Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κ.Μ., Αρ. Υπόθεσης: 16432/21, 22/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16432/21 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Κ.Μ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 22.10.24 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Μαντζούρας Κατηγορούμενος: παρών (χωρίς νομική εκπροσώπηση) ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 18.06.21 και στις 20.06.21 απείλησε την πρώην σύζυγό του με τις φράσεις «Θα δείτε τι θα πάθετε» και «Ακόμα δεν είδες τίποτε, τώρα θα δείτε τι θα πάθετε» αντίστοιχα (κατηγορίες αρ. 1 και 3). Επίσης, κατηγορείται ότι κατά τις πιο πάνω ημερομηνίες άσκησε βία στην οικογένειά του, επιδεικνύοντας συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα «ψυχική βλάβη» στην πρώην σύζυγό του (κατηγορίες αρ. 2 και 4). Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 3 μάρτυρες ενώ από την πλευρά της Υπεράσπισης, κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Μ.Κ.1 - Αστ. 2163 Χ. Γεωργίου Ο Μ.Κ.1, ανακριτής της υπόθεσης, κατέθεσε ότι στις 26.06.21 η παραπονούμενη κατήγγειλε γραπτώς στην αστυνομία ότι στις 18.06.21 και στις 20.06.21 δέχθηκε απειλές από τον πρώην σύζυγό της, δηλαδή τον κατηγορούμενο. Στις 08.08.21 ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ως προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι απείλησε την παραπονούμενη και ισχυρίστηκε ότι της είπε μόνο ότι η ίδια είχε κλέψει την προσωπική του περιουσία. Ανέφερε, επίσης, ότι στις 20.06.21, αφού έφυγε από το εστιατόριο Mcdonalds, είχε ένα τροχαίο ατύχημα. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά τα επίδικα περιστατικά και ότι δεν έχει κάποιο έγγραφο το οποίο να επιμαρτυρεί ότι ο κατηγορούμενος απείλησε την παραπονούμενη. Όσον αφορά το περιστατικό που κατ' ισχυρισμό έλαβε χώρα στις 18.06.21, η παραπονούμενη του ανέφερε ότι έλαβε τηλεφωνική κλήση από τον αριθμό που αντιστοιχεί στον αριθμό τηλεφώνου του κατηγορούμενου και ότι το πρόσωπο με το οποίο συνομιλούσε ήταν ο κατηγορούμενος, αφού αναγνώρισε τη φωνή του. Ο αριθμός τηλεφώνου του κατηγορούμενου αναγράφεται και στο έντυπο με τίτλο «Στοιχεία Καταθέτη» το οποίο συμπληρώθηκε βάσει πληροφοριών που έδωσε ο κατηγορούμενος προτού δώσει κατάθεση στην αστυνομία. Καταχωρήθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας ανέφερε, επίσης, ότι η παραπονούμενη δεν υπέστη οποιεσδήποτε σωματικές βλάβες, στάλθηκε όμως για ψυχολογική αξιολόγηση και ετοιμάστηκε σχετική έκθεση από τη Δρ. Μαρία Χαμπή ημερομηνίας 09.11.21 (Τεκμήριο 5). Μ.Κ.2 - Μ. Χ. Η παραπονούμενη υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της, κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 26.06.21 (Τεκμήριο 6). Ανέφερε ότι από το 2007 ήταν παντρεμένη με τον κατηγορούμενο και μαζί απέκτησαν δύο παιδιά. Λόγω του ότι δεν τα πήγαιναν καλά στο γάμο τους αποφάσισε να χωρίσουν και έτσι από τον Αύγουστο του 2018 βρίσκονταν σε διάσταση και έπειτα εκδόθηκε διαζύγιο. Μετά το χωρισμό τους, αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα με τον κατηγορούμενο και είχε προβεί σε διάφορες καταγγελίες στην αστυνομία για διάφορα περιστατικά που έλαβαν χώρα. Στις 24.06.21 αποτάθηκε στο ΣΠΑΒΟ για να λάβει βοήθεια και εκεί τη συμβούλευσαν να καταγγείλει τα περιστατικά που την απασχολούν στην αστυνομία. Στις 18.06.21 και περί η ώρα 16:00 ενώ βρισκόταν στο σπίτι της μητέρας της, δέχθηκε κλήση από τον αριθμό τηλεφώνου που ανήκει στον πρώην σύζυγό της, απάντησε το τηλέφωνο και της μίλησε ο κατηγορούμενος. Την ρώτησε που είναι ο γιος τους και του απάντησε ότι έκανε κάποιο διαγώνισμα αγγλικών. Τότε άρχισε να της λέει στο τηλέφωνο ότι είναι ψεύτρα και κλέφτρα και ότι του έκλεψε την κύρια κατοικία που είχε στην Κύπρο και «τις μηχανές του». Αφού αρνήθηκε να τις επιστρέψει, ο κατηγορούμενος της είπε «θα δείτε τί θα πάθετε» και της έκλεισε το τηλέφωνο. Ακολούθως, η παραπονούμενη μετέβη να πάρει τον γιο της από το φροντιστήριο και είδε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν εκεί. Πήρε, όμως, το παιδί χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα. Την ίδια μέρα, η παραπονούμενη, λόγω του ότι φοβήθηκε, μετέβη στον Αστυνομικό σταθμό Επισκοπής για να καταγγείλει το περιστατικό, αλλά την παρέπεμψαν στον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδιών. Τελικά δεν πήγε να καταγγείλει το περιστατικό εκείνη τη μέρα επειδή είχε τα παιδιά μαζί της και δεν είχε χρήματα για καύσιμα. Ανέφερε, επίσης, η παραπονούμενη ότι το πρωί εκείνης της ημέρας, είχε λάβει επιστολή, μέσω επιδότη, η οποία αποστάλθηκε από τον κατηγορούμενο και περιλάμβανε μία ιατρική βεβαίωση που έλεγε ότι έπειτα από το χωρισμό τους, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα. Στις 20.06.21 και περί η ώρα 17:40, συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο στο εστιατόριο Mcdonalds, που βρίσκεται στην περιοχή Πολεμιδιών στη Λεμεσό, ώστε ο ίδιος να δει τα παιδιά του, δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Περί η ώρα 18:20, καθώς έφευγαν, ο κατηγορούμενος τους ακολουθούσε, τα παιδιά μπήκαν μέσα στο αυτοκίνητο της παραπονούμενης και η παραπονούμενη του είπε να μην τα ενοχλεί και να τα αναστατώνει, καθώς ο γιος τους είχε εξετάσεις εκείνη την περίοδο. Αυτός θύμωσε και της είπε: «ακόμη δεν είδες τίποτα, τώρα θα δείτε τί θα πάθετε». Η παραπονούμενη δεν απάντησε και ο κατηγορούμενος έφυγε χωρίς να πει κάτι άλλο. Φοβήθηκε στο άκουσμα αυτής της φράσης αλλά επειδή είχε μαζί της τα παιδιά και δεν είχε κάπου αλλού να τα αφήσει, δεν μετέβη στην αστυνομία για να καταγγείλει το περιστατικό. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας κατέθεσε ότι όταν ο κατηγορούμενος έφυγε από την οικεία όπου διέμεναν, βάσει δικαστικού διατάγματος, άφησε εκεί δύο μοτοσικλέτες, οι οποίες αποτελούν, σύμφωνα με την ίδια, κοινή συζυγική περιουσία. Οι διαδικαστικές διαδικασίες για το διαχωρισμό των περιουσιακών τους στοιχείων ακόμη εκκρεμούν και έτσι οι μοτοσικλέτες παραμένουν στην οικεία όπου διαμένει πλέον η παραπονούμενη. Αυτό είναι ζήτημα, μαζί με το γεγονός ότι η παραπονούμενη διαμένει στην οικεία όπου διέμεναν μαζί προηγουμένως, που έχει απασχολήσει τον κατηγορούμενο και το έχει εκφράσει σε διάφορα πρόσωπα στο παρελθόν, συμπεριλαμβανομένου του δικηγόρου της παραπονούμενης. Είναι σε αυτό το ζήτημα που αναφέρθηκε ο κατηγορούμενος κατά το τηλεφώνημα ημερομηνίας 18.06.
- Επιχειρήθηκε να επεκταθεί η αντεξέταση σε διάφορα γεγονότα που άπτονται των σχέσεων του ζεύγους ή της σχέσης του κατηγορούμενου με τα παιδιά του έπειτα από τα επίδικα περιστατικά αλλά τα ζητήματα αυτά δεν κρίθηκαν σχετικά με τα επίδικα γεγονότα και δεν επιτράπηκαν περαιτέρω ερωτήσεις. Σε κάποιο σημείο, ο κατηγορούμενος υπέβαλε στη μάρτυρα ότι κατά το τέλος των συναντήσεών του με τα παιδιά, πάντοτε τα συνοδεύει στο αυτοκίνητο για την ασφάλειά τους, παίρνοντας μάλιστα αγκαλιά την μικρή του κόρη. Η μάρτυρας συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος συνοδεύει τα παιδιά στο αυτοκίνητο αλλά επέμεινε ότι στις 20.06.21, καθώς τους ακολούθησε στο αυτοκίνητο, ξεστόμισε τη φράση που αναφέρεται στο κατηγορητήριο μπροστά από το γιο τους (η θυγατέρα τους ήταν τότε πολύ μικρή και δεν αντιλήφθηκε τι ειπώθηκε μεταξύ τους). Μ.Κ.3 - Δρ. Μαρία Μπαλλή Η μάρτυρας κλητεύθηκε στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητά της ως κλινική ψυχολόγος, η οποία εργάζεται ως ειδική ψυχολόγος στη Διεύθυνση Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας του κράτους. Περιέγραψε την εμπειρία της στον τομέα αυτό καταθέτοντας διάφορα πιστοποιητικά προς επίρρωση της εμπειρογνωμοσύνης της. Συνέταξε την έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης της παραπονούμενης ημερομηνίας 09.11.2021 (Τεκμήριο 5), έπειτα από αίτημα που υποβλήθηκε από το κλιμάκιο Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια του ΤΑΕ Λεμεσού. Η πρώτη κλινική αξιολόγηση διεξήχθη στις 30.09.21 και η δεύτερη στις 06.10.
- Ανέφερε, περαιτέρω, η μάρτυρας ότι διεξήχθη και μια τρίτη αξιολόγηση ένα έτος αργότερα, ήτοι στις 19.10.22, κατόπιν νέου αιτήματος με αποτέλεσμα να ετοιμαστεί και δεύτερη έκθεση ψυχολογικής αξιολόγησης με ημερομηνία 27.10.
- Αναφερόμενη στο Τεκμήριο 5, η μάρτυρας εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε με σκοπό την αξιολόγηση της ψυχικής υγείας της παραπονούμενης, η οποία οδήγησε στα συμπεράσματα που καταγράφονται στην έκθεση. Επισήμανε η μάρτυρας ότι σε σχέση με τα καταγγελθέντα περιστατικά απειλής κατά της ζωής της παραπονούμενης, «διαπιστώθηκαν συναισθήματα θλίψης, ανησυχίας και φόβου». Ερωτηθείσα σχετικά, η μάρτυρας κατέθεσε ότι η παραπονούμενη της περιέγραψε μια σειρά γεγονότων αναφορικά με τη σχέση της με τον κατηγορούμενο που εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα, κυρίως από το χρόνο κύησης του δεύτερου τέκνου της, όπου υπήρχε μια δυσκολία αποδοχής του παιδιού από τον κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη της περιέγραψε περιστατικά παρενοχλητικής παρακολούθησης της μητέρας κάποιου άλλου παιδιού από τον κατηγορούμενο, ότι επιχείρησε να την «τρακάρει» όταν ήταν έγκυος, ότι την απειλούσε, την τρόμαζε στον ύπνο της, ότι δύο φορές άφησε ανοικτό το γκάζι της οικείας καθώς η ίδια ήταν έγκυος και ότι γενικά της ασκούσε ψυχολογική πίεση για να προβεί σε άμβλωση. Αναφέρθηκε, επίσης, σε περιστατικό κατά το οποίο 6 μήνες πριν την αξιολόγηση ο κατηγορούμενος έσπασε την πόρτα της οικείας, σε άλλο κατά το οποίο έσπασε πλακάκια στην αυλή, σε άλλο που βρήκε τις πόρτες του αυτοκινήτου της ανοικτές και σε άλλο που έριχνε πέτρες στις κάμερες ασφαλείας. Αυτά ενόσω υπήρχαν περιοριστικά μέτρα σε ισχύ εναντίον του. Τα πιο πάνω προκαλούσαν έντονη ανησυχία στην παραπονούμενη, διερωτώταν εάν ο κατηγορούμενος θα τους έβλαπτε ή όχι και προβληματιζόταν ως προς το κατά πόσο ο μεγαλύτερος γιος τους χρειάζεται ψυχολογική στήριξη. Το πόρισμά της, κατόπιν των δύο συναντήσεων που έλαβαν χώρα, ήταν ότι η παραπονούμενη δεν παρουσίαζε «ενεργή ψυχοπαθολογία, διαταραχή σκέψης ή της αντίληψης ή παρεκκλίνουσα συμπεριφορά που δυσχεραίνει την επαφή της με την πραγματικότητα. Διαπιστώθηκε ήπια διαταραχή της διάθεσης, με κυρίαρχα τα συναισθήματα λύπης, αποθάρρυνσης για το μέλλον, συναισθήματα ενοχών για τα παιδιά, εκνευρισμός και δυσκολία στη λήψη αποφάσεων». Κατέθεσε η μάρτυρας ότι τα συμπεράσματα αυτά συνάδουν και συνδέονται με την περιγραφή της παραπονούμενης ως προς την ποιότητα της σχέσης της με τον κατηγορούμενο, τις διαφωνίες που είχαν μεταξύ τους και τη συγκρουσιακή διαδικασία της έκδοσης διαζυγίου. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν εντοπίστηκε συμπτωματολογία μείζονος ψυχικής διαταραχής που να καθιστά αναγκαία τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής εκ μέρους της παραπονούμενης ώστε να παραπεμφθεί σε ψυχίατρο. Έγινε εισήγηση ώστε να συνεχίσει να λαμβάνει ψυχολογική υποστήριξη από ψυχολόγο του συνδέσμου ΣΠΑΒΟ. Ανέφερε, επίσης, ότι τα συναισθήματα που περιγράφονται στην έκθεση συνδέονται με τις συμπεριφορές του κατηγορούμενου που κατήγγειλε η παραπονούμενη και τις οποίες διηγήθηκε η ίδια στη μάρτυρα. Αφορούν προβλήματα στη σχέση της με τον κατηγορούμενο, κυρίως από την περίοδο της κύησης του δεύτερου παιδιού τους και έπειτα. Σημείωσε ότι εκείνη την περίοδο συνέπεσε και η ασθένεια του πατέρα της παραπονούμενης με καρκίνο, το οποίο αποτελεί ένα «ψυχοπιεστικό» γεγονός που ενδεχομένως να συνέβαλε στην πιο «ευάλωτη» εικόνα που παρουσίασε η παραπονούμενη. Κατηγορούμενος Ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι στις 18.06.21 πήρε τηλέφωνο την παραπονούμενη για να της ζητήσει για πολλοστή φορά να του παραδώσει τις δύο μοτοσυκλέτες που του ανήκουν και οι οποίες βρίσκονται στην οικεία όπου διαμένει και της οποίας η παραπονούμενη έχει εξασφαλίσει, μέσω δικαστικού διατάγματος, αποκλειστική χρήση. Εξήγησε ότι η παραπονούμενη δεν χρειάζεται τις συγκεκριμένες μοτοσικλέτες. Ο κατηγορούμενος χρειαζόταν τις μοτοσικλέτες για τη μετακίνησή του ενόψει και των διάφορων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε εκείνο το καιρό. Ως ανέφερε, η παραπονούμενη αδιαφόρησε για πολλοστή φορά και, κατά την τηλεφωνική συνομιλία, «υπήρξε κάποιος εκνευρισμός όπως και παλιότερα». Επίσης, κατέθεσε ο κατηγορούμενος ότι στις 20.06.21 συνάντησε την παραπονούμενη με τα παιδιά στο εστιατόριο Mcdonalds. Όλα κύλησαν καλά χωρίς οποιοδήποτε εκνευρισμό ή διαπληκτισμούς. Κατά το τέλος της συνάντησης, συνόδευσε την παραπονούμενη και τα παιδιά στο αυτοκίνητο και βεβαιώθηκε ότι είχαν προσδεθεί με τη ζώνη ασφαλείας. Δεν ζήτησε οτιδήποτε από την παραπονούμενη, ούτε την απείλησε. Ανέφερε ότι εκείνο το διάστημα αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα και λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Είπε ότι με τα φάρμακα που έπαιρνε, το θεωρεί αδύνατο να ήταν εκνευρισμένος. Παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφα ιατρικών γνωματεύσεων με ημερομηνίες 07.02.20 και 07.06.21, τα οποία μάλιστα επέδωσε, μέσω ιδιώτη επιδότη, προς την παραπονούμενη στις 13.02.20 και στις 18.06.
- Σημειώνεται ότι η αλήθεια του περιεχομένου των ιατρικών γνωματεύσεων δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής και δηλώθηκε από κοινού ως παραδεκτό γεγονός. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι κατά την τηλεφωνική επικοινωνία ημερομηνίας 18.06.21, ο ίδιος απείλησε την παραπονούμενη ότι θα δει τί θα πάθει. Όσον αφορά το περιστατικό ημερομηνίας 20.06.21, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι καθώς συνόδευε την παραπονούμενη και τα παιδιά στο αυτοκίνητο, η παραπονούμενη τότε συνήθιζε να φεύγει «βιαστικά». Εκείνη έβλεπε την όλη διαδικασία επικοινωνίας του με τα παιδιά του ως μια τυπική διαδικασία, ως μια «αναπόφευκτη ρουτίνα», κάτι το οποίο ο ίδιος θεωρούσε στενάχωρο. Ανέφερε ότι εκείνη την μέρα, ήθελε να της μιλήσει και πάλι για τις μοτοσικλέτες αλλά το απέφυγε λόγω της παρουσίας των παιδιών. Όταν ρωτήθηκε ποια ήταν η αντίδρασή του όταν η παραπονούμενη του ζήτησε να φύγει και να μην αναστατώνει τα παιδιά, ο κατηγορούμενος απάντησε αρχικά «πράγματι έτσι έπρεπε να γίνει» και αμέσως έπειτα όταν υποβλήθηκε στον κατηγορούμενο ότι είναι τότε που ξεστόμισε την φράση «θα δείτε τί θα πάθετε» προς την παραπονούμενη ο ίδιος απάντησε «έτσι ισχυρίζεται; Και τί έγινε; Τί πάθαμε μέχρι σήμερα;». Αν και στη συνέχεια αρνήθηκε ότι ξεστόμισε αυτή την φράση ο κατηγορούμενος, διευκρίνισε ότι αν και έχουν λάβει χώρα διάφορα γεγονότα μεταξύ τους, είναι αυτός που έπαθε τα περισσότερα, ειδικότερα λόγω των οικονομικών επιπτώσεων που είχε για εκείνον ο χωρισμός του και η καταβολή διατροφών προς τα παιδιά. Αξιολόγηση Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία, και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή κακό μνημονικό τους και, γενικότερα, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, προτού χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί αν είναι ή όχι αξιόπιστη (Τσεκούρα ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563), με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αποδεικνύει οτιδήποτε (Αθανάσιου και Άλλος ν Κουκούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614). Παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα είναι η εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο, μέσω των αντιδράσεών του, τον τρόπο που απαντά, την ευχέρεια που είχε να αντιληφθεί τα γεγονότα και την ιδιοσυγκρασία του. Όμως, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία (Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 101/13, ημερ. 06/06/2016). Δεν είναι ορθή η μικροσκοπική εξέτασή της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας ως αναξιόπιστο (Μιχαήλ και άλλου ν Αστυνομία, Ποιν. Εφ. 145/14, ημερ. 15/04/16, Mohamed ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266). Μόνο όταν διαπιστωθεί ότι μαρτυρία που παρουσίασε ο διάδικος περιέχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας, μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο που αφορά στο βάρος και επίπεδο απόδειξης (Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422). Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 ήταν τυπικής φύσεως και περιορίστηκε στο να περιγράψει τις ενέργειες στις οποίες προέβη η αστυνομία κατά την εξέταση της υπόθεσης και να προσκομίσει στο Δικαστήριο διάφορά έγγραφα σε σχέση με αυτές. Δεν εντόπισα οτιδήποτε στα λεγόμενά του ή στον τρόπο που κατέθεσε που να δύναται να πλήξει την αξιοπιστία του. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της. Η Μ.Κ.2 άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Κατέθεσε με πειστικό τρόπο, ευθύτητα, αμεσότητα και χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές. Τα όσα ανέφερε είχαν λογική συνοχή και δεν εντόπισα οποιαδήποτε αντίφαση στα λεγόμενά της. Ο ισχυρισμός της ότι έλαβε τηλεφωνική κλήση από τον κατηγορούμενο στις 18.06.21 και ότι υπήρξε κάποια ένταση στη συζήτηση που έλαβε χώρα σε σχέση με τις μοτοσυκλέτες που παρέμειναν στην οικεία της και την ιδιοκτησία των οποίων διεκδικεί ο κατηγορούμενος, δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της Υπεράσπισης. Συνάδει και με τη μαρτυρία του κατηγορούμενου. Ο ισχυρισμός της ότι στις 20.06.21 συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο με σκοπό ο τελευταίος να δει τα παιδιά τους και ότι ο κατηγορούμενος τους ακολούθησε μέχρι το αυτοκίνητο της παραπονούμενης, επίσης, δεν αμφισβητήθηκε και συνάδει με τη μαρτυρία και του ίδιου του κατηγορούμενου. Περαιτέρω, οι εξηγήσεις που έδωσε ως προς το λόγο που δεν προχώρησε άμεσα σε καταγγελία στην αστυνομία παρουσιάζονται ως λογικοφανείς υπό τις περιστάσεις. Όσον αφορά το πρώτο περιστατικό που εξετάζεται, επιχείρησε να το πράξει αλλά παραπέμφθηκε σε άλλο αστυνομικό τμήμα και λόγω της οικονομικής δυσχέρειας στην οποία βρισκόταν (ανέφερε ότι δεν είχε χρήματα ούτε για καύσιμα) αλλά και λόγω του ότι είχε υπό τη φροντίδα της δύο μικρά παιδιά εν τέλει δεν το έπραξε. Όσον αφορά το δεύτερο περιστατικό και πάλι δεν το έπραξε λόγω του ότι ήταν βράδυ και είχε στο αυτοκίνητο τα δυο παιδιά της. Το έπραξε λίγες μέρες αργότερα, κατόπιν συμβουλής που έλαβε από τους λειτουργούς του ΣΠΑΒΟ όταν αποτάθηκε εκεί για βοήθεια. Πειστικός και αληθοφανής αναφύεται και ο ισχυρισμός της ότι στο άκουσμα των επίδικων φράσεων, η ίδια πανικοβλήθηκε και φοβήθηκε. Προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου ότι οι σχέσεις της μάρτυρας με τον κατηγορούμενο ήταν τεταμένες εκείνη την περίοδο και προηγήθηκαν διάφορες καταγγελίες στην αστυνομία σε σχέση με κακοποιητικές συμπεριφορές (ποτέ όμως σωματικής φύσεως). Ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε έντονα ψυχολογικά προβλήματα εκείνη την περίοδο και κάποιες από τις ενέργειές του (όπως η παρουσία του στο φροντιστήριο του γιου του αμέσως έπειτα από το τηλεφώνημα στις 18.06.21 ή η άνευ λόγου αποστολή ιατρικής γνωμάτευσης σε σχέση με την ψυχολογική του κατάσταση προς την παραπονούμενη μέσω δικαστικού επιδότη), συναρτώμενες με τις φράσεις που ξεστόμισε ο κατηγορούμενος, εύλογα θα προκαλούσαν αισθήματα φόβου και ανησυχίας στην παραπονούμενη, ως ήταν και η θέση της εξάλλου. Η αντεξεταστική γραμμή που ακολουθήθηκε δεν κατάφερε με οποιοδήποτε τρόπο να πλήξει την αξιοπιστία της παραπονούμενης και μάλιστα, παρατηρώ ότι κατά την αντεξέταση της, δεν της υποβλήθηκε καν η θέση ότι οι ουσιώδεις για τα επίδικα γεγονότα ισχυρισμοί της περί απειλών είναι ψευδείς ή ότι η ίδια είχε κάποιο κίνητρο να καταγγείλει τον κατηγορούμενο ψευδώς στην αστυνομία ή στο Δικαστήριο ότι την απείλησε στις 18.06.21 και στις 20.06.21. Με έχει πείσει η παραπονούμενη για την αλήθεια των όσων κατέθεσε και αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολό της. Η Μ.Κ.3 προσήλθε στο Δικαστήριο ως εμπειρογνώμονας επί ζητημάτων ψυχικής υγείας. Ως έχει επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή Π.Ε. 290/2008, 23.12.2011 αποτελεί βασική και πάγια νομολογιακή αρχή ότι για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα, πλην του ότι, κατά παρέκκλιση του γενικού κανόνα, εμπειρογνώμονες δύνανται να εκφέρουν γνώμη στον τομέα ειδίκευσής τους. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση (βλ. Πιττάλης κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd. κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814 και Cybarco Ltd. v. Kovascik
(2001)1 Α.Α.Δ. 2013). Η Μ.Κ.3 άφησε πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Πρόκειται για τρίτο ανεξάρτητο πρόσωπο το οποίο δεν είχε οποιοδήποτε κίνητρο να καταθέσει ψευδώς στο Δικαστήριο. Κατέθεσε με σαφή και εμπεριστατωμένο τρόπο, εξηγώντας με πληρότητα και καθαρότητα λόγου, ευθύτητα και χωρίς υπεκφυγές τη διαδικασία που ακολούθησε και τα ευρήματά που προέκυψαν από την ψυχολογική αξιολόγηση της παραπονούμενης. Η εμπειρογνωμοσύνη της επί του αντικειμένου στηρίχθηκε με σχετική μαρτυρία και δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης. Αποδέχομαι, λοιπόν, τη μαρτυρία της στο σύνολό της. Υπεισερχόμενος στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου, διαπιστώνω ότι σε πολλά σημεία ο κατηγορούμενος υπήρξε ασαφής στη μαρτυρία του. Ήταν εμφανής η στεναχώρια του και η συναισθηματική του φόρτιση όταν ο ίδιος κατέθετε στο Δικαστήριο (αλλά και γενικότερα κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας). Παρατήρησα μια συνεχή τάση μετατόπισης της εστίασης των γεγονότων που παρέθετε μακριά από τα επίδικα γεγονότα προς τα γενικότερα οικονομικά και ψυχολογικά προβλήματα που ο ίδιος αντιμετώπιζε, την αδικαιολόγητη άρνηση της παραπονούμενης να του επιστρέψει τις μοτοσικλέτες του, την αδικία που ένιωθε ως προς κάποιες αποφάσεις του Οικογενειακού Δικαστηρίου, το γεγονός ότι ο ίδιος υπέστη τροχαίο ατύχημα που του προκάλεσε σοβαρές σωματικές βλάβες και το ότι πλέον τα πράγματα έχουν βελτιωθεί και διατηρεί καλύτερες σχέσεις με τα παιδιά του. Μου δόθηκε η εντύπωση ότι ο κατηγορούμενος προσπαθούσε να δικαιολογήσει και να εξηγήσει στο Δικαστήριο τις συνθήκες και τη ψυχολογική κατάσταση που τον ώθησε να ενεργήσει με τον τρόπο που του καταλογίζει η παραπονούμενη καθώς και να διευκρινίσει ότι η κατάσταση έχει πλέον βελτιωθεί από τότε, παρά, μέσω της μαρτυρίας του, να αντικρούσει την εκδοχή της παραπονούμενης, ανεξαρτήτως του εάν επέμεινε στην άρνηση και μη παραδοχή του ότι διέπραξε τα υπό κρίση αδικήματα. Κατά την παράθεση των γεγονότων που αφορούν στις υπό εξέταση κατηγορίες, παραδέχθηκε ότι πήρε τηλέφωνο την παραπονούμενη στις 18.06.21, εξήγησε ότι ο λόγος που της τηλεφώνησε ήταν για να της ζητήσει να του παραδώσει τις δύο μοτοσικλέτες που παρέμειναν στην οικεία της όταν ο ίδιος αναγκάστηκε να αποχωρήσει και παραδέχθηκε ότι κατά τη συζήτηση υπήρξε «εκνευρισμός», τον οποίο προσπάθησε να εξηγήσει στο Δικαστήριο υποδεικνύοντας ότι η άρνησή της να του παραδώσει τις μοτοσικλέτες του ήταν παράλογη. Δεν περιέγραψε ο κατηγορούμενος πώς έληξε η συγκεκριμένη συνομιλία αλλά ερωτηθείς κατά την αντεξέτασή του, απάντησε ότι δεν απείλησε την παραπονούμενη. Περαιτέρω, παραδέχθηκε ότι συνάντησε την παραπονούμενη και τα παιδιά στις 20.06.21 και ότι προς το τέλος της συνάντησης τους συνόδευσε στο αυτοκίνητο. Εξέφρασε, το παράπονό του, ότι η παραπονούμενη αντιμετώπιζε το χρόνο επικοινωνίας του ίδιου με τα παιδιά του ως μια «αναπόφευκτη ρουτίνα» και ότι ενεργούσε «βιαστικά». Ανέφερε ότι ένιωθε την ανάγκη να της μιλήσει και πάλι για το ζήτημα των μοτοσικλετών που αρνείτο να του παραδώσει, αλλά το απέφυγε. Όταν του υποβλήθηκε ότι η παραπονούμενη του ζήτησε να σταματήσει να αναστατώνει τα παιδιά γιατί ο γιος τους είχε διαβάσματα, ο ίδιος δεν διαφώνησε με τη θέση αυτή αλλά επέμεινε ότι δεν ξεστόμισε την επίδικη φράση. Διερωτήθηκε μάλιστα σε κάποιο σημείο της μαρτυρίας του αναφερόμενος στην επίδικη φράση που κατ' ισχυρισμό ξεστόμισε, τί έπαθε τελικά η παραπονούμενη έπειτα από τα περιστατικά αυτά, θέλοντας προφανώς να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα τη τις συνέπειες της όποιας απειλής κατηγορείται ότι ξεστόμισε. Όλα τα πιο πάνω, τείνουν να υποστηρίξουν την εκδοχή της παραπονούμενης αφού περιγράφονται οι ίδιες συνθήκες που σύμφωνα με την ίδια, εκνεύρισαν τον κατηγορούμενο και τον οδήγησαν να ξεστομίσει τις επίδικες φράσεις. Κατά την κρίση μου, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παρέπεμπε σε πρόσωπο το οποίο κατηγορείται άδικα για κάτι που δεν έχει διαπράξει, αλλά σε πρόσωπο το οποίο ένιωθε ότι, σε σύγκριση με τις επιπτώσεις που είχε ο ίδιος έπειτα από το χωρισμό του με την παραπονούμενη, η δική του στάση δεν ήταν τόσο αξιόμεπτη και δεν είχε τόσο σοβαρές επιπτώσεις προς εκείνη, η οποία κατά την θέση του, επωφελήθηκε περισσότερο από το χωρισμό τους, όσον αφορά τουλάχιστον τη διατήρηση της συζυγικής εστίας, των περιουσιακών στοιχείων και της μέριμνας των παιδιών. Σημειώνεται ότι ο κατηγορούμενος σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του δεν επιχείρησε να εξηγήσει τη δική του θέση ως προς το γιατί η παραπονούμενη προχώρησε σε ψευδή καταγγελία εναντίον του στην αστυνομία, ούτε επιχείρησε να προσκομίσει μαρτυρία ως προς το κίνητρο ή το όφελος που θα αποκόμιζε η παραπονούμενη πράττοντας κάτι τέτοιο. Τονίζεται ότι αυτό το σημείο δεν απασχόλησε την Υπεράσπιση ούτε κατά το στάδιο αντεξέτασης της παραπονούμενης. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων ότι η παραπονούμενη τον κατήγγειλε ψευδώς στην αστυνομία για να ασκήσει πίεση εναντίον του ώστε να περιορίσει τις αξιώσεις του ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, αλλά καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να τείνει να υποστηρίξει τέτοιο ισχυρισμό (εάν, δηλαδή, και με ποιο τρόπο η παραπονούμενη επιχείρησε να χρησιμοποιήσει την προώθηση της παρούσας υπόθεσης προς όφελός της στο πλαίσιο άλλων διαδικασιών). Νοείται, ότι η επιχειρηματολογία που προωθείται κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων της υπόθεσης δεν συνιστά μαρτυρία και δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο, ως τέτοια. Επισημαίνεται, επίσης, ότι στο περιεχόμενο του ιατρικού πιστοποιητικού ημερομηνίας 07.06.21, το οποίο μάλιστα επιδόθηκε στην παραπονούμενη στις 18.06.21, ημερομηνία της κατ' ισχυρισμό διάπραξης των αδικημάτων που αφορούν στις κατηγορίες αρ. 1 και 2, δεν περιέχεται οτιδήποτε που να επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τη δυνατότητα ή ικανότητα του κατηγορούμενου να διαπράξει τα υπό κρίση αδικήματα. Συνεπώς, ιδωμένη υπό το φως της υπόλοιπης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου και η υπερασπιστική γραμμή που ακολούθησε ήταν συγκεχυμένη και στερείται πειστικότητας. Η άρνησή και μόνο του κατηγορούμενου ότι ξεστόμισε τις επίδικες φράσεις στις 18.06.21 και στις 20.06.21 προς την παραπονούμενη δεν αρκεί, δίχως άλλο, για να καταρρίψει την πειστικότητα της υπόλοιπης μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο των τεκμηρίων και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος ήταν παντρεμένοι από το 2007 και μαζί απέκτησαν δύο παιδιά. Από τον Αύγουστο του 2018 βρίσκονταν σε διάσταση και έπειτα εκδόθηκε διαζύγιο. Έπειτα από το χωρισμό τους συνέχιζαν να αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα στη σχέση τους και η παραπονούμενη είχε προβεί σε διάφορες καταγγελίες στην αστυνομία για διάφορα περιστατικά που έλαβαν χώρα (τα οποία, όμως, δεν αφορούν στην παρούσα υπόθεση). - Στις 18.06.21 και περί η ώρα 16:00 ενώ βρισκόταν στο σπίτι της μητέρας της, η παραπονούμενη δέχθηκε τηλεφωνική κλήση από τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος της ζήτησε να του παραδώσει τις μοτοσικλέτες που βρίσκονται στην οικεία της παραπονούμενης και η παραπονούμενη αρνήθηκε να το πράξει. Η συζήτηση μεταξύ τους ήταν έντονη και σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος της είπε «θα δείτε τί θα πάθετε» και της έκλεισε το τηλέφωνο. Στο άκουσμα της φράσης, η παραπονούμενη ένιωσε συναισθήματα ανησυχίας και φόβου. Νωρίτερα την ίδια μέρα, η παραπονούμενη είχε λάβει μέσω ιδιώτη επιδότη ιατρική γνωμάτευση, την οποία της είχε αποστείλει ο κατηγορούμενος και στην οποία παρατίθενται τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος εκείνη την περίοδο. Έπειτα από το τηλεφώνημα, η παραπονούμενη μετέβη να πάρει τον γιο της από το φροντιστήριο και είδε ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν εκεί. Πήρε, όμως, το παιδί χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα. Την ίδια μέρα, η παραπονούμενη μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής για να καταγγείλει το περιστατικό, αλλά την παρέπεμψαν στον αστυνομικό σταθμό Πολεμιδιών. Τελικά δεν πήγε να καταγγείλει το περιστατικό εκείνη τη μέρα επειδή είχε τα παιδιά μαζί της και δεν είχε χρήματα για καύσιμα. - Στις 20.06.21 και περί η ώρα 17:40, η παραπονούμενη και ο κατηγορούμενος συναντήθηκαν στο εστιατόριο Mcdonalds, που βρίσκεται στην περιοχή Πολεμιδιών στη Λεμεσό, ώστε ο ίδιος να δει τα παιδιά του, δυνάμει δικαστικού διατάγματος. Περί η ώρα 18:20, καθώς έφευγαν, ο κατηγορούμενος τους συνόδευσε στο αυτοκίνητο, τα παιδιά μπήκαν μέσα στο αυτοκίνητο της παραπονούμενης και η παραπονούμενη του είπε να μην τα ενοχλεί και να τα αναστατώνει, καθώς ο γιος τους είχε εξετάσεις εκείνη την περίοδο. Αυτός θύμωσε και της είπε: «ακόμη δεν είδες τίποτα, τώρα θα δείτε τί θα πάθετε». Η παραπονούμενη δεν απάντησε και ο κατηγορούμενος έφυγε χωρίς να πει κάτι άλλο. Φοβήθηκε στο άκουσμα αυτής της φράσης αλλά επειδή είχε μαζί της τα παιδιά και δεν είχε κάπου αλλού να τα αφήσει, δεν μετέβη στην αστυνομία για να καταγγείλει το περιστατικό. - Στις 24.06.21 αποτάθηκε στο ΣΠΑΒΟ για να λάβει βοήθεια και εκεί τη συμβούλευσαν να καταγγείλει τα περιστατικά που την απασχολούν στην αστυνομία, όπως και έπραξε. Το Κλιμάκιο Βίας στην Οικογένεια του Τμήματος Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων Λεμεσού παρέπεμψε την παραπονούμενη σε ψυχολογική αξιολόγηση από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του κράτους. - Σε συναντήσεις που είχε στις 30.09.21 και 06.10.21 με την κλινική ψυχολόγο, Δρ. Μαρία Μπαλλή, η παραπονούμενη περιέγραψε μια σειρά από γεγονότα ψυχικής πίεσης και κακοποιητικής συμπεριφοράς που, σύμφωνα με την ίδια, υπέστη από τον κατηγορούμενο από την περίοδο της κύησης του δεύτερου τέκνου της. Η κλινική ψυχολόγος δεν εντόπισε συμπτωματολογία σε έκταση και βαθμό που να ικανοποιεί ψυχική διαταραχή σύμφωνα με τα καθιερωμένα συστήματα ταξινόμησης ψυχικών διαταραχών (DSM και ICD). Διαπιστώθηκε, όμως, ήπια διαταραχή στη διάθεση της παραπονούμενης, με κυρίαρχα τα συναισθήματα λύπης, αποθάρρυνσης για το μέλλον, συναισθήματα ενοχών για τα παιδιά, εκνευρισμός και δυσκολία στη λήψη αποφάσεων, συναισθήματα τα οποία συνδέονται με την ποιότητα της σχέσης της με τον κατηγορούμενο, τις διαφωνίες μεταξύ τους και τη συγκρουσιακή διαδικασία έκδοσης του διαζυγίου. Νομική πτυχή Η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει, παρουσιάζοντας αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία, τη σωρευτική συνύπαρξη των συστατικών στοιχείων του κάθε αδικήματος «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Εάν στο τέλος της υπόθεσης και στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του, μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου (αρκεί αυτή να είναι εύλογη), τότε αυτό θα πρέπει να λειτουργήσει υπέρ του κατηγορούμενου και να οδηγήσει στην απαλλαγή του από την κατηγορία που του προσάπτεται (βλ. Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, Τούμπας ν Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97). Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες απειλής κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με το άρθρο 91Α: "Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη." Προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης παράνομης πράξης, και β) η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στο πρόσωπο που απειλείται. Ως έχει αναφερθεί στην πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ , ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 41/2021, 28/9/2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, «το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο που απευθύνονται». Διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13: "Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα. Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence», όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος." Στρεφόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, και στις δύο περιπτώσεις, ήτοι στις 18.06.21 και 20.06.21, ο κατηγορούμενος ξεστόμισε τις φράσεις: «Θα δείτε τί θα πάθετε» και «Ακόμα δεν είδες τίποτε, τώρα θα δείτε τί θα πάθετε». Αντικειμενικά ιδωμένη και σε συνάρτηση με τις συνθήκες υπό τις οποίες λέχθηκε, η φράση που ξεστόμισε ο κατηγορούμενος ήταν ικανή να προκαλέσει φόβο ή ανησυχία στο πρόσωπο στα οποίο απευθυνόταν, ήτοι στην παραπονούμενη. Αυτό ήταν το φυσικό επακόλουθο των ενεργειών του, συνεπώς τεκμαίρεται ότι είχε και την απαραίτητη πρόθεση να το πράξει. Μάλιστα, από τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, προκύπτει ότι όντως η παραπονούμενη φοβήθηκε και ανησύχησε στο άκουσμα των πιο πάνω φράσεων, με αποτέλεσμα να αποταθεί στο ΣΠΑΒΟ για βοήθεια και να καταγγείλει το περιστατικό στην αστυνομία. Πληρούνται, λοιπόν, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής, σε σχέση με την 1η και 3η κατηγορία. Αναφορικά με τις κατηγορίες 2 και 4, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι άσκησε βία στην παραπονούμενη προκαλώντας της άμεσα ψυχική βλάβη, κατά παράβαση των προνοιών του άρθρων 2 και 3 του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/
- Κατά τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 3 του Νόμου, το αδίκημα της άσκησης βίας προκαλούσας ψυχική βλάβη στοιχειοθετείται εάν αποδειχθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι (α) ο κατηγορούμενος προέβη σε οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά, (β) κατά μέλους της οικογένειας, (γ) η οποία έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση ψυχικής βλάβης στο πρόσωπο αυτό. Το ερώτημα που εγείρεται, εν προκειμένω, είναι κατά πόσο η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορούμενου προκάλεσε «ψυχική βλάβη» στην παραπονούμενη και μάλιστα «άμεση» ως αποδίδεται σε αυτόν μέσω των κατηγοριών αρ. 2 και
- Από τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί, ειδικότερα αυτήν της Μ.Κ.3, προκύπτει ότι η παραπονούμενη δεν παρουσίασε συμπτωματολογία σε έκταση και βαθμό που να ικανοποιεί ψυχική διαταραχή σύμφωνα με τα καθιερωμένα συστήματα ταξινόμησης ψυχικών διαταραχών (DSM και ICD). Παρουσίασε μόνο ήπια διαταραχή της διάθεσής της. Περαιτέρω, τα ευρήματα στα οποία προέβη η κλινική ψυχολόγος ως προς αυτή της την κατάληξη, δεν στηρίζονται μόνο στα δύο πιο πάνω περιστατικά απειλών (ως καταγράφονται στο κατηγορητήριο), αλλά εκτείνονται σε μια σχετικά μεγάλη χρονική διάρκεια από την κύηση του δεύτερου παιδιού της παραπονούμενης μέχρι και τον χωρισμό της με τον κατηγορούμενο και αφορούν σε μια σειρά ενεργειών, συγκρούσεων και συμπεριφορών του κατηγορούμενου τις οποίες διηγήθηκε η παραπονούμενη στη Μ.Κ.3 αλλά οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης στην παρούσα υπόθεση. Ενόψει των πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι πληρούνται εν προκειμένω τα συστατικά στοιχεία των υπό εξέταση αδικημάτων και το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με βεβαιότητα ότι οι πιο πάνω απειλές προκάλεσαν άμεση ψυχική βλάβη στην παραπονούμενη, πέραν της πρόκλησης φόβου και ανησυχίας, το οποίο, εν πάση περιπτώσει, αποτελεί και συστατικό στοιχείο του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Κατάληξη Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες με αριθμούς 1 και 3 και αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες με αρ. 2 και
- [Υπ.] ......... Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο