← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.K., Αρ. Υπόθεσης: 11446/2022, 10/7/2024

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Α.K., Αρ. Υπόθεσης: 11446/2022, 10/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. ​ Μ.Γ. Λοϊζου, Α.Ε.Δ. ​ ​ Ε. Χατζήπαπα - Αβραάμ, Ε.Δ. ​ ​ ​ Αρ. Υπόθεσης: 11446/2022 Mεταξύ: ​​​​ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ​​​​​ ​​​​​ v. ​ Α.K. ----------------------------------------------------------------------------------------- Hμερ.:10/07/2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Θ. Παπακυριακού. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Γαβριηλίδης. Κατηγορούμενος, παρών. (H διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, εικοσιοκτώ

(28)συνολικά κατηγορίες και συγκεκριμένα δεκαέξι
(16)κατηγορίες για το αδίκημα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιού, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 10 και 12 του περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας Θυμάτων Νόμου 87(Ι)/2007, (κατηγορίες αρ. 1 έως 8 και 11 έως 18), τέσσερις
(4)κατηγορίες για το αδίκημα της αιμομιξίας κατά παράβαση του Άρθρου 147 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες αρ. 9, 10, 19 και 20), τρείς
(3)κατηγορίες για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6
(4)(α) (γ), 7 και 19 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014, (κατηγορίες αρ. 21, 22 και 24), μία κατηγορία για το αδίκημα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6
(1)
(7)και 19 του Νόμου 91(Ι)/2014 (κατηγορία αρ. 23) και τέσσερις
(4)κατηγορίες για το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση των Άρθρων 2, 3
(1)
(4)και 4
(1)
(2)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμος του 2000 (Ν. 119
(1)/2000) και του Άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες αρ. 25 έως 28). Όπως προκύπτει από τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι σε άγνωστες ημερομηνίες εντός των περιόδων από 24/07/2012 έως 23/07/2013 και από 24/07/2013 έως 03/07/2014 καταχρώμενος τη θέση εξουσίας που κατείχε πάνω σε παιδί και με τη χρήση απειλών εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά την αδελφή του ΑΒ (στο εξής «η παραπονούμενη»), δηλαδή, την εξανάγκασε σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις να τον αυνανίσει (κατηγορίες αρ. 1, 2, 11 και 12), να του κάνει στοματικό έρωτα (κατηγορίες αρ. 3, 4, 13 και 14), να παρακολουθήσει πορνογραφικό υλικό (κατηγορίες αρ. 5, 6, 15 και 16) ενώ προέβη και σε πρωκτική διείσδυση του πέους του στο σώμα της (κατηγορίες αρ. 7, 8, 17 και 18). Του αποδίδεται, επίσης, ότι εντός των πιο πάνω χρονικών περιόδων, σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις για κάθε περίοδο, ήλθε σε πρωκτική συνουσία με την παραπονούμενη, γνωρίζοντας ότι αυτή είναι αδελφή του (κατηγορίες αρ. 9, 10, 19 και 20). Περαιτέρω, του αποδίδεται ότι εντός της περιόδου 04/07/2014 έως 24/07/2014 καταχρώμενος τη θέση εξουσίας που κατείχε πάνω στην παραπονούμενη και με τη χρήση απειλών συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με αυτήν, δηλαδή, την εξανάγκασε να τον αυνανίσει (κατηγορία αρ. 21), να του κάνει στοματικό έρωτα (κατηγορία αρ. 22), να παρακολουθήσει πορνογραφικό υλικό (κατηγορία αρ. 23) ενώ προέβη και σε πρωκτική διείσδυση του πέους του στο σώμα της (κατηγορία αρ. 24). Τέλος, του αποδίδεται ότι σε άγνωστες ημερομηνίες εντός της περιόδου από 24/07/2012 έως 23/07/2013 σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις (κατηγορίες αρ. 25 και 26), σε μία περίπτωση εντός της περιόδου από 24/07/2013 έως 24/07/2014 (κατηγορία αρ. 27) και σε άλλη περίπτωση εντός της περιόδου από 24/07/2012 έως 24/07/2013, παράνομα επιτέθηκε στην παραπονούμενη, δηλαδή, την κτύπησε (κατηγορία αρ. 28). Ο κατηγορούμενος, αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω κατηγορίες και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία. Η Κατηγορούσα Αρχή, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, κάλεσε, συνολικά, εφτά
(7)μάρτυρες κατηγορίες. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, το Δικαστήριο με σχετική ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και κάλεσε αυτόν σε απολογία, εξηγώντας του τα δικαιώματα του. Ο κατηγορούμενος, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Επίσης, κάλεσε τρείς
(3)μάρτυρες υπεράσπισης. Ολόκληρη η μαρτυρία η οποία έχει παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, έχουμε διεξέλθει αυτής και δεν χρειάζεται για σκοπούς της παρούσας απόφασης η λεπτομερής αναπαραγωγή της. Θα αναφερθούμε κατωτέρω συνοπτικά στη μαρτυρία που προσφέρθηκε για να διαφανούν και οι θέσεις των μερών. Μαρτυρία: Η Μ.Κ.1, Ανθή Παρή, η οποία είναι Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών, στο Επαρχιακό Γραφείο Ευημερίας Λεμεσού, στην κατάθεση της, Έγγραφο Α, και τη δια ζώσης μαρτυρία της ανέφερε, ότι στις 29/01/2021 της ανατέθηκε η παραπονούμενη, η οποία από τον Ιούλιο του 2019 είχε ενταχθεί στο πρόγραμμα ημιανεξάρτητης διαβίωσης. Στις 25/02/2021 ενημερώθηκε από τον ψυχολόγο της παραπονούμενης, Αλέξη Αντωνίου (Μ.Κ.4), για την αποκάλυψη σε αυτόν από την τελευταία της σεξουαλικής κακοποίησης της και την άσκηση ψυχολογικής βίας από τον αδελφό της, όταν ήταν στην ηλικία των 9 - 11 ετών. Στις 26/02/2021 απέστειλε σχετική αναφορά στο Σπίτι του Παιδιού και στις 08/03/2021 συνόδευσε την παραπονούμενη στο Αρχηγείο Αστυνομίας με σκοπό να της ληφθεί οπτικογραφημένη κατάθεση. Μετά τη λήψη της κατάθεσης της και αφού της εξηγήθηκε από τον αστυνομικό η διαδικασία που θα ακολουθείτο, η παραπονούμενη της εξέφρασε το φόβο και ανησυχία της ότι ο αδελφός της, σε περίπτωση που αφηνόταν ελεύθερος, θα μπορούσε να την ενοχλήσει στο χώρο που διέμενε. Ένεκα των κινδύνων που ένοιωθαν ότι υπήρχαν, η παραπονούμενη με τη σύμφωνη γνώμη της, μεταφέρθηκε την επόμενη μέρα σε άλλο ελεγχόμενο χώρο. Με τη βοήθεια του ψυχολόγου της και τη συνεχή επικοινωνία που είχε το Γραφείο μαζί της αλλά και τη στήριξη τους, η παραπονούμενη ένοιωσε ασφάλεια και κατόπιν επιθυμίας της σε λιγότερο από ένα μήνα επέστρεψε στο διαμέρισμα της. Από τη μελέτη του φακέλου της παραπονούμενης και της οικογένειας της, πληροφορήθηκε ότι η επίβλεψη της οικογένειας ξεκίνησε από το 2013, μετά από αίτημα του πατέρα της, ένεκα του ότι δεν μπορούσε να διαχειριστεί τη συμπεριφορά του γιού του και τις δυσκολίες που δημιουργούνταν από το πρόβλημα υγείας της συζύγου του. Η επίβλεψη συνεχίστηκε μέχρι το 2015, όταν η παραπονούμενη έκανε αναφορά στην αρμόδια λειτουργό για σωματική και ψυχολογική κακοποίηση που δεχόταν από τη μητέρα και τον αδελφό της. Ένεκα της αναφοράς της αυτής εκδόθηκε διάταγμα απομάκρυνσης της από την οικογένεια και ακολούθως τοποθετήθηκε στην Παιδική Στέγη όπου παρέμεινε μέχρι το 2019 και μετά τοποθετήθηκε στο πρόγραμμα της ημιανεξάρτητης διαβίωσης της μέχρι την ενηλικίωση της. Δεν γνωρίζει κατά πόσο υπήρχαν φροντίστριες στο σπίτι που διέμενε η παραπονούμενη με τους γονείς της. Επιπρόσθετα, η μάρτυρας κατέθεσε, ως τεκμήρια, τη βεβαίωση παραλαβής εγγράφων που αφορούν τη διερεύνηση της πιθανής σεξουαλικής παρενόχλησης, τη Δήλωση ανακριτή προς τη συνοδό πριν τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την παραπονούμενη και τη γραπτή συγκατάθεση της ίδιας ως συνοδού/κηδεμόνα θύματος (βλ. τεκμήρια 1, 2 και 3, αντίστοιχα). Ο Μ.Κ.2, Αστ. 1714 Πανίκος Κωνσταντίνου ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλήματος του Αρχηγείου Αστυνομίας και είναι τοποθετημένος στον Κλάδο Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων, στην κατάθεση του, Έγγραφο Β, αναφέρθηκε στη διαδικασία λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης από την παραπονούμενη στις 08/03/
  1. Ως ο χειριστής της συσκευής οπτικογράφησης κατάθεσε στο Δικαστήριο τους τρείς ψηφιακούς δίσκους της οπτικογραφημένης κατάθεσης και την απομαγνητοφώνηση της (βλ. τεκμήρια 4 και 5, αντίστοιχα). Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η Χριστίνα Χρίστου, Λειτουργός του Γραφείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, η οποία στην κατάθεση της, Έγγραφο Γ, αναφέρει ότι είχε ορισθεί λειτουργός της οικογένειας της παραπονούμενης τον Ιούνιο του
  2. Ένεκα της συμπεριφοράς της μητέρας της παραπονούμενης προς το σύζυγο της, η μητέρα αποδέχθηκε τη συμβουλή της για να επισκεφθεί ψυχίατρο και μετά τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής τα πράγματα, όπως της ανέφερε ο σύζυγος, ηρέμησαν αρκετά στο σπίτι. Η μητέρα αντιμετώπιζε προβλήματα με την υγεία της, μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο. Κατά τις συναντήσεις της με τον κατηγορούμενο δεν προέκυψε κάτι το ανησυχητικό και μέχρι την ημέρα που η παραπονούμενη υπέβαλε καταγγελία για σωματική βία από τη μητέρα και τον αδελφό της, δεν είχε προκύψει οτιδήποτε κατά τη συνεργασία της με τα παιδιά. Η παραπονούμενη για την εν λόγω καταγγελία της, είχε κάνει αναφορά στο σχολείο της και ενεργοποιήθηκε η διαδικασία. Η ίδια έκανε την καταγγελία στην Αστυνομία, επειδή η παραπονούμενη δεν ήθελε να κάνει. Στις 11/12/2015 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα απομάκρυνσης της παραπονούμενης από το σπίτι, το οποίο έγινε απόλυτο στις 31/12/2015 και η παραπονούμενη μετακινήθηκε στην Παιδική Στέγη. Η ίδια δεν γνωρίζει οτιδήποτε για την καταγγελία της παραπονούμενης για σεξουαλική κακοποίηση από τον αδελφό της και από φροντιστή της Παιδικής Στέγης. Σε περαιτέρω ερωτήσεις ανέφερε, ότι κατά τις επισκέψεις της διαπίστωσε ότι το σπίτι όπου διέμενε η οικογένεια της παραπονούμενης έχρηζε επιδιορθώσεων και ότι κάποιες φορές κοιμόντουσαν όλοι σ' ένα δωμάτιο. Περαιτέρω, κατέθεσε, ως Τεκμήριο 6, δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από την επιστολή του Επαρχιακού Γραφείου Ευημερίας προς την Αστυνομία ημερ. 30/03/2022 με συνημμένα σε αυτή, το ενημερωτικό της σημείωμα προς την Αστυνομία, τα διατάγματα του Ε.Δ. Λεμεσού ημερ. 11/12/2015 και 31/12/2015 και τη μονομερή αίτηση με την ένορκη δήλωση που την υποστήριζε ημερ. 11/12/
  3. Κατά την αντεξέταση της, ανέφερε πως μετά την αναφορά της παραπονούμενης για την άσκηση σωματικής βίας από τη μητέρα της και τον κατηγορούμενο, επισκέφθηκε την οικία της οικογένειας. Στην υποβληθείσα θέση, ότι αυτά που λέχθηκαν στην παραπονούμενη και αναφέρονται στην παράγραφο 9 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 11/12/2015, ήταν ένεκα της πικρίας τους προς την παραπονούμενη, για τις ψευδείς της δηλώσεις, απάντησε πως δεν νομίζει να έλεγε ψέματα γιατί στη συνέχεια επισκέφθηκε παιδοψυχολόγο. Το σπίτι όπου διέμενε η παραπονούμενη με την οικογένεια της κατά το 2014 αποτελείτο, εξ' όσων θυμάται, από δύο υπνοδωμάτια, σαλόνι, κουζίνα και μπάνιο. Δεν γνωρίζει τα τετραγωνικά του μέτρα, αλλά ήταν ένα μικρό σπίτι. Για κάποιο χρονικό διάστημα, που δεν θυμάται ποιο ήταν, υπήρχε γυναίκα που βοηθούσε τη μητέρα της παραπονούμενης. Δεν θυμάται εάν η βοήθεια ήταν για κάποιες ώρες ή για όλο το εικοσιτετράωρο. Ο Μ.Κ.4, Αλέξης Αντωνίου στην κατάθεση του, Έγγραφο Δ, και τη δια ζώσης μαρτυρία του ανέφερε, ότι είναι Ψυχολόγος και ότι από το 2017 είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο Ψυχολόγων, στην ειδικότητα της Συμβουλευτικής Ψυχολογίας. Η ειδικότητα αυτή εστιάζει, όπως είπε, στη ψυχολογική περίθαλψη ατόμων με κατάθλιψη, τραύμα και μετατραυματικό στρες. Τα τελευταία 12 χρόνια εργάζεται στο Πολυδύναμο Κέντρο Άγιος Ιωάννης «ο Ελεήμων» της Ιεράς Μητροπόλεως Λεμεσού. Κατά την εργασία του στο εν λόγω Κέντρο τον επισκέφθηκαν πέραν των χίλιων ατόμων για ψυχολογική περίθαλψη, μεταξύ των οποίων, έφηβοι που είχαν κακοποιηθεί, αλλά και ενήλικες που είχαν κακοποιηθεί σεξουαλικά όταν ήταν παιδιά ή έφηβοι. Την παραπονούμενη ξεκίνησε να την παρακολουθεί από τις 24/04/2020 και εξακολουθεί να την παρακολουθεί μία με δύο φορές τη βδομάδα. Κατά τις συναντήσεις τους συζητούσαν για τη παραμέληση και κακοποίηση, σωματική και ψυχολογική, που δεχόταν από την οικογένεια της. Μετά από οκτώ μήνες συνεργασίας τους και συγκεκριμένα περί τις 20/01/2021, η παραπονούμενη του ανέφερε για πρώτη φορά για τη σεξουαλική κακοποίηση της από τον αδελφό της. Στις μετέπειτα συναντήσεις τους, του ανέφερε λεπτομέρειες για την κακοποίηση της αυτή. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε, επίσης, στις διαπιστώσεις του με βάση την κλινική εικόνα της παραπονούμενης κατά την εξιστόρηση των επίδικων συμβάντων καθώς και στα συμπεράσματα του, σύμφωνα με τα οποία, η παραπονούμενη λόγω της σεξουαλικής κακοποίησης της έχει εμφανέστατα συμπτώματα μετατραυματικού στρες, πάσχει από το σύνδρομο «sleep paralysis», ενώ οι κρίσεις πανικού αποτελούν μέχρι και σήμερα ένα ενδεχόμενο. Έχει, επίσης, στοιχεία οριακής διαταραχής προσωπικότητας τα οποία, όπως διευκρίνισε, δεν αναιρούν τα όσα ισχυρίστηκε για την κακοποίηση της. Πρόκειται, όπως περαιτέρω είπε, για ένα άτομο που «φωνάζει» ότι έχει κακοποιηθεί. Αναφέρθηκε, επίσης, στο λόγο που η παραπονούμενη εμπίπτει στο ποσοστό του 20-30% των κακοποιημένων ατόμων που δεν αναφέρουν την κακοποίηση τους, καθώς και στο λόγο που δεν του μίλησε για τη σεξουαλική της κακοποίηση από την αρχή των συναντήσεων τους αλλά μετά από οκτώ μήνες. Αναφέρθηκε, επίσης, στο φόβο που η παραπονούμενη ένοιωθε για τους οικείους της μετά την αποκάλυψη της αλλά και για τις προσπάθειες του πατέρα της προς τον ίδιο για να πείσει την παραπονούμενη να αποσύρει την καταγγελία της. Επιπρόσθετα, αναφέρθηκε και στην παρούσα κατάσταση της παραπονούμενης. Αντεξεταζόμενος, ανάφερε ότι η παραπονούμενη του είχε αναφέρει ότι ο αδελφός της την είχε κτυπήσει αρκετές φορές, ότι την απειλούσε και ότι γι' αυτό τον φοβόταν αρκετά. Δεν είχε εισηγηθεί την ιατροδικαστική εξέταση της, γιατί ο ρόλος του ήταν να θεραπεύσει το ψυχικό τραύμα που βίωσε και όχι να μάθει εάν ευσταθούσαν αυτά που του ανέφερε. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η ανακρίτρια της υπόθεσης, Αστ. 303 Στέλλα Πιτσιλλίδου η οποία, όπως είπε, τον τελευταίο χρόνο υπηρετεί στο Κλιμάκιο Βίας στην Οικογένεια στο ΤΑΕ Λευκωσίας ενώ τα 19 προηγούμενα χρόνια υπηρετούσε στον Κλάδο Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων του Αρχηγείου Αστυνομίας. Στην κατάθεση της, Έγγραφο Ε, αναφέρει ότι στις 08/03/2021, στην παρουσία της Μ.Κ.1, έλαβε κατάθεση από την παραπονούμενη σχετικά με υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης της από τον αδελφό της, αλλά και από εργαζόμενο στην Παιδική Στέγη όπου φιλοξενείτο. Στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης έλαβε στις 18/10/2021 κατάθεση από τον κατηγορούμενο (βλ. τεκμήριο 8), μετά που υπέγραψε σχετικό έντυπο για τα δικαιώματα του (βλ. τεκμήριο 9). Περαιτέρω κατέθεσε, ως Τεκμήριο 10, το ημερολόγιο ενεργείας του Λοχία 3064 από το ΤΑΕ Λεμεσού, ημερ.15/07/22 σχετικά με την αναφορά της παραπονούμενης στην Αστυνομία, ότι της ζητήθηκε από τον πατέρα της να αποσύρει το παράπονο της. Κατά την αντεξέταση της, ανέφερε ότι δεν εξέτασε εάν στην οικία της παραπονούμενης υπήρχε WI-FI ή κάποια συσκευή που θα μπορούσε να ενωθεί με οποιοδήποτε κανάλι που έδειχνε πορνό. Ούτε εξέτασε κατά πόσο ο κατηγορούμενος είχε τηλέφωνο από το οποίο μπορούσε να δείχνει στην παραπονούμενη βίντεο πορνό, αφού όπως είπε δεν υπήρξε από πλευράς του οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι δεν είχε τέτοιο τηλέφωνο ή ότι δεν μπορούσε να της δείξει τέτοια βίντεο. Λόγω της εμπειρίας της στη διερεύνηση τέτοιων υποθέσεων, αλλά και από τη βιβλιογραφία, γνωρίζει ότι μετά την πάροδο τόσων χρόνων δεν θα είχε αξία η ιατροδικαστική εξέταση της παραπονούμενης και γι' αυτό τον λόγο δεν την υπέβαλε σε μια τέτοια διαδικασία. Στη ερώτηση, κατά πόσο γνώριζε αν εκείνη την περίοδο υπήρχε άλλο άτομο που διέμενε στο σπίτι εκτός από την οικογένεια, απάντησε ότι υπήρχε μία αλλοδαπή οικιακή βοηθός, η οποία κατά τον χρόνο της καταγγελίας δεν εντοπίστηκε. Στην υποβληθείσα θέση, ότι αν ασκούσε με επιμέλεια το ανακριτικό της έργο θα διαπίστωνε ότι οι κατηγορίες αρ. 26 και 27 της παρούσας υπόθεσης είναι πανομοιότυπες με αυτές της ποινικής υπόθεσης με αρ. 26727/2015, απάντησε πως δεν γνωρίζει, αφού το κατηγορητήριο δεν ετοιμάζεται από την ίδια αλλά από την Εισαγγελία. Αρνήθηκε τη θέση που της υποβλήθηκε, ότι εάν έκανε σωστά τη δουλειά της θα διαπίστωνε ότι ήταν ψευδείς οι ισχυρισμοί της παραπονούμενης, λέγοντας ότι η υπόθεση διερευνήθηκε. Ως Μ.Κ.6, κατέθεσε η Νατάσα Παπαμάρκου, η οποία από το 2014 είναι εγγεγραμμένη Ψυχολόγος. Από το 2019 εργάζεται ως Κλινική Ψυχολόγος στο Σπίτι του Παιδιού όπου ασχολήθηκε με περίπου 120 περιπτώσεις παιδιών με υποψία σεξουαλικής κακοποίησης. Την παραπονούμενη την γνώρισε όταν παραπέμφθηκε από την Αστυνομία για αξιολόγηση στο Σπίτι του Παιδιού μετά την καταγγελία της για σεξουαλική κακοποίηση της από τον αδελφό της αλλά και από ένα φροντιστή της Παιδικής Στέγης Λεμεσού. Μετά το πέρας των τεσσάρων συναντήσεων τους ετοίμασε σχετική Έκθεση Ψυχολογικής Αξιολόγησης ημερομηνίας 27/07/2021 (βλ. Έγγραφο ΣΤ). Σε αυτή αναφέρει, ότι τα πορίσματα της αξιολόγησης της προέκυψαν από το σύνολο των πληροφοριών που έλαβε κατά τις ψυχοδιαγνωστικές συναντήσεις που είχε με την παραπονούμενη και από τη λήψη του αναπτυξιακού, οικογενειακού και ατομικού της ιστορικού. Αναφέρει, επίσης, ποια είναι τα κλινικά της ευρήματα, ποια ήταν η συναισθηματική κατάσταση της παραπονούμενης όταν περιέγραφε τα περιστατικά σωματικής βίας και εκφοβισμού από τον αδελφό της και ποια είναι η παρούσα ψυχική κατάσταση της. Αναφέρει, επίσης, ότι στη βάση των πληροφοριών που έλαβε κατά τη διάρκεια της ψυχολογικής αξιολόγησης της διέγνωσε, ότι η παραπονούμενη πληρούσε κριτήρια Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες (DSM - 5, 309.81). Σε περαιτέρω εξέταση της, εξήγησε τους ανασταλτικούς λόγους της αποκάλυψης της κακοποίησης από το θύμα. Επίσης, ανέφερε ότι σε πάρα πολλά παιδιά θύματα σεξουαλικής κακοποίησης, διαταράσσονται οι σχέσεις τους με το άλλο φύλο και συχνά στην προσπάθεια τους να διαχειριστούν το άγχος που βιώνουν όταν βρίσκονται κοντά στο αντίθετο φύλο, προσπαθούν να το αποφεύγουν. Η αποφυγή σε υπενθυμίσεις που σχετίζονται με το τραυματικό γεγονός αποτελεί, όπως περαιτέρω ανέφερε, κριτήριο της διαταραχής μετατραυματικού στρες. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε, ότι σκοπός της ψυχολογικής αξιολόγησης είναι η εξέταση της ψυχικής κατάστασης του παιδιού κατά το διάστημα της αξιολόγησης και όχι για να διακριβωθεί εάν το παιδί λέει αλήθεια ή ψέματα. Διαφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε, ότι ουδέποτε η παραπονούμενη της ανάφερε ότι είχε οποιαδήποτε σωματική επαφή με τον αδελφό της, λέγοντας ότι η τελευταία αναφέρθηκε σε γεγονότα που είχε αναφέρει στην οπτικογραφημένη της κατάθεση, αλλά δεν τα περιέγραψε. Ως Μ.Κ.7 κατέθεσε η παραπονούμενη η οποία στην οπτικογραφημένη της κατάθεση (βλ. τεκμήριο 4) και στην προφορική της μαρτυρία περιγράφει τη συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος, κατά τους ισχυρισμούς της, επιδείκνυε προς αυτήν. Συνοπτικά, αναφέρει ότι όταν ήταν 9 χρόνων ο κατηγορούμενος της ζήτησε να φιληθούν και όταν την φίλησε, αυτή ενοχλήθηκε και κατάλαβε ότι δεν ήταν σωστό. Μετά από αυτό το περιστατικό της έλεγε ότι ήθελε να κάνουν «κάτι παραπάνω» και παρά το ότι του έλεγε ότι δεν ήταν σωστό, εκείνος επέμενε. Αναφέρει, επίσης, ότι ο αδελφός της στη συνέχεια, ήθελε να κάνουν «σεξουαλικά πράγματα» που η ίδια σε εκείνη την ηλικία δεν καταλάβαινε τι ήταν. Ξεκίνησε να της περιγράφει με τα παιχνίδια της κάποιες κινήσεις, χωρίς η ίδια να καταλαβαίνει τι της έδειχνε. Μετά άρχισε να της δείχνει «πορνοβίντεο» που η ίδια δεν καταλάβαινε και αυτός προσπαθούσε να της εξηγήσει πως γίνεται το σεξ και πως μια γυναίκα μένει έγκυος. Ο αδελφός της ήθελε αναφέρει να την βλέπει γυμνή και της έδειξε ένα «παιχνίδι» ότι δήθεν ήταν ο άνδρας της και αυτή η γυναίκα του, ότι παντρεύτηκαν και ότι μετά το «γάμο» οι παντρεμένοι κάνουν σεξ. Στη συνέχεια αναφέρεται στην πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος διείσδυσε το πέος του στον πρωκτό της ενώ βρίσκονταν στο δωμάτιο τους. Η εν λόγω πράξη, όπως αναφέρει δεν συνέβη μόνο μία φορά αλλά συνέχισε να λαμβάνει χώρα στο σαλόνι του σπιτιού. Ο κατηγορούμενος, επίσης, την υποχρέωνε να τον αυνανίσει και να του κάνει στοματικό έρωτα. Επίσης, δεχόταν απ' αυτόν απειλές για να μην πει οτιδήποτε γι' αυτά που συνέβαιναν μεταξύ τους και ότι από φόβο τον υπάκουε. Όλα τα πιο πάνω διήρκησαν μέχρι τα 11 της χρόνια, δεν θυμάται πως τέλειωσαν. Απλά δεν το έκανε άλλο, δεν δεχόταν και δεν άντεχε άλλο. Ο κατηγορούμενος, όμως, γινόταν όλο και πιο βίαιος και εξακολουθούσε να την κτυπά. Η μητέρα της, επίσης, την έβριζε και την κτυπούσε. Ακολούθως, αναφέρει ότι στα 12 της χρόνια είχε μιλήσει σε κάποιες φίλες της για την κακοποίηση που δεχόταν από τους γονείς και τον αδελφό της, λόγω όμως του φόβου της και των απειλών που δεχόταν από τον τελευταίο δεν μίλησε για τα υπόλοιπα που της έκανε. Μια φίλη της ενημέρωσε την Σύμβουλο για τη σωματική κακοποίηση της και όταν ρωτήθηκε το επιβεβαίωσε. Μετακινήθηκε στην Στέγη, όπου την επισκέπτονταν οι γονείς της, ενώ στα 14 της χρόνια δικαιούταν να τους επισκεπτόταν και αυτή, στην παρουσία του πατέρα της. Είχε αποφασίσει να μην πει τίποτε σε κανένα για το τι συνέβη με τον αδελφό της. Πίστευε ότι αυτά τέλειωσαν στην ηλικία των 12 της χρόνων και ότι δεν θα επηρέαζαν τη ζωή της. Μεγαλώνοντας, όμως, αντιλαμβανόταν πόσο παράξενα συμπεριφερόταν στους ανθρώπους και πώς είναι η σεξουαλικότητα της. Στη συνέχεια αναφέρεται σ' ένα περιστατικό που έλαβε χώρα μετά τα 16 της χρόνια όταν στην παρουσία της μητέρας της ο αδελφός της πήγε να την κτυπήσει αλλά τελικά κτύπησε την φιλενάδα του. Από εκείνο το επεισόδιο που συνέβη 1 ½ χρόνο πριν την κατάθεση της, σταμάτησε να μιλά του αδελφού της και αγνοούσε την παρουσία του όταν πήγαινε στο σπίτι της. Η πρώτη φορά που μίλησε για τη σεξουαλική της κακοποίηση από τον αδελφό της, χωρίς όμως να αναφερθεί σε λεπτομέρειες, ήταν σε δύο φίλες της. Στο μόνο πρόσωπο που τα είπε όλα είναι στον ψυχολόγο της, τον Αλέξη, και στην κατάθεση της. Στη συνέχεια της κατάθεσης της αναφέρεται στο λόγο που αποκάλυψε στον ψυχολόγο της την κακοποίηση της, πως ένοιωθε όταν του το είπε και γιατί επέλεξε τη δεδομένη χρονική στιγμή να προβεί στην καταγγελία της. Αναφέρθηκε, επίσης, στο πως νιώθει όταν συναναστρέφεται με άλλα πρόσωπα και το σωματικό πόνο που αισθάνεται όταν κάποιο πρόσωπο την αγγίζει. Μετά την αποκάλυψη της στον ψυχολόγο της και τα όσα ανέφερε στην κατάθεση της, νιώθει ότι έφυγε ένα βάρος από μέσα της επειδή κατάφερε να μιλήσει και ότι της πήρε πολλή χρόνο για να αντιληφθεί το πρόβλημα που της δημιουργήθηκε. Αυτό που περίμενε μετά την αποκάλυψη της ήταν ότι κανένας δεν θα την αποδεχόταν και ότι θα την έκριναν, όμως νοιώθει ότι ο κόσμος την ακούει. Συνεχίζοντας, εξέφρασε τις ανησυχίες και το φόβο της για τις αντιδράσεις των γονιών της και του αδελφού της μετά που θα πληροφορούνταν για την καταγγελία της και ειδικά τι θα γινόταν με την προστασία της μετά την ενηλικίωση της. Νοιώθει, επίσης, ότι δεν θα δικαιωθεί γιατί δεν έχει αποδείξεις, κάτι το οποίο συζήτησε με τον ψυχολόγο της και την κα Ανθή. Κατά την αντεξέταση της, διαφώνησε με τις θέσεις που της υποβλήθηκαν, ότι το 2014 ο αδελφός της δεν είχε καμία από τις δύο μάρκες κινητών που είχαν Android και ότι το τηλέφωνο του ήταν μάρκας Nokia. Διαφώνησε, επίσης, με τη θέση που της υποβλήθηκε, ότι το τηλέφωνο του αδελφού της δεν είχε κατά το 2012 τη δυνατότητα να κατεβάσει αυτά τα αρχεία, λέγοντας ότι δεν τα κατέβαζε, αλλά της τα έδειχνε μέσω διαδικτύου στο τηλέφωνο από σελίδες, όταν ήταν συνδεδεμένος στο Wi‑Fi. Εκτός από τη μητέρα της, όλα τα μέλη της οικογένειας είχαν το δικό τους υπολογιστή. Το σπίτι τους δεν ήταν πολύ μεγάλο ούτε πολύ μικρό. Είχε τρία υπνοδωμάτια, ένα μεγάλο χώρο σαλονιού, ένα διάδρομο δύο αποχωρητήρια και μία κουζίνα. Τις πλείστες φορές που συνέβαιναν αυτά τα πράγματα η μητέρα της κοιμόταν στο δωμάτιο της και συνήθως αυτό γινόταν αθόρυβα. Ο πατέρας της δεν βρισκόταν στο σπίτι, αφού έλειπε από το πρωί ως το βράδυ. Αναφορικά με την καταγγελία της εναντίον του αδελφού της και της μητέρας της για την άσκηση σωματικής βίας το 2015, απ' ότι γνωρίζει η υπόθεση οδηγήθηκε στο Δικαστήριο. Δεν γνωρίζει οτιδήποτε για το έγγραφο ημερ. 07/02/2018 με το οποίο δήλωσε ότι δεν είχε παράπονο και ότι δεν επιθυμούσε να καταθέσει ως μάρτυρας. Θυμάται, όμως, ότι ο πατέρας της την πήρε σ' ένα γραφείο και της ζήτησε επίμονα να υπογράψει ένα έγγραφο, το οποίο δεν γνώριζε τι αφορούσε και που ο πατέρας της δεν την άφησε να το διαβάσει. Μετά από λίγες ημέρες, η Λειτουργός της την ενημέρωσε ότι δεν έπρεπε να το υπογράψει και ότι ο πατέρας της έκανε κάτι που δεν έπρεπε. Διαφώνησε με την υποβληθείσα θέση, ότι γνώριζε το περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου, επαναλαμβάνοντας τη πιο πάνω θέση της. Στην υποβληθείσα θέση, ότι μεταξύ του 2012 και 2014 υπήρχε καθημερινώς κοπέλα που βοηθούσε στο σπίτι και τη μητέρα της, λόγω των προβλημάτων υγείας της, απάντησε ότι υπήρχε κοπέλα πριν συμβούν τα επίδικα συμβάντα, όμως δεν θυμόταν να είχαν κατά τη διάρκεια τους. Όταν ο κατηγορούμενος της έδειχνε στον υπολογιστή ή το τηλέφωνο πορνό, αυτή διαμαρτυρόταν αλλά την πίεζε να τα βλέπει. Συνήθως της τα έδειχνε το απόγευμα προς βράδυ. Εκείνες τις ώρες η μητέρα τους κοιμόταν, ενώ ο πατέρας τους ερχόταν μόνο το βράδυ στο σπίτι. Ο λόγος που ποτέ δεν είπε στους γονείς της ότι ο αδελφός της την απειλούσε, ήταν γιατί καθημερινά δεχόταν βία από τη μητέρα και τον αδελφό της και ήξερε πως ότι και να έλεγε στη μητέρα της, αυτή με το παραμικρό θα την κτυπούσε. Ερωτηθείσα αν η μητέρα της είχε αντιληφθεί κάτι την μέρα που την ρώτησε αν την φιλά ο αδελφός της, απάντησε ότι η μητέρα της προσπαθούσε να καταλάβει, γιατί υποψιαζόταν και την ρωτούσε, αλλά από το φόβο της για τον αδελφό της που την απειλούσε ότι θα την σκοτώσει δεν μπορούσε να της πει. Επίσης, το πιο πιθανόν ήταν ότι η μητέρα της δεν θα τη πίστευε και θα την κτυπούσε. Διαφώνησε με τις θέσεις που της υποβλήθηκαν, ότι, δηλαδή, δεν ήταν αληθής η αναφορά της ότι την βίαζε περίπου 2‑3 φορές τη βδομάδα και ότι η αναφορά της αυτή έγινε «καθ' υπερβολή» ένεκα της επιθυμίας της να καταδικασθεί ο αδελφός της. Ο αδελφός της την εξανάγκασε αρκετές φορές να του κάνει στοματικό έρωτα και να τον αυνανίσει, όχι όμως τόσο συχνά όπως όσο όταν την βίαζε. Η πιο πάνω συμπεριφορά του σταμάτησε όταν αυτή συμπλήρωσε τα 11 της χρόνια. Ο ξυλοδαρμός της όμως από τον αδελφό της, που γινόταν καθημερινά, συνεχίστηκε μέχρι και τα 12 της χρόνια, που μετακινήθηκε στη Παιδική Στέγη. Στην υποβληθείσα θέση, ότι εάν πράγματι συνέβαιναν τα όσα καταλογίζει στον αδελφό της, η μητέρα της θα το αντιλαμβανόταν, απάντησε πως αν το γνώριζε τίποτα από όλα αυτά δεν θα συνέβαινε και δεν θα αναγκαζόταν να φύγει από το σπίτι και να μην είναι με τους δικούς της. Διαφώνησε με τη θέση, ότι η μητέρα τους ήταν πάντα παρούσα και συνεπώς δεν θα μπορούσαν να συμβούν τα επίδικα συμβάντα, λέγοντας ότι λόγω της φυσικής της κατάστασης, δεν μπορούσε να περιφερόταν συνέχεια στο σπίτι και ότι τις πλείστες φορές βρισκόταν στο κρεβάτι γιατί ένιωθε αδυναμία. Ο πατέρας της μετά τη καταγγελία της στην Αστυνομία, της έλεγε ότι αν συνέχιζε την καταγγελία δεν θα της ξαναμιλούσε, ότι η μητέρα της θα αυτοκτονούσε εάν ο αδελφός της πήγαινε φυλακή, ότι εάν χρειαζόταν τη βοήθεια του δεν θα της την έδινε και ότι θα προσπαθούσε να της καταστρέψει τη ζωή της. Διαφώνησε με τη θέση, ότι τα όσα καταλογίζει στον κατηγορούμενο είναι ψέματα. Από την αντίπερα όχθη, ο κατηγορούμενος στην γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Ζ), αρνείται τις κατηγορίες που του αποδίδονται λέγοντας, ότι ακόμα και στην απίθανη περίπτωση που ήθελε να προβεί στις «αποτρόπαιες» πράξεις προς την αδελφή του, αυτό δεν θα ήταν εφικτό καθότι στην οικία που διέμεναν υπήρχε οικιακή βοηθός για όλο το 24ωρο. Η μητέρα του περί το 2006 έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο και έκτοτε παρουσιάζει αριστερή ημιπληγία, όπως αναφέρεται στην ιατρική έκθεση ημερ. 11/08/2006 την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
  4. Ένεκα του προβλήματος της δεν μπορούσε να τους βοηθήσει και για το λόγο αυτό από το 2006 είχαν οικιακή βοηθό η οποία τους φρόντιζε. Επειδή η αδελφή του είχε τα περισσότερα προβλήματα και χρειαζόταν περισσότερη φροντίδα, η εκάστοτε οικιακή βοηθός τον περισσότερο χρόνο ήταν με την αδελφή του. Ο ίδιος τις περισσότερες ώρες βρισκόταν εκτός σπιτιού. Το σπίτι ήταν με τέτοιο τρόπο διαρρυθμισμένο που δεν υπήρχε καμία «ιδιωτικότητα». Το πρώτο δωμάτιο χρησιμοποιείτο αποκλειστικά από την εκάστοτε οικιακή βοηθό, το δεύτερο το οποίο ήταν δίπλα από το πρώτο ήταν το υπνοδωμάτιο του ιδίου και της αδελφής του και το τρίτο υπνοδωμάτιο, στο οποίο διέμεναν οι γονείς τους, ήταν ενωμένο με το δικό τους δωμάτιο καθότι υπήρχε άνοιγμα χωρίς πόρτα. Παρά την πιο πάνω διαρρύθμιση στην πραγματικότητα η αδελφή του συνήθως κοιμόταν με την οικιακή βοηθό ενώ ο ίδιος κοιμόταν στο δωμάτιο των γονιών του και κάποτε στο σαλόνι. Εάν, όπως είπε, γινόταν οτιδήποτε σ' ένα από τα δωμάτια, ένεκα της διαρρύθμισης τους, οποιοδήποτε πρόσωπο βρισκόταν στο σπίτι θα μπορούσε να το ακούσει. Σχετικά με τη θέση του, ότι στο σπίτι υπήρχε οικιακή βοηθός, κατέθεσε, ως τεκμήριο 14, αποδείξεις των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι ποτέ δεν κτύπησε την αδελφή του και προς υποστήριξη της θέσης του αυτής κατέθεσε, ως Τεκμήριο 16 δήλωση της αδελφής του ημερομηνίας 07/02/2018 ότι δεν είχε οποιοδήποτε παράπονο εναντίον του ιδίου και της μητέρας του, ότι δεν επιθυμούσε να καταθέσει στο Δικαστήριο στην ποινική υπόθεση με αρ. 26727/2015 (Τεκμήριο 15) που καταχωρήθηκε εναντίον τους μετά την καταγγελία της ότι της επιτέθηκαν εντός της περιόδου από το 2012 μέχρι και το 2015, ότι το όλο θέμα δημιουργήθηκε λόγω «ατυχών παρεξηγήσεων» και ότι οι σχέσεις τους πλέον έχουν αποκατασταθεί. Θέση του ήταν ότι, εξ' όσων πληροφορήθηκε μεταγενέστερα, είναι η αδελφή του που παρακάλεσε τον πατέρα της να προβεί στην πιο πάνω δήλωση, καθότι αντιλήφθηκε το λάθος της και δεν επιθυμούσε να συνεχιστεί η υπόθεση εναντίον της οικογένειας. Συνεπεία των πιο πάνω απαλλάχτηκε από τα αδικήματα που αντιμετώπιζε. Δεν μπορεί να γνωρίζει, για ποιο λόγο η αδελφή του τα τελευταία χρόνια προβαίνει σε καταγγελίες εναντίον του για αδικήματα που ουδέποτε διέπραξε. Οι όποιες διαφωνίες και καυγάδες που είχε με την αδελφή του στο παρελθόν ήταν σαν τις «κλασσικές» διαμάχες που συμβαίνουν μεταξύ μικρών αδελφιών. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι από τις φωτογραφίες, Τεκμήριο 17, προκύπτει ότι κανένας φόβος δεν υπήρχε, αλλά μόνο αδελφική αγάπη. Θέση του ήταν, ότι μέχρι την υποβολή της καταγγελίας εναντίον του η σχέση του με την αδελφή του ήταν καλή και μάλιστα την βοηθούσε οικονομικά από την εργασία του. Μετά απομακρύνθηκε από κοντά του χωρίς να γνωρίζει τον λόγο και τον κατάγγειλε για πράγματα που ουδέποτε έκανε. Στην ανακριτική του κατάθεση, τεκμήριο 8, την οποία υιοθέτησε, αναφέρει ότι δεν είχε σχέση με την αδελφή του και ότι με το ψέμα της θα τον καταστρέψει. Η μητέρα του έπαθε εγκεφαλικό το 2008 και όταν σχόλανε από το σχολείο τη φρόντιζε και μετά έφευγε από το σπίτι. Αρνήθηκε τα όσα του αποδίδονται, λέγοντας ότι ποτέ δεν συνέβησαν και ότι είναι ψέματα. Αρνήθηκε ότι ζήτησε από την αδελφή του να ξεχάσει τα όσα συνέβησαν μεταξύ τους και ότι της είπε ότι την αγαπά, λέγοντας ότι ποτέ δεν είχε καλή σχέση μαζί της και ποτέ δεν μιλούσαν. Οι γονείς του δεν πιστεύουν ότι συνέβησαν αυτά που του αποδίδονται. Η αδελφή του πηγαίνει σε ψυχίατρο και είναι ο μόνος στην οικογένεια που δεν πηγαίνει σε ψυχολόγο. Είναι ένας «νορμάλ» άνθρωπος, ο πιο λογικός. Ο λόγος που τον κατάγγειλε η αδελφή του είναι, γιατί τον ζηλεύει από μωρό και έχει ψυχολογικό πρόβλημα. Θέλει να τον βάλει φυλακή και αυτό του το είπαν οι γονείς του. Είναι κάτι «παραφύσικο» να κάνει ένας αδελφός αυτό το πράγμα. Κατά την αντεξέταση του, διαφώνησε με την υποβληθείσα θέση ότι ο λόγος που ξεκίνησε η επίβλεψη της οικογένειας από το Γραφείο Ευημερίας το 2013, ήταν γιατί δεν μπορούσε ο πατέρας του να χειριστεί τη συμπεριφορά του, λέγοντας πως κανένας από το εν λόγω Γραφείο δεν επισκεπτόταν την οικογένεια. Έβλεπε την οικιακή βοηθό που τους φρόντιζε και μετά το φαγητό ο ίδιος έφευγε από το σπίτι. Η αδελφή του απομακρύνθηκε από κοντά του όταν το Γραφείο Ευημερίας της «επέβαλε» να τον κατηγορήσει ότι την είχε δείρει. Και ο ψυχολόγος της, Αλέξης Αντωνίου, αλλά και άλλοι της το επέβαλαν ένεκα του ότι ο ίδιος είχε πρόβλημα με την αστυνομία και θέλουν να τον στείλουν στη φυλακή. Ο λόγος που στην κατάθεση του είπε ότι δεν είχε καλές σχέσεις με την αδελφή του ήταν, γιατί δεν ακολουθούσε τις συμβουλές του, τον ζήλευε από μωρό. Διαφώνησε με τη θέση, ότι ο λόγος που η αδελφή του απομακρύνθηκε από την οικία το 2015 ήταν γιατί ανέφερε στο Γραφείο Ευημερίας ότι δεχόταν σωματική και ψυχολογική κακοποίηση από αυτόν και τη μητέρα τους, υποστηρίζοντας ότι ήταν δική της επιλογή να φύγει, «λόγω οικονομικών». Ήθελε όπως περαιτέρω ανέφερε, να τη βοηθήσει το Γραφείο Ευημερίας για να μπορέσει να σπουδάσει. Στην αδελφή του αρέσει να της δίνουν σημασία. Με τη καταγγελία της αποσκοπούσε να εκμεταλλευτεί οικονομικά το κράτος. Παρά το ότι της ζητούσαν να επιστρέψει στο σπίτι, αυτή τους έλεγε ότι δεν ήθελε γιατί είχε συμφέρον από το Γραφείο Ευημερίας. Ποτέ δεν κτύπησε την αδελφή του, επειδή την αγαπά παρά το ότι τώρα βρίσκεται στο Δικαστήριο. Ερωτηθείς σχετικά με την αναφορά της λειτουργού Μ.Κ.3 στο Τεκμήριο 6, ότι στην παρουσία της είχε ζητήσει από την αδελφή του να πάει σε ψυχίατρο και να φύγει από το σπίτι, απάντησε ότι η προαναφερόμενη Λειτουργός λέει ψέματα, βοηθά την αδελφή του και ότι συνωμότησαν εναντίον του. Αναφορικά με τη Δήλωση της παραπονούμενης (Τεκμήριο 16), διαφώνησε ότι η τελευταία το υπέγραψε κατόπιν πίεσης του πατέρα της. Διαφώνησε, ότι έμενε αρκετές ώρες με την αδελφή του, λέγοντας ότι φρόντιζε τη μητέρα του για μία-δύο ώρες και μετά έφευγε από το σπίτι. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η μητέρα του κατηγορουμένου και της παραπονούμενης η οποία στην κατάθεση της ημερ. 9.11.21 (Έγγραφο Η1 και Η2), αναφέρει ότι δεν γνώριζε για το παράπονο της θυγατέρας της εναντίον του γιου της μέχρι τη μέρα που ενημερώθηκε από την αστυνομία. Δεν είναι αλήθεια ότι ο κατηγορούμενος κακοποίησε σεξουαλικά τη θυγατέρα της μεταξύ της περιόδου από 2012 -
  5. Εκείνο το διάστημα βρισκόταν στο σπίτι με τα παιδιά της, γιατί από το 2006 η υγεία της δεν ήταν καλή και γι' αυτό δεν μπορούσε να εργαστεί ή να πάει κάπου μόνη της. Από το 2007 είχε στο σπίτι της οικιακή βοηθό η οποία την βοηθούσε, καθάριζε το σπίτι και φρόντιζε τα παιδιά. Ο κατηγορούμενος μετά το σχολείο τη φρόντιζε και μετά πήγαινε έξω για παιχνίδι, η δε κόρη της έμενε στο σπίτι και έπαιζε. Η ίδια ήταν ξύπνια όλη την ώρα, επειδή όταν έπαιζε η παραπονούμενη φώναζε και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Η παραπονούμενη ποτέ δεν της παραπονέθηκε για οτιδήποτε και δεν είδε ποτέ να συμβαίνει κάτι κακό μεταξύ των παιδιών της. Διαφωνούσαν σαν αδέλφια, αλλά τίποτε περισσότερο. Αναφέρει, επίσης, ότι όλες οι οικιακοί βοηθοί έπλεναν με τα χέρια τους τα εσώρουχα τους πριν τα βάλουν στο πλυντήριο και ποτέ δεν της είπαν οτιδήποτε για αίμα ή κάτι ασυνήθιστο με τα εσώρουχα της παραπονούμενη. Δεν θυμάται ποιαν οικιακή βοηθό είχαν εκείνο το διάστημα και ότι η τελευταία έφυγε τον Δεκέμβριο του
  6. Σε περαιτέρω ερωτήσεις ανέφερε, ότι για την περίοδο από το 2012 έως το 2015 είχε ως οικιακή βοηθό την ανιψιά της από τις Φιλιππίνες. Τα απογεύματα δεν κοιμόταν, γιατί η κόρη της φώναζε αλλά και γιατί είχε τρομερούς πόνους. Ο γιος της μετά το φαγητό πήγαινε taekwondo και στη συνέχεια έφευγε από το σπίτι. Δεν υπήρχε περίπτωση τα παιδιά να απομονώνονταν και να βίασε την κόρη της ο γιός της, γιατί το σπίτι, εκτός από την τουαλέτα, δεν είχε πόρτες. Ο άντρας της δεν κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι μαζί της. Σε αυτό κοιμόταν η ίδια με την κόρη της και στο πάτωμα του δωματίου της ο γιός της. Η οικιακή βοηθός-ανιψιά της κοιμόταν στο σαλόνι και ο άντρας της σε άλλο κρεβάτι. Σε ότι αφορά το παράπονο της κόρης της το 2015, ανέφερε ότι μετά που η κόρη της την έσπρωξε και έπεσε κάτω, την χαστούκισε. Η κόρη της μετάνιωσε για την πράξη της αυτή, της απολογήθηκε και επειδή δεν ήθελε να συνεχίσει την υπόθεση, διάβασε τα «χαρτιά» που της έφερε ο πατέρας της και τα υπέγραψε. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε, ότι η κόρη της την κτύπησε αρκετές φορές, ακόμη και μέσα στο αυτοκίνητο στην παρουσία του πατέρα της. Όταν της έλεγε ότι θα την πάρει Δικαστήριο, αυτή της απαντούσε «Αν με πάρεις Αστυνομία, η Αστυνομία είναι με το μέρος μου, το Γραφείο Ευημερίας είναι με το μέρος μου, το Δικαστήριο είναι με το μέρος μου και θα νικήσω εγώ». Γι' αυτό δεν την κατάγγειλε αλλά και για να μη διασπάσει την οικογένεια. Ανέφερε, επίσης, ότι πέρσι της ομολόγησε η κόρη της, ότι ο ψυχολόγος της, ο Αλέξης, η Χριστίνα και η Ανθή την «έβαλαν» να καταχωρήσει υπόθεση εναντίον του γιού της. Στην ερώτηση, για ποιο λόγο μετά την πιο πάνω ομολογία της κόρη της, δεν ενημέρωσε την Αστυνομία απάντησε, ότι της είπε η κόρη της «Θα είμαι κερδισμένη από αυτή την υπόθεση και θα δω τον αδελφό μου να πηγαίνει φυλακή». Την οικιακή βοηθό της κατά την περίοδο 2011-2015 την πλήρωνε η Κυβέρνηση. Αυτό φαίνεται και από τα έγγραφα που έχει ο δικηγόρος του κατηγορούμενου. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο πατέρας του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης, ο οποίος στην κατάθεση του, Έγγραφο Θ, ημερ. 18/10/21 αναφέρει ότι ούτε η παραπονούμενη του ανέφερε οτιδήποτε σχετικά με την καταγγελία της για τα όσα συνέβησαν την περίοδο 2012- 2015, αλλά ούτε και ο ίδιος αντιλήφθηκε οτιδήποτε. Δούλευε, ως οδηγός ταξί, από τις 08:00 μέχρι τις 20:00 και κάποτε τα μεσημέρια πήγαινε στο σπίτι για διάλειμμα. Ένεκα των προβλημάτων υγείας της συζύγου του έπρεπε αναγκαστικά εκείνη την περίοδο να έχει επί μονίμου βάσεως φροντίστρια για την σύζυγο του. Από το 2006 έως το 2015 είχαν διάφορες φροντίστριες που διέμεναν μαζί τους, αλλά δεν θυμάται τα ονόματα τους. Αυτές πληρωνόντουσαν από το Γραφείο Ευημερίας και δεν έχει περισσότερα στοιχεία γι' αυτές. Κατά τη διάρκεια που ο ίδιος βρισκόταν στο σπίτι δεν πρόσεξε οποιαδήποτε ένταση ή σοβαρή διαφωνία μεταξύ των παιδιών του. Το σπίτι είχε 4 δωμάτια, στο καθιστικό είχαν ένα γραφείο με computers και συνήθως τσακώνονταν για το ποιος θα έπαιζε πιο πολλή ώρα. Η σχέση τους όπως τους έβλεπε τις ώρες που ο ίδιος βρισκόταν στο σπίτι ήταν καλή και δεν ήρθε στην αντίληψη του ή της συζύγου του τα όσα κατάγγειλε η παραπονούμενη. Η σχέση του ιδίου με την τελευταία ήταν πολύ καλή και ποτέ δεν του είπε το τι αντιμετώπιζε με τον αδελφό της. Συνήθως ο κατηγορούμενος έλειπε από το σπίτι, γύριζε όλη την ημέρα με τους φίλους του και αυτός ήταν ο λόγος που συνήθως τσακώνονταν. Το 2015 η παραπονούμενη τοποθετήθηκε στην παιδική στέγη μετά από απόφαση του Δικαστηρίου για την απομάκρυνση της από τον κατηγορούμενο και την σύζυγο του. Τα όσα κατάγγειλε η παραπονούμενη τα έμαθε από την αστυνομία, σοκαρίστηκε και δεν ήξερε πως να αντιδράσει. Δεν πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος έκανε οποιοδήποτε κακό στην παραπονούμενη, την οποία είδε για τελευταία φορά την προηγούμενη βδομάδα και δεν του ανέφερε οτιδήποτε. Απ' ότι ξέρει δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό και σε κανένα άλλο πρόσωπο. Σε ερωτήσεις του κ. Γαβριηλίδη, ανέφερε ότι στο σπίτι είχαν υπολογιστή όχι όμως internet και Wi-Fi. Δεν πιστεύει ότι ο κατηγορούμενος κατά την επίδικη περίοδο κατέβαζε από το κινητό του πορνογραφικό υλικό και το έδειχνε στην κόρη του, για το λόγο ότι τότε δεν είχαν τέτοια τηλέφωνα. Αναφορικά με το τεκμήριο 16, ανέφερε ότι είναι κατόπιν δικής του προτροπής που το υπέγραψε η παραπονούμενη. Την πήρε, όπως είπε, στον Κοινοτάρχη να το υπογράψει, μίλησαν και του είπε η κόρη του «Παπά, εντάξει, να σταματήσει τούτη η κατάσταση να ησυχάσουμε». Κατά την περίοδο 2013-2014 στο σπίτι τους διέμενε οικιακή βοηθός, αλλά δεν θυμάται τα ονόματα τους. Πλήρωνε και ο ίδιος ένα ποσό για τις κοινωνικές της ασφαλίσεις, επειδή δεν μπορούσε να τα πλήρωνε όλα το Γραφείο Ευημερίας. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε, ότι η οικιακή βοηθός εργαζόταν όλο το 24ωρο. Ο ίδιος δεν γνωρίζει για τις αποδείξεις, τεκμήριο 14, ούτε ποιος τις πήρε στον δικηγόρο. Δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο της κατάθεσης του ότι το σπίτι είχε 4 δωμάτια. Όπως είπε υπήρχε ένα μεγάλο υπνοδωμάτιο και δίπλα του ένα άλλο. Στη μέση τους υπήρχε πόρτα. Μετά από υπόδειξη του Γραφείου Ευημερίας έβαλε πλακάζ, με γυαλί από πάνω και έκανε ένα δωμάτιο για την οικιακή βοηθό. Αγαπά τη κόρη του και την βοηθά οικονομικά, αλλά δεν μπορεί να «σκοτώσει» τον γιό του επειδή δεν τον θέλει η αδελφή του. Αυτό που τον προβληματίζει και τον κάνει επιφυλακτικό είναι ο λόγος που δεν είπε για το βιασμό της όταν κατάγγειλε τον αδελφό και τη μητέρα της για σωματική κακοποίηση. Σχετικά με την απομάκρυνση της παραπονούμενης από την οικία τους και την τοποθέτηση της στην Παιδική Στέγη, ήταν η θέση του ότι είναι ο ίδιος που την πήρε εκεί, αφού ενημέρωσε το Γραφείο Ευημερίας. Την άφησαν εκεί, όπως περαιτέρω είπε, για να πάει το «πάσα κακό». Διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε, ότι η παραπονούμενη υπέγραψε το τεκμήριο 16 κατόπιν πίεσης και παρότρυνσης του. Η Μ.Υ.3 στην γραπτή Δήλωση της, Έγγραφο Ι, αναφέρει ότι τα τελευταία 5 περίπου χρόνια διατηρεί ερωτικό δεσμό με τον κατηγορούμενο. Γνωρίζει την παραπονούμενη γιατί είναι αδελφή του συντρόφου της αλλά και γιατί κατά τα έτη 2020 - 2021 εργάζονταν στο ίδιο κατάστημα. Κατά την εν λόγω περίοδο αρκετές φορές πήγαιναν και έφευγαν μαζί από την δουλειά με το αυτοκίνητο της ενώ άλλες φορές τις έπαιρνε ο κατηγορούμενος. Πέραν της κοινής τους εργασίας διατηρούσε καλές φιλικές σχέσεις με την παραπονούμενη. Πήγαιναν βόλτα και αρκετές φορές ήταν μαζί τους και ο κατηγορούμενος. Ουδέποτε παρατήρησε οτιδήποτε περίεργο στην συμπεριφορά της παραπονούμενης, αλλά αντίθετα η συμπεριφορά της τόσο προς την ίδια όσο και προς τον κατηγορούμενο ήταν φυσιολογική και φιλική. Όσες φορές έμεναν μόνες τους ουδέποτε της ανέφερε οτιδήποτε αρνητικό για τον κατηγορούμενο και μάλιστα συζητούσαν σε φιλικό επίπεδο για τις σχέσεις που η παραπονούμενη διατηρούσε ανά διαστήματα. Ουδέποτε ο κατηγορούμενος επέδειξε επιθετική συμπεριφορά προς την ίδια και πάντα ήταν τρυφερός και στοργικός απέναντι της. Ούτε παρατήρησε οποιαδήποτε άσχημη συμπεριφορά προς την παραπονούμενη, αλλά αντίθετα διατηρούσαν μια συνηθισμένη σχέση μεταξύ των αδελφών. Κατά την αντεξέταση της, δέχθηκε ότι κατά την επίδικη περίοδο δεν ήταν στη ζωή της οικογένειας, όμως από τη μητέρα του κατηγορούμενου, γνωρίζει ότι είχαν καλές σχέσεις μεταξύ τους. Όταν έκαναν παρέα, κάποιες φορές ένοιωθε ότι η παραπονούμενη ήθελε να καταστρέψει τον κατηγορούμενο, επειδή απέφευγε την ίδια και την οικογένεια. Ο λόγος που προσήλθε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο είναι η αγάπη της προς τον κατηγορούμενο και επειδή δεν θέλει να φυλακισθεί για ένα ψέμα. Αξιολόγηση μαρτυρίας: Έχουμε διεξέλθει και μελετήσει επισταμένα ολόκληρη τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας και θα προχωρήσουμε κατωτέρω στην αξιολόγηση της. Έχουμε παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαστε σε θέση να το πράξουμε, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Επίσης, διατηρούμε κατά νου την πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποδεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει, αφού προηγουμένως αιτιολογήσει την προσέγγιση του αυτή (βλ. Shahin Haisan Fawzy Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266 και Ιωσηφίδης v. Αστυνομίας,
(2014)2Α Α.Α.Δ. 307). Είναι επίσης γνωστό, ότι μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες, δεν καταστρέφουν την αξιοπιστία των μαρτύρων αλλά πολλές φορές, την ενδυναμώνουν γιατί ακριβώς δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού (βλ. Άριστος Μαρκίτσης v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 23/2015, Ημερ. 21/04/2016, Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 345, Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 και Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391). Στη Σιβιτανίδης κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 166 επαναλήφθηκε η αρχή ότι «Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτάται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (βλ. Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1056 και Μουζάκης v. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 220).». Η Μ.Κ.1, μας έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνουμε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και να αναφέρει την εμπλοκή της στην υπόθεση. Αναφέρθηκε στις ενέργειες που προέβη, ως η αρμόδια Λειτουργός του Γραφείου Ευημερίας για την παραπονούμενη, όταν στις 25/02/2021 ενημερώθηκε από τον ψυχολόγο της τελευταίας (Μ.Κ.4) για την ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία της και οι ενέργειες στις οποίες προέβη αμέσως μετά την προαναφερόμενη ενημέρωση της, οι οποίες καταγράφηκαν ανωτέρω κατά την παράθεση της μαρτυρίας της, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση και σε κάθε περίπτωση, δεν έχουμε διακρίνει οποιοδήποτε λόγο γιατί να μην αποδεχτούμε τη μαρτυρία της αυτή. Η μάρτυρας, όπως προέκυψε από τη μη αμφισβητούμενη μαρτυρία της, ενέργησε εντός των καθηκόντων της και είναι υπό αυτή της την ιδιότητα που κατάθεσε στο Δικαστήριο, χωρίς να διαφανεί σε οποιοδήποτε στάδιο ότι η μαρτυρία της σκοπό είχε να βοηθήσει την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. Ως εκ των ανωτέρω η μαρτυρία της κρίνεται ως αποδεκτή και αξιόπιστη. Ο Μ.Κ.2, κατέθεσε σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη για τη λήψη της οπτικογραφημένης κατάθεσης της παραπονούμενης (βλ. τεκμήριο 4) και τη διαδικασία που ακολούθησε μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης, την οποία και απομαγνητοφώνησε (βλ. τεκμήριο 5). Ο μάρτυρας, σύμφωνα με το παραδεκτό γεγονός που δηλώθηκε εκ μέρους του κατηγορούμενου το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο, είναι ειδικά εκπαιδευμένος στη τεχνική συνέντευξης και στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων από ευάλωτους μάρτυρες. Από τη μαρτυρία του προκύπτει, ότι ακολούθησε την ορθή και ενδεδειγμένη διαδικασία βάσει του Νόμου κατά τη λήψη της προαναφερόμενης οπτικογραφημένης κατάθεσης. Η μαρτυρία του ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και δεν έχουμε εντοπίσει το οτιδήποτε το οποίο θα συνηγορούσε στη μη αποδοχή της. Συνακόλουθα, ο Μ.Κ.2 κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολο της. Η Μ.Κ.3 μας έκανε θετική εντύπωση. Μέσα από τον τρόπο και το ύφος με το οποίο απαντούσε δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια για τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της και για τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά την περίοδο που το Γραφείο Κοινωνικών Υπηρεσιών την όρισε ως την αρμόδια λειτουργό για την οικογένεια της παραπονούμενης, δηλαδή, τον Ιούνιο
  1. Με ειλικρίνεια ανέφερε πως μέχρι την ημέρα που η παραπονούμενη υπέβαλε καταγγελία για σωματική βία από τη μητέρα και τον αδελφό της, δεν είχε προκύψει το οτιδήποτε κατά τη συνεργασία της με τα παιδιά της οικογένειας. Η μαρτυρία της, ότι μετά την ενημέρωση του σχολείου της παραπονούμενης για τη βία που δεχόταν από τη μητέρα της και τον κατηγορούμενο, επισκέφθηκε την οικία της παραπονούμενης και ότι η ίδια προχώρησε σε καταγγελία στην Αστυνομία γιατί δεν ήθελε να το κάνει η παραπονούμενη, ουδόλως αμφισβητήθηκε και γίνεται αποδεκτή. Επίσης, από το ενημερωτικό της Σημείωμα, (βλ. τεκμήριο 6), το περιεχόμενο του οποίου δεν έτυχε αμφισβήτησης, προκύπτει ότι η περίπτωση της οικογένειας της παραπονούμενης άρχισε να παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες τους από τις 24/04/2013 μετά από αναφορά του Μ.Υ.2 ότι αδυνατούσε να χειριστεί τις συμπεριφορές του κατηγορούμενου και ότι η σύζυγος του αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας. Προκύπτει, επίσης, ότι η περίπτωση έτυχε χειρισμού από την ίδια από τον Ιούνιο του 2014 μέχρι τον Δεκέμβρη του
  2. Επιπρόσθετα, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει τη μονομερή αίτηση, ημερ. 11/12/2015, κατά την επίσκεψη της μάρτυρος στην οικία της παραπονούμενης στις 10/12/2015 η μητέρα της και ο κατηγορούμενος, στην παρουσία της, επιτέθηκαν λεκτικά στην παραπονούμενη. Συγκεκριμένα της είχε πει η μητέρα της «Να πας στο ψυχίατρο και να φύγεις από το σπίτι μου», ενώ ο κατηγορούμενος άρχιζε να της φωνάζει και να την απειλεί, αναφέροντας της ότι δεν έχει πλέον αδελφή και να φύγει γιατί θα την κτυπούσε. Η παραπονούμενη άρχισε να κλαίει και να την παρακαλεί να φύγουν από το σπίτι. Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας ως προς το πιο πάνω συμβάν που έλαβε χώρα στην παρουσία της μάρτυρος στις 10/12/
  3. Αυτό το οποίο της υποβλήθηκε, ήταν ότι τα όσα ο κατηγορούμενος και η μητέρα του ανέφεραν στην παραπονούμενη εκείνη τη μέρα, οφείλονταν στην πικρία που ένοιωθαν λόγω των ψευδών της δηλώσεων. Από τη μαρτυρία της δεν γίνεται, ωστόσο, αποδεκτή η αναφορά της, ότι εξ' όσων νομίζει είναι αληθείς οι ισχυρισμοί της παραπονούμενης για τη σωματική βία που δέχθηκε, καθώς η αναφορά της αυτή αποτελεί την προσωπική της άποψη. Με εξαίρεση, επομένως το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας της, κρίνουμε την Μ.Κ.3 αξιόπιστη και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της (βλ. Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ 266 και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας
(2014)2Α Α.Α.Δ. 307). Θα προχωρήσουμε να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία της Μ.Κ.5 και ακολούθως τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6, οι οποίοι κατέθεσαν ως ψυχολόγοι. Η Μ.Κ.5 κατέθεσε σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, ως η ανακρίτρια της. Θεωρούμε ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια και μετέφερε στο Δικαστήριο με αντικειμενικό τρόπο όσα έπραξε στα πλαίσια εκτέλεσης των καθηκόντων της. Πλείστη από τη μαρτυρία της και οι ενέργειες που προέβη, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση. Απάντησε τις ερωτήσεις που της τέθηκαν με αμεσότητα και χωρίς υπεκφυγές και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση, ικανή να προκαλέσει ρήγμα στην αξιοπιστία της. Επίσης, η μαρτυρία της δεν είχε οποιαδήποτε δόση υπερβολής και δεν διαπιστώσαμε οποιαδήποτε αλλότρια κίνητρα ή οποιαδήποτε προσπάθεια ευνοϊκής μεταχείρισης της παραπονούμενης ή από την άλλη δυσμενούς μεταχείρισης του κατηγορούμενου. Σε ότι αφορά το ημερολόγιο ενεργείας του Λοχία 3064 από το ΤΑΕ Λεμεσού το οποίο η μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 10 και από το οποίο προκύπτει ότι η παραπονούμενη ενημέρωσε την Αστυνομία σχετικά με την προσπάθεια του πατέρα της να την πείσει να σταματήσει τη καταγγελία της, σημειώνουμε πως από την ενώπιον μας μαρτυρία και συγκεκριμένα αυτή της παραπονούμενης και του Μ.Υ.2, προκύπτει ότι η προαναφερόμενη προσπάθεια του τελευταίου αποτελεί κοινό έδαφος. Ουδεμία, ωστόσο, βαρύτητα δίνουμε στο μέρος εκείνο της μαρτυρίας της για το ζήτημα της ιατροδικαστικής εξέτασης της παραπονούμενης, εφόσον δεν θεωρούμε ότι με τις αναφορές της επί του εν λόγω ζητήματος, έθεσε το αναγκαίο υπόβαθρο που να δικαιολογεί την εκφορά της άποψης της. Η θέση της Υπεράσπισης, περί δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου, λόγω της μη διενέργειας ιατροδικαστικής εξέτασης στην παραπονούμενη, αναλύεται κατωτέρω. Με εξαίρεση, επομένως το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας της, κρίνουμε την Μ.Κ.5 αξιόπιστη και αποδεχόμαστε τη μαρτυρία της (βλ. Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) και Ιωσηφίδη ν. Αστυνομίας (ανωτέρω)). Οι Μ.Κ. 4 και 6 κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες - κλινικοί ψυχολόγοι. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται και αξιολογείται η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων. Κατ΄ αρχάς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο μάρτυρας που καταθέτει ως εμπειρογνώμονας έχει τα απαραίτητα και αναγκαία προσόντα για να θεωρηθεί ως τέτοιος για το θέμα στο οποίο αναφέρεται. Στην υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα v. Aστυνομίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 110, αναφέρθηκε ότι για την εξακρίβωση κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας θα πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα. Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων. Πέραν τούτου, έχει νομολογηθεί ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτό (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 534, Evagelou & Another v . Ambizas & Another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου v. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Μάριος Νικολάου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 841). Περαιτέρω, η αξιολόγηση τέτοιων μαρτύρων δεν διαφέρει από την αξιολόγηση των υπόλοιπων μαρτύρων. Πρέπει όμως, οι μάρτυρες αυτοί να δώσουν όλα τα εχέγγυα και απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια, για να μπορεί να ελεγχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων τους και το ίδιο το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα γεγονότων (βλ. Vassiliko Cement Works Ltd v. Stavrou
(1978)1 C.L.R. 389 και Νεάρχου v. Στεφανίδης κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 351, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Έχοντας υπόψη μας τα πιο πάνω, θα προχωρήσουμε να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία των μαρτύρων αυτών. Σημειώνεται, ότι το βασικό από τη μαρτυρία των πιο πάνω μαρτύρων, στην παρούσα υπόθεση, είναι οι διαπιστώσεις που έχουν προβεί σε σχέση με την ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης και από πού και με ποιο τρόπο δύναται τα τυχόν ψυχολογικά τραύματα που θα διαφανεί ότι παρουσιάζει, να προέρχονται ή να προκλήθηκαν. Τα πιο πάνω, βρίσκονται εκτός της εμπειρίας και γνώσης του Δικαστηρίου και η μαρτυρία τους, ως εμπειρογνώμονες, μπορεί να είναι αποδεκτή (βλ. Ομήρου v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 91/2017, 2.8.2018, ECLI:CY:AD:2018:B214, ECLI:CY:AD:2018:B214, R v. Turner [1975] QB 834 και Ε.Α. v. Δημοκρατία, Ποινική Έφεση Αρ. 231/2018, Ημερ. 19/11/2019), ECLI:CY:AD:2019:B
  1. Προχωρώντας, λοιπόν, στην αξιολόγηση των μαρτύρων, θα πρέπει, αρχικά, να λεχθεί ότι έχουμε ικανοποιηθεί ότι αμφότεροι οι μάρτυρες έχουν τα απαραίτητα προσόντα και πείρα για να αναφερθούν στα θέματα στα οποία αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο, στη βάση τόσο των ακαδημαϊκών τους προσόντων όσο και της πείρας τους, όπως αυτά αποκαλύπτονται από τα σχετικά βιογραφικά τους, τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης (βλ. τεκμήρια 7 και 11), αλλά και τα όσα περαιτέρω ανέφεραν στην ένορκη μαρτυρία τους. Σημειώνεται, επίσης, ότι σε κανένα στάδιο η πλευρά της Υπεράσπισης αμφισβήτησε την εμπειρογνωμοσύνη των εν λόγω μαρτύρων. O M.K.4 είναι ο θεράπων ψυχολόγος που παρακολουθεί την παραπονούμενη από τις 24/04/2020 μέχρι και σήμερα. Ο μάρτυρας αυτός, μας έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και κρίνουμε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να το βοηθήσει να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Περαιτέρω, ο μάρτυρας αυτός, πέραν από την εμπειρογνωμοσύνη του αναφέρθηκε και σε γεγονότα τα οποία περιήλθαν σε γνώση του καθώς και στις δικές του ενέργειες μετά από αυτά. Δεν έχουμε διαπιστώσει οτιδήποτε το μεμπτό στη μαρτυρία του και ειδικότερα, δεν έχουμε διαπιστώσει οποιαδήποτε προσπάθεια μεροληψίας υπέρ της παραπονούμενης λόγω της σχέσης που έχει με αυτή, δηλαδή σχέσης ψυχολόγου - ασθενή. Ούτε έχει προκύψει να υπάρχει οποιαδήποτε άλλη σχέση μεταξύ τους, πλην της πιο πάνω αναφερόμενης. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες η παραπονούμενη τον επισκέφθηκε για πρώτη φορά στις 24/04/
  2. Όπως είπε, ένεκα μίας κρίσης που είχε η παραπονούμενη, του είχε ζητήσει η συγκάτοικος της να τον επισκεφθεί και έκτοτε την παρακολουθεί σε εβδομαδιαία βάση. Ανέφερε, επίσης, ότι κατά τις συναντήσεις τους συζητούσαν για την παραμέληση και κακοποίηση της, σωματική και ψυχολογική, που δεχόταν από τα μέλη της οικογένειας της. Αναφέρθηκε, επίσης, στις ενέργειες του μετά την πληροφόρηση που είχε από την παραπονούμενη για τη φερόμενη σεξουαλική κακοποίηση της από τον αδελφό της, οι οποίες αφορούσαν την ενημέρωση του Γραφείου Ευημερίας σχετικά με τα επίδικα περιστατικά και την προετοιμασία της παραπονούμενης για την κατάθεση που θα έδινε στην Αστυνομία. Τα πιο πάνω δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση, όμως, στο σημείο αυτό κρίνουμε αναγκαίο να διευκρινίσουμε, ότι το κατά πόσο έλαβαν χώρα τα επίδικα περιστατικά που του αναφέρθηκαν από την παραπονούμενη και τα οποία ανέφερε στη μαρτυρία του, θα ανευρεθεί μόνο από την αξιολόγηση της ίδιας. Ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του, αποτέλεσε η περιγραφή που έδωσε για τη ψυχική και συναισθηματική κατάσταση της παραπονούμενης όταν στις συναντήσεις τους αναφερόταν στη σεξουαλική της κακοποίηση από τον κατηγορούμενο. Όπως είπε, την πρώτη φορά που η παραπονούμενη του εξιστορούσε για τη σεξουαλική κακοποίηση της, ένοιωθε μεγάλη ντροπή, δεν είχε βλεμματική επαφή μαζί του και σπάραζε σε λυγμούς. Επίσης, στις μετέπειτα συναντήσεις τους και μέχρι να δώσει τη κατάθεση της, κάθε φορά που αναφέρονταν στην σεξουαλική της κακοποίηση, για την οποία του ανέφερε περαιτέρω λεπτομέρειες, ήταν αρκετά αναστατωμένη και έκλαιγε. Σε μία περίπτωση έπαθε κρίση πανικού η οποία, όπως εξήγησε, συμβαίνει όταν ένα άτομο, αναβιώνει ξανά το τραύμα μέσα από την αφήγηση του και μπαίνει σε λεπτομέρειες. Περιγράφοντας την κρίση πανικού που έπαθε η παραπονούμενη, ο μάρτυρας ανέφερε πως αυτή άρχισε να τρέμει, να μην αναπνέει, να έχει σωματικά συμπτώματα, ταχυκαρδία και ειδικά όταν αναφερόταν σε βιασμούς. Είπε, επίσης, ότι όταν σε μία συνάντηση τους κατά τη συζήτηση της σεξουαλικής της κακοποίησης το έκαναν βιωματικό και η παραπονούμενη επέλεξε τυχαία από τις κάρτες συναισθημάτων την κάρτα της αηδίας, ξεκίνησε να θυμάται περιστατικά με τον αδελφό της που της προκαλούσαν αηδία και ότι ακόμη και εκείνη τη στιγμή η αηδία αποτυπωνόταν στην έκφραση του προσώπου της. Όταν μάλιστα την ρώτησε πως το βιώνει αυτό, του απάντησε χαρακτηριστικά ότι θυμόταν τη μυρωδιά του πέους του. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του μάρτυρα δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση και δεν έχουμε εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο για να μην αποδεχτούμε το μέρος αυτό της μαρτυρίας του. Ο μάρτυρας εξήγησε με επάρκεια το λόγο που η παραπονούμενη του ανέφερε για τη φερόμενη σεξουαλική της κακοποίησης μετά την πάροδο οκτώ μηνών από την ημερομηνία που άρχισε την παρακολούθηση της. Όπως είπε, για να μπορεί ένα άτομο που έχει βιώσει κακοποίηση, να μοιραστεί το ψυχικό του πόνο χρειάζεται να χτιστεί μία σχέση εμπιστοσύνης. Στην παρούσα περίπτωση, η παραπονούμενη ήταν ένα παιδί που βίωσε την εγκατάλειψη και την απόρριψη στον πιο δύσκολο της βαθμό και ότι χρειάστηκε ο πιο πάνω χρόνος μέχρι να μπορέσει να τον εμπιστευτεί, παρά το ότι είχε επισκεφθεί και άλλους ψυχολόγους. Είπε, επίσης, ότι σε ποσοστό 20 - 30% των κακοποιημένων ατόμων, αυτά δεν αποκαλύπτουν την κακοποίηση τους, γιατί φοβούνται ότι δεν θα τα πιστέψει κανείς ή απλά φοβούνται ότι θα πάθουν κακό. Η παραπονούμενη εμπίπτει, όπως είπε, σε αυτό το ποσοστό, αφού τόσο κατά τον χρόνο που του ανέφερε τα περιστατικά όσο και κατά τον χρόνο που έδινε την κατάθεση της, φοβόταν για τις συνέπειες που θα είχε από τους οικείους της. Σε ότι αφορά τα συμπεράσματα του, ανέφερε πως η παραπονούμενη αντιμετωπίζει εμφανέστατα συμπτώματα μετατραυματικού στρες, ότι οι κρίσεις πανικού αποτελούν μέχρι και σήμερα ένα ενδεχόμενο και ότι έχει στοιχεία οριακής διαταραχής προσωπικότητας τα οποία, όμως, όπως διευκρίνισε, δεν αναιρούν τα όσα η παραπονούμενη ισχυρίστηκε για την κακοποίηση της. Έχει, επίσης, «sleep paralysis» το οποίο, όπως εξήγησε, συμβαίνει όταν ένα άτομο που είναι έντονα φορτισμένο συναισθηματικά ή έχει έντονο άγχος ή κακή διάθεση παραλύει στον ύπνο του για κάποια δευτερόλεπτα ή και περισσότερο και που σύμφωνα με τη βιβλιογραφία αυτό αποδίδεται και στη σεξουαλική κακοποίηση. Εξήγησε, επίσης, την κατάληξη του ότι η παραπονούμενη είναι ένα άτομο που «φωνάζει» ότι έχει κακοποιηθεί και αυτό φαίνεται, από τον τρόπο σκέψης της, τους φόβους και το άγχος της. Ήταν ένα αρκετά ταλαιπωρημένο άτομο με αρκετές ψυχολογικές διαταραχές. Διευκρινίζεται και επαναλαμβάνεται στο σημείο αυτό, ότι το κατά πόσο η παραπονούμενη είναι θύμα σεξουαλικής κακοποίησης είναι ζήτημα το οποίο θα κριθεί από το Δικαστήριο. Ουσιαστικά, εκείνο το οποίο ο μάρτυρας αυτός ανάφερε στο Δικαστήριο είναι ότι τα πιο πάνω συμπτώματα που εντοπίσε και ο τρόπος αντίδρασης της παραπονούμενης μπορεί να αποτελούν απότοκο σεξουαλικής κακοποίησης, κάτι το οποίο συνάδει και με τη μαρτυρία της Μ.Κ.
  3. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.4, αυτό το οποίο, ουσιαστικά, του τέθηκε, ήταν το κατά πόσο αποκλείσθηκε, μέσω κάποιου ψυχολογικού τεστ, το ενδεχόμενο να έπασχε η παραπονούμενη από το σύνδρομο Munchausen. Η θέση του μάρτυρα, η οποία σημειώνεται ότι δεν έτυχε αμφισβήτησης, ήταν ότι ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και η ψυχολόγος που αξιολόγησε την παραπονούμενη, εντόπισαν να παρουσιάζει το πιο πάνω σύνδρομο. Πέραν αυτού, σημειώνεται πως ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς της Υπεράσπισης που να υποστηρίζει, ότι η παραπονούμενη δυνατό να παρουσίαζε το πιο πάνω σύνδρομο. Σε ότι αφορά την κατάσταση που σήμερα βρίσκεται η παραπονούμενη, όπως είπε αυτή έχει βελτιωθεί σε μεγάλο βαθμό. Είναι αρκετά ανθεκτική, έχει στόχους, σπουδάζει, δουλεύει εθελοντικά σε φυσικοθεραπευτήριο για να αποκτήσει κάποιες εμπειρίες, έχει φίλες, μένει μόνη της και είναι αυτόνομη. Παρόλα αυτά υπάρχουν στιγμές που ταλαιπωρείται ψυχικά, ειδικά όταν υπάρχουν πράγματα που της θυμίζουν τα όσα βίωσε στο παρελθόν. Κατηγορηματικά, απέρριψε τη θέση που ο συνήγορος Υπεράσπισης του υπέβαλε ότι, δηλαδή, η παραπονούμενη τον χειραγωγούσε, λέγοντας ότι ένεκα της εμπειρίας του, δεν θεωρεί πως θα μπορούσε να τον χειραγωγήσει το θύμα, ειδικά ένα παιδί τόσο ταλαιπωρημένο. Είπε, επίσης, ότι δεν εργάζεται ως ιδιώτης ψυχολόγος αλλά στην Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού, όπου παρέχονται δωρεάν υπηρεσίες. Σε ότι αφορά την αναφορά του, ότι ο πατέρας της παραπονούμενης (Μ.Υ.2), του είχε ζητήσει να την πείσει να αποσύρει την επίδικη καταγγελία της, αυτή δεν έτυχε αμφισβήτησης και δεν έχουμε εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο για να μην την αποδεχθούμε. Έχοντας υπόψη μας τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 στην ολότητα της, κρίνουμε ότι μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή και να εξάξουμε τα δικά μας ασφαλή ευρήματα. Αποδεχόμαστε, λοιπόν, τη μαρτυρία του στην ολότητα της και θα ληφθεί υπόψη κατωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονούμενης. Η Μ.Κ.6, προέβη στην αξιολόγηση της ψυχικής κατάστασης της παραπονούμενης μετά από σχετική παραπομπή από την Αστυνομία. Η μάρτυρας μας έκανε πολύ καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα και έχει διαφανεί μέσα από τη μαρτυρία της, ότι ο απώτερος σκοπός και στόχος της ήταν να βοηθήσει το Δικαστήριο για να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. Πέραν των πιο πάνω, κρίνουμε ότι η μάρτυρας έδωσε επαρκείς και τεκμηριωμένες εξηγήσεις για τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε και σε κανένα σημείο έχει κλονιστεί η αξιοπιστία της. Δεν έχουμε, επίσης, διαπιστώσει οτιδήποτε το μεμπτό στη μαρτυρία της και ειδικότερα, δεν έχουμε διαπιστώσει οποιαδήποτε προσπάθεια μεροληψίας υπέρ της παραπονούμενης. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Κ.4, το κατά πόσο έλαβαν χώρα ή όχι τα επίδικα περιστατικά θα ανευρεθεί μόνο από την αξιολόγηση της παραπονούμενης. Όπως, άλλωστε διευκρίνισε και η μάρτυρας, η ουσία της αξιολόγησης είναι η παρούσα ψυχική κατάσταση του παιδιού και όχι να διακριβωθεί αν είπε ή όχι την αλήθεια. Στην Έκθεση Ψυχολογικής Αξιολόγησης της η μάρτυρας αναφέρεται στο οικογενειακό και ατομικό ιστορικό της παραπονούμενης στη βάση του συνόλου των πληροφοριών που έλαβε καθώς και στα κλινικά της ευρήματα, σύμφωνα με τα οποία, το νοητικό επίπεδο της κυμαινόταν εντός του φυσιολογικού πλαισίου, διατηρούσε καλή βλεμματική επαφή, καλό προσανατολισμό και καλή απόδοση στη μνήμη και τον ειρμό της σκέψης της. Παρουσίαζε λογόρροια, κάτι που πιθανόν να σχετίζεται με το άγχος της και την ανάγκη για συναισθηματική έκφραση. Φάνηκε ως ένα παιδί με χαμηλή αυτοεκτίμηση που δυσκολευόταν να συνάψει στενές διαπροσωπικές σχέσεις από το φόβο να εμπιστευτεί τους άλλους και να πληγωθεί ξανά. Εμφάνισε επίμονα αρνητική συγκινησιακή κατάσταση που περιλάμβανε αίσθημα κενού και συναισθήματα άγχους, φόβου και απρόσφορης ενοχής καθώς και αδυναμία να βιώσει θετικά αισθήματα. Παρουσίασε επίμονες και υπερβολικές αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό της χαρακτηρίζοντας τον ως «ένα συνεχιζόμενο πρόβλημα», «χωρίς αξία» που αποτελούσε «βάρος για τους άλλους». Επιπλέον, η παραπονούμενη την ενημέρωσε ότι ταλαιπωρείτο από υπνική παράλυση που ξεκίνησε περίπου στην ηλικία των 8-9 ετών. Η παραπονούμενη, όπως περαιτέρω αναφέρει η μάρτυρας, περιέγραψε με αμφιθυμικά συναισθήματα τη σχέση της με τους γονείς της, αναφέροντας ότι για εκείνη η λέξη «οικογένεια» αποτελούσε «όνειρο» και «ψέμα». Σε μία προσπάθεια της να νοιώσει καλύτερα, να ανακουφιστεί από τον ψυχικό πόνο που της προκαλούσε η κακοποίηση που δεχόταν, προσπαθούσε να δικαιολογεί τους γονείς της, παρά το ότι ήταν θύμα κακοποίησης. Αυτό, όπως είπε, δεικνύει ότι επρόκειτο για ένα παιδί με αρκετή ενσυναίσθηση, αφού σκεφτόταν αρκετά τις συνέπειες που θα είχε η οικογένειά της, ακόμα και ο αδελφός της παρά τα περιστατικά που έγιναν. Σε σχέση με τον αδελφό της και τη συναισθηματική της κατάσταση όταν αναφερόταν σε αυτόν, η μάρτυρας είπε ότι η παραπονούμενη αισθανόταν πάντα φόβο, άγχος και σύγχυση όταν βρισκόταν κοντά του. Περιέγραψε, επίσης, περιστατικά άσκησης σωματικής βίας και εκφοβισμού της από αυτόν και ότι αυτό που αισθανόταν ήταν ότι δεν την έβλεπε σαν οικογένεια του, αλλά σαν παιχνίδι και με ερωτικό τρόπο. Μετά τα επίδικα συμβάντα, η παραπονούμενη προσπαθούσε να αποφεύγει την επαφή της με άντρες, για να μην ανακαλεί τις ενοχλητικές σκέψεις και συναισθήματα της, γιατί όταν συνέβαινε αυτό βρισκόταν σε διαρκή υπεραγρύπνηση και αισθανόταν έντονο φόβο και άγχος ότι κάτι θα της συμβεί. Εξέφρασε φόβο για αντίποινα από την αποκάλυψη της χαρακτηρίζοντάς τον αδελφό της ως ένα εξαιρετικά επικίνδυνο άτομο. Εξέφρασε, επίσης, αγωνία για τις συνέπειες για τον αδελφό της και την οικογένεια της μετά την αποκάλυψη, εκφράζοντας τη σκέψη ότι θα διαλυθεί. Οι σκέψεις της για τα καταγγελλόμενα περιστατικά, της προκαλούσαν παρατεταμένη και έντονη ψυχολογική ενόχληση περιγράφοντας αισθήματα αηδίας, άγχους, θυμού και πόνου στα σημεία που την άγγιζε ο αδελφός της. Αναφέρθηκε σε επανειλημμένα ενοχλητικά όνειρα που συνδέονταν με τα καταγγελλόμενα περιστατικά, διαταραχή στον ύπνο και δυσκολία στη συγκέντρωση ως συνέπεια αυτών. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις της μάρτυρος για τη συναισθηματική κατάσταση της παραπονούμενης, στη βάση πάντοτε της κλινικής της εικόνας δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση και δεν έχουμε εντοπίσει οποιοδήποτε λόγο για να μην αποδεχτούμε το μέρος αυτό της μαρτυρίας της. Με επάρκεια και με επιστημονική τεκμηρίωση επεξήγησε τα συμπεράσματά της δίνοντας στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα εχέγγυα, ώστε να μπορεί να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα. Όπως είπε, η παραπονούμενη παρουσιάζει ενεργή συμπτωματολογία διαταραχής μετατραυματικού στρες (DSM - 5, 309.81), την οποία η παραπονούμενη από τα λεγόμενα της σύνδεσε με τα καταγγελλόμενα περιστατικά. Παραπέμποντας στο σχετικό απόσπασμα του διαγνωστικού εγχειριδίου DSM - 5 (βλ. τεκμήριο 12) αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στα κριτήρια που τεκμηριώνουν το πιο πάνω συμπέρασμα της κάνοντας ταυτόχρονα μνεία στις αναφορές της παραπονούμενης, οι οποίες όπως εξήγησε συνδέονται με τα εν λόγω κριτήρια. Όπως περαιτέρω εξήγησε, για κάθε κριτήριο του μετατραυματικού στρες ζητούσε από την παραπονούμενη διευκρινήσεις και οι περισσότερες από αυτές που έδινε αφορούσαν κυρίως τα περιστατικά που είχε με τον κατηγορούμενο. Σε ότι αφορά την υπνική παράλυση από την οποία η παραπονούμενη ταλαιπωρείται, η μάρτυρας ανέφερε ότι και αυτή είναι ανάμεσα στα κριτήρια της διαταραχής μετατραυματικού στρες. Όπως εξήγησε, η υπνική παράλυση μπορεί να συμβεί γενικότερα σε καταστάσεις όπου το άτομο είναι υπό έντονο στρες και μέσα από κάποιες έρευνες φάνηκε να συνδέεται και με σεξουαλική κακοποίηση. Τα πιο πάνω συμπεράσματα της για την ενεργή συμπτωματολογία διαταραχής μετατραυματικού στρες και υπνικής παράλυσης, τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση, συνάδουν και με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.
  4. Ούτε το μέρος της μαρτυρίας της που αφορά τη παρούσα ψυχική κατάσταση της παραπονούμενης, έτυχε αμφισβήτησης. Αναφερόμενη στο εν λόγω ζήτημα, είπε πως αυτό που παρατηρήθηκε ήταν ότι η Παραπονούμενη είχε χαμηλή αυτοεκτίμηση και δυσκολία στη συναισθηματική αυτορρύθμιση και σύναψη στενών διαπροσωπικών σχέσεων, από το φόβο της απόρριψης και εκμετάλλευσης της από τους άλλους, για τα οποία συντέλεσε η χρόνια κακοποίηση της, σωματική, λεκτική, ψυχολογική και σεξουαλική που δέχθηκε από τα πιο οικεία της πρόσωπα. Σε ότι αφορά το καταγγελλόμενο περιστατικό από κάποιο φροντιστή στην Παιδική Στέγη, αυτό επιδείνωσε την επιβαρυμένη ψυχοσυναισθηματική της κατάσταση. Είπε, επίσης, ότι η αποκάλυψη των καταγγελλόμενων περιστατικών της προκάλεσε έντονη αμφιθυμία, που περιλάμβανε από τη μια δυσάρεστα συναισθήματα φόβου, άγχους και ενοχής και από την άλλη ανακούφιση και ελπίδα για βελτίωση των συνθηκών και της ποιότητας ζωής της. Η ψυχολογική στήριξη, που λάμβανε πριν την αξιολόγηση της, την βοήθησε να ενδυναμωθεί περισσότερο και της συνέστησε να συνεχίσει την ατομική θεραπεία που λάμβανε από Ψυχολόγο. Πέραν των πιο πάνω, με επάρκεια από επιστημονικής άποψης επεξήγησε λόγους που τα θύματα δεν αποκαλύπτουν την κακοποίηση τους κατά τον χρόνο που την υφίστανται. Όπως ανέφερε, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, η αποκάλυψη αποτελεί συχνά την εξαίρεση και όχι τον κανόνα. Τα θύματα ενδοοικογενειακής κακοποίησης, σκέφτονται ότι σε περίπτωση αποκάλυψης της μπορεί να διαλυθεί η οικογένεια, ότι μπορεί να μην γίνουν πιστευτά, να αμφισβητηθούν. Όσο, μάλιστα, πιο στενή είναι η σχέση του παιδιού με τον θύτη της κακοποίησης, τόσο πιο δύσκολη είναι και η αποκάλυψη της. Πέραν της σχέσης, είναι ο φόβος για αντίποινα, ο φόβος ότι θα υποστούν ακόμη ένα τραύμα, ακόμη μία απόρριψη από την οικογένεια τους και συχνά τα παιδιά που δεν έχουν υποστήριξη από το οικογενειακό περιβάλλον αδυνατούν ακόμα περισσότερο να αποκαλύψουν την κακοποίηση. Σημειώνεται, ότι οι πιο πάνω αναφορές της μάρτυρος, μπορούν να ληφθούν υπόψη, στο βαθμό που αυτές μπορούν επιστημονικά να διαφωτίσουν το Δικαστήριο για τον τρόπο αντίδρασης μιας κατηγορίας ανθρώπων. Αν και η σύγχρονη τάση, σε σχέση με την καθυστέρηση υποβολής παραπόνου από θύματα σεξουαλικών αδικημάτων, καταδεικνύει ότι και το ίδιο το Δικαστήριο, μέσα από τη δική του δικαστική εμπειρία και ως ζήτημα κοινής λογικής, μπορεί να προβεί σε σχετικό, ισορροπημένο, σχόλιο για τους ενδεχόμενους λόγους ενός καθυστερημένου παραπόνου, χωρίς την ανάγκη μαρτυρίας ειδικών (Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος αυτού βλ. Ε.Α v Δημοκρατία Ποιν. Έφεση Αρ. 231/2018, Ημερ. 19.11.2019), ECLI:CY:AD:2019:B
  5. Κληθείσα να απαντήσει κατά πόσο η απόσυρση του παραπόνου της παραπονούμενης με τη Δήλωση της ημερ. 07/02/2018, θα της δημιουργούσε «κάποια σκέψη» πως ίσως τα όσα της ανέφερε η παραπονούμενη ήταν φαντασιώσεις και ψέματα, ανέφερε πως κατά την αξιολόγηση της δεν προέκυψε ότι η παραπονούμενη ήταν ένα παιδί που δεν μπορεί να διαχωρίσει το ψέμα από την αλήθεια ή δεν μπορεί να κατανοήσει τις συνέπειες μίας τέτοιας δήλωσης στο περιβάλλον της ή ακόμα και στην ίδια. Όπως επεξήγησε, η περίοδος που προέβη στην αποκάλυψη ήταν αρκετά δύσκολη για την ίδια. Έδινε παγκύπριες εξετάσεις και είχε πάρα πολύ άγχος για τις επιδόσεις της, δυσκολευόταν να διαβάσει και ανησυχούσε πάρα πολύ λόγω της μετακίνησής της από την ανεξάρτητη διαβίωση της για σκοπούς προστασίας της. Δεν ήταν συνεπώς, μία περίοδος που δεν θα επέφερε και στην ίδια κάποιες αρνητικές συνέπειες, οπόταν δεν παρατηρήθηκε ότι κατά το διάστημα εκείνο υπήρχε κάποια δυσκολία στο να αναγνωρίσει τις συνέπειες μίας τέτοιας δήλωσης ή ότι δεν μπορεί να αναγνωρίσει τι είναι το ψέμα και τι η αλήθεια. Είπε, επίσης, ότι η παραπονούμενη ήταν ένα πάρα πολύ έξυπνο παιδί στοχοπροσηλωμένο, με ωριμότητα που ήθελε να αλλάξει το μέλλον της. Το ότι φαίνεται να μεγάλωσε χωρίς ιδιαίτερη υποστήριξη, πιθανόν να ενίσχυσε τα αισθήματα αυτονομίας και της ανάγκης να στηρίζεται στον εαυτό της για να πετύχει κάποια πράγματα. Η στοχοπροσήλωση της που φάνηκε κατά τον χρόνο της αξιολόγησης, συνεχίζεται αφού σήμερα σπουδάζει και εργάζεται. Διαφώνησε με τη θέση ότι, η παραπονούμενη δεν της είχε αναφέρει για τη σωματική επαφή της με τον κατηγορούμενο, και εξήγησε ότι τα παιδιά γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι το ζητούμενο δεν είναι να περιγράψουν τα περιστατικά γιατί ήδη το έπραξαν με την κατάθεση τους. Στην παρούσα περίπτωση, η παραπονούμενη αναφερόταν στα καταγγελλόμενα περιστατικά χωρίς όμως να τα περιγράφει. Έχοντας υπόψη μας τη μαρτυρία της Μ.Κ.6 στην ολότητα της, κρίνουμε ότι μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή και να εξάξουμε τα δικά μας ασφαλή ευρήματα. Σημειώνεται εκ νέου, ότι τόσο η μαρτυρία του Μ.Κ.4 όσο και αυτή της Μ.Κ.6 δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας της παραπονούμενης που είναι και η βασική μάρτυρας γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Όπως έχει αναφερθεί στην Νικολάου v. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390 «η διακρίβωση των γεγονότων, η αξιολόγηση της μαρτυρίας και η τελική ετυμηγορία περί ενοχής ή μη του κατηγορουμένου ανήκει στο δικαστήριο και δεν γίνεται ανεκτή καμία εξωγενής παρέμβαση σε αυτό το έργο.» (βλ. επίσης χχχ Ομήρου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω)). Την ουσιαστική μαρτυρία, από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, αναφορικά με τα επίδικα γεγονότα της υπόθεσης, προσέφερε η παραπονούμενη (Μ.Κ.7), η οποία κατά όλους τους επίδικους χρόνους και κατά τον χρόνο καταγγελίας της ήταν ανήλικη, ενώ κατά τον χρόνο της ένορκης μαρτυρίας της ενηλικιώθηκε. Όπως προκύπτει από το κατηγορητήριο, οι περισσότερες από τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αφορούν αδικήματα σεξουαλικής φύσεως (βλ. κατηγορίες 1 έως 24). Είναι γνωστός ο κανόνας πρακτικής που ίσχυε σε όλες τις περιπτώσεις τέτοιους είδους αδικημάτων και ότι για να επιτευχθεί καταδίκη απαιτείτο ενισχυτική μαρτυρία, ασχέτως αν κάτι τέτοιο προνοείτο νομοθετικά. Παρά ταύτα όμως, το Δικαστήριο μπορούσε να προχωρήσει σε καταδίκη με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονούμενης, αφού πρώτα προειδοποιούσε τον εαυτό του για τον κίνδυνο που υπάρχει σε μια τέτοια περίπτωση. Στην Σάββα v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 258, σελ. 269 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Πριν προχωρήσουμε στους λόγους εφέσεως θα θέλαμε να παρατηρήσουμε ότι το Κακουργιοδικείο ορθά καθοδηγήθηκε ως προς τις αρχές που διέπουν το θέμα της απόδειξης σεξουαλικών αδικημάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις η μαρτυρία της παραπονουμένης χρειάζεται ενίσχυση σαν θέμα πρακτικής (βλ. Μεϊτανής v. Δημοκρατίας
(1967)2 Α.Α.Δ. 31, Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1972)2 Α.Α.Δ. 81, Πετεινός v. Αστυνομίας
(1961)Α.Α.Δ. 330). Ωστόσο παρά την ύπαρξη του πιο πάνω κανόνα πρακτικής η καταδίκη σε πρέπουσα υπόθεση μπορεί να θεμελιωθεί με βάση μόνο τη μαρτυρία της παραπονουμένης (βλ. Θεοδώρου v. Αστυνομίας
(1971)2 Α.Α.Δ. 245) αφού προηγουμένως το Δικαστήριο προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τον κίνδυνο που ενυπάρχει όταν βασίζεται μόνο πάνω στην χωρίς ενίσχυση μαρτυρία της παραπονουμένης (βλ. R v. Henery and Manning
(1969)Cr. App. R. (C.A.) 150).» Ωστόσο, ο πιο πάνω κανόνας πρακτικής που ίσχυε στις περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων έχει καταργηθεί με κάποια νομοθετήματα στα οποία προβλέπεται πλέον ρητά, ότι δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία και το Δικαστήριο μπορεί πλέον να καταδικάσει βασιζόμενο στη μαρτυρία της παραπονούμενης και μόνο, εκτός σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που η μαρτυρία παρουσιάζει αδυναμίες και στις οποίες είναι επιθυμητό να αναζητείται ενισχυτική μαρτυρία και αν δεν υπάρχει τότε να γίνεται η σχετική, ανάλογα με την περίπτωση, αυτοπροειδοποίηση (βλ. Ε.Α. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 231/2018, Ημερ. 19.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B473 και Makanjuola; Easton, [1995] 2 Cr. App. R. 469). Στην Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 97/2022, Σχ. Με 98/2022, 114/2022, 115/2022, Ημερομηνίας 16/11/2022 η οποία αφορούσε αδικήματα σεξουαλικής φύσεως τα οποία εδράζονταν τόσο στο Ποινικό Κώδικα όσο και στο Νόμο 91(Ι)/2014, στον οποίο υπάρχει ρητή πρόνοια ότι δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στο Νόμο (βλ. Άρθρο 21
(1)του πιο πάνω Νόμου), αναφέρθηκαν τα εξής: «Η υποχρέωση πλέον για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν δημιουργείται, όπως συνέβαινε με βάση τον καταργηθέντα κανόνα πρακτικής, από το γεγονός και μόνο ότι ο μάρτυρας είναι παραπονούμενος σε σεξουαλικό αδίκημα. Η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας προκύπτει από τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα και όχι από τη φύση του αδικήματος.» Απόλυτα σχετικό, επίσης, είναι το κάτωθι απόσπασμα από την Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 147/2016, Ημερ. 20.11.2019, ECLI:CY:AD:2019:B477: «Το ζητούμενο είναι το δικαστήριο να αισθάνεται βέβαιο, επειδή έχει εντοπίσει και ενισχυτική μαρτυρία, ή να αισθάνεται εξίσου ασφαλές να καταδικάσει, έστω και χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Αυτά όμως πρέπει να εξετάζονται κατά συγκεκριμένο τρόπο και πρέπει να φαίνονται κατά τρόπο πειστικό μέσα στην απόφαση, ως το αποτέλεσμα ενός συμπαγούς και συγκεκριμένου σκεπτικού, εδραζόμενου στα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου.» Στην παρούσα περίπτωση, εκτός από τις κατηγορίες αρ. 9, 10, 19 και 20 που αφορούν το αδίκημα της αιμομιξίας το οποίο εδράζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, οι κατηγορίες αρ. 1 έως 8 και 11 έως 18 εδράζονται επί του Ν. 87(Ι)/2007 και οι κατηγορίες 21 έως 24 επί του Ν.91(Ι)/2014. Το Άρθρο 4
(3)του Ν.87(Ι)/2007 ρητά όριζε ότι «Για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται από το συγκεκριμένο Νόμο, δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία». Το δε Άρθρο 21
(1)του Ν.91(Ι)/2014 ορίζει ότι «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία». Στην Ν.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 99/2021, Ημερ. 11/05/2022, ECLI:CY:AD:2022:B183 λέχθηκαν τα εξής: «Το ζητούμενο, σε όλες τις περιπτώσεις, είναι κατά πόσο από το ενώπιον του μαρτυρικό υλικό, είτε αυτό συνίσταται σε ένορκη μαρτυρία, είτε ανώμοτη κατάθεση, με ή χωρίς ενίσχυση, το εκδικάζον δικαστήριο αισθάνεται τη βεβαιότητα ότι είναι ασφαλές να καταδικάσει. Κρίνει δηλαδή κατά πόσο αξιόπιστη μαρτυρία είναι της ποιότητας εκείνης που του επιτρέπει να προχωρήσει σε ευρήματα γεγονότων στη βάση της, χωρίς ενίσχυση ή ότι, παρά το αξιόπιστο της, εγγενή χαρακτηριστικά της δεν του επιτρέπουν να αισθάνεται την αναγκαία προς τούτο ασφάλεια. Απόφαση καθοριστική για την έκβαση κάθε τέτοιας υπόθεσης, που πρέπει να αιτιολογείται δεόντως. Όπως αναφέρεται στη Σ.Σ. κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. Αρ.147-148/2016, ημερ.20.11.2019, «Αυτά όμως πρέπει να εξετάζονται κατά συγκεκριμένο τρόπο και πρέπει να φαίνονται κατά τρόπο πειστικό μέσα στην απόφαση, ως αποτέλεσμα ενός συμπαγούς και συγκεκριμένου σκεπτικού, εδραζομένου στα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου». Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω και σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 4
(3)του Νόμου 87
(1)/2007, ως ίσχυε και του Άρθρου 21
(1)του Ν.91(Ι)/2014 είναι, ότι δεν απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή αυτοπροειδοποίηση του Δικαστηρίου για την αποδοχή της μαρτυρίας της παραπονούμενης όταν αισθάνεται τη βεβαιότητα να καταδικάσει, λαμβάνοντας υπόψη την ποιότητα της μαρτυρίας της. Διατηρεί, όμως, διακριτική ευχέρεια να αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία ή να αυτοπροειδοποιηθεί σε κατάλληλες περιπτώσεις και όταν το κρίνει ορθό. Στην Ε.Α. ν. Δηµοκρατίας (ανωτέρω), δίδεται καθοδήγηση και παραδείγματα για το πότε προκύπτει η ανάγκη για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας ή απαιτείται η αυτοπροειδοποίηση. Λέχθηκαν τα εξής σχετικά: «Στην Makanjuola (ανωτέρω) η ανάγκη έχει συγκεκριµενοποιηθεί. Προκειµένου να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια το Δικαστήριο για αναζήτηση ενισχυτικής µαρτυρίας θα πρέπει να υπάρχει έρεισµα στη συγκεκριµένη µαρτυρία που να υποδηλώνει ότι η µαρτυρία του συγκεκριµένου µάρτυρα δυνατόν να µην είναι αξιόπιστη. Έχουµε ήδη αναφερθεί στο παράδειγµα του καθυστερηµένου παραπόνου. Μια άλλη περίπτωση θα µπορούσε να είναι η ύπαρξη προηγούµενης αντιφατικής δήλωσης του µάρτυρα. Ο Lord Taylor, CJ στην Makanjuola, ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα κατά τρόπο ενδεικτικό: «The judge will often consider that no special warning is required at all. Where, however, the witness has been shown to be unreliable, he or she may consider it necessary to urge caution. In a more extreme case if the witness is shown to have lied, to have made previous false complaints or to bear the defendant some grudge, a stronger warning may be thought appropriate and the judge may suggest it would be wise to look for some supporting material before acting on the impugned witness's evidence. We stress that these observations are merely illustrative of some, not all of the factors, which judges may take into account in measuring where a witness stands in the scale of reliability and what response they should make at that level in their directions to the jury. » Αφ' ης στιγµής το Δικαστήριο αποφασίσει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να αναζητήσει ενισχυτική µαρτυρία και τέτοια µαρτυρία δεν εντοπιστεί, εναπόκειται και πάλι στη διακριτική του ευχέρεια ο τρόπος διατύπωσης και η ένταση της αυτοπροειδοποίησης, ανάλογα µε τις περιστάσεις της υπόθεσης, τα εγειρόµενα θέµατα, το περιεχόµενο και την ποιότητα της µαρτυρίας του συγκεκριµένου µάρτυρα. ∆εν απαιτείται προδιαγεγραµµένος τύπος.» Παραπέμπουμε, επίσης, στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην Δ.Β.Γ.Κ. v Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 3/2022, Ημερ. 29/02/2024 όπου επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές. Αναφορικά με τις κατηγορίες αρ. 25 έως 28 που αφορούν το αδίκημα της κοινής επίθεσης, αυτές εδράζονται τόσο στο Άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα όσο και στα σχετικά Άρθρα του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, Ν. 119(Ι)/2000. Το Άρθρο 16 του Νόμου 119
(1)/2000 προνοεί τα ακόλουθα, σε σχέση με το ζήτημα αναζήτησης ενισχυτικής μαρτυρίας για τα αδικήματα τα οποία δημιουργούνται δυνάμει των προνοιών του: «
  1. Το ∆ικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούµενο µε µόνη την κατάθεση του θύµατος εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική µαρτυρία.» Στην Α.G. v. Aστυνομία, Ποινική Έφεση Αρ. 119/2020, Ημερ. 16/04/2021, ECLI:CY:AD:2021:B147, αποφασίστηκε ότι το Άρθρο 4 του Νόμου 119(Ι)/2000, διαβάζεται με κάθε άλλο άρθρο που ξεχωριστά αναφέρεται στις παραγράφους (α) - (ιβ) του εδαφίου 2 και ο συνδυασμός τους δημιουργεί ανάλογο, «επαυξημένης σοβαρότητας» («aggravated»), αδίκημα και κατ' επέκταση νέο αδίκημα και τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Άρθρου 16 του Νόμου 119(Ι)/
  2. Συνεπώς, κρίθηκε ότι στις περιπτώσεις των πιο πάνω αδικημάτων του Νόμου, το Δικαστήριο θα μπορεί να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με μόνη τη μαρτυρία της παραπονούμενης συζύγου του, νοουμένου ότι έκρινε ότι δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία. Και βέβαια, εάν έτσι κρίνει να αποφασίσει κατά πόσο θα προχωρήσει στην καταδίκη με μόνη τη μαρτυρία της. Εν όψει λοιπόν των πιο πάνω, για το αδίκημα της Κοινής Επίθεσης εφόσον αυτό εδράζεται επί του Ν. 119(Ι)/2000 και σύμφωνα με τα ανωτέρω αυτό είναι ξεχωριστό αδίκημα από αυτό του Ποινικού Κώδικα, ως επίσης και για το αδίκημα της αιμομιξίας το οποίο εδράζεται σε διάταξη του Ποινικού Κώδικα, απαιτείται κατ' αρχάς ενισχυτική μαρτυρία για να επιτευχθεί καταδίκη (βλ. επίσης Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 147-148/2016, ημερ. 20.11.2019). Έχοντας υπόψη μας τις πιο πάνω αρχές, θα προχωρήσουμε να αξιολογήσουμε τη μαρτυρία της παραπονούμενης συνολικά και αφού λάβουμε υπόψη μας τόσο το περιεχόμενο της, την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μας καθώς επίσης τη θέση της Υπεράσπισης, όπως αυτή διαφάνηκε από την αντεξέταση της, ότι, δηλαδή, η καταγγελία της είναι ψευδής (βλ. Τεβλετιάν v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 512, Αttorney General of Hong Kong v. Wong Mukping [1987] 2 All ER 488 και Σ.Σ. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 147-148/16, Ημερ. 20/11/2019). Έχουμε διεξέλθει της μαρτυρίας της με πολλή προσοχή και λάβαμε υπόψη την εντύπωση που αποκομίσαμε από αυτήν, ενώ κατάθετε από το εδώλιο του μάρτυρα. Έχουμε, επίσης, αντιπαραβάλει τη μαρτυρία της με την υπόλοιπη μαρτυρία που δόθηκε τόσο για την Κατηγορούσα Αρχή όσο και για την Υπεράσπιση αλλά και όλες τις εισηγήσεις της Υπεράσπισης. Η παραπονούμενη μας άφησε θετική εντύπωση και θεωρούμε ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια. Οι απαντήσεις της ήταν πηγαίες, αυθόρμητες, πειστικές και δεν διαπιστώσαμε κατά την αντεξέτασή της να υπέπεσε σε αντιφάσεις, επί ουσιωδών ζητημάτων, ικανές να προκαλέσουν ρήγμα στην αξιοπιστία της. Ούτε διαπιστώσαμε ότι δίσταζε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση της υποβαλλόταν. Επίσης, για όσα ζητήματα ερωτήθηκε και δεν γνώριζε την απάντηση ή αδυνατούσε να θυμηθεί, ευθέως το δήλωνε χωρίς να υπεκφεύγει. Καταρχάς θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρουμε πως δεν θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης το μέρος εκείνο της μαρτυρίας της που αφορά το φερόμενο συμβάν με κάποιο φροντιστή της Παιδικής Στέγης. Όπως αναφέραμε και με την ενδιάμεση απόφαση μας κατά την ακρόαση της υπόθεσης, το μέρος αυτό της μαρτυρίας της εκφεύγει των επίδικων θεμάτων. Αποτελεί γενικό κανόνα, ότι μαρτυρία η οποία είναι άσχετη προς τα επίδικα θέματα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή (βλ. «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές» των κ.κ. Ηλιάδη και Σάντη, στη σελ. 68 υπό τον τίτλο «Σχετικότητα Μαρτυρίας»). Σημειώνεται, επίσης, πως σύμφωνα με τη νομολογία, η αξιολόγηση γίνεται σε σχέση με τα επίδικα θέματα (βλ. SP Cosultancy ltd κ.α. v. Transteam ltd κ.α
(2016)1 Α.Α.Δ, 980). Η μάρτυρας με σαφήνεια καθόρισε τη χρονική περίοδο που λάμβαναν χώρα τα επίδικα περιστατικά. Όπως ανέφερε η σεξουαλική της κακοποίηση από τον κατηγορούμενο ξεκίνησε όταν ήταν στην ηλικία των 9 χρόνων και συνεχίστηκε μέχρι τα 11 της χρόνια. Οι δε ξυλοδαρμοί της από τον κατηγορούμενο, που όπως ανέφερε ήταν καθημερινοί, συνεχίστηκαν μέχρι τα 12 της χρόνια, οπόταν μετακινήθηκε στην Παιδική Στέγη. Σημειώνουμε, πως σύμφωνα με τη μη αμφισβητούμενη μαρτυρία της, αυτή γεννήθηκε στις 24/07/2003 και ο κατηγορούμενος είναι 6 χρόνια μεγαλύτερος της. Επίσης, σύμφωνα με την ενώπιον μας αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Κ.3, κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 11/12/2015 η παραπονούμενη μετακινήθηκε στην Παιδική Στέγη. Όταν, δηλαδή, ήταν ηλικίας σχεδόν 12 ½ ετών. Η παραπονούμενη, επίσης, καθόρισε ως τον χώρο που λάμβαναν χώρα τα επίδικα περιστατικά, την οικία που διέμενε με την οικογένεια της και συγκεκριμένα το σαλόνι και το υπνοδωμάτιο που έμενε με τον κατηγορούμενο. Η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης στην αγόρευση του, ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία της παραπονούμενης τα ισχυριζόμενα επίδικα περιστατικά λάμβαναν χώρα μόνο στο καθιστικό, δεν μας βρίσκει σύμφωνους, αφού όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της, είναι στο δωμάτιο τους που έλαβε χώρα για πρώτη φορά η πράξη της πρωκτικής συνουσίας. Η μάρτυρας, όπως θα αναφερθεί και πιο κάτω, περιέγραψε με κάθε λεπτομέρεια το εν λόγω συμβάν, χωρίς στην ουσία να αμφισβητηθεί η μαρτυρία της από την Υπεράσπιση. Δεν μας βρίσκει, επίσης, σύμφωνους η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι «πουθενά στην μαρτυρία της παραπονούμενης δεν υποστηρίχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ασκούσε βία σε αυτή ώστε να υποκύψει στις αποτρόπαιες πράξεις για τις οποίες κατηγορείται». Η μάρτυρας ανέφερε πως πολλές φορές ο κατηγορούμενος προτιμούσε να της το κάνει από «πίσω» ειδικά τις βραδινές ώρες που οι γονείς της κοιμόντουσαν και η ίδια βρισκόταν στο σαλόνι και απασχολείτο με τον υπολογιστή. Ο κατηγορούμενος της ζητούσε να κάνουν «πράγματα», την πίεζε και την απειλούσε. Γινόταν πιο βίαιος και της έκανε πιο δυνατά και ενώ αυτή πονούσε πάρα πολύ και φώναζε, αυτός την κτυπούσε και της έλεγε να μη φωνάζει γιατί αν ξυπνούσαν οι γονείς τους θα υπήρχε πρόβλημα και θα την «κανόνιζε». Με ειλικρίνεια ανέφερε πως, λόγω αυτών που συνέβαιναν με τον κατηγορούμενο αλλά και της σωματικής κακοποίησης που δεχόταν από τη μητέρα της, υπήρχαν φορές που ήταν τόσο άσχημη η ψυχολογία της, που τον άφηνε να κάνει αυτά που ήθελε. Αυτό συνέβαινε, όπως εξήγησε, όταν ήθελε να παίξει και του ζητούσε να την αφήσει να χρησιμοποιήσει την τηλεόραση του η οποία ήταν ενωμένη με μία κονσόλα. Αυτός της έλεγε πως για να την άφηνε θα έπρεπε να κάνουν μαζί «πράγματα» και επειδή ήθελε τόσο πολύ να παίξει, τον άφηνε να κάνει αυτά που ήθελε. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνουμε, πως το ζητούμενο εν προκειμένω δεν είναι αν ο κατηγορούμενος ασκούσε ή όχι βία στην παραπονούμενη, ώστε αυτή να υπέκυπτε στις επίδικες πράξεις, αλλά αν πράγματι προέβη στις πράξεις που του αποδίδονται. Περιέγραψε, επίσης, με σαφήνεια τους χώρους της οικίας διευκρινίζοντας, μετά από ερώτηση του Δικαστηρίου για τον αριθμό των υπνοδωματίων, ότι υπήρχαν δύο υπνοδωμάτια, στο ένα εκ των οποίων έμεναν οι γονείς της και στο άλλο αυτή με τον κατηγορούμενο. Υπήρχε ακόμη ένα δωμάτιο «spare», όπως το χαρακτήρισε, στο οποίο δεν έμενε κανένας. Σημειώνεται πως το μέρος αυτό της μαρτυρίας της για τους χώρους της οικίας, ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση και σε κάθε περίπτωση δεν θεωρούμε ότι βρίσκεται σε αντίθεση με τη μαρτυρία της Μ.Κ.3, ως είναι η εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, η οποία αναφερόμενη στον αριθμό των υπνοδωματίων, είπε πως εξ' όσων θυμόταν υπήρχαν δύο υπνοδωμάτια. Η μάρτυρας, επίσης, αναφέρθηκε με λεπτομερή και σαφή τρόπο για το πως ο κατηγορούμενος την προσέγγισε στην αρχή και πως εξελίχθηκε στη συνέχεια η ισχυριζόμενη σεξουαλική της κακοποίηση. Αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στο φιλί που της έδωσε και ότι μετά από αυτό της έλεγε ότι ήθελε να την φιλά και να κάνουν «κάτι παραπάνω». Αναφέρθηκε, επίσης, στα παιχνίδια της που ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε για να της δείξει κάποιες κινήσεις χωρίς η ίδια να καταλαβαίνει τι της έδειχνε και ότι ήθελε να την βλέπει γυμνή. Όπως, επίσης, είπε, ο κατηγορούμενος της έδειξε ένα «παιχνίδι» ότι δήθεν ήταν ο άνδρας της και αυτή η γυναίκα του, ότι παντρεύτηκαν και ότι μετά το «γάμο» οι παντρεμένοι κάνουν σεξ. Ειδικότερα, σε ότι αφορά το πορνογραφικό υλικό, που όπως είπε, ο κατηγορούμενος της έδειχνε, παρέμεινε σταθερή στη θέση της, ότι ενώ βρίσκονταν στο σαλόνι σε ώρες που οι γονείς τους δεν βρίσκονταν στο χώρο εκείνο, ο κατηγορούμενος της έδειχνε πορνό, με ενήλικες και ανήλικους, τόσο από το τηλέφωνο του όσο και από τον υπολογιστή του και ότι προσπαθούσε να της εξηγήσει πως γίνεται το σεξ και πως μια γυναίκα μένει έγκυος. Όπως είπε «.έδειχνε μου πως ξεπαρθενεύκουνταν αλλά ευτυχώς εν μου κόντεψε σε τζιήντο κομμάτι». Επίσης, τις έδειχνε διάφορες στάσεις λέγοντας της να τις δοκιμάσουν. Οι εξηγήσεις που η παραπονούμενη έδωσε, απορρίπτοντας τη θέση της Υπεράσπισης, ότι το κινητό του κατηγορούμενου δεν ήταν τέτοιας τεχνολογίας που να είχε τη δυνατότητα να κατεβάσει τέτοια αρχεία, ήταν καθόλα πειστικές. Όπως είπε, ο κατηγορούμενος δεν κατέβαζε τα αρχεία, αλλά της τα έδειχνε μέσω διαδικτύου στο τηλέφωνο από σελίδες, όταν ήταν συνδεδεμένος στο Wi‑Fi. Σημειώνεται, πως η αναφορά της, ότι κατά τον επίδικο χρόνο υπήρχε στην οικία Wi‑Fi, δεν έτυχε αμφισβήτησης. Η μαρτυρία της για τα υπόλοιπα επίδικα γεγονότα και περιστατικά της σεξουαλικής της κακοποίησης, επίσης, περιέχει πλήρεις λεπτομέρειες για κάθε μία από τις επίδικες πράξεις. Κατά την εξιστόρηση των επίδικων περιστατικών, ήταν εμφανής η συναισθηματική της φόρτιση, ενώ σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας της ξεσπούσε σε λυγμούς. Ξεκινώντας με την επίδικη πράξη της πρωκτικής διείσδυσης του πέους του κατηγορούμενου στο σώμα της, η μάρτυρας περιέγραψε με λεπτομέρεια και σαφήνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα για πρώτη φορά το πιο πάνω περιστατικό καθώς και τις αντιδράσεις τόσο της ίδιας όσο και του κατηγορούμενου. Όπως είπε, ο κατηγορούμενος την πήρε στο δωμάτιο τους και της ζήτησε να γυμνωθεί. Όταν του είπε ότι δεν ήθελε να το κάνει την γύμνωσε και την άγγιζε. Αυτή ένιωθε άβολα, γελούσε και βασικά γαργαλιόταν. Δεν ένιωθε εντάξει και δεν ήξερε πως να το διαχειριστεί. Την «κόλλησε», όπως είπε, στον τοίχο και δεν μπορούσε να φύγει. Γυμνώθηκε και εκείνος και της έδειχνε τι ήταν εκείνο το «πράγμα» που ποτέ δεν το είχε δει μπροστά της, αλλά της το είχε δείξει στη «πορνογράφηση». Δεν ήθελε να βρισκόταν εκεί, δεν ένοιωθε άνετα και δεν ήξερε πως να του το πει. Φοβόταν πάρα πολύ, γιατί δεχόταν πολλή κακοποίηση από τους γονείς της και τον αδελφό της και γενικά ένοιωθε πως δεν μπορούσε να χειριστεί αυτό που της έκανε. Όταν εκείνο το «πράγμα» το έβαλε «από πίσω» της, η ίδια δεν ένιωθε καλά και πονούσε πάρα πολύ. Ο κατηγορούμενος της έλεγε ότι του άρεσε και ότι ήθελε και άλλο, ενώ αυτή του έλεγε ότι δεν ήθελε και ότι δεν ένοιωθε καλά. Δεν ξέρει πόση ώρα διήρκησε, ενώ σε κάποια στιγμή του ζήτησε να σταματήσει γιατί πονούσε. Μετά, όπως είπε, η μέρα προχώρησε σαν να μη συνέβη τίποτε. Μετά από κάποιες μέρες, ο κατηγορούμενος της ζητούσε να το επαναλάβουν. Πολλές φορές προτιμούσε να της το κάνει από «πίσω» ειδικά τις νυκτερινές ώρες που κοιμόντουσαν οι γονείς τους. Ενώ, όπως είπε, ήταν στο σαλόνι και έπαιζε στον υπολογιστή, ο κατηγορούμενος την πλησίαζε και την πίεζε να κάνουν «πράματα» και την απειλούσε ότι αν δεν πήγαινε, θα την κτυπούσε και ότι θα έλεγε κάτι στους γονείς της για να την τιμωρήσουν. Την πίεζε και της έκανε αυτά τα πράγματα πιο βίαια και πιο δυνατά, ενώ αυτή πονούσε πάρα πολύ και φώναζε αλλά αυτός την κτυπούσε και της έλεγε να μη φωνάζει, γιατί αν ξυπνούσαν οι γονείς τους θα δημιουργούνταν προβλήματα και θα την «κανόνιζε». Της έλεγε ότι του άρεσε, ότι δεν την βλέπει σαν αδελφή του, ότι ήθελε να έχουν σεξουαλική σχέση και την χούφτωνε. Αναφέρθηκε στον πόνο που ένοιωθε ενόσω διαρκούσε η πράξη αλλά και τον πόνο που ένοιωθε όταν πήγαινε στη τουαλέτα, όπου μάλιστα όπως είπε είχε και αίμα. Ένοιωθε αηδία και δεν ξέρει αν κάθε φορά που είχαν επαφή αυτός τέλειωνε. Θυμάται πάρα πολύ ότι την κρατούσε με τόση δύναμη που ένιωθε όλο του το σώμα και ότι η ίδια δεν μπορούσε να κάνει κάτι. Τα πιο πάνω, όπως είπε, δεν ήταν αρκετά για τον κατηγορούμενο καθώς της ζήτησε να δοκιμάσει με τα χέρια της και στοματικά, δίνοντας και γι' αυτές τις επίδικες πράξεις πλήρεις λεπτομέρειες. Μπορεί, όπως είπε, ενώ ο κατηγορούμενος καθόταν στο καναπέ του σαλονιού, να γυμνωνόταν και να της ζητούσε να τον πλησιάσει για να τον ικανοποιήσει και να τον κάνει να νοιώθει καλά, απειλώντας την πως αν δεν το έκανε θα έλεγε στην μητέρα τους ψέματα ότι κάτι έκανε και τότε αυτή θα την κτυπούσε. Από φόβο τον υπάκουε και δεν μίλησε, επειδή η μητέρα της με το παραμικρό την κτυπούσε. Της έδειχνε πως να τον αυνανίσει και αυτή ένοιωθε αηδία που έπρεπε να κρατά το πέος του και να κάνει αυτό που του έκανε, ενώ εκείνος έβγαζε ήχους μέχρι να τελειώσει. Αυτή ένοιωθε αηδία, αλλά εκείνος της έλεγε ότι του άρεσε και ότι ήθελε πιο γρήγορα, ενώ αυτή πονούσε το χέρι της και γενικά κουραζόταν. Όταν της ζήτησε να δοκιμάσει και με το στόμα της, αυτή αρνήθηκε και τότε έπαιρνε το κεφάλι της και την πίεζε να το κάνει. Ήθελε να κάνει εμετό, είχε συνεχώς αναγούλες, ήταν αηδία, ήταν «γιάξ» και δεν είχε χειρότερη γεύση. Δεν μπορεί να ξεχάσει τι ένοιωθε εκείνη τη στιγμή. Την πίεζε και δεν την άφηνε, της έλεγε ότι δεν το έκανε καλά, ότι έβαζε τα δόντια της και ότι το ήθελε αλλιώς. Όταν του είπε ότι δεν μπορούσε άλλο, της ζήτησε να τον βοηθήσει να τελειώσει με τα χέρια της κάτι το οποίο έκανε μέχρι να τελειώσει. Όταν τέλειωνε της τα «έδειχνε» και την πίεζε να τα δοκιμάσει αλλά δεν δεχόταν. Του έλεγε ότι δεν ήθελε να κάνει αυτό το πράγμα και μετά αυτός συνέχιζε να της λέει ότι καλυτέρευε, ότι είναι η καλύτερη σε αυτό. Της έδειχνε και άλλα πράγματα για το πως πρέπει μια γυναίκα να ικανοποιεί τον άντρα και πως πρέπει να το κάνουν. Όπως είπε, ήθελε συνεχώς να κάνει εμετό και να βουρτσίζει τα δόντια της. Πέραν από τις πιο πάνω απειλές του κατηγορούμενου, η μάρτυρας ανέφερε, επίσης, πως όταν του έλεγε ότι δεν ήθελε ή ήταν κουρασμένη ή ότι θα έλεγε κάτι, τότε αυτός την απειλούσε ότι θα την σκοτώσει και ότι μια μέρα θα την έπαιρνε σ' ένα σπίτι θα την έδενε, θα την κακοποιούσε σεξουαλικά, θα την έβαζε να πίνει ούρα, θα την κτυπούσε και θα την είχε σαν ένα κατοικίδιο ζώο. Γενικά την απειλούσε ότι αν ποτέ έλεγε οτιδήποτε θα την σκότωνε και θα έβαζε άλλους να την κακοποιήσουν. Μία φορά, ενώ την φιλούσε σ' ένα άλλο δωμάτιο του σπιτιού, άκουσε την μητέρα της να κατευθύνεται προς τα εκεί και τότε η ίδια έφυγε γρήγορα από το δωμάτιο. Όταν η μητέρα της την ρώτησε αν συνέβαινε κάτι, από φόβο δεν της είπε τίποτε γιατί είχε ήδη βγει και ο αδελφός της από το δωμάτιο και περιφερόταν για να ακούσει εάν θα έλεγε κάτι. Ούτε όταν η μητέρα της την πήρε σε άλλο δωμάτιο και την ρώτησε αν της έκανε κάτι ο αδελφός της, αν την φιλά, δεν της ανέφερε οτιδήποτε, γιατί ήξερε πως αν της έλεγε τέτοιο πράγμα θα την κτυπούσε. Ούτε στον πατέρα της είπε οτιδήποτε, γιατί και αυτός την κτυπούσε. Η μάρτυρας αναφέρθηκε, επίσης, και στη συχνότητα που λάμβαναν χώρα τα επίδικα συμβάντα. Η πράξη της πρωκτικής διείσδυσης, όπως ανέφερε, γινόταν 2 -3 φορές τη βδομάδα, ενώ ο αυνανισμός και ο στοματικός έρωτας δεν γινόταν τόσο συχνά αλλά έγινε αρκετές φορές. Το ότι κατά την αντεξέταση της δεν ήταν σε θέση να αναφέρει αριθμητικά τις φορές της πρωκτικής συνουσίας, δεν θεωρούμε ότι αποτελεί στοιχείο ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της. Από μια προσεκτική μελέτη της κατάθεσης της προκύπτει ότι η πιο πάνω έκνομη συμπεριφορά του ήταν επαναλαμβανόμενη η οποία σύμφωνα με τη μάρτυρα διήρκησε για δύο χρόνια. Πέραν αυτού δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε και το γεγονός ότι η παραπονούμενη κατά τον επίδικο χρόνο ήταν μεταξύ 9 και 11 χρόνων και ότι μέχρι την παρουσία της στο Δικαστήριο παρήλθαν περί τα δώδεκα χρόνια και συνεπώς είναι λογικό να μην μπορούσε να καθορίσει με ακρίβεια ή έστω κατά προσέγγιση πόσες συνολικά φορές έλαβε η πιο πάνω επίδικη πράξη. Στην Γ.Ι. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 44/19, Ημερ. 18/09/2020 και σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα, αναφέρθηκαν τα εξής: «Στις περιπτώσεις διάπραξης σεξουαλικών αδικημάτων, που λαμβάνουν χώρα κατ' επανάληψη και για παρατεταμένη χρονική περίοδο, παρουσιάζεται συνήθως δυσκολία στη διάκριση επιμέρους περιστατικών ...Το θύμα δεν μπορεί να θυμάται και να περιγράψει όλα τα περιστατικά, ιδίως όταν είναι πολλά, όμοια και επαναλαμβανόμενα και ακόμα περισσότερο όταν έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διάπραξης τους. Το πρόβλημα επετείνεται όταν το θύμα είναι παιδί. Σημασία έχει σε τέτοιες υποθέσεις ότι το θύμα έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά σε μια χρονική περίοδο, κατ' επανάληψη, με κάποια συχνότητα και με τους τρόπους που μαρτυρούνται».(η υπογράμμιση δική μας). Συνεχίζοντας με το σχολιασμό της μαρτυρία της, αναφέρουμε πως αυτή παρέμεινε σταθερή στην εκδοχή της, ότι μέχρι την απομάκρυνση από το σπίτι δεχόταν καθημερινά ξυλοδαρμούς από τον κατηγορούμενο. Στην προσπάθεια της η Υπεράσπιση να πλήξει την αξιοπιστία της επί του επίδικου αυτού ζητήματος επικαλέστηκε το έγγραφο ημερ. 07/02/2018 υποβάλλοντας σ' αυτή τη θέση, ότι με το εν λόγω έγγραφο δήλωνε την επιθυμία της για την απόσυρση του παραπόνου της για τη σωματική βία που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο και την μητέρα της. Η μάρτυρας, παρά το ότι δεν της επιδείχθηκε το εν λόγω έγγραφο το οποίο ο κατηγορούμενος στη συνέχεια κατέθεσε ως Τεκμήριο 16, και δήλωσε άγνοια για την ύπαρξη του, εντούτοις άμεσα και χωρίς υπεκφυγές ανέφερε πως όταν ήταν στην ηλικία των 15-16 ετών υπέγραψε κάποιο έγγραφο και έδωσε εξηγήσεις ως προς τις συνθήκες υπογραφής του, οι οποίες ήταν καθόλα πειστικές. Όπως είπε, κατά την περίοδο που διέμενε στην Παιδική Στέγη, ο πατέρας της την πήρε σε κάποιο γραφείο και της ζήτησε επίμονα να υπογράψει κάποιο έγγραφο, το οποίο και υπέγραψε, χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο του. Όπως, επίσης, είπε, η Λειτουργός την ενημέρωσε σε μεταγενέστερο χρόνο ότι δεν θα έπρεπε να το υπογράψει και ότι ο πατέρας της έκανε κάτι που δεν έπρεπε. Σε ότι αφορά το πιο πάνω τεκμήριο και την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι η παραπονούμενη χειραγωγείτο από το Γραφείο Ευημερίας και ότι «δεν έπραττε με την ελεύθερη βούληση της», στη βάση του ότι δεν κατάγγειλε τον πατέρα της στην Αστυνομία επειδή δεν της είπε το Γραφείο Ευημερίας να το κάνει, επισημαίνουμε πως η εν λόγω εισήγηση βρίσκεται σε πλήρη διάσταση με τη θέση που της υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση της, ότι είναι με «πλήρη συνείδηση» που το υπέγραψε. Η μαρτυρία της, επίσης, για την αποκάλυψη των επίδικων περιστατικών ήταν σαφής και λεπτομερής και ουδόλως αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Όπως είπε, όταν ήταν στην ηλικία των 12 ετών αποκάλυψε σε κάποιες φίλες της τη σωματική κακοποίηση της από την οικογένεια της χωρίς, όμως, να αναφέρει οτιδήποτε για τα υπόλοιπα περιστατικά που της έκανε ο κατηγορούμενος, ένεκα του φόβου της επειδή την απειλούσε ότι αν έλεγε οτιδήποτε θα της έκανε κακό. Όταν μία φίλη της ενημέρωσε σχετικά την Σύμβουλο και αυτή την ρώτησε αν την κτυπούσαν, της το επιβεβαίωσε. Για τα επίδικα περιστατικά της σεξουαλικής της κακοποίησης από τον κατηγορούμενο, το είχε αναφέρει για πρώτη φορά όταν έμενε στη Παιδική Στέγη σε δύο φίλες της, τις οποίες και κατονόμασε, χωρίς όμως να τους πει λεπτομέρειες. Στο μόνο πρόσωπο που τα ανέφερε «όλα», ήταν όπως είπε στον ψυχολόγο της, όταν πριν από μία συνάντηση τους είδε ένα άσχημο όνειρο, ότι ενώ βρισκόταν στην τωρινή της ηλικία ο κατηγορούμενος της έκανε «σεξουαλικά πράγματα» τα οποία της προκαλούσαν μεγάλο πόνο. Αναφέρθηκε, επίσης, στη συναισθηματική της κατάσταση όταν εξιστορούσε στον ψυχολόγο της τα επίδικα περιστατικά. Όπως είπε δεν ένοιωθε άνετα, δεν του τα είπε όλα αμέσως, δεν μπορούσε να τον κοιτάζει στα μάτια και ένοιωθε ντροπή. Το μέρος αυτό της μαρτυρίας της υποστηρίζεται από τη μαρτυρία του ψυχολόγου της, Μ.Κ.4, για την οποία σχετική αναφορά έγινε πιο πάνω. Η παρουσία της μητέρας της στο σπίτι ενώ λάμβαναν χώρα τα επίδικα περιστατικά, δεν αναιρούν τα όσα ανέφερε ότι της έκανε ο κατηγορούμενος στο δωμάτιο τους και στο σαλόνι, αφού όπως εξήγησε η φυσική κατάσταση της μητέρας της δεν της επέτρεπε να περιφερόταν συνεχώς στο σπίτι και να έκανε δουλειές. Επίσης, όπως είπε, ο κατηγορούμενος φρόντιζε να μην υπήρχε φασαρία στο σπίτι. Στο σημείο αυτό ανοίγουμε μία παρένθεση για να επισημάνουμε πως σε κανένα σημείο κατά την αντεξέταση της, της υποβλήθηκε η θέση που πρόβαλε ο κατηγορούμενος αλλά και οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, ότι στο σπίτι διέμενε επί 24ώρου βάσεως οικιακή βοηθός, θέση η οποία για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους δεν γίνεται αποδεκτή. Σε ότι αφορά την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, ότι οι φωτογραφίες τεκμήριο 17 οι οποίες απεικονίζουν μία «αρμονική σχέση» του κατηγορούμενου με την παραπονούμενη, αντιστρατεύονται της θέσης της ότι «δεν βλέπει τον κατηγορούμενο και ότι κάνει ότι δεν υπάρχει», δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Είναι γεγονός ότι στην κατάθεση της η Παραπονούμενη ανέφερε ότι μετά τα 16 της χρόνια σταμάτησε να μιλά στον κατηγορούμενο και ότι αγνοούσε την παρουσία του όταν επισκεπτόταν το σπίτι τους. Όπως, όμως, επίσης ανέφερε στην κατάθεση της, η αλλαγή στη στάση της αυτή ξεκίνησε τον τελευταίο 1 ½ χρόνο πριν τη κατάθεση της, όταν συνέβη ένα πολύ άσχημο περιστατικό στο σπίτι τους, στο οποίο έκανε αναφορά. Πριν από αυτό το περιστατικό, όπως είπε, μιλούσε στον κατηγορούμενο, γιατί δεν ήθελε να δημιουργούνταν προβλήματα αλλά και γιατί πίστευε ότι όλα αυτά που συνέβησαν δεν θα επηρέαζαν τη ζωή της. Οι εν λόγω φωτογραφίες φαίνεται πως λήφθηκαν σε προγενέστερο χρόνο από το πιο πάνω περιστατικό, κατά την περίοδο, δηλαδή, που μιλούσε με τον κατηγορούμενο. Συγκεκριμένα, οι περισσότερες από αυτές φέρουν ημερομηνίες εντός 2018 και η τελευταία το Νοέμβρη του 2019, 1½ περίπου χρόνο, δηλαδή, πριν την κατάθεση της. Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία της για το εν λόγω ζήτημα ήταν καθόλα πειστική αλλά και λογική έχοντας υπόψη τα όσα υποστήριξε για το φόβο που εξακολουθούσε να έχει για τον κατηγορούμενο ακόμη και όταν του μιλούσε και την επιθυμία της να συνεχίσει τη ζωή της χωρίς να δημιουργούνταν προβλήματα, προσπαθώντας να ξεχάσει το τι συνέβη μεταξύ τους. Όπως είπε, τις φωτογραφίες τις έβγαλαν γιατί το ήθελε ο κατηγορούμενος και επειδή τον φοβόταν δεν ήθελε να δείξει κάποια διαφορετική συμπεριφορά για να μην προκαλέσει. Έχουμε στρέψει την προσοχή μας στη θέση της Υπεράσπισης περί αναξιοπιστίας της Παραπονούμενης λόγω της θέσης της περί ψευδούς παραπόνου και της υποκίνησης της για την υποβολή της καταγγελίας της από τρίτα πρόσωπα και είμαστε συνεχώς σε εγρήγορση δεδομένης και της καθυστέρησης στην υποβολή της καταγγελίας της στην Αστυνομία, αφού αυτή έλαβε χώρα τον Μάρτιο του 2021, ενώ τα επίδικα συμβάντα που αφορούσαν τη σεξουαλική της κακοποίηση σταμάτησαν το 2014 και οι ξυλοδαρμοί της όταν απομακρύνθηκε από την οικογένεια της. Ξεκινώντας με την θέση της Υπεράσπισης περί ψευδούς παραπόνου της παραπονούμενης στη βάση του ότι επιδιώκει την καταδίκη του κατηγορούμενου, αναφέρουμε πως δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο η παραπονούμενη να επιθυμεί να βλάψει τον κατηγορούμενο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, κατά την αντεξέταση της, δεν έχει να κερδίσει οτιδήποτε και ότι ο σκοπός που ήλθε στο Δικαστήριο είναι για να δικαιωθεί, να πει την αλήθεια της. Σε ότι αφορά τη θέση της Υπεράσπισης περί υποκίνησης της παραπονούμενης από τρίτα πρόσωπα για την υποβολή της καταγγελίας της, θέση η οποία σημειώνεται πως δεν υποβλήθηκε στην παραπονούμενη αλλά για πρώτη φορά προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο και την Μ.Υ.1, αναφέρουμε πως αυτή δεν γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω κατά την αξιολόγηση των πιο πάνω προσώπων. Ερχόμενοι στην καθυστέρηση υποβολής του παραπόνου της παραπονούμενης, αυτό που θα πρέπει καταρχάς να αναφέρουμε είναι πως η παραδοσιακή αντίληψη του κοινού δικαίου ότι το θύμα σεξουαλικής επίθεσης ή εκμετάλλευσης αναμένεται να προβεί σε παράπονο με την πρώτη ευκαιρία, θεωρείται πλέον απηρχαιωμένη. Στην Ποινική Έφεση 45/14 Αθανάση ν. Δημοκρατίας ημερομηνίας 05.10.16 τονίστηκαν τα ακόλουθα όσον αφορά την καθυστέρηση στην υποβολή παραπόνου, τα οποία ωστόσο έχουν γενικότερη εφαρμογή σε σχέση με τον τρόπο που το Δικαστήριο πρέπει να αντικρίζει τις αντιδράσεις θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας): «Η όποια καθυστέρηση στην καταγγελία, θα έπρεπε να εξετασθεί και σταθμισθεί, όπως ορθά έγινε από το Κακουργιοδικείο, με αναφορά στα ιδιαίτερα γεγονότα που περιέβαλλαν την υπόθεση. Γεγονότα που με λεπτομέρεια επεξηγήθηκαν από την παραπονούμενη και καλύφθηκαν επιστημονικά από την ΜΚ6, κλινική ψυχολόγο. Συνοπτικά, η ψυχολογική κατάσταση της παραπονούμενης, άμεσα συναρτημένη με τα όσα βίωσε αλλά και με το πρόσωπο που τη βίασε, οι φόβοι της λόγω των απειλών του Εφεσείοντα, η σύγχυση στην οποία βρισκόταν και ο αναλογισμός εκ μέρους της των συνεπειών τυχόν καταγγελίας της στο άμεσο οικογενειακό της περιβάλλον, ήταν παράγοντες που δικαιολογούσαν την όποια καθυστέρηση στην υποβολή παραπόνων και έτυχαν πλήρους επεξήγησης, από κλινικής απόψεως, από τη ΜΚ6. Η νομολογία μας δεν παραβλέπει την ύπαρξη αυτής της μορφής των παραγόντων ως στοιχείων που δυνατό να επηρεάσουν τη δυνατότητα υποβολής άμεσου παραπόνου. Στην Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 146, 149, επαναλαμβάνονται τα λεχθέντα στην Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, τα οποία και υιοθετούμε, προσθέτοντας ότι τυγχάνουν γενικότερης, πέραν των ανηλίκων, εφαρμογής σε θύματα σεξουαλικών επιθέσεων: «Οι σεξουαλικές παρενοχλήσεις, επιθέσεις ή βιασμοί που εκδηλώνονται επί ανηλίκων προσώπων, αγγίζουν τόσο βαθειά την προσωπικότητα των θυμάτων ώστε να μην μπορεί να ανευρεθεί ένα συγκεκριμένο πρότυπο συμπεριφοράς από τα παραπονούμενα πρόσωπα, εφόσον διαφορετικές είναι οι αντιδράσεις ενός εκάστου ανάλογα με το ψυχισμό τους. Χωρίς προς στιγμήν να παραγνωρίζεται η πρωταρχική ανάγκη η ενώπιον του Δικαστηρίου υπόθεση να αξιολογείται στη βάση του τεκμηρίου της αθωότητας αφενός, αλλά και στην ανάγκη θεμελίωσης των κατηγοριών πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας αφετέρου, πρέπει και το Δικαστήριο να είναι δεκτικό στην ολοένα και πλέον αποδεκτή και συγκλίνουσα θέση, ότι τα θύματα των σεξουαλικών επιθέσεων βιώνουν μια πληθώρα ψυχολογικών μετατραυματικών εμπειριών που αναμφίβολα επηρεάζουν και την δυνατότητα τους να υποβάλουν άμεσα το παράπονο τους, αλλά και τη δυνατότητα τους να λειτουργούν και να αντιδρούν πάντοτε κατά τρόπο που εκλογικευμένα θα θεωρείτο αναμενόμενος.» Επίσης, όπως έχει αναφερθεί στην Ε.Α. v. Δημοκρατίας (ανωτέρω) «Έχει προ πολλού αναγνωριστεί από τη νομολογία ότι τα θύματα σεξουαλικών επιθέσεων, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ανήλικα πρόσωπα, δεν αναμένεται, ως εκ της τραυματικής τους εμπειρίας, να ενεργήσουν κατά τον «αναμενόμενο» τρόπο ώστε να υποβάλουν άμεσο παράπονο (βλ. Aντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, Σιακαλλής v. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146, Κλείτου v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 113, Λ.Κ. v Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 547 και Σ.Π. v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 207/13, 25.6.2014). Μάλιστα θεωρείται πλέον ότι πρόκειται για ένα ζήτημα για το οποίο μπορεί το ίδιο το δικαστήριο, όταν εγείρεται από την υπεράσπιση θέμα κατασκευασμένου παραπόνου, μέσα από τη δική του δικαστική εμπειρία και ως ζήτημα κοινής λογικής, να προβεί σε σχετικό σχόλιο για τους ενδεχόμενους λόγους ενός καθυστερημένου παραπόνου από νεαρά πρόσωπα, χωρίς την ανάγκη μαρτυρίας ειδικών, νοουμένου ότι το σχόλιο είναι εξισορροπημένο και δίκαιο (R. v. MM [2007] EWCA Crim.1558, Doody [2008] EWCA Crim.2557, Miller [2010] EWCA Crim. 1578). Θα πρέπει να λαμβάνονται, παράλληλα, υπόψιν τα επιχειρήματα της υπεράσπισης ότι η καθυστέρηση στη συγκεκριμένη περίπτωση οφείλεται σε κατασκευασμένο παράπονο (R. v. GJB [2011] EWCA Crim 867). Είναι σημαντικό η καθοδήγηση να είναι προσαρμοσμένη στα γεγονότα της υπόθεσης και να περιορίζεται σε αδιαμφισβήτητες διαπιστώσεις της κοινής πείρας (ΜΜ v. R. [2011] EWCA Crim 1291). Στα πλαίσια αυτά, στην υπόθεση Doody (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι κατά τρόπο θεμιτό εξηγήθηκε από το δικαστή στους ενόρκους ότι η εμπειρία καταδεικνύει πως οι άνθρωποι αντιδρούν διαφορετικά στο τραυματικό βίωμα σοβαρών σεξουαλικών επιθέσεων, ότι δεν υπάρχει στερεότυπη αντίδραση και ότι εναπόκειται στους ενόρκους να αξιολογήσουν τη θέση της υπεράσπισης ότι η καθυστέρηση καταδεικνύει ψευδές παράπονο και να λάβουν υπόψιν ότι κάποιοι άνθρωποι μπορεί να υποβάλουν παράπονο αμέσως στο πρώτο πρόσωπο που θα δουν, ενώ άλλοι μπορεί να αισθάνονται ντροπή και σοκ με αποτέλεσμα να μην υποβάλουν παράπονο για κάποιο χρόνο και ότι ένα καθυστερημένο παράπονο δεν σημαίνει κατ΄ ανάγκη ψευδές παράπονο. Αποφασίστηκε επίσης ότι δικαιολογημένα υποδείχθηκε από τον πρωτόδικο δικαστή ότι είναι καλά γνωστό ότι το τραυματικό βίωμα ενός βιασμού μπορεί να προκαλέσει αισθήματα ντροπής και ενοχής, τα οποία εμποδίζουν το θύμα από του να υποβάλει παράπονο.» Περαιτέρω, στην υπόθεση Δ.Β.Γ.Κ. v Δημοκρατίας (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Εκεί όπου δεν υφίσταται πλέον ο κανόνας πρακτικής για αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας, το καθυστερημένο παράπονο δυνατόν να οδηγήσει το Δικαστήριο στην αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας και αν δεν εντοπιστεί, να αυτοπροειδοποιηθεί ως προς τους ελλοχεύοντες κινδύνους αναλόγως των περιστατικών της υπόθεσης, χωρίς να απαιτείται προδιαγεγραμμένος τύπος (βλ. R. v. Makanjuola
(1995)2 Cr. App. R. 469, η οποία ακολουθείται και αναλύεται στην Ε.Α., και πιο πρόσφατα στη Δ.Σ.Δ. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Από την άλλη, εκεί όπου ισχύει ο κανόνας πρακτικής για ενισχυτική μαρτυρία, όπως τονίστηκε στη ΣΣ ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω) από τον Οικονόμου Δ.: «..ο κανόνας πρακτικής δεν μπορεί να εφαρμόζεται μηχανιστικά. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να αναζητηθεί, ως ζήτημα τυπικού κανόνα, ενισχυτική μαρτυρία. Ούτε να δοθεί μια λεκτική προειδοποίηση, όσο δυνατή και αν είναι. Το ζητούμενο είναι το δικαστήριο να αισθάνεται βέβαιο, επειδή έχει εντοπίσει και ενισχυτική μαρτυρία, ή να αισθάνεται εξίσου ασφαλές να καταδικάσει, έστω και χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Αυτά όμως πρέπει να εξετάζονται κατά συγκεκριμένο τρόπο και πρέπει να φαίνονται κατά τρόπο πειστικό μέσα στην απόφαση, ως το αποτέλεσμα ενός συμπαγούς και συγκεκριμένου σκεπτικού, εδραζομένου στα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου(Υπογράμμιση δική μας).» (βλ. επίσης Γ.Π.Β. v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 5/2020, Ημερ. 30/07/2021). Στην παρούσα περίπτωση, αυτό το οποίο προέκυψε από τη μαρτυρία της παραπονούμενης είναι ότι καθ' όλη την επίδικη περίοδο που λάμβαναν χώρα τα επίδικα περιστατικά της σεξουαλικής της κακοποίησης, ο κατηγορούμενος την απειλούσε ότι δεν θα έπρεπε να πει σε κανένα οτιδήποτε γιατί θα την σκότωνε, θα την κτυπούσε και ότι θα έβαζε άλλους να την κακοποιήσουν. Κρίνουμε πως αυτές οι αναφορές του αλλά και άλλες, όπως ότι μια μέρα θα την έπαιρνε κρυφά σ' ένα σπίτι όπου θα την έδενε, θα την κτυπούσε, θα την έβαζε να τρώει κατσαρίδες, να πίνει ούρα, ότι θα την κακοποιούσε σεξουαλικά και θα την είχε σαν ένα κατοικίδιο, εύλογα θα μπορούσαν να δημιουργήσουν φόβο σε ένα παιδί της ηλικίας των 9-11 ετών, όπως ήταν τότε η παραπονούμενη η οποία, όπως ανέφερε, φοβόταν και φανταζόταν ότι της έκανε τα πιο πάνω και δεν ήθελε να τα ζήσει. Πέραν όμως των απειλών που δεχόταν από τον κατηγορούμενο για τη μη αποκάλυψη της σεξουαλικής της κακοποίησης οι οποίες της προκαλούσαν φόβο και τους καθημερινούς ξυλοδαρμούς που δεχόταν από αυτόν, η παραπονούμενη δεν είχε και την υποστήριξη από τους γονείς της, αφού δεχόταν κακοποίηση και από αυτούς και ιδιαίτερα από τη μητέρα της η οποία, όπως είπε, καθημερινά την κτυπούσε. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τη μαρτυρία της, όταν ρωτήθηκε κατά πόσο είπε στους γονείς της ότι ο κατηγορούμενος την απειλούσε: «Ε. Εσείς το είπετε καμία φορά στους γονιούς σας αυτό το πράγμα; Α. Όχι, δεν το ανέφερα. Πως να μιλήσω στους γονείς μου όταν καθημερινά εδεχόμουν βία από τη μητέρα μου, από τον αδελφό μου, υπήρχε βία ο παπάς μου με τον αδελφό μου; Κάθε μέρα γινόταν αυτό το πράγμα και ένοιωθα φόβο, δεν μπορούσα να μιλήσω να πω κάτι σε κανέναν, γιατί ήξερα ότι και να έλεγα της μητέρας μου αμέσως η μητέρα μου με το παραμικρό πράγμα θα με χτυπούσε. Καθημερινά έτρωα ξύλο. Πως εγώ στην ηλικία των 9, των 10 των 11 σαν παιδί να βρω τη δύναμη να μιλήσω να πω για τούτο το πράγμα που συνέβαινε με τον αδελφό μου από τη στιγμή που δεχόμουν κακοποίηση από τη μητέρα μου;» Ο φόβος της για την αντίδραση της μητέρας της και η πεποίθηση της ότι δεν θα την πίστευε ήταν, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της, και οι λόγοι που δεν της ανέφερε οτιδήποτε ακόμη και όταν της δόθηκε η ευκαιρία να το πράξει, όταν μετά από κάποιο συμβάν στο οποίο αναφέρθηκε με λεπτομέρεια η παραπονούμενη, την ρώτησε η μητέρα της αν ο κατηγορούμενος την φιλούσε, την άγγιζε ή συνέβαινε κάτι. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από τη μαρτυρία της: «Ε. Εσείς πιστεύεται ότι η μητέρα σας κατάλαβε κάτι; Α. Θέλω να πιστεύω ότι εκείνη τη μέρα στο παρελθόν κάτι προσπαθούσε να καταλάβει, γιατί η μητέρα μου υποψιαζόταν και με ρωτούσε, αλλά από τον φόβο μου δεν μπορούσα να το πω. Από τον φόβο μου ένοιωθα τρομοκρατημένη, γιατί υπήρχε η απειλή από τον αδελφό μου ότι αν έλεγα κάτι θα με σκότωνε, και η μητέρα μου το πιο πιθανόν. δεν πιστεύω και να με πίστευε. Θα έτρωα και ξύλο από τη μητέρα μου, δεν ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Απλά προσπαθούσα να αποφύγω να απαντήσω.» Οι απειλές και ο φόβος της για τον κατηγορούμενο καθώς και ο φόβος της για τη μητέρα της σε συνδυασμό με την απουσία στήριξης της από τους δύο γονείς της ήταν και οι λόγοι, όπως προκύπτει από μαρτυρία της, που δεν αποκάλυψε στις φίλες της και αργότερα στην Μ.Κ.3 τη σεξουαλική, αλλά μόνο τη σωματική της κακοποίηση. Οι θέσεις της αυτές προκύπτει να υποστηρίζονται και από τη μαρτυρία της Μ.Κ.3, σύμφωνα με την οποία μετά την αποκάλυψη της σωματικής κακοποίησης της, η μητέρα της είπε να πάει σε ψυχίατρο και να φύγει από το σπίτι της, ενώ ο κατηγορούμενος την απείλησε πως αν δεν έφευγε από το σπίτι θα την κτυπούσε. Όπως, επίσης ανέφερε η Μ.Κ.3, μετά την πιο πάνω αντίδραση του κατηγορούμενου και της μητέρας της, η παραπονούμενη κλαίγοντας της ζήτησε να φύγει από το σπίτι. Έχουμε προβληματιστεί για το γεγονός ότι ενώ απομακρύνθηκε από το σπίτι της και πλέον βρισκόταν υπό τη φροντίδα του Γραφείου Ευημερίας, δεν αποκάλυψε οτιδήποτε για τη σεξουαλική της κακοποίηση, ωστόσο, την ίδια στιγμή λαμβάνουμε υπόψη ότι δεν αποκόπηκε από την οικογένεια της. Εξακολουθούσε να διατηρεί επαφή μαζί τους και όπως προκύπτει από τη μαρτυρία της επιζητούσε την αγάπη των γονιών της, όπως άλλωστε κάθε παιδί την έχει ανάγκη. Επίσης, όπως είπε, ήθελε να τ' αφήσει πίσω της και πίστευε πως τα όσα βίωσε μέχρι τα 12 της χρόνια, δεν θα της δημιουργούσαν στο μέλλον προβλήματα. Ο φόβος της, όμως, για τον κατηγορούμενο όπως είπε εξακολουθούσε να υπάρχει και μάλιστα σε κάποια επίσκεψη της στην οικογένεια της, όταν της ζήτησε να βρεθούν μόνοι τους, της είπε να ξεχάσει το τι συνέβη μεταξύ τους, αλλιώς θα κινδύνευε η ζωή της. Είναι σημαντικό στο σημείο αυτό να λεχθεί πως παρά το γεγονός ότι σταμάτησε να μιλά στον κατηγορούμενο 1 ½ χρόνο πριν την υποβολή της καταγγελίας της εντούτοις δεν προχώρησε στη καταγγελία του, στοιχείο το οποίο συνάδει με πιο πάνω συμπεριφορά της όλο εκείνο διάστημα. Στο μεταξύ, όπως προέκυψε από την ενώπιον μας μαρτυρία, η παραπονούμενη επισκεπτόταν ψυχολόγους με τελευταίο τον Μ.Κ.4 τον οποίο για πρώτη φορά επισκέφθηκε στις 24/04/20 μετά από μία κρίση πανικού. Μετά από οκτώ μήνες παρακολούθησης της και με αφορμή ένα άσχημο όνειρο που είδε και περιέγραψε αποφάσισε να του αποκαλύψει τη σεξουαλική κακοποίησης της. Τα πιο πάνω αναφερόμενα που άπτονται της μη αποκάλυψης της σεξουαλικής της κακοποίησης ενωρίτερα προκύπτει να υποστηρίζονται και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.4, ο οποίος εξήγησε για ποιο λόγο η παραπονούμενη του αποκάλυψε τη σεξουαλική της κακοποίηση μετά από οκτώ μήνες και όχι από την αρχή που ξεκίνησε να την παρακολουθεί. Εξήγησε, επίσης, για ποιο λόγο η παραπονούμενη εμπίπτει στο 20-30% των κακοποιημένων ατόμων που από φόβο ότι θα πάθουν κακό ή γιατί πιστεύουν ότι δεν θα γίνουν πιστευτοί, δεν αποκαλύπτουν την κακοποίηση τους. Η Μ.Κ.6, επίσης, εξήγησε ότι όσο πιο στενή είναι η σχέση του παιδιού με τον θύτη της κακοποίησης, τόσο πιο δύσκολη είναι και η αποκάλυψη της. Πέραν της σχέσης, όπως είπε, είναι ο φόβος για αντίποινα, ο φόβος ότι θα υποστούν ακόμη ένα τραύμα, ακόμη μία απόρριψη από την οικογένεια τους και συχνά τα παιδιά που δεν έχουν υποστήριξη από το οικογενειακό περιβάλλον αδυνατούν ακόμα περισσότερο να αποκαλύψουν την κακοποίηση. Όπως προκύπτει, περαιτέρω από τη μαρτυρία της Μ.Κ.6, αλλά και από τη μαρτυρία της παραπονούμενης η ψυχολογική στήριξη που λάμβανε από τον Μ.Κ.4 τη βοήθησε να ενδυναμωθεί περισσότερο, ώστε τελικά να αποφασίσει να προχωρήσει με την επίδικη καταγγελία. Όπως αναφέραμε πιο πάνω η απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας δεν αποστερεί τη δυνατότητα από το Δικαστήριο να βασιστεί μόνο στη μαρτυρία της παραπονούμενης, εφόσον προηγουμένως προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του. Στην Καϊλής ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ 251 τονίστηκε ότι η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο έχει ενδόμυχες αμφιβολίες. Στην παρούσα περίπτωση, έχουμε αναζητήσει ενισχυτική μαρτυρία όπως αυτή έχει ερμηνευθεί νομολογιακά (βλ. Παρμαξής v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 224), αλλά είναι προφανές ότι δεν υπάρχει τέτοιου είδους μαρτυρία, δηλαδή, μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι, όχι μόνο διαπράχθηκαν τα αδικήματα αλλά αυτά διαπράχθηκαν από τον κατηγορούμενο (βλ. Meitanis v. The Republic
(1967)2 C.L.R. 31). Έχοντας, ωστόσο, κατά νου το σύνολο της μαρτυρίας της παραπονούμενης, την ανάλυση και αξιολόγηση της, η οποία με λεπτομέρεια παρατέθηκε πιο πάνω, και έχοντας αυτοπροειδοποιηθεί καταλλήλως για τους κινδύνους που ελλοχεύουν να αποδεχθούμε την εκδοχή της χωρίς ενισχυτική μαρτυρία κρίνουμε, χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό, ότι η ποιότητα της μαρτυρίας της είναι τέτοια που μας επιτρέπει να βασιστούμε απόλυτα σε αυτήν στην απουσία ενισχυτικής μαρτυρίας. Η παραπονούμενη, όπως αναφέραμε πιο πάνω, μας άφησε θετική εντύπωση και στην βάση των όσων έχουμε αναφέρει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της δεν παρουσιάζονται οποιαδήποτε ρήγματα ή ενδείξεις αναξιοπιστίας. Η καθυστέρηση στην υποβολή της καταγγελίας της, επίσης, δικαιολογείται πειστικά από την ίδια και υποστηρίζεται από τη μαρτυρία των ψυχολόγων, Μ.Κ.4 και Μ.Κ. 6. Η ποιότητα της μαρτυρίας της είναι τέτοια που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι αξιόπιστη και νοιώθουμε ότι είναι ασφαλές στο να βασιστούμε σε αυτή και να προβούμε σε σχετικά ευρήματα. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, για τους λόγους που προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε, αποδεχόμαστε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της παραπονούμενης σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα και ως ανωτέρω. Ο κατηγορούμενος δεν μας έκανε καθόλου καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του, δεν μας έχει πείσει για τη γνησιότητα της εκδοχής του και δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι η μαρτυρία του αποσκοπούσε στο να αποσυνδέσει τον εαυτό του από τη έκνομη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Η μαρτυρία του, όπως προκύπτει τόσο από το περιεχόμενο της ένορκης του κατάθεσης όσο κα

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.