Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Α.Σ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 645/20, 17/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Συμεωνίδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 645/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v
- Α.Σ.
- Χ.Σ. Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 17.10.23 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νικολάου Για Κατηγορούμενο: κ. Ταμπούρλας Κατηγορούμενοι: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (Δοθείσα αυθημερόν) Η 1η κατηγορούμενη και ο 2ος κατηγορούμενος κατηγορούνται ότι στις 16.09.2019 εξύβρισαν δημόσια τον παραπονούμενο Σ.Σ. με τη λέξη «Πουστοπεζέβεγκε» (κατηγορίες αρ. 1 και 2 αντίστοιχα) και ο 2ος κατηγορούμενος κατηγορείται ότι την ίδια μέρα εξύβρισε την παραπονούμενη Δ.Μ. με τη λέξη «σιηλλοπουτάνα» (κατηγορία αρ. 3), κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 99[1] του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες και από την πλευρά της Υπεράσπισης, οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε ανώμοτη δήλωση. Σειρά από γεγονότα δηλώθηκαν από κοινού ως παραδεκτά. Η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, ως αυτή μπορεί να συνοψιστεί από το Δικαστήριο, έχει ως εξής: Μ.Κ.1 - Σ.Σ./ παραπονούμενος Ο Μ.Κ.1, 73 ετών, υιοθετώντας το περιεχόμενο της κατάθεσης ημερομηνίας 16.09.2019 (Τεκμήριο 1), κατέθεσε ότι η ακίνητη του ιδιοκτησία στο χωριό [], της επαρχίας Λεμεσού, όπου υπάρχει μια οικεία και ένα περιβόλι συνορεύει με το σπίτι της κατηγορούμενης
- Ο παραπονούμενος και η σύζυγός του είχαν για πολλά χρόνια συνοριακές διαφορές με την κατηγορούμενη
- Στις 16.09.2019, το πρωί, ο παραπονούμενος διαπίστωσε ότι η κατηγορούμενη είχε αφαιρέσει την περίφραξη που υπήρχε προηγουμένως στο σημείο των συνόρων της ακίνητης ιδιοκτησίας του παραπονούμενου και τοποθέτησε «καινούργιους στύλους με ττέλια μέσα στο κτήμα» του. Η κατηγορούμενη 1 μαζί το γιο της, κατηγορούμενο 2, βρίσκονταν ακόμη εκεί και τοποθετούσαν την καινούργια περίφραξη. Ο παραπονούμενος τότε τους ζήτησε το λόγο που προέβησαν σε αυτή την ενέργεια. Έπειτα, πήρε μία πένσα από το σπίτι του και έκοψε «τα μικρά ττέλια, που κρατούσαν το ττέλι πάνω στους στύλους», αφαίρεσε τους στύλους και τύλιξε το ττέλι τοποθετώντας το στην άκρη του χωραφιού του. Καθώς αφαιρούσε την περίφραξη, και οι δύο κατηγορούμενοι, με πρώτη την κατηγορούμενη 1, του είπαν «ρε πουστοπεζέβεγκε γιατί φκάλλεις τους στύλους, εάν τους φκάλεις εννά σε πέψουμε φυλακή». Ο ίδιος τους ρώτησε «γιατί ττελιάσατε αφού είμαστε στα Δικαστήρια» και απάντησαν ότι θα τον πάρουν φυλακή και θα του πιάσουν το σπίτι. Η σύζυγος του Μ.Κ.1, ήτοι η Μ.Κ.2 άρχιζε να φωνάζει στον παραπονούμενο να επιστρέψει στο σπίτι για να μην γίνει μεγαλύτερο κακό και τότε η κατηγορούμενη 1 της είπε «νάμπου θέλεις ρα σιηλοπουτάνα εσύ τζαι φωνάζεις». Ο παραπονούμενος επέστρεψε στο σπίτι χωρίς να μιλήσει με κανένα μέχρι που έφθασε η αστυνομία. Η απόσταση του κύριου δρόμου που εφάπτεται της ακίνητης ιδιοκτησίας του παραπονούμενου από το σημείο όπου έλαβε χώρα το συμβάν είναι περίπου 1,50 μέτρα αλλά ο παραπονούμενος δεν πρόσεξε να είχε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στο μέρος. Ερωτηθείς εάν άκουσε τις βρισιές οποιοδήποτε άλλο άτομο, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι τις άκουσε η σύζυγός του ενώ τις φωνές τους άκουσαν και άλλα πρόσωπα στο χωριό, αφού όταν πήγε στο καφενείο του χωριού αργότερα την ίδια μέρα, οι συχωριανοί του τον ρωτούσαν τί έπαθαν και φώναζαν. Είπε «μας άκουγαν και άλλοι στο χωριό γιατί ήταν Κυριακή». Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε αρχικά ότι τηλεφώνησε αμέσως στην αστυνομία για να καταγγείλει το συμβάν. Όταν του ζητήθηκαν περισσότερες λεπτομέρειες και του υποβλήθηκε ότι δεν πήρε τηλέφωνο στην αστυνομία, ο μάρτυρας απάντησε ότι τηλεφώνησε αλλά οι κατηγορούμενοι πρόλαβαν να τηλεφωνήσουν πρώτοι. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι το επίδικο συμβάν έλαβε χώρα ημέρα Δευτέρα και όχι Κυριακή, ως ανέφερε. Ο μάρτυρας απάντησε ότι από όσα θυμόταν, είχε επιστρέψει από τη Λευκωσία το Σάββατο, λόγω του ότι εκείνες τις ημέρες είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση η σύζυγός του (στη Λευκωσία) και ότι το συμβάν έλαβε χώρα το επόμενο πρωί, δηλαδή την Κυριακή. Εντούτοις, ως ανέφερε λόγω του χρόνου που έχει περάσει, δεν μπορεί να θυμάται με βεβαιότητα τί ημέρα ήταν και εάν ήταν όντως Κυριακή. Ερωτηθείς σχετικά ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν διαπίστωσε ότι οι κατηγορούμενοι είχαν τοποθετήσει νέα περίφραξη εντός του δικού του τεμαχίου, θύμωσε και γι' αυτό πήγε στο σπίτι του για να πάρει την πένσα. Όταν άρχισε να αποσυνδέει την περίφραξη, οι κατηγορούμενοι τον πλησίασαν και άρχισαν να τον βρίζουν. Επανέλαβε ότι τον έβρισαν και οι δύο με τη λέξη «πουστοπεζέβενγος»: πρώτος ο κατηγορούμενος 2 και έπειτα η κατηγορούμενη
- Ο ίδιος δεν έβρισε τους κατηγορούμενους καθόλου και έπειτα πήγε σπίτι του και ειδοποίησε την αστυνομία. Υποβλήθηκε στο μάρτυρα ότι είχε κόψει το ττέλι με την πένσα και ρωτήθηκε εάν έκοψε και τους στύλους και τους έριξε στο τεμάχιο των κατηγορούμενων. Επισημάνθηκε, μάλιστα, ότι αυτό ανέφερε στην κατάθεσή του. Ο μάρτυρας διαφώνησε επαναλαμβάνοντας ότι έκοψε μόνο τα σύρματα (τα «μικρά ττέλια») που ένωναν το συρματόπλεγμα με τους στύλους, ότι αφαίρεσε τους στύλους και τύλιξε το συρματόπλεγμα. Όπως ανέφερε, το «ξυένωσε» για να το ξαναχρησιμοποιήσει καθότι γνώριζε ότι θα έπρεπε να τοποθετηθεί ξανά περίφραξη. Αυτές οι ενέργειες αναφέρονται και στην κατάθεσή του, παρά το ότι του υποδείχθηκε, κατά την αντεξέταση, ότι αναφέρεται εκεί κάτι διαφορετικό. Η αντεξέταση επεκτάθηκε στις συνοριακές διαφορές που προηγήθηκαν του συμβάντος, περιλαμβανομένων και δικαστικών διαδικασιών που εγέρθηκαν αλλά και στο γεγονός ότι έπειτα από το συμβάν, τέθηκαν εκ νέου τα ορόσημα μεταξύ των δύο τεμαχίων, κατόπιν υποδείξεων του Κτηματολογίου και ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος τοποθέτησε νέα περίφραξη με δικά του έξοδα, περίπου μισό μέτρο εντός του δικού του τεμαχίου (σε σχέση με την περίφραξη που είχαν τοποθετήσει οι κατηγορούμενοι). Αναφέρθηκε, επίσης, από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι αρκετές φορές πριν την έναρξη της ακρόασης έγινε πρόταση από τους εδώ κατηγορούμενους να καταβάλουν οι εδώ παραπονούμενοι το ποσό των Ευρώ 800 για τη ζημιά που προκλήθηκε στην περίφραξη ώστε να αποσυρθούν τα εκατέρωθεν παράπονα (εφόσον εκκρεμεί ως αναφέρθηκε στο Δικαστήριο και άλλη ποινική υπόθεση εναντίον του Μ.Κ.1 σχετικά με την πρόκληση κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία των εδώ κατηγορούμενων) και ότι οι εδώ παραπονούμενοι δεν αποδέχτηκαν κάτι τέτοιο. Ο μάρτυρας αρνείται ότι προκάλεσε τέτοια ζημιά, ο ίδιος τοποθέτησε ξανά την περίφραξη με δικά του έξοδα και ήταν διατεθειμένος, μάλιστα, να βάλει και τους ίδιους στύλους που υπήρχαν προηγουμένως, αλλά οι κατηγορούμενοι επέμειναν στην αξίωσή τους για την καταβολή του ποσού των Ευρώ 800 - εξού και δεν αποσύρθηκαν τα εκατέρωθεν παράπονα. Μ.Κ.2 - Δ.Α./ παραπονούμενη Η Μ.Κ.2, 78 ετών, υιοθετώντας την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 16.09.2019 (Τεκμήριο 2) ανέφερε ότι τους περισσότερους μήνες διαμένει στην οικεία που κατέχει με το σύζυγό της στο χωριό [] στην Επαρχία Λεμεσού. Περιέγραψε συνοπτικά τις συνοριακές διαφορές που είχαν με την γειτόνισσά τους, κατηγορούμενη 1 και ανέφερε ότι την ίδια μέρα, ο σύζυγός της κατέβηκε στο περβόλι δίπλα από την οικεία τους για να ποτίσει τα δέντρα. Η ίδια βρισκόταν στο σπίτι όταν άκουσε το σύζυγό της να φωνάζει σε απόσταση περίπου 100 μέτρων. Βγήκε έξω και είδε το σύζυγό της να έρχεται βιαστικός στο σπίτι να παίρνει μια πένσα και να φεύγει και πάλι προς το σημείο όπου η κατηγορούμενη 1 είχε τοποθετήσει νέα περίφραξη γύρω από τη δική της ιδιοκτησία. Η μάρτυρας φώναζε από το μπαλκόνι της οικείας της στον σύζυγό της να γυρίσει πίσω, και τότε άκουσε την κατηγορούμενη 1 να της φωνάζει «ίντα μπου θέλεις εσύ ρα σιηλοπουτάνα που τζιειπάνω τζαι φωνάζεις». Επίσης, άκουσε τον κατηγορούμενο 2 να λέει στο σύζυγό της «ρε πεζεβέγκη εννά σου πιάμε τζαι το σπίτι». Η ίδια δεν απάντησε και μπήκε μέσα στο σπίτι όπου έφθασε και ο σύζυγός της. Η μάρτυρας πρόσθεσε ότι από τότε δεν μιλούν με την κατηγορούμενη 1, αν και η μάρτυρας της είχε ζητήσει στο παρελθόν 2-3 φορές να αποκαταστήσουν τις σχέσεις τους. Ανέφερε ότι πρόσφατα έχει αποβιώσει ο γιος της και δεν επιθυμούσε άλλο να απασχολείται με αυτό το ζήτημα. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι είχαν διαφορές με την κατηγορούμενη 1 όσον αφορά τα σύνορα των περιουσιών τους αλλά, λόγω του ότι πέρασαν πολλά χρόνια αλλά και λόγω του ότι στο μεσοδιάστημα απεβίωσε ο γιος της, δεν θυμάται και δεν ήταν σε θέση να περιγράψει πως και πότε ακριβώς προέκυψαν οι διαφορές αυτές και τί έλαβε χώρα μεταξύ τους. Ερωτηθείσα σχετικά, η μάρτυρας απάντησε ότι, κατά τον επίδικο χρόνο, η κατηγορούμενη 1 είχε καλέσει λειτουργό του Κτηματολογίου και τοποθέτησε το συρματόπλεγμα χωρίς να τους ενημερώσει, σε σημείο που θεωρούνταν τότε μέρος της δικής τους περιουσίας. Ο σύζυγός της μετέβη στο σημείο και έβγαλε το ττέλι και ο κατηγορούμενος 2 τον εξύβρισε με τη φράση που αναφέρεται στην κατηγορία
- Η κατηγορούμενη 1 την εξύβρισε όταν η ίδια φώναζε στον άντρα της να επιστρέψει. Στο άκουσμα της βρισιάς αυτής, η μάρτυρας ένιωσε ντροπή. Αν και επέμεινε ο συνήγορος Υπεράσπισης ρωτώντας την μάρτυρα ποιος από τους δύο κατηγορούμενους εξύβρισε πρώτος, η μάρτυρας δεν απάντησε στο συγκεκριμένο ερώτημα, τονίζοντας ότι είχε ταλαιπωρηθεί πλέον με αυτή την υπόθεση και ότι χρειάστηκε να επαναλάβει τα ίδια πράγματα πολλές φορές. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης είπε ότι ενώ βρισκόταν στο σπίτι άκουσε το σύζυγό της και τους κατηγορούμενους να φωνάζουν και τον κατηγορούμενο 2 να βρίζει τον άντρα της. Φώναξε στο σύζυγό της να επιστρέψει στο σπίτι και τότε την εξύβρισε η κατηγορούμενη 1 με τη φράση που αναφέρεται στην κατηγορία
- Ερωτηθείσα πώς ένιωσε ότι την ενημέρωσε ο σύζυγός της ότι η κατηγορούμενοι τοποθέτησαν νέα περίφραξη απάντησε: «τι να νιώσω; Του είπα να τους αφήσει να το πιάσουν και δεν έχουμε πρόβλημα, εάν είναι δικό τους, είναι δικό τους». Είπε, επίσης, ότι προσπάθησε να τον αποτρέψει από το να επιστρέψει με την πένσα στο σημείο, αλλά επειδή ήταν πρόσφατα εγχειρισμένη στο μάτι της, δεν επέμεινε. Ρωτήθηκε εάν ο σύζυγός της τηλεφώνησε στην αστυνομία. Αρχικά απάντησε καταφατικά, αλλά αμέσως έπειτα διευκρίνισε ότι πήρε πρώτη τηλέφωνο η κατηγορούμενη
- Είπε, όμως, ότι μετέβηκαν στον αστυνομικό σταθμό Πεδουλά την ίδια ή την επόμενη μέρα εφόσον τους κάλεσαν να καταθέσουν σε σχέση με την καταγγελία που υπέβαλε η κατηγορούμενη 1για πρόκληση κακόβουλης βλάβης στην περίφραξη. Όταν ρωτήθηκε ξανά σε άλλο σημείο της αντεξέτασης, απάντησε ότι πήρε και ο σύζυγος της τηλέφωνο αλλά όταν της υποβλήθηκε ότι δεν υπάρχει τέτοια ενέργεια καταγεγραμμένη στα αρχεία της αστυνομίας, επανέλαβε ότι έχουν περάσει 6 χρόνια από τότε και απλά επιθυμεί να τελειώσει αυτή η υπόθεση. Η μάρτυρας αρνήθηκε ότι ο σύζυγός της ή η ίδια έβρισε τους κατηγορούμενους. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των δύο παραπονούμενων, οι πλευρές προχώρησαν σε δηλώσεις παραδεκτών γεγονότων, τα οποία εγκρίθηκαν ως τέτοια από το Δικαστήριο: - Την κατάθεση της αστυφύλακας 1670 ημερομηνίας 15.10.2019 (Τεκμήριο 3). Η αστυφύλακας αναφέρει ότι στις 16.09.2019 και περί η ώρα 10:00 π.μ. έλαβε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος κατήγγειλε ότι ο γείτονάς του αποκόπτει την περίφραξη και υβρίζει τους γονείς του και τον ίδιο. Η αστυφύλακας μετέβη στο σημείο μαζί με συνάδελφό της και είδε τυλιγμένο το ττέλι μέρους της περίφραξης και τους πασσάλους πεταγμένους στο χωράφι των κατηγορούμενων. - Την κατάθεση του αστυφύλακα 3607 ημερομηνίας 10.11.2019 (Τεκμήριο 6), παρόμοιου περιεχομένου με αυτά που αναφέρει η αστυφύλακας 1670 στην κατάθεσή της. Κατατέθηκαν, επίσης, οι ανακριτικές καταθέσεις των κατηγορούμενων 1 και 2 ημερομηνίας 24.09.19 (Τεκμήρια 4 και 7 αντίστοιχα), χωρίς ένσταση, ως μέρος των ενεργειών της αστυνομίας - όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Από την πλευρά τους οι κατηγορούμενοι επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου: Η κατηγορούμενη 1 δήλωσε ότι είναι αθώα και ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της κατάθεσής της ημερομηνίας 24.09.19 (Τεκμήριο 4). Στην κατάθεσή της η κατηγορούμενη 1 αναφέρει ότι δεν εξύβρισε τους εδώ παραπονούμενους αλλά ότι είναι η Μ.Κ.2 που την έβρισε από το μπαλκόνι του σπιτιού της ενώ ο Μ.Κ.1 την έβρισε από το σημείο όπου βρισκόταν, χωρίς η ίδια να απαντήσει οτιδήποτε. Ο κατηγορούμενος 2 δήλωσε αθώος, ότι δεν εξύβρισε κανένα αλλά ότι εξυβρίσθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας. Δήλωσε, επίσης, ότι είναι εκείνος που τηλεφώνησε στην αστυνομία για να καταγγείλει το συμβάν και ότι υιοθετεί το περιεχόμενο της κατάθεσής του ημερομηνίας 24.09.19 (Τεκμήριο 7). Στην εν λόγω κατάθεση αναφέρει ότι δεν εξύβρισε κανένα και ότι το μόνο που είπε στον Μ.Κ.1 ήταν «όπως την έφκαλες εν να την βάλεις» αναφερόμενος στην περίφραξη. Αυτή ήταν η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Με το πέρας της παράθεσης της μαρτυρίας, οι δύο πλευρές αγόρευσαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Έχω αποτιμήσει τα όσα έχουν αναφέρει και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Αξιολόγηση Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία, και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή κακό μνημονικό τους και, γενικότερα, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, προτού χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί αν είναι ή όχι αξιόπιστη[2], με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αποδεικνύει οτιδήποτε[3]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία[4]. Δεν είναι ορθή η μικροσκοπική εξέτασή της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας ως αναξιόπιστο[5]. Μόνο όταν διαπιστωθεί ότι μαρτυρία που παρουσίασε ο διάδικος περιέχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας, μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο που αφορά στο βάρος και επίπεδο απόδειξης[6]. Η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει, παρουσιάζοντας αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία, τη σωρευτική συνύπαρξη των συστατικών στοιχείων του κάθε αδικήματος «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Εάν στο τέλος της υπόθεσης και στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του, μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να λειτουργήσει υπέρ του κατηγορούμενου και να οδηγήσει στην απαλλαγή του από την κατηγορία που του προσάπτεται[7]. Υπεισερχόμενος στη μαρτυρία του Μ.Κ.1, παρατηρώ ότι η περιγραφή του ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκαν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα, δηλαδή το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι είχαν τοποθετήσει νέα περίφραξη γύρω από την ιδιοκτησία τους χωρίς να τον ενημερώσουν προηγουμένως, εισερχόμενοι σε μέρος του τεμαχίου που τότε θεωρείτο ότι κατείχετο από τον ίδιο, δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης. Ο μάρτυρας παραδέχτηκε ότι μόλις είδε την περίφραξη ένιωσε θυμό και για αυτό έτρεξε πίσω στο σπίτι και πήρε μια πένσα και επέστρεψε στο σημείο αφαιρώντας την περίφραξη. Αυτό προκάλεσε την αντίδραση και τη διαμαρτυρία των κατηγορούμενων, οι οποίοι πλησίασαν στο σημείο και άρχισαν να διαπληκτίζονται με τον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος 2 μέσω της ανώμοτης δήλωσής του ανέφερε ότι απαίτησε από το μάρτυρα, με κάπως εχθρικό τρόπο, όπως επανατοποθετήσει την περίφραξη ενώ δεν αμφισβητήθηκε, κατά την αντεξέταση του μάρτυρα, ο ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος 2 προχώρησε και σε λήψη φωτογραφιών μέσω του κινητού του τηλεφώνου. Η ένταση που προφανώς δημιουργήθηκε μεταξύ τους καθιστά αληθοφανή, στο πλαίσιο της ανθρώπινης εμπειρίας, τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 ότι οι κατηγορούμενοι τον εξύβρισαν κιόλας. Αυτό, όμως, δεν αρκεί, δίχως άλλο, για την αποδοχή της μαρτυρίας του ως αξιόπιστης. Διαπιστώνω ότι οι ισχυρισμοί που προέβαλε ο Μ.Κ.1 υποστηρίζονται εν μέρει και από τη μαρτυρία της συζύγου του (Μ.Κ.2). Λόγω της συζυγικής τους σχέσης, όμως, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ύπαρξης κάποιας προηγούμενης συνεννόησης μεταξύ τους προτού μεταβούν στο αστυνομικό τμήμα για να καταθέσουν σε σχέση με το περιστατικό. Ενόψει του ότι οι κατηγορούμενοι είχαν καταγγείλει πρώτοι τους εδώ παραπονούμενους για πρόκληση κακόβουλης βλάβης, οι παραπονούμενοι είχαν κάποιο κίνητρο, είτε για να μετριάσουν την ενδεχόμενη δική τους ευθύνη είτε για σκοπούς εκδίκησης, να εμπλέξουν και τους κατηγορούμενους στη διάπραξη των υπό κρίση αδικημάτων. Εντούτοις το γεγονός ότι υπάρχει κάποια διαφοροποίηση στις θέσεις που προώθησαν οι δύο παραπονούμενοι στην αστυνομία, όπως το ότι η Μ.Κ.2 δεν κατέθεσε ότι άκουσε την κατηγορούμενη 1 να εξυβρίζει το σύζυγό της (παρά μόνο τον κατηγορούμενο 2), μειώνει τις πιθανότητες αποστήθισης μιας συγκεκριμένης προ-συνεννοημένης εκδοχής και προσδίδει περισσότερη πειστικότητα στη μαρτυρία και των δυο τους. Παρατηρώ, όμως, ότι η αντεξεταστική γραμμή που ακολουθήθηκε από το συνήγορο Υπεράσπισης, κατάφερε να αναδείξει κάποιες αδυναμίες και αντιφάσεις στη μαρτυρία του Μ.Κ.
- Συγκεκριμένα: - Ο μάρτυρας ανέφερε ότι τηλεφώνησε στην αστυνομία για να καταγγείλει το συμβάν. Όταν του ζητήθηκε να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες ως προς το πότε και που τηλεφώνησε για να υποβάλει την καταγγελία, διαφάνηκε κάποιος δισταγμός και αμηχανία στον τρόπο που απαντούσε, μέχρι που εν τέλει, χωρίς να αναιρέσει τον αρχικό του ισχυρισμό, απάντησε ότι πρόλαβε να καταγγείλει πρώτη το περιστατικό στην αστυνομία η κατηγορούμενη
- Ο ισχυρισμός του ότι κατήγγειλε το περιστατικό αμέσως στην αστυνομία, ο οποίος προφανώς είχε σκοπό να προσδώσει στο παράπονό του περισσότερη πειστικότητα, προσκρούει στο περιεχόμενο των καταθέσεων των δύο αστυφυλάκων (Τεκμήρια 3 και 6), οι οποίοι κατέγραψαν ότι έλαβαν τηλεφώνημα μόνο από τον κατηγορούμενο
- Αυτό που προκύπτει συνεπώς είναι ότι οι παραπονούμενοι υπέβαλαν το παράπονό τους εναντίον των κατηγορούμενων, όταν πλέον κλήθηκαν από τον Αστυνομικό σταθμό Πεδουλά για να καταθέσουν σε σχέση με παράπονο που υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο 2 εναντίον του Μ.Κ.
- σε σχέση με την αφαίρεση της περίφραξης, δηλαδή στο πλαίσιο διερεύνησης του αδικήματος της πρόκλησης κακόβουλης βλάβης σε περιουσία. Αν και αυτό δεν συνεπάγεται, δίχως άλλο, ότι το παράπονο τους δεν στηρίζεται στην αλήθεια ή ότι υποβλήθηκε με εκδικητικά κίνητρα, εντούτοις το γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 επιχείρησε, με κάποια επιμονή, να δώσει μια αλλοιωμένη εκδοχή της πραγματικότητας στο Δικαστήριο ως προς τον τρόπο που υποβλήθηκε το δικό του παράπονο, εγείρει ερωτήματα ως προς την αλήθεια και των υπόλοιπων ισχυρισμών του. - Ο μάρτυρας, κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέφερε ότι πρώτη τον εξύβρισε με τη λέξη «πουστοπεζέβεγκη» η κατηγορούμενη 1 και έπειτα, με την ίδια λέξη ότι τον εξύβρισε και ο κατηγορούμενος
- Παρά το ότι ο Μ.Κ.1 ανέφερε ολόκληρη τη φράση που ξεστόμισε η κατηγορούμενη 1, στην οποία περιέχεται η πιο πάνω λέξη, εντούτοις δεν έγινε αντίστοιχη αναφορά στη φράση που ξεστόμισε ο κατηγορούμενος
- Ο ισχυρισμός, δηλαδή, ότι ο κατηγορούμενος 2 τον εξύβρισε λέγοντάς του «πουστοπεζέβεγκη» δεν εντάχθηκε στο πλαίσιο κάποιας πρότασης ή στιχομυθίας μεταξύ τους και συνεπώς περιβάλλεται από κάποια αοριστία. Επίσης, κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι πρώτος τελικά τον εξύβρισε ο κατηγορούμενος 2 και όχι η κατηγορούμενη 1, ως αρχικά κατέθεσε κατά την κυρίως εξέτασή του. - Κατά την κατάθεσή του στην αστυνομία, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι το επίδικο συμβάν έγινε πλησίον του δημόσιου δρόμου αλλά ότι εκείνη την στιγμή δεν παρατήρησε να υπήρχαν οποιαδήποτε πρόσωπα στο σημείο, τα οποία ενδεχομένως να άκουσαν τις βρισιές αυτές. Κατά την ακροαματική διαδικασία πρόσθεσε ότι τις φωνές τους άκουσαν και άλλοι συχωριανοί τους εφόσον όταν την ίδια ημέρα πήγε στο καφενείο του χωριού, αυτοί τον ρωτούσαν τί έλαβε χώρα μεταξύ τους και γιατί τσακώνονταν. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι τους άκουσαν και άλλοι στο χωριό γιατί ήταν Κυριακή, εννοώντας προφανώς ότι οι συχωριανοί του δεν εργάζονταν εκείνη την ημέρα. Όταν του υποβλήθηκε, κατά την αντεξέτασή του, ότι η 16.09.2019 δεν ήταν ημέρα Κυριακή, αλλά ως μπορεί να διαπιστωθεί από οποιοδήποτε ημερολόγιο, η 16.09.2019 ήταν Δευτέρα, ο μάρτυρας αρχικά ανέφερε ότι θυμάται ότι ήταν Κυριακή επειδή είχε επιστρέψει από τη Λευκωσία, το Σάββατο, και το συμβάν έλαβε χώρα την επόμενη μέρα αλλά έπειτα είπε ότι έχει περάσει αρκετός καιρός και μπορεί να κάνει λάθος. Επίσης, όταν ρωτήθηκε τί ώρα πήγε στο καφενείο, ο μάρτυρας απάντησε ευθέως και χωρίς δισταγμό ότι πήγε στο καφενείο η ώρα 17:00 το απόγευμα. Όταν του υποδείχθηκε, όμως, ότι βάσει του Τεκμηρίου 1, ο ίδιος ολοκλήρωσε την κατάθεσή του στην αστυνομία στον αστυνομικό σταθμό Πεδουλά, η ώρα 17:05 και άρα δεν θα μπορούσε να βρισκόταν στο καφενείο η ώρα 17:00, ο μάρτυρας ανέφερε ότι πήγε στο καφενείο, αμέσως μετά την κατάθεσή του στην αστυνομία και άρα ότι μπορεί να πήγε και αργότερα. Κατά την κρίση μου, κανένα από τα πιο πάνω γεγονότα, ιδωμένα απομονωμένα, δεν αποτελούν ουσιώδεις πτυχές της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 σε συνάρτηση πάντοτε με τα υπό εξέταση αδικήματα ώστε η όποια αντίφαση παρατηρείται σε κάθε ένα αυτά να οδηγεί αναπόφευκτα και σε χαρακτηρισμό της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 ως ψευδής και συνεπώς αναξιόπιστης. Λόγω, όμως, της φύσης των υπό κρίση αδικημάτων, του ότι δεν υπήρχαν στο σημείο άλλοι ανεξάρτητοι μάρτυρες για να επιβεβαιώσουν τα λεγόμενα των παραπονούμενων αλλά και του, ούτως ή άλλως, περιορισμένου μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με σκοπό την απόδειξη της υπόθεσης, τα στοιχεία αυτά συνιστούν κάποιες από τις ελάχιστες παραμέτρους που έχει στη διάθεσή του το Δικαστήριο για να εξετάσει και να αξιολογήσει την φιλαλήθεια του Μ.Κ.
- Υπό αυτό το πρίσμα, οι πιο πάνω αδυναμίες στη μαρτυρία του Μ.Κ.1, ιδωμένες στο σύνολό τους, αποκτούν μεγαλύτερη σημασία και προκαλούν ρήγματα στην ποιότητα της μαρτυρίας του Μ.Κ.
- Δεν μου διαφεύγει ότι έχει διαρρεύσει αρκετός χρόνος από την ημερομηνία της επίδικης καταγγελίας μέχρι την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας καθώς και το γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 (όπως και η Μ.Κ.2) βρίσκεται σε προχωρημένη ηλικία, στοιχεία τα οποία ενδεχομένως να συνέτειναν στο να εξασθενήσει το μνημονικό του ως προς τις λεπτομέρειες των περιορισμένων γεγονότων που περιβάλλουν τα υπό κρίση αδικήματα. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ο Μ.Κ.1 επιχειρούσε να καταθέσει ευθέως και με φαινομενική βεβαιότητα γεγονότα, για τα οποία δεν ήταν βέβαιος, και έπειτα, όταν διαφαινόταν ότι αυτά δεν ανταποκρίνονταν ακριβώς στην πραγματικότητα, τότε ο ίδιος στηριζόταν στο χρόνο που έχει διαρρεύσει ή στην ηλικία του για να δικαιολογήσει την αστάθεια που παρατηρείται στις θέσεις του. Αναπόφευκτα, μειώνεται αναλόγως και η πειστικότητα της μαρτυρίας του. Στρεφόμενος στη μαρτυρία της Μ.Κ.2, η μάρτυρας έδωσε την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι δεν τρέφει πλέον εχθρικά αισθήματα προς τους κατηγορούμενους και ότι θεωρούσε ότι το περιστατικό δεν ήταν τέτοιο που να δικαιολογούσε την ταλαιπωρία προώθησης υπόθεσης στο Δικαστήριο, σπαταλώντας χρόνο τόσο του Δικαστηρίου, όσο και της ίδιας. Παράλληλα, δήλωσε στο μεσοδιάστημα απεβίωσε ο γιος της και έχει άλλα πιο σοβαρά προβλήματα να αντιμετωπίσει, επομένως δεν της ήταν ευχάριστο να βρίσκεται στο εδώλιο του μάρτυρα, ούτε ήθελε να δεχτεί πολλές ερωτήσεις από το συνήγορο Υπεράσπισης για τα επίδικα θέματα. Αυτή η στάση της μάρτυρας, η οποία αφενός φαινόταν γνήσια και ειλικρινής, αφετέρου επηρέασε αρνητικά την ποιότητα της μαρτυρίας εφόσον σε πολλές περιπτώσεις απέφευγε να απαντήσει ευθέως σε διάφορα ερωτήματα του συνηγόρου Υπεράσπισης που άπτονταν των συγκεκριμένων γεγονότων που περιέβαλαν τη διάπραξη των αδικημάτων, λέγοντας ότι δεν επιθυμούσε να λάβει άλλες ερωτήσεις και ότι τα είχε ήδη πει πολλές φορές (χωρίς, όμως, να ισχύει κάτι τέτοιο). Εντοπίζονται οι εξής αδυναμίες στη μαρτυρία της: - Παρά το ότι κατά την κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι καθώς βρισκόταν στο σπίτι της άκουσε το σύζυγό της να φωνάζει και για αυτό το λόγο βγήκε στο μπαλκόνι, κατά την αντεξέτασή της κατέθεσε ότι δεν άκουσε μόνο τις φωνές του συζύγου της αλλά και τις φωνές των δύο κατηγορούμενων. - Όταν ρωτήθηκε, επίμονα μάλιστα, ποιον από τους δύο κατηγορούμενους άκουσε πρώτο να βρίζει, η μάρτυρας απέφυγε να δώσει οποιαδήποτε απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Σε άλλο σημείο, όμως, της μαρτυρίας της είπε ότι άκουσε τον κατηγορούμενο 2 να βρίζει τον σύζυγό της και είναι τότε που του φώναξε για να επιστρέψει στο σπίτι, με αποτέλεσμα να την εξυβρίσει η κατηγορούμενη
- - Η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι άκουσε τον κατηγορούμενο 2 από το μπαλκόνι του σπιτιού της να βρίζει το σύζυγό της λέγοντάς του τη φράση «ρε πεζεβέγκη εννά σου πιάμε τζαι το σπίτι», ενώ ο σύζυγός της δεν ισχυρίστηκε το ίδιο. Εκείνος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 2 τον εξύβρισε γενικά με τη λέξη «πουστοπεζεβέγκη» και ότι η κατηγορούμενη 1 του είπε: «ρε πουστοπεζέβεγκε γιατί φκάλλεις τους στύλους, εάν τους φκάλεις εννά σε πέψουμε φυλακή». Η μάρτυρας με τη σειρά της δεν άκουσε την κατηγορούμενη 1 να ξεστομίσει τη φράση αυτή. - Η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο σύζυγός της επέστρεψε στο σπίτι και κάλεσε την αστυνομία στο τηλέφωνο καταγγέλλοντας το περιστατικό. Όμως, όπως και στην περίπτωση του Μ.Κ.1, μόλις της ζητήθηκαν περισσότερες λεπτομέρειες επί τούτου, τροποποίησε τη θέση της λέγοντας ότι πρόλαβε να καταγγείλει το περιστατικό στην αστυνομία η κατηγορούμενη
- Δεν αναίρεσε άμεσα τον ισχυρισμό της ότι ο σύζυγός της πήρε τηλέφωνο στην αστυνομία και άφησε μια κάπως θολή εικόνα περί τούτου, προσθέτοντας ότι επικοινώνησαν και πήγαν στον Αστυνομικό σταθμό Πεδουλά για να καταγγείλουν το περιστατικό, την ίδια ή την επόμενη μέρα. Παρά τα πιο πάνω, σε άλλο σημείο της αντεξέτασής της, επανέλαβε ότι αφού επέστρεψε ο σύζυγός της στο σπίτι, ειδοποίησαν την αστυνομία για το τί είχε συμβεί. Σημειώνεται ότι στις καταθέσεις των αστυφυλάκων που κατατέθηκαν ως παραδεκτό γεγονός, γίνεται αναφορά μόνο για τηλεφώνημα που δέχτηκαν από τον κατηγορούμενο 1 και όχι από τους παραπονούμενους. Σε αυτό το σημείο, δόθηκε η εντύπωση στο Δικαστήριο ότι υπήρξε κάποια προ-συνεννόηση μεταξύ των δύο μαρτύρων, αφού ο τρόπος που απάντησαν αρχικά και έπειτα υπαναχώρησαν σε σχέση με τα συγκεκριμένα ερωτήματα ήταν πανομοιότυπος. Σε σχέση με τη σημασία των πιο πάνω αντιφάσεων ή αδυναμιών στη μαρτυρία της Μ.Κ.2 ισχύουν τα ίδια, που αναφέρθηκαν πιο πάνω κατά το σχολιασμό της μαρτυρίας του Μ.Κ.
- Σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, όπου το μαρτυρικό υλικό είναι περιορισμένο και η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής στηρίζεται ολοκληρωτικά στη προφορική μαρτυρία των παραπονούμενων, το Δικαστήριο αντικρίζει με διερευνητική διάθεση, αλλά όχι με προκατάληψη, τη μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του, με στόχο να διασφαλίσει, προτού την αποδεχτεί, ότι αυτή είναι αρκετά ισχυρή και συμπαγής ώστε να δύναται, χωρίς επιφυλάξεις, να προβεί σε αντίστοιχα ενοχοποιητικά ευρήματα εναντίον των κατηγορούμενων. Εν προκειμένω, παρά το ότι Μ.Κ.2 προώθησε με φαινομενικά πηγαίο τρόπο και χωρίς δισταγμούς τον κύριο ισχυρισμό της ότι άκουσε τον κατηγορούμενο 2 να βρίζει το σύζυγό της με τη λέξη «πεζεβέγκη» και την κατηγορούμενη 1 να βρίζει την ίδια με τη λέξη «σιηλοπουτάνα», εντούτοις για τους λόγους που έχω επισημάνει πιο πάνω, στο σύνολό της, η μαρτυρία της Μ.Κ.2, όπως και του Μ.Κ.1, δεν ήταν αρκούντως ισχυρή και συμπαγής ώστε να επιτρέπει στο Δικαστήριο να προβεί, στηριζόμενο σε αυτήν, με την απαραίτητη ασφάλεια και χωρίς επιφυλάξεις, σε εύρημα ότι οι κατηγορούμενοι ξεστόμισαν τις φράσεις που τους προσάπτονται στο κατηγορητήριο. Έπεται ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει καταφέρει να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον των κατηγορούμενων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. [Υπ.] ........ Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Το άρθρο 99 του Π.Κ. διαλαμβάνει τα εξής: «Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» [2] Τσεκούρα ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563 [3] Αθανάσιου και Άλλος ν Κουκούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614 [4] Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 101/13, ημερ. 06/06/2016 [5] Μιχαήλ και άλλου ν Αστυνομία Ποιν. Εφ. 145/14, ημερ. 15/04/16, Mohamed ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266). [6] Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422 [7] βλ. Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, Τούμπας ν Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο