← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.K., Αρ. Υπόθεσης: 11446/2022, 31/7/2024

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.K., Αρ. Υπόθεσης: 11446/2022, 31/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. ​ Μ.Γ. Λοϊζου, Α.Ε.Δ. ​ ​ Ε. Χατζήπαπα - Αβραάμ, Ε.Δ. ​ ​ ​ Αρ. Υπόθεσης: 11446/2022 Mεταξύ: ​​​​ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ​​​​​ ​​​​​ v. ​ Α.Κ. ----------------------------------------------------------------------------------------- Hμερ.:31/07/2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θ. Παπακυριακού. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Γαβριηλίδης. Κατηγορούμενος, παρών. (H διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών) Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, μετά από ακροαματική διαδικασία, σε δεκαέξι

(16)κατηγορίες κατά παράβαση των Άρθρων 2, 10 και 12 του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Νόμου 87(Ι)/2007, (κατηγορίες αρ. 1 έως 8 και 11 έως 18), σε τέσσερις
(4)κατηγορίες κατά παράβαση του Άρθρου 147 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες αρ. 9, 10, 19 και 20), σε τρείς
(3)κατηγορίες κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6
(4)(α) (γ), 7 και 19 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014, (κατηγορίες αρ. 21, 22 και 24), σε μία κατηγορία κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6
(1)
(7)και 19 του Νόμου 91(Ι)/2014 (κατηγορία αρ. 23) και σε τέσσερις
(4)κατηγορίες κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3
(1)
(4)και 4
(1)
(2)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000 (Ν. 119
(1)/2000) και του Άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες αρ. 25 έως 28). Η έκνομη συμπεριφορά του, όπως διαπιστώθηκε στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, ήταν ότι σε άγνωστες ημερομηνίες εντός των περιόδων από 24/07/2012 έως 23/07/2013, από 24/07/2013 έως 03/07/2014 και από 04/07/2014 έως 24/07/2014, καταχρώμενος τη θέση εξουσίας που κατείχε πάνω σε παιδί και με τη χρήση απειλών εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την αδελφή του Α.Β, δηλαδή, την εξανάγκασε σε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις να τον αυνανίσει (κατηγορίες αρ. 1, 2, 11, 12 και 21), να του κάνει στοματικό έρωτα (κατηγορίες αρ. 3, 4, 13, 14 και 22), να παρακολουθήσει πορνογραφικό υλικό (κατηγορίες αρ. 5, 6, 15, 16 και 23) ενώ προέβη και σε πρωκτική διείσδυση του πέους του στο σώμα της (κατηγορίες αρ. 7, 8, 17, 18 και 24). Επιπρόσθετα, διαπιστώθηκε ότι εντός των περιόδων από 24/07/2012 έως 23/07/2013 και από 24/07/2013 έως 24/07/2014 σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις για κάθε περίοδο, ήλθε σε πρωκτική συνουσία με την παραπονούμενη, γνωρίζοντας ότι αυτή είναι αδελφή του (κατηγορίες αρ. 9, 10, 19 και 20). Τέλος, κρίθηκε ένοχος, ότι σε άγνωστες ημερομηνίες εντός της περιόδου από 24/07/2012 έως 23/07/2013 και 24/07/2013 σε τρείς διαφορετικές περιπτώσεις (κατηγορίες αρ. 25, 26 και 28) και σε μία περίπτωση εντός της περιόδου από 24/07/2013 έως 24/07/2014 (κατηγορία αρ. 27), παράνομα επιτέθηκε στην παραπονούμενη, δηλαδή, την κτύπησε. Τα γεγονότα και οι περιστάσεις διάπραξης των πιο πάνω αναφερόμενων αδικημάτων από τον κατηγορούμενο, εκτίθενται λεπτομερώς στην καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 10/07/2024 και τα οποία για σκοπούς επιβολής ποινής λαμβάνονται υπόψη στην ολότητα τους και κάθε λεπτομέρεια αυτών, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η αναπαραγωγής τους. Για σκοπούς της παρούσας, όμως, αναφέρουμε ότι εκείνο το οποίο προκύπτει από τα γεγονότα, είναι ότι η παραπονούμενη γεννήθηκε στις 24/07/2003 και κατά τον ουσιώδη χρόνο διέμενε με τους γονείς της και τον κατηγορούμενο, ο οποίος είναι αδελφός της και μεγαλύτερος της κατά έξι χρόνια. Από το 2013 έως το 2015 η οικογένεια της παραπονούμενης ήταν υπό την επίβλεψη του Γραφείου Ευημερίας μετά από αίτημα του πατέρα της, ότι δεν μπορούσε να διαχειριστεί τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και τις δυσκολίες που δημιουργούνταν από το πρόβλημα υγείας της συζύγου του. Όταν η παραπονούμενη ήταν 9 χρόνων, ο κατηγορούμενος άρχισε να την παρενοχλεί σεξουαλικά. Συγκεκριμένα, στην αρχή της ζήτησε να φιληθούν, κάτι το οποίο και έπραξε και στη συνέχεια της έλεγε ότι ήθελε να κάνουν «σεξουαλικά πράγματα». Άρχισε να της δείχνει από το τηλέφωνο του και τον υπολογιστή πορνογραφικό υλικό με ενήλικες και ανήλικους και της εξηγούσε πως γίνεται το σεξ και πως μια γυναίκα μένει έγκυος. Επίσης, ήθελε να την βλέπει γυμνή και της έδειξε ένα «παιχνίδι» ότι ήταν ο άνδρας της, ότι παντρεύτηκαν και ότι μετά το «γάμο» οι παντρεμένοι κάνουν σεξ. Μια μέρα την πήρε στο δωμάτιο τους και την γύμνωσε. Την άγγιζε και αυτή ένιωθε άβολα. Φοβόταν πάρα πολύ, γιατί δεχόταν πολλή κακοποίηση από τους γονείς της αλλά και τον κατηγορούμενο και δεν ήξερε πως να το διαχειριστεί. Στη συνέχεια την «κόλλησε» στον τοίχο και δεν μπορούσε να φύγει. Γυμνώθηκε και εκείνος και της έδειχνε το πέος του το οποίο στη συνέχεια έβαλε στον πρωκτό της. Πονούσε πάρα πολύ και ενώ του έλεγε ότι δεν ένοιωθε καλά, εκείνος της έλεγε ότι του άρεσε και ότι ήθελε να συνεχίσει. Σε κάποια στιγμή του ζήτησε να σταματήσει γιατί πονούσε. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να προβαίνει στην πιο πάνω πράξη της πρωκτικής συνουσίας 2-3 φορές τη βδομάδα. Ενώ βρίσκονταν στο σαλόνι μόνοι τους ο κατηγορούμενος την γύμνωνε και κατόπιν πίεσης του, προέβαινε στην πιο πάνω πράξη. Την κρατούσε με τόση δύναμη που ένιωθε όλο του το σώμα, δεν μπορούσε να κάνει κάτι και όταν από πόνο φώναζε την κτυπούσε λέγοντας της να μη φωνάζει, γιατί αν ξυπνούσαν οι γονείς τους θα δημιουργούνταν προβλήματα και θα την «κανόνιζε». Ένοιωθε αηδία και δεν ήξερε αν κάθε φορά που είχαν επαφή αυτός «τέλειωνε». Επίσης, ο κατηγορούμενος συνέχιζε να της δείχνει πορνογραφικό υλικό λέγοντας της να δοκιμάζουν διάφορες στάσεις που της έδειχνε. Συνήθως το πορνογραφικό υλικό της το έδειχνε το απόγευμα προς βράδυ. Εκείνες τις ώρες η μητέρα τους κοιμόταν, ενώ ο πατέρας τους έλειπε. Ο κατηγορούμενος, επίσης, της ζητούσε να τον αυνανίσει λέγοντας της πως αν δεν το έκανε θα έλεγε στη μητέρα τους ψέματα ότι κάτι έκανε και τότε αυτή θα την κτυπούσε. Από φόβο τον υπάκουε και της έδειχνε πως να τον αυνανίσει. Επίσης, της ζητούσε να του κάνει στοματικό έρωτα και όταν αυτή αρνείτο της έπαιρνε το κεφάλι της και την πίεζε να το κάνει. Όταν ο κατηγορούμενος «τέλειωνε» της τα «έδειχνε» και της ζητούσε να τα δοκιμάσει αλλά αυτή δεν δεχόταν. Ένοιωθε αηδία και συνεχώς ήθελε να κάνει εμετό και να βουρτσίζει τα δόντια της. Ο κατηγορούμενος την εξανάγκασε αρκετές φορές να του κάνει στοματικό έρωτα και να τον αυνανίσει, όχι όμως τόσο συχνά όπως όταν προέβαινε σε πρωκτική διείσδυση του πέους του στο σώμα της. Όταν η παραπονούμενη του έλεγε ότι δεν ήθελε να κάνουν τα πιο πάνω ή ήταν κουρασμένη ή ότι θα έλεγε κάτι, ο κατηγορούμενος την απειλούσε ότι θα την σκοτώσει, ότι θα έβαζε άλλους να την κακοποιήσουν, ότι θα την έπαιρνε σ' ένα σπίτι και θα την έδενε, θα την κακοποιούσε σεξουαλικά, θα την έβαζε να πίνει ούρα, θα την κτυπούσε και θα την είχε σαν ένα κατοικίδιο ζώο. Η κατηγορούμενη φοβόταν και φανταζόταν ότι της έκανε τα πιο πάνω και δεν ήθελε να τα ζήσει. Η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορούμενου σταμάτησε όταν η παραπονούμενη συμπλήρωσε τα 11 της χρόνια, δηλαδή, στις 24/07/
  1. Εξακολουθούσε, όμως, να δέχεται καθημερινά ξυλοδαρμούς από τον κατηγορούμενο. Για τη σωματική της κακοποίηση είχε μιλήσει σε δύο φίλες της, αλλά ένεκα του φόβου της για τον κατηγορούμενο δεν τους ανέφερε οτιδήποτε για την πιο πάνω συμπεριφορά του. Όταν η Σύμβουλος του σχολείου ενημερώθηκε μέσω της φίλης της παραπονούμενης για τη σωματική της κακοποίηση και την ρώτησε αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, της το επιβεβαίωσε. Κατόπιν τούτου, η Μ.Κ.
  2. Λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας, επισκέφθηκε την οικία της παραπονούμενης στις 10/12/2015, όπου στην παρουσία της, η μητέρας της παραπονούμενης, είπε στην τελευταία να πάει σε ψυχίατρο και να φύγει από το σπίτι της, ενώ ο κατηγορούμενος της είπε ότι δεν είχε πλέον αδελφή και της ζήτησε να φύγει από το σπίτι, αλλιώς θα την κτυπούσε. Η παραπονούμενη κλαίγοντας παρακάλεσε την Μ.Κ.3 να φύγουν από το σπίτι. Στις 11/12/2015 κατόπιν μονομερούς αίτησης του Γραφείου Ευημερίας εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα απομάκρυνσης της παραπονούμενης από την οικογένεια της και ακολούθως μεταφέρθηκε στην Παιδική Στέγη όπου παρέμεινε εκεί μέχρι τα 16 της χρόνια. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε στο πρόγραμμα ημιανεξάρτητης διαβίωσης. Η παραπονούμενη συνέχισε να έχει επαφή με τους γονείς της οι οποίοι την επισκέπτονταν στην Παιδική Στέγη και όταν συμπλήρωσε τα 14 της χρόνια της επιτρεπόταν να επισκέπτεται την οικία της. Μιλούσε με τους γονείς και τον αδελφό της και προσπαθούσε να μην δημιουργούνταν άλλα προβλήματα, γιατί δεν άντεχε άλλο και ήθελε να ηρεμήσει η ζωή της. Πίστευε, ότι τα όσα βίωσε τέλειωσαν στην ηλικία των 12 της χρόνων και ότι δεν θα επηρέαζαν τη ζωή της. Μεγαλώνοντας, όμως, αντιλαμβανόταν πόσο παράξενα συμπεριφερόταν στους ανθρώπους και πως είναι η σεξουαλικότητα της. Σε μια επίσκεψη της στην οικογένεια της, ο κατηγορούμενος της ζήτησε να ξεχάσει το τι συνέβη μεταξύ τους, της είπε ότι είναι η αδελφή του και ότι έτσι την νιώθει, ότι την αγαπά και ότι δεν θα της ξανακάνει τα ίδια. Της ζήτησε, επίσης, να μην πει ποτέ οτιδήποτε σε κανένα αλλιώς θα κινδύνευε η ζωή της, ότι όλοι θα την αποκαλούν «πουτάνα», ότι κανένας δεν θα την δέχεται και θα νομίζουν ότι είναι αηδιαστική. Αυτή του ανέφερε ότι θα τα ξεχνούσε, αλλά τον φοβόταν. Η σχέση τους συνέχισε να είναι τυπική, μιλούσαν αλλά όταν την πλησίαζε για να την κτυπήσει τον απέφευγε. Η παραπονούμενη σταμάτησε να μιλά στον κατηγορούμενο 1 ½ χρόνο πριν την κατάθεση της στην Αστυνομία, την οποία έδωσε στις 08/03/
  3. Μετά από μία κρίση πανικού που έπαθε επισκέφθηκε στις 24/04/2020 για πρώτη φορά τον ψυχολόγο (Μ.Κ.4). Κατά τις συναντήσεις τους συζητούσαν για τη παραμέληση και κακοποίηση, σωματική και ψυχολογική, που δεχόταν από την οικογένεια της. Η παραπονούμενη επισκεπτόταν και άλλους ψυχολόγους πριν επισκεφθεί τον Μ.Κ.
  4. Μετά από οκτώ μήνες συνεργασίας τους και συγκεκριμένα περί τις 20/01/2021, αποκάλυψε για πρώτη φορά στον Μ.Κ.4 τη σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο. Κατά την εξιστόρηση της σεξουαλικής κακοποίηση της στον Μ.Κ.4, η παραπονούμενη ένοιωθε μεγάλη ντροπή, δεν είχε βλεμματική επαφή μαζί του και σπάραζε σε λυγμούς. Σε μία από τις συνεδρίες τους έπαθε κρίση πανικού, δηλαδή, άρχισε να τρέμει, να μην αναπνέει, να έχει σωματικά συμπτώματα και ταχυκαρδία, ειδικά όταν αναφερόταν στη σεξουαλική κακοποίηση της η οποία αφορούσε τις πρωκτικές διεισδύσεις του πέους του κατηγορούμενου στο σώμα της. Στις 25/02/2021, ο Μ.Κ.4 ενημέρωσε την Μ.Κ.1, Λειτουργό του Γραφείου Ευημερίας, για το τι του αποκάλυψε η παραπονούμενη και αυτή με τη σειρά της απέστειλε στις 26/02/2021 σχετική αναφορά στο Σπίτι του Παιδιού. Στις 08/03/2021 η Μ.Κ.1 συνόδευσε την παραπονούμενη στο Αρχηγείο Αστυνομίας, όπου έδωσε την οπτικογραφημένη κατάθεση της. Κατά την αξιολόγηση της παραπονούμενης από την Κλινική Ψυχολόγο στο Σπίτι του Παιδιού (Μ.Κ.6) στην οποία η παραπονούμενη μετά την καταγγελία της παραπέμφθηκε από την Αστυνομία για αξιολόγηση, διαπιστώθηκε ότι παρουσιάζει ενεργή Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (DSM - 5, 309.81), την οποία η παραπονούμενη από τα λεγόμενα της σύνδεσε με τα καταγγελλόμενα περιστατικά. Επίσης, παρουσιάζει υπνική παράλυση η οποία περιλαμβάνεται ανάμεσα στα κριτήρια της πιο πάνω Διαταραχής. Η ψυχολογική στήριξη, που η παραπονούμενη λάμβανε πριν την αξιολόγηση της από την Μ.Κ.6, την βοήθησε να ενδυναμωθεί περισσότερο. Η Μ.Κ.6 της συνέστησε να συνεχίσει την ατομική θεραπεία που λάμβανε από ψυχολόγο. Η παραπονούμενη εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να παρακολουθείται από τον ψυχολόγο της, Μ.Κ.4, μία με δύο φορές τη βδομάδα. Πέραν των πιο πάνω, έχει αναφερθεί από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορουμένου, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής που θα του επιβληθεί, προώθησε στο Δικαστήριο τους μετριαστικούς παράγοντες που, κατά την κρίση του, περιβάλλουν την περίπτωση. Ο κατηγορούμενος, όπως ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του δηλώνει, έστω και σε αυτό το στάδιο, την ειλικρινή μεταμέλεια του. Αναφερόμενος στα γεγονότα της υπόθεσης, ο συνήγορος είπε πως αυτά έχουν καταδειχθεί από το Δικαστήριο. Παρά το ότι δεν έχει επεξηγηθεί αρκετά ή δεν έχει καταδειχθεί για ποιο λόγο ο κατηγορούμενος ωθήθηκε στη διάπραξη των πράξεων για τις οποίες βρέθηκε ένοχος, η Υπεράσπιση, όπως είπε, θεωρεί πως αυτό οφείλεται στο ακατάλληλο οικογενειακό περιβάλλον που υπήρχε την εποχή εκείνη για τον κατηγορούμενο. Σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, ο συνήγορος του υιοθέτησε την κοινωνικοοικονομική Έκθεση που ετοιμάστηκε από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, τονίζοντας ότι ο τότε ανήλικος κατηγορούμενος μεγάλωνε χωρίς καμία εποπτεία και οικογενειακή θαλπωρή. Ήταν και ο ίδιος, όπως είπε, ένα «αφημένο» παιδί το οποίο, δυστυχώς, μεγάλωνε χωρίς την οικογενειακή προσοχή και καθοδήγηση που θα έπρεπε, ως ανήλικο παιδί, να του προσφέρει η οικογένεια του. Ο συνήγορος, αναγνώρισε τη σοβαρότητα των υπό τιμωρία αδικημάτων και ότι αυτά επισύρουν πολυετείς ποινές φυλάκισης, ένεκα, όμως, των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου, η παρούσα περίπτωση θα πρέπει να διαφοροποιηθεί. Συνεχίζοντας, ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να προσμετρήσει, επίσης, προς όφελος του κατηγορούμενου, ότι το Δικαστήριο καλείται να του επιβάλει ποινή μετά από περίπου 10‑12 χρόνια, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος ήταν ανήλικος, ότι μετά τη συμπεριφορά του για την οποία έχει καταδικαστεί δεν διέπραξε οποιοδήποτε άλλο αδίκημα και ότι δεν πρόκειται να διαπράξει στο μέλλον. Ανέφερε, επίσης, ότι όπως προκύπτει από την πιο πάνω Έκθεση ο κατηγορούμενος στο μεταξύ έχει δημιουργήσει μία οικογενειακή ζωή, μακριά από οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά και ότι αυτό που επιθυμεί είναι να προχωρήσει διαφορετικά στη ζωή του. Τέλος, ο συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε όπως το Δικαστήριο εξετάσει το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης σε περίπτωση που του επιβληθεί τέτοια ποινή, παρά το ότι πρόκειται για σοβαρότατα αδικήματα, αφού αυτά «άπτονται» των προσωπικών του περιστάσεων. Ο κατηγορούμενος, όπως είπε ο συνήγορος του, δεν είχε καθοδήγηση, στήριξη αλλά και αγάπη από την οικογένεια του. Επανέλαβε τις αναφορές του για το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, τον χρόνο που παρήλθε μέχρι και σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή, τη μη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος εντός της περιόδου αυτής, ότι στο διάστημα αυτό δεν έχει δείξει οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά και ότι στο μεταξύ έχει δημιουργήσει μία δική του οικογένεια. Καταληκτικά, ζήτησε από το Δικαστήριο όπως επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια προς το πρόσωπο το κατηγορούμενου. Αναμφίβολα τα αδικήματα στα οποία ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος είναι ιδιαίτερα σοβαρά και αυτό αντικατοπτρίζεται από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού κατά παράβαση του Άρθρου 10 του Ν.87(Ι)/2007, ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο, η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή είναι τα 20 έτη φυλάκισης (βλ. κατηγορίες αρ. 1 - 8 και 11 - 18), ενώ για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, όταν γίνεται με κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής πάνω στο παιδί ή με χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής του, το Άρθρο 6
(4)(α) και (γ) του Ν.91(Ι)/2014 προνοεί ποινή φυλάκισης μέχρι και δια βίου (βλ. κατηγορίες 21, 22 και 24). Η ίδια ποινή προβλέπεται και για την 23η κατηγορία που αφορά το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6
(1)
(7)και 19 του Νόμου 91(Ι)/2014, εφόσον το θύμα στην προκείμενη περίπτωση είναι παιδί το οποίο, κατά την διάπραξη του αδικήματος, ήταν ηλικίας κάτω των δεκατριών
(13)ετών. Για το αδίκημα της αιμομιξίας το Άρθρο 147 του Κεφ. 154 προνοεί ποινή φυλάκισης 14 ετών (βλ. κατηγορίες αρ. 9, 10, 19 και 20), ενώ για το αδίκημα της κοινής επίθεσης το Δικαστήριο δύναται, σύμφωνα με τα Άρθρα 4
(1)και
(2)(ιβ) του Νόμου 119 (Ι)/2000, να επιβάλει αυξημένη ποινή από αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα και συγκεκριμένα δύναται να επιβάλει ποινή φυλάκισης δύο χρόνων ή πρόστιμο ή και τις δύο ποινές. Οι προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές συνιστούν ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία v. Kυριάκου κ.α.
(1990)2 Α.Α.Δ. 264, Souilmi v. Aστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ.248, Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Πλείστα εκ των αδικημάτων στα οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και συγκεκριμένα αυτά των κατηγοριών 1-8 και 11-18, απορρέουν από τον Ν. 87 (Ι)/2007, ο οποίος βρισκόταν σε ισχύ κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων των εν λόγω κατηγοριών. Επίσης, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, τα αδικήματα των κατηγοριών 21, 22, 23 και 24, απορρέουν από τον Ν.91(I)/2014, ο οποίος στις 04/07/2014 κατάργησε τον Ν. 87 (Ι)/2007. Οι σκοποί και η φιλοσοφία της ποινικοποίησης πράξεων και συμπεριφορών, που, με βάση τις πρόνοιες του Ν. 91(I)/2014, αποτελούν σεξουαλική εκμετάλλευση ή και κακοποίηση παιδιών, σε σχέση και με το ζήτημα της διαμόρφωσης των ποινών από το Δικαστήριο για τα σχετικά ποινικά αδικήματα, εξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Αστυνομία ν Πατούρη, Ποιν. Έφ. Αρ. 51/2020, Ημερ. 03/12/2020, από την απόφαση του οποίου, για σκοπούς επεξήγησης, παραθέτουμε την ακόλουθη περικοπή: «Ο Νόμος 91(Ι)/2014 θεσπίστηκε με σκοπό την καλύτερη εφαρμογή του νομικού γίγνεσθαι αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, η οποία καθιερώθηκε με πράξεις Διεθνών Οργανισμών. Προπαντός, όμως, έγινε προς εναρμόνιση της ημεδαπής νομοθεσίας με πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο συγκεκριμένο τομέα του δικαίου. Από αυτές, ξεχωρίζει, ιδιαίτερα, η Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου, 2011, (η «Οδηγία»), την οποία ο εν λόγω Νόμος έχει, εν πολλοίς, ως πρότυπο. Στο Προοίμιό της, εκτιμάται, διά της αιτιολογικής σκέψεως 1, ότι:- "Η σεξουαλική κακοποίηση και η σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της παιδικής πορνογραφίας, συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, ειδικότερα των δικαιωμάτων των παιδιών στην προστασία και τη φροντίδα που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους, όπως προβλέπονται στη σύμβαση του 1989 των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης." Ακολούθως, στην αιτιολογική σκέψη 2, εκτιμάται, σύμφωνα με ό,τι διαλαμβάνει το πρόγραμμα της Στοκχόλμης, πως:- "Μια ανοικτή και ασφαλής Ευρώπη που εξυπηρετεί και προστατεύει τους πολίτες παρέχει σαφή προτεραιότητα στην καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης, της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας." Εμφανώς, η προστασία του παιδιού αναγνωρίζεται από το διεθνές και ημεδαπό δίκαιο ως κοινωνική ανάγκη, πηγάζουσα εκ της εγγενούς φύσεώς του. Στο προοίμιο της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού, κυρωθείσας με τον ομώνυμο Νόμο του 1990, (Ν. 243/1990), αναφέρεται, συναφώς ότι: "..., όπως υποδεικνύεται στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού, 'το παιδί, λόγω της σωματικής και διανοητικής του ανωριμότητας, χρειάζεται ειδική προστασία και φροντίδα, συμπεριλαμβανομένης και της κατάλληλης νομικής προστασίας, τόσο πριν όσο και μετά τη γέννησή του'". Στο επίπεδο, ειδικά, της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης, εκτιμάται, στην αιτιολογική σκέψη 12 της Οδηγίας, πως:- "Για τις σοβαρές μορφές σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών θα πρέπει να επιβάλλονται αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινές." Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχοντας ως πρότυπο τις πιο πάνω αρχές, διαμόρφωσε, ανάλογα, τις ποινές οι οποίες επιβάλλονται για αδικήματα που εμπίπτουν στον υπό αναφορά τομέα του δικαίου.». Στην Σ.Λ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 155/2019, Ημερ. 25/02/2021, αναφέρθηκε και το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Η γενετήσια ελευθερία είναι έκφανση της προσωπικής ελευθερίας. Κάθε ενήλικο πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να τελεί γενετήσιες πράξεις με πρόσωπα που συνειδητά επιλέγει. Οι ανήλικοι βρίσκονται σε μια κρίσιμη διαδικασία διαμόρφωσης της προσωπικότητας τους. Έχουν μειωμένη δυνατότητα αντίληψης των δικαιωμάτων τους και των συνεπειών των πράξεων τους. Κατ΄ επέκταση δεν έχουν την ωριμότητα να επιλέγουν τους ερωτικούς τους συντρόφους ή τα πρόσωπα με τα οποία θα αναπτύξουν σεξουαλικές δραστηριότητες. Ο πιο πάνω Νόμος έχει στο επίκεντρο του την προστασία των παιδιών. Όσοι διαπράττουν αξιόποινες πράξεις εις βάρος των παιδιών, βρίσκονται αντιμέτωποι με αυστηρές ποινές.» Επίσης, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Λευκαρίτης κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 135/14 (σχ. με 138/14), Ημερ. 22/11/2016, όπου ο Εφεσειών κρίθηκε ένοχος μετά από παραδοχή του, σε τέσσερεις κατηγορίες για σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιού κατά παράβαση του Άρθρου 10 του Ν. 87(Ι)/2007, «Ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, η ποινή μπορεί να είναι ιδιαίτερα αυστηρή. Όταν στρέφονται κατά νεαρών προσώπων, τα οποία δεν έχουν ακόμη ολοκληρωμένη και ορθή αντίληψη για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής ούτε σταθερές δυνάμεις αντίστασης, τα αδικήματα αυτά καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά.» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Νίκος Πέτρου
(2006)2 Α.Α.Δ, 183 όπου ο εφεσίβλητος παραδέχθηκε ενοχή σε 13 κατηγορίες αιμομιξίας με τη θυγατέρα του λέχθηκε πως το αδίκημα αυτό, «συνιστά γενετήσια εκδήλωση, ηθικά απαράδεκτη, η οποία προσβάλλει τη δημόσια αιδώ και προκαλεί αισθήματα έντονης αποστροφής. Η αξιοπρέπεια του θύματος καταρρακώνεται και τα σημάδια της πράξης παραμένουν ανεξίτηλα». Όπως, περαιτέρω, έχει νομολογηθεί τα σεξουαλικής φύσεως αδικήματα τιμωρούνται από το Δικαστήριο με αποτρεπτικές ποινές, τόσο επειδή στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και επειδή προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα και το ψυχισμό των θυμάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562 και Σ.Α.Χ v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 71/2020, Ημερ. 28/01/2021), ECLI:CY:AD:2021:B23. Στην υπόθεση Κ. Α. Μ. ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 127/2021, Ημερ. 04/11/2022, λέχθηκε ότι «.η επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα όταν τα θύματα είναι παιδιά ή ανήλικα πρόσωπα, την ανωριμότητα, την ευαισθησία ή και την αδυναμία των οποίων εκμεταλλεύονται οι δράστες για να ικανοποιήσουν τις σεξουαλικές τους ορέξεις». Παράλληλα θα πρέπει να αναφερθεί, ότι αποτελεί θλιβερή διαπίστωση η αυξητική τάση στη διάπραξη σεξουαλικών αδικημάτων με θύματα ανηλίκους. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. Αρ. 184/2015 Ημερ. 13/02/18 αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος: «........θα τονίσουμε, όχι απλώς την ανησυχία, αλλά την αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα. Ό,τι πλήττουν είναι το παιδί και ο ευαίσθητος κόσμος του, αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό.» Επίσης, όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση S. J. L. ν Δημοκρατίας, κ.α., Ποιν. Έφ. Αρ. 129/2021, κ. α., Ημερ. 27/10/2022: «. Αναμφίβολα στις περιπτώσεις όπου συγκεκριμένα αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση δικαιολογείται η επιβολή ακόμη πιο αυστηρών ποινών για σκοπούς αποτροπής (Abumazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551 και Selmani κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 235/2013 και 236/2013, ημερ. 5/10/2016). Μόλις σήμερα μας δόθηκε η ευκαιρία σε άλλη υπόθεση παρόμοιας φύσης (Robert Cionel Clarson ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 38/2022, ημερ. 27/10/2022), ECLI:CY:AD:2022:B411 να τονίσουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία διαπράττονται τέτοια εγκλήματα: "Οι υποθέσεις αυτής της φύσεως και γενικά οι υποθέσεις σεξουαλικών αδικημάτων και μάλιστα με θύματα παιδιά δεν βρίσκονται μόνο σε έξαρση, δεν αποτελούν απλώς αδικήματα που δεσπόζουν στο εγκληματικό στερέωμα της Κύπρου, αλλά έχουν πλέον εξελιχθεί σε πρωτοφανή μάστιγα. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί υποχρέωση στα δικαστήρια για επιβολή ιδιαίτερα αποτρεπτικών και συνεπώς αυστηρών ποινών, με αποτέλεσμα οι προσωπικές περιστάσεις να είναι δευτερεύουσας και η εξατομίκευση της ποινής, όσο επιβεβλημένη κι αν είναι, να μην έχει αποφασιστικό ρόλο. Ό,τι έχει σημαίνουσα σημασία είναι η προστασία των παιδιών και των θεμελιακών τους δικαιωμάτων από εγκλήματα αυτής της φύσης, τα οποία συνθλίβουν τον ψυχικό τους κόσμο και εξευτελίζουν την προσωπικότητα τους. [.] Καθοριστική είναι η έντονη ανάγκη αποτροπής και ο τονισμός της αυστηρότητας που απαιτείται σε μια προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το έγκλημα αυτής της φύσης. Έγκλημα εναντίον του παιδιού, της κοινωνίας και του πολιτισμού."». Όπως, λοιπόν, προκύπτει από όλα τα ανωτέρω και την νομολογία, σεξουαλικής φύσης αδικήματα τα οποία στρέφονται εναντίον παιδιών αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερα αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές (βλ. επίσης, Δ.Β.Γ.Κ. v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 3/2022, Ημερ. 29/02/2024 και ARR v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 20/2022, Ημερ. 30/04/2024). Ένεκα δε της ανάγκης για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών οι προσωπικές περιστάσεις σε τέτοιας φύσης αδικήματα, αν και λαμβάνονται υπόψη και έχουν το ρόλο τους στην επιμέτρηση της ποινής, εντούτοις δεν έχουν αποφασιστικό ρόλο. Εκείνο το οποίο προέχει είναι η αυστηρή τιμωρία. Στην υπόθεση Γ.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 178/2017, ημερ. 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457 λέχθηκε ότι, «Η μεγάλη κοινωνική απαξία που τα αδικήματα αυτής της φύσης ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή το παιδί, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις δευτερεύουσας σημασίας». Σοβαρό είναι και το αδίκημα της κοινής επίθεσης το οποίο ο κατηγορούμενος διέπραξε σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις. Η σοβαρότητα του υπό αναφορά αδικήματος έγκειται στο γεγονός ότι η βία στρέφεται ενάντια στη προσωπικότητα, καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του ατόμου και πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Τόκαλλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Η σοβαρότητα της βίας είναι αυτόδηλη όταν αυτή ασκείται κατά μελών της ίδιας οικογένειας. Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Γεωργίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 464, η οποία αφορούσε χρήση βίας από σύζυγο κατά συζύγου, τονίστηκαν τα πιο κάτω σχετικά: «Η σοβαρότητα εγκλημάτων βίας στην οικογένεια είναι αυτόδηλη. Εκτός από το τραύμα που επιφέρουν, τείνουν να πλήξουν τη συνοχή της οικογένειας και την υπόσταση των μελών της...Η βία αντικαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική...Τέτοια συμπεριφορά δεν γίνεται ανεκτή. Πρέπει να εκριζωθεί από την οικογένεια.». Στην προκείμενη περίπτωση, τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων, είναι ιδιαίτερα σοβαρά. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ο κατηγορούμενος ξεκίνησε να κακοποιεί σεξουαλικά την παραπονούμενη, όταν αυτή ήταν στην πολύ τρυφερή ηλικία των 9 χρόνων και συνέχισε τις αποτρόπαιες πράξεις του μέχρι τη συμπλήρωση των 11 χρόνων της. Συγκεκριμένα, εντός της περιόδου των δύο αυτών χρόνων, ο κατηγορούμενος, εξανάγκασε την παραπονούμενη σε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις να τον αυνανίσει, να του κάνει στοματικό έρωτα, να παρακολουθήσει πορνογραφικό υλικό, ενώ προέβη και σε πρωκτική διείσδυση του πέους του στο σώμα της. Η παραπονούμενη αισθανόταν αηδία αλλά και φόβο για τον κατηγορούμενο, ένεκα των απειλών του αλλά και των ξυλοδαρμών που δεχόταν από αυτόν ακόμα και κατά τη διάπραξη των αποτρόπαιων πράξεων του και συγκεκριμένα αυτών της πρωκτικής συνουσίας, όταν αυτή φώναζε από τον πόνο. Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη τη σχέση συγγένειας που ο κατηγορούμενος είχε με την παραπονούμενη, εφόσον ήταν η μικρότερη, κατά έξι χρόνια, αδελφή του. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κ. Ρ. Α., Ποιν. Έφ. Αρ. 122/2022, Ημερ. 01/12/2022 «Όταν ο δράστης είναι ο πατέρας ή ο αδελφός, ανατρέπεται συθέμελα ο ψυχικός κόσμος του παιδιού». Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη, ότι τα αδικήματα διαπράττονταν στην οικία της οικογένειας, χώρο όπου ενώ η παραπονούμενη θα έπρεπε να αισθανόταν ασφάλεια και οικογενειακή θαλπωρή, εντούτοις βίωνε τον εξευτελισμό και την καταρράκωση της αξιοπρέπειας της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κ. Ρ. Α., ανωτέρω). Ως επιβαρυντικό στοιχείο το οποίο, επίσης, λαμβάνουμε υπόψη είναι ότι τα υπό τιμωρία αδικήματα των κατηγοριών 1 έως 8 και 11 έως 18 που απορρέουν από το Ν.87(Ι)/2007, διαπράχθηκαν εναντίον θύματος «ιδιαιτέρως ευάλωτου», εφόσον η παραπονούμενη, σε όλη την ουσιώδη περίοδο, δεν είχε συμπληρώσει την ηλικία των δώδεκα ετών (βλ. άρθρο 12 (β) του πιο πάνω Νόμου). Επιπρόσθετα λαμβάνουμε υπόψη, ότι η έκνομη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, όπως αυτή περιγράφηκε πιο πάνω, τραυμάτισε τον ψυχικό κόσμο της παραπονούμενης, αφού σύμφωνα με τον ψυχολόγο της (Μ.Κ.4) αλλά και τη ψυχολόγο που αξιολόγησε την κατάσταση της κατόπιν παραπομπής της από την Αστυνομία (Μ.Κ.6), αυτή παρουσιάζει μετατραυματικό στρες το οποίο συνδέεται με τα περιστατικά κακοποίησης της από τον κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη μέχρι και σήμερα εξακολουθεί να παρακολουθείται, μία με δύο φορές τη βδομάδα, από τον ψυχολόγο της, Μ.Κ.4. Πέραν της πιο πάνω σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης της, η παραπονούμενη, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου δέχθηκε σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις ξυλοδαρμούς από τον κατηγορούμενο. Συνολικά, λοιπόν, ειδωμένα και αποτιμούμενα τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, είναι ιδιαίτερα σοβαρά και καταδικαστέα. Ο κατηγορούμενος κακοποιούσε και εκμεταλλευόταν σεξουαλικά την ανήλικη αδελφή του εντός μίας μεγάλης περιόδου των δύο χρόνων, αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες των πράξεων του. Αντικειμενικά τέτοιες πράξεις και ενέργειες απολήγουν, σε πλήγμα της προσωπικότητας του θύματος και του ψυχικού του κόσμου, χωρίς να χρειάζεται σχετική μαρτυρία περί τούτο (βλ. Blackstone΄s, Criminal Practice, Έκδοση 2009, σελ. 3109 και Μηνά ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 228/18, ημερ. 16.3.2020), ECLI:CY:AD:2020:B102. Όπως έχει λεχθεί στην Σ. Π. ν. Αστυνομίας,
(2014)2 Α.Α.Δ. 468: «Η αμαύρωση και σπίλωση της παιδικής ψυχικής αθωότητας αποσυνθέτει τον χαρακτήρα του παιδιού σε βαθμό που αποστερείται της φυσιολογικής ζωής.». Τέτοιου είδους συμπεριφορές οι οποίες διαπράττονται σε βάρος ανήλικου παιδιού δεν μπορεί να γίνουν ανεκτές και εκείνο το οποίο προέχει είναι η αυστηρή τιμωρία και η αποτροπή. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να προστατέψει τα δικαιώματα των παιδιών, να διαφυλάξει την υγιή ανάπτυξη τους και να προστατέψει τον ψυχικό τους κόσμο. Σε συνέχεια των πιο πάνω, θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρουμε, ότι η διαπίστωση της ενοχής και η καταδίκη του κατηγορουμένου από το Δικαστήριο, έλαβε χώρα μετά από ακροαματική διαδικασία. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αν και αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του κάθε κατηγορουμένου, να μην παραδεχθεί το κατηγορητήριο του, ώστε, κάτι τέτοιο, να μην μπορεί, ως επιβαρυντικός παράγοντας, να προσμετρά εναντίον του, η παραδοχή, είναι ο πλέον σημαντικός μετριαστικός παράγοντας κατά την επιμέτρηση της ποινής σε τέτοιου είδους αδικήματα, κάτι το οποίο ελλείπει στην παρούσα. Σε υποθέσεις δε όπως και η προκείμενη, που αφορούν σεξουαλικά αδικήματα, η παραδοχή, αποκτά ιδιαίτερη σημασία και επιδρά σημαντικά στην μείωση της ποινής, όταν αυτή γίνεται προτού το θύμα, με την αφήγηση των γεγονότων στο Δικαστήριο, υποχρεωθεί ουσιαστικά, όπως έγινε στην παρούσα υπόθεση αναφορικά με την παραπονούμενη, να βιώσει εκ νέου την τραυματική εμπειρία που έζησε. Στην υπόθεση Γ. Α. ν Δημοκρατίας (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Η παραδοχή ακριβώς υποδηλώνει την αντίληψη του δράστη για το κακό που διέπραξε. Σε περιπτώσεις δε όπως η παρούσα έχει ως αποτέλεσμα να μην υποβληθεί ένα παιδί στην τραυματική εμπειρία της δίκης, όσο προσεκτική και αν είναι η αντιμετώπισή του κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του. Τότε είναι που θα μπορούσε ο εφεσείοντας με ψυχική και συνειδησιακή ταπείνωση έναντι του παιδιού, του οποίου την προσωπικότητα εξευτέλισε και τραυμάτισε ενεργώντας συστηματικά σε μια μακρά περίοδο χρόνου, να επικαλεστεί έμπρακτη μεταμέλεια και μειωμένη ανάγκη για ειδική αποτροπή. Η παρατήρηση βεβαίως αυτή δεν αναφέρεται στο αναφαίρετο δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου να μην παραδεχθεί ενοχή το οποίο, όπως ορθά παρατήρησε το Κακουργιοδικείο, δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας, αλλά στο ότι ένας κατηγορούμενος, ιδιαίτερα υπό τέτοιες περιστάσεις όπου η μη παραδοχή δεν περιορίστηκε στη νομική πτυχή αλλά είχε ως αποτέλεσμα να κληθεί ως μάρτυρας η ανήλικη, δεν μπορεί να τύχει της επιείκειας που θα εδικαιούτο εάν εξέφραζε εξ αρχής πλήρη και έμπρακτη μεταμέλεια.». (βλ. επίσης, Hamieh v. Γενικός Εισαγγελέας,
(2006)2 Α.Α.Δ. 259, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 61/2020, Ημερ. 14/07/2022, ECLI:CY:AD:2022:B304 και Bakhit v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 56/2022, Ημερ. 07/04/2023), ECLI:CY:AD:2023:D136. Συνεπώς, η μη παραδοχή του κατηγορουμένου, αν και αποτελούσε αναφαίρετο του δικαίωμα, εντούτοις του αποστερεί το δικαίωμα έκπτωσης στην ποινή που θα του επιβληθεί, έκπτωση που θα δικαιούταν αν προέβαινε σε παραδοχή. Σε αυτή την υπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, υφίσταται ανάγκη για επιβολή από το Δικαστήριο ποινής προς τον κατηγορούμενο, ανάλογης με τη σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε. Ανάγκη, ωστόσο, που, με βάση την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να σταθμίζεται με την ανάγκη για την εξατομίκευση της ποινής, ώστε, η ποινή που τελικά θα επιβληθεί από το Δικαστήριο, να αρμόζει στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και να λαμβάνει πραγματικά υπόψη, όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που μπορεί να υπάρχουν (βλ. Abe ν. Δημοκρατίας,
(2008)2 A.A.Δ. 211). Διεργασία, απαιτούμενη και αναγκαία, η οποία όμως απαιτεί προσοχή, ώστε, το αποτέλεσμα της, να μην είναι η εξουδετέρωση των στοιχείων εκείνων, που σχετίζονται με τη σοβαρότητα των ποινικών αδικημάτων και την ανάγκη, ως και προελέχθη, για επιβολή αποτρεπτικών και συνεπώς αυστηρών ποινών (βλ. Ιωάννου ν. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 382, Bakhit v. Δημοκρατίας, (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας ν. Niland, Ποιν. Έφ. Αρ. 18/2017, 14/02/2018), ECLI:CY:AD:2018:B79. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου,
(2008)2 Α.Α.Δ. 562: «Η εξατομίκευση της ποινής είναι μια διεργασία απαραίτητη, που σκοπό έχει να προσαρμόσει την ποινή όχι μόνο στο αδίκημα αλλά και στο συγκεκριμένο δράστη. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων, αυτή δεν μπορεί να αφήνεται να οδηγεί στην εξουδετέρωση, είτε της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής είτε του αποτρεπτικού χαρακτήρα της.». Προς μετριασμό της ποινής, λοιπόν, που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο λαμβάνουμε υπόψη το λευκό του ποινικό μητρώο, στοιχείο το οποίο του δίνει την ευχέρεια να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Ψωμά v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 40 και Γενικός Εισαγγελέας ν Ματθαίου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Προς περαιτέρω μετριασμό και εξατομίκευση της ποινής που θα του επιβληθεί, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες του, όπως αυτές αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, την οποία ο συνήγορος του υιοθέτησε. Ειδικότερα λαμβάνουμε υπόψη μας ότι ο κατηγορούμενος, σήμερα, είναι ηλικίας 27 ετών (γεννήθηκε στις 20.12.1997) και προέρχεται από τετραμελή οικογένεια. Ο πατέρας του, ηλικίας 55 ετών, κατάγεται από την Λεμεσό και είναι οδηγός ταξί, ενώ η μητέρα του, ηλικίας 65 ετών, κατάγεται από τις Φιλιππίνες και δεν εργάζεται. Αντιμετωπίζουν και οι δύο γονείς του προβλήματα υγείας και ο ίδιος ανησυχεί ιδιαίτερα για την υγεία της μητέρας του, η οποία μετά από το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη το 2006, αντιμετωπίζει κινητικά προβλήματα και δυσκολεύεται να αυτοεξυπηρετηθεί. Οι σχέσεις του με τους γονείς του είναι καλές και τον στηρίζουν καθ' όλη τη δικαστική διαδικασία, ενώ οι σχέσεις του με την αδελφή του είναι εδώ και χρόνια προβληματικές, ενόψει των καταγγελιών που υπέβαλε εναντίον του. Ο ίδιος αποφοίτησε από την Α΄ Τεχνική Σχολή στον κλάδο Μηχανικής Δίκυκλων και Σκαφών, επάγγελμα όμως το οποίο ποτέ δεν άσκησε. Παρουσιάζει δυσλεξία και εκ γενετής πρόβλημα που δεν του επιτρέπει να αποκτήσει παιδιά. Μετά από ένα χρόνο αναστολής που πήρε από τον στρατό, κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά σε ηλικία 19.5 ετών με ικανότητα 4 (Ι-4), λόγω του ότι ήταν υπέρβαρος. Εξέτισε εναλλακτική θητεία την οποία ολοκλήρωσε το
  1. Μετά την αποστράτευση του μέχρι και το 2023, εργάστηκε σε διάφορους χώρους εργασίας και για μικρά χρονικά διαστήματα, όπως σε αποθήκη, εργοστάσιο, υπεραγορά κ.ά.. Τον τελευταίο χρόνο δεν εργάζεται και συντηρείται οικονομικά από τις αποταμιεύσεις του. Τα τελευταία τρία χρόνια διαμένει στην οικία του παππού της συμβίας του με την οποία διατηρεί δεσμό τα τελευταία πέντε χρόνια. Η τελευταία πάσχει από το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα και είναι άνεργη από το
  2. Αν και η συμβία του προβληματίζεται για το ότι ο ίδιος δεν μπορεί να αποκτήσει παιδιά, εντούτοις παραμένει δίπλα του και τον στηρίζει. Οι βασικές τους ανάγκες καλύπτονται από τους γονείς τους, εφόσον οι ίδιοι δεν εργάζονται. Παρά τη σχετική καθοδήγηση που δέχθηκε, για να συνεργαστεί με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας, αυτός αρνείται και είναι πεπεισμένος ότι τα καταφέρνει μόνος του. Αναφερόμενος σε μία σύντομη συνεργασία που είχε με ψυχίατρο το 2022, ενόψει της αρχικής του σύλληψης για την παρούσα υπόθεση, δήλωσε πως ήθελε να τον καταστρέψει. Λαμβάνουμε υπόψη μας τις προσωπικές του περιστάσεις, όπως αυτές αποκαλύπτονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα επιπρόσθετα ανέφερε ο συνήγορος του, ότι, δηλαδή ο κατηγορούμενος μεγάλωνε χωρίς καμία εποπτεία, οικογενειακή θαλπωρή και χωρίς την οικογενειακή προσοχή και καθοδήγηση που θα έπρεπε, ως ανήλικο παιδί, να του προσφέρει η οικογένεια του. Όπως, όμως, αναφέραμε πιο πάνω σε αδικήματα αυτής της φύσης, δηλαδή, αδικήματα ιδιαίτερα σοβαρά τα οποία χρήζουν αποτροπής, οι προσωπικές περιστάσεις, είναι ήσσονος σημασίας και δεν μπορούν να εξουδετερώσουν ή να αποδυναμώσουν τον αποτρεπτικό χαρακτήρα που πρέπει να έχει η ποινή. Η σημασία τους, έναντι της ανάγκης για αποτελεσματική εφαρμογή του Νόμου, η οποία, για προστασία του παιδιού ειδικά, και του κοινωνικού συνόλου, γενικότερα, προέχει, είναι μειωμένη (βλ. Κ.Χ. ν Δημοκρατίας, Γ.Α. ν Δημοκρατίας, Αστυνομία ν Πατούρη και A. D. ν Δημοκρατίας (ανωτέρω). Έχουμε, περαιτέρω, λάβει υπόψη μας και τις ενδεχόμενες συνέπειες που τυχόν φυλάκιση του θα έχει στους γονείς και τη συμβία του και τούτο δεν μας αφήνει αδιάφορους. Εντούτοις, θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι επιπτώσεις φυλάκισης στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328 και Okmelashvili ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 14/2020, ημερ. 22.12.2021), ECLI:CY:DOD:2021:24. Προσμετρούμε, επίσης, προς όφελος του κατηγορούμενου το νεαρό της ηλικίας του, κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, αφού αυτός ήταν στην ηλικία μεταξύ των 14 χρόνων και 7 περίπου μηνών με 16 χρόνων και 7 περίπου μηνών (ημερ. γέννησης 20/12/1997). Σύμφωνα με τη νομολογία το νεαρό της ηλικίας αποτελεί επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50). Επισημαίνουμε, ωστόσο, ότι ακόμα και στην περίπτωση νεαρών παραβατών, ένα Δικαστήριο δεν θα διστάσει να επιβάλει ποινή φυλάκισης και, μάλιστα, πολυετή αν κρίνει ότι τούτο είναι η μόνη ορθή επιλογή (Christos Charalambous Savvides v. The Republic
(1988)2 C.L.R 51 και Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το ζήτημα της επιβολής ποινής από το Δικαστήριο σε ενήλικα κατηγορούμενο για σεξουαλικά ποινικά αδικήματα που διαπράχθηκαν όταν ήταν παιδί, εξετάστηκε από το Εφετείο στην υπόθεση R v. Ahmed a. o., [2023] EWCA Crim 281. Μετά από ανασκόπηση της σχετικής νομοθεσίας, κατευθυντήριων οδηγιών και νομολογίας, το Εφετείο, αφού πρώτα δήλωσε ότι, στον πυρήνα του, βρίσκεται η αναγνώριση ότι, γενικά, τα παιδιά είναι λιγότερο υπαίτια και λιγότερο ηθικά υπεύθυνα για τις πράξεις τους, απ' ότι οι ενήλικες, έθεσε τα κριτήρια που πρέπει να καθορίζουν το ζήτημα. Από ανέκαθεν, επισημάνθηκε, όσοι κατηγορούμενοι είναι κάτω των 18 ετών όταν εγκληματούν, νομοθετικά και δικαστικά, αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τους ενήλικες. Η περίπτωση τους, ειπώθηκε χαρακτηριστικά, απαιτεί διαφορετική ποινολογική προσέγγιση και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως αν να είναι η μικρό-εκδοχή («cut-down version») ενός ενήλικα παραβάτη. Σύμφωνα με το Εφετείο, οι αρχές δικαίου που αφορούν την επιβολή ποινής ή την ποινολογική προσέγγιση ενός κατηγορουμένου που ήταν ανήλικος κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος, παραμένουν σχετικές και πρέπει να ακολουθούνται, ανεξαρτήτως του πόσα χρόνια πέρασαν μεταξύ της διάπραξης του ποινικού αδικήματος και της επιβολής ποινής. Και αυτό επειδή, η πάροδος του χρόνου, δεν μεταβάλλει το γεγονός του νεαρού της ηλικίας του παραβάτη κατά τον χρόνο της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Διαφορετική προσέγγιση, θα αύξανε ανεπίτρεπτα την υπαιτιότητα που έφερε εκείνη την στιγμή. Οι παράγοντες, συνεπώς, που το Εφετείο έκρινε ως αποφασιστικούς του ζητήματος, είναι οι ακόλουθοι: «(
  1. i)Whatever may be the offender's age at the time of conviction and sentence, the Children guideline is relevant and must be followed unless the court is satisfied that it would be contrary to the interests of justice to do so. (
  2. ii)The court must have regard to (though is not necessarily restricted by: see (
  3. v)below) the maximum sentence which was available in the case of the offender at or shortly after the time of his offending. Depending on the nature of the offending and the age of the offender, that maximum may be (
  4. a)the same as would have applied to an adult offender; (
  5. b)limited by statutory provisions setting a different maximum for an offender who had not attained a particular age; or (
  6. c)limited by statutory provisions restricting the availability of different types or lengths of custodial sentence according to the age of the offender. (iii) The court must take as its starting point the sentence which it considers was likely to have been imposed if the child offender had been sentenced shortly after the offence. (
  7. iv)If in all the circumstances of the case the child offender could not in law have been sentenced (at the time of his offending) to any form of custody, then no custodial sentence may be imposed. (
  8. v)Where some form of custody was available, the court is not necessarily bound by the maximum applicable to the child offender. The court should, however, only exceed that maximum where there is good reason to do so. In this regard, the mere fact that the offender has now attained adulthood is not in itself a good reason. .. (
  9. vi)The starting point taken in accordance with (iii) above will not necessarily be the end point. Subsequent events may enable the court to be sure that the culpability of the child offender was higher, or lower, than would likely have been apparent at the time of the offending. They may show that an offence was not, as it might have seemed at the time, an isolated lapse by a child, but rather a part of a continuing course of conduct. The passage of time may enable the court to be sure that the harm caused by the offending was greater than would likely have been apparent at that time. Because the court is sentencing an adult, it must have regard to the purposes of sentencing set out in s 57 of the Sentencing Code. In each case, the issue for the court to resolve will be whether there is good reason to impose on the adult a sentence more severe than he would have been likely to have received if he had been sentenced soon after the offence as a child.». Από τα προαναφερόμενα - από τα οποία μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση καθότι δεν είναι δεσμευτικά για το Δικαστήριο - προκύπτει ως βασική αρχή ότι, κατά την επιβολή ποινής σε ενήλικα για ποινικό αδίκημα που διέπραξε όταν ήταν παιδί, το «σημείο εκκίνησης», θα πρέπει να είναι η ποινή που θα ήταν πιθανόν ότι θα του είχε επιβληθεί αν καταδικαζόταν γι' αυτό σύντομα μετά την διάπραξη του. Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη, ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά ηλικίας ανάμεσα στο θύμα και τον κατηγορούμενο, παράγοντας που θα επιβάρυνε τη θέση του. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου, ζήτησε, επίσης, όπως ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας, ο χρόνος που διέρρευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Είναι γνωστή η αρχή ότι ο χρόνος είναι μεταξύ των παραγόντων που λαμβάνονται υπ' όψιν κατά την επιμέτρηση της ποινής και μάλιστα έχει νομολογηθεί, ότι εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες κρίνεται απολύτως αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Πεγειώτη κ.α. (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ 355 υποδείχθηκε, ότι η πάροδος μακρού χρόνου από τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή της ποινής, δηλαδή, αν θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Εκτός στις περιπτώσεις όπου θεωρείται απόλυτα αναγκαίο είναι ανεπιθύμητη η επιβολή ποινής φυλάκισης μετά από παρέλευση μακρού χρόνου από την ημέρα της διάπραξης του αδικήματος. Περαιτέρω, ο βασικός λόγος για τον οποίο η καθυστέρηση προσμετρά ως ελαφρυντικός παράγοντας είναι διότι στο μεταξύ οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου μπορεί να έχουν αλλάξει. Επιπρόσθετα, η αποτίμηση της καθυστέρησης ως παράγοντα ελαφρυντικού της ποινής τείνει να μετριάσει την απόσταση που δημιουργείται ως προ το άτομο του παραβάτη, μεταξύ του χρόνου που διαπράττεται το αδίκημα και του χρόνου της τιμωρίας του (βλ. Σωτήρης Αβραάμ v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 365). Στην παρούσα περίπτωση, ο χρόνος που παρήλθε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι την καταγγελία της παραπονούμενης στην Αστυνομία, δεν μπορεί να αποτελέσει ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Δ.Β.Γ.Κ v. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Όπως έχει νομολογηθεί, σε υποθέσεις όπως η παρούσα, τα πράγματα είναι διαφορετικά σε σχέση με τη καθυστέρηση στην καταγγελία του θύτη από ανήλικο. Η καθυστέρηση σε τέτοιου είδους αδικήματα είναι κατανοητή εφόσον είναι σύνηθες ότι χρειάζεται αρκετό θάρρος από νεαρό άτομο γενετήσιας ασέλγειας να το καταγγείλει (βλ. ΧΧΧ Μηνά v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 228/2018, Ημερ. 16/02/2020, ECLI:CY:AD:2020:B102, Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 123 και ΧΧΧ Αθηνάκη v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. Αρ. 218/2017 (σχ. Με 219/2017), Ημερ. 28/07/2020). Πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση που καθ' όλη την περίοδο που λάμβαναν χώρα τα περιστατικά της σεξουαλικής κακοποίησης της παραπονούμενης, αυτή ήταν ηλικίας 9 έως 11 χρόνων και δεχόταν απειλές από τον κατηγορούμενο, αδελφό της, οι οποίες της προκαλούσαν φόβο, τον οποίο φόβο για τους λόγους που εξηγούνται στην καταδικαστική μας απόφαση, εξακολουθούσε να έχει ακόμη και όταν απομακρύνθηκε από την οικογένεια της. Πέραν όμως των απειλών που δεχόταν από τον κατηγορούμενο και τον φόβο που ένοιωθε για τον κατηγορούμενο, δεν είχε ούτε την υποστήριξη από τους γονείς της, από τους οποίους επίσης δεχόταν κακοποίηση και ιδιαίτερα από τη μητέρα της η οποία καθημερινά την κτυπούσε. Δεν παραγνωρίζουμε, ωστόσο, και θα δώσουμε τη δέουσα υπό τις περιστάσεις βαρύτητα, στην καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, ενώ η παραπονούμενη υπέβαλε την καταγγελία της στην Αστυνομία στις 18/03/2021, εντούτοις η κατάθεση του κατηγορούμενου καθώς και οι υπόλοιπες καταθέσεις λήφθηκαν 7 μήνες μετά, χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε δικαιολογία. Επίσης, ενώ η διερεύνηση της υπόθεσης προκύπτει να ολοκληρώθηκε στις 30/03/2022, εντούτοις η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 23/07/2022 και πάλι χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία. Πέραν των πιο πάνω, για την μετέπειτα καθυστέρηση, προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος φέρει σημαντική ευθύνη. Εκτός του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες, κάτι το οποίο ήταν δικαίωμα του, στη συνέχεια με εξαίρεση την αναβολή της ακρόασης από το Δικαστήριο σε τρείς περιπτώσεις, λόγω έλλειψης χρόνου και σε μία περίπτωση κατόπιν αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής, η υπόθεση αναβαλλόταν κατόπιν δικών του αιτημάτων. Συγκεκριμένα, στις 25/09/23 ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ενόψει της απόσυρσης του δικηγόρου του, ο κατηγορούμενος ζήτησε αναβολή, ώστε να του δινόταν η δυνατότητα να διορίσει νέο δικηγόρο. Η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 13/10/2023 και κατά την ημέρα εκείνη η νέα δικηγόρος του η οποία διορίσθηκε εκείνη την ημέρα ζήτησε αναβολή για να μελετούσε την υπόθεση. Η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 06/11/2023 ημερομηνία κατά την οποία αποσύρθηκε και πάλι η δικηγόρος του. Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος προέβη στο διορισμό νέας δικηγόρου, η οποία ζήτησε αναβολή της ακρόασης για να μελετούσε την υπόθεση και το Δικαστήριο, όρισε εκ νέου την υπόθεση για ακρόαση στις 18/12/
  1. Κατά την ημέρα εκείνη το Δικαστήριο ανέβαλε την ακρόαση της υπόθεσης, λόγω έλλειψης χρόνου, ορίζοντας την για ακρόαση στις 13/02/
  2. Κατά την δικάσιμο εκείνη, ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία, όμως κατά την κυρίως εξέταση του Μ.Κ.2, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου αποσύρθηκε η δικηγόρος του και αφού αποδέχθηκε το αίτημα του κατηγορούμενου για αναβολή της ακρόασης, όρισε την υπόθεση για συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας στις 29/02/
  3. Απ' εκεί και πέρα η ακρόαση της υπόθεσης συνεχίστηκε με την προσκόμιση της μαρτυρίας από πλευράς της κατηγορούσας αρχής και της υπεράσπισης μετά που ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία. Είναι λοιπόν προφανές ότι για την πιο πάνω προκληθείσα καθυστέρηση ο κατηγορούμενος, όπως ήδη αναφέρθηκε, φέρει σημαντική ευθύνη. Περαιτέρω, στο μεσοδιάστημα δεν έχει προκύψει να υπήρξε οποιαδήποτε δραματική αλλαγή στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, πέραν από το ότι τα τελευταία πέντε χρόνια διατηρεί δεσμό. Στην βάση των πιο πάνω, θα λάβουμε υπόψη μας το αντικειμενικό γεγονός το οποίο παραμένει και αυτό είναι ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή μετά από πάροδο τριών και πλέον χρόνων από την υποβολή της καταγγελίας της παραπονούμενης και θα του δώσουμε τη δέουσα βαρύτητα, υπό τις περιστάσεις. Η καθυστέρηση αυτή, όμως, δεν είναι ικανή να διαφοροποιήσει το είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή φυλάκισης (βλ. Νικολάου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 45/2019, Ημερ. 03/07/
  4. Η φύση των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει απαιτεί την αυστηρή αντιμετώπιση τους. Οι περιστάσεις διάπραξης τους, επίσης, είναι σοβαρές (βλ. Αστυνομία v ΧΧΧ Βακανά (ανωτέρω)). Η καθυστέρηση αυτή θα ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής και θα παίξει ρόλο στον καθορισμό του ύψους της ποινής και όχι του είδους της. Λαμβάνουμε, επίσης, υπόψη τη μεταμέλεια του κατηγορούμενου ως προς τη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε, όπως αυτή εκφράστηκε μέσω του συνηγόρου του κατά το στάδιο των αγορεύσεων για επιβολή της ποινής, παρά το ότι αυτή δεν αποτελεί ισχυρό ελαφρυντικό παράγοντα. Η μεταμέλεια ενός κατηγορούμενου, έστω και εάν αυτή δηλώθηκε πολύ καθυστερημένα, μετά την καταδίκη του και πριν την επιβολή της ποινής, αποτελεί στοιχείο μετριαστικό της ποινής του, αφού δείχνει, ότι, έστω και στην υστάτη, ο κατηγορούμενος αντιλαμβάνεται και αναγνωρίζει το έκνομο της συμπεριφοράς του. Στην υπόθεση Ισιδώρου v. G. M. Christofi Enterprises Ltd κ.ά
(1999)2 Α.Α.Δ. λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Αναφορικά με την μεταμέλεια πρέπει να πούμε ότι ήλθε πολύ καθυστερημένα. Σε τέτοια δε περίπτωση, καθώς έχει νομολογηθεί, δεν αποτελεί ισχυρό ελαφρυντικό παράγοντα (Βλ. Pouris and Others v. Republic
(1983)2 C.L.R. 178 και Kyriakides v. Republic
(1983)2 C.L.R. 94). Ωστόσο δεν μπορεί να παραβλεφθεί ολότελα. Για το λόγο αυτό θα δοθεί κάποια βαρύτητα στο στοιχείο της μεταμέλειας». Στη υπόθεση, επίσης, MIKE JOEN v. Δημοκρατίας
(2016)2 Α.Α.Δ. αναφέρθηκε πως «.η έκφραση μεταμέλειας κατ΄αρχήν, εν τοις πράγμασι, ισοδυναμεί με έστω και εκ των υστέρων παραδοχή». Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι η ποινή φυλάκισης δεν μπορεί να αποφευχθεί στην παρούσα. Τα αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει και οι περιστάσεις διάπραξης τους είναι ιδιαίτερα σοβαρά και οποιαδήποτε άλλη ποινή, πέραν αυτή της φυλάκισης, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες και σκοπούς του Νόμου. Όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου και οι προσωπικές του περιστάσεις, δεν είναι ικανά να διαφοροποιήσουν το είδος της ποινής, αλλά θα διαδραματίσουν ρόλο στο ύψος της ποινής φυλάκισης που θα επιβληθεί. Προηγούμενες αποφάσεις επιβολής ποινών δεν ενέχουν δεσμευτικό χαρακτήρα καθότι είναι αλληλένδετες με τη φύση και συνθήκες διάπραξης του εκάστοτε αδικήματος και τις προσωπικές συνθήκες του παραβάτη. Είναι, όμως, ενδεικτικές ως προς τον καθορισμό του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων αδικημάτων και των παραμέτρων καθορισμού της ποινής (βλ. Ναζίπ ν Αστυνομίας
(2014)2Β Α.Α.Δ 808, Bistriceanu ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 76/2017, 26/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:B199 και Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 2/2022, 19/12/2022). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Γεώργιου Κυρρη, Ποιν. Έφ.Αρ. 70/2022, Ημερ. 07/02/2023, ο εφεσίβλητος, κατόπιν παραδοχής του, κρίθηκε ένοχος σε έντεκα συνολικά κατηγορίες. Οι εννέα κατηγορίας αφορούσαν το αδίκημα του Άρθρου 6
(4)(α) του Ν. 91
(1)/2014 και οι δύο το αδίκημα του Άρθρου 6
(3)του Ν. 91
(1)/2014, μια εκ των οποίων αφορούσε και το εδάφιο
(7)του εν λόγω Άρθρου. Ο εφεσίβλητος, ο οποίος διατηρούσε φάρμα/σχολή, κατά τις απογευματινές ώρες έκανε μαθήματα ιππασίας και προπονήσεις σε ανήλικα παιδιά και ενήλικες. Η εγκληματική συμπεριφορά στρεφόταν εναντίον τριών ανήλικων προσώπων. Σε επτά περιπτώσεις σε άγνωστη ημερομηνία του Απριλίου του 2021, καταχρώμενος τη θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας και επιρροής, συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με τον Σ.Σ., ηλικίας 17 ετών. Συγκεκριμένα, σε δύο περιπτώσεις τον άγγιξε στα γεννητικά του όργανα, σε τρεις περιπτώσεις προέβηκε σε πεοληχία του, ενώ σε μια εξ' αυτών ο ανήλικος προέβηκε σε πεοληχία του και τέλος, σε μια περίπτωση έβαλε το πέος του στον πρωκτό του ανήλικου. Δυο κατηγορίες αφορούσαν των Δ.Ε., ηλικίας 12 ½ και 13 ½ ετών περίπου για το ότι, σε άγνωστη ημερομηνία του Δεκεμβρίου του 2017 και του Δεκεμβρίου του 2018, τον άγγιξε στα γεννητικά όργανα, βάζοντας το χέρι του μέσα από το παντελόνι του. Άλλες δύο κατηγορίες αφορούσαν τον Κ.Κ., ηλικίας 14 περίπου ετών και ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Ιουνίου 2020 και Φεβρουαρίου 2021, τον άγγιξε στα γεννητικά του όργανα. Επιβλήθηκαν πρωτοδίκως ποινές φυλάκισης 5 ετών σε κάθε μια από τις κατηγορίες που αφορούσαν αγγίγματα στα γεννητικά όργανα των ανήλικων θυμάτων ενώ σε κάθε μια από τις κατηγορίες που αφορούσαν πράξεις πεοληχίας αλλά και στην κατηγορία που αφορούσε περίπτωση εισδοχής του πέους του εφεσίβλητου στον πρωκτό του ανηλίκου, ποινές φυλάκισης 10 ετών. Αποφασίστηκε, περαιτέρω, όπως οι ποινές φυλάκισης συντρέχουν. Κατ΄ έφεση, αποφασίστηκε ότι, δεδομένου ότι η εγκληματική δράση του εφεσείοντα ήταν επαναλαμβανόμενη και στρεφόταν εναντίον τριών ανήλικων θυμάτων, η επιβολή συντρεχουσών ποινών φυλάκισης δεν επαρκούσε για να στιγματίσει την εγκληματική του συμπεριφορά, ούτε εναρμονιζόταν με τη σοβαρότητα των επιμέρους κατηγοριών και διατάχθηκε όπως οι ποινές φυλάκισης των 5 χρόνων που επιβλήθηκαν στις κατηγορίες που αφορούσαν αγγίγματα, εκτιθούν διαδοχικά με τις ποινές των 10 χρόνων που αφορούσαν πεοληχία και πρωτική διείσδυση, έτσι ώστε το σύνολο των ποινών να ανέλθει σε 15 χρόνια. Στην υπόθεση Σ.Α.Χ v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) το Κακουργιοδικείο, μετά από ακροαματική διαδικασία, καταδίκασε τον εφεσείοντα σε 3 κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση των άρθρων 2, 10, 12(β) και (γ) του Ν. 87(Ι)/2007, για 3 ξεχωριστά περιστατικά, κατά τα οποία έβαλε το πέος του στον πρωκτό της παραπονούμενης, η οποία κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν 6-7 χρόνων, άγγιξε με το δάκτυλό του το γεννητικό της όργανο και προσπάθησε να το βάλει μέσα και έβαλε το γεννητικό του όργανο μπροστά στο πρόσωπό της, αντίστοιχα. Περαιτέρω, τον καταδίκασε και σε 2 κατηγορίες, οι οποίες αφορούσαν τα αδικήματα της άσεμνης επίθεσης και της απειλής βιαιοπραγίας. Στις σοβαρότερες κατηγορίες, του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 8 χρόνων. Ο Εφεσειών, ηλικίας 38 χρόνων κατά τον ουσιώδη χρόνο, διατηρούσε σχέση με τη μητέρα της παραπονούμενης. Η έφεση, κατά της ποινής, απορρίφθηκε. Στην υπόθεση Σ.Γ. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), ο εφεσείων παραδέχθηκε 53 κατηγορίες σεξουαλικής εκμετάλλευσης και σεξουαλικής κακοποίησης της παραπονούμενης, αδικήματα τα οποία διήρκησαν 9 χρόνια. Η παραπονούμενη, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, ήταν 5 μέχρι 14 χρόνων και ο εφεσείων, 14 μέχρι 23 χρόνων. Οι κατηγορίες αφορούσαν 46 περιστατικά, κατά τα οποία ο εφεσείων πρόβαλε πορνογραφικό υλικό στην παραπονούμενη, στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, τη χάιδευε στο στήθος και στα γεννητικά όργανα, άγγιζε το γεννητικό του όργανο στα γεννητικά της όργανα και την εξανάγκαζε να του αγγίζει τα γεννητικά του όργανα και να του κάνει πεοθηλασμό. Στον εφεσείοντα, επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, σε όλες τις κατηγορίες, με μεγαλύτερη αυτή των 7 χρόνων, στα αδικήματα, κατά παράβαση του άρθρου 6
(4)(γ) του Ν. 91(Ι)/2014 το οποίο προνοεί ποινή φυλάκισης δια βίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση, επισήμανε ότι, στις περιπτώσεις σοβαρού εγκλήματος, προέχει η στιβαρή αντιμετώπισή του και η προσπάθεια καταστολής του, μέσω αποτρεπτικών ποινών. Στην υπόθεση Ν.Σ. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 99/2021, 11/05/2022, ECLI:CY:AD:2022:B183, στον κατηγορούμενο ο οποίος καταδικάστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία, σε είκοσι επτά διαφορετικές κατηγορίες για το ποινικό αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης ανηλίκου, κατά παράβαση του Άρθρου 10 του Νόμου 87
(1)/2007 και 6
(4)(α) του Νόμου 91
(1)/2014, του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 8 χρόνων. Παραπονούμενη σε όλες τις κατηγορίες ήταν η θυγατέρα του, η οποία, κατά τους χρόνους που οι κατηγορίες αφορούσαν, ήταν, αναλόγως περίπτωσης, από 5 μέχρι 11 χρονών. Ο κατηγορούμενος από την εποχή που η θυγατέρα του ήταν 6 χρόνων την παρενοχλούσε κατ' επανάληψη. Ξαπλώνοντας μαζί της, πότε στον καναπέ και πότε σε κρεββάτι, προσποιείτο τον κοιμισμένο και ακουμπούσε στα γεννητικά της όργανα, πότε το δάκτυλο του, κάνοντας κυκλικές κινήσεις, πότε το πέος του που ήταν σκληρό κάνοντας κινήσεις εμπρός - πίσω και πότε και με τους δύο τρόπους. Η εγκληματική του δράση, διήρκησε για 6 περίπου χρόνια. Η ψυχολογική αξιολόγηση της ανήλικης κατέδειξε την παρουσία σοβαρής και επίμονης συμπτωματολογίας διαταραχής μετα-τραυματικού στρες η οποία συνοδευόταν από συνδετικά συμπτώματα αποπροσωποποίησης. Ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 51 χρονών, είχε λευκό ποινικό μητρώο και ήταν πατέρας άλλων δύο ανήλικων παιδιών. Στην υπόθεση A.F.K. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 44/2018, Hμερ. 06/12/2019 επικυρώθηκε από το Εφετείο συνολική ποινή φυλάκισης 20 ετών για σεξουαλικά αδικήματα εναντίον ανήλικης, που αφορούσαν κατηγορίες βιασμού και άσεμνης επίθεσης. Τα αδικήματα είχαν διαπραχθεί σε τακτική βάση μεταξύ Αυγούστου 2013 έως και τις 30/1/
  1. Κατά τη διάπραξη των αδικημάτων η Παραπονούμενη ήταν ηλικίας 7½ με 9 χρόνων, ο δε Κατηγορούμενος ήταν συμβίος της μητέρας της. Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Κ.P.A. (ανωτέρω) ο Εφεσίβλητος παραδέχτηκε ότι 24 φορές, σε άγνωστες ημερομηνίες την περίοδο μεταξύ 2009 και 2013, διέπραξε το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, «ιδιαιτέρως ευάλωτου», κατά παράβαση του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου του 2007, Ν.87(Ι)/
  2. Θύματα του Εφεσίβλητου, που γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1995 και κατά την ουσιώδη περίοδο ήταν και αυτός ανήλικος, ηλικίας 14 μέχρι 18 χρόνων, ήταν οι μικρότερες αδελφές του Ν. και Χ., που γεννήθηκαν το 2002 και το 2004 και κατά την ίδια περίοδο ήταν ηλικίας 7 μέχρι 11 χρόνων και 5 μέχρι 9 χρόνων, αντίστοιχα. Η εκμετάλλευση συνίστατο, κάθε φορά, στο να ακουμπά και να τρίβει ο Εφεσίβλητος το πέος του στον πρωκτό του κοριτσιού που κακοποιούσε και να εκσπερματώνει στο σώμα της. Την πράξη αυτή διενήργησε 15 φορές επί της Ν. και άλλες 9 φορές επί της Χ. Ως αποτέλεσμα της έκνομης συμπεριφοράς του προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη τόσο στην Ν. όσο και στην Χ. και ο Εφεσίβλητος παραδέχτηκε δύο συναφείς κατηγορίες για πρόκληση ψυχικής βλάβης σε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας κατά παράβαση του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου του 2000, Ν. 119(Ι)/
  3. Παραδέχτηκε ακόμα δύο κατηγορίες, για κοινή επίθεση κατά της Χ. και ότι την απείλησε αναφέροντας της «μπορώ να σε κτυπήσω πάρα πολλά άσσιημα και εν θα θυμάσαι πια τι έγινε». Οι μεγαλύτερες ποινές, δύο χρόνια φυλάκιση, του επιβλήθηκαν στις κατηγορίες της σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Στις υπόλοιπες κατηγορίες επιβλήθηκαν ποινές φυλάκισης μερικών μηνών, με μεγαλύτερη τη φυλάκιση για έξι μήνες στις κατηγορίες της πρόκλησης ψυχικής βλάβης. Το Κακουργιοδικείο διέταξε όπως όλες οι ποινές που αφορούσαν τις κατηγορίες με θύμα την Ν. συντρέχουν μεταξύ τους και είναι διαδοχικές με τις ποινές που αφορούσαν τις κατηγορίες με θύμα την Χ., που επίσης διέταξε να συντρέχουν μεταξύ τους. Ουσιαστικά ο Εφεσίβλητος τιμωρήθηκε με ποινή φυλάκισης δύο χρόνων αναφορικά με κάθε κορίτσι, στο σύνολο τέσσερα χρόνια. Λήφθηκαν υπόψη ως επιβαρυντικοί παράγοντες το γεγονός ότι η κακοποίηση λάμβανε χώρα στην οικία των θυμάτων, τα κατάλοιπα που επέφεραν οι πράξεις του κατηγορούμενου στα θύματα και η τρυφερή τους ηλικία. Ως ελαφρυντικά, λήφθηκαν υπόψη, η παραδοχή του κατηγορούμενου, τονίζοντας τη σημασία της σε τέτοιου είδους υποθέσεις, η μεταμέλεια του και η ηλικία του κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Δηλαδή, ότι ήταν και εκείνος ανήλικος τότε. Περαιτέρω, λήφθηκαν υπόψη οι οικογενειακές του περιστάσεις και ο χωρισμός των γονέων του όταν αυτός ήταν στην ηλικία των 14 χρόνων και την εγκατάλειψη της οικογένειας από τον πατέρα. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε σαφώς λιγότερης σοβαρότητας σεξουαλικές πράξεις εναντίον των θυμάτων από ότι η παρούσα και γενικότερα οι περιστάσεις διάπραξης τους δεν ενέχουν την σοβαρότητα που ενέχουν οι περιστάσεις της παρούσας. Άντληση καθοδήγησης μπορεί να γίνει και από την Αγγλική νομολογία, επισημαίνοντας ωστόσο, ότι έχουμε υπόψη μας τις όποιες διαφοροποιήσεις περιέχουν οι νομοθεσίες σε σχέση με το ύψος των επιβαλλόμενων ποινών. Στην υπόθεση R v. L, [2017] EWCA Crim 43, ο κατηγορούμενος ήταν 51 ετών κατά τον χρόνο της καταδίκης του στις 18/08/
  4. Η υπόθεση αφορούσε, σεξουαλικά ποινικά αδικήματα που διέπραξε όταν ήταν στην ηλικία μεταξύ 14 και 17 ετών, σε βάρος δύο καροτσιών, συγγενών του, πολύ νεαρότερων του. Το κατηγορητήριο ήταν ότι, ο κατηγορούμενος, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, άσεμνα επιτέθηκε στις δύο ανήλικες. Η απόδειξη της ακριβούς ημερομηνίας διάπραξης των ποινικών αδικημάτων, δεν ήταν εφικτή ώστε να μπορούσε να διακριβωθεί ακριβώς η ηλικία του κατηγορουμένου και των θυμάτων του. Αποδείχθηκε ωστόσο ότι, αυτά, είχαν διαπραχθεί εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου: Όταν ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας μεταξύ 14 ετών και δέκα μηνών και 16 ετών και δέκα μηνών, είχε αναγκάσει την C1, η οποία τότε ήταν ηλικίας, περίπου, έξι ετών, να του κάνει στοματικό έρωτα, κάτω από μία κουβέρτα. Περαιτέρω, όταν ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας μεταξύ 14 ετών και ενός μηνός και 16 ετών και ενός μηνός, είχε διεισδύσει την C2, η οποία τότε ήταν ηλικίας εννέα ή δέκα ετών, με τα δάκτυλα του, όταν βρίσκονταν έξω στην αυλή του σπιτιού. Η ποινή του, στηρίχθηκε λαμβάνοντας υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου, το νεαρότερο της ηλικίας που θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις να ήταν, των 14 ετών. Μέχρι την προσαγωγή του στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος είχε 45 καταδίκες, που αφορούσαν μία περίοδο πέραν των 35 χρόνων και στις οποίες περιλαμβάνονταν και δύο κατηγορίες για άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας κάτω των 14 ετών, που αφορούσαν την ίδια περίοδο με τα υπό συζήτηση ποινικά αδικήματα, για τις οποίες, όταν εκδικάστηκε, είχε εκδοθεί διάταγμα επιτήρησης του. Οι επιπτώσεις στα θύματα του, ήταν μακροχρόνιες και σοβαρές. Τους προκάλεσε ψυχική βλάβη, η οποία διήρκησε καθ' όλη την διάρκεια της ζωής τους. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος διέφυγε της δικαιοσύνης για αρκετά χρόνια, όταν καταγγέλθηκε και ανακρίθηκε σχετικά από την Αστυνομία, δεν παραδέχθηκε την προαναφερόμενη έκνομη συμπεριφορά του. Το μέγιστο της προβλεπόμενης ποινής για το ποινικό αδίκημα της άσεμνης επίθεσης (αυτός ήταν τότε ο νομικός χαρακτηρισμός των έκνομων πράξεων του κατηγορουμένου) κατά τον χρόνο διάπραξης των ποινικών αδικημάτων, ήταν πέντε χρόνια φυλάκισης. Του επιβλήθηκαν από το Δικαστήριο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 2 ½ χρόνων. Τα 2 ½ χρόνια που αφαιρέθηκαν από το μέγιστο της προβλεπόμενης ποινής, είχαν αφαιρεθεί για να αντανακλούσε η ποινή στο νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου, των 14 ετών, κατά την ημερομηνία διάπραξης των ποινικών αδικημάτων. Αν και το ζήτημα ενώπιον του Εφετείου του Ηνωμένου Βασιλείου, ήταν κατά πόσο το Δικαστήριο είχε την εξουσία, ένεκα κάποιων νομοθετικών διατάξεων που αφορούσαν το ότι ο κατηγορούμενος ήταν ανήλικος κατά τον χρόνο διάπραξης των ποινικών αδικημάτων, να επιβάλει ποινή φυλάκισης, αποφαινόμενο στο σχετικό ερώτημα καταφατικά, χαρακτήρισε τις επιβληθείσες ποινές φυλάκισης, επιεικείς. Αφήνοντας να εννοηθεί, ότι, υπό τις περιστάσεις, θα μπορούσε να τους είχαν επιβληθεί συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 4 χρόνων. Στην υπόθεση R v. BPO, [2024] EWCA Crim 517, ο κατηγορούμενος, κατά τα έτη 2021 και 2023, αντιστοίχως 59 και 61 ετών κατά τον δεδομένο χρόνο, καταδικάστηκε (λόγω επανεκδίκασης της υπόθεσης) σε τρείς κατηγορίες για το ποινικό αδίκημα του βιασμού. Ο κατηγορούμενος, είχε διαπράξει τα ποινικά αδικήματα εναντίον των δύο ετεροθαλών αδελφών του. Ειδικότερα, η μία κατηγορία αφορούσε ότι, μεταξύ 07/03/1977 και 07/03/1980, ο κατηγορούμενος είχε βιάσει την C
  5. Οι άλλες δύο κατηγορίες, αφορούσαν την C
  6. Συγκεκριμένα, η μία από αυτές, αφορούσε πολλαπλά περιστατικά βιασμού της C2 από τον κατηγορούμενο, τουλάχιστον πέντε φορές, κατά την περίοδο μεταξύ 07/03/1977 και 07/03/
  7. Και η άλλη, αφορούσε ένα περιστατικό βιασμού της C2 από τον κατηγορούμενο, που διαπράχθηκε μεταξύ της 12/02/1976 και 04/04/
  8. Κατά τον χρόνο διάπραξης των ποινικών αδικημάτων, ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας μεταξύ 15 και 18 ετών και η C1 ήταν ηλικίας μεταξύ 8 και 11 ετών. Σε ότι δε αφορούσε την περίπτωση της C2, κατά τον χρόνο διάπραξης των ποινικών αδικημάτων, ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας μεταξύ 14 και 19 ετών και η C2 μεταξύ των ηλικιών 7 και 13 ετών. Οι ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο, έλαβαν ως δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος κατά την ημερομηνία διάπραξης των ποινικών αδικημάτων, ήταν ανήλικος (16 ετών). Ωστόσο, ήταν σε εφηβική ηλικία και η διαφορά ηλικίας που είχε με τα θύματα του, που ήταν οι ετεροθαλή αδελφές του, έναντι των οποίων βρισκόταν σε θέση εμπιστοσύνης, ήταν σημαντική. Τα ποινικά αδικήματα του κατηγορουμένου έναντι των C1 και C2, έλαβαν χώρα στην κατοικία τους και στην κατοικία του παππού και της γιαγιάς τους, και όταν άλλα μέλη της οικογένειας, ακόμη και παιδιά, βρίσκονταν παρακείμενα ή σε παρακείμενα δωμάτια. Οι C1 και C2, μετά τον θάνατο του πατέρα τους κατά το έτος 2017, κατήγγειλαν την εγκληματική δράση του κατηγορουμένου στην Αστυνομία κατά το έτος
  9. Λόγω των όσων βίωσαν από τον κατηγορούμενο, αμφότερες C1 και C2, υπέστησαν μεγάλη ζημιά, η οποία θα είναι ισόβια. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν είχε προηγούμενες καταδίκες, αρνήθηκε ενοχή. Του επιβλήθηκαν από το Δικαστήριο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 5 χρόνων, τις οποίες το Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου δεν τις έκρινε ως έκδηλα υπερβολικές. Στην υπόθεση R v. XWF, [2024] EWCA Crim 358, ο κατηγορούμενος, κατά το έτος 2023, καταδικάστηκε σε δύο κατηγορίες για το ποινικό αδίκημα του βιασμού. Αφορούσαν τον κολπικό βιασμό της βιολογικής του αδελφής σε έξι διαφορετικές περιπτώσεις, μεταξύ 44 και 47 χρόνων προηγουμένως. Λόγω της σχέσης του, ο κατηγορούμενος, έναντι της παραπονούμενης, βρισκόταν σε σχέση εμπιστοσύνης. Λόγω ανωνυμοποίησης στην απόφαση, η ηλικία του κατηγορουμένου και του θύματος κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν μπορούν να εξακριβωθούν. Είναι ξεκάθαρο όμως από την απόφαση ότι, μεταξύ κατηγορούμενου και θύματος, υπήρχε διαφορά ηλικίας τριών χρόνων και ότι, τα τελευταία ποινικά αδικήματα, ο κατηγορούμενος τα διέπραξε όταν είχε πλέον ενηλικιωθεί. Ελάμβαναν χώρα, στην κατοικία τους, όταν οι γονείς τους απουσίαζαν, στο δωμάτιο της παραπονούμενης, πάνω στο κρεβάτι της. Μετά από κάθε περιστατικό, κατά τα οποία εκσπερμάτωνε πάντα, ο κατηγορούμενος απειλούσε το θύμα του με βία αν έλεγε στον οποιονδήποτε για το τι έκαναν. Πριν από κάθε περιστατικό, ο κατηγορούμενος, πάντοτε, είχε καταναλώσει αλκοόλ. Η πρώτη κατηγορία, αφορούσε το περιστατικό του πρώτου βιασμού της παραπονούμενης και η δεύτερη κατηγορία, αφορούσε περαιτέρω περιστατικά βιασμού της όταν συνέβαιναν πανομοιότυπες πράξεις. Ο κατηγορούμενος, σταμάτησε την εγκληματική του δράση, όταν η αδελφή του, του είχε πει ότι πίστευε ήταν έγκυος. Μετά την καταγγελία του στην Αστυνομία από την παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος, ανακρινόμενος, αρνήθηκε ενοχή. Ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος, ο οποίος ήταν λευκού ποινικού μητρώου, επίσης δεν παραδέχθηκε ενοχή. Η παραπονούμενη, στα χρόνια που ακολούθησαν, παρακολουθείτο από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας και η εγκληματική δράση του κατηγορουμένου έναντι της, είχε συμβάλει, σύμφωνα με ψυχολόγο, στην βαθιά ταλαιπωρημένη ενήλικη της ζωή. Η ψυχολογική βλάβη στην παραπονούμενη ήταν σημαντική και είχε μία διάρκεια πέραν των 40 χρόνων. Το Δικαστήριο, στην βάση των προαναφερόμενων, επέβαλε στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 16 χρόνων. Το Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου, έκρινε ότι, παρά τα προαναφερόμενα επιβαρυντικά στοιχεία, λόγω του ότι δεν υπήρχε προσχεδιασμός των βιασμών και ότι αυτοί ήταν απλώς ευκαιριακοί, σε συνδυασμό με το ότι ο κατηγορούμενος όταν ξεκίνησε την παράνομη δράση του ήταν ανήλικος, έκρινε ότι οι επιβληθείσες ποινές ήταν έκδηλα υπερβολικές. Συνεπώς, τις ακύρωσε και τις αντικατάστησε με συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 12 χρόνων. Πρόνοια έγινε, κατά την επιμέτρηση της ποινής στις ξεχωριστές κατηγορίες, ώστε να αντανακλάται το γεγονός ότι η εγκληματική δράση του κατηγορουμένου, ξεκίνησε όταν ήταν 17 ετών, ενώ η μεταγενέστερη, τουλάχιστον μερικώς, όταν ήταν πέραν των 18 ετών (αλλά μικρότερος των 21 ετών) και ήταν επαναλαμβανόμενη. Στην υπόθεση R v. J, [2023] EWCA Crim 651, ο κατηγορούμενος, μετά από ακροαματική διαδικασία, κατά το έτος 2022 καταδικάστηκε από το Δικαστήριο για την διάπραξη σεξουαλικών ποινικών αδικημάτων εναντίον της εξαδέλφης του, κατά το έτος 1996 ή 1997, όταν εκείνος ήταν ηλικίας 16 ή 17 ετών. Το κατηγορητήριο του, αφορούσε δύο ξεχωριστά περιστατικά. Το πρώτο, έλαβε χώρα στην οικία του, όταν ο κατηγορούμενος βρισκόταν μόνος και η παραπονούμενη βρέθηκε να περνά μπροστά από το σπίτι του για να πήγαινε στο σπίτι της γιαγιάς τους που βρισκόταν παρακείμενα. Ο κατηγορούμενος την κάλεσε εντός της οικίας, της έδειξε στην τηλεόραση στο καθιστικό πορνογραφικό υλικό, λέγοντας της ότι τέτοια κάνουν οι ερωτευμένοι και ακολούθως, αφού της χάιδεψε τα μαλλιά, ξεκίνησε να την φιλά στον λαιμό και στο πρόσωπο. Κατόπιν, ξεντύθηκε και έβαλε το θύμα να τον αυνανίσει (κατηγορία αρ. 1: άσεμνη πράξη με παιδί). Ακολούθως, της έβγαλε τα ρούχα και της είπε να ανέβουν στον επάνω όροφο του σπιτιού. Όταν βρίσκονταν στην σκάλα την άγγιζε στο γυμνό της σώμα και διείσδυσε τα δάκτυλα του στον κόλπο της (κατηγορία αρ. 2: άσεμνη επίθεση). Μετά, την βίασε κολπικά (κατηγορία αρ. 3). Στην συνέχεια, διείσδυσε το πέος του στο στόμα της (κατηγορία αρ. 4: άσεμνη επίθεση) και το θύμα έκλαιγε και πνιγόταν. Ακολούθως, αυνανίστηκε, εκσπερμάτωσε πάνω στο χέρι του και, βάζοντας τα δάκτυλα του μέσα στο στόμα του θύματος, την ανάγκασε να καταπιεί το σπέρμα του. Το δεύτερο περιστατικό, έλαβε χώρα στο σπίτι του θύματος, όπου ο κατηγορούμενος είχε κληθεί από την μητέρα της για να την προσέχει ενόσω εκείνη θα απουσίαζε σε έξοδο. Όταν έμειναν μόνοι τους, ο κατηγορούμενος, στον καναπέ του καθιστικού, έβαλε το χέρι του μέσα από την πιτζάμα της παραπονούμενης και διείσδυσε τα δάκτυλα του στον κόλπο της, λέγοντας της ότι την αγαπά (κατηγορία αρ. 6: άσεμνη επίθεση). Κατόπιν, την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα της μητέρα της, όπου και διείσδυσε στον κόλπο της, δονητή που είχε πάρει μαζί του (κατηγορία αρ. 7: άσεμνη επίθεση). Έπραξε το ίδιο και αργότερα, με δονητή που βρήκε σε συρταριέρα στο υπνοδωμάτιο της μητέρας της (κατηγορία αρ. 8: άσεμνη επίθεση). Μετά, αφού είπε στο θύμα να ανέβει στο κρεβάτι, έβγαλε από την τσέπη του προφυλακτικό λέγοντας της ότι με τον τρόπο αυτό δεν θα μπορούσε να μείνει έγκυος. Στην συνέχεια όμως, λέγοντας της ότι υπήρχε και άλλος τρόπος για να αποφευγόταν ένα τέτοιο ενδεχόμενο, την βίασε πρωκτικά (κατηγορία αρ. 9). Το θύμα πονούσε και έκλαιγε και ως αποτέλεσμα αιμορράγησε από τον πρωκτό. Ως αποτέλεσμα των προαναφερόμενων, η ψυχική υγεία της παραπονούμενης, η οποία κατήγγειλε τελικά τα περιστατικά στην Αστυνομία το έτος 2016, επηρεάστηκε σημαντικά. Ως παιδί δεν είχε διάθεση για παιχνίδι και ως έφηβος αργότερα υπέφερε από αναδρομικές σκέψεις, ένοιωθε κατάθλιψη και ανάξια. Υπέφερε από κρίσεις πανικού και είχε διαταραγμένο ύπνο. Μεγαλώνοντας, ένοιωθε απομονωμένη και άχρηστη. Παρακολουθείτο από ψυχολόγο και έπαιρνε φαρμακευτική αγωγή, όμως, οι κρίσεις πανικού συνέχισαν και επιπρόσθετα, υπήρχαν αυτοκτονικός ιδεασμός και επεισόδια αυτοτραυματισμού. Είχε πρόβλημα οικειότητας με τους άνδρες και τον σύζυγο της στον γάμο της, και δεν μπορούσε να μείνει έγκυος. Ο κατηγορούμενος, μετά την καταδίκη του, ανέφερε ότι επειδή είχε και ο ίδιος κακοποιηθεί σεξουαλικά όταν ήταν 10 ετών από στενό του συγγενικό πρόσωπο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, πίστευε ότι οι πράξεις του ήταν φυσιολογικές. Ο κατηγορούμενος, δεν είχε προηγούμενα για σεξουαλικά ποινικά αδικήματα και ήταν σε δεσμό με γυναίκα μαζί με την οποία είχαν αποκτήσει και ένα παιδί τεσσάρων ετών. Το Δικαστήριο, ξεχωρίζοντας ως κύριες, τις κατηγορίες του βιασμού, επέβαλε στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης για τα ποινικά αδικήματα που αφορούσαν το κάθε ένα ξεχωριστό περιστατικό και διέταξε την διαδοχή των ποινών φυλάκισης σε ότι αφορούσε τα ποινικά αδικήματα των δύο ξεχωριστών περιστατικών, επιβάλλοντας στις κατηγορίες του βιασμού 9 χρόνων και 7 ½ χρόνων. Σύνολο, 16 ½ χρόνια. Το Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου, έκρινε έκδηλα υπερβολικές τις ποινές. Είπε ότι ο κατηγορούμενος, θα έπρεπε να κριθεί με δεδομένο ότι, κατά τον χρόνο που διέπραξε τα ποινικά αδικήματα ήταν 16 ετών και τεσσάρων μηνών. Επίσης, η έκπτωση που έλαβε λόγω της ηλικίας του κατά τον ουσιώδη χρόνο, θα έπρεπε να ήταν μεγαλύτερη. Για κατηγορούμενους ηλικίας, κατά τον χρόνο διάπραξης των ποινικών αδικημάτων, 15 με 17 ετών, ήταν αρμόζουσα έκπτωση μέχρι το ½ ή τα 2/3 της ποινής και για τους κάτω των 15 ετών, ακόμη μεγαλύτερη. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος, λόγω της σεξουαλικής κακοποίησης την οποία και ο ίδιος υπέστη όταν ήταν παιδί, δεν είχε την ορθή αντίληψη της συναίνεσης, της εκμετάλλευσης, του εξαναγκασμού και της κατάλληλης σεξουαλικής συμπεριφοράς. Επιπρόσθετα, το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος φρόντιζε την παραπονούμενη εξαδέλφη του κατά τον δεδομένο χρόνο, δεν τον έθεσε, έναντι της, σε θέση εμπιστοσύνης. Ως εκ των ανωτέρω, ακύρωσε τις προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης και επέβαλε στον κατηγορούμενο συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των 9 χρόνων. Έχοντας υπόψη μας όλα τα πιο πάνω και ισοζυγίζοντας, από τη μια τη σοβαρότητα των αδικημάτων και των περιστάσεων διάπραξης τους και συνολικά την όλη εγκληματική συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος επέδειξε, η οποία να σημειωθεί ήταν συστηματική και για περίοδο δύο χρόνων και από την άλλη όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου και ιδιαίτερα το νεαρό της ηλικίας του κατά τη διάπραξη των αδικημάτων, την έλλειψη καθοδήγησης που και ο ίδιος είχε από το οικογενειακό του περιβάλλον, το λευκό του ποινικό μητρώο και την μεταμέλεια του έστω και στο στάδιο που αυτή εκδηλώθηκε, επιβάλλονται σε αυτόν οι ακόλουθες ποινές: Στις κατηγορίες 1, 2, 3, 4, 5, 6, 11, 12, 13, 14, 15, 16, ποινή φυλάκισης 7 χρόνων σε κάθε μια από αυτές. Στις κατηγορίες αρ. 7, 8, 17 και 18, ποινή φυλάκισης 9 χρόνων. Στις κατηγορίες αρ. 9, 10, 19 και 20 ποινή φυλάκισης 5 χρόνων σε κάθε μια από αυτές. Στις κατηγορίες αρ. 21, 22 και 23, ποινή φυλάκισης 8 χρόνων σε κάθε μια από αυτές. Στην κατηγορία αρ. 24, ποινή φυλάκισης 10 χρόνων, και Στις κατηγορίες 25, 26, 27 και 28 ποινή φυλάκισης 8 μηνών σε κάθε μια από αυτές. Οι προαναφερόμενες ποινές φυλάκισης του κατηγορουμένου, να συντρέχουν. Κατ' εφαρμογή των προνοιών του Άρθρου 117
(1)του Κεφ. 155, αυτές θα αρχίσουν να εκτίονται από σήμερα που έχουν ανακοινωθεί στον κατηγορούμενο και θα έχουν την μείωση που αυτό προνοεί, δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση σε ότι αφορά αυτή την υπόθεση, για την περίοδο από 10/07/2024 μέχρι και σήμερα. €160 έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Τυχόν προσωπικά αντικείμενα να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους και τα υπόλοιπα τεκμήρια να καταστραφούν. (Υπ.): .............. Χρ. Ι. Χριστοδούλου, Π. Ε. Δ. (Υπ.): ............... Μ. Γ. Λοϊζου, Α. Ε. Δ. (Υπ.):................ Ε. Χατζήπαπα-Αβραάμ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.