................... Χριστόδουλος Ι. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................... Μιχάλης Γ. Λοϊζου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .................... Εύη Χατζήπαπα - Αβραάμ, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο