ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Γ. Ο., Αρ. Υπόθεσης: 324/23, 5/8/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, Α.E.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 324/23 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Γ. Ο. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 05/08/2024 Για τη Δημοκρατία: κα Λ. Σίγαρ (για να ακούσει την απόφαση η κα Ν. Κόλιαρου). Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Σπηλιωτόπουλος. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό) O κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, σε τρεις κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση του άρθρου 6
(4)(γ) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμου 91(Ι)/2014 (κατηγορίες 1 έως 3) και σε μια κατηγορία σεξουαλικής παρενόχλησης, κατά παράβαση του άρθρου 7 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/2021 (κατηγορία 4). Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι ο κατηγορούμενος, στις 03/06/2022, στη Λεμεσό, συμμετείχε σε σεξουαλικές πράξεις με παιδί, ήτοι την Α.Α., γεννηθείσα στις 12/08/2004 και συγκεκριμένα, με τη χρήση βίας και εξαναγκασμού: (α) πήρε το χέρι της Α.Α. και το τοποθέτησε πάνω στο γεννητικό του όργανο (κατηγορία 1), (β) εξανάγκασε την Α.Α. να τρίψει το γεννητικό του όργανο μέχρι να εκσπερματώσει (κατηγορία 2) και (γ) έγλυψε την Α.Α. στον λαιμό (κατηγορία 3). Περαιτέρω κρίθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε ανεπιθύμητη, από την Α.Α., συμπεριφορά σεξουαλικής φύσεως, η οποία εκφράστηκε με τις ανωτέρω σεξουαλικές πράξεις και είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας της, δημιουργώντας υποβαθμιστικό, ταπεινωτικό και προσβλητικό κλίμα προς την ίδια (κατηγορία 4). Τα γεγονότα της υπόθεσης καταγράφονται με λεπτομέρεια στην απόφαση μας ημερομηνίας 16/07/2024, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν χρήζουν επανάληψης στο σημείο αυτό. Σχετική αναφορά θα γίνει κατωτέρω. Ο συνήγορος Υπεράσπισης, στην αγόρευση για μετριασμό της ποινής, σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, υιοθέτησε τις δύο εκθέσεις που ετοιμάστηκαν από το Γραφείο Ευημερίας, ημερ. 23/07/2024 και 24/07/2024, τονίζοντας την ηλικία του πελάτη του και το ότι είναι έγγαμος και πατέρας ενός ανηλίκου. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και στο ότι είναι η πρώτη φορά που παρά την ηλικία του βρίσκεται ενώπιον Δικαστηρίου. Ο κ. Σπηλιωτόπουλος ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος απολογείται στο Δικαστήριο, λυπάται πολύ και έχει αντιληφθεί το λάθος του, γνωρίζοντας ότι αυτό θα έχει επιπτώσεις στην οικογένεια του. Επίσης ο κ. Σπηλιωτόπουλος ζήτησε να ληφθεί υπόψη η «οριακή» ηλικία της παραπονουμένης κατά τον επίδικο χρόνο. Τέλος, ο συνήγορος Υπεράσπισης ζήτησε να ληφθεί υπόψη ότι επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό, που συνέβη χωρίς ο κατηγορούμενος να το καλοσκεφτεί και όπως το Δικαστήριο επιδείξει τη μέγιστη δυνατή επιείκεια. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα, τα οποία ο κατηγορούμενος διέπραξε είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται κατ' αρχάς από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά.
(1990)2 Α.Α.Δ. 264, Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Πέτρου
(1993)2 Α.Α.Δ. 9). Στην προκειμένη, για τα αδικήματα σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού των κατηγοριών 1 έως 3, ενόψει του ότι η ανήλικη Α.Α. κατά τον επίδικο χρόνο είχε υπερβεί την ηλικία συναίνεσης, εφόσον ήταν ηλικίας 17 χρονών και 10 μηνών, προβλέπεται ποινή φυλάκισης 20 ετών (βλ. επιφύλαξη άρθρου 6
(4)του Νόμου 91(Ι)/2014). Για το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης της κατηγορίας 4 προβλέπεται ποινή φυλάκισης 5 ετών ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €10.000 ή και οι δύο αυτές ποινές. Ο Νόμος 91(Ι)/2014, θεσπίστηκε με σκοπό την καλύτερη εφαρμογή του νομικού γίγνεσθαι αναφορικά με την προστασία των δικαιωμάτων του παιδιού, η οποία καθιερώθηκε με πράξεις Διεθνών Οργανισμών και προπαντός προς εναρμόνιση της ημεδαπής νομοθεσίας με πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδιαίτερα με την Οδηγία 2011/92/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας. Η προστασία των παιδιών, τα οποία αποτελούν τη βάση της κοινωνίας αλλά και το μέλλον αυτής, αναγνωρίζεται από το διεθνές και ημεδαπό δίκαιο ως κοινωνική ανάγκη, πηγάζουσα εκ της εγγενούς φύσεως της (βλ. Αστυνομία ν. Πατούρη, Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 51/20, ημερ. 03/12/2020). Τα σεξουαλικά αδικήματα, ως εκ της φύσεως τους, μειώνουν και καταρρακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, εξευτελίζοντας την ανθρώπινη υπόσταση του θύματος και στιγματίζοντας πολλές φορές ακατάλυτα και κατά τρόπο απρόβλεπτο τη ζωή του και τον ψυχικό του κόσμο (βλ. Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 61/20 (Σχ. με 64/20), ημερ. 14/07/2022) ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου το θύμα είναι παιδί (βλ. Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 99/21, ημερ. 11/05/2022). Τα αδικήματα της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών συνιστούν σοβαρές παραβιάσεις των θεμελιακών δικαιωμάτων των παιδιών, όσον αφορά την προστασία και τη φροντίδα, που είναι αναγκαίες για την ευημερία τους (βλ. Μακρίδης ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 181/19, ημερ. 07/09/2020). Στην Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 184/15, ημερ. 13/02/2018, τονίσθηκε, όχι απλώς η ανησυχία, αλλά η αγωνία των Δικαστηρίων σε σχέση με την ολοένα αυξανόμενη τάση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, τα οποία έχουν καταστεί δεσπόζοντα. Ό,τι πλήττουν είναι το παιδί και ο ευαίσθητος κόσμος του, αξίες μεγάλης σπουδαιότητας για την κοινωνία, τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Η αδιαμφισβήτητη αναγνώριση τέτοιας σπουδαιότητας αντανακλάται στη θέσπιση αυστηρότερων ποινών δια του Νόμου 91(Ι)/2014, ως εκδήλωση της ανησυχίας της κοινωνίας και της αποφασιστικότητας της έννομης τάξης για αντιμετώπιση τέτοιων απαράδεκτων, από κάθε άποψη, συμπεριφορών. Σκοπός του Νόμου 91(Ι)/2014 είναι λοιπόν η προστασία των παιδιών από συμπεριφορές σεξουαλικής κακοποίησης, οι οποίες έχουν διαφορετικές μεν βαθμίδες, με σταθερή όμως πάντα παράμετρο το ίδιο το θύμα και την ηλικία του, που το κοινωνικό σύνολο θέλει να προστατεύσει, ως ένα πολύτιμο αγαθό (βλ. Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 59/16, ημερ. 23/03/2017). Έχει νομολογιακά τονισθεί η ανάγκη όπως οι ποινές σε τέτοιας φύσεως αδικήματα είναι αυστηρές, εφόσον το προστατευόμενο αγαθό είναι ακριβώς τα παιδιά και όσο μικρότερη είναι η ηλικία αυτών, τόσο πιο έντονη είναι η ανάγκη να προστατευθούν, γι' αυτό και η διαβάθμιση που προκύπτει από τον ίδιο το Nόμο είναι ότι όταν το παιδί-θύμα είναι κάτω των 13 ετών η προνοούμενη ποινή είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης. Αυτό συναρτάται και με την αντίστοιχη αδυναμία του θύματος να προστατευθεί από σεξουαλικές ορέξεις ατόμων ειδικά του φιλικού - οικογενειακού περιβάλλοντος του και την εγγενή δυσκολία έκφρασης παραπόνου ως προς το ανάλογο βίωμα μιας τέτοιας τραυματικής εμπειρίας. Επιβάλλεται λοιπόν η ποινή, χωρίς να αγνοεί τις περιστάσεις του κατηγορουμένου, να αντανακλά ακριβώς την ανάγκη προστασίας ανήλικων θυμάτων από επίδοξους παραβάτες, με δεδομένη μάλιστα την ανησυχητική αύξηση διάπραξης τέτοιων αδικημάτων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ν.Ν., Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 69/17, ημερ. 05/12/2017). Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω διαμόρφωσε ανάλογα τις ποινές, που επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να επισημάνουμε ότι, από τη μελέτη της σχετικής νομολογίας προκύπτει και είναι άλλωστε λογικό, η ύπαρξη διαφοροποίησης ως προς το ύψος των ποινών που επιβάλλονται αναλόγως τους είδους της σεξουαλικής κακοποίησης. Έτσι μικρότερες ποινές επιβάλλονται όταν η σεξουαλική πράξη περιορίζεται σε αγγίγματα ή θωπείες στα σώματα των παιδιών, με τις ποινές να κλιμακώνονται και να γίνονται αυστηρότερες όταν επιτυγχάνεται συνουσία με τους ανήλικους. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λεχθεί ότι η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών σε τέτοιου είδους αδικήματα, προβάλλει ακόμα πιο επιτακτική, ενόψει της έξαρσης που παρατηρείται (βλ. Δημοκρατία ν. Φαίδωνος, Ποιν. Έφεση Αρ. 90/19, ημερ. 15/10/2020, ECLI:CY:AD:2020:B353 και Γενικός Εισαγγελέας ν. S.J.L., Ποιν. Έφεση Αρ. 145/21 (Σχ. με 129/21), ημερ. 27/10/2022). Η συχνότητα διάπραξης τέτοιων αδικημάτων προκύπτει αβίαστα από τη σχετική νομολογία αλλά και από τον πολύ μεγάλο αριθμό υποθέσεων τέτοιας φύσης που καταχωρούνται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Τα Δικαστήρια έχουν ευθύνη, με τις ποινές που επιβάλλουν για τέτοια αδικήματα, στο πλαίσιο πάντα των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης, να συμβάλλουν στην προστασία των παιδιών από τέτοιες απαράδεκτες και ειδεχθείς συμπεριφορές. Η φύση των αδικημάτων, με τα ιδιαίτερα γεγονότα κάθε υπόθεσης, συνηγορούν υπέρ της επιβολής αποτρεπτικών ποινών, αφού προέχει η προστασία του έννομου αγαθού της ανηλικότητας από τέτοιες συμπεριφορές, οι οποίες προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας (βλ. Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 155/19, ημερ. 25/02/2021). Το ίδιο το έγκλημα, η βαρύτητα των πράξεων και τα κατάλοιπα στο θύμα, είναι, στην απουσία εξαιρετικών άλλων περιστάσεων, τα κυρίαρχα στοιχεία στην επιμέτρηση της ποινής (βλ. Σ.Γ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 109/20, ημερ. 10/03/2021). Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι οι ποινές που έχουν κατά καιρούς επιβληθεί σε τέτοιου είδους υποθέσεις ποικίλουν ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη. Επιπλέον πρέπει να επισημανθεί ότι τέτοιες αποφάσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση, δεδομένου ότι πολύ σπάνια εντοπίζεται ταυτοσημία στον βαθμό που θα μπορούσε να αποτελέσει σημείο αναφοράς ως προς την επιβολή παρόμοιας ποινής. Κατά συνέπεια, η αναφορά σε ποινές που έχουν επιβληθεί σε άλλες περιπτώσεις για το ίδιο ή συναφές αδίκημα μπορεί να είναι χρήσιμη μόνο εφόσον τα γεγονότα προσομοιάζουν (βλ. Al Dhess ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 177/21, ημερ. 16/03/2022). Έχει δε επανειλημμένα λεχθεί ότι οι προηγούμενες σχετικές αποφάσεις, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για συγκεκριμένα αδικήματα και δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη. Εκείνο στο οποίο οι προηγούμενες αποφάσεις βοηθούν είναι η παροχή κατευθυντήριων γραμμών ως προς τα όσα ένα Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη υπέρ ή εναντίον ενός κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να κρίνουν, χωρίς προδεσμεύσεις, τη συγκεκριμένη υπόθεση που τίθεται ενώπιον τους, επιβάλλοντας εκείνη την ποινή που θεωρούν εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σ.Λ. ανωτέρω). Κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαίτερων γεγονότων που την περιβάλλουν και ανάλογα με αυτά διαβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στις επιβληθείσες ποινές. Να πούμε βέβαια ότι, προς διαπίστωση του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο επιμέτρησης της ποινής σε σχέση με αδικήματα όπως αυτά των κατηγοριών 1 εώς 3, έχουμε μελετήσει και έχουμε υπόψη μας τη σχετική νομολογία. Η κατηγορία 4 εδράζεται στο Νόμο 115(Ι)/2021. Πρόκειται για την ειδική νομοθεσία, που θεσπίστηκε για σκοπούς εφαρμογής της κυρωθείσας, από την Κυπριακή Δημοκρατία (Νόμος 14(III)/2017), Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και την Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας (γνωστής ως «Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης»), η οποία αποβλέπει στην αναβάθμιση του νομοθετικού πλαισίου προς αντιμετώπιση της βίας κατά των γυναικών και προς εξάλειψη των έμφυλων διακρίσεων. H βία κατά των γυναικών συνιστά παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και μορφή διάκρισης κατά των γυναικών και περιλαμβάνει όλες τις πράξεις βίας με βάση το φύλο, η οποία έχει ή δυνατό να έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση όχι μόνο σωματικής ή σεξουαλικής αλλά και ψυχολογικής βλάβης σε γυναίκες. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου 115(Ι)/2021, σκοπός του είναι, μεταξύ άλλων, ο καθορισμός αδικημάτων βίας κατά των γυναικών και ενδοοικογενειακής βίας και η προστασία των γυναικών από κάθε μορφή βίας. Δεν μας διαφεύγει ούτε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το προβλεπόμενο ανώτατο όριο ποινής αλλά εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391). Στην προκειμένη, η σοβαρότητα της υπόθεσης προκύπτει αναμφίβολα τόσο από τη φύση όσο και από τις περιστάσεις διάπραξης των επίδικων αδικημάτων και ειδικότερα από τον τρόπο με τον οποίο έδρασε ο κατηγορούμενος και από το ότι για να ικανοποιήσει τις άρρωστες ορέξεις του χρησιμοποίησε βία, εξαναγκάζοντας την ανήλικη Α.Α. να συμμετέχει παθητικά στις επίδικες σεξουαλικές πράξεις. Συγκεκριμένα, ως προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος γύρω στις 11:30 π.μ. της 03/06/2022, σταμάτησε το αυτοκίνητο του σε κεντρικό δρόμο στο χωριό Τραχώνι και ζήτησε από μια άγνωστη του, ήτοι την ανήλικη Α.Α. (γεννηθείσα στις 12/08/2004), η οποία περπατούσε κατευθυνόμενη προς το σπίτι της, να πάει μαζί του για 5 λεπτά. Παρά το ότι η Α.Α. προσπαθούσε να φύγει και να πάει στο σπίτι της, ο κατηγορούμενος επέμενε, ακολουθώντας την με το αυτοκίνητο και λέγοντας της «Έλα 5 λεπτά σε θέλω». Η επιμονή του είχε εν τέλει το επιθυμητό για αυτόν αποτέλεσμα αφού όταν η Α.Α. είδε ότι την ακολουθούσε, ένιωσε φόβο, άγχος και άβολα και βλέποντας ότι πλησίαζε στο σπίτι της και επειδή δεν ήθελε να την ακολουθήσει εκεί και να δει που μένει αφού φοβόταν μήπως αυτός πάει στο σπίτι της και τους κλέψει ή κάνει κακό στην οικογένεια της, προτίμησε, μπροστά στο δίλλημα να κάνει κακό στην ίδια ή στην οικογένεια της, να μπει στο αυτοκίνητο. Αφού η Α.Α. εισήλθε στο αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος οδήγησε αυτό πιο κάτω από το σπίτι της Α.Α. στον ίδιο δρόμο και στάθμευσε σε χώρο έξω από ένα εγκαταλελειμμένο υποστατικό. Εκεί μέσα στο αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος άρχισε να κακοποιεί την Α.Α. σεξουαλικά. Παρά δε το ότι η Α.Α. του έδειχνε με τις κινήσεις της από την αρχή ότι δεν συναινούσε και δεν ήθελε να γίνουν οι εν λόγω πράξεις, ο κατηγορούμενος συνέχισε απτόητα, κλιμακώνοντας μάλιστα τη σοβαρότητα των πράξεων αυτών. Συγκεκριμένα, για να ικανοποιήσει τα ζωώδη ένστικτα του, ο κατηγορούμενος άρχισε να αγγίζει την Α.Α. με το χέρι του στο εσωτερικό μέρος του δεξιού της μηρού και παρόλο που η Α.Α. προσπάθησε 2-3 φορές να απομακρύνει το χέρι του αυτός το έβαζε πίσω. Στη συνέχεια άρπαξε το χέρι της Α.Α. και με απότομη κίνηση το έβαλε στο γεννητικό του όργανο, πάνω από τα ρούχα και προσπαθούσε, με το χέρι της Α.Α., να τρίψει το γεννητικό του όργανο, κάνοντας την να αισθανθεί άβολα. Παρόλο που η Α.Α. προσπαθούσε να τραβήξει το χέρι της, ο κατηγορούμενος επέμενε και το τραβούσε πίσω. Ακολούθως ο κατηγορούμενος άρπαξε την Α.Α. από το σβέρκο και άρχισε να τη γλείφει στον λαιμό. Η Α.Α. προσπάθησε να πλησιάσει την πόρτα του συνοδηγού για να απομακρυνθεί, αλλά ο κατηγορούμενος την τραβούσε για να του δώσει φιλιά και αυτή έστρεψε το πρόσωπο της μακριά από αυτόν. Κατά τη διάρκεια των πιο πάνω ο κατηγορούμενος ζήτησε μάλιστα από την Α.Α. να έρθουν σε σεξουαλική επαφή αλλά η Α.Α. αρνήθηκε. Όμως ο κατηγορούμενος δεν περιορίσθηκε στα πιο πάνω. Κλιμακώνοντας τη σοβαρότητα της σεξουαλικής κακοποίησης, ακολούθως έβγαλε το γεννητικό του όργανο από το εσώρουχο και το παντελόνι του και παρά το ότι η Α.Α. φοβήθηκε και κοίταξε αλλού, ο κατηγορούμενος άρπαξε απότομα το χέρι της και το έβαλε πάνω στο γεννητικό του όργανο και κρατώντας το χέρι της με το δικό του, την έβαλε να του τρίψει το γεννητικό του όργανο. Αν και η Α.Α. προσπάθησε να τραβήξει το χέρι της δεν κατάφερε να το απομακρύνει επειδή ο κατηγορούμενος είχε πιο πολλή δύναμη, με αποτέλεσμα μετά από κάποια λεπτά να εκσπερματώσει πάνω στο χέρι της. Μετά δε από τα πιο πάνω, ο κατηγορούμενος ζήτησε από την Α.Α. το τηλέφωνο της, προφανώς για να μπορέσει να επικοινωνήσει μαζί της, ως επιχείρησε αργότερα το βράδυ της ίδιας ημέρας. Όταν ακολούθως η Α.Α. του είπε ότι πρέπει να πάει σπίτι της, ο κατηγορούμενος της ζήτησε να τον φιλήσει με γλώσσα, κάτι που η Α.Α. αρνήθηκε και τότε ο κατηγορούμενος την άφησε να εξέλθει του αυτοκινήτου και να φύγει, λέγοντας της ότι δεν θα την πιέσει άλλο. Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της προαναφερόμενης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου, από τη στιγμή που συνάντησε την Α.Α. μέχρι που αυτή εξήλθε του αυτοκινήτου του, δεν μπορεί να γίνεται λόγος ότι ο κατηγορούμενος έδρασε χωρίς «καλά καλά να το σκεφτεί», ως υποστήριξε ο κ. Σπηλιωτόπουλος. Η χρήση βίας και εξαναγκασμού, κατά τη διάπραξη αδικημάτων όπως τα επίδικα, στρεφόμενα κατά ανηλίκων θυμάτων αποτελεί δίχως άλλο επιβαρυντικό παράγοντα (βλ. Σ.Α.Χ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 71/20, ημερ. 28/01/2021 και Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 61/20 (Σχ. με 64/20), ημερ. 14/07/2022). Στην προκειμένη ισχύει αυτό, εφόσον για να ικανοποιήσει τη διαστροφή του, ο κατηγορούμενος, δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει βία και εξαναγκασμό έναντι της ανήλικης Α.Α., η οποία δεν συναινούσε στο να συμμετέχει στις ως άνω σεξουαλικές πράξεις. Ως δε προκύπτει από τα ευρήματα μας, η εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν συνίστατο μόνο σε απλά αγγίγματα και γλύψιμο στο σώμα της Α.Α. αλλά και σε σοβαρότερες σεξουαλικές πράξεις. Συγκεκριμένα, εξανάγκασε την Α.Α. να του αγγίξει με το χέρι της το γεννητικό του όργανο, πάνω από τα ρούχα, με σκοπό να του το τρίψει και αργότερα αφού έβγαλε το γεννητικό του όργανο από το εσώρουχο και το παντελόνι του, εξανάγκασε την Α.Α. να του τρίψει το γεννητικό του όργανο μέχρι που εκσπερμάτωσε. Σημειώνουμε ότι η επίδειξη του ανδρικού γεννητικού οργάνου του δράστη και η υπό διέγερση χρησιμοποίηση του, φέρνοντας το σε επαφή με το σώμα του ανήλικου θύματος αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο (βλ. Σ.Α.Χ. ανωτέρω). Επιβαρυντικό παράγοντα αποτελεί και η μεγάλη διαφορά ηλικίας που είχε ο κατηγορούμενος με την Α.Α. αφού υπήρχε μεταξύ τους ηλικιακή διαφορά 27 ½ περίπου χρόνων. Η εν λόγω διαφορά ηλικίας, προσδίδει στο αδίκημα τέτοια απαξία, ώστε θα πρέπει αυτό να αντανακλάται και στο ύψος της ποινής (βλ. Χριστοφόρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφεση Αρ. 59/16, ημερ. 23/03/2017 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χ.Χ., Ποιν. ΄Εφεση Αρ.36/17, ημερ. 14/06/2017, Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 184/15, ημερ. 13/02/2018, Σ.Λ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 155/19, ημερ. 25/02/2021 και Σ.Α.Χ. ανωτέρω). Ως προς τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης περί «οριακής ηλικίας» της Α.Α., δέον όπως λεχθεί ότι κατά τον επίδικο χρόνο η Α.Α. δεν ήταν παιδάκι αλλά έφηβη, κοντά στην ενηλικίωση (17 χρόνων και 10 μηνών), εξ ου και η προβλεπόμενη ποινή είναι μικρότερη. Το γεγονός όμως αυτό δεν δικαιολογεί βέβαια την επίδικη σοβαρή κολάσιμη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και δεν μειώνει τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε τις κατηγορίες αποτελεί βέβαια αναφαίρετο δικαίωμα του, το οποίο, δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως επιβαρυντικός παράγοντας. Η μη παραδοχή του όμως είχε ως συνέπεια τη διεξαγωγή δίκης, η οποία έθεσε την Α.Α. στη δεινή θέση να βιώσει ξανά τις περιστάσεις διάπραξης των επίδικων αδικημάτων. Ενόψει τούτου, ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να τύχει της επιείκειας που θα εδικαιούτο εάν παραδεχόταν, εφόσον κάτι τέτοιο θα καταδείκνυε και την έμπρακτη μεταμέλεια του. Με άλλα λόγια, με τη μη παραδοχή του, απώλεσε το σχετικό ευεργέτημα, το οποίο θα οδηγούσε σε μείωση της ποινής (βλ. Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ.178/17, ημερ. 24/10/2018, ECLI:CY:AD:2018:B457, Filip v. Δημοκρατίας, Ποιν. ΄Εφεση Αρ.112/19, ημερ. 03/12/2020 και Σ.Λ. ανωτέρω). Από την άλλη ουδόλως μας διαφεύγει αλλά αντίθετα λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του, το γεγονός ότι έστω και την υστάτη, στο στάδιο της αγόρευσης για μετριασμό της ποινής, ο κατηγορούμενος έδειξε να αντιλαμβάνεται τη σοβαρότητα της κολάσιμης συμπεριφοράς του έναντι της Α.Α. εφόσον μέσω του δικηγόρου του εξέφρασε την απολογία του για τις πράξεις του και δήλωσε ότι λυπάται πάρα πολύ. Στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι τα Δικαστήρια, στο πλαίσιο της εξατομίκευσης μιας ποινής, δεν βασίζονται μόνο στη σοβαρότητα ενός αδικήματος και στην προβλεπόμενη ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές και λοιπές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου. Σε καμία περίπτωση δεν μειώνεται λοιπόν η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά των αδικημάτων τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171). Προς όφελος του κατηγορουμένου, πέραν των όσων σχετικών λέχθηκαν ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τα λοιπά που τέθηκαν ενώπιον μας. Λαμβάνουμε λοιπόν υπόψη ότι ο κατηγορούμενος, παρά την ηλικία του (47 ετών), είναι λευκού ποινικού μητρώου και έντιμου πρότερου βίου, στοιχεία που του δίνουν το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40). Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου ότι η επίδικη κολάσιμη συμπεριφορά του ήταν μεμονωμένη, υπό την έννοια βέβαια ότι δεν εμπίπτει στις σοβαρότερες περιπτώσεις της συνεχούς και επανειλημμένης, για μεγάλο χρονικό διάστημα, σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκου. Επρόκειτο για μια σοβαρή μεν παράνομη σεξουαλική συμπεριφορά με θύμα μια ανήλικη, η οποία όμως ευτυχώς δεν είχε μεγάλη χρονική διάρκεια. Δεν μας διαφεύγει ούτε ότι η Α.Α. δεν ανέπτυξε κάποιο είδος ψυχικής διαταραχής ένεκα των επίδικων αδικημάτων που διαπράχθηκαν εις βάρος της. Παρά ταύτα δεν παραγνωρίζουμε ότι μετά τη διάπραξη αυτών, η Α.Α. ήταν αρκετά αναστατωμένη, με διαταραχές στον ύπνο της, ήτοι δεν μπορούσε να κοιμηθεί και όταν κοιμόταν έβλεπε εφιάλτες και είχε καταστάσεις άγχους. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ως φαίνονται στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας και στα όσα συμπληρωματικά έθεσε ο συνήγορος του και ιδιαίτερα ότι ο κατηγορούμενος: · Είναι ηλικίας 47 ετών, έγγαμος και πατέρας μιας ανήλικης, ηλικίας 14 ετών. Η σύζυγος του έχει ακόμη ένα παιδί (ενήλικο) που απέκτησε από τον πρώτο της γάμο, με το οποίο ο κατηγορούμενος διατηρεί πολύ καλές σχέσεις. · Προέρχεται από πολύτεκνη (εξαμελή) οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης και είναι το μικρότερο σε σειρά παιδί της οικογένειας του. Μεγάλωσε σε οικογενειακό περιβάλλον με αυστηρούς γονείς και με άσχημες αναμνήσεις από την παιδική και εφηβική του ηλικία. · Φοίτησε μέχρι την Στ΄ Τάξη του δημοτικού και δηλώνει αναλφάβητος. · Από την ηλικία των 12 ετών απασχολείτο σε οικοδομικές εργασίες για σκοπούς ενίσχυσης το οικογενειακού εισοδήματος. · Σε ηλικία 17 ετών βίωσε τραυματική εμπειρία αφού ήταν παρών όταν δολοφονήθηκαν συγγενικά του πρόσωπα, γεγονός που είχε επηρεάσει την ψυχική του υγεία και χρειάστηκε να συνεργαστεί με ειδικό ψυχικής υγείας για μικρό χρονικό διάστημα. · Δεν υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας. · Ο πατέρας του απεβίωσε σε ηλικία 52 ετών σε ατύχημα με μέλισσες όταν ο κατηγορούμενος ήταν 25 ετών, γεγονός το οποίο ήταν τραυματικό για αυτόν, ενώ η μητέρα του (78 ετών) βρίσκεται εν ζωή. · Εργάστηκε για αρκετά χρόνια σε εργοληπτικές εταιρείες αλλά διέκοψε την εργασία του τα τελευταία 3 - 4 χρόνια και τα έξοδα διαβίωσης της οικογένειας καλύπτονται αποκλειστικά από τα εισοδήματα της συζύγου του. · Τραυματίστηκε σε τροχαίο δυστύχημα και χειρουργήθηκε 2 φορές στο αριστερό του πόδι, με αποτέλεσμα να παρουσιάζει αστάθεια στη βάδιση λόγω προβλήματος που παρουσιάστηκε στους χιαστούς και χρειάζεται να υποβληθεί εκ νέου σε χειρουργική επέμβαση. Εδώ να λεχθεί ότι δεν μας διαφεύγει η πάγια αρχή της νομολογίας ότι ακόμη και εκεί όπου διαπιστώνεται αυξητική τάση διάπραξης αδικημάτων, η αρχή της αποτρεπτικότητας υπερέχει, χωρίς όμως να ατονεί η υποχρέωση του Δικαστηρίου να εξετάσει και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου (βλ. Ν.Σ. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 184/15 ανωτέρω). Ως όμως, επίσης έχει νομολογηθεί, η σοβαρότητα αδικημάτων όπως αυτά των κατηγοριών 1 εώς 3, η μεγάλη κοινωνική απαξία που αυτά ενέχουν, η ανάγκη αποτροπής που πηγάζει από την απαράδεκτη συχνότητα με την οποία παρουσιάζονται και η μεγάλη σημασία που έχει το αγαθό που ο Νόμος θέλει να προστατεύσει, δηλαδή τον ανήλικο, είναι παράγοντες που καθιστούν τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου, δευτερεύουσας σημασίας (βλ. Γ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 178/17 ανωτέρω και Πατούρη ανωτέρω). Οι προσωπικές περιστάσεις σε τέτοια σοβαρά και ειδεχθή εγκλήματα, τα οποία, επαναλαμβάνουμε, δυστυχώς βρίσκονται σε έξαρση, δεν μπορούν να έχουν καταλυτική επίδραση στην επιβολή της ποινής (βλ. Σ.Λ. ανωτέρω). Είναι με αυτό το σκεπτικό που προσεγγίζουμε τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές συνθήκες του κατηγορουμένου (βλ. Μ.Θ. v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 174). Τέλος, παρά το ότι δεν τέθηκε από πλευράς Υπεράσπισης, το Δικαστήριο θα εξετάσει, στο πλαίσιο επιμέτρησης της ποινής και το θέμα του χρόνου που παρήλθε. Ως έχει νομολογηθεί, η καθυστέρηση στην εκδίκαση μιας υπόθεσης αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα, εφόσον η πάροδος μακρού χρόνου μειώνει ουσιαστικά την αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο στον κατηγορούμενο (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου
(1991)2 Α.Α.Δ. 5 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71). Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται και λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, οι λόγοι της καθυστέρησης, περιλαμβανομένης της όποιας ευθύνης φέρει για αυτήν ο κατηγορούμενος (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Πεγειώτη κ.ά.
(2001)2 Α.Α.Δ. 617). Ανεξαρτήτως όμως του ποιος φέρει ευθύνη για την καθυστέρηση, το γεγονός της παρόδου μεγάλου χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι την τιμωρία τείνει να μετριάσει την ποινή (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρέστη
(1996)2 Α.Α.Δ. 267). Στην προκειμένη, τα αδικήματα διαπράχθηκαν στις 03/06/
- Η υπόθεση καταγγέλθηκε στην Αστυνομία στις 04/06/2022 και η Α.Α. έδωσε οπτικογραφημένη κατάθεση στις 07/06/
- Η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο στις 30/01/2023 και παραπέμφθηκε ενώπιον του Κακουργιοδικείου, με την πρώτη εμφάνιση να ορίζεται την 01/03/
- Ο κατηγορούμενος απάντησε στις κατηγορίες στις 11/04/2023, κατόπιν αναβολών που του δόθηκαν ώστε να εξετασθεί Αίτηση του για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής. Έκτοτε η υπόθεση οριζόταν για ακρόαση. Μέχρι δε την έναρξη της ακρόασης, η υπόθεση αναβλήθηκε 4 φορές. Οι 3 αναβολές δόθηκαν κατόπιν αιτημάτων της Κατηγορούσας Αρχής ενώ η τελευταία, που ήταν για σύντομο χρόνο, δόθηκε λόγω αλλαγής του δικηγόρου που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 12/04/
- Ακούσθηκαν 7 μάρτυρες κατηγορίας και ο κατηγορούμενος. Χρειάστηκαν 5 δικάσιμοι (μέχρι τις 06/06/2024) για να ακουσθεί η μαρτυρία, στις 21/06/2024 έγιναν οι τελικές αγορεύσεις και η τελική απόφαση εκδόθηκε στις 16/07/
- Η αγόρευση προς μετριασμό της ποινής έγινε στις 25/07/
- Υπό τις περιστάσεις κρίνουμε ότι, για σκοπούς εξέτασης του θέματος, ο χρόνος θα πρέπει να υπολογισθεί από την ημέρα που ο κατηγορούμενος έλαβε επαρκή και επίσημη πληροφόρηση για τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, ήτοι από τις 04/08/2022 (βλ. Χριστόπουλος ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 100). Με βάση τα πιο πάνω, κρίνουμε κατ' αρχάς ότι υπήρξε μικρή καθυστέρηση (σχεδόν 6 μήνες) στην καταχώρηση της υπόθεσης. Από την πρώτη εμφάνιση του ενώπιον μας μέχρι την απάντηση στο κατηγορητήριο (περίοδος ενός και πλέον μήνα), την ευθύνη για τον χρόνο φέρει ο κατηγορούμενος. Από την απάντηση του στις κατηγορίες και μέχρι σήμερα, και πάλι για μικρό μόνο μέρος του χρόνου που παρήλθε, φέρει ευθύνη ο κατηγορούμενος. Όλα τα πιο πάνω λαμβάνονται λοιπόν δεόντως υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου όπως και το αντικειμενικό γεγονός ότι καλούμαστε να του επιβάλουμε ποινή σήμερα, 2 χρόνια μετά που ο κατηγορούμενος έλαβε επαρκή και επίσημη πληροφόρηση για τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων, τη συχνότητα που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στη διάπραξη αδικημάτων της μορφής και φύσης εις βάρος παιδιών, δηλαδή όπως αυτά των κατηγοριών 1 εώς 3 και τη συναφή ανάγκη για αποτροπή, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση και παράλληλα όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες και συνθήκες του κατηγορουμένου, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες και ενδεδειγμένες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Ως προς το ύψος των ποινών σε σχέση με τις κατηγορίες 1 εώς 3, κρίνουμε δε ότι θα πρέπει να υπάρχει διαφοροποίηση, η οποία να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του κάθε είδους - τρόπου σεξουαλικής κακοποίησης της Α.Α. Ως εκ των άνω, επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: · Στην κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 4 ετών. · Στην κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 5 ετών. · Στην κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 3 ετών. · Στην κατηγορία 4: ποινή φυλάκισης 2 ετών. Οι ως άνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και ο χρόνος έκτισης τους μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για την παρούσα, δηλαδή από τις 16/07/2024. Περαιτέρω κρίνεται επιβεβλημένο, υπό τις ως άνω περιστάσεις, όπως εκδοθεί σειρά διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 14 του Νόμου 91(Ι)/2014, με τα οποία απαγορεύεται στον κατηγορούμενο, για τα επόμενα 10 έτη: 1. Να προσφέρει οποιεσδήποτε υπηρεσίες σε παιδιά. 2. Να εργοδοτηθεί ή απασχοληθεί σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά. 3. Να διαμένει σε χώρο, ο οποίος γειτνιάζει με οργανωμένους χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά. Επισημαίνονται στον κατηγορούμενο οι υποχρεώσεις του δυνάμει του άρθρου 22
(3)
(4)του Νόμου 91(Ι)/2014, για κοινοποίηση των στοιχείων του στην Αστυνομία. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος παραπέμπεται στην Αρχή Εποπτείας, που εγκαθιδρύθηκε δυνάµει του άρθρου 47 του Νόμου 91(Ι)/2014, καθ' όλη τη διάρκεια της κράτησης του στις Κεντρικές Φυλακές και για χρονικό διάστηµα 5 ετών, μετά την αποφυλάκιση του. Τα έξοδα της υπόθεσης, δηλαδή €215 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Τα Τεκμήρια 5A, 5Β, 13 και 15 διατάσσεται όπως καταστραφούν. (Υπ.) .................. Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................... Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο