← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ. Π., Αρ. Υπόθεσης: 8910/2023, 29/7/2024

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ. Π., Αρ. Υπόθεσης: 8910/2023, 29/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. ​ ​ Μ. Γ. Λοϊζου, Α.Ε.Δ. Ε. Χατζήπαπα - Αβραάμ, Ε.Δ. ​ ​ ​ Αρ. Υπόθεσης: 8910/2023 Mεταξύ: ​​​​ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ​​​​​ ​​​​​ v. Χ. Π. ----------------------------------------------------------------------------------------- Hμερ.: 29/07/2024. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Βαρνάβας. Για τον Κατηγορούμενο : κ. Αλ. Κληρίδης. Κατηγορούμενος: παρών H διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, σε τέσσερις

(4)συνολικά κατηγορίες, οι οποίες αφορούν στα αδικήματα της Σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος έχει κριθεί ένοχος σε δύο
(2)κατηγορίες Σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των Άρθρων 6
(4)(α)(γ)
(7), 14
(1)και 19(γ) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμος του 2014, Ν. 91
(1)/2014 (κατηγορίες αρ. 1 και 2) και σε δύο
(2)κατηγορίες κατά παράβαση των Άρθρων 6
(1)
(7), 14
(1), 19(γ), του ιδίου πιο πάνω αναφερόμενου Νόμου (κατηγορίες αρ. 5 και 6). Οι κατηγορίες αρ. 3 και 4, οι οποίες αφορούσαν αδικήματα, επίσης, Σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού σε άλλες περιπτώσεις από αυτές που αναφέρονται στις κατηγορίες αρ. 1 και 2, διακόπηκαν και αναστάληκαν από τον Γενικό Εισαγγελέα και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω αναφερόμενων κατηγοριών, αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ των ετών 2015 και 2016, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί, ήτοι την ανήλικη Α.Β, γεννηθείσα την 19ην/10/2010, δηλαδή σε δύο περιπτώσεις την άγγιξε στον μηρό, στον γλουτό, στην κοιλιά και στην πλάτη καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής που είχε πάνω στο ανήλικο παιδί (κατηγορίες αρ. 1 και 2). Περαιτέρω, του αποδίδεται ότι κατά την ίδια πιο πάνω χρονική περίοδο, προκάλεσε παιδί, δηλαδή την ανωτέρω αναφερόμενη ανήλικη να γίνει μάρτυρας σεξουαλικών πράξεων. Οι πράξεις αυτές συνίσταντο στο ότι περπατούσε γυμνός και ενώ είχε στύση μπροστά στην εν λόγω ανήλικη (κατηγορίες αρ. 5 και 6). Τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν τις συνθήκες διάπραξης όλων των πιο πάνω αδικημάτων, έχουν εκτεθεί ενώπιον μας από την Κατηγορούσα Αρχή, δεν αμφισβητήθηκαν από τον κατηγορούμενο και τα παραθέτουμε αυτούσια: «
  1. Κατά τα έτη 2015 με 2016, η Α.Β εφεξής ''η παραπονούμενη'' και η αδερφή της, Γ.Α ΜΚ2, έμεναν κάποιες φορές τον μήνα μόνες στο σπίτι του κατηγορουμένου που είναι παππού τους, στη Λεμεσό. Στις 21/11/21, ο ΜΚ4 Δ.Α, πατέρας της παραπονούμενης, ζήτησε από την ΜΚ3, Ε.Α, νονά της παραπονούμενης να μιλήσει μαζί της και να την ρωτήσει αν έγινε κάτι με τον κατηγορούμενο, εφόσον πληροφορήθηκαν για την σύλληψη του κατηγορούμενου σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση ανήλικου. Την ίδια ημέρα ενώ η ΜΚ3 βρισκόταν μόνη με την παραπονούμενη την ρώτησε αν έγινε κάτι το οποίο την πείραξε με τον κατηγορούμενο, όταν στο παρελθόν κατά τα έτη 2015 -2016, πήγαινε στο σπίτι του.
  2. Η παραπονούμενη ανέφερε στη ΜΚ3 ότι ο κατηγορούμενος την άγγιζε λέγοντας της ότι θα μεγαλώσει το στήθος της και ότι θα βγάλει τρίχες στα γεννητικά της όργανα. Η παραπονούμενη της ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος την έπαιρνε στο δωμάτιο του για να της δείξει τα ρούχα του και ακολούθως έβγαζε τα ρούχα του και έμενε με το μποξεράκι ενώ και μια φορά τον είδε γυμνό και είδε το πέος του. Ο κατηγορούμενος της είπε να μην πει σε κανένα τίποτε γιατί θα την κτυπούσε.
  3. Η ΜΚ3 μετέφερε στη μητέρα και στον πατέρα της παραπονούμενης τα όσα της αναφέρθηκαν και οι γονείς προέβησαν σε καταγγελία στην Αστυνομία. Την 22/11/21 μεταξύ των ωρών 1046 -1119 στο Σπίτι του παιδιού στη Λευκωσία, λήφθηκε οπτικογραφημένη κατάθεση από την παραπονούμενη, Α.Β., 11 ετών. Από την οπτικογραφημένη κατάθεση της παραπονούμενης προέκυψαν τα ακόλουθα: Όταν η παραπονούμενη ήταν έξι περίπου ετών, δηλαδή μεταξύ των ετών 2015 με 2016 και ενώ βρισκόταν μόνη με την αδερφή της ΜΚ2, Γ.Α., στο σπίτι του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής που είχε συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις με την παραπονούμενη. Συγκεκριμένα, την κρατούσε σφιχτά από τη μέση και της έλεγε ότι όταν μεγαλώσει θα βγάλει τρίχες και θα μεγαλώσει το στήθος της. Στη συνέχεια την άγγιζε κρατώντας την σφιχτά στο μηρό και την χάιδευε στην κοιλιά και στην πλάτη της, ενώ την άγγιζε τσιμπώντας της και στον γλουτό. Κατά τη διάρκεια των πιο πάνω αγγιγμάτων ο κατηγορούμενος έλεγε στην παραπονούμενη, ''Oι ρε ήντα ωραίο σώμα έσιει η Α.Β. μου ήντα ωραία κολούθκια μικρά''. 4.Όταν συνέβαιναν τα πιο πάνω, η παραπονούμενη ένιωθε άγχος και ήθελε να τρέξει για να φύγει. Τα συγκεκριμένα αγγίγματα γίνονταν σχεδόν κάθε φορά που την άφηναν με την αδελφή της στο σπίτι του κατηγορούμενου οι γονείς της. Ως επίσης προέκυψε από την οπτικογραφημένη κατάθεση, ο κατηγορούμενος έβγαζε τα ρούχα του μπροστά από την παραπονούμενη και την αδερφή της και έμενε μόνο με το εσώρουχο, ενώ σε δύο περιπτώσεις ο κατηγορούμενος έβγαλε και το εσώρουχό του και περπατούσε γυμνός μέσα στο σπίτι σε στύση, καθιστώντας την παραπονούμενη μάρτυρα σεξουαλικών πράξεων. Το εν λόγω λόγω γεγονός σόκαρε την παραπονούμενη, η οποία σε σχέση με το περιστατικό ανέφερε «η πουλλού του ήταν πάνω τζαι πασιά». Η παραπονούμενη με την αδελφή της έλεγαν στον κατηγορούμενο ότι δεν είναι σωστό αυτό το πράγμα που κάνει και να πάει να ντυθεί αλλά αυτός δεν πήγαινε. Τα πιο πάνω περιστατικά, συνέβαιναν όταν η γυναίκα του κατηγορούμενου και τα παιδιά του έφευγαν από το σπίτι και αυτός έμενε σπίτι με την παραπονούμενη και την αδελφή της. Ο κατηγορούμενος έλεγε στην παραπονούμενη να μην πει αυτά που συμβαίνουν στη μητέρα της γιατί θα την δέρει και ότι αυτό πρέπει να μείνει μυστικό που να μην το ξέρει ούτε η αδελφή της αλλά να το ξέρουν οι δυο τους μόνο. 5.Την ίδια ημέρα, 22/11/23 και μεταξύ των ωρών 11:53-12:09 στο Σπίτι του Παιδιού στη Λευκωσία, η ΜΚ10, πήρε οπτικογραφημένη κατάθεση από την ΜΚ2, Γ.Α. αδελφή της παραπονούμενης ηλικίας 10 ετών. Από την οπτικογραφημένη της κατάθεση προέκυψε ότι όταν η ΜΚ2 ήταν στην ηλικία των 5 περίπου ετών, επισκεπτόταν τον κατηγορούμενο με την παραπονούμενη αδελφή της και αυτός έβγαζε την φανέλα του και κλωτσούσε τα σκυλιά του. 6.Από την ψυχολογική αξιολόγηση της παραπονούμενης από την κλινική ψυχολόγο ΜΚ6, Ιωάννα Δρουσιώτου, προέκυψε πως σε σχέση με τα καταγγελθέντα περιστατικά, η παραπονούμενη ένιωθε παραβίαση των σωματικών της ορίων και συναισθηματική λύπη, φόβο, ντροπή, άγχος όμως δεν μπορούσε να αντιδράσει. Περαιτέρω η παραπονούμενη ήθελε να αποκαλύψει στη μητέρα της τι συνέβαινε αλλά δεν το έκανε και αργότερα απώθησε τα συμβάντα από το μυαλό της. 7.Από την ψυχολογική αξιολόγηση της αδελφής της παραπονούμενης ΜΚ2, από την κλινική ψυχολόγο Πετρούλλα Χατζηφώτη, ΜΚ7, προέκυψε πως η έκθεση της ανήλικης ΜΚ2 σε πληροφορίες οι οποίες αφορούσαν τις συγκρουσιακές σχέσεις μεταξύ της οικογένεια της και του κατηγορούμενου, καθώς και η ανάρμοστη συμπεριφορά που ενδεχομένως να εμφάνιζε ο κατηγορούμενος φάνηκε να της δημιουργούσαν το συναίσθημα του θυμού. 8.Στις 21/12/2022 και μεταξύ των ωρών 11:19-11:40 στις Κεντρικές Φυλακές, η ΜΚ10, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο αφού τον ενημέρωσε για την υπόθεση και του έδωσε γραπτώς τα δικαιώματά του. Ο κατηγορούμενος δεν απάντησε σε καμιά ερώτηση αναφέροντας πως ότι έχει να πει θα το πει στο Δικαστήριο. Ακολούθως μεταξύ των ωρών 1142 -1145 κατηγορήθηκε γραπτώς και αφού του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, αυτός απάντησε «Δεν παραδέχομαι».» Πέραν των πιο πάνω, έχει αναφερθεί από τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 15601/2021 Κακουργιοδικείου Λεμεσού και παρουσίασε το ποινικό του μητρώο. Επιγραμματικά, καθότι θα αναφερθούμε κατωτέρω στην πιο πάνω υπόθεση και σημασία της για σκοπούς επιβολής ποινής στην παρούσα, αναφέρουμε ότι σε εκείνη την υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε σωρεία σεξουαλικής φύσεως αδικήματα, στα οποία καταδικάστηκε κατόπιν δικής του παραδοχής στις 23/02/
  4. Του επιβλήθηκαν διάφορες συντρέχουσες ποινές με μεγαλύτερη αυτή των 16 χρόνων η οποία επιβλήθηκε στις κατηγορίες της συνουσίας με νεαρό άνδρα ηλικίας κάτω των 13 χρόνων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον κατηγορούμενο συμφώνησε με την ύπαρξη της πιο πάνω καταδίκης, αλλά αποτέλεσε θέση του ότι δεν θα πρέπει να λογιστεί ως προηγούμενη καταδίκη καθότι αυτή έγινε μετά τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας, θέση με την οποία, επίσης, ασχολούμαστε κατωτέρω. Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, για σκοπούς μετριασμού της ποινής, κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτή αγόρευση στην οποία εκθέτει όλους τους μετριαστικούς παράγοντες τους οποίους, κατά τη θέση του, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του. Έχουμε διεξέλθει με πολλή προσοχή της εν λόγω αγόρευσης του συνηγόρου υπεράσπισης και την λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη, μαζί με τις σχετικές διευκρινήσεις που έχουν γίνει και είναι καταγραμμένες στα πρακτικά. Συνοπτικά, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, κάλεσε το Δικαστήριο όπως λάβει υπόψη του, την άμεση παραδοχή του κατηγορουμένου, όπως αναφέρει, η οποία έγινε αμέσως μετά την τελική τροποποίηση του κατηγορητηρίου ως ένδειξη της απόλυτης αναγνώρισης του λάθους που έχει κάνει και της μεταμέλειας. Τόνισε, τη σημασία που ενέχει μια τέτοια παραδοχή σε αυτού του είδους τις υποθέσεις παραπέμποντας σε σχετική νομολογία. Πέραν των πιο πάνω, ο ευπαίδευτος συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο όπως εκλάβει την εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου ως ενιαία, τόσο σε σχέση με τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, όσο και σε σχέση με τη διάπραξη των αδικημάτων της Ποινικής Υπόθεσης Αρ. 15601/2021 στην οποία έχει ήδη επιβληθεί ποινή την οποία ο κατηγορούμενος εκτίει. Στα πλαίσια αυτά, είπε, και έχοντας υπόψη την αρχή της συνολικότητας, οι ποινές που θα επιβληθούν στην παρούσα θα πρέπει να συντρέχουν μεταξύ τους καθώς επίσης και με τις ποινές που επιβλήθηκαν στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση. Ο συνήγορος ανάφερε ότι η παρούσα υπόθεση υπήρχε κατά το στάδιο που εκκρεμούσε η άλλη υπόθεση στην οποία επιβλήθηκε ποινή και η Κατηγορούσα Αρχή θα μπορούσε να την παρουσιάσει κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα για να μπορεί να γνωρίζει ο κατηγορούμενος. Τα αδικήματα της άλλης υπόθεσης διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 2005 και 2014 ενώ αυτά της παρούσας μεταξύ των ετών 2015 -
  5. Στην άλλη υπόθεση οι κατηγορίες ήταν πολύ πιο σοβαρές από αυτές του παρόντος κατηγορητηρίου και σε περίπτωση που οι ποινές που επιβληθούν στην παρούσα διαταχθεί να εκτιθούν διαδοχικά, θα αποτελούν παράδειγμα εξοντωτικής ποινής. Ο συνήγορος αναφέρθηκε, επίσης, στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, κατά τη θέση του, αφού κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ήταν τέτοιο το μητρώο του. Συνεχίζοντας, είπε ότι απουσιάζουν όλοι οι επιβαρυντικοί παράγοντες οι οποίοι καθορίζονται στο Άρθρο 19 του Νόμου, αναγνωρίζοντας όμως, ότι ο κατηγορούμενος ήταν άτομο της οικογένειας του θύματος. Στρεφόμενος, στις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του τη φύση των σεξουαλικών πράξεων, οι οποίες, όπως είπε, είναι ήπιες σε σχέση με άλλες υποθέσεις, χωρίς ύπαρξη βίας καθώς και την νοητική κατάσταση του κατηγορουμένου σε συνδυασμό με την ηλικία του. Συγκεκριμένα, όπως είπε, παραπέμποντας και σε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για το ζήτημα κατά πόσο ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να παρακολουθήσει δικαστική διαδικασία, η νοητική του ικανότητα είναι μειωμένη, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα μη αντίληψης από τον κατηγορούμενο των πράξεων του. Επιπρόσθετα, ζήτησε όπως ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι με βάση τις ψυχολογικές αξιολογήσεις δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε ψυχική διαταραχή ή ενόχληση, τόσο στην παραπονούμενη όσο και στην αδελφή της σε σχέση με τα συμβάντα. Ο συνήγορος ζήτησε, περαιτέρω, όπως ληφθεί υπόψη ο χρόνος κράτησης του κατηγορούμενου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και να μειωθεί αναλόγως η ποινή που θα επιβληθεί καθώς και το γεγονός ότι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 14 του Νόμου 91
(1)/2014 η ποινή που θα επιβληθεί δεν διαγράφεται και θα είναι ο απόλυτος επηρεασμός στην ζωή του αφού δεν θα μπορεί να έχει λευκό ποινικό μητρώο και δεν θα μπορεί να έχει τις ίδιες επαγγελματικές ελπίδες που είχε. Επίσης, η καταδίκη σε τέτοιου είδους υποθέσεις επιφέρει ένα ισόβιο στίγμα, νομικό και πραγματικό. Πέραν των πιο πάνω, ο συνήγορος του κατηγορουμένου, στη γραπτή του αγόρευση, προβαίνει σε εκτενή αναφορά στις συνθήκες κράτησης στις Φυλακές. Παρόλα αυτά, κατά το στάδιο της αγόρευσης του περιόρισε το ζήτημα αυτό στον υπερπληθυσμό που υπάρχει στις φυλακές, κάτι το οποίο θα πρέπει να συνυπολογιστεί ως μετριαστικός παράγοντας, αφού δημιουργεί δυσμενείς συνθήκες για τον κατηγορούμενο. Όσον αφορά τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ο συνήγορος υιοθέτησε την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Εξέφρασε δε την απολογία του κατηγορούμενου και τέλος προχώρησε και με εισήγηση για αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που ήθελε επιβληθεί. Αναμφίβολα τα αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει είναι ιδιαίτερα σοβαρά και αυτό αντικατοπτρίζεται από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, όταν γίνεται κατά κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω στο παιδί, το άρθρο 6
(4)(α) του Ν.91(Ι)/2014 προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου. Η ίδια ποινή προβλέπεται και στην περίπτωση που το θύμα είναι παιδί το οποίο, κατά την διάπραξη του αδικήματος, ήταν ηλικίας κάτω των δεκατριών
(13)ετών. Σε σχέση με τα αδικήματα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του Άρθρου 6
(1)του Νόμου 91
(1)/2014, προβλέπεται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα
(10)έτη ενώ σε περίπτωση που το παιδί ήταν ηλικίας κάτω των 13 χρόνων, η ποινή αυξάνεται σε ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου (βλ. Άρθρο 6
(7)). Οι προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές συνιστούν ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος και ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία v. Kυριάκου κ.α.
(1990)2 Α.Α.Δ.264, Souilmi v. Aστυνομίας
(1992)2Α.Α.Δ.248, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, διαγράφεται από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής. Η πρόβλεψη από τον Νομοθέτη για ποινικό αδίκημα, ιδιαιτέρως ποινής φυλάκισης, αλλά και το μέγεθος της, δίδουν και το στίγμα του μεγέθους της απαρέσκειας ή και αποστροφής της κοινωνίας για πράξεις ή παραλείψεις, των οποίων, μέσω αυτής, επιδιώκεται η αποτροπή. Όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το ποινικό αδίκημα. Το Δικαστήριο εφαρμόζει το Νόμο, πρέπει να τον εφαρμόζει αποτελεσματικά ώστε οι σκοποί του να επιτυγχάνονται και για αυτό ακριβώς τον λόγο, η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, ως οροθετείται από τον Νομοθέτη και η ανάγκη για αποτροπή, πρέπει να αντανακλώνται και στην ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272). Ως γενική αρχή, επίσης, τα γεγονότα της υπόθεσης μπορούν να επηρεάσουν τη σοβαρότητα ενός αδικήματος (βλ. Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ.
  1. Τα αδικήματα στα οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, απορρέουν από τον Νόμο 91(I)/
  2. Οι σκοποί του και η φιλοσοφία της ποινικοποίησης πράξεων και συμπεριφορών, που, με βάση τις πρόνοιες του, αποτελούν σεξουαλική εκμετάλλευση ή και κακοποίηση παιδιών, σε σχέση και με το ζήτημα της διαμόρφωσης των ποινών από το Δικαστήριο για τα σχετικά ποινικά αδικήματα, εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αστυνομία ν Πατούρη, Ποινική Έφεση Αρ. 51/2020, 03/12/2020, από την απόφαση του οποίου, για σκοπούς επεξήγησης, παραθέτουμε την ακόλουθη περικοπή: «Ο Νόμος 91(Ι)/2014 θεσπίστηκε με σκοπό την καλύτερη εφαρμογή του νομικού γίγνεσθαι αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, η οποία καθιερώθηκε με πράξεις Διεθνών Οργανισμών. Προπαντός, όμως, έγινε προς εναρμόνιση της ημεδαπής νομοθεσίας με πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο συγκεκριμένο τομέα του δικαίου. Από αυτές, ξεχωρίζει, ιδιαίτερα, η Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου, 2011, (η «Οδηγία»), την οποία ο εν λόγω Νόμος έχει, εν πολλοίς, ως πρότυπο. Στο Προοίμιό της, εκτιμάται, διά της αιτιολογικής σκέψεως 1, ότι:- "Η σεξουαλική κακοποίηση και η σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής πορνογραφίας, συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, ειδικότερα των δικαιωμάτων των παιδιών στην προστασία και τη φροντίδα που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους, όπως προβλέπονται στη σύμβαση του 1989 των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης." Ακολούθως, στην αιτιολογική σκέψη 2, εκτιμάται, σύμφωνα με ό,τι διαλαμβάνει το πρόγραμμα της Στοκχόλμης, πως:- "Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες παρέχει σαφή προτεραιότητα στην καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης, της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας." Εμφανώς, η προστασία του παιδιού αναγνωρίζεται από το διεθνές και ημεδαπό δίκαιο ως κοινωνική ανάγκη, πηγάζουσα εκ της εγγενούς φύσεώς του. Στο προοίμιο της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού, κυρωθείσας με τον ομώνυμο Νόμο του 1990, (Ν. 243/1990), αναφέρεται, συναφώς ότι: "..., όπως υποδεικνύεται στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού, 'το παιδί, λόγω της σωματικής και διανοητικής του ανωριμότητας, χρειάζεται ειδική προστασία και φροντίδα, συμπεριλαμβανομένης και της κατάλληλης νομικής προστασίας, τόσο πριν όσο και μετά τη γέννησή του'". Στο επίπεδο, ειδικά, της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, εκτιμάται, στην αιτιολογική σκέψη 12 της Οδηγίας, πως:- "Για τις σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών θα πρέπει να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές." Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχοντας ως πρότυπο τις πιο πάνω αρχές, διαμόρφωσε, ανάλογα, τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται για αδικήματα που εμπίπτουν στον υπό αναφορά τομέα του δικαίου.». Στην Σ. Λ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 155/2019, ECLI:CY:AD:2021:B57, Ημερομηνίας 25/02/2021, αναφέρθηκε και το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Η γενετήσια ελευθερία είναι έκφανση της προσωπικής ελευθερίας. Κάθε ενήλικο πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να τελεί γενετήσιες πράξεις με πρόσωπα που συνειδητά επιλέγει. Οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους. Έχουν μειωμένη δυνατότητα αντίληψης των δικαιωμάτων τους και των συνεπειών των πράξεων τους. Κατ΄ επέκταση δεν έχουν την ωριμότητα να επιλέγουν τους ερωτικούς τους συντρόφους ή τα πρόσωπα με τα οποία θα αναπτύξουν σεξουαλικές δραστηριότητες. Ο πιο πάνω Νόμος έχει στο επίκεντρο του την προστασία των παιδιών. Όσοι διαπράττουν αξιόποινες πράξεις εις βάρος των παιδιών, βρίσκονται αντιμέτωποι με αυστηρές ποινές.» Όπως, περαιτέρω, έχει νομολογηθεί σεξουαλικής φύσεως αδικήματα τιμωρούνται από τα Δικαστήριο με αποτρεπτικές ποινές, τόσο επειδή στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και επειδή προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562). Όπως έχει λεχθεί στην Λευκαρίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 135/14 (σχ. με 138/14), ημερ. 22.11.2016 «Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή. Όταν στρέφονται κατά νεαρών προσώπων, τα οποία δεν έχουν ακόμη ολοκληρωμένη και ορθή αντίληψη για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής ούτε σταθερές δυνάμεις αντίστασης, τα αδικήματα αυτά καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι, παρόλον που ένα νεαρό θύμα μπορεί, φαινομενικά, να είχε συναινέσει, η συμπεριφορά αυτή μπορεί να του προκαλέσει βλάβη, γι' αυτό ακριβώς ο νομοθέτης προνόησε για το συγκεκριμένο αδίκημα (R. v. Perry [2010] 2 Cr. App. R (S) 98).» Πέραν των πιο πάνω, αντλούμε δικαστική γνώση για την συχνότητα με την οποία διαπράττονται σεξουαλικής φύσεως αδικήματα από τις πολλές υποθέσεις που άγονται καθημερινά ενώπιον του Δικαστηρίου. Άλλωστε και η νομολογία έχει αναγνωρίσει ήδη την κατάσταση αυτή τονίζοντας την ανάγκη για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών (βλ. Δημοκρατία ν Χατζηαθανασίου, Ποινική Έφεση Αρ. 20/2021, Ημερομηνίας 19/10/2021. Στην Κ. Α. Μ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 127/2021, Ημερομηνίας 04/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B419, λέχθηκε ότι «.η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα όταν τα θύματα είναι παιδιά ή ανήλικα πρόσωπα, την ανωριμότητα, την ευαισθησία ή και την αδυναμία των οποίων εκμεταλλεύονται οι δράστες για να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές τους ορέξεις». Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση S. J. L. ν Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 129/2021, κ. α., Ημερομηνίας 27/10/2022: «. Αναμφίβολα στις περιπτώσεις όπου συγκεκριμένα αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών για σκοπούς αποτροπής (Abumazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551 και Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 235/2013 και 236/2013, ημερ. 5/10/2016). Μόλις σήμερα μας δόθηκε η ευκαιρία σε άλλη υπόθεση παρόμοιας φύσης (Robert Cionel Clarson ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 38/2022, ημερ. 27/10/2022), ECLI:CY:AD:2022:B411 να τονίσουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία διαπράττονται τέτοια εγκλήματα: "Οι υποθέσεις αυτής της φύσεως και γενικά οι υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων και μάλιστα με θύματα παιδιά δεν βρίσκονται μόνο σε έξαρση, δεν αποτελούν απλώς αδικήματα που δεσπόζουν στο εγκληματικό στερέωμα της Κύπρου, αλλά έχουν πλέον εξελιχθεί σε πρωτοφανή μάστιγα. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί υποχρέωση στα δικαστήρια για επιβολή ιδιαίτερα αποτρεπτικών και συνεπώς αυστηρών ποινών, με αποτέλεσμα οι προσωπικές περιστάσεις να είναι δευτερεύουσας και η εξατομίκευση της ποινής, όσο επιβεβλημένη κι αν είναι, να μην έχει αποφασιστικό ρόλο. Ό,τι έχει σημαίνουσα σημασία είναι η προστασία των παιδιών και των θεμελιακών τους δικαιωμάτων από εγκλήματα αυτής της φύσης, τα οποία συνθλίβουν τον ψυχικό τους κόσμο και εξευτελίζουν την προσωπικότητα τους. [.] Καθοριστική είναι η έντονη ανάγκη αποτροπής και ο τονισμός της αυστηρότητας που απαιτείται σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το έγκλημα αυτής της φύσης. Έγκλημα εναντίον του παιδιού, της κοινωνίας και του πολιτισμού."». Όπως, λοιπόν, προκύπτει από όλα τα ανωτέρω και την νομολογία, σεξουαλικής φύσης αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον παιδιών αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερα αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (βλ. επίσης Δ.Β.Γ.Κ. v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 3/2022, Ημερ. 29/02/2024 και ARR v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 20/2022, Ημερ. 30/04/2024). Ένεκα της ανάγκης για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών οι προσωπικές περιστάσεις σε τέτοιας φύσης αδικήματα, αν και λαμβάνονται υπόψη και έχουν τον ρόλο τους στην επιμέτρηση της ποινής, εντούτοις είναι ήσσονος σημασίας. Εκείνο το οποίο προέχει είναι η αυστηρή τιμωρία. Στην Γ.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 178/2017, ημερ. 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457 λέχθηκε ότι «Η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας». Σε σχέση με τον ύψος των επιληφθεισών ποινών σε τέτοιους είδους υποθέσεις, εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Άντληση καθοδήγησης μπορεί να γίνει από το Εγχειρίδιο "Sexual Offences Definitive Guideline" του Sentencing Council, ("Definitive Guideline") του Ηνωμένου Βασιλείου, έχοντας όμως υπόψη ότι η προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης βάσει του Άρθρου 6
(4)(α) του Νόμου 91
(1)/2014 είναι κατά πολύ χαμηλότερη και καθορίζεται στα 14 χρόνια ενώ η μέγιστη ποινή στο πιο πάνω δικό μας Άρθρο και για τα αδικήματα τα οποία κρίθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος είναι η δια βίου φυλάκιση (Αστυνομία v. Πατουρή (ανωτέρω)). Το Άρθρο 19 του Νόμου 91
(1)/2014, επίσης, καθορίζει συγκεκριμένες επιβαρυντικές περιστάσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκδίκαση τέτοιας φύσεως αδικημάτων, μεταξύ των οποίων, είναι ο κατηγορούμενος να έχει καταδικαστεί προηγουμένως για παρόμοια αδικήματα και να είναι μέλος της οικογένειας του θύματος. Στρεφόμενοι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνουμε υπόψη όλες τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων ως ανωτέρω αναφέρονται στα γεγονότα. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψη τη φύση των σεξουαλικών πράξεων του κατηγορούμενου έναντι της παραπονούμενης, οι οποίες συνίσταντο σε αγγίγματα πάνω από τα ρούχα και συγκεκριμένα στο μηρό, στην κοιλιά και τσιμπίματα στο γλουτό. Επίσης, αφορούσε χαϊδεμα στην στην πλάτη, κάτω από τα ρούχα, όπως έχει διευκρινιστεί. Επιπρόσθετα, ο κατηγορούμενος κατέστησε την παραπονούμενη μάρτυρα σεξουαλικών πράξεων, αφού σε δύο περιπτώσεις αυτός περπατούσε γυμνός και σε στύση. Δεν παραγνωρίζουμε την μειωμένη νοητική ικανότητα του κατηγορούμενου, την οποία επικαλέστηκε ο συνήγορος του κατηγορούμενου, παραπέμποντας σε προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17/11/2023, στην οποία, κατόπιν αιτήματος της υπεράσπισης, κρίθηκε η ικανότητα του κατηγορούμενου να παρακολουθήσει την παρούσα διαδικασία. Όπως προέκυψε ο κατηγορούμενος είναι άτομο με γνωστικές αδυναμίες, οι οποίες εμπίπτουν στην οριακή νοητική λειτουργικότητα. Διευκρινίζεται ότι δεν αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης ότι ο κατηγορούμενος δεν αντιλαμβανόταν τις πράξεις του ένεκα της πιο πάνω νοητικής του κατάστασης. Λαμβάνεται υπόψη η πιο πάνω νοητική κατάσταση του κατηγορούμενου και συνυπολογίζεται, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται ότι ο ίδιος έλεγε στην παραπονούμενη να μην αναφέρει οτιδήποτε σε κανένα για τις πράξεις του αυτές, αντιλαμβανόμενος το μεμπτό αυτών. Επιβαρυντικό παράγοντα στην παρούσα αποτελεί το γεγονός ότι οι πιο πάνω σεξουαλικές πράξεις στρέφονταν εναντίον της παραπονούμενης, στην οικία του κατηγορούμενου, όπου αυτή παρέμενε κάποιες φορές το μήνα μόνη της μαζί με την αδελφή της. Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ο βιολογικός παππούς της ανήλικης και αντί αυτός να παράσχει σε αυτή κάθε δυνατή προστασία και θαλπωρή, στην τρυφερή ηλικία στην οποία βρισκόταν, προέβαινε εναντίον της στις εν λόγω σεξουαλικές πράξεις, καταχρώμενος την θέση εμπιστοσύνης και επιρροής που είχε. Υπόψη μας λαμβάνουμε, επίσης, τη χρονική περίοδο κατά την οποία λάμβαναν χώρα οι πιο πάνω σεξουαλικές πράξεις του κατηγορούμενου έναντι της παραπονούμενης, στην παρουσία και της αδελφής της. Περαιτέρω, ιδιαίτερα επιβαρυντικός παράγοντας στην παρούσα είναι και η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονουμένης. Ο κατηγορούμενος σήμερα είναι ηλικίας 61 χρόνων ενώ όταν άρχισε η έκνομη συμπεριφορά του κατά το έτος 2015 εναντίον της παραπονούμενης ήταν στην ηλικία των 52 ετών ενώ εκείνη στην ηλικία των 6, περίπου ετών, δηλαδή υπήρχε μια διαφορά 46 περίπου χρόνων (βλ. Ν.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 184/2015, Ημερ. 13/02/2018), ECLI:CY:AD:2018:B72. Η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορούμενου, η σχέση που υπήρχε μεταξύ του και του θύματος σε συνδυασμό με την μεγάλη διαφορά ηλικίας του, μόνο αποστροφή και απαξία δημιουργεί και επιβάλλει την πρόσδοση αποτρεπτικότητας στην ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί. Πέραν των πιο πάνω και για σκοπούς περαιτέρω διαβάθμισης της σοβαρότητας των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, συνυπολογίζεται και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος απειλούσε την ανήλικη να μην αποκαλύψει την έκνομη συμπεριφορά του γιατί θα την «δέρει» και ότι αυτό θα πρέπει να παραμείνει το μυστικό τους. Συνολικά ειδωμένα και αποτιμούμενα τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, είναι σοβαρά και καταδικαστέα. Ο κατηγορούμενος κακοποιούσε σεξουαλικά την εγγονή του η οποία ήταν σε μια πολύ νεαρή και τρυφερή ηλικία, κατά το χρόνο που αυτή διέμενε στην οικία του αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες των πράξεων του. Αν και δεν έχει προκύψει από την ψυχολογική αξιολόγηση η ανήλικη να παρουσίασε οποιοδήποτε μετατραυματικό στρες ή οποιαδήποτε ψυχολογική διαταραχή ένεκα των πράξεων του κατηγορούμενου, εντούτοις δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η παραπονούμενη ένοιωθε παραβίαση των σωματικών της ορίων και συναισθηματική λύπη, φόβο, ντροπή, άγχος, όμως δεν μπορούσε να αντιδράσει. Περαιτέρω, η παραπονούμενη ήθελε να αποκαλύψει στη μητέρα της τι συνέβαινε αλλά δεν το έκανε και αργότερα απώθησε τα συμβάντα από το μυαλό της. Αντικειμενικά τέτοιες πράξεις και ενέργειες απολήγουν, σε πλήγμα της προσωπικότητας του θύματος και του ψυχικού του κόσμου, χωρίς να χρειάζεται σχετική μαρτυρία περί τούτο (βλ. Blackstone΄s, Criminal Practice, Έκδοση 2009, σελ. 3109 και Μηνά ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 228/18, ημερ. 16.3.2020), ECLI:CY:AD:2020:B102. Όπως έχει λεχθεί στην Σ. Π. ν. Αστυνομίας,
(2014)2 Α.Α.Δ. 468: «Η αμαύρωση και σπίλωση της παιδικής ψυχικής αθωότητας αποσυνθέτει τον χαρακτήρα του παιδιού σε βαθμό που αποστερείται της φυσιολογικής ζωής.». Τέτοιου είδους συμπεριφορές οι οποίες διαπράττονται σε βάρος ανήλικων παιδιών δεν μπορεί να γίνουν ανεκτές και εκείνο το οποίο προέχει είναι η αυστηρή τιμωρία και η αποτροπή. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να προστατέψει τα δικαιώματα των παιδιών, να διαφυλάξει την υγιή ανάπτυξη τους και να προστατέψει τον ψυχικό τους κόσμο καθώς και την αξιοπρέπεια τους. Σε ότι αφορά την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν θα πρέπει η καταδίκη του κατηγορούμενου στην Ποινική Υπόθεση με αρ. 15601/2022 να προσμετρήσει ως προηγούμενο στην επιβολή της ποινής, για τον λόγο ότι τα αδικήματα της παρούσας υπόθεσης έλαβαν χώρα πριν από την ημερομηνία επιβολής ποινής με την οποία καταδικάστηκε, αυτή δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Απόλυτα σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι η υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286). Στην εν λόγω υπόθεση τέθηκε ως θέμα αρχής, ότι εάν η διάπραξη αδικήματος λάβει χώρα πριν τη διάπραξη δεύτερου αδικήματος, η δε καταδίκη για το πρώτο αδίκημα ολοκληρώθηκε πριν τη δεύτερη καταδίκη, τότε η καταδίκη αυτή αποτελεί προηγούμενο που μπορεί να προσμετρήσει στην επιβολή της ποινής στη μεταγενέστερη υπόθεση. Στην προκείμενη περίπτωση, τα υπό τιμωρία αδικήματα διαπράχθηκαν, σύμφωνα με τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, κατά τα έτη 2015 - 2016. Τα αδικήματα της Ποινικής Υπόθεσης με αρ. 15601/21 διαπράχθηκε μεταξύ της περιόδου 2005 - 2014 και ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε στις 23.02.2022, πριν δηλαδή, την καταδίκη στην παρούσα υπόθεση. Στα πλαίσια αυτά σαφώς η προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου στην υπόθεση αρ. 15601/2021 αποτελεί προηγούμενο και για τον λόγο αυτό θα την λάβουμε υπόψη (βλ. επίσης Νίκη Τσιάκα v. Δημοκρατίας κ.α.
(2011)2 Α.Α.Δ. 282). Η σημασία των προηγούμενων καταδικών έγκειται στο γεγονός ότι η ύπαρξη τους τείνει να μειώσει σε κάποιο βαθμό ανάλογα με τον αριθμό, το χρόνο και τη φύση των αδικημάτων, την επιείκεια που μπορεί να επιδείξει το Δικαστήριο, αφού αποτελούν κυρίως ένδειξη της στάσης του κατηγορούμενου προς την τήρηση των Νόμων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1 και Κλείτος Κλεοβούλου v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ 17). Στην Κλεοβούλου v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 7/18, Ημερ. 26/09/2018, σε σχέση με τις προηγούμενες καταδίκες, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εν προκειμένω ελήφθη υπόψη η σωρεία προηγούμενων καταδικών τις οποίες έχει εις βάρος του ο εφεσείων, που αφορούσαν παρόμοια αδικήματα, καταδίκες στις οποίες κάθε φορά λαμβάνετο υπόψη και μεγάλος αριθμός άλλων παρόμοιων επίσης υποθέσεων. Βέβαια η αναφορά σε προηγούμενες καταδίκες δεν έχει την έννοια ότι ένας κατηγορούμενος τιμωρείται για δεύτερη φορά. Η προηγούμενη όμως εγκληματική συμπεριφορά, αφενός επηρεάζει το βαθμό επιείκειας που το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει και, αφετέρου αποτελεί ένδειξη της όλης στάσης και της έλλειψης σεβασμού του κατηγορούμενου έναντι του νόμου (Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, Περικλέους ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397). Ροπή ενός δράστη στο έγκλημα και μάλιστα συγκεκριμένου τύπου αναδεικνύει την ιδιαίτερη ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής.» Θα προσμετρήσουμε στην επιβολή της ποινής την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου, ως ένδειξη τη στάσης του προς τους νόμους. Επίσης, προκύπτει από την εν λόγω καταδίκη ότι ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε για παρόμοιας φύσης αδικήματα, δηλαδή αδικήματα σεξουαλικής φύσεως, ιδιαίτερης σοβαρότητας, όπως προκύπτει από την απόφαση της ποινής, η οποία τέθηκε ενώπιον μας. Περαιτέρω, τα αδικήματα εκείνα διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 2005 - 2014 ενώ αυτά της παρούσας ακολούθησαν, δηλαδή έλαβαν χώρα κατά τα έτη 2015 -
  1. Θα λάβουμε υπόψη μας όλα τα πιο πάνω και την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου, στοιχείο το οποίο περιορίζει και το βαθμό επιείκιας που μπορεί να επιδειχθεί. Η επιβολή της ποινής αποτελεί πολύ λεπτό έργο του Δικαστηρίου και η δικαστική διεργασία για την επιμέτρηση της δεν είναι εύκολη. Απαιτείται εξισορρόπηση του γενικού συμφέροντος της δικαιοσύνης από τη μια και της εξατομίκευσης της ποινής στα πλαίσια του συγκεκριμένου παραβάτη από την άλλη (βλ. Κωνσταντίνος Λευκαρίτης κ.α. v. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 135/2014 και 138/2014). Παρά τα πιο πάνω και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και την ανάγκη που υπάρχει για αυστηρή αντιμετώπιση τους, η υποχρέωση του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, ώστε η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας πραγματικά υπόψη, όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν, δεν ατονεί. Η εξατομίκευση της ποινής όμως σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν μπορεί εξουδετερώνει τα στοιχεία εκείνα που σχετίζονται με τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος και την ανάγκη, ως και προελέχθη, για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου προς προστασία των παιδιών ειδικά και της κοινωνίας γενικότερα (βλ. Κ. Χ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 272/2017, 26/09/2019, ECLI:CY:AD:2019:B397, Γ. Α. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 178/2017, 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, Αστυνομία ν Πατούρη (ανωτέρω) και A. D. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 177/2021, 16/03/2022), ECLI:CY:AD:2022:B
  2. Προς όφελος του κατηγορούμενου και για σκοπούς μετριασμού της ποινής, λαμβάνουμε υπόψη μας την παραδοχή του στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, η οποία έλαβε χώρα πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Αυτή έλαβε χώρα μετά τη διακοπή από την Κατηγορούσα Αρχή άλλων κατηγοριών, ως αναφέρθηκε ανωτέρω. Θα δώσουμε τη δέουσα βαρύτητα στην παραδοχή του κατηγορούμενου, η οποία αποτελεί και ένδειξη μεταμέλειας στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ανδρέου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2015, 11/07/2016: «. η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να "μεταφερθεί" στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι' αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής.» (βλ. επίσης, Okmelashvili ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 146/2020, Ημερ. 22/12/2021 και M. C. T. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 222/2020, Ημερ. 14/10/2022), ECLI:CY:AD:2022:B
  3. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι η παραδοχή σε τέτοιου είδους υποθέσεις αποκτά αυξημένη σημασία. Στην Γ. Α. ν Δημοκρατίας Ποινική Έφεση Αρ. 178/2017, 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457 λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Η παραδοχή ακριβώς υποδηλώνει την αντίληψη του δράστη για το κακό που διέπραξε. Σε περιπτώσεις δε όπως η παρούσα έχει ως αποτέλεσμα να μην υποβληθεί ένα παιδί στην τραυματική εμπειρία της δίκης, όσο προσεκτική και αν είναι η αντιμετώπισή του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του. Τότε είναι που θα μπορούσε ο εφεσείοντας με ψυχική και συνειδησιακή ταπείνωση έναντι του παιδιού, του οποίου την προσωπικότητα εξευτέλισε και τραυμάτισε ενεργώντας συστηματικά σε μια μακρά περίοδο χρόνου, να επικαλεστεί έμπρακτη μεταμέλεια και μειωμένη ανάγκη για ειδική αποτροπή. Η παρατήρηση βεβαίως αυτή δεν αναφέρεται στο αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου να μην παραδεχθεί ενοχή το οποίο, όπως ορθά παρατήρησε το Κακουργιοδικείο, δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας, αλλά στο ότι ένας κατηγορούμενος, ιδιαίτερα υπό τέτοιες περιστάσεις όπου η μη παραδοχή δεν περιορίστηκε στη νομική πτυχή αλλά είχε ως αποτέλεσμα να κληθεί ως μάρτυρας η ανήλικη, δεν μπορεί να τύχει της επιείκειας που θα εδικαιούτο εάν εξέφραζε εξ αρχής πλήρη και έμπρακτη μεταμέλεια.». (βλ. επίσης, Αστυνομία ν Πατούρη (ανωτέρω), Γενικός Εισαγγελέας ν Σ. Σ., Ποινική Έφεση Αρ. 202/2021, Ημερ. 17/03/2022, ECLI:CY:AD:2022:D116, A. D. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 177/2021, 16/03/2022, ECLI:CY:AD:2022:B96, Filip ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 112/2019, 03/12/2020, ECLI:CY:AD:2020:D412, Κ. Α. Μ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 127/2021, 04/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B419 , M. C. T. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 222/2020, ημερ. 14/10/2022, ECLI:CY:AD:2022:B386, Ν. Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, 13/02/2018, ECLI:CY:AD:2018:B72 και Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 2/2022, 19/12/2022). Η παραδοχή, λοιπόν, του κατηγορούμενου, πέραν από το ότι περίσωσε πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου, καταδεικνύει, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορούμενου, όπως εκφράστηκε από το συνήγορο του, την έμπρακτη μεταμέλεια του, στοιχείο στο οποίο θα δώσουμε τη δέουσα βαρύτητα, υπό τις περιστάσεις, όπως επιτάσσει η νομολογία. Έχει δεσπόζουσα βαρύτητα στην επιμέτρηση της ποινής, με αποτέλεσμα αυτή να μειώνεται ανάλογα. Προς περαιτέρω μετριασμό και εξατομίκευση της ποινής που θα επιβληθεί, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές του συνθήκες, όπως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, την οποία η συνήγορος του υιοθέτησε. Ειδικότερα, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 61 χρόνων σήμερα, έγγαμος, πατέρας 5 παιδιών. Σε ηλικία 18 χρόνων, μετά από συνοικέσιο, σύναψε α΄ γάμο με γυναίκα κατά πολύ μεγαλύτερη του και απέκτησε μια κόρη, ηλικίας 42 ετών σήμερα, διαζευγμένη και μητέρα 3 ενήλικων παιδιών. Ανέκαθεν διατηρούσε συστηματική επαφή με την κόρη και τα εγγόνια του. Από σχέση που διατηρούσε ο κατηγορούμενος απέκτησε 2ον παιδί (κόρη), ηλικίας σήμερα 37 ετών, έγγαμη και μητέρα δύο ανήλικων παιδιών. Οι σχέσεις του μαζί της είναι διασαλευμένες, τα τελευταία χρόνια. Σε ηλικία 36 χρόνων, ο κατηγορούμενος σύναψε β΄ γάμο, από τον οποίο απέκτησε 3 παιδιά, ηλικίας σήμερα 27, 25 και 18 ετών. Η σύζυγος του, ηλικίας σήμερα 59 ετών, αντιμετωπίζει μόνιμη κινητική αναπηρία στο ένα χέρι και ως εκ τούτου, δεν εργάζεται και λαμβάνει αναπηρικό επίδομα. Η οικογένεια διατηρεί συνεργασία με τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, στη Λεμεσό. Η κόρη του ηλικίας 27 ετών, έχει αποκτήσει ένα παιδί, ηλικίας σήμερα 1,5 ετών και έχει χωρίσει από τον συμβίο της. Ο γιος του ηλικίας 25 ετών, είναι διαβητικός, ινσουλινοεξαρτώμενος και ουδέποτε έχει εργαστεί. Αναφέρεται ιστορικό ουσιοεξάρτησης. Ο 18 χρόνος γιος του, αντιμετωπίζει σοβαρή ψυχική αναπηρία και είναι λήπτης αναπηρικού επιδόματος λόγω αυτισμού. Έχει πρόσφατα απαλλαγεί από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις. Οι σχέσεις μεταξύ όλων των μελών της οικογένειας του, πλην της 2ης κόρης του Παρασκευής, περιγράφονται από τον ίδιο ως πολύ καλές και έχει την στήριξη όλων. Παρά τις αρμονικές οικογενειακές σχέσεις που περιγράφονται, ο αναφερόμενος διατηρούσε για αρκετά χρόνια παράλληλη εξωσυζυγική σχέση με γυναίκα διαζευγμένη, μητέρα ενός παιδιού. Όπως ο κατηγορούμενος αναφέρει, διέκοψε την εν λόγω εξωσυζυγική σχέση πριν 7 χρόνια περίπου και η οικογένεια του δεν γνωρίζει οτιδήποτε για αυτή. Πέραν των πιο πάνω, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος προέρχεται από πολυμελή οικογένεια. Οι γονείς του χώρισαν και τα πέντε παιδιά έμεναν με την μητέρα αλλά ο πατέρας του κράτησε επαφές και συνείσφερε οικονομικά. Η μητέρα του και οι 3 μεγαλύτερες αδελφές του διατηρούσαν εξωσυζυγικές σχέσεις κάτι το οποίο θεωρείτο κατακριτέο την εποχή εκείνη. Ο ίδιος, από μικρή ηλικία, αντιδρούσε για το γεγονός αυτό, με αποτέλεσμα οι σχέσεις του με όλα τα μέλη της οικογένειας να γίνουν συγκρουσιακές. Ως αποτέλεσμα από την ηλικία των 12 ετών περίπου, ο ίδιος μεγάλωνε στους δρόμους, χωρίς σταθερό τόπο διαμονής και αναγκαζόταν να κλέβει για να επιβιώσει. Όποτε έκανε προσπάθειες να επιστρέψει στο σπίτι του υπήρχαν έντονοι καυγάδες και σε πολλές περιπτώσεις, δέχτηκε λεκτική και σωματική βία από την οικογένεια. Όπως αναφέρει, κατά την εφηβεία έκανε επανειλημμένες απόπειρες αυτοκτονίας, λόγω της κατάστασης στην οποία είχε βρεθεί. Έκτοτε οι γονείς του έχουν αποβιώσει και δε διατηρεί οποιαδήποτε επαφή με τα αδέλφια του. Λαμβάνουμε, περαιτέρω, υπόψη τη δύσκολη οικονομική κατάσταση της οικογένειας του κατηγορούμενου, αφού η σύζυγος και τα παιδιά του δεν εργάζονται και εξαρτώνται από κρατικά επιδόματα. Ο κατηγορούμενος, επίσης, δηλώνει αναλφάβητος καθότι διέκοψε τη φοίτηση του στο δημοτικό. Εξέτισε μειωμένη στρατιωτική θητεία, λόγω του ότι προέρχεται από πολύτεκνη οικογένεια. Μέχρι την ηλικία του 35 - 36 χρόνων εργάστηκε σε διάφορες εργοληπτικές εταιρείες ως οικοδόμος και έκτοτε παραμένει εκτός εργασιακού πλαισίου λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει και συντηρείτο οικονομικά από κρατικά επιδόματα. Αναφέρθηκαν, επίσης, από τον κατηγορούμενο, πολλαπλά θέματα υγείας, συμπεριλαμβανομένων προβλημάτων διαβήτη, καρδιολογικά και οφθαλμολογικά προβλήματα δισκοπάθειας κ.α. Για τα πιο πάνω λαμβάνει φαρμακοθεραπεία. Όπως αναφέρει, παρουσίασε οξεία παγκρεατίτιδα λόγω παλιάς κατάχρησης αλκοόλ, όμως η κατάσταση του έχει αποκατασταθεί. Ο κατηγορούμενος εκτίει ποινή φυλάκισης 16 χρόνων για αδικήματα που αφορούν
(1)Συνουσία με νεαρό άντρα ηλικίας κάτω των δεκατριών χρόνων (16 κατ.) και
(2)Σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού (8 κατ.) όπου το θύμα είναι ο 25 χρόνος γιος της πρώην συντρόφου του. Κατά τη διάρκεια της κράτησης του, διατηρεί συνεργασία με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Λαμβάνουμε υπόψη μας τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου και τις οικονομικές συνθήκες της οικογένειας του, όπως αποκαλύπτονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, όμως θα πρέπει να αναφερθεί ότι σε αδικήματα αυτής της φύσης, δηλαδή αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά τα οποία χρήζουν αποτροπής, οι προσωπικές περιστάσεις, δεν μπορούν να εξουδετερώσουν ή να αποδυναμώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει η ποινή. Η σημασία τους, έναντι της ανάγκης για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, η οποία, για προστασία του παιδιού ειδικά, και του κοινωνικού συνόλου, γενικότερα, προέχει, είναι μειωμένη (Κ. Χ. ν Δημοκρατίας (ανωτέρω), Γ. Α. ν Δημοκρατίας (ανωτέρω), Αστυνομία ν Πατούρη (ανωτέρω) και A. D. ν Δημοκρατίας (ανωτέρω). Έχουμε λάβει υπόψη μας, τα όσα ο συνήγορος του κατηγορούμενου αναφέρει στην αγόρευση του σε σχέση με τη μη δυνατότητα αποκατάστασης της καταδίκης του (Άρθρο 14 του Ν.91(Ι)/2014) και ότι δεν θα μπορεί να έχει ποτέ λευκό ποινικό μητρώο, κάτι το οποίο θα επηρεάζει την επαγγελματική του ζωή. Επίσης, αναφέρει ότι η καταδίκη του σε τέτοια υπόθεση θα επιφέρει ένα ισόβιο στίγμα, αφού οι ενέργειες του αφορούν τις εγγονές του και άρα μέχρι κάποιο βαθμό καταστρέφεται και η οικογενειακή του ζωή και προκαλείται κοινωνική απομόνωση. Είναι γεγονός ότι η εξωδικαστηριακή τιμωρία, μπορεί να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις (Λοϊζου Πετρίδη v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 194/2015, Ημερ. 27/01/2016, Στέλιος Κουλουντής v. Αστυνομίας
(2015)2Β Α.Α.Δ 870 και Αστυνομία v. Α.Α., Ποινική Έφεση Αρ. 4/2021 (Σχ. 5/2021)). Τα όσα αναφέρθηκαν στην παρούσα για το ζήτημα αυτό, υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να αποτελούν εξωδικαστηριακή τιμωρία. Η μη αποκατάσταση της καταδίκης του κατηγορούμενου, η οποία αφορά νομοθετική πρόνοια, στα πλαίσια διάπραξης τέτοιας φύσεως αδικημάτων, δεν έχει διασυνδεθεί με οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία να καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος θα απωλέσει την οποιαδήποτε εργασία του είχε ή θα έχει συνέπειες στην σταδιοδρομία του (βλ. Σουτζής ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 424). Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, ο κατηγορούμενος από την ηλικία των 35 - 36 ετών βρίσκεται εκτός εργασίας. Ούτε έχουν παρατεθεί οποιαδήποτε άλλα στοιχεία, τα οποία να καταδεικνύουν με ποιο τρόπο θα επηρεαστεί η ζωή του από την μη ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου. Σημειώνεται, ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη καταδικαστεί για παρόμοιας φύσης αδικήματα. Όσον αφορά τη θέση περί οικογενειακής απομόνωσης και καταστροφής της οικογενειακής του ζωής, κατά κάποιο βαθμό, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, πέραν από την πιο πάνω γενική αναφορά, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μετριαστικό στοιχείο τούτο, το οποίο είναι το αποτέλεσμα της εγκληματική του συμπεριφοράς και το οποίο όφειλε να γνώριζε. Ο συνήγορος, επίσης, επικαλέστηκε τον υπερπληθυσμό στις Κεντρικές Φυλακές, ως ελαφρυντικό παράγοντα. Παρόλο που στην γραπτή του αγόρευση, αναφέρεται στο ζήτημα τούτο εκτενώς, μετά την μη αποδοχή των ισχυρισμών αυτών από το συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, τα απέσυρε περιοριζόμενος μόνο στην πιο πάνω γενική θέση. Η ύπαρξη, όμως, υπερπληθυσμού στις Φυλακές, δεν σημαίνει και αυτόματα παραβίαση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του κατηγορούμενου. Ούτε διασυνδέθηκε το γεγονός αυτό με τις συνέπειες στην κράτηση του κατηγορούμενου. Αντιλαμβανόμαστε ότι είναι ζήτημα το οποίο χειρίζονται οι αρμόδιοι και η ύπαρξη υπερπληθυσμού και μόνο σε αυτές, δεν μπορεί άνευ ετέρου να επηρεάζει ουσιωδώς την ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί στην παρούσα. Τα αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και οι περιστάσεις διάπραξης τους είναι ιδιαίτερα σοβαρά και οποιαδήποτε άλλη ποινή, πέραν αυτή της φυλάκισης, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες και σκοπούς του Νόμου. Όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου και οι προσωπικές του περιστάσεις δεν είναι ικανά να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής και αυτά θα παίξουν ρόλο στο ύψος της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί. Προηγούμενες αποφάσεις επιβολής ποινών δεν ενέχουν δεσμευτικό χαρακτήρα καθότι είναι αλληλένδετες με τη φύση και συνθήκες διάπραξης του εκάστοτε αδικήματος και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Είναι, όμως, ενδεικτικές ως προς τον καθορισμό του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής (βλ. Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808, Bistriceanu ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 76/2017, 26/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:B199 και Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 2/2022, 19/12/2022). Στην Α.R.R. v. Aστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 20/2022, Ημερ. 30/04/2024, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3,5 ετών που επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα σε δύο κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του Άρθρου 6
(4)(α) του Νόμου 91
(1)/2014, μειώθηκαν κατ' έφεση σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 3 ετών καθότι λανθασμένα λήφθηκε ως επιβαρυντικός παράγοντας η κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, αφού αποτελούσε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων. Ο εφεσείοντας διέπραξε τα αδικήματα κατά των δυο ανηλίκων παιδιών της συζύγου του από προηγούμενο γάμο, ήτοι της Ι.Κ. και Κ.Κ., γεννηθείσες περί τον Οκτώβριο του 2006 και Φεβρουάριο του 2005, αντίστοιχα. Κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων ο Εφεσείων ήταν παντρεμένος με τη μητέρα των ανηλίκων με την οποία απέκτησαν ένα παιδί. Συζούσαν όλοι μαζί στην οικογενειακή κατοικία από το 2016. Τα αδικήματα κατά της Ι.Κ. διαπράχθηκαν στις 17.11.2020, όταν το θύμα βρισκόταν σε ηλικία 14 ετών. Ο Εφεσείων εισήλθε αργά το βράδυ περί τις 11μ.μ., στο δωμάτιο της ανήλικης φορώντας μόνο το εσώρουχο του και της ζήτησε να του κάνει μασάζ, το οποίο η ανήλικη έπραξε για λίγο. Ακολούθως ο Εφεσείων της είπε να ξαπλώσει μπρούμυτα και «αφού κάθισε στα οπίσθια της, της έβγαλε τη φανέλα και το στηθόδεσμο και της έγλειψε την πλάτη». Η ανήλικη του είπε ότι δεν ήθελε άλλο και τότε ο Εφεσειών έφυγε από το δωμάτιο, λέγοντας της να μην αποκαλύψει τι έγινε στη μητέρα της. Τα δε αδικήματα κατά της Κ.Κ. διαπράχθηκαν μεταξύ των ημερομηνιών 1.1.2018 και 31.7.2020, σε δυο διαφορετικές περιπτώσεις στις οποίες ο Εφεσείων «την αγκάλιαζε σφικτά αγγίζοντας την παράλληλα σε διάφορα μέρη του σώματος της κυρίως πάνω από τον κόκκυγα και στα πλαϊνά της κοιλιάς της». Ως επιβαρυντικοί παράγοντες λήφθηκαν υπόψη η μεγάλη διαφορά ηλικίας μεταξύ του Εφεσείοντος και της Ι.Κ. (29 έτη) και το γεγονός ότι η Ι.Κ. ήταν ευάλωτο παιδί το οποίο πάσχει από Δ.Ε.Π.Υ. Προς μετριασμό της ποινής λήφθηκε υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο και το ότι είναι πατέρα μιας θυγατέρας την οποία απέκτησε με τη μητέρα του θύματος. Στην Γ.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 178/2017, Ημερ. 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, επιβλήθηκαν στο εφεσείοντα, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 ετών για κάθε κατηγορία σεξουαλικής κακοποίησης, κατά παράβαση του Άρθρου 6
(4)(α) του Νόμου 91
(1)/2014 και 15 μηνών για κάθε κατηγορία Άσεμνης Επίθεσης, κατά παράβαση του Άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, οι οποίες επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Η έκνομη συμπεριφορά του εφεσείοντα στρεφόταν εναντίον της 10 χρονης τότε παραπονούμενης εκδηλούμενη από τον Μαϊο του 2015 μέχρι το Μαϊο του 2016. Κρίθηκε ένοχος μετά από ακροαματική διαδικασία σε 22 κατηγορίες, οι οποίες συνίσταντο στο ότι σε μια περίπτωση τη φίλησε στο στόμα, σε άλλες επτά περιπτώσεις τη φίλησε στο στόμα, τη «χαϊδεψε» στα γεννητικά όργανα, στα οπίσθια και στο στήθος, σε άλλες δύο περιπτώσεις τη φίλησε, τη χαϊδεψε στα γεννητικά όργανα, στα οπίσθια και στο στήθος, καθώς επίσης ότι τη φίλησε στο στόμα. Σε μια άλλη περίπτωση, φίλησε την ανήλικη, την αγκάλιασε και τη χαϊδεψε. Λήφθηκαν υπόψη ότι ο εφεσείοντας ενήργησε με μεθοδευμένο τρόπο δράσης και οι προσωπικές του συνθήκες και τονίστηκε η ιδιαίτερη σοβαρότητα τέτοιας φύσεων αδικημάτων και η ανάγκη για αποτροπή. Στην υπόθεση Filip ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 112/2019, 03/12/2020, ECLI:CY:AD:2020:D412, συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 7 χρόνων που επιβλήθηκαν στον εφεσείοντα από το πρωτόδικο Δικαστήριο σε δύο ξεχωριστές κατηγορίες για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του Άρθρου 6
(4)(α) του Νόμου 91
(1)/2014, μειώθηκαν κατ' έφεση σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 5 χρόνων φυλάκισης. Ο κατηγορούμενος, ήταν ο πατέρας της ανήλικης, η οποία όταν έλαβαν χώρα τα επίδικα περιστατικά, ήταν ηλικίας 13 χρονών. Ήταν ο μοναδικός γονέας και προστάτης της ανήλικης και άλλων δύο ανήλικων παιδιών. Ο κατηγορούμενος, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις στην διάρκεια του ιδίου έτους, είχε εισέλθει στο υπνοδωμάτιο της ανήλικης, ενώ αυτή ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της. Την πλησίασε και άρχισε να την αγγίζει σε διάφορα μέρη του σώματος της. Και τις δύο φορές, η ανήλικη αντέδρασε, φωνάζοντας για να τον απωθήσει. Κατά την διάρκεια του πρώτου περιστατικού μάλιστα, όταν η ανήλικη έπραξε ως προαναφέρθηκε, ο κατηγορούμενος την κτύπησε στο πρόσωπο με αποτέλεσμα αυτή να πέσει στο κρεβάτι και να κτυπήσει στην συνέχεια με το κεφάλι της στο πάτωμα. Και στις δύο περιπτώσεις, ο κατηγορούμενος δεν πτοήθηκε από την αντίδραση της ανήλικης. Ξάπλωσε στην συνέχεια δίπλα της στο κρεβάτι, της αφαίρεσε τα ρούχα και της άγγιζε στα γεννητικά όργανα. Ο κατηγορούμενος, ήταν λευκού ποινικού μητρώου και παραδέχθηκε αμέσως ενώπιον του Δικαστηρίου την εγκληματική του συμπεριφορά, επιδεικνύοντας μεταμέλεια. Ως μετριαστικός παράγοντας της ποινής του κατηγορουμένου που δεν ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο, κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ήταν, η επίδραση που θα είχε η ποινή φυλάκισης στα άλλα δύο ανήλικα παιδιά του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν Ν. Ν., Ποιν. Έφεση Αρ. 69/2017, ημερ. 05/12/2017 ποινή φυλάκισης 18 μηνών που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο από το πρωτόδικο Δικαστήριο, σε μία κατηγορία για το ποινικό αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του Άρθρου 6
(3)του Νόμου 91
(1)/2014, αυξήθηκε κατ' έφεση σε ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Η σεξουαλική κακοποίηση συνίστατο σε τρίψιμο των γεννητικών οργάνων ανήλικου παιδιού ηλικίας 6 ½ χρόνων ενώ ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 36 χρονών και φιλικό, προς την οικογένεια της ανήλικης, άτομο. Το περιστατικό, έλαβε χώρα σε χρόνο που η ανήλικη βρισκόταν υπό την εποπτεία της μητέρας του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος, είχε πάρει την ανήλικη μαζί με ακόμη ένα συγγενικό του παιδί, να παίξουν στην αυλή της οικίας του. Εκεί, στις κούνιες, ενώ ο κατηγορούμενος κουνούσε την ανήλικη στην κούνια, βρίσκοντας την κατάλληλη ευκαιρία, έβαλε το χέρι του μέσα από το φόρεμα της και κάτω από το εσώρουχο της και έτριψε τα γεννητικά της όργανα. Ως αποτέλεσμα του συμβάντος, ήταν η πρόκληση ψυχικού τραύματος στην ανήλικη, η οποία, σύμφωνα με την γνώμη παιδοψυχίατρου, έχρηζε ψυχολογικής υποστήριξης και θεραπείας για να συνεχίσει απρόσκοπτα η φυσιολογική ψυχό-συναισθηματική της ανάπτυξη. Σε εκείνη την υπόθεση, όμως, δεν υπήρξε προσχεδιασμός για την εγκληματική δράση του κατηγορουμένου, βία ή απειλή από πλευράς του προς την ανήλικη, ούτε και υπήρξε ποτέ στο παρελθόν από μέρους κατηγορουμένου τέτοιου είδους συμπεριφορά. Ο κατηγορούμενος ήταν λευκού ποινικού μητρώου, άγαμος, άνεργος και χρόνιος καρδιοπαθής. Παραδέχθηκε αμέσως στον ποινικό ανακριτή την εγκληματική του δράση και στην συνέχεια, παραδέχθηκε αμέσως και ενώπιον του Δικαστηρίου. Δήλωσε προς το Δικαστήριο, αναφερόμενος και στην συναισθηματική του συντριβή λόγω της εγκληματικής του δράσης, την μεταμέλεια του. Τονίστηκε η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής, στις περιπτώσεις παιδιών κάτω των 13 ετών και σημειώθηκε ότι με βάση το Definite Guideline, η υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία 2 αφορώσα «Τοuching of naked genitalia, Sexual assault of a child under 13», όπου η αφετηρία για την επιβολή ποινής καθορίζεται στα δύο χρόνια, χωρίς όμως να παραγνωρίζεται ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο οι προβλεπόμενες ποινές είναι χαμηλότερες από ότι στην Κύπρο, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω. Στην Ν.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 184/2015, Ημερομηνίας 13/02/2018, ECLI:CY:AD:2018:B72, ο εφεσειών κρίθηκε ένοχος μετά από ακρόαση για το αδίκημα του Άρθρου 6
(3)του Νόμου 91
(1)/2014. Ποινή φυλάκισης 3 ετών που του επιβλήθηκε πρωτόδικα αυξήθηκε κατ' εφέση στα 5 έτη. Το θύμα ήταν ηλικίας 13 ετών και εφεσείοντας 63 ετών. Εντοπίστηκαν να στέκονται σε σημείο πολυκατοικίας και φιλιόνταν, γλείφονταν στο λαιμό, αγκαλιάζονταν και ο εφεσείοντας έπιανε τα οπίσθια και άλλα μέρη του σώματος της. Ο εφεσείοντας ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Η ηλικία του ήταν ιδιαίτερα επιβαρυντικός παράγοντας ως προς την ίδια τη διάπραξη του αδικήματος και την ηλικία του θύματος. Επιβαρυντικά στοιχεία επίσης θεωρήθηκαν ο απόμερος και σκοτεινός τόπος που συντελέστηκε το αδίκημα, καθώς και οι λοιπές του συνθήκες, όπως ο εξ' αντικειμένου αντίκτυπος της πράξης στο συγκεκριμένο θύμα. Τονίστηκε περαιτέρω η σημασία που υπέχει η παραδοχή σε τέτοιου είδους αδικήματα, η οποία δεν υπήρχε σε εκείνη την υπόθεση. Σημειώνεται ότι η καταδίκη του εφεσείοντα για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης με κατάχρηση ευάλωτης θέσης, εδραζόμενο στο άρθρο 6
(4)(β) του ιδίου Νόμου και στην οποία πρωτόδικα επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 7 έτη, ακυρώθηκε κατ' έφεση. Στην Αστυνομία ν. Πατούρη (ανωτέρω) συντρέχουσες ποινές 10 μηνών για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού ηλικίας 13½ ετών, βάσει των Άρθρων 6
(3)και 6
(4)(α) του Ν.91(Ι)/2014, κρίθηκαν έκδηλα ανεπαρκείς και αυξήθηκαν σε 3 έτη. Τα γεγονότα αφορούσαν δυο ξεχωριστά περιστατικά κατά τα οποία ο Εφεσείων ηλικίας 51 ετών, όντας σύντροφος και συμβίος της διαζευγμένης μητέρας της ανήλικης, (α) της τράβηξε την φανέλα που φορούσε προς τα πάνω πιάνοντας την από το στήθος και σφίγγοντας την συγχρόνως, το οποίο συνέχισε παρότι του ζήτησε να σταματήσει, (β) την επομένη ημέρα επανέλαβε την ίδια συμπεριφορά και πρόσθετα την έγλειψε στο στήθος και την φίλησε στο στόμα. Αποτελούσε αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο συμβίος της μητέρας της βρισκόταν σε θέση εμπιστοσύνης προς την ανήλικη, το οποίο αποτέλεσε επιβαρυντικό παράγοντα, καθώς και η μεγάλη διαφορά ηλικίας. Αναφορά γίνεται και στο Sexual Offences Definitive Guideline (σελ. 45-47), όπου για παρόμοια περιστατικά επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης μεταξύ 2 και 6 ετών. Για άλλη μια φορά επισημαίνεται η σημασία της παραδοχής σε σεξουαλικής φύσης αδικήματα, καθότι το θύμα δεν υπόκειται εκ νέου στην ψυχολογική δοκιμασία αναβίωσης της τραυματικής εμπειρίας. Στην ΧΧΧ ΑL Dhess v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 177/2021, Ημερ. 16/03/2022, ECLI:CY:AD:2022:B96, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 χρόνων για τα αδικήματα της σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων και επιθέσεις. Επρόκειτο για αγγίγματα και χαϊδέματα των ανήλικων. Συγκεκριμένα, ο εφεσειών ο οποίος ήταν σύντροφος της μητέρας των ανηλίκων, Μ.Μ., Ν.Ν. και Α.Α. και διέμενε μαζί τους στην ίδια κατοικία, από τον Ιανουάριο του 2017 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2020, σε δέκα περιπτώσεις συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις με την ανήλικη Μ.Μ., δηλαδή την χαΐδευε τόσο στο στήθος όσο και στα οπίσθια. Ξεκίνησε όταν η Μ.Μ. ήταν 10 χρόνων και τερματίστηκε όταν ήταν 13 ετών. Της επιτέθηκε, επίσης, κτυπώντας την στα χέρια και σε διάφορα σημεία του σώματος της. Την ίδια περίοδο, ο εφεσειών σε δέκα περιπτώσεις συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις με την Ν.Ν., δηλαδή την χαΐδευε στο στήθος και στα οπίσθια. Κατά την ίδια περίοδο ο Εφεσείων σε τέσσερις περιπτώσεις κτύπησε, επίσης, την εν λόγω ανήλικη σε διάφορα σημεία του σώματος της. Οι ανήλικες παρουσίαζαν ψυχικά ενοχλήματα από τη συμπεριφορά του εφεσείοντα. Λήφθηκε υπόψη η παραδοχή του κατηγορούμενου σε εκείνη την υπόθεση καθώς και το γεγονός ότι η υπόθεση εντασσόταν στην κατηγορία της επαφής δια του αγγίγματος στο σώμα του θύματος, χωρίς να υπάρχει επαφή σε γυμνό σημείο. Προτού προχωρήσουμε και να καταλήξουμε στο ύψος των επιβαλλόμενων ποινών, θα αναφερθούμε στο ζήτημα του κατά πόσο οι ποινές στην παρούσα θα πρέπει να δομηθούν ως συντρέχουσες ή διαδοχικές, τόσο μεταξύ των κατηγοριών που αντιμετωπίζει όσο και μεταξύ των ποινών που έχουν ήδη επιβληθεί στον κατηγορούμενο στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 15601/2021, έχοντας πάντοτε κατά το νου την αρχή της συνολικότητας των ποινών. Zήτημα το οποίο θίγει ο συνήγορος στην αγόρευση του κατηγορούμενου. To Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια να επιβάλει συντρέχουσες ή διαδοχικές ποινές ή συνδυασμό τους. Είτε όμως οι ποινές δομηθούν ως συντρέχουσες είτε ως διαδοχικές, η ποινή που θα επιβληθεί θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να είναι ανάλογη της εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Όπως έχει αναφερθεί στην χχχ Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 54/2019, Ημερ. 19/05/2022, ECLI:CY:AD:2022:D195, η πρωταρχική αρχή είναι ότι η συνολική ποινή πρέπει να είναι δίκαια και αναλογική. Στην χχχ Μούζου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 127/2020, Ημερ. 18/03/2022, ECLI:CY:AD:2022:B119 λέχθηκε ότι όταν τα αδικήματα διαπράττονται στα πλαίσια μιας εγκληματικής ενέργειας ή συνδέονται μεταξύ τους θεματικά και χρονικά, είναι ενδεδειγμένο να τιμωρούνται με συντρέχουσες ποινές φυλάκισης. Από την άλλη, σε διακριτές εγκληματικές συμπεριφορές μπορούν να επιβληθούν διαδοχικές ποινές. Παραθέτουμε επίσης το κάτωθι σχετικό απόσπασμα από την Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. xxx (xxx) Θωμά, Ποινική Έφεση Αρ. 132/2017, σχ. με 136/2017, Ημερ. 26/06/2019, αναφορικά με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά πόσο οι ποινές μπορούν να συντρέχουν ή ενδείκνυται να είναι διαδοχικές: «Οι αρχές που εφαρμόζονται ως προς τις συντρέχουσες ή τις διαδοχικές ποινές είναι γνωστές. Συντρέχουσες ποινές επιβάλλονται κατά κανόνα όταν τα αδικήματα απορρέουν από μια ενιαία έκνομη συμπεριφορά, τέτοια που χρονικά και τοπικά να συνδέονται. (Thomas: Principles of Sentencing σελ. 47 κ. επ.). Η ομοιότητα των παρανόμων πράξεων, η σύνδεση και συνάφεια των γεγονότων και η συσχέτιση τους αποτελούν οδηγό για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Achilleos v. P.
(1989)2 C.L.R. 331, Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123, Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 Α.Α.Δ. 541 και Γ. Μ. Πική: Sentencing in Cyprus, 2η Έκδ. σελ. 19 κ.ε.). Από την άλλη, η διαδοχικότητα των ποινών είναι δυνατή όπου τα αδικήματα είναι μεταξύ τους ασύνδετα σε τόπο και χρόνο ή υποδηλώνουν συμπεριφορά που να δικαιολογεί τη διαδοχικότητα όπως όταν κάποιος διαπράττοντας σεξουαλικό αδίκημα, προχωρεί ταυτόχρονα φεύγοντας και σε ληστεία του θύματος (R. v. Sam Buckland [2013] EWCA Crim 91, Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 91/2017 ημερ. 2.5.2018), ECLI:CY:AD:2018:B
  1. Η αρχή που υπερίπταται στη διαδοχικότητα είναι αυτή της συνολικότητας. Οι διαδοχικές ποινές δεν πρέπει να είναι δυσανάλογες εν τω συνόλω τους με τη γενικότερη αποτίμηση της παράνομης συμπεριφοράς. Η επιβαλλόμενη ποινή οφείλει σφαιρικά να είναι δίκαιη και ανάλογη. Αυτή είναι και η οδηγούσα αρχή του Sentencing Guidelines Council: Definitive Guideline του
  2. Σημειώνεται όμως επίσης ότι αδικήματα τα οποία έστω και αν απορρέουν από την ίδια συμπεριφορά ή είναι μεταξύ τους συνδεδεμένα εκ της φύσεως τους, δυνατόν να επισύρουν την ανάγκη για διαδοχικές ποινές εάν οι συντρέχουσες ποινές δεν επαρκούν για να στιγματίσουν την ολική εγκληματική συμπεριφορά. Ακόμη και αν το αποτέλεσμα των διαδοχικών ποινών είναι η σωρευτική ποινή να υπερβαίνει το ανώτατο όριο που επιτρέπεται από το Νόμο, αυτό δεν αποκλείεται όταν κρίνεται αναγκαίο (George Blake [1961] 45 Cr. App. Rep. 292). Στον Thomas, ανωτέρω, σελ. 56, αναφέρεται ότι ακόμη και εάν δύο αδικήματα είναι χρονικά συνδεδεμένα αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι θα αντιμετωπισθούν ως μέρος μιας συμπεριφοράς εάν είναι κατ' ουσίαν διαφορετικά σε χαρακτήρα ή έχουν αναφορά σε διαφορετικό θεματολόγιο. (βλ. επίσης Στέλιος Στυλιανού v. Δημοκρατίας
(2015)2Β Α.Α.Δ 680). Όπως υπεδείχθη στην Κατσιαρή ν. Αστυνομίας, Ποιν. ΄Εφεση 163/2019, ημερ. 20.12.2019: «Όταν αδικήματα του ίδιου ή παρόμοιου χαρακτήρα στρέφονται εναντίον διαφορετικών προσώπων και μάλιστα κατά τρόπο επανειλημμένο, η επιβολή συντρεχουσών ποινών είναι δυνατό να μην αντανακλά τη συνολική εγκληματικότητα της συμπεριφοράς (Ευσταθίου ν. Δημοκρατίας
(2014)2 ΑΑΔ 541, R .v. Jamienson & Jamienson [2008] EWCA Crim 2761, Sentencing Council, Offences Taken into Consideration and Totality, Definitive Guideline, 2012, Ορφανίδη ν. xxx Χατζηχριστοδούλου Λτδ κ.α., Ποιν. Εφ. Αρ. 19/18, ημερ. 25.1.2019). Κατά γενική δε αρχή, το σύνολο των διαδοχικών ποινών θα πρέπει να βρίσκεται σε αναλογία προς τη σοβαρότητα των επιμέρους κατηγοριών (Δημητρίου, Παπαγεωργίου (ανωτέρω)).» (βλ. επίσης Κ.Ι. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 126/2019, Ημερ. 25/02/2021, ECLI:CY:AD:2021:B60, Γ.Χ. v Δημοκρατίας
(2015)2 Α.Α.Δ. 586, Α.Κ. v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 55/2019, Ημερ. 12/04/2021), ECLI:CY:AD:2021:B139, και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεώργιου Κυρρη, Ποιν. Έφεση Αρ. 70/2022, Ημερ. 07/02/2022). Η αρχή της συνολικότητας των ποινών, εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι ποινές επιβάλλονται από το Δικαστήριο σε διαφορετικές υποθέσεις και σε άλλο χρόνο. Στην Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443, όπου αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: "Επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1989)1 Α.Α.Δ. 331). Επίκεντρο της είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Και υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117
(2)και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησομένης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισής του. Ειδικά στην περίπτωση όπως η προκειμένη, στην οποία επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα από το Richards, J., στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 Cr. App. R. (S.) 460, στην οποία μας ανέφερε ο κ. Πικής: "If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive." Ο κανόνας αυτός αντιστοιχεί προς το γενικό κανόνα που το δικαστήριο, όταν εξετάζει το ενδεχόμενο επιβολής συντρεχουσών ή διαδοχικών ποινών, εφαρμόζει ως απόρροια της αρχής της συνολικότητας της ποινής. Όπως το έθεσε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Barton, October 6, 1972 (αναφερόμενη στο Encyclopaedia of Current Sentencing Practice, section A5-3A) (στην οποία επίσης μας ανέφερε ο κ. Πικής) υποδεικνύοντας το καθήκον του δικαστηρίου: "It must look at the totality of the criminal behaviour and ask itself what is the appropriate sentence for all the offences." Και πάλι δε ο Lawton, L.J., στην υπόθεση R. v. Holderness, July 15, 1974 (αναφερόμενος στην ως άνω Encyclopaedia, section Α5-3Β): "... the step which this Court on numerous occasions has said should be taken, namely of standing back and looking at the overall effect of the sentences which had been passed."» Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, επικαλείται το γεγονός ότι η καταγγελία της παραπονούμενης στην παρούσα υπόθεση έγινε πριν να επιβληθεί ποινή στην Υπόθεση 15601/2021 και ότι η Κατηγορούσα Αρχή θα μπορούσε να την παρουσιάσει κατά το στάδιο επιβολής ποινής εκείνης της υπόθεσης για να γνωρίζει ο κατηγορούμενος. Ουσιαστικά, ισχυρίστηκε ότι η παρούσα θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής σε εκείνη την υπόθεση, παραπέποντας στα νομολογηθέντα στην Παραρέ v. Αστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ.
  1. Είναι γεγονός ότι η καταγγελία της παραπονούμενης έγινε στις 22/11/2021 ενώ η ποινή στην Υπόθεση 15601/2021 επιβλήθηκε στις 23/02/
  2. Φυσικά, προκύπτει η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου να λήφθηκε στις 22/12/2022 και στην οποία αρνήθηκε τις κατηγορίες της παρούσας υπόθεσης. Σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έφερε σε γνώση του κατηγορούμενου την παρούσα καταγγελία, πριν από την επιβολή της ποινής του στην άλλη υπόθεση, δεν είναι βέβαιο ότι θα λαμβανόταν υπόψη σε εκείνη την υπόθεση για σκοπούς επιβολής ποινής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, το θέμα που παραμένει είναι η ποινή που θα επιβληθεί να είναι ανάλογη της όλης εγκληματικής του συμπεριφοράς. Επανερχόμενοι, λοιπόν, στο ζήτημα της διαδοχικότητας ή συντρεχουσών ποινών που θα επιβληθούν στην παρούσα, τόσο μεταξύ των κατηγοριών του παρόντος κατηγορητηρίου όσο και με τις ποινές που επιβλήθηκαν στην Υπόθεση Αρ. 15601/2021, αναφέρουμε τα εξής: Έχουμε αναλογιστεί το ορθό ποινικό μέτρο σε κάθε κατηγορία που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, λαμβάνοντας καθοδήγηση και από την σχετική νομολογία. Έχουμε, επίσης, λάβει υπόψη μας τις κατηγορίες και γεγονότα της Υπόθεσης Αρ. 15601/2021, στην οποία επιβλήθηκαν ποινές στον κατηγορούμενο, όπως προκύπτουν από το κείμενο της ποινής εκείνης, το οποίο τέθηκε ενώπιον μας. Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε ένοχος σε 41 συνολικά κατηγορίες. Οι 7 κατηγορίες αφορούσαν το αδίκημα της Σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση των Άρθρων 3
(1)(γ) του Νόμου 3
(1)/2000, οι 14 το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 10 του Νόμου 87
(1)/2007 και οι 3 το αδίκημα της Σεξουαλικής εκμετάλλευση παιδιού, κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 6
(3)του Νόμου 91
(1)/2014. Οι 16 κατηγορίες αφορούσαν το αδίκημα της παράνομης συνουσίας με νεαρό άνδρα κάτω των 13 ετών, κατά παράβαση του Άρθρου 174
(1)του Ποινικού Κώδικα και η 1 κατηγορία το αδίκημα της συνουσίας μεταξύ ανδρών, κατά παράβαση του Άρθρου 171 του ίδιου πιο πάνω αναφερόμενου Κώδικα. Έχουμε υπόψη τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης. Ουσιαστικά ο κατηγορούμενος στην οικία του, μεταξύ των ετών 2005 - 2014, όταν ο παραπονούμενος ήταν ηλικίας 6 μέχρι 15 ετών, ερχόταν μαζί του σε σεξουαλική επαφή δια πρωκτικής διείσδυσης. Του έδειχνε πορνογραφικό υλικό, στο οποίο συμμετείχαν δύο άνδρες, τον έβαζε να του κάνει πεοθηλασμό και γενικά κακοποιούσε σεξουαλικά τον πιο πάνω ανήλικο, ως λεπτομερώς καταγράφεται στην ποινή της Υπόθεσης Αρ. 15601/
  1. Ο κατηγορούμενο, είχε δεσμό με την μητέρα του ανήλικου σε εκείνη την υπόθεση. Στην παρούσα υπόθεση, τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος διαπράχθηκαν κατά τα έτη 2015 - 2016, εναντίον της ανήλικης παραπονούμενης, η οποία είναι εγγονή του, στην οικία του. Όσον και αν λαμβάνουμε υπόψη ότι είναι αδικήματα της ίδιας φύσης με εκείνα της Υπόθεσης Αρ. 15601/2021, δηλαδή σεξουαλικής φύσης αδικήματα, αυτά διαπράχθηκαν σε άλλη χρονική περίοδο από τα αδικήματα της άλλης υπόθεσης και στρέφονταν εναντίον άλλου ανήλικου προσώπου. Με αυτά τα δεδομένα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα αδικήματα της παρούσας αποτελούν μέρος μια ενιαίας εγκληματικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Δηλαδή, με αυτή που επέδειξε στην Υπόθεση Αρ. 15601/
  2. Σημειώνεται και επαναλαμβάνεται ότι ακόμη και να θεωρηθούν ότι αποτελούν μια ενιαία εγκληματική συμπεριφορά, οι ποινές που θα επιβληθούν δεν αποκλείεται να δομηθούν ως διαδοχικές. Στην βάση των πιο πάνω δεδομένων, κρίνουμε ότι οι ποινές που θα επιβληθούν στην παρούσα θα πρέπει να δομηθούν ως συντρέχουσες μεταξύ τους και διαδοχικές με τις ποινές που έχουν ήδη επιβληθεί στην Υπόθεση Αρ. 15601/2021 έτσι ώστε να μπορούν να αντικατοπτρίζουν την συνολική εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Έχοντας, φυσικά, πάντοτε υπόψη μας την αρχή της συνολικότητας της ποινής έτσι ώστε να μην απολήγει σε υπέρμετρη τιμωρία του κατηγορούμενου, υπό τις περιστάσεις και να στιγματίζουν την εγκληματική του συμπεριφορά σε έκαστο των παραπονουμένων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεώργιου Κυρρη (ανωτέρω)). Έχοντας λοιπόν υπόψη μας όλα τα πιο πάνω, θα προχωρήσουμε με την επιβολή των αρμόζουσων ποινών στις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Κατά τον καθορισμό των ποινών, λαμβάνουμε υπόψη όλα τα πιο πάνω που αναφέρθηκαν, επιβαρυντικές περιστάσεις και ελαφρυντικά του κατηγορούμενου, καθώς επίσης τη φύση έκαστης πράξης που αφορούν οι κατηγορίες της σεξουαλικής κακοποίησης και την ηλικία της παραπονούμενης, την συχνότητα διάπραξης τους και τη σχέση που υπήρχε μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενης. Έχουμε, περαιτέρω, συνυπολογίσει την ηλικία του κατηγορούμενου, ο οποίος είναι ηλικίας σήμερα 61 ετών και έχουμε λάβει υπόψη μας την αρχή ότι όταν επιβάλλεται ποινή σε άτομο προχωρημένης ηλικίας, λαμβάνεται υπόψη ότι για αυτόν ο χρόνος είναι πιο πολύτιμος και το αποτέλεσμα μιας ποινής φυλάκισης δυσμενέστερο, καθότι η προσδοκία ζωής του είναι μικρότερη. Σε τέτοια περίπτωση, επίσης, πρέπει να διατηρείται για τον καταδικασθέντα, φως στο τέλος της σήραγγας, έχοντας υπόψη την προσδοκία ζωής ενός ηλικιωμένου ατόμου, υπό την έννοια, ότι μια πολύχρονη φυλάκιση δεν πρέπει να καταλήγει, στην πράξη, σε φυλάκιση δια βίου. Θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι για αδικήματα σοβαρής μορφής, όπως είναι τα αδικήματα της παρούσας, οι προσωπικές περιστάσεις και ιδιαιτέρως η ηλικία, δεν μπορούν να έχουν ουσιαστική σημασία, καθότι τα Δικαστήρια θα έστελναν λανθασμένα μηνύματα προς άτομα μιας ηλικίας (βλ. Χρύσανθος Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 67/2024, Ημερ. 26/04/2024, R v. Lucas, R v. Walsh
(2000)All E.R. CD 3, R v. Archer [2007] EWCA 536, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευριπίδης Χρίστου, Ποιν. Έφ. 20/2015, ημερ. 6.11.2017, Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 176/18, ημερ. 11.1.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4). Καταλήγοντας, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο, οι κάτωθι ποινές: Στις κατηγορίες αρ. 1, 2, 5 και 6 ποινή φυλάκισης 2,5 χρόνων σε έκαστη από αυτές. Όλες οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν, να συντρέχουν μεταξύ τους και να μειωθούν κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση, δηλαδή από τις 15/06/2023. Περαιτέρω, οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης θα εκτιθούν διαδοχικά με τις ποινές που επιβλήθηκαν στην Ποινική Υπόθεση Αρ. 15601/2021 Κακουργιοδικείου Λεμεσού, συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155. Το αποτέλεσμα τούτου και το σύνολο των ποινών που ο κατηγορούμενος θα εκτίσει, δηλαδή τα 16 χρόνια πλέον τα 2,5 χρόνια που επιβληθήκαν ανωτέρω, μειωμένα όμως κατά το πιο πάνω χρόνο που τελεί υπό κράτηση για την παρούσα υπόθεση, κρίνουμε ότι δεν είναι δυσανάλογο με την όλη εγκληματική του συμπεριφορά. Οι ψηφιακοί δίσκοι με τις οπτικογραφημένες καταθέσεις να καταστραφούν. (Υπ.) ----------------------------------------- Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ----------------------------------------- Μιχάλης Γ. Λοϊζου, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ----------------------------------------- Ε. Χατζήπαπα - Αβραάμ, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.