ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Γ. Ο., Αρ. Υπόθεσης: 324/23, 16/7/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, A.Ε.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 324/23 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Γ. Ο. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 16/07/2024 Για τη Δημοκρατία: κα Λ. Σίγαρ. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Σπηλιωτόπουλος. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση διατάξεων του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014 και μια κατηγορία σεξουαλικής παρενόχλησης, κατά παράβαση του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/
- Αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, είναι ότι, στις 03/06/2022, στη Λεμεσό: § Συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί, ήτοι την Α.Α., γεννηθείσα στις 12/08/2004 και συγκεκριμένα, με τη χρήση βίας και εξαναγκασμού: (α) πήρε το χέρι της Α.Α. και το τοποθέτησε πάνω στο γεννητικό του όργανο (κατηγορία 1), (β) εξανάγκασε την Α.Α. να τρίψει το γεννητικό του όργανο μέχρι να εκσπερματώσει (κατηγορία 2) και (γ) έγλυψε την Α.Α. στον λαιμό (κατηγορία 3). § Προέβη σε ανεπιθύμητη, από την Α.Α., συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως, η οποία εκφράστηκε με πράξεις και είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας της, δημιουργώντας υποβαθμιστικό, ταπεινωτικό και προσβλητικό κλίμα προς την ίδια (κατηγορία 4). ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 7 μάρτυρες και προσέφερε 2 μάρτυρες για αντεξέταση (μάρτυρες υπ' αριθμό 3 και 5 επί του κατηγορητηρίου), τους οποίους η Υπεράσπιση δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να αντεξετάσει. Περαιτέρω δηλώθηκαν κάποια παραδεκτά γεγονότα. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 23/05/2024, έκρινε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και να μην καλέσει μάρτυρες. Συνοψίζουμε τη δοθείσα μαρτυρία. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης, Αστ. 1714 Παναγιώτης Κωνσταντίνου, ο οποίος υπηρετεί στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων του Αρχηγείου της Αστυνομίας. Κατά τη μαρτυρία του αναφέρθηκε στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η Α/Αστ. 3661, Μαριλένα Δημητριάδη, η οποία υπηρετεί στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων του Αρχηγείου της Αστυνομίας. Κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, οι οποίες αφορούν την καταγραφή των υποδείξεων σκηνών από την παραπονούμενη στην περιοχή όπου η τελευταία ανέφερε ότι συνέβη το επίδικο περιστατικό και τη λήψη γραπτής κατάθεσης από τη Μ.Κ.
- Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η παραπονούμενη (στο εξής η «Α.Α.»), η οποία αναφέρθηκε στο επίδικο περιστατικό, στο πλαίσιο του οποίου, ως υποστήριξε, υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από τον κατηγορούμενο. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο αδελφός της Α.Α., ο οποίος αναφέρθηκε στην ενημέρωση που έλαβε από την αδελφή του ως προς το επίδικο περιστατικό, στο πότε ενημέρωσαν σχετικά τη μητέρα τους (Μ.Κ.5) και στα όσα γνώριζε σχετικά με την παρούσα υπόθεση. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε η μητέρα της Α.Α., η οποία αναφέρθηκε στο πώς έλαβε γνώση του επίδικου περιστατικού, στα διαβήματα στα οποία προέβη για καταγγελία του, στις σχέσεις που είχε με την παραπονούμενη της, στο ιστορικό και στην ιατρική κατάσταση της τελευταίας και στα όσα γνώριζε για την παρούσα υπόθεση. Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε η Αστ. 4367 Αντωνία Πίτρη , η οποία υπηρετεί στον Κλάδο Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων του Αρχηγείου της Αστυνομίας. Κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στην οπτικογραφημένη κατάθεση που έλαβε από την Α.Α. στις 07/06/
- Ως Μ.Κ.7, κατέθεσε η Ιωάννα Δρουσιώτου, Κλινική Ψυχολόγος, η οποία εργάζεται στο Σπίτι του Παιδιού, στον Οργανισμό Hope for Children. Η Μ.Κ.7 αναφέρθηκε στην ψυχολογική αξιολόγηση που έκανε στην παραπονούμενη, μετά από ψυχοδιαγνωστικές συναντήσεις που είχε μαζί της (στις 22/06/2022, 23/06/2022, 07/07/2022 και 19/07/2022) και στη σχετική έκθεση που ετοίμασε. Ο κατηγορούμενος κατά την ένορκη μαρτυρία του υιοθέτησε την κατάθεση του (Τεκμήριο 11) και έδωσε τη δική του εκδοχή ως προς το επίδικο περιστατικό, αρνούμενος τα όσα του καταλογίζει η Α.Α. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολουθήσαμε με προσοχή όλους τους μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον μας και είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε την όλη παρουσία και τις αντιδράσεις τους. Σημαντικό στοιχείο για την κρίση της αξιοπιστίας είναι η εντύπωση που αφήνει ο μάρτυρας στο Δικαστήριο (βλ. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273), όμως δεν είναι το μόνο κριτήριο (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Όπως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371, η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και το περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιοριστήκαμε στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα χωριστά αλλά την αντιπαραβάλαμε και την εξετάσαμε σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας και με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Αφού εξετάσαμε τη μαρτυρία στο σύνολό της και διαβουλευθήκαμε, καταλήξαμε σε συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία, τα οποία θα παραθέσουμε πιο κάτω, όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μας αλλά με βάση τη σειρά η οποία, κατά την κρίση μας, αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασής μας (βλ. Charitonos a.o. ν. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Ο Μ.Κ.1 εξεταστής της υπόθεσης άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε με ευθύτητα και σταθερότητα στις ερωτήσεις και πάντα σύμφωνα με τη μνήμη του και γενικά μας άφησε την εντύπωση ενός ειλικρινούς μάρτυρα. Κατά τη μαρτυρία του αναφέρθηκε στις ανακριτικές ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, που αφορούσαν τη διαδικασία λήψης της οπτικογραφημένης κατάθεσης της Α.Α. στις 07/06/2022 (έλαβε σχετική συγκατάθεση και δήλωση και χειρίστηκε τη συσκευή οπτικογράφησης και τους σχετικούς ψηφιακούς δίσκους που περιέχουν την κατάθεση (Τεκμήρια 5Α και 5Β)), την απομαγνητοφώνηση της εν λόγω κατάθεσης (Τεκμήριο 4), την αποστολή επιστολής στο Σπίτι Του Παιδιού για ψυχολογική αξιολόγηση της Α.Α., τη λήψη καταθέσεων από λειτουργούς από το Σπίτι του Παιδιού, τη φωτογράφηση των χώρων κατά την υπόδειξη σκηνών που έκανε η Α.Α. στις 09/06/2022 (Τεκμήριο 9), τον εντοπισμό του κατηγορουμένου και τη λήψη ανακριτικής κατάθεσης (Τεκμήριο 11) και παρειακών επιχρισμάτων από αυτόν (Τεκμήριο 15) καθώς και την παραλαβή ενός πακέτου με τσιγάρα που σύμφωνα με την Α.Α. της έδωσε ο κατηγορούμενος κατά τον επίδικο χρόνο (Τεκμήριο 13). Ως δε ανέφερε ο Μ.Κ.1, σύμφωνα με την έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής (Τεκμήριο 16) το γενετικό υλικό του κατηγορουμένου ταυτοποιήθηκε με γενετικό υλικό που εντοπίσθηκε στο προαναφερόμενο πακέτο τσιγάρων. Κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 ουσιαστικά αμφισβητήθηκε η πληρότητα της διερεύνησης που έκανε για δύο θέματα. Το πρώτο αφορούσε τον χρόνο που έγινε η καταγγελία από την Α.Α. Ως προς τούτο ο Μ.Κ.1 ρωτήθηκε κατ' αρχάς για το πως έγινε η καταγγελία και ανέφερε ότι στις 04/06/2022 λήφθηκε, μέσω φαξ, στον Κλάδο όπου υπηρετεί ο ίδιος, αναφορά από τον Αστυνομικό Σταθμό της Επισκοπής για σεξουαλική κακοποίηση της ανήλικης Α.Α. Εξήγησε δε ότι σε τέτοιες αναφορές, πέραν του ονόματος του ανηλίκου, ότι υπέστη σεξουαλική κακοποίηση και πότε έγινε το παράπονο δεν δίδονται άλλες λεπτομέρειες. Το γεγονός δε ότι ο Μ.Κ.1 δεν ήταν σε θέση να πει ποια ώρα λήφθηκε το φαξ, ενόψει του ότι δεν μπόρεσε να το εντοπίσει στον ανακριτικό φάκελο δεν φαίνεται, από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας, να είναι ουσιώδες ώστε να επιδρά με οποιονδήποτε τρόπο στην αξιοπιστία του και στην ορθότητα και πληρότητα διερεύνησης της υπόθεσης. Το ίδιο ισχύει και ως προς το ότι ο Μ.Κ.1 δεν μπορούσε να πει ακριβώς πότε έγινε το παράπονο εφόσον πέραν του ότι δεν ήταν ο ίδιος που το έλαβε δεν μπορούσε να εντοπίσει το προαναφερόμενο φαξ. Εδώ δε να σημειωθεί ότι η Μ.Κ.5, ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε, ότι στις 04/06/2022 αυτή μαζί με την Α.Α. και τον Μ.Κ.4 μετέβηκαν στον εν λόγω Αστυνομικό Σταθμό, γύρω στο μεσημέρι και εκεί η Α.Α. μίλησε για αυτό που της συνέβη. Περαιτέρω ο Μ.Κ.1 ρωτήθηκε για την ώρα που συνάντησε την Α.Α. στις 07/06/2022 στο Σπίτι του Παιδιού. Σε ερώτηση δε κατά πόσο τη ρώτησε γιατί έκανε την καταγγελία στις 04/06/2022 στον Αστυνομικό Σταθμό της Επισκοπής και όχι στις 03/06/2022 που έλαβε χώραν το επίδικο περιστατικό, ο Μ.Κ.1 εξήγησε βασικά ότι συνάντησε μεν τότε την Α.Α. αλλά δεν μίλησε μαζί της για την υπόθεση και απλά της συστήθηκε και της εξήγησε τη διαδικασία που θα ακολουθούσε για τη λήψη της κατάθεσης της, όπως κάνουν σε τέτοιες περιπτώσεις. Είπε δε ότι ούτε τη μητέρα της Α.Α. ρώτησε γιατί δεν έγινε η καταγγελία στις 03/06/2022, εξηγώντας ότι εκείνη έδωσε κατάθεση όχι στον ίδιο αλλά σε συνάδελφο του. Όταν του τέθηκε ότι έπρεπε να ρωτήσει τη μητέρα της Α.Α. για το θέμα, είπε ότι εξ όσων θυμάται έδωσε εξήγηση για αυτό ο αδελφός της Α.Α. σε κατάθεση που του έλαβε ο Μ.Κ.
- Δεν ρώτησε δε τον αδελφό της Α.Α. γιατί δεν το είπε στη μητέρα τους την ίδια ημέρα. Εδώ να σημειωθεί ότι ως προς τούτα ρωτήθηκαν ο Μ.Κ.4 και η Α.Α. που ήταν προφανώς τα μόνα πρόσωπα που ήταν σε θέση να απαντήσουν ως προς το γιατί η καταγγελία έγινε στις 04/06/2022 και τα όσα είπαν σχετικά θα αξιολογηθούν κατωτέρω. Το δεύτερο θέμα, αφορούσε το χρώμα του αυτοκινήτου στο οποίο, σύμφωνα με την Α.Α. έλαβε χώραν το επίδικο περιστατικό. Συγκεκριμένα, κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.1 ρωτήθηκε κατά πόσο είδε το εν λόγω αυτοκίνητο, με τον Μ.Κ.1 να απαντά αρνητικά. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος δεν μετέβη στο σπίτι του κατηγορουμένου. Εξήγησε δε ότι εκεί μετέβηκαν αστυνομικοί του Σταθμού Αγίου Ιωάννη (δεν ξέρει ποιοι) με σκοπό να ζητήσουν από τον κατηγορούμενο να μεταβεί για ανάκριση, κάτι που δεν έγινε εκείνη την ημέρα ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι πιθανόν να είχε κορωνοϊό. Προκύπτει δε από τα όσα είπε ο Μ.Κ.1 ότι ούτε κάποιος άλλος έλαβε φωτογραφίες του εν λόγω αυτοκινήτου. Σε υποβολή δε ότι το αυτοκίνητο που είπε η Α.Α. ότι ήταν διπλοκάμπινο άσπρου χρώματος, δεν είναι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, απάντησε ότι η Α.Α. ανέφερε ότι δεν έχει καθίσματα πίσω και ήταν χρώματος άσπρου. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο δεν θεώρησε σημαντικό να δει κάποιος αστυνομικός το όχημα στο οποίο έλαβε χώραν το επίδικο περιστατικό όπως είπε η Α.Α. και να τον ενημερώσει, ο Μ.Κ.1 παρουσίασε Ημερολόγιο Ενεργείας που έκανε ο ίδιος σχετικά με το αυτοκίνητο και την επίσκεψη που έκαναν οι συνάδελφοι του στην οικία του κατηγορουμένου στις 13/07/
- Πρόκειται για το Τεκμήριο 17, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι στα πλαίσια της καταγγελίας που έκανε η Α.Α., μέλη του Αστυνομικού Σταθμού Αγίου Ιωάννη, μετέβηκαν, στις 13/07/2022 και περί ώρα 17:30, στην οικία όπου διέμενε ο κατηγορούμενος και εκείνος τους υπέδειξε το αυτοκίνητο που έχει το οποίο ήταν ένα άσπρο, μικρό φορτηγό με αριθμούς εγγραφής [ ]. Σε υποβολή ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν άσπρο αλλά άλλου χρώματος, ο Μ.Κ.1 είπε ότι ρώτησε τον κατηγορούμενο στην ανακριτική του κατάθεση και εκείνος είπε «το αυτοκίνητο μου είναι γκρίζο βαν με αριθμούς εγγραφής [ ]». Ως προς το Τεκμήριο 17 δέον όπως λεχθεί ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία εφόσον ο Μ.Κ.1 παραδέχτηκε ότι δεν είδε ο ίδιος το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και ότι βασικά κατέγραψε τα όσα του ανέφεραν μέλη του Αστυνομικού Σταθμού Αγίου Ιωάννη. Παρά το ότι το χρώμα του εν λόγω αυτοκινήτου αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, κανένα από τα προαναφερόμενα μέλη της Αστυνομίας, δεν κλήθηκε να καταθέσει, στερώντας έτσι από το Δικαστήριο την ευχέρεια να αξιολογήσει και να κρίνει το αξιόπιστο των όσων αναφέρονται στο Τεκμήριο
- Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω, κρίνουμε με βάση το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 ότι δεν μπορεί να δοθεί οιαδήποτε βαρύτητα στο Τεκμήριο 17 (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 217, Κολάνη ν. Ταμπούρα
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1108 και Λευκόνικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου
(2016)1Β Α.Α.Δ. 1779). Εδώ να λεχθεί ότι το γεγονός ότι δεν έγινε δεκτό το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 17 δεν οδηγεί, κατά την κρίση μας, σε συμπέρασμα ότι η διερεύνηση από πλευράς Αστυνομίας ήταν πλημμελής, ως γενικά τέθηκε στον Μ.Κ.
- Σε κάθε περίπτωση, ο κατηγορούμενος είχε την ευχέρεια να παρουσιάσει τη δική του εκδοχή, κάτι που έπραξε μέσα από την αντεξέταση της Α.Α. αλλά και κατά την ένορκη μαρτυρία του και το θέμα θα αξιολογηθεί κατωτέρω στη βάση του συνόλου της σχετικής μαρτυρίας. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται δεκτή, με τις πιο πάνω διευκρινίσεις. Η Μ.Κ.2 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στις ανακριτικές ενέργειες που η ίδια έκανε στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης και δη στη λήψη κατάθεσης από τη μητέρα της A.A. και κυρίως στην καταγραφή των υποδείξεων σκηνών (Τεκμήριο 8) που έκανε η A.A. στις 09/06/2022, δηλαδή των σημείων όπου ανέφερε ότι έλαβε χώραν το επίδικο περιστατικό και στις σχετικές φωτογραφίες που λήφθηκαν από τον Μ.Κ.1 (Τεκμήριο 9). Στο πλαίσιο αυτό η Μ.Κ.2 εξήγησε τη διαδρομή που ακολούθησαν για τις υποδείξεις και τα όσα απεικονίζουν οι εν λόγω φωτογραφίες. Κατά την αντεξέταση της έγιναν ερωτήσεις αναφορικά με τους χώρους που απεικονίζουν οι φωτογραφίες, την κίνηση στη συγκεκριμένη οδό και τις υποδείξεις που έκανε η Α.Α. Το μόνο δε που της υποβλήθηκε, αλλά δεν αφορούσε τις ενέργειες της, ήταν βασικά ότι η Α.Α. δεν υπέδειξε σωστά το σημείο που βρισκόταν το όχημα του κατηγορουμένου (με αναφορά στις φωτογραφίες 6 και 7 του Τεκμηρίου 9), με τη Μ.Κ.2 να απαντά με ειλικρίνεια ότι η A.A. μετέβη στον χώρο και υπέδειξε το συγκεκριμένο ως το σημείο όπου συνάντησε τον κατηγορούμενο. Εδώ να σημειωθεί ότι η εν λόγω η θέση της Υπεράσπισης δεν τέθηκε στην Α.Α. κατά την αντεξέταση της. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.2 γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.6 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Κατά τη μαρτυρία της αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολούθησε κατά την οπτικογραφημένη κατάθεση που έλαβε από την Α.Α. στις 07/06/2022, στο Σπίτι του Παιδιού (Τεκμήρια 5Α και 5Β). Σε σχέση δε με αυτή αναφέρθηκε στην ειδική εκπαίδευση που έλαβε στην τεχνική συνέντευξης και στη λήψη οπτικογραφημένων καταθέσεων και στη διαδικασία και στον τρόπο που λαμβάνονται τέτοιες καταθέσεις στο πλαίσιο διερεύνησης υποθέσεων σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων και στην πείρα που η ίδια έχει επί τούτου. Η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της, όπου της έγιναν διευκρινιστικές ερωτήσεις σε σχέση με τη λήψη της ως άνω κατάθεσης καθώς και ερώτηση αναφορικά με τη διάθεση της Α.Α. κατά τον χρόνο εκείνο. Ως προς το τελευταίο, η Μ.Κ.6 απάντησε ότι ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε την Α.Α. και ότι φαινόταν λίγο αναστατωμένη. Όσον δε αφορά τη λήψη της εν λόγω κατάθεσης δέον όπως σημειωθεί ότι κατά τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου 95(Ι)/
- Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.6 γίνεται δεκτή. Αξιολογώντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 θα πρέπει κατ' αρχάς να λεχθεί ότι εξετάσαμε αυτή με ιδιαίτερη προσοχή και επιφυλακτικότητα, έχοντας υπόψη ότι είναι ο αδελφός της Α.Α. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του στο σύνολο της και έχοντας υπόψη το πιο πάνω, αναφέρουμε ευθύς εξ αρχής ότι ο Μ.Κ.4 άφησε στο Δικαστήριο την εικόνα ενός ειλικρινούς μάρτυρα. Ανέφερε όσα γνώριζε για την υπόθεση, δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του, οι οποίες δεν κλονίσθηκαν κατά την αντεξέταση του. Ο Μ.Κ.4 ανάφερε ότι στις 03/06/2022, ημέρα Παρασκευή, γύρω στις 15:30 - 16:00, ενώ βρισκόταν στο αεροδρόμιο (στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου βρισκόταν για σπουδές) για να έρθει στην Κύπρο, τον πήρε τηλέφωνο η αδελφή του (η Α.Α.). Όταν της απάντησε, η Α.Α. ήταν πάρα πολύ αναστατωμένη, έκλαιγε, δεν μπορούσε να «βγάλει ολόκληρες προτάσεις» και ο Μ.Κ.4 τη ρώτησε τι έγινε. Αυτή του είπε ότι ενώ επέστρεφε στο σπίτι από τη δουλειά, κάποιος σταμάτησε δίπλα της με το αυτοκίνητο και της είπε να μπει μέσα. Η Α.Α. αγχώθηκε και μπήκε μέσα και ακολούθως του είπε ότι πέρασαν από το σπίτι τους και σταμάτησαν κάπου κοντά. Στη συνέχεια του είπε ότι αυτός «την έβαλε να του κάνει πράγματα» χωρίς να του δώσει περαιτέρω πληροφορίες. Ο Μ.Κ.4 προσπάθησε να την ηρεμήσει και της είπε να μην αναφέρει κάτι στη μητέρα τους μέχρι να έρθει ο ίδιος στην Κύπρο. Όταν έφτασε στην Κύπρο, η Α.Α. και η Μ.Κ.5 τον παρέλαβαν από το αεροδρόμιο αλλά δεν «άνοιξαν κουβέντα» γιατί η Α.Α φαινόταν αναστατωμένη. Εξήγησε δε πειστικά ότι δεν ανέφεραν κάτι στη Μ.Κ.5 την ίδια ημέρα επειδή η Α.Α. ήταν αναστατωμένη, δεν ήθελε να την πιέσει περισσότερο από ότι χρειαζόταν εκείνη την ημέρα και ήθελε να ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα. Την επόμενη ημέρα (Σάββατο), όταν ξύπνησαν, ανέφεραν το περιστατικό στη Μ.Κ.5, χωρίς η Α.Α. να πει «πιο συγκεκριμένα πράγματα» και την ίδια μέρα πήγαν στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής και κατάγγειλαν το περιστατικό. Περαιτέρω, ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι την επόμενη από την καταγγελία ημέρα (Κυριακή), η Α.Α. τους είπε ότι όταν πάρκαραν εκεί κοντά, σχεδόν απέναντι από τη φρουταρία, ο κατηγορούμενος είχε βγάλει έξω το γεννητικό του όργανο και έβαλε την Α.Α. να του το αγγίζει με το χέρι της. Η Α.Α. δεν ανέφερε καθόλου στον Μ.Κ.4 κατά πόσο ο εν λόγω άντρας χρησιμοποίησε βία εναντίον της. Το ότι ο εν λόγω άντρας πήρε την Α.Α. τηλέφωνο, ο Μ.Κ.4 το έμαθε στις 07/06/
- Τα τσιγάρα που έδωσε ο εν λόγω άντρας στην Α.Α., τα οποία ήταν PALL MALL γαλάζια, ο Μ.Κ.4 τα παρέδωσε στην Αστυνομία στις 09/06/
- Κατά την αντεξέταση, ο Μ.Κ.4 ρωτήθηκε για ποιο λόγο δεν ανέφερε στη Μ.Κ.5, αυτά που του είπε η Α.Α. στο τηλέφωνο, την ίδια μέρα. Ο Μ.Κ.4 εξήγησε πειστικά ότι η Α.Α. ήταν αναστατωμένη και επειδή αυτός είχε έρθει από τον Ηνωμένο Βασίλειο τη νύκτα δεν ήθελε να πιέσει περισσότερο την κατάσταση. Προτίμησε δε να περιμένει να έρθει η επόμενη μέρα για να ηρεμήσει λίγο η αδελφή του. Διευκρίνισε επίσης ότι η Μ.Κ.5 είναι πολύ αγχώδες άτομο και θα έκανε την κατάσταση χειρότερη εκείνη την ημέρα. Ο ίδιος δεν ήθελε να κάνει την κατάσταση χειρότερη με το να αγχώσει τη μητέρα του και την αδελφή του, η οποία ήταν ήδη υπερβολικά αγχωμένη. Αρνήθηκε δε υποβολή ότι ο λόγος για τον οποίο δεν ανέφερε την ίδια ημέρα στη Μ.Κ.5 τα όσα του είπε η Α.Α. ήταν επειδή δεν του τα είπε η Α.Α. Περαιτέρω, αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι η Α.Α. έχει κατάθλιψη και παίρνει αντικαταθλιπτικά. Στην ερώτηση αν έχει αντιληφθεί η Α.Α., λόγω της κατάθλιψης και των φαρμάκων που λαμβάνει, μερικές φορές να θυμάται άλλα γεγονότα και άλλα να τα ξεχνάει, ο Μ.Κ.4 απάντησε αρνητικά αναφέροντας περαιτέρω ότι η Α.Α. «είναι σαν κανονικός άνθρωπος». Αναφορικά με το αν ρώτησε την Α.Α. τι συνέβη και μπήκε στο αυτοκίνητο του αγνώστου άντρα, ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι τη ρώτησε και ότι αυτή του είπε ότι μπήκε στο αυτοκίνητο επειδή αγχώθηκε υπερβολικά. Εξήγησε δε με ειλικρίνεια ότι δεν προέβη σε περαιτέρω ερωτήσεις για να διευκρινίσει τί άγχος είχε η Α.Α. επειδή έκρινε ότι μια τέτοια ερώτηση δεν θα βοηθούσε την κατάσταση. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.4 γίνεται δεκτή. Ως προς τη Μ.Κ.5 πρέπει να λεχθεί ότι δεν μας διαφεύγει ότι πρόκειται για τη μητέρα της Α.Α. Ως εκ τούτου εξετάσαμε και αυτής τη μαρτυρία με ιδιαίτερη προσοχή και επιφυλακτικότητα. Τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση η Μ.Κ.5 απαντούσε με ευθύτητα και χωρίς υπερβολές στις ερωτήσεις, οι θέσεις της ήταν σταθερές και συνεπείς και δεν κλονίσθηκαν. Διαπιστώσαμε δε ότι κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της, φάνηκε να διακατέχεται από άγχος. Κρίνουμε όμως ότι αυτό δεν είχε να κάνει με την ειλικρίνεια της αλλά ότι ήταν το φυσιολογικό για τη μάρτυρα, ενόψει του χαρακτήρα της (αυτό προκύπτει και από την αντεξέταση της όπου ανέφερε «αγχώνομαι όπως θα αγχώνονταν οποιοσδήποτε όταν είχε προβλήματα» ενώ και ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι η μητέρα του είναι πολύ αγχώδες άτομο) αλλά και της φύσης της υπόθεσης, η οποία αφορά την κόρη της. Από το σύνολο δε της μαρτυρίας της και εξετάζοντας πάντα και τις αντιδράσεις της κατά τη δια ζώσης μαρτυρία, μπορούμε χωρίς δισταγμό να πούμε ότι η Μ.Κ.5 προσήλθε στο Δικαστήριο για να καταθέσει με ειλικρίνεια όλα όσα γνώριζε και ήλθαν στην αντίληψη της για την υπόθεση. Ως προς το πώς περιήλθε στην αντίληψη της η υπόθεση και τα όσα ακολούθησαν, η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι στις 04/06/2022 γύρω στις 10:00-12:00 π.μ. τη συνάντησαν η Α.Α. και ο γιός της (Μ.Κ.4) στην κουζίνα του σπιτιού τους και ο τελευταίος της είπε ότι έχει συμβεί κάτι με την Α.Α. και συγκεκριμένα ότι κάποιος άντρας την παρενόχλησε την ώρα που γυρνούσε από την πρακτική της και έπρεπε να το συζητήσουν για να δουν τι θα κάνουν. Δεν της δόθηκαν άλλες λεπτομέρειες. Αρχικά η Α.Α. δεν ήθελε να αναφερθεί η ίδια στο γεγονός. Ο Μ.Κ.4 της είπε ότι κάποιος έπιασε την Α.Α. και κάπου την πήρε και ό,τι έγινε. Η Μ.Κ.5 ρώτησε αν επρόκειτο για βιασμό και η Α.Α. απάντησε αρνητικά. Η Μ.Κ.5 προσπάθησε να είναι ψύχραιμη για να σκεφτεί τι έπρεπε να κάνει. Επικοινώνησε στη συνέχεια με την ψυχολόγο της Α.Α. και τον ψυχίατρο της γιατί έπρεπε να βεβαιωθεί, αν επρόκειτο για βιασμό, ότι η Α.Α. θα μπορούσε, λόγω της κατάστασης της ψυχικής της υγείας, να αντεπεξέλθει στην όλη διαδικασία που θα ακολουθούσε. Η ψυχολόγος της είπε ότι ό,τι και να συνέβη θα μπορούσαν να στηρίξουν την Α.Α. για να το αντιμετωπίσει. Ακολούθως η Μ.Κ.5 μίλησε τηλεφωνικώς με την Αστυνομία Επισκοπής, τους είπε ότι ήθελε να καταγγείλει μια σεξουαλική κακοποίηση και της είπαν να μεταβεί εκεί με την Α.Α. Όταν η Μ.Κ.5 πήγε στην Αστυνομία Επισκοπής με τον Μ.Κ.4 και την Α.Α., η τελευταία μίλησε για αυτό που της συνέβη και έτσι έμαθε η Μ.Κ.5 λεπτομέρειες. Περαιτέρω, η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι το απόγευμα της Παρασκευής 03/06/2022, γύρω στις 20:50 ενώ περίμενε με την Α.Α. τον Μ.Κ.4, για να τον παραλάβουν από το αεροδρόμιο, τηλεφώνησε στην Α.Α. κάποιος από τον αριθμό [ ] και όταν η Α.Α. το απάντησε και αυτός ρώτησε «ποιος μιλά;», του το έκλεισε αμέσως. Η Μ.Κ.5 τη ρώτησε ποιος ήταν και η Α.Α. της είπε «λάθος έκαναν». Στη συνέχεια η Μ.Κ.5 είδε ότι η Α.Α. έκανε κάτι στο τηλέφωνό της και όταν την ξαναρώτησε, η Α.Α. της είπε «Θα τον μπλοκάρω γιατί είναι κάποιος άγνωστος». Ως προς την ψυχολογική κατάσταση της Α.Α., στην κυρίως εξέταση της η Μ.Κ.5 ανέφερε με ειλικρίνεια ότι τα τελευταία χρόνια η Α.Α. αντιμετωπίζει πρόβλημα κατάθλιψης, λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθείται από ψυχολόγο και ψυχίατρο συστηματικά. Πριν το επίδικο περιστατικό η ψυχολογική κατάσταση της Α.Α. ήταν καλή και σταθερή. Μετά όμως από αυτό, η Μ.Κ.5 διαπίστωσε ότι η κατάσταση της ψυχικής υγείας της Α.Α. επιβαρύνθηκε, ήταν αρκετά αναστατωμένη και είχε εφιάλτες το βράδυ με αποτέλεσμα να διαταραχθεί ο ύπνος της, δηλαδή δεν μπορούσε να κοιμηθεί και όταν κοιμόταν έβλεπε εφιάλτες, είχε καταστάσεις άγχους. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.5, ανέφερε ότι στις 03/06/2022 εργαζόταν σε κάποιο ίδρυμα, πάντα εκτελώντας νυκτερινή βάρδια, κάτι που η Α.Α. γνώριζε. Περαιτέρω ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα η ίδια βρισκόταν στο σπίτι τους όταν η Α.Α. επέστρεψε εκεί, μεταξύ 11-12 π.μ. Ανέφερε επίσης ότι όταν τότε η Α.Α. επέστρεψε, μπήκε στην κουζίνα όπου βρισκόταν η Μ.Κ.5, πήγε κατ' ευθείαν στην τουαλέτα και πλύθηκε και μετά έφυγε στο δωμάτιο της. Έτσι, ως πειστικά εξήγησε η Μ.Κ.5, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί οτιδήποτε ιδιαίτερο στη συμπεριφορά της Α.Α. Ως προς τις σχέσεις της με την Α.Α., στην κυρίως εξέταση, η Μ.Κ.5 με ειλικρίνεια ανέφερε ότι «τώρα πια» είναι καλή. Αντεξεταζόμενη όταν ρωτήθηκε κατά πόσο η Α.Α. της λέει τα προσωπικά της και τί σχέσεις έχουν (δηλαδή στον παρόντα χρόνο) απάντησε ότι η ίδια προσπαθεί και ότι η Α.Α. της λέει αυτά που θέλει να της πει και ότι προσπαθούν να κάνουν τις σχέσεις τους καλύτερες μέρα με τη μέρα. Ως προς το τι έγινε το πρωί της 04/06/2022, στην αντεξέταση της η Μ.Κ.5 ανέφερε ότι η Α.Α. τότε της είπε ότι ήθελε να πάει στην Αστυνομία να το καταγγείλει. Ως είπε δε με ειλικρίνεια η Μ.Κ.5 αυτά θυμόταν η ίδια. Εξήγησε δε πειστικά ότι δεν ρώτησε την Α.Α. κάτι καθότι είχε κάνει την εισαγωγή ο Μ.Κ.4 και η ίδια κατάλαβε περί τίνος επρόκειτο και έτσι έκρινε ότι δεν χρειαζόταν να βάλει την Α.Α. να τα επαναλάβει γιατί ίσως την έφερνε σε δύσκολη θέση και αγχωνόταν. Ως περαιτέρω ανέφερε, δεν ήθελε να ρωτά και να ξαναρωτά για να μην επιδεινωθεί κάποια κατάσταση, επειδή όπου και να πήγαιναν και στην Αστυνομία ακόμη, η Α.Α. έπρεπε να εξηγήσει τί έγινε αρκετές φορές. Πήγαν δε στην Αστυνομία γύρω στο μεσημέρι. Σε υποβολή ότι στις 04/06/2022, η Α.Α. δεν θέλησε να απαντήσει στη Μ.Κ.5 για το περιστατικό που συνέβη, με ειλικρίνεια απάντησε ότι δεν γνωρίζει εάν θέλησε ή όχι η Α.Α. αλλά είπε ότι ό,τι τη ρώτησε η Μ.Κ.5, εκείνη απαντούσε, εξηγώντας ότι δεν τη ρώτησε λεπτομέρειες και ότι είχαν μια συζήτηση, μια επικοινωνία και οι τρεις για να δουν πώς θα κινηθούν. Εδώ να σημειωθεί ότι τίποτε ως προς το γιατί η καταγγελία δεν έγινε στις 03/06/2022, δεν τέθηκε στη Μ.Κ.5 κατά την αντεξέταση της. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.5 γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.7 κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας σε θέματα που άπτονταν της ειδικότητας της. Το ότι είναι εμπειρογνώμονας κλινική ψυχολόγος, ειδική στην ψυχολογική αξιολόγηση και στήριξη ανηλίκων προσώπων που έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και συνεπώς η μαρτυρία της θα προσεγγισθεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. ενδεικτικά Philippou ν. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Δεν μας διαφεύγει ότι, ως έχει νομολογηθεί, το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη, εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά στα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Philippou ανωτέρω και Πιττάλη κ.ά. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Περαιτέρω έχουμε κατά νου την αρχή ότι δεν είναι αποδεκτή η μαρτυρία εμπειρογνώμονα που συνίσταται σε σχολιασμό επί των γεγονότων με βάση την κοινή λογική, ως επίσης που έχει σκοπό να υποστηρίξει την αξιοπιστία per se μάρτυρα της ίδιας πλευράς («oath helping evidence»). Σχετικές είναι οι R. v. H [2014] EWCA Crim 1555, R. v. Turner
(1975)Q.B. 834 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 91/2017, ημερ. 2/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:B214. Έχουμε επίσης υπόψη ότι, ένας εμπειρογνώμονας μπορεί να δώσει μαρτυρία για την προσωπικότητα και την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση ενός προσώπου εφόσον ενδέχεται να καταδείξει τον αναμενόμενο τρόπο αντίδρασης ή συμπεριφοράς του, παρέχοντας εξειδικευμένη επιστημονική γνώση και πληροφορίες που βρίσκονται έξω από το πεδίο κοινής γνώσης και εμπειρίας του Δικαστή (βλ. Turner ανωτέρω). Περαιτέρω μπορεί να δώσει μαρτυρία για να εξηγηθούν επιστημονικά, πέραν της κοινής γνώσης και εμπειρίας, τα χαρακτηριστικά και ο τρόπος αντίδρασης και συμπεριφοράς μιας κατηγορίας ανθρώπων όπως παιδιών (βλ. R. v. S (VJ)
(2006)EWCA Crim 2389, R. ν. Marquard [1993] 4 SCR 223 του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά, Ομήρου ανωτέρω και Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390). Η Μ.Κ.7 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με βάση τις γνώσεις και την πείρα της και με την απαιτούμενη επιστημονική επάρκεια και αντικειμενικότητα. Διαφώτισε το Δικαστήριο για την κλινική αξιολόγηση που διενήργησε αναφορικά με την Α.Α. και την εικόνα που αυτή παρουσίαζε κατά τον χρόνο της αξιολόγησης. Εξήγησε με λεπτομέρεια και κατά τρόπο κατανοητό, τα εργαλεία που χρησιμοποίησε για να προβεί στην κλινική αξιολόγηση, το ιστορικό που έλαβε υπόψη και παρέθεσε με σαφήνεια, πληρότητα και αντικειμενικότητα τις διαπιστώσεις και τα ευρήματα της, σε σχέση με την έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 24), στηρίζοντας τις θέσεις της σε σχετική βιβλιογραφία (βλ. Τεκμήρια 25 έως 28). Επιπρόσθετα, μέσα από τη μαρτυρία της έδωσε κάποιες περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με το ιστορικό και τις ιδιαιτερότητες της Α.Α. Σε αυτό το σημείο δέον όπως επισημάνουμε ότι η Υπεράσπιση, κατά την αντεξέταση της Μ.Κ.7, δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία της, καθότι οι ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν είχαν διευκρινιστικό χαρακτήρα. Συγκεκριμένα της ζητήθηκε να διευκρινίσει κατά πόσο ρώτησε την Α.Α. πότε έγινε το επίδικο περιστατικό και πόσο χρονών ήταν όταν συνέβη, αν έκανε χρήση ναρκωτικών ή άλλων ψυχοτρόπων ουσιών, αν λάμβανε φαρμακευτική αγωγή και με τι ήθελε να ασχοληθεί επαγγελματικά μετά το σχολείο. Η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι οι ερωτήσεις κατά την κλινική αξιολόγηση ήταν ανοικτού τύπου και παράπεμψε ως προς το τι αφορούσε το περιστατικό και τις πληροφορίες που λήφθηκαν, στην έκθεση της (Τεκμήριο 24). Διευκρίνισε περαιτέρω πως η αξιολόγηση αφορούσε την τρέχουσα, κατά τον χρόνο της αξιολόγησης, ψυχική κατάσταση της Α.Α. Ως προς τη χρήση ναρκωτικών και ψυχοτρόπων ουσιών ανέφερε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αναφορά από την Α.Α., ούτε και προέκυπτε κάτι από το ιστορικό που συλλέχθηκε από τα αρμόδια πρόσωπα. Σε σχέση με τη φαρμακευτική αγωγή, ανέφερε ότι η Α.Α. λάμβανε τέτοια υπό την επίβλεψη ιατρού και συνέχισε αυτή και κατά τον χρόνο της αξιολόγησης. Σε σχέση με το τί ήθελε να κάνει επαγγελματικά η Α.Α. μετά το σχολείο, η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι δεν θυμόταν εάν αναφέρθηκε κάτι κατά τις συναντήσεις τους. Περαιτέρω, της ζητήθηκε να αναφέρει αν η Α.Α., πέραν του σχολικού εκφοβισμού, είχε βιώσει «δυσμενείς σχέσεις άλλες φιλικές» που να της δημιούργησαν προβλήματα και να της επιδείνωσαν την ψυχολογική της διαταραχή. Η Μ.Κ.7 ανέφερε ότι σύμφωνα με αυτά που της είπε η Α.Α. και ως προέκυπτε από το ιστορικό της, υπήρχαν κοινωνικές δυσκολίες, οι οποίες είχαν ως βάση τον χρονιαίο, κατά το δημοτικό, σχολικό εκφοβισμό. Πρόσθεσε δε ότι παρ' όλα αυτά, η Α.Α. μεγαλώνοντας μπόρεσε να αναπτύξει κάποιες στενές φιλικές σχέσεις. Στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε κατά πόσο ρώτησε την Α.Α. αν είχε σεξουαλικές σχέσεις κατά την περίοδο πριν την αξιολόγηση που να μην ευόδωσαν και αυτό να της δημιούργησε κάποιες ψυχολογικές διαταραχές, η Μ.Κ.7 ξεκαθάρισε ότι η διάγνωση είχε τεθεί από τον καιρό που η Α.Α. είχε νοσηλευτεί στο Τ.Ε.Ν.Ε. με καταθλιπτικά συμπτώματα και ως εκ τούτου της είχαν αναφερθεί κάποιες δυσμενείς εμπειρίες (από το ιστορικό και από την ίδια την Α.Α.), οι οποίες εξηγούσαν το πώς εξελίχθηκε το κομμάτι της ψυχικής της υγείας. Ως περαιτέρω ανέφερε, δεν διαφάνηκε κατά την αξιολόγηση να υπήρχε ψυχική διαταραχή, η οποία συνδεόταν με κάποιο περιστατικό και δεν υπήρχε συγκεκριμένη συμπτωματολογία που να πληρούσε όλα τα κριτήρια, η οποία να παραπέμψει σε κάποια διάγνωση. Διευκρίνισε δε ότι οι κύριες πήγες των δυσμενών εμπειριών της Α.Α. σχετίζονταν με ενδοοικογενειακή σωματική βία και παραμέληση από τη μητέρα της και με σχολικό εκφοβισμό, ο οποίος διατηρείτο επί χρόνια και επηρέασε την κοινωνικότητα της. Κατά την αντεξέταση, διευκρίνισε επίσης ότι οι δυσμενείς εμπειρίες στη βιογραφία κάποιου ατόμου είναι εν δυνάμει ο λόγος για το άτομο να αναπτύξει κάποιου είδους ψυχική διαταραχή. Παρ' όλα αυτά ανέφερε ότι είναι μικρό το ποσοστό των ατόμων που μετά από ένα τραυματικό γεγονός ή μια δυσμενή εμπειρία βρίσκονται σε σημείο να καλλιεργούν συμπτώματα και να αναπτύσσουν ψυχική διαταραχή και ότι ένα τραυματικό γεγονός, μια δυσμενής εμπειρία, λίγες φορές θα καταλήξει να δημιουργήσει και να εδραιώσει ψυχική διαταραχή σε κάποιο άτομο. Τέλος ρωτήθηκε κατά πόσο αντιλήφθηκε ότι η Α.Α. λόγω της κατάστασης της ξεχνούσε συχνά διάφορα περιστατικά που λάμβαναν χώρα. Ως προς τούτο παραπέμποντας στην έκθεση της, είπε ότι η Α.Α. παρουσίαζε διακοπή στη σκέψη της κατά τη διάρκεια των συνομιλιών τους, όμως υπήρχε ροή στη συζήτηση, κάτι το οποίο καταδεικνύει ότι η μνήμη της ήταν σε πλαίσια αποδεκτά για την ψυχική της κατάσταση και για τη λειτουργικότητά της και μπορούσε να αναφερθεί σε διάφορες εμπειρίες με αρκετή ευκολία. Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο είναι φυσιολογικό, η Α.Α. να ξεχνάει ποιες ώρες εργάζεται η μητέρα της, εξήγησε ότι η μνήμη είναι ένα ιδιαίτερα περίπλοκο κομμάτι του εγκεφάλου και οι πληροφορίες που συγκρατούνται αρκετές φορές συνδέονται με το πώς τις συλλέγουμε, πόσο σημαντικές ή ασήμαντες είναι για εμάς, πόσο κάποια πράγματα μας έχουν τραυματίσει και χρειαζόμαστε να τα θυμόμαστε για να προστατευτούμε ή να τα ξεχάσουμε για να μην επανατραυματιστούμε. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Μ.Κ.7 γίνεται δεκτή και συναφώς αποδεχόμαστε τα ακόλουθα: · Η Α.Α. είχε αμφιθυμική σχέση με τη μητέρα της, δηλαδή ένιωθε συναισθήματα αγάπης, συναισθήματα προστατευτικότητας προς αυτήν, ταυτόχρονα όμως ένιωθε και μη ευχάριστα συναισθήματα, απομάκρυνση και δυσκολία στο να επικοινωνεί μαζί της, με αναφορά σε περιστατικά που η μητέρα ήταν βίαιη σωματικά προς την ίδια. Η Α.Α. αναφέρθηκε σε καλύτερη σχέση με τον αδελφό της παρά με τη μητέρα της και αυτό θα μπορούσε να ήταν ένας παράγοντας, ο οποίος υποβοήθησε στο να μιλήσει για το επίδικο περιστατικό πρώτα σε αυτόν παρά στη μητέρα της. Η Α.Α. φάνηκε να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, δυσκολία στην επικοινωνία και στον κοινωνικό τομέα λόγω των δυσμενών εμπειριών που είχε στο παρελθόν και με την αμφιθυμική σχέση που διατηρούσε με τη μητέρα της πιθανόν να της ήταν δύσκολο να συζητήσει με τη μητέρα της κάτι που της είχε συμβεί, χωρίς την παρουσία κάποιου με τον οποίο είχε καλές σχέσεις. · Η σχολική προσαρμογή της Α.Α. ξεκινώντας από την προδημοτική εκπαίδευση ήταν δύσκολη παρουσιάζοντας άγχος αποχωρισμού. Στη δημοτική εκπαίδευση παρουσίαζε σχολική άρνηση λόγω έντονου σχολικού εκφοβισμού, τον οποίο δεν μοιράστηκε με τη μητέρα της παρά μόνο μετά από αρκετά χρόνια. Επιπρόσθετα, η Α.Α. παρουσίαζε εκπαιδευτικές δυσκολίες και σε σχετική αξιολόγηση που έγινε από εκπαιδευτική ψυχολόγο το 2012, φάνηκε να υπήρχε ειδική μαθησιακή δυσκολία στην ανάγνωση και στον γραπτό λόγο, με φυσιολογικό νοητικό επίπεδο, χαμηλή αυτοεκτίμηση και προβλήματα στον συναισθηματικό τομέα. · Ο σχολικός εκφοβισμός είναι κάτι αρκετά έντονο για ένα παιδί, ειδικότερα όταν συμβαίνει επί σειρά ετών και τις πλείστες φορές επηρεάζει την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση του. Η χρόνια μαθητική θυματοποίηση συνδέεται με σοβαρά ψυχολογικά και ψυχιατρικά προβλήματα (για παράδειγμα κατάθλιψη, μοναξιά, άγχος, χαμηλή αυτοεκτίμηση), τα οποία εμμένουν και μπορεί να οδηγήσουν σε χρόνια απομόνωση, σοβαρά μαθησιακά ελλείμματα, περιθωριοποίηση, σοβαρούς τραυματισμούς ακόμη και απώλεια της ζωής ενός παιδιού. Ως συνέπεια συχνά υπάρχουν σωματικές ενοχλήσεις και τραύματα, ψυχολογικές επιπτώσεις και δυσκολίες σε κοινωνικό επίπεδο. Στην Α.Α. εντοπίστηκαν τέτοια χαρακτηριστικά και συγκεκριμένα ότι διατηρούσε χαμηλή αυτοεκτίμηση, είχε καταθλιπτικά συμπτώματα, αυτοκαταστροφικές τάσεις και ψυχιατρικές δυσκολίες. Δυσκολευόταν να νιώσει ότι η ζωή της αξίζει και να αναγνωρίσει τα θετικά της χαρακτηριστικά. Οι προηγούμενες δυσμενείς εμπειρίες την είχαν καταστήσει ιδιαίτερα προσεκτική και φοβόταν τις συναλλαγές με άλλα άτομα της ηλικίας της. Οι δυσμενείς αυτές εμπειρίες, σε συνδυασμό με τη δυσκολεμένη θέση που είχε με τη μητέρα της και το φτωχό κοινωνικό υποστηρικτικό περιβάλλον, δημιούργησαν συμπτώματα ψυχολογικής διαταραχής, τα οποία την έκαναν να νοιώθει πως βρισκόταν σε συναισθηματικό αδιέξοδο, πως η ζωή της δεν άξιζε και πώς δεν μπορούσε να βρει άλλο τρόπο να ρυθμίσει το συναίσθημά της και να μην έχει συναισθηματικό πόνο, με αποτέλεσμα να έχει σκέψεις αυτοκαταστροφής. Λόγω των πιο πάνω, το 2019 νοσηλεύτηκε δύο φορές στο Τ.Ε.Ν.Ε. με διάγνωση «μείζον καταθλιπτική διαταραχή». Παρακολουθείτο δε από παιδοψυχίατρο, ο οποίος διέγνωσε το 2021, την ύπαρξη καταθλιπτικής διαταραχής και έτσι η Α.Α. λάμβανε σχετική φαρμακευτική αγωγή. · Δεν υπάρχει συγκεκριμένο προφίλ για ένα παιδί το οποίο θα υποστεί σεξουαλική κακοποίηση. Παρ' όλα αυτά υπάρχουν παράγοντες ευαλωτότητας που όταν υπάρχουν στο περιβάλλον ενός παιδιού πιθανόν να το καταστήσουν πιο ευάλωτο σε κάποιου είδους κακοποίηση. Τέτοιοι παράγοντες είναι: το παιδί να είναι κορίτσι, να είναι ασυνόδευτο, να είναι παιδί σε ανάδοχη οικογένεια ή υιοθετημένο ή θετό παιδί, να έχει σωματική ή ψυχική ευαλωτότητα, να έχει ιστορικό προηγούμενης κακοποίησης, η φτώχεια, ο πόλεμος ή ένοπλη σύγκρουση, να έχει μια ψυχολογική ή γνωστική ευαλωτότητα, να προέρχεται από μονογονεϊκή ή διαλυμένη οικογένεια, η κοινωνική περιθωριοποίηση, ο γονέας να πάσχει από ψυχολογική διαταραχή ή να έχει εξάρτηση στο αλκοόλ ή στα ναρκωτικά. Στην περίπτωση της Α.Α. πληρούνταν τέτοιοι παράγοντες εφόσον ήταν κορίτσι, είχε ιστορικό από προηγούμενα είδη κακοποίησης, υπήρχαν ψυχολογικές και νοητικές δυσκολίες, ζούσε σε σπίτι με ένα γονέα και υπήρχε κοινωνική απομόνωση. · Η Α.Α. διατηρούσε μια προστατευτική στάση στην καθημερινότητα της ως προς τα μέλη της οικογένειας της, περιλαμβανομένης της μητέρας της, παρά τα περιστατικά σωματικής βίας και παραμέλησης που υπέστη από αυτή. Το γεγονός ότι μετά τη νοσηλεία της Α.Α. στο Τ.Ε.Ν.Ε., η μητέρα είχε συνειδητοποιήσει το λάθος της και έκτοτε η σχέση τους έγινε πιο κοντινή, βοήθησε στο αίσθημα προστασίας που η Α.Α. ένιωθε προς την οικογένειά της. Η Α.Α. δεν είχε αναφερθεί με κακό τρόπο για τη μητέρα της και παρά τις δυσκολίες στη σχέσης τους και την κακοποίηση συνέχιζε να διατηρεί συναισθήματα αγάπης και νιασίματος προς αυτή. · Κατά την αξιολόγηση η Α.Α. ανέφερε ότι δεν ήθελε να θέσει σε κίνδυνο την οικογένειά της και ότι αυτός ήταν ο λόγος που είχε επιλέξει να αποδεχτεί την πρόταση για να μπει στο αυτοκίνητο. Αν και κατά τη διάρκεια του επίδικου περιστατικού ένιωθε φόβο και ανασφάλεια για το άτομο της θεωρούσε ότι η δική της αξία ήταν πιο μειωμένη και εάν της συνέβαινε κάτι θα ήταν αποδεκτό ενώ σίγουρα δεν ήθελε να συμβεί κάτι στην οικογένειά της. Αυτό δικαιολογείται από το γεγονός ότι η Α.Α. ήταν άτομο με χαμηλή αυτοεκτίμηση και ότι δεν αισθανόταν τη ζωή της σημαντική. Παρά τις παρεμβάσεις και τη βελτίωση στην ψυχική της κατάσταση, διαφάνηκε ότι ήταν πρόθυμη να θέσει τη δική της ζωή σε κίνδυνο παρά τη ζωή των ατόμων που αγαπούσε. · Δεν είναι απαραίτητο μετά από ένα τραυματικό γεγονός κάποιο πρόσωπο να αναπτύξει ψυχική διαταραχή. Είναι μικρό το ποσοστό των ατόμων που βιώνουν ένα τραυματικό γεγονός που θα προχωρήσουν στη συνέχεια να αναπτύξουν ψυχική διαταραχή οποιουδήποτε είδους. Το γεγονός ότι η Α.Α. παρακολουθείτο και λάμβανε φαρμακευτική, συναισθηματική και ψυχολογική υποστήριξη συνέτειναν στο να μπορέσει η ψυχική της κατάσταση να κρατηθεί σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο και δεν αναπτύχθηκε κάποιου είδους ψυχική διαταραχή από το καταγγελλόμενο περιστατικό. · Ο τρόπος να θέσει όρια ένα άτομο εξαρτάται από την προσωπικότητα και την ψυχοσύνθεση του και με ποιο τρόπο νιώθει πιο άνετα να εκφραστεί. Ένα κοινωνικό και εξωστρεφές άτομο είναι πιθανόν πιο εύκολα να μπορεί να λεκτικοποιήσει τα όρια του ενώ ένα άτομο εσωστρεφές με χαμηλή αυτοεκτίμηση ίσως να χρειάζεται διαφορετικούς τρόπους, ενδεχομένως μη λεκτικούς, για να θέσει όρια. Ένα παιδί με χαμηλή αυτοεκτίμηση, δυσκολία στην κοινωνική συνδιαλλαγή και διατήρηση προσωπικών ορίων, όπως η Α.Α., θα μπορούσε να θέτει όρια δηλαδή να δείξει την άρνηση της με τρόπους όχι τόσο λεκτικούς. · Η αποκάλυψη σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού τις πλείστες φορές είτε δεν γίνεται καθόλου είτε γίνεται μετά από αρκετούς μήνες ή χρόνια. · Κατά την αξιολόγηση δεν παρατηρήθηκαν οποιεσδήποτε δυσκολίες της Α.Α. στο να διαχωρίσει την αλήθεια από το ψέμα ή το πραγματικό από το φανταστικό. · Η μνήμη είναι ένας πολύπλοκος μηχανισμός και ανάλογα με τις δυσκολίες ή τις δυνατότητες ενός ατόμου εκφράζεται διαφορετικά. Σε τραυματικά γεγονότα ένα πρόσωπο δύναται να θυμάται τη βάση του περιστατικού, όμως υπάρχουν περιπτώσεις όπου περιφερειακά στοιχεία και λεπτομέρειες μπορεί να μην έχουν εγγραφεί στη μνήμη. Στο σημείο αυτό θα προχωρήσουμε στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της παραπονουμένης Α.Α. (Μ.Κ.3). Στο πλαίσιο της αξιολόγησης, παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή και παρατηρητικότητα τον τρόπο που η Α.Α. έδινε τη μαρτυρία της τόσο στην οπτικογραφημένη της κατάθεση (Τεκμήρια 5Α και 5Β) όσο και ενώπιον μας. Με την ίδια προσοχή εξετάσαμε εξονυχιστικά τη μαρτυρία της στο σύνολο της, όχι αποσπασματικά αλλά αντιπαραβάλλοντας τη με την υπόλοιπη μαρτυρία. Περαιτέρω, λάβαμε υπόψη την ηλικία της κατά τον επίδικο χρόνο και όταν έδινε την οπτικογραφημένη της κατάθεση (17 ετών και 10 μηνών περίπου) αλλά και κατά τον χρόνο που κατέθεσε στο Δικαστήριο (19 ετών και 8 μηνών περίπου), τις ιδιαιτερότητες και την προσωπικότητα της, το οικογενειακό της υπόβαθρο, τα βιώματα της καθώς και κάθε άλλο σχετικό παράγοντα, ως τέθηκαν από τη λοιπή μαρτυρία. Στο πλαίσιο αυτό λάβαμε βέβαια υπόψη και τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.7, την οποία αποδεχθήκαμε. Σε αυτό το σημείο δέον όπως λεχθεί ότι η Α.Α. έδωσε τη δια ζώσης μαρτυρία της από το Σπίτι του Παιδιού, μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας, μετά από σχετική διαταγή του Δικαστηρίου. Ως προς τούτο πρέπει να τονίσουμε ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν υπολειπόταν σε τίποτα από τις διαδικασίες κατά τις οποίες ο μάρτυρας καταθέτει με φυσική παρουσία στο Δικαστήριο. Είχαμε έτσι την ίδια ευχέρεια να παρακολουθήσουμε και παρακολουθήσαμε, με ιδιαίτερη προσοχή, τη μαρτυρία της Α.Α., τον τρόπο που κατέθεσε και τις αντιδράσεις της. Η εκδοχή της Α.Α., ως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας της, ήταν η ακόλουθη: Στις 03/06/2022 γύρω στις 11:30 π.μ. καθώς η Α.Α. γυρνούσε με τα πόδια στο σπίτι της από την πρακτική, σταμάτησε ένα αυτοκίνητο λίγο πιο μπροστά από αυτή, απέναντι από συγκεκριμένο περίπτερο που βρίσκεται στον κεντρικό δρόμο στο Τραχώνι. Οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος ρώτησε την Α.Α. το όνομα της, ξεκίνησε να της μιλά για ζώδια και της έλεγε να πάει για 5 λεπτά μαζί του. Η Α.Α. προσπαθούσε να φύγει και να πάει στο σπίτι της αλλά αυτός επέμενε και την ακολουθούσε με το αυτοκίνητο του, λέγοντας της «Έλα 5 λεπτά σε θέλω». Βλέποντας ότι πλησίαζε στο σπίτι της και επειδή δεν ήθελε να την ακολουθήσει εκεί, η Α.Α. μπήκε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και προχώρησαν στον ίδιο δρόμο λίγο πιο κάτω από το σπίτι της, όπου πάρκαραν έξω από ένα εγκαταλελειμμένο υποστατικό. Εκεί ο κατηγορούμενος άρχισε πάλι να μιλά για ζώδια και ξεκίνησε να αγγίζει την Α.Α. στο εσωτερικό μέρος του δεξιού της μηρού. Η Α.Α. προσπάθησε 2-3 φορές να απομακρύνει το χέρι του κατηγορουμένου αλλά αυτός το έβαζε πίσω στον μηρό της. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος άρπαξε το χέρι της Α.Α., το έβαλε στο γεννητικό του όργανο, πάνω από τα ρούχα και προσπαθούσε να το τρίψει. Η Α.Α. ένιωσε ότι το γεννητικό του όργανο ήταν σκληρό, αισθάνθηκε πολύ άβολα και προσπαθούσε να τραβήξει πίσω το χέρι της αλλά ο κατηγορούμενος επέμενε και το τραβούσε πίσω. Ακολούθως ο κατηγορούμενος άρπαξε την Α.Α. από το σβέρκο και άρχισε να την γλείφει στον λαιμό. Η Α.Α. προσπάθησε να πλησιάσει την πόρτα του συνοδηγού για να απομακρυνθεί, ο κατηγορούμενος την τραβούσε για να του δώσει φιλιά αλλά η Α.Α. έστρεψε το πρόσωπο της μακριά από αυτόν. Κατά τη διάρκεια των πιο πάνω ο κατηγορούμενος ζήτησε από την Α.Α. να έρθουν σε σεξουαλική επαφή αλλά η Α.Α. αρνήθηκε. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος, έβγαλε το γεννητικό του όργανο από το παντελόνι και το εσώρουχο του και η Α.Α. είδε ότι αυτό «ήταν σκληρό», φοβήθηκε και κοίταξε αλλού. Ο κατηγορούμενος άρπαξε το χέρι της Α.Α. και την έβαλε να του τρίψει το γεννητικό του όργανο, τοποθετώντας το χέρι του πάνω από το δικό της. Η Α.Α. προσπαθούσε να τραβήξει το χέρι της αλλά επειδή ο κατηγορούμενος είχε πιο πολλή δύναμη από αυτή, δεν κατάφερε να φύγει το χέρι της και το χέρι του παρέμεινε πάνω από το δικό της. Μετά από μερικά λεπτά ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε πάνω στο χέρι της Α.Α. και της έδωσε μια μπλούζα για να σκουπιστεί. Ακολούθως ο κατηγορούμενος ζήτησε από την Α.Α. τον αριθμό του τηλεφώνου της και αυτή του τον έδωσε σκεπτόμενη πως αν την έπαιρνε τηλέφωνο θα μπορούσε να τον καταγγείλει. Στη συνέχεια η Α.Α. είπε στον κατηγορούμενο ότι πρέπει να πάει σπίτι της και αυτός της ζήτησε να του δώσει ένα φιλί με γλώσσα. Η Α.Α. αρνήθηκε και ο κατηγορούμενος την άφησε να φύγει, λέγοντας της ότι δεν θα την πιέσει άλλο. Πριν φύγει η Α.Α. ο κατηγορούμενος της έδωσε ένα κουτί με τσιγάρα. Η Α.Α. (Μ.Κ.3) άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Υπήρξε σταθερή και συνεπής στις θέσεις της και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις που να κλονίζουν την αξιοπιστία της και να αφήνουν οποιανδήποτε υποβόσκουσα αμφιβολία για το αξιόπιστο των αναφορών της σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της απαντούσε στις ερωτήσεις με ευκρίνεια και έδινε απλές, λογικές και πειστικές απαντήσεις. Η μαρτυρία της ήταν άμεση και αυθόρμητη, δεν υπερέβαλλε ως προς τα γεγονότα και εκεί που η θύμησή της ήταν αδύνατη, το ανέφερε ρητώς και ευθαρσώς. Περιέγραψε το επίδικο περιστατικό με σαφήνεια, δίνοντας σχετικές λεπτομέρειες και αναφέρθηκε στα γεγονότα που ακολούθησαν. Η εκδοχή της ως προς τα ουσιώδη γεγονότα δε συγκρούεται με, ούτε και διαψεύδεται, από άλλη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή. Ως προς άλλα θέμα όπως η επικοινωνία της με τον αδελφό της την ίδια ημέρα και η ενημέρωση την επόμενη ημέρα της μητέρας της, η μαρτυρία της Α.Α. συνάδει με εκείνη των προσώπων αυτών (Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5). Κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση ότι στις 03/06/2022 η Α.Α. μπήκε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και ότι αυτός την πήρε λίγο πιο κάτω από το σπίτι της. Αυτό άλλωστε ανέφερε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατά τη μαρτυρία του. Αυτά που αμφισβητήθηκαν είναι οι συνθήκες υπό τις οποίες η Α.Α. μπήκε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου και το τι συνέβη μέσα σε αυτό. Ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος σταμάτησε το αυτοκίνητο του και η Α.Α. εισήλθε σε αυτό σημειώνουμε τα ακόλουθα: Η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη θέση της Α.Α. ότι την επίδικη ημέρα σχόλασε νωρίς από την πρακτική της, την οποία έκανε κοντά στο σπίτι της και συγκεκριμένα γύρω στις 11:30 π.μ. Κατά την αντεξέταση, η Υπεράσπιση προέβαλε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος σταμάτησε με το αυτοκίνητο του επειδή η Α.Α. του έγνεψε να σταματήσει για να την πάρει πιο κάτω στο σπίτι της γιατί ήταν κουρασμένη. Στο πλαίσιο της πιο πάνω θέσης, η Α.Α. ρωτήθηκε πόσο μακριά ήταν το τυπογραφείο, όπου έκανε την πρακτική της, από το σπίτι της και απάντησε ότι ήταν 5 λεπτά με τα πόδια. Στη συνέχεια ρωτήθηκε κατά πόσο η πρακτική της στο τυπογραφείο ήταν κουραστική με την Α.Α. να απαντά «όχι και τόσο». Όταν ρωτήθηκε κατά πόσο κάποιες φορές ήταν κουρασμένη όταν πήγαινε σπίτι απάντησε αρνητικά. Στην ερώτηση αν καμιά φορά της έτυχε όταν επέστρεφε σπίτι από την πρακτική της να σταματήσει κάποιος συγχωριανός της και να προσφερθεί να την πάρει μέχρι το σπίτι της, απάντησε ότι αυτό έτυχε μόνο με τον κατηγορούμενο και ότι ουδέποτε σταμάτησε οποιοσδήποτε άλλος για να της πει να την πάρει στο σπίτι. Όταν δε της υποβλήθηκε ότι ο κατηγορούμενος σταμάτησε επειδή αυτή του έγνεψε να σταματήσει και τον παρακάλεσε να την πάρει παρακάτω στο σπίτι της επειδή ήταν κουρασμένη, η Α.Α. απάντησε αρνητικά. Ως προς το σημείο όπου συνάντησε τον κατηγορούμενο, πρέπει να λεχθεί ότι κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της η Α.Α., με αναφορά στη φωτογραφία 5 του Τεκμηρίου 9, είπε ότι τον συνάντησε «σε εκείνο το πράσινο στα fences» μπροστά από το σπίτι. Υπέδειξε δε στην άκρη της εν λόγω φωτογραφίας ένα σπίτι όπου υπάρχει ένα πράσινο κάλυπτρο κατά μήκος του εξωτερικού περιτοιχίσματος. Εδώ να λεχθεί ότι δεν μας διαφεύγει ότι στο Τεκμήριο 8 (έντυπο υποδείξεων σκηνών στις οποίες η Α.Α. προέβη) υπέδειξε ως το σημείο, εκεί που φαίνεται σταθμευμένο, επί του πεζοδρομίου, το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής [ ] (βλ. και φωτογραφίες 5-6 του Τεκμηρίου 9), σημείο δηλαδή λίγα μέτρα πιο κάτω από αυτό όπου βρίσκεται το εν λόγω κάλυπτρο, που η Α.Α. ανέφερε ως «πράσινο στα fences». Είναι όμως εμφανές ότι αυτό δεν αποτελεί ουσιώδη διαφοροποίηση της εκδοχής της εφόσον η απόσταση μεταξύ των δύο είναι πολύ μικρή και δη μερικά μέτρα ενώ και τα δύο σημεία βρίσκονται στην απέναντι από το περίπτερο (στο οποίο επίσης αναφέρθηκε η Α.Α.) πλευρά του δρόμου. Εν πάση περιπτώσει, δέον όπως λεχθεί ότι το σημείο όπου κατά την ίδια συνάντησε τον κατηγορούμενο, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της. Αναφορικά με το γιατί εν τέλει μπήκε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου, τον οποίο δεν γνώριζε, έδωσε πειστική εξήγηση. Ως είπε κατά την κυρίως εξέταση της, όταν είδε ότι αυτός επέμενε και την ακολουθούσε, ένιωσε φόβο, άγχος και άβολα και επειδή έβλεπε ότι έφτανε στο σπίτι της και δεν ήθελε να την ακολουθήσει εκεί, προτίμησε να μπει στο αυτοκίνητο. Ως είπε σχετικά στην αντεξέταση της, πλησίαζε στο σπίτι της και δεν ήθελε να δει ο κατηγορούμενος που μένει αφού φοβόταν μήπως αυτός πάει στο σπίτι της. Στη συνέχεια όταν ερωτήθηκε τί φοβόταν, απάντησε ότι φοβόταν μήπως τους κλέψει ή κάνει κακό στην οικογένεια της. Ήταν δε στη βάση αυτή που ως εξήγησε πειστικά, μπήκε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου γιατί προτίμησε να κάνει κακό στον εαυτό της παρά στην οικογένεια της και για να μην βάλει την οικογένεια της σε κίνδυνο. Η επιλογή της αυτή δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως μη λογική και δεν καταρρίπτει την εκδοχή της, λαμβάνοντας υπόψη και το ότι συνάδει με τα όσα σχετικά είπε η Μ.Κ.7, ήτοι ότι η Α.Α. είναι άτομο με χαμηλή αυτοπεποίθηση, η οποία αισθάνεται ότι η δική της ζωή δεν είναι σημαντική και ότι ήταν πρόθυμη να θέσει τη ζωή της σε κίνδυνο παρά αυτή των οικείων της, ότι εκείνη τη στιγμή ένιωσε μεν φόβο και ανασφάλεια για το πρόσωπο της όμως θεωρούσε ότι η δική της αξία ήταν μειωμένη και εάν της συνέβαινε κάτι θα ήταν εντάξει ενώ σίγουρα δεν ήθελε να συμβεί κάτι στην οικογένεια της. Το ότι δεν ήθελε να δει ο κατηγορούμενος το σπίτι της επιβεβαιώνεται άλλωστε από το ότι μετά που εισήλθε στο αυτοκίνητο δεν σταμάτησαν στο σπίτι της, το οποίο βρισκόταν στον ίδιο δρόμο, αλλά πιο κάτω. Ο ίδιος δε ο κατηγορούμενος κατά τη μαρτυρία του είπε ότι δεν γνώριζε που ήταν το σπίτι της Α.Α. Σταθερή και συνεπής στις θέσεις της υπήρξε η Α.Α. και ως προς τα όσα έλαβαν χώραν στη συνέχεια εντός του αυτοκινήτου. Ούτε ως προς αυτά δεν έχουμε εντοπίσει οποιαδήποτε ουσιώδη αντίφαση κατά τη μαρτυρία της. Περαιτέρω, σημειώνουμε ότι ως προς τούτα η Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της περιορίστηκε στα ακόλουθα: Η Α.Α. ρωτήθηκε τι ακριβώς της έλεγε ο κατηγορούμενος για τα ζώδια και αυτή απάντησε ότι δεν θυμόταν συγκεκριμένα τι της έλεγε. Όταν της υποβλήθηκε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν θυμόταν ήταν επειδή ο κατηγορούμενος δεν της είχε αναφέρει οτιδήποτε για ζώδια, η Α.Α. παρέμεινε σταθερή στη θέση ότι ο τελευταίος της είχε μιλήσει για ζώδια. Εδώ να λεχθεί ότι το γεγονός ότι η Α.Α. δεν θυμόταν λεπτομέρειες ως προς τι ακριβώς της έλεγε για τα ζώδια δεν μπορεί από μόνο του να κλονίσει την αξιοπιστία της Α.Α αφού αποτελεί μεν μέρος των γεγονότων που έλαβαν χώραν αλλά όχι αυτή καθ' αυτή τη σεξουαλική κακοποίηση που ακολούθησε, την οποία η Α.Α. ήταν λογικό να θυμάται με λεπτομέρειες. Επιπρόσθετα λαμβάνουμε υπόψη τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.7 και ειδικότερα την αναφορά της ότι υπάρχουν περιπτώσεις που άτομα που έχουν βιώσει τραυματικά γεγονότα, δύναται να θυμούνται τη βάση αυτών αλλά μπορεί να μην θυμούνται περιφερειακά στοιχεία και λεπτομέρειες. Τέτοια λεπτομέρεια κρίνουμε ότι ήταν και το τί ρούχα φορούσε η Α.Α. που επίσης ερωτώμενη κατά την αντεξέταση, είπε ότι δεν θυμάται. Επίσης, στην αντεξέταση η Α.Α. ρωτήθηκε αν αντιλήφθηκε τον λόγο για τον οποίο ο κατηγορούμενος τοποθέτησε το χέρι του στον μηρό της και απάντησε καταφατικά, προσθέτοντας ότι αυτή το έφυγε αλλά εκείνος προσπαθούσε να το πάρει πίσω στον μηρό της. Ερωτώμενη ακολούθως αν του είπε να σταματήσει και να πάρει το χέρι του από κοντά της, απάντησε με ειλικρίνεια αρνητικά και πρόσθεσε πειστικά ότι η ίδια προσπαθούσε να φύγει το χέρι του, γεγονός, ως είπε, από το οποίο ο κατηγορούμενος έπρεπε να αντιληφθεί ότι αυτή ήθελε να σταματήσει. Προκύπτει λοιπόν από τα όσα ανέφερε η Α.Α. ότι ήταν προφανές ότι αυτή δεν συναινούσε και δεν ήθελε ο κατηγορούμενος να την ακουμπά. Λογική και πειστική εξήγηση έδωσε η Α.Α. και ως προς το γιατί ενώ η ίδια προσπαθούσε να απομακρύνει το χέρι του και ο κατηγορούμενος το έβαζε ξανά στον μηρό της, δεν άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου για να βγει έξω και να φωνάξει για βοήθεια. Συγκεκριμένα, όταν ρωτήθηκε για αυτό εξήγησε βασικά ότι δεν γνώριζε τον κατηγορούμενο, δεν ήξερε τι θα έκανε αυτός και ότι η ίδια φοβόταν μήπως της κάνει κακό, μήπως της ασκήσει βία - τη χτυπήσει. Την ίδια λογική εξήγηση έδωσε και όταν ρωτήθηκε γιατί ενώ στη συνέχεια προχώρησε ο κατηγορούμενος και ήταν πλέον σίγουρη ότι θα την ενοχλούσε σεξουαλικά, αυτή δεν έκανε προσπάθεια να βγει από το αυτοκίνητο. Ακολούθως όταν ρωτήθηκε γιατί δεν φώναξε «βοήθεια» μόλις άνοιξε την πόρτα και έφυγε, η Α.Α πειστικά απάντησε «Επειδή πρώτα ήθελα να δω άμα φύγει για να μην δει το σπίτι μου και μετά πήγα σπίτι». Περαιτέρω, η Α.Α. ρωτήθηκε αν θυμόταν τί φανέλα ήταν αυτή που της έδωσε ο κατηγορούμενος για να σκουπιστεί μετά την εκσπερμάτωση και απάντησε ότι δεν θυμόταν όπως δεν θυμόταν ούτε το χρώμα της. Όταν στη συνέχεια της υποβλήθηκε ότι δεν το θυμόταν αυτό γιατί δεν της έδωσε ο κατηγορούμενος φανέλα, επέμενε κατηγορηματικά ότι της έδωσε. Σε αυτό το σημείο να λεχθεί ότι δεν μας διαφεύγει ότι στην οπτικογραφημένη της κατάθεση η Α.Α. δεν ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος της έδωσε φανέλα για να σκουπιστεί. Ως προς τούτο όμως, πέραν του ότι είναι λογικό ότι σε μια κατάθεση κάποιο πρόσωπο μπορεί να μην πει όλες τις λεπτομέρειες, καμία αντεξέταση για την παράλειψη της Α.Α. να το αναφέρει στην κατάθεση της δεν έγινε και συνεπώς δεν μπορεί να γίνεται λόγος για όψιμο ισχυρισμό της. Ως προς το ότι η Α.Α. δεν θυμόταν το είδος και το χρώμα της φανέλας, πέραν του ότι ενόψει του πως εξελίχθηκε το περιστατικό αυτό δεν είναι κάτι αφύσικο, λαμβάνουμε υπόψη και πάλι τη μαρτυρία της Μ.Κ.7, σύμφωνα με την οποία, ως προαναφέραμε, υπάρχουν περιπτώσεις που άτομα που έχουν βιώσει τραυματικά γεγονότα, δύναται να θυμούνται τη βάση αυτών αλλά μπορεί να μην θυμούνται περιφερειακά στοιχεία και λεπτομέρειες. Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση της, όταν ρωτήθηκε σχετικά η Α.Α. είπε ότι ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε στο χέρι της, διευκρινίζοντας ότι δεν πήγε σπέρμα πάνω στα ρούχα της. Σε υποβολή ότι δεν έγινε το τελευταίο καθότι ο κατηγορούμενος δεν εκσπερμάτωσε και δεν έκανε τίποτε από αυτά που λέει, η Α.Α. παρέμεινε σταθερή στο ότι έγιναν αυτά. Εδώ να λεχθεί ότι η ως άνω θέση της Α.Α. κρίνεται λογική ενόψει του ότι με βάση τα όσα περιέγραψε, ο κατηγορούμενος βρισκόταν στη θέση του οδηγού και αυτή δίπλα του και του ότι όταν την έβαλε να του τρίψει το γεννητικό του όργανο, αυτός είχε το χέρι του πάνω από το δικό της, το οποίο δεν έφυγε μέχρι που εκσπερμάτωσε. Επίσης ο συνήγορος Υπεράσπισης ρώτησε την Α.Α. πώς έγινε και ο κατηγορούμενος είχε τον αριθμό του τηλεφώνου της, με την τελευταία να απαντά ότι της το ζήτησε και ότι αυτή του το έδωσε για να την πάρει τηλέφωνο ώστε να τον καταγγείλει, εξήγηση που έδωσε εξ αρχής δηλαδή στην οπτικογραφημένη της κατάθεση. Στη συνέχεια η Α.Α. ρωτήθηκε αν του είπε τον αριθμό και αυτός τον έγραψε και απάντησε καταφατικά. Αρνήθηκε δε υποβολή ότι λέει ψέματα και ότι η πραγματικότητα είναι ότι κατηγορούμενος έδωσε το τηλέφωνό του στην Α.Α. και αυτή έγραψε πάνω στο τηλέφωνό του τον αριθμό του δικού της τηλεφώνου. Εδώ δέον όπως λεχθεί ότι ανεξάρτητα του ότι κρίνουμε ότι ήταν ειλικρινής και ως προς τούτο το θέμα η Α.Α., το κατά πόσο είπε στον κατηγορούμενο τον αριθμό του τηλεφώνου της ή αν τον έγραψε η ίδια στο τηλέφωνο του, ουδόλως μεταβάλει τη θέση της ότι του έδωσε το τηλέφωνο της μετά που αυτός το ζήτησε και ότι ο λόγος ήταν για να τον καταγγείλει, εάν της τηλεφωνούσε. Σε σχέση με τα όσα ακολούθησαν μετά το επίδικο περιστατικό σημειώνουμε τα ακόλουθα: Η Α.Α. ανέφερε ότι αφού ο κατηγορούμενος την άφησε να φύγει, πήγε σπίτι, πλύθηκε πολύ καλά, πήγε στο δωμάτιο της, έκλαψε και κοιμήθηκε. Ρωτήθηκε δε στην αντεξέταση αν θυμόταν πότε πήγαινε δουλειά η μητέρα της και πότε επέστρεφε στο σπίτι, με την Α.Α. να απαντά με ειλικρίνεια ότι δεν θυμόταν τί ώρα δούλευε εκείνο τον καιρό η μητέρα της. Το ότι όμως δεν θυμόταν αυτό, δεν πλήττει την αξιοπιστία της αφού δεν αποτελεί ουσιώδες γεγονός. Σε κάθε περίπτωση, ως προκύπτει από τη μαρτυρία της Μ.Κ.5 ανωτέρω που έγινε δεκτή, η τελευταία εργαζόταν σε ένα ίδρυμα τις νύκτες και την επίδικη ημέρα όταν η Α.Α. επέστρεψε στο σπίτι, η Μ.Κ.5 βρισκόταν στο σπίτι. Περαιτέρω, η Α.Α. ανέφερε ότι μίλησε για το επίδικο περιστατικό πρώτα στον αδελφό της. Ως προς τούτο δέον όπως λεχθεί ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση τη θέση της Α.Α. ότι πήρε τον αδελφό της τηλέφωνο την ίδια ημέρα ενώ οι ερωτήσεις που της έγιναν σχετικά εστιάστηκαν στην ώρα που έγινε το τηλεφώνημα. Το ότι η Α.Α. πήρε τον αδελφό της τηλέφωνο επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του ιδίου του αδελφού της, Μ.Κ.4, η οποία έγινε δεκτή. Το γεγονός ότι η Α.Α. δεν θυμόταν την ώρα που πήρε τον αδελφό της τηλέφωνο ή τι ώρα ήταν η πτήση του αδελφού της, ο οποίος τότε επέστρεφε από το εξωτερικό, δεν πλήττουν κατά την κρίση μας την αξιοπιστία της. Ως η Α.Α. ανέφερε, αμέσως μετά το επίδικο περιστατικό, πήγε σπίτι της, πλύθηκε πρώτα πολύ καλά, πήγε στο δωμάτιο της, έκλαψε και κοιμήθηκε. Ήταν δε η θέση της ότι δεν θυμόταν μεν την ώρα που έκανε το εν λόγω τηλεφώνημα αλλά θυμόταν ότι το έκανε αφού ξύπνησε, κάτι που συνάδει με αυτά που είπε ο Μ.Κ.4, ο οποίος ανέφερε ότι η Α.Α. του τηλεφώνησε γύρω στις 15:30 - 16:00. Αναφορικά με το πότε πήγε με τη μητέρα της (Μ.Κ.5) για να παραλάβουν τον αδελφό της (Μ.Κ.4) από το αεροδρόμιο, ανέφερε ότι θυμόταν ότι ήταν απόγευμα και στη συνέχεια σε σχετική ερώτηση αν ήταν το απόγευμα της ίδιας ημέρας, η Α.Α. είπε ότι δεν θυμόταν αν ήταν την ίδια μέρα. Ως προς τούτο δέον όπως λεχθεί ότι δεν μας διαφεύγει ότι σύμφωνα με τον Μ.Κ.4, αυτός αφίχθηκε στην Κύπρο το βράδυ της 03/06/2022. Ούτε όμως το πιο πάνω κρίνεται ότι πλήττει την αξιοπιστία της Α.Α. αλλά προφανώς επρόκειτο για αδυναμία της να θυμηθεί. Από τη λοιπή όμως μαρτυρία προκύπτει ότι ήταν βράδυ όταν πήγαν να παραλάβουν τον αδελφό της και εξηγούμε. Από τα όσα ανέφερε σχετικά στην κυρίως εξέταση, προκύπτει ότι όταν αυτή και η μητέρα της βρίσκονταν καθοδόν για να παραλάβουν τον αδελφό της, τηλεφώνησε στην Α.Α. ο κατηγορούμενος. Η Α.Α. προσδιόρισε χρονικά ότι αυτό έγινε «μετά που κάτι ώρες» από το επίδικο περιστατικό. Η εν λόγω θέση της αλλά και το ότι ήταν το βράδυ της ίδιας ημέρα που πήγαν να παραλάβουν τον αδελφό της, επιβεβαιώνεται και από τη φωτογραφία 21 του Τεκμηρίου 9, στην οποία φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην Α.Α. στις 20:48 και στις 20:50, στις 03/06/2022. Αναφορικά με τα τηλεφωνήματα που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, η Α.Α. ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την πήρε τηλέφωνο 2 φορές κατά τη διάρκεια που αυτή βρισκόταν στο αυτοκίνητο με τη μητέρα της καθοδόν προς το αεροδρόμιο για να παραλάβουν τον αδελφό της. Ως εξήγησε, την πρώτη φορά που την πήρε τηλέφωνο η Α.Α. δεν του απάντησε και του το έκλεισε. Τη δεύτερη φορά του το απάντησε αλλά όταν άκουσε τη φωνή του κατάλαβε ότι ήταν ο κατηγορούμενος, του έκλεισε το τηλέφωνο και τον έκανε μπλοκ. Κατά την αντεξέταση, η Α.Α. ρωτήθηκε εάν θυμόταν τι ώρα ήταν όταν την πήρε για πρώτη φορά τηλέφωνο ο κατηγορούμενος και απάντησε ότι δεν θυμόταν αλλά θυμόταν ότι του έκλεισε το τηλέφωνο. Αυτό όμως ουδόλως κλονίζει την αξιοπιστία της. Κατ' αρχάς σημειώνουμε ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τη θέση ότι ο κατηγορούμενος πήρε τηλέφωνο την Α.Α. Επιπρόσθετα η εκδοχή της Α.Α. επιβεβαιώνεται από τη φωτογραφία 21 του Τεκμηρίου 9, η οποία αποτελεί φωτογραφία της οθόνης του κινητού της Α.Α., στην οποία φαίνεται ο αριθμός [ ], που ο ίδιος ο κατηγορούμενος βασικά δέχθηκε ότι είναι δικός του και δύο εισερχόμενες κλήσεις στις 03/06/2022, με την πρώτη να γίνεται η ώρα 20:48 με την αναφορά «Declined call» (απόρριψη κλήσης) και τη δεύτερη η ώρα 20:50 με την αναφορά «Incoming call» (εισερχόμενη κλήση). Εδώ να λεχθεί ότι και ο ίδιος ο κατηγορούμενος κατά την ένορκη μαρτυρία του παραδέχτηκε ότι τότε πήρε 2 φορές τηλέφωνο την παραπονούμενη και δη η ώρα 20:48 και 20:50. Περαιτέρω, από την εν λόγω φωτογραφία επιβεβαιώνεται και η εκδοχή της Α.Α. ότι «μπλόκαρε» τον αριθμό τηλεφώνου του κατηγορούμενου, αφού υπάρχει η λέξη «Blocked» κάτω από τον αριθμό τηλεφώνου του κατηγορουμένου. Επίσης, στην ερώτηση γιατί έκλεισε το τηλέφωνο αφού η μητέρα της ήταν δίπλα της, η Α.Α. ανέφερε ότι το έκανε για να μην αγχωθεί η μητέρα της. Όταν της υποβλήθηκε ότι δεν το είπε στη μητέρα της επειδή δεν έγινε τίποτε από αυτά που ισχυρίστηκε, η Α.Α. πειστικά απάντησε «έγιναν, πού να βρήκα το τηλέφωνο άμα δεν έγιναν αυτά τα περιστατικά;». Ακολούθως ρωτήθηκε γιατί δεν το είπε στη μητέρα της τότε, ότι δηλαδή υπάρχει κάποιος που την παίρνει τηλέφωνο και την ενοχλεί. Η Α.Α. απάντησε ότι ήθελε να της το πει με τον αδελφό της. Στη συνέχεια σε ερωτήσεις που ακολούθησαν ως προς το γιατί ήθελε να το πει με τον αδελφό της, η Α.Α. πειστικά εξήγησε ότι δεν ήθελε να το πει μόνη της επειδή θα έκλαιγε και θα αγχωνόταν περισσότερο ή θα αγχωνόταν η μητέρα της και δεν ήθελε να την αγχώσει περισσότερο γιατί είχε κάποια προβλήματα και έτσι προτίμησε να το πει με τον αδελφό της. Ως προς τούτο να λεχθεί ότι το γεγονός ότι η μητέρα της ήταν αγχώδης επιβεβαιώνεται τόσο από τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 όσο και από τη μαρτυρία της ίδιας της Μ.Κ.5. Στην υποβολή ότι δεν ήθελε να το αναφέρει στη μητέρα της επειδή αυτά που είπε δεν ήταν αλήθεια, η Α.Α. επέμενε ότι όσα είπε ήταν η αλήθεια και πρόσθεσε πειστικά ότι, απλώς δεν ήθελε να το πει μόνη της στη μητέρα της. Περαιτέρω, τα όσα ανέφερε η Α.Α. ως προς το γιατί δεν το είπε εξ αρχής στη μητέρα της αλλά προτίμησε να το αναφέρει πρώτα στον αδελφό της, κρίνονται πειστικά και λογικά λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό της σχέσης της με τη μητέρα της, ως φαίνεται από τη μαρτυρία της Μ.Κ.7 και τα όσα η Α.Α. ανέφερε σε άλλο σημείο της αντεξέτασης αναφορικά με τη σχέση της με την μητέρα της κατά τον επίδικο χρόνο. Ειδικότερα ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο η σχέση τους δεν ήταν και τόσο καλή, «δεν μιλούσαν και τόσο», είχαν λίγα προβλήματα και δεν πήγαιναν «και τόσο καλά». Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη την αναφορά της Μ.Κ.7, ότι η χαμηλή αυτοεκτίμηση της Α.Α. και η δυσκολία της στην επικοινωνία και στον κοινωνικό τομέα σε συνδυασμό με την αμφιθυμική σχέση που διατηρούσε με τη μητέρα της ήταν πιθανόν να της δημιουργούσαν δυσκολία στο να συζητήσει κάτι που της είχε συμβεί με την μητέρα της, χωρίς την παρουσία κάποιου με τον οποίο είχε καλές σχέσεις και δη του αδελφού της (Μ.Κ.4). Περαιτέρω, κατά την αντεξέταση η Α.Α. ρωτήθηκε ως προς το ποιο ήταν το χρώμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο ο κατηγορούμενος και απάντησε ότι ήταν άσπρο. Όταν της υποβλήθηκε ότι δεν ήταν άσπρο, η Α.Α. επέμενε ότι ήταν άσπρο. Επίσης ρωτήθηκε ως προς το είδος του αυτοκινήτου και αν αυτό ήταν φορτηγάκι, διπλοκάμπινο ή μονοκάμπινο. Η Α.Α. απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί αν είχε πισινά καθίσματα αλλά ότι αυτό είχε πίσω μια καρότσα όπως το διπλοκάμπινο και το μονοκάμπινο. Στην ερώτηση αν είδε να είχε κάτι μέσα εκείνη η καρότσα, η Α.Α είπε ότι είχε ξύλα. Όταν της υποβλήθηκε ότι δεν είχε ξύλα η καρότσα του αυτοκινήτου αλλά δύο παλιά air condition, η Α.Α. επέμενε ότι στην καρότσα υπήρχαν ξύλα. Ως προς τα ανωτέρω δέον όπως λεχθούν τα ακόλουθα. Δεν μας διαφεύγει ότι στο πιστοποιητικό εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος που κατάθεσε ο κατηγορούμενος (Τεκμήριο 29) το χρώμα του αυτοκίνητου που αφορά το πιστοποιητικό, είναι αργυρό και όχι άσπρο. Περαιτέρω δεν μας διαφεύγει ότι στην οπτικογραφημένη κατάθεση της, η Α.Α. διευκρίνισε ότι το αυτοκίνητο δεν είχε πισινά καθίσματα ενώ στη δια ζώσης μαρτυρία της (τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση) σε κάποια σημεία κάνει αναφορά σε «πισινά» ή «πίσω» καθίσματα. Από την άλλη δεν μας διαφεύγει ούτε και η αναφορά της κατά την αντεξέταση ότι δεν ήταν σίγουρη αν το αυτοκίνητο είχε πισινά καθίσματα ή απλά καρότσα. Παρόλα αυτά, κρίνουμε ότι τα πιο πάνω δεν είναι ικανά με οποιοδήποτε τρόπο να κλονίσουν την αξιοπιστία της Α.Α. αφού δεν είναι ουσιώδη. Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.7 και επαναλαμβάνουμε και ως προς τούτο, ότι δηλαδή άτομα που έχουν βιώσει τραυματικά γεγονότα, δύναται να θυμούνται τη βάση αυτών αλλά μπορεί να μην θυμούνται περιφερειακά στοιχεία και λεπτομέρειες. Ως προς το Τεκμήριο 29 αναφορά θα γίνει κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου και ως θα διαφανεί, αυτό δεν καταρρίπτει την εκδοχή της Α.Α. Εδώ να λεχθεί και τούτο. Η Α.Α. αναφέρθηκε σε αυτοκίνητο χρώματος άσπρου, το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος αλλά δεν θυμόταν τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου. Ήταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος που βασικά υποστήριξε ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ήταν το με αριθμούς εγγραφής [ ], που αφορά το Τεκμήριο 29. Με άλλα λόγια δεν ήταν η θέση της Α.Α. ότι επρόκειτο δίχως άλλο για το αυτοκίνητο που υποστήριξε ο κατηγορούμενος. Σε κάθε περίπτωση, δέον όπως λεχθεί ότι, με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι την επίδικη ημέρα η Α.Α. μπήκε σε αυτοκίνητο που αυτός οδηγούσε και ότι δεν υποβλήθηκε στην Α.Α. ότι μπήκε τότε και σε άλλο αυτοκίνητο, εντός του οποίου να έλαβε χώραν το επίδικο περιστατικό, ακόμη και να μη γινόταν δεκτή η ως άνω θέση της Α.Α. ως προς το χρώμα του αυτοκινήτου, αυτό δεν θα κατέρριπτε ούτε και θα διέψευδε την εκδοχή της Α.Α. ως προς το ουσιώδες της, που παραμένει ότι το επίδικο περιστατικό έλαβε χώραν σε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Στην προσπάθεια του να εντοπίσει κίνητρα για ψευδή καταγγελία, ο συνήγορος Υπεράσπισης ρώτησε την Α.Α. αν είχε οποιαδήποτε προβλήματα υγείας και ειδικότερα ψυχολογικής φύσεως. Η Α.Α. με ειλικρίνεια ανέφερε ότι είχε κατάθλιψη και ότι λάμβανε και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Ανέφερε δε ότι η ποσότητα των φαρμάκων που λαμβάνει είναι λίγη και διευκρίνισε ότι λαμβάνει τα φάρμακα της μια φορά την ημέρα. Ρωτήθηκε περαιτέρω κατά πόσο της έτυχε κάποια μέρα να ξεχάσει να λάβει τα φάρμακα της και απάντησε αρνητικά. Περαιτέρω, ο συνήγορος Υπεράσπισης ρώτησε την Α.Α. κατά πόσο είχε κατά τον επίδικο χρόνο τα τατουάζ που φαίνονταν στο χέρι και στον λαιμό της με την Α.Α. να απαντά ότι πρόσφατα τα έκανε. Ανέφερε δε ότι κατά τον επίδικο χρόνο είχε άλλα τατουάζ στο σώμα της και ότι αυτό που είχε στο αριστερό της χέρι φαινόταν. Στη συνέχεια ρωτήθηκε κατά πόσο κατά τον επίδικο χρόνο είχε κάνει στο σώμα της piercing και αν είχε κοσμήματα στο πρόσωπο της και η Α.Α. απάντησε καταφατικά, αναφέροντας ότι είχε στο πρόσωπο, στη μύτη και στο στόμα αλλά δεν θυμόταν πόσα είχε και αν είχε στο φρύδι. Επίσης η Α.Α. ρωτήθηκε πού εργάζεται και απάντησε ότι εργάζεται ως tattoo artist σε ένα κατάστημα και αποδέχτηκε τη θέση ότι θα ήθελε να ανοίξει δικό της κατάστημα. Διευκρίνισε δε ότι αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο εργάζεται. Στην ερώτηση αν λαμβάνει από κάπου χρηματική βοήθεια με σκοπό να αποταμιεύσει χρήματα για να ανοίξει το κατάστημα της, απάντησε αρνητικά. Σημειώνουμε όμως ότι πέραν των πιο πάνω ερωτήσεων τίποτα άλλο δεν τέθηκε στην Α.Α. αλλά ούτε και προωθήθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο οτιδήποτε σε σχέση με κάποιο κίνητρο της να προβεί σε ψευδή καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου. Παρατηρούμε περαιτέρω, ότι στις τελικές αγορεύσεις ο συνήγορος Υπεράσπισης ισχυρίστηκε ότι η Α.Α. μεθόδευσε την παρουσία της την επόμενη ημέρα στην Αστυνομία και «ίσως συμβουλεύτηκε συγγενικά της πρόσωπα». Επισημαίνουμε όμως ότι πρόκειται για θέση, η οποία ουδέποτε τέθηκε στην Α.Α. και δεν βρίσκει έρεισμα στη μαρτυρία που προσκομίσθηκε. Στο σημείο αυτό δέον όπως αναφερθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014 αλλά και το άρθρο 29 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021, για σκοπούς απόδειξης αδικημάτων όπως τα επίδικα δεν απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Στην προκειμένη πρέπει να λεχθεί ότι, λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω καταλήγουμε ότι η Α.Α. είναι μάρτυρας της αλήθειας και ενόψει της καλής ποιότητας της μαρτυρίας της, κρίνουμε ότι μπορούμε χωρίς δισταγμό, με ασφάλεια να στηριχτούμε σε αυτήν χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Εδώ να λεχθεί ότι η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, στην τελική της αγόρευση, υποστήριξε ότι τέτοια ενισχυτική μαρτυρία αποτελεί, ως πρώτο παράπονο, τα όσα είπε αργότερα την επίδικη ημέρα, η Α.Α. στον αδελφό της (Μ.Κ.4) και η αναστατωμένη κατάσταση, υπό την οποία του τα είπε. Ως προς τούτο δέον όπως λεχθεί ότι έχουμε κατ' αρχάς υπόψη μας τις σχετικές με το θέμα νομικές αρχές (για το πρώτο - άμεσο παράπονο βλ. άρθρο 10 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, Tarita v. Δημοκρατίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 621, Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 618, Trussler v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ 38, Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 και σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, (Β΄ έκδοση) σελ. 514 και επ. - για την αναστατωμένη κατάσταση βλ. Γιάγκου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 67, Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259), Καϊλής ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 251 και το προαναφερόμενο σύγγραμμα, σελ. 510-512). Έχοντας λοιπόν υπόψη τα πιο πάνω και αφού μελετήσαμε με προσοχή τη σχετική μαρτυρία τόσο της Α.Α. όσο και του Μ.Κ.4, καταλήξαμε ότι η εν λόγω μαρτυρία δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία, ώστε να θεωρηθεί ως ενισχυτική μαρτυρία. Πρέπει όμως να ξεκαθαρίσουμε ότι η κατάληξη μας αυτή δεν επιδρά ούτε και μεταβάλλει την κατάληξη μας ως προς την ειλικρίνεια και την ποιότητα της μαρτυρίας της Α.Α., στην οποία, ως προαναφέραμε, μπορούμε χωρίς δισταγμό, με ασφάλεια να στηριχτούμε, χωρίς την ύπαρξη ενισχυτικής μαρτυρίας. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της Α.Α. γίνεται δεκτή. Με ιδιαίτερη προσοχή και λαμβάνοντας υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες παρακολουθήσαμε και τον κατηγορούμενο κατά τη μαρτυρία του και εξετάσαμε αυτή, αντιπαραβάλλοντας τη με τη λοιπή μαρτυρία. Δέον όπως λεχθεί ευθύς εξ αρχής ότι ο κατηγορούμενος μας άφησε κακή εντύπωση ως μάρτυρας και απορρίπτουμε χωρίς ενδοιασμό τη μαρτυρία του, στον βαθμό που δεν συμφωνεί με αυτή που έγινε δεκτή. Δεν μας ενέπνευσε την πεποίθηση ότι ήταν ειλικρινής. Αντίθετα δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία πως κάθε άλλο παρά την αλήθεια παρέθεσε στο Δικαστήριο. Κατά τη μαρτυρία του απαντούσε με υπεκφυγές και ειρωνεία, ενίοτε δε αντί απάντησης υπέβαλλε ερωτήσεις στην εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής. Για να πείσει δε για την εκδοχή του προέβαλε όψιμες θέσεις, που δεν τέθηκαν στην Α.Α. και σε άλλους μάρτυρες κατηγορίας, πλείστες εκ των ουσιωδών θέσεων του δεν ήταν πειστικές, είτε στερούνταν λογικής και συνοχής ενώ άλλες διαψεύδονται από άλλη μαρτυρία που έγινε δεκτή. Η εκδοχή του κατηγορουμένου ήταν η ακόλουθη: Ενώ πήγαινε από την Επισκοπή προς το Τραχώνι, στο περίπτερο κοντά στο Τραχώνι, είδε στον δρόμο μια κοπέλα, η οποία σήκωσε το χέρι της και του έγνεψε να σταματήσει. Αυτός σταμάτησε αριστερά και στη συνέχεια η κοπέλα τον πλησίασε από το παράθυρο του συνοδηγού. Μόλις την είδε ξαφνιάστηκε επειδή είχε πάνω της τατουάζ και σκουλαρίκια και διερωτήθηκε τι ήθελε. Εκείνη τον παρακάλεσε να τη μεταφέρει πιο κάτω στο σπίτι της επειδή ήταν κουρασμένη και αφού συμφώνησαν μπήκε στο αυτοκίνητό του. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε κάπου για να κατεβεί η κοπέλα και εκείνη του ζήτησε τσιγάρα. Της έδωσε 6 με 8 τσιγάρα Pall Mall μπλε. Όταν η κοπέλα κατέβηκε του ζήτησε τον αριθμό του κινητού του και αντάλλαξαν τηλέφωνα. Κατά την αντεξέταση, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι η εν λόγω κοπέλα ήταν η Α.Α. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι όταν τον πήρε τηλέφωνο ο εξεταστής της υπόθεσης (Μ.Κ.1) κάπως του «τα μάσαν» και ότι «έσιρνε όφκερη για να πιάσει γεμάτη». Περαιτέρω, ανέφερε ότι όταν δύο Αστυνομικοί πήγαν στο σπίτι που διαμένει και είδαν το αυτοκίνητο του, ο ένας από αυτούς πήρε τηλέφωνο τον ανακριτή (Μ.Κ.1) και του ανάφερε «το αυτοκίνητο μάστρε δεν είναι αυτό που ζητούμε. Το αυτοκίνητο αυτό είναι γκρίζο» και ότι οι αστυνομικοί γελούσαν και τον κοροϊδεύαν. Περαιτέρω ανέφερε ότι φωτογράφησαν το αυτοκίνητο του αλλά εξαφάνισαν τις φωτογραφίες χωρίς να ξέρει τον λόγο και το γιατί στη συνέχεια του άνοιξαν υπόθεση από τη στιγμή που δεν ήταν το αυτοκίνητό του και ότι από το άσπρο ως το γκρίζο έχει μεγάλη διαφορά. Ως προς τα ανωτέρω, σημειώνουμε κατ' αρχάς ότι ο ισχυρισμός του ότι οι αστυνομικοί που επισκέφθηκαν το σπίτι του φωτογράφισαν το αυτοκίνητο του, διαψεύδεται από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 που έγινε δεκτή και από την οποία προκύπτει ότι το αυτοκίνητο δεν φωτογραφήθηκε. Φαίνεται ότι πρόκειται για όψιμους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου εφόσον πέραν του πιο πάνω, τίποτε από τα λοιπά που προαναφέρθηκαν δεν τέθηκαν στον Μ.Κ.1 για να τοποθετηθεί και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να είναι έκθετοι σε απόρριψη. Κατά την αντεξέταση του κατηγορουμένου, όταν του υποδείχθηκε η ανακριτική του κατάθεση (Τεκμήριο 11) για να αναγνωρίσει την υπογραφή του, αρχικά ανέφερε ότι δεν βλέπει καλά ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν έχει γυαλιά και ότι έχει πρεσβυωπία. Παρόλα αυτά ξεκίνησε να παρατηρεί το Τεκμήριο 11 και ακολούθως ανέφερε τα ακόλουθα «Συγγνώμη, η υπογραφή μου δεν είναι έτσι εμένα, δεν είναι η υπογραφή μου, είναι πλαστογραφία τούτο το πράγμα, δεν υπογράφω έτσι εγώ. Τι είναι αυτό;». Όταν η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής του υπέδειξε ότι το Τεκμήριο 11 κατατέθηκε χωρίς ένσταση με δεδομένο ότι είναι η ανακριτική κατάθεση που του έχει ληφθεί, αυτός επέμενε ότι δεν υπογράφει έτσι. Ανέφερε δε στη συνέχεια ότι δεν έμαθε και δεν ξέρει να διαβάζει. Όταν όμως στη συνέχεια του διαβάστηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11, δέχθηκε ότι πρόκειται για την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία κατά την ανάκριση του, στην παρουσία του τότε δικηγόρου του και μάλιστα υιοθέτησε τα όσα αναφέρονται σε αυτή. Ήταν δε εμφανής η προσπάθεια του να πείσει ότι συνάντησε την Α.Α. σε διαφορετική ώρα από αυτήν που εκείνη ανέφερε. Ως προς τούτο είπε ότι ο ίδιος ήταν στην περιοχή του Τραχωνιού η ώρα 12:
- Αρνήθηκε δε υποβολή ότι βρισκόταν στην εν λόγω περιοχή μεταξύ των ωρών 11:00 και 12:00 και ότι συνάντησε την Α.Α. περίπου στις 11:
- Σε υποβολή ότι σε καμία περίπτωση δεν συνάντησε την Α.Α. η ώρα 12:30 απάντησε «Πρέπει να ήταν 12:20, η ώρα 12:30 έφυγε που την άφησα εκεί». Ως προς το θέμα αυτό δέον όπως λεχθεί ότι η Α.Α. είπε ότι η συνάντηση της με τον κατηγορούμενο έγινε γύρω στις 11:30 π.μ., κάτι που δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της, όπως δεν αμφισβητήθηκε η μαρτυρία της μητέρα αυτής (της Μ.Κ.5) ότι εκείνη την ημέρα η Α.Α. επέστρεψε στο σπίτι μεταξύ 11 - 12 π.μ. Ως προς το σημείο που συνάντησε την Α.Α., ο κατηγορούμενος βλέποντας τη φωτογραφία 2 του Τεκμηρίου 9 συμφώνησε ότι η συνάντηση έγινε στον κύριο δρόμο που απεικονίζεται στη φωτογραφία. Πρόσθεσε όμως «Αλλά ο δρόμος ήταν όπως την κούρβα που τη συνάντησα, πήγαινε προς το περίπτερο και έκανε κάποια στροφή». Παραδέχτηκε δε ότι το εν λόγω περίπτερο είναι αυτό που φαίνεται στη φωτογραφία 2 του Τεκμηρίου
- Όταν όμως του ζητήθηκε να προσδιορίσει στις φωτογραφίες 3 και 4 του Τεκμηρίου 9, το σημείο όπου συναντήθηκε με την Α.Α, με αναφορά στο περίπτερο, απάντησε ότι τη συνάντησε «στα αριστερά πας το πεζοδρόμιο, σταμάτησα πας το πεζοδρόμιο» και σε επόμενη σχετική ερώτηση είπε «3‑4 μέτρα πιο πάνω από το περίπτερο», προσδιορίζοντας δηλαδή ότι η συνάντηση έγινε στην πλευρά του δρόμου που βρίσκεται το περίπτερο και όχι στην απέναντι πλευρά, ως είπε η Α.Α. Αρνήθηκε δε ότι το σημείο που συναντήθηκαν ήταν μπροστά από το πράσινο κάλυπτρο (ως απεικονίζεται στις φωτογραφίες 5 και 6 του Τεκμηρίου 9), δηλαδή στην απέναντι πλευρά του δρόμου, που ήταν το σημείο που η Α.Α υπέδειξε ότι συναντήθηκαν. Ως προς τα ανωτέρω, δέον όμως όπως λεχθεί ότι η μαρτυρία της Α.Α. δεν αμφισβητήθηκε ούτε ως προς το σημείο που εκείνη είπε ότι έγινε η συνάντηση τους. Όταν του ζητήθηκε να αναγνωρίσει από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 9 το σπίτι της Α.Α., ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι η Α.Α. δεν του έδειξε το σπίτι της, απλά του είπε ότι μένει «κάπου εδώ», κάτι που επιβεβαιώνει τη θέση της Α.Α. ότι δεν του έδειξε το σπίτι της. Αναφορικά με το πόσο χρόνο πήρε στον κατηγορούμενο από την ώρα που παρέλαβε την Α.Α. μέχρι τη στιγμή που την άφησε σχετικά είναι τα ακόλουθα: Κατά την αντεξέταση, ζητήθηκε από τον κατηγορούμενο να αναφέρει πόση ώρα ήταν με το αυτοκίνητο και πόση θα μπορούσε να είναι με τα πόδια, η απόσταση από το σημείο από όπου παρέλαβε με το αυτοκίνητο του την Α.Α. μέχρι το σημείο που την κατέβασε. Ο κατηγορούμενος ειρωνικά ανέφερε ότι δεν είχε μέτρο να μετρήσει την απόσταση και ότι δεν είχε τέτοια δουλειά να κάνει. Στη συνέχεια όταν ρωτήθηκε κατά πόσο συμφωνεί με τη θέση ότι η απόσταση δεν ήταν πέραν των 5 με 10 λεπτών και πάλι ειρωνικά απάντησε «Δεν πρόσεξα». Ήταν όμως εμφανές ότι επρόκειτο για προσπάθεια του να αποφύγει να απαντήσει, εφόσον προηγουμένως στην αντεξέταση του ο ίδιος ανέφερε, ως προς τον χρόνο που παρέλαβε την Α.Α., «Πρέπει να ήταν 12:20, η ώρα 12:30 έφυγε που την άφησα εκεί», κάτι που δέχθηκε στη συνέχεια ότι είπε. Παρά ταύτα, σε επόμενη ερώτηση, δεν συμφώνησε ότι η απόσταση ήταν 5 με 10 λεπτά περίπου. Ακολούθως όταν του υποβλήθηκε ότι το σπίτι της Α.Α. ήταν μέσα σε αυτό το πλαίσιο απόστασης, δηλαδή όχι πέραν των 5 με 10 λεπτών απόστασης πεζή από το προαναφερόμενο περίπτερο, μη πειστικά απάντησε «Και εγώ σου λέω όχι, δεν είναι έτσι τα γεγονότα». Όταν του τέθηκε δε ότι στην κατάθεση του (Τεκμήριο 11) ανέφερε ότι η Α.Α. του ζήτησε να την κατεβάσει λίγο πιο κάτω από το σπίτι της για να μην τη δουν οι γονείς της να κατεβαίνει από ξένο αυτοκίνητο, συμφώνησε, λέγοντας ότι απλά του είπε ότι είναι κάπου εδώ. Ακολούθως, στη θέση ότι σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ανέφερε, το σπίτι της Α.Α. βρισκόταν εντός αυτής της δεκάλεπτης διαδρομής, υπεκφεύγοντας απάντησε «Δεν έχει καμία κοπέλα που σου δείχνει, δίχως να τη ξέρεις, πού είναι το σπίτι της. Καμία κοπέλα δεν σου λέει αυτό το πράγμα». Περαιτέρω αφού του υποδείχθηκαν οι φωτογραφίες 10 έως 14 του Τεκμηρίου 9, ο κατηγορούμενος δεν δέχθηκε ότι το μέρος που απεικονίζουν είναι αυτό στο οποίο σταμάτησε το αυτοκίνητο του ενώ μετέφερε την Α.Α. και από όπου εν τέλει αναχώρησε η Α.Α. για το σπίτι της. Όταν του ζητήθηκε δε να εντοπίσει στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 9 το σημείο που ισχυρίζεται ο ίδιος ότι σταμάτησε το αυτοκίνητο του με την Α.Α., ειρωνικά απάντησε «Πού να το έβρω;» και στη συνέχεια «Το αυτοκίνητό μου δεν το βλέπω, πού να δω το σημείο;». Επέμενε δε ότι δεν ήταν εκείνο το σημείο που σταμάτησε και είπε ότι σταμάτησε στον κύριο δρόμο. Εδώ να λεχθεί και πάλι ότι κατά την αντεξέταση της Α.Α. δεν αμφισβητήθηκε ότι το σημείο όπου σταμάτησαν ενώ επέβαινε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ήταν εκείνο που η Α.Α. υπέδειξε και φαίνεται στις φωτογραφίες 10-14 του Τεκμηρίου 9, δηλαδή έξω από εγκαταλελειμμένο υποστατικό. Παρά το ότι δεν αναγνώρισε στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 9 το σημείο όπου σταμάτησε με την Α.Α., εντούτοις σε υποβολή ότι η απόσταση που ουσιαστικά διένυσαν μέχρι εκεί ήταν περίπου 5 - 10 λεπτά με τα πόδια, απάντησε αρνητικά. Σε επόμενη δε ερώτηση αν γνωρίζει κατά πόσο η εν λόγω απόσταση είναι περισσότερη από 10 λεπτά ή λιγότερη από 5 απάντησε καταφατικά. Όταν όμως εύλογα ρωτήθηκε πώς το γνωρίζει αυτό αφού δεν αναγνώρισε το σημείο στις φωτογραφίες 10 μέχρι 14, υπεκφεύγοντας και χωρίς συνοχή στα λεγόμενα του απάντησε «Η κοπέλα ήταν δρωμένη, ήταν σε άθλια κατάσταση που την κούραση, πόθεν ξεκίνησε» και στη συνέχεια «Εγώ σου λέω ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα όπως μου τα περιέγραψες. Εγώ το μόνο που έχω να σου πω είναι ότι η ώρα που ήταν, ήταν 12:20 έως τις 12:30». Πέραν λοιπόν του ότι τα όσα αντίθετα ανέφερε η Α.Α. δεν αμφισβητήθηκαν κατά τη μαρτυρία της, η ως άνω θέση του κατηγορούμενου από μόνη της στερείται πειστικότητας. Αυτό καθότι από τη μια ισχυρίστηκε ότι παρέλαβε την Α.Α. η ώρα 12:20 και την άφησε η ώρα 12:30, δηλαδή σε χρονικό διάστημα 10 λεπτών ενώ από την άλλη δεν αποδέχτηκε τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η απόσταση από τον τόπο που παρέλαβε την Α.Α μέχρι και το σημείο που την άφησε να φύγει ήταν περίπου 5 - 10 λεπτά. Εδώ να λεχθεί περαιτέρω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 που έγινε δεκτή, η απόσταση από το σημείο που υπέδειξε η Α.Α. ότι εισήλθε στο αυτοκίνητο του κατηγορουμένου μέχρι το σημείο που υπέδειξε ότι σταμάτησαν, είναι μικρότερη του ενός χιλιομέτρου και χρονικά η απόσταση πεζή ήταν περίπου 5 - 10 λεπτά, κάτι που δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.
- Μη πειστική και στερούμενη λογικής ήταν και η εκδοχή του κατηγορουμένου ότι τον σταμάτησε η Α.Α. για να την πάρει σπίτι της επειδή ήταν κουρασμένη και κατ' επέκταση ότι το έκανε για να τη βοηθήσει. Ως ανέφερε, αφού η Α.Α. του εξήγησε περίπου που βρίσκεται το σπίτι της, του είπε να την κατεβάσει λίγο πιο κάτω επειδή δεν ήθελε να τη δουν οι γονείς της να κατεβαίνει από ξένο αυτοκίνητο. Επαναλαμβάνουμε ότι στο πλαίσιο αυτό ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι η Α.Α βρισκόταν σε «άθλια» κατάσταση από την κούραση και ότι ήταν ιδρωμένη. Με δεδομένο όμως ότι η απόσταση από το σημείο που την παρέλαβε μέχρι το σπίτι της ήταν κοντινή και μικρότερη από ένα χιλιόμετρο, θέση που ως αναφέρουμε ανωτέρω έγινε δεκτή από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική η θέση του κατηγορουμένου ότι η Α.Α. του ζήτησε να τη μεταφέρει πιο κάτω από το σπίτι της, δηλαδή σε σημείο που θα έπρεπε και πάλι, παρά την ισχυριζόμενη από τον κατηγορούμενο κούραση της, να αναγκαστεί να περπατήσει και άλλο για να φτάσει στο σπίτι της. Να σημειωθεί δε ότι όταν ρωτήθηκε να διευκρινίσει τον λόγο που η Α.Α. σε μια τόσο κοντινή απόσταση του ζήτησε να την αφήσει πιο κάτω από το σπίτι της και να χρειαστεί εν τέλει πάλι να περπατήσει, ο κατηγορούμενος απάντησε με υπεκφυγές και ειρωνεία αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι δεν αντιλήφθηκε τον λόγο, ότι δεν έβαλε το ρολόι του να δει πόση ώρα θα χρειαζόταν να την πάρει και ότι «Δεν είμαι ταξιτζής, εάν ήμουν θα το χρέωνα, θα είχα ταξίμετρο». Ως προς το ζήτημα της ηλικίας της Α.Α., όταν τέθηκε στον κατηγορούμενο η θέση ότι αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για ένα ανήλικο παιδί, ο κατηγορούμενος μη πειστικά ανέφερε ότι η Α.Α. «είχε μαλλιά ψεύτικα, αυτά που φορούν οι μαύροι, έτσι, τυλιχτά, έτσι όπως ... κάτι έτσι» και ότι φαινόταν μεγάλη. Είπε δε ότι το ανέφερε στην Αστυνομία, αλλά δεν ξέρει γιατί δεν το έγραψαν. Ούτε αυτό όμως τέθηκε στον Μ.Κ.1 που του έλαβε την κατάθεση αλλά ούτε και στην Α.Α. Πέραν τούτου δέον όπως υπομνησθεί ότι όταν η εν λόγω κατάθεση (Τεκμήριο 11) του διαβάστηκε στο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος συμφώνησε με το περιεχόμενο της, χωρίς να αναφέρει ότι παραλείπεται οτιδήποτε από αυτή. Σε υποβολή ότι η Α.Α. δεν φορούσε περούκα, υπεκφεύγοντας και με έντονη ειρωνεία ο κατηγορούμενος ανέφερε «Κύριε δικηγόρε, έχουμε δικαιολογία ο καθένας και ότι θέλει λέει και το Δικαστήριο θα αποφασίσει εάν είναι έτσι τα πράγματα, εάν είναι αλλιώς» και «Να σύρνουμεν όφκερη για να πιάμε γεμάτη για να κουκουλώσουμε μια υπόθεση δεν μας βολεύει. Ο ουρανός ο καθαρός δεν φοάται αστραπές. Ότι θέλεις πε μου, εγώ θα σου απαντήσω». Υπεκφεύγοντας και ειρωνικά απάντησε και όταν ρωτήθηκε να εξηγήσει γιατί μια ενήλικη, όπως του φάνηκε, να φοβάται τους γονείς της ως προς το τι κάνει και από πού κατεβαίνει, αναφέροντας «Συγγνώμη, κύριε δικηγόρε, σου έδωσα την εντύπωση ότι εγώ είμαι μανιακός με τις κοπέλες, όποια βρίσκω στο δρόμο να σταματώ να τη βάλλω στο αυτοκίνητό μου και να κάνω οτιδήποτε; Τι μου λέεις τώρα; Εγώ έχω 15 χρόνια γάμο, έχω μια κόρη να μεγαλώσω, όι να ασχολούμαι με τες κοπέλες και να μου λέεις εάν ξέρω την ηλικία της ή εάν την ξέρω. Πρέπει να μεγαλώσω την κόρη μου την [ ]. Για όνομα του Θεού. Έχω μια κόρη και τη λατρεύω, όι να φκει το όνομα της κόρης μου και μου σύρνεις όφκερη να πιάεις γεμάτη, από εμένα την όφκερη θα πιάσεις κύριε δικηγόρε. Κύριε δικηγόρε, σε σέβομαι αλλά τα πολλά λόγια είναι φτώσια. Φυλάουμεν τα ρούχα μας να έχουμε τα μισά» και στη συνέχεια «Εγώ και σου λέω και σου απαντώ, όχι, δεν παραδέχομαι. Συνέχισε να με ρωτάς ό,τι θέλεις. Καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται». Πέραν δε της μη πειστικότητας της εν λόγω θέσης του δέον όπως λεχθεί ότι τα όσα ως άνω είπε για την εμφάνιση της Α.Α. αποτελούν όψιμους ισχυρισμούς του εφόσον πέραν του ότι δεν αναφέρονται στην κατάθεση του δεν τέθηκαν στην Α.Α. Εδώ, όσον αφορά τις θέσεις εκείνες του κατηγορούμενου και εν γένει της Υπεράσπισης του που, ως προαναφέρθηκε, δεν τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας αλλά και την παράλειψη αντεξέτασης αυτών σε κάποια σημεία, δέον όπως σημειώσουμε τα ακόλουθα: Ως λέχθηκε στην Πέτρου ν. Δημοκρατίας
(2016)2Β Α.Α.Δ. 1060, αποτελεί υποχρέωση της Υπεράσπισης να υποβάλει τις ουσιώδεις θέσεις της στους μάρτυρες της άλλης πλευράς ώστε να τους δώσει τη δυνατότητα να αντικρούσουν τις θέσεις αυτές και παράλειψη τέτοιας υποβολής εξουδετερώνει τις εν λόγω θέσεις (βλ. και Σιακαλλής ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 146). Ως λέχθηκε στην ίδια υπόθεση, με αναφορά στην Pal κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, η Υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νου στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Αυτή η υποχρέωση καθίσταται ιδιαίτερα βαρύνουσα αν πρόκειται για ουσιώδη ισχυρισμό (βλ. επίσης Adidas Sportshunfanbriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383 και Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 599). Ως θέσεις ουσιώδεις για την Υπεράσπιση, οι οποίες, χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση, δεν τέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας για να τις σχολιάσουν ώστε να αξιολογηθούν, είναι έκθετες σε απόρριψη. Περαιτέρω η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες σημείο της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της αφού αποτελεί ένδειξη μη αμφισβήτησης της (βλ. Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 260 και Κορέλλης ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 12). Σε σχέση με το επίδικο περιστατικό και τις λεπτομέρειες αυτού, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις υποβληθείσες θέσεις. Η θέση του ήταν ότι τίποτα από όσα του καταλόγισε η Α.Α. δεν συνέβη. Ως προς τούτο άλλοτε απαντούσε μονολεκτικά «όχι» και άλλοτε απαντούσε με ειρωνεία. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι σε υποβολή ότι μετά που εκσπερμάτωσε στο χέρι της, της έδωσε μια μπλούζα που είχε στο αυτοκίνητο για να σκουπίσει το χέρι της, ανέφερε «Καλά, κύριε δικηγόρε, είχα boutique με μπλούζες εγώ και δεν το ήξερα; Εγώ μέσα στο αυτοκίνητό μου είχα boutique με μπλούζες; Έλεος». Σε υποβολή δε ότι ήθελε να τη φιλήσει πριν να φύγει και αυτή αντιστάθηκε, απάντησε «Να τη φιλήσω; Καλά, δεν μπορώ να καταλάβω, φιλάω τόσο πολλά ωραία και θέλω να τη φιλήσω; Δεν μπορώ να καταλάβω». Ήταν επίσης η θέση του ότι η Α.Α. έκανε διάλογο στο αυτοκίνητο. Όταν όμως του ζητήθηκε να εξηγήσει τα περί του διαλόγου, δεν διευκρίνισε τι ειπώθηκε μεταξύ τους και υπεκφεύγοντας είπε «Ο διάλογος και ήθελε να ανάψει ένα τσιγάρο, έκατσε στο αυτοκίνητο και ήθελε να καπνίσει η κοπέλα». Δεν μας διαφεύγει ούτε ότι στη συνέχεια δεν αναφέρθηκε καθόλου σε διάλογο και περιορίστηκε στο να αναφέρει ότι όταν σταμάτησαν για να κατεβεί η Α.Α., η τελευταία ήθελε τσιγάρα και της έδωσε, ότι άναψε ένα τσιγάρο, κάπνισε και μετά από 10 λεπτά ήθελε να φύγει και του ζήτησε το τηλέφωνό του. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του, ερωτώμενος σχετικά με τη συζήτηση που είχε με την Α.Α. καθ' όλη τη διάρκεια που ήταν στο αυτοκίνητο, είπε ότι απλώς τη ρώτησε που να την πάρει και ότι αυτή του είπε να την πάρει λίγο πιο κάτω από το σπίτι της για να μην την δουν οι γονείς της. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί και η ασυνέπεια που προκύπτει στη θέση του κατηγορουμένου ως προς τον χρόνο που διήρκησε η συνάντηση του με την Α.Α. εφόσον προηγουμένως ουσιαστικά υποστήριξε ότι ήταν 10 λεπτά (από τις 12:20 μέχρι τις 12:30) ενώ ως φαίνεται από τα πιο πάνω αναφερθέντα, υποστήριξε ότι μετά που κάπνισε η Α.Α. το τσιγάρο που της έδωσε, έμεινε άλλα 10 λεπτά μαζί του. Όταν δε ουσιαστικά αντιλήφθηκε την εν λόγω ασυνέπεια, σε ερώτηση πόση ώρα τελικά ήταν με την Α.Α. είπε πλέον «15 λεπτά». Ο κατηγορούμενος καταλόγισε στην Α.Α. ότι λέει ψέματα χωρίς ωστόσο να αποδίδει συγκεκριμένα κίνητρα σε αυτή να προβεί σε ψευδή καταγγελία. Κατά την αντεξέταση του ήταν έκδηλη η προσπάθεια του να παρουσιάσει τον εαυτό του ως οικογενειάρχη που δεν θα προέβαινε σε αυτές τις πράξεις. Απαντούσε δε τις ερωτήσεις θέτοντας ο ίδιος ερωτήσεις και με έντονο ειρωνικό τόνο και ύφος. Συγκεκριμένα όταν ρωτήθηκε να αναφέρει τον λόγο για τον οποίο η Α.Α. κατά τον ίδιο ψεύδεται, ανέφερε «Καλά, τι λόγο έχω; Εγώ έχω οικογένεια, έχω ένα μωρό. Να χαλάσω εγώ το γάμο μου 15 χρόνια γάμο για την κοπέλα; Για όνομα του Θεού. Δεν μπορώ να πω τίποτε, έμεινα». Στη συνέχεια στην ερώτηση τι λόγο είχε η Α.Α. να προβεί σε ψευδή καταγγελία, λαμβάνοντας υπόψη τη δυσκολία της να τον εντοπίσει αφού δεν είχε τα πλήρη στοιχεία του, απάντησε «Για ποιον λόγο, δεν έχω ώρα να βγάλω πόρισμα για ποιον λόγο το έκανε, δεν ξέρω τη ψυχολογική της κατάσταση και ούτε την ήξερα και ούτε μπορώ να βγάλω πόρισμα για ποιον λόγο, ο Θεός ξέρει για ποιον λόγο». Στην υποβολή ότι η Α.Α. προέβη σε καταγγελία επειδή είναι όλα αληθινά και έχουν συμβεί, απάντησε «Κύριε δικηγόρε, αφού είναι τόσα αληθινά γιατί η κοπέλα δεν πήγε να κάνει D.N.A. να δούμε τις εξετάσεις εάν την άγγιξα, εάν τη φίλησα, όπως λέτε εσείς; Γιατί δεν πήγε; Έχει το δικαίωμα να το κάνει με τη μητέρα της, γιατί δεν το έκανε; Μπορείς να μου απαντήσεις;». Προέβαλε δηλαδή και πάλι για πρώτη φορά κάποιο θέμα, χωρίς αυτό να έχει τεθεί στην Α.Α. και στον εξεταστή (Μ.Κ.1), ώστε να διαφανεί η σημασία του για την υπόθεση, με σκοπό να πείσει για τις θέσεις του. Μη πειστικά ήταν και τα όσα ανέφερε σε σχέση με την ανταλλαγή τηλεφώνων με την Α.Α. Ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι πριν φύγει η Α.Α. ζήτησε τον αριθμό του τηλεφώνου του και έπειτα αντάλλαξαν τηλέφωνα (ανέφερε ρητά ότι της έδωσε τον αριθμό του τηλεφώνου του). Στην υποβολή ότι είναι αυτός που ζήτησε το τηλέφωνο της Α.Α., ειρωνικά κάλεσε την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής να το αποδείξει. Ακολούθως όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί της έδωσε το τηλέφωνο του, αρχικά ανέφερε ότι της το έδωσε επειδή το ήθελε ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι μπορεί να ήθελε να κάνει αίτημα φιλίας, αναφέροντας μάλιστα ότι δεν ήξερε την ηλικία της και ότι αν την γνώριζε θα έπιανε το αεροπλάνο και θα έφευγε. Όταν του ζητήθηκε να διευκρινίσει κατά πόσο έδωσε το τηλέφωνο του στην Α.Α. με σκοπό να εξελιχθεί κάτι ερωτικό, μη πειστικά και με ειρωνεία ανέφερε «Καλά, εσύ τώρα που λέεις για ποιον λόγο της το έδωκα, έχει τόσα χρόνια, δεν βλέπεις τα Facebook; Ο κόσμος άλλαξε. Τι γίνεται στο διαδίκτυο. Ήθελε να κάμει αίτημα φιλίας, στα τηλέφωνα δεν κάνετε αίτημα φιλίας; Πόσο κόσμο που δεν ξέρει κάποιο ... και εμένα μου κάμνουν αίτημα φιλίας στο τηλέφωνο σημαίνει ότι εγώ πρέπει να έχω ερωτική σχέση μαζί του;». Ακολούθως όταν ρωτήθηκε γιατί τότε δεν ζήτησε η Α.Α. απλά το ονοματεπώνυμο του αν σκοπός της ήταν να του κάνει αίτημα φιλίας στο Facebook, ισχυρίστηκε με σιγουριά ότι μπορούσε να μάθει το ονοματεπώνυμο του από το τηλέφωνο του ενώ στη συνέχεια δεν ήταν σίγουρος για αυτό, λέγοντας μάλιστα ότι δεν το έψαξε. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης ανέφερε ότι δεν ήξερε γιατί έδωσε το τηλέφωνο του στην Α.Α. και ότι ήταν μια αυθόρμητη στιγμή. Παραδέχτηκε δε ότι στις 03/06/2022 πήρε τηλέφωνο την Α.Α. δύο φορές και συγκεκριμένα η ώρα 20:48 και 20:
- Προσπάθησε όμως να πείσει ότι επρόκειτο για αναπάντητες κλήσεις και ότι ο λόγος που πήρε τηλέφωνο την Α.Α. ήταν για να δει τον αριθμό του επειδή η τελευταία δεν είχε στιλό να τον γράψει. Ως προς τούτο, τα όσα ανέφερε δεν ήταν πειστικά και συνεχώς άλλαζε τη θέση του. Από τη μια υποστήριζε ότι επρόκειτο περί αναπάντητων κλήσεων ενώ από την άλλη δεχόταν ότι η Α.Α. δεν του απάντησε την πρώτη κλήση αλλά την απέρριψε (του το έκλεισε) και ότι του απάντησε τη δεύτερη κλήση και του το έκλεισε στη συνέχεια. Σε κάθε περίπτωση, πέραν των αντιφάσεων στη μαρτυρία του, η εκδοχή του ότι επρόκειτο περί αναπάντητων κλήσεων καταρρίπτεται και από το Τεκμήριο 9 και ειδικότερα την φωτογραφία 21, στην οποία προαναφερθήκαμε. Στην φωτογραφία αυτή φαίνεται η πρώτη κλήση να έγινε η ώρα 20:48 από το τηλέφωνο του κατηγορούμενου, με αναφορά «Declined call» (απόρριψη κλήσης) και η δεύτερη κλήση να έγινε η ώρα 20:50 με αναφορά «Incoming call» (εισερχόμενη κλήση) και η διάρκεια της, ήτοι «13s» (13 δευτερόλεπτα). Περαιτέρω, σε σχέση με τον ισχυρισμό του ότι ο λόγος που τηλεφώνησε στην Α.Α. ήταν επειδή η τελευταία δεν είχε στιλό να γράψει το τηλέφωνο του, σημειώνουμε ότι βρίσκεται σε αντίθεση με τον προγενέστερο ισχυρισμό του ότι όταν η Α.Α. του ζήτησε το τηλέφωνο του, αυτός της το έδωσε. Περαιτέρω, σε αντίθεση βρίσκεται και με τα όσα σχετικά ανέφερε στην κατάθεση του (Τεκμήριο 11) και ειδικότερα ότι της έκανε δύο αναπάντητες επειδή την ώρα που του έδωσε η Α.Α. το τηλέφωνο της, την οποία καθορίζει ως η ώρα 12:30, αυτός δεν είχε μονάδες στο κινητό του. Τέλος, σε σχέση με το χρώμα του αυτοκινήτου που οδηγούσε κατά την επίδικη ημέρα, σημειώνουμε ότι η θέση του κατηγορουμένου ήταν εξ αρχής ότι ήταν γκρίζο. Προς απόδειξη του ισχυρισμού του κατέθεσε πιστό αντίγραφο του πιστοποιητικού έγγραφης του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής [ ] (Τεκμήριο 29). Σημειώνουμε ότι κατά την μαρτυρία της, η Α.Α. ανέφερε ότι δεν θυμόταν τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Θυμόταν όμως ότι ήταν άσπρο. Περαιτέρω, ως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 δεν λήφθηκαν από την Αστυνομία φωτογραφίες του αυτοκινήτου που ανέφερε ο κατηγορούμενος. Δεν προσκομίστηκαν φωτογραφίες του εν λόγω αυτοκινήτου ούτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Ως προς το Τεκμήριο 29 καταρχάς σημειώνουμε ότι από αυτό φαίνεται ότι η μεταβίβαση του αυτοκινήτου στον κατηγορούμενο έγινε στις 30/10/2017 και σε αυτό δεν αναγράφεται το χρώμα γκρίζο αλλά το αργυρό. Όταν κατά την αντεξέταση του επισημάνθηκε η εν λόγω αντίφαση ως προς το χρώμα, ο κατηγορούμενος μη πειστικά και με ειρωνεία επέμενε ότι στο Τεκμήριο 29 αναγράφεται το χρώμα γκρίζο και ότι από τη θερμοκρασία και τον ήλιο το αυτοκίνητο του άλλαξε χρώμα. Επισημαίνουμε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος απέφυγε να απαντήσει κατά πόσο το αυτοκίνητο του είναι ανοιχτόχρωμο ή σκουρόχρωμο. Ως εκ των ανωτέρω ο ισχυρισμός του ότι το αυτοκίνητο του είναι γκρίζο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Περαιτέρω, ως υποδείξαμε και κατά την αξιολόγηση της Α.Α., η τελευταία αναφέρθηκε σε αυτοκίνητο χρώματος άσπρου, το οποίο οδηγούσε ο κατηγορούμενος αλλά δεν θυμόταν τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου. Ήταν δε ο ίδιος ο κατηγορούμενος που υποστήριξε ότι το αυτοκίνητο αυτό ήταν το με αριθμούς εγγραφής [ ]. Με άλλα λόγια δεν ήταν η θέση της Α.Α. ότι επρόκειτο δίχως άλλο για το αυτοκίνητο για το οποίο ο κατηγορούμενος κατέθεσε το Τεκμήριο
- Σε κάθε περίπτωση, ως επίσης αναφέραμε κατά την αξιολόγηση της Α.Α., δέον όπως λεχθεί ότι, με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος παραδέχεται ότι την επίδικη ημέρα η Α.Α. μπήκε σε αυτοκίνητο που αυτός οδηγούσε και ότι δεν υποβλήθηκε στην Α.Α. ότι μπήκε τότε και σε άλλο αυτοκίνητο, εντός του οποίου να έλαβε χώραν το επίδικο περιστατικό, ακόμη και να μη γινόταν δεκτή η ως άνω θέση της Α.Α. ως προς το χρώμα του αυτοκινήτου, αυτό δεν θα κατέρριπτε ούτε και θα διέψευδε την εκδοχή της Α.Α. ως προς το ουσιώδες της, που παραμένει ότι το επίδικο περιστατικό έλαβε χώραν σε αυτοκίνητο που οδηγούσε ο κατηγορούμενος. Για όλους λοιπόν τους λόγους που εξηγήσαμε ανωτέρω, η μαρτυρία του κατηγορουμένου δεν γίνεται δεκτή, στο μέτρο βέβαια που δεν είναι σύμφωνη με τη λοιπή μαρτυρία που έγινε δεκτή. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση τη μαρτυρία που έχουμε κάνει δεκτή καταλήγουμε στα ακόλουθα: Η Α.Α. γεννήθηκε στις 12/08/
- Τον Ιούνιο του 2022, μετά το πέρας της Β' τάξης στην Τεχνική Σχολή όπου φοιτούσε, η Α.Α. έκανε την πρακτική της σε τυπογραφείο κοντά στο σπίτι όπου διέμενε στο Τραχώνι. Συχνά επέστρεφε στο σπίτι της από την πρακτική με τα πόδια. Στις 03/06/2022 η Α.Α. σχόλασε πιο νωρίς από την πρακτική της. Γύρω στις 11:30 π.μ. καθώς γυρνούσε με τα πόδια στο σπίτι της, σε σημείο του κεντρικού δρόμου στο Τραχώνι, στην πλευρά του δρόμου απέναντι από συγκεκριμένο περίπτερο, σταμάτησε λίγο πιο μπροστά από αυτήν ένα αυτοκίνητο. Οδηγός του αυτοκινήτου ήταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος της ήταν άγνωστος, τη ρώτησε το όνομα της, ξεκίνησε να της μιλά για ζώδια και της έλεγε να πάει για 5 λεπτά μαζί του. Η Α.Α. προσπαθούσε να φύγει και να πάει στο σπίτι της αλλά ο κατηγορούμενος επέμενε και την ακολουθούσε με το αυτοκίνητο, λέγοντας της «Έλα 5 λεπτά σε θέλω». Όταν η Α.Α. είδε ότι ο κατηγορούμενος την ακολουθούσε, ένιωσε φόβο, άγχος και άβολα και βλέποντας ότι πλησίαζε στο σπίτι της και επειδή δεν ήθελε να την ακολουθήσει εκεί και να δει που μένει αφού φοβόταν μήπως αυτός πάει στο σπίτι της και τους κλέψει ή κάνει κακό στην οικογένεια της, προτίμησε, μπροστά στο δίλλημα να κάνει κακό στην ίδια ή στην οικογένεια της, δηλαδή στο να βάλει σε κίνδυνο την οικογένεια της, να μπει στο αυτοκίνητο. Αφού η Α.Α. εισήλθε στο αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος οδήγησε αυτό πιο κάτω από το σπίτι της Α.Α. στον ίδιο δρόμο και στάθμευσε σε χώρο έξω από ένα εγκαταλελειμμένο υποστατικό. Εκεί ο κατηγορούμενος άρχισε και πάλι να μιλά για ζώδια και ξεκίνησε να αγγίζει την Α.Α., με το χέρι του, στο εσωτερικό μέρος του δεξιού της μηρού. Η Α.Α. προσπάθησε 2-3 φορές να απομακρύνει το χέρι του κατηγορουμένου από τον μηρό της αλλά εκείνος το έβαζε πίσω. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος ξαφνικά άρπαξε το χέρι της Α.Α. και με απότομη κίνηση το έβαλε στο γεννητικό του όργανο, πάνω από τα ρούχα και προσπαθούσε, με το χέρι της Α.Α., να τρίψει το γεννητικό του όργανο. Η Α.Α. ένιωσε ότι το γεννητικό του όργανο ήταν σκληρό, αισθάνθηκε πολύ άβολα και προσπαθούσε να τραβήξει το χέρι της αλλά ο κατηγορούμενος επέμενε και το τραβούσε πίσω. Ακολούθως ο κατηγορούμενος άρπαξε την Α.Α. από το σβέρκο και άρχισε να την γλείφει στον λαιμό. Αυτή προσπάθησε να πλησιάσει την πόρτα του συνοδηγού για να απομακρυνθεί, ο κατηγορούμενος την τραβούσε για να του δώσει φιλιά αλλά η Α.Α. έστρεψε το πρόσωπο της μακριά από αυτόν. Κατά τη διάρκεια των πιο πάνω ο κατηγορούμενος ζήτησε από την Α.Α. να έρθουν σε σεξουαλική επαφή αλλά η Α.Α. αρνήθηκε. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος έβγαλε το γεννητικό του όργανο από το εσώρουχο και το παντελόνι του. Η Α.Α. είδε ότι αυτό «ήταν σκληρό», φοβήθηκε και κοίταξε αλλού. Ο κατηγορούμενος άρπαξε απότομα το χέρι της Α.Α. και το έβαλε πάνω στο γεννητικό του όργανο και κρατώντας το χέρι της με το δικό του, έβαλε την Α.Α. να του τρίψει το γεννητικό του όργανο. Η Α.Α. προσπαθούσε να τραβήξει το χέρι της αλλά επειδή ο κατηγορούμενος είχε πιο πολλή δύναμη από αυτή δεν κατάφερε να το απομακρύνει. Με αυτόν τον τρόπο, μετά από κάποια λεπτά ο κατηγορούμενος εκσπερμάτωσε πάνω στο χέρι της Α.Α. και της έδωσε μια μπλούζα για να σκουπιστεί. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος ζήτησε από την Α.Α. τον αριθμό του τηλεφώνου της και αυτή του τον έδωσε, σκεπτόμενη πως αν την έπαιρνε τηλέφωνο θα μπορούσε να τον καταγγείλει. Στη συνέχεια η Α.Α. είπε στον κατηγορούμενο ότι πρέπει να πάει σπίτι της και αυτός της ζήτησε να τον φιλήσει με γλώσσα. Η Α.Α. αρνήθηκε και ο κατηγορούμενος την άφησε να φύγει αναφέροντας της ότι δεν θα την πιέσει άλλο. Πριν η Α.Α. εξέλθει του αυτοκινήτου, ο κατηγορούμενος της έδωσε ένα πακέτο με τσιγάρα. Ακολούθως, η Α.Α. επέστρεψε στο σπίτι της. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι κατηγορίες 1 - 3 εδράζονται στο εδάφιο
(4)(γ) του άρθρου 6 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014, το οποίο έχει ως ακολούθως: «6.
(4)Όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί όταν - ......................................... (γ) γίνεται χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου: Νοείται ότι σε περίπτωση όπου το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία συναίνεσης κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, η ποινή φυλάκισης που προνοείται στις παραγράφους (α) και (γ) δεν υπερβαίνει τα είκοσι
(20)έτη». Από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης, προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα αυτό πρέπει να αποδειχθεί ότι:
- Ο κατηγορούμενος με χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής,
- Συμμετείχε σε σεξουαλική πράξη με παιδί. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου 91(Ι)/2014: «βία» περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία δύναται να προκληθεί βλάβη στο θύμα· «εξαναγκασμός» περιλαμβάνει - (α) απειλές για βλάβη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή περιουσίας ή για φυσικό περιορισμό οποιουδήποτε προσώπου· (β) οποιαδήποτε συμπεριφορά ή σχέδιο που στοχεύει στο να δημιουργήσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο την εντύπωση ότι η παράλειψη εκτέλεσης μιας πράξης θα επιφέρει τη βλάβη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή περιουσίας ή το φυσικό περιορισμό οποιουδήποτε προσώπου· (γ) κατάχρηση ή απειλούμενη κατάχρηση νομικών ή διοικητικών διαδικασιών αναφορικά με το καθεστώς οποιουδήποτε προσώπου· και (δ) κατάχρηση σχέσης εμπιστοσύνης ή εξουσίας ή επιρροής ή/και ευάλωτης θέσης· «ηλικία συναίνεσης» σημαίνει την ηλικία κάτω της οποίας, απαγορεύεται η τέλεση σεξουαλικών πράξεων με παιδί και η οποία ορίζεται ως η ηλικία των δεκαεπτά
(17)ετών· «παιδί» σημαίνει πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ
(18)ετών∙ «σεξουαλική πράξη» περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη η οποία εύλογα θεωρείται - (α) ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική, ανεξάρτητα από το σκοπό του προσώπου που προβαίνει σε αυτή, ή (β) δυνατό να είναι ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται την καθιστούν σεξουαλική∙ Η κατηγορία 4 εδράζεται στο άρθρο 7 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας Κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021, το οποίο με πλαγιότιτλο («Σεξουαλική παρενόχληση») έχει ως ακολούθως: «7. Πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε ανεπιθύμητη από τη γυναίκα συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως η οποία εκφράζεται με λόγια ή με πράξεις και έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας της γυναίκας, ιδιαίτερα όταν μέσω αυτής της συμπεριφοράς, το εν λόγω πρόσωπο δημιουργεί εκφοβιστικό, εχθρικό, υποβαθμιστικό, ταπεινωτικό ή προσβλητικό κλίμα προς τη γυναίκα αυτή, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε
(5)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και στις δύο αυτές ποινές». Από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα αυτό πρέπει να αποδειχθεί ότι:
- Ο κατηγορούμενος προέβη σε συμπεριφορά, η οποία:
- Είναι ανεπιθύμητη από τη γυναίκα - θύμα,
- Είναι σεξουαλικής φύσεως,
- Εκφράζεται με λόγια ή με πράξεις και
- Έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας της γυναίκας. Από το λεκτικό του ίδιου άρθρου προκύπτει ότι τέτοιος σκοπός ή αποτέλεσμα δηλαδή η προσβολή της αξιοπρέπειας της γυναίκας, υφίσταται στις περιπτώσεις που μέσω της ως άνω αναφερόμενης συμπεριφοράς, ο κατηγορούμενος δημιουργεί εκφοβιστικό, εχθρικό, υποβαθμιστικό, ταπεινωτικό ή προσβλητικό κλίμα προς τη γυναίκα - θύμα. Από τη χρήση δε της λέξης «ιδιαίτερα» προκύπτει ότι οι ως άνω περιπτώσεις δεν καθορίζονται εξαντλητικά και άρα ότι τέτοιος σκοπός ή αποτέλεσμα μπορεί να στοιχειοθετηθεί και σε άλλες περιπτώσεις. Ως προς τούτο δέον όπως υπομνησθεί ότι αποτελεί βασική αρχή του δικαίου ότι η κάθε περίπτωση κρίνεται στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της. Ως προς την έννοια της «σεξουαλικής φύσεως συμπεριφοράς», σχετική είναι η ερμηνεία του όρου «σεξουαλική πράξη» που δίδεται στο άρθρο 2 του Νόμου 115(Ι)/2021, που ουσιαστικά είναι η ίδια με αυτή που δίδεται στο άρθρο 2 του Νόμου 91(Ι)/2014 (βλ. ανωτέρω). Αναφορικά δε με την έννοια της «αξιοπρέπειας», ενόψει του ότι στο Νόμο 115(Ι)/2021 δεν υπάρχει σχετική ερμηνεία, θα πρέπει σύμφωνα με τις πάγια νομολογημένες αρχές ερμηνείας ποινικών νόμων (βλ. Silvano κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 25, Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπαλαζάρου κ.ά.
(1995)2 Α.Α.Δ. 128 και Κ.Ο.Τ ν. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ 86), εφόσον δεν υπάρχει ασάφεια ή αμφιβολία στο λεκτικό της συγκεκριμένης διάταξης του Νόμου, η ερμηνεία να γίνεται με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια της λέξης. Σύμφωνα λοιπόν με το λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, (β' έκδοση), «αξιοπρέπεια είναι το αίσθημα της τιμής κάποιου» και «τιμή είναι (α) η υπόληψη, η κοινωνική εκτίμηση που δικαιούται κάθε άνθρωπος ως κοινωνικό ον, (β) στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου, η κοινωνική και προσωπική του αξία». ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση τα ως άνω ευρήματα καταλήγουμε στα ακόλουθα: Κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι στις 03/06/2022 η Α.Α. ήταν «παιδί» εν τη εννοία του Νόμου 91(Ι)/2014, το οποίο είχε υπερβεί την ηλικία συναίνεσης. Αυτό εφόσον ήταν ηλικίας 17 χρονών και 10 μηνών, δηλαδή ήταν κάτω των 18 ετών. Στις 03/06/2022 ο κατηγορούμενος προέβη στις ακόλουθες πράξεις εντός αυτοκινήτου που οδηγούσε:
- Άρπαξε το χέρι της Α.Α. και το τοποθέτησε πάνω στο γεννητικό του όργανο.
- Έγλυψε την Α.Α. στον λαιμό.
- Άρπαξε το χέρι της Α.Α. και την έβαλε και του έτριψε το γεννητικό του όργανο μέχρι που εκσπερμάτωσε. Όλες οι πιο πάνω πράξεις αποτελούν αναμφίβολα «σεξουαλικές πράξεις» εν τη εννοία του Νόμου, εφόσον είναι τέτοιες ως εκ της φύσεως τους. Προκύπτει περαιτέρω από τα ευρήματα μας ότι η Α.Α. δεν συναινούσε στο να γίνουν οι εν λόγω πράξεις και ότι είναι με τη χρήση βίας και εξαναγκασμού εκ μέρους του κατηγορουμένου που η Α.Α. συμμετείχε παθητικά σε αυτές. Συγκεκριμένα, όταν ο κατηγορούμενος ξαφνικά άρπαξε το χέρι της Α.Α. και με απότομη κίνηση το έβαλε στο γεννητικό του όργανο, πάνω από τα ρούχα και προσπαθούσε, με το χέρι της Α.Α., να τρίψει το γεννητικό του όργανο, η Α.Α. προσπαθούσε να τραβήξει το χέρι της αλλά ο κατηγορούμενος επέμενε και το τραβούσε πίσω. Ακολούθως όταν ο κατηγορούμενος άρπαξε την Α.Α. από το σβέρκο και άρχισε να τη γλείφει στον λαιμό, η Α.Α. προσπάθησε να πλησιάσει την πόρτα του συνοδηγού για να απομακρυνθεί, ο κατηγορούμενος την τραβούσε για να του δώσει φιλιά αλλά η Α.Α. έστρεψε το πρόσωπο της μακριά από αυτόν. Στη συνέχεια, όταν ο κατηγορούμενος άρπαξε απότομα το χέρι της Α.Α. και το έβαλε πάνω στο γεννητικό του όργανο και κρατώντας το χέρι της με το δικό του, έβαλε την Α.Α. να του τρίψει το γεννητικό του όργανο, η Α.Α. προσπαθούσε να τραβήξει το χέρι της αλλά επειδή ο κατηγορούμενος είχε πιο πολλή δύναμη από αυτή δεν κατάφερε να το απομακρύνει. Ως εκ των άνω κρίνουμε ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 1, 2 και
- Εδώ να λεχθεί ότι, από τα ως άνω ευρήματα μας προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος συμμετείχε, με τη χρήση βίας και εξαναγκασμού, χωρίς τη συναίνεση της Α.Α. και σε άλλη σεξουαλική πράξη με την Α.Α. και συγκεκριμένα την άγγιξε στο εσωτερικό του δεξιού της μηρού. Η Κατηγορούσα Αρχή φαίνεται όμως ότι επέλεξε να μην του προσάψει σχετική κατηγορία και ως εκ τούτου το θέμα τελειώνει εδώ. Περαιτέρω, από τα ευρήματα μας προκύπτει ότι οι ως άνω πράξεις του κατηγορουμένου έναντι της Α.Α., συνιστούν συμπεριφορά σεξουαλική φύσεως, η οποία ήταν ανεπιθύμητη από την Α.Α. ως γυναίκα και είχε ως εκ της φύσης και των περιστάσεων της, ως αποτέλεσμα, την προσβολή της αξιοπρέπειάς της Α.Α., δημιουργώντας σε αυτή υποβαθμιστικό, ταπεινωτικό και προσβλητικό κλίμα. Ως εκ των άνω κρίνουμε ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας
- ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταληκτικά, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες 1, 2, 3 και
- (Υπ.) ................ Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο