← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Π.Κ., Αρ. Υπόθεσης: 12900/24, 30/10/2024

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Π.Κ., Αρ. Υπόθεσης: 12900/24, 30/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ.Συμεωνίδης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12900/24 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Π.Κ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Αναστασίου Για κατηγορούμενο: κ. Μ. Αρμεύτης Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής, για τη διάπραξη των αδικημάτων της ληστείας σε δύο περιπτώσεις (κατηγορίες αρ. 1 και 2) και της κλοπής σε τρεις περιπτώσεις (κατηγορίες αρ. 3, 4 και 5). Σύμφωνα με τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή (Έγγραφο Α) και ως αυτά μπορούν να συνοψιστούν από το Δικαστήριο: - Στις 20.08.24 το βράδυ ο κατηγορούμενος εισήλθε, ημίγυμνος από τη μέση και πάνω, σε περίπτερο που βρίσκεται στην οδό Ανεξαρτησίας στη Λεμεσό, και άρχισε να παίρνει διάφορα προϊόντα από τα ράφια, κάποια από τα οποία τοποθέτησε στις τσέπες του παντελονιού του ενώ άλλα στον πάγκο του ταμείου του περιπτέρου. Όταν ο υπάλληλος του περιπτέρου αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος σκόπευε να κλέψει προϊόντα από το περίπτερο, κλείδωσε την πόρτα του περιπτέρου ώστε να μην μπορεί να φύγει και ειδοποίησε σχετικά και τον ιδιοκτήτη του περιπτέρου. Όταν ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι είχε κλειδωθεί εντός του περιπτέρου, επιτέθηκε στον υπάλληλο κτυπώντας τον με μια πλαστική ράβδο την οποία είχε στην κατοχή του, ζητώντας του να του ανοίξει τις πόρτες. Τότε ο ιδιοκτήτης του περιπτέρου που παρακολουθούσε το συμβάν, μέσω του ΚΚΠ, έδωσε οδηγίες στον υπάλληλο να ξεκλειδώσει και να τον αφήσει να φύγει. Ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε το σημείο κλέβοντας τελικά τρεις κούτες τσιγάρα μάρκας MALBORO, αξίας Ευρώ 100.10 που βρίσκονταν σε ράφι δίπλα από το ταμείο. Έπειτα από τη σύλληψή του, ο κατηγορούμενος ομολόγησε ότι άρχισε να κτυπά τον υπάλληλο ώστε να του ανοίξει τις πόρτες για να φύγει και ότι είχε κλέψει 2-3 κούτες τσιγάρα αλλά ότι δεν θυμόταν που τα είχε αφήσει (κατηγορία αρ. 1). Από την καταγραφή του ΚΚΠ, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε μεταβεί νωρίτερα την ίδιο βράδυ στο εν λόγω περίπτερο και από εκεί είχε κλέψει δύο ποτά, αξίας Ευρώ 3 (κατηγορία αρ. 5). - Στις 18.08.24, περί η ώρα 01:50, ο κατηγορούμενος εισήλθε σε άλλο περίπτερο της ίδιας εταιρείας. Αρχικά περιφερόταν στο μέρος και έπειτα ζήτησε από τον υπάλληλο που εργαζόταν εκεί να του δώσει τσιγάρα, πήρε παγωτά, τετράδια και άλλα προϊόντα και έπειτα «απαίτησε» από τον υπάλληλο να του δώσει χρήματα από το ταμείο. Ο υπάλληλος αρνήθηκε να του δώσει χρήματα και ο κατηγορούμενος έφυγε παίρνοντας μαζί του τα αντικείμενα που κρατούσε, αξίας Ευρώ 43.10, χωρίς να τα πληρώσει (κατηγορία αρ. 2). - Στις 17.08.24 ο κατηγορούμενος εισήλθε σε άλλο περίπτερο, πήρε διάφορα προϊόντα όπως αναπτήρες, γλυκά και άλλα, συνολικής αξίας 168.40 και τα τοποθέτησε στο ταμείο. Αφού η ταμίας τα πέρασε από την ταμειακή μηχανή, ο κατηγορούμενος έφυγε χωρίς να πληρώσει (κατηγορία αρ. 3). Στις 20.08.24, ο κατηγορούμενος εισήλθε και πάλι στο ίδιο περίπτερο και η ταμίας τον αναγνώρισε και του ζήτησε να πληρώσει τα προϊόντα που είχε κλέψει στις 17.08.24. Ο κατηγορούμενος της είπε ότι στις 17.08.24 δεν είχε χρήματα να την πληρώσει και ότι θα πλήρωνε εκείνη την ημέρα, αλλά τελικά έφυγε, κλέβοντας και πάλι προϊόντα αξίας Ευρώ 13 (κατηγορία αρ. 4). Ο κατηγορούμενος δεν επιβαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Στο πλαίσιο της υπόθεσης με αρ. 5404/24, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, κατόπιν δικής του παραδοχής για τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' και του καπνίσματος κάνναβης. Σύμφωνα με τα γεγονότα, ως έχουν εκτεθεί (Έγγραφο Β), στις 29.09.23 πρόσωπο κατήγγειλε στην αστυνομία ότι νωρίτερα την ίδια μέρα, επισκέφθηκε την οικεία του ο κατηγορούμενος και λόγω διαπληκτισμού μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος έφυγε βιαστικά, αφήνοντας εκεί ένα τσαντάκι μέσης, το οποίο του άνηκε και το οποίο περιείχε ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', συνολικού βάρους 4,1946 γραμμαρίων. Το πρόσωπο αυτό παρέδωσε το τσαντάκι μέσης στην αστυνομία την ίδια μέρα. Αφού συνελήφθη, ο κατηγορούμενος προέβη σε θεληματική κατάθεση παραδεχόμενος και τις δύο κατηγορίες. Κατόπιν αιτήματος της Υπεράσπισης και σχετικής συγκατάθεσης από την Κατηγορούσα Αρχή, δόθηκε άδεια όπως η υπόθεση με αρ. 5404/24 ληφθεί υπόψη για σκοπούς επιβολής ποινής στο πλαίσιο της παρούσας. Νοείται ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αδικήματα άλλων υποθέσεων, πέραν αυτών της κύριας υπόθεσης στην οποία επιβάλλεται ποινή, δύναται να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο τις κατηγορίες αυτές (Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα

(2005)2 Α.Α.Δ. 598). Αυτό θα πράξει το Δικαστήριο και στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, την εγγενή σοβαρότητα των εν λόγω αδικημάτων, ως αυτή προκύπτει από τις ανώτατες από το Νόμο προβλεπόμενες ποινές, καθώς και το γεγονός ότι τέτοια αδικήματα βρίσκονται σε έξαρση, και αφετέρου, την μικρή ποσότητα που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου και η οποία προοριζόταν για προσωπική χρήση, την κατηγορία ταξινόμησης των ελεγχόμενων φαρμάκων (δηλαδή τάξεως Β και όχι σκληρότερα ναρκωτικά), τη συνεργασία του κατηγορούμενου με τις αστυνομικές αρχές, το λευκό του ποινικό μητρώο, την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο καθώς και την απουσία των επιβαρυντικών παραγόντων που παρατίθενται στο άρθρο 30
(4)(α) του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977 (29/1977). Στρεφόμενος στα αδικήματα που αφορούν τη δεσπόζουσα υπόθεση, επισημαίνεται ότι η προβλεπόμενη από το νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της σοβαρότητας που προσδίδει ο Νομοθέτης στο εκάστοτε αδίκημα και αποτελεί την αφετηρία από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο (βλ. Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632). Σύμφωνα με το άρθρο 283 του Π.Κ. το αδίκημα της ληστείας επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι και 14 έτη ενώ σε περιπτώσεις όπου ο υπαίτιος είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο και κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά το χρόνο της ληστείας, κτυπήσει ή χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε μορφή σωματικής βίας εναντίον άλλου, αυτός υπόκειται στην ποινή της φυλάκισης διά βίου. Συνεπώς, το αδίκημα που αφορά στην κατηγορία αρ. 1 επισύρει ποινή μέχρι και δια βίου φυλάκισης ενώ το αδίκημα που αφορά στην κατηγορία αρ. 2 επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι και 14 έτη. Δυνάμει του άρθρου 262 του ΠΚ, το αδίκημα της κλοπής επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι και 3 έτη. Η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι δεδομένη. Πρόκειται για αδικήματα που στρέφονται κυρίως κατά της περιουσίας ενώ, το σοβαρότερο από αυτά, ήτοι το αδίκημα της ληστείας ενέχει και το στοιχείο της χρήσης βίας (ή απειλής χρήσης βίας) κατά ανυποψίαστων πολιτών. Η διάπραξη του αδικήματος της ληστείας, όπως και άλλων ομοειδών αδικημάτων, επιφέρει ρήξη στον κοινωνικό ιστό και υποσκάπτει το στόχο εδραίωσης μιας φιλήσυχης και ειρηνικής κοινωνίας, στην οποία δικαιούται να προσβλέπει ο κάθε πολίτης ώστε να νιώθει ασφάλεια, τόσο για τη σωματική του ακεραιότητα όσο και για την περιουσία του (βλ. Τalal Faeg Mahmoud Abed v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 128). Τέτοιου είδους αδικήματα βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης, οπότε προβάλλει η ανάγκη ποινών αποτρεπτικού χαρακτήρα με σκοπό, έστω και κατασταλτικά, «στην ανάκτηση της εμπιστοσύνης του κοινού στην εμπέδωση του δικαίου» (Ahmed Saadi v. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 308/14 ημερ. 24/6/2016, Πόρας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 452). Είναι τέτοια, λοιπόν, η σοβαρότητα των αδικημάτων και η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξή τους που εγείρεται η ανάγκη επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Η κάθε υπόθεση, βεβαίως, κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά (Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930). Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο οφείλει να εξισορροπεί δίκαια τη διαφύλαξη της ευνομούμενης πολιτείας από τη μία και την ορθή μεταχείριση κάθε κατηγορούμενου από την άλλη, μέσω της διαδικασίας εξατομίκευσης της ποινής του. Στόχος του Δικαστηρίου είναι η ποινή που θα επιβληθεί να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη, συνεκτιμώντας προς τούτο, τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος, τις περιστάσεις διάπραξης του αλλά και τις προσωπικές περιστάσεις του ίδιου του κατηγορούμενου, χωρίς όμως η διεργασία αυτή να εξουδετερώνει τη σοβαρότητα του αδικήματος ή το στοιχείο της αποτροπής. Με σκοπό τη διαβάθμιση της βαρύτητας της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου σε συνάρτηση πάντοτε με τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή, λαμβάνω υπόψη μου ότι όλα τα αδικήματα διαπράχθηκαν εντός σύντομου χρονικού διαστήματος μεταξύ τους, ήτοι τριών ημερών, και άρα δεν πρόκειται για μια παραβατική συμπεριφορά που εκτείνεται σε μεγάλη χρονική περίοδο. Οφείλω, όμως να επισημάνω την κλιμάκωση που παρατηρείται στη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος εντός της περιόδου αυτής. Η κλοπιμαία περιουσία σε σχέση με κάθε ένα από τα αδικήματα ξεχωριστά ήταν χαμηλής αξίας, περιλαμβάνει την κλοπή τσιγάρων, γλυκών, αναπτήρων, αναψυκτικών ή άλλων προϊόντων περιπτέρου μικρής αξίας, ενώ ο κατηγορούμενος δεν έκλεψε το χρηματικό ποσό που υπήρχε στις ταμειακές μηχανές του εκάστοτε περιπτέρου, ως παρατηρείται να συμβαίνει σε άλλες παρόμοιας φύσεως υποθέσεις που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση με την 1η κατηγορία, διαφαίνεται ότι ο αρχικός σκοπός του κατηγορούμενου δεν ήταν να ασκήσει βία στον υπάλληλο του περιπτέρου, αλλά να κλέψει κάποια προϊόντα και να φύγει. Ο κατηγορούμενος κτύπησε τον υπάλληλο του περιπτέρου με μία πλαστική ράβδο που είχε στην κατοχή του, όντας σε κατάσταση πανικού, μόλις αντιλήφθηκε ότι είχε κλειδωθεί μέσα στο περίπτερο και δεν μπορούσε να διαφύγει. Η βία που ασκήθηκε ήταν σύντομη και περιορισμένης έκτασης και δεν προκλήθηκαν σωματικές βλάβες στον υπάλληλο του περιπτέρου από τα κτυπήματα. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος χρησιμοποίησε πλαστική ράβδο για να κτυπήσει τον υπάλληλο του περιπτέρου, σαφώς, αυξάνει την σοβαρότητα του αδικήματος αλλά, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η άσκηση βίας με τη χρήση επιθετικού οργάνου εμπεριέχεται ήδη στα συστατικά στοιχεία του συγκεκριμένου αδικήματος, και εφόσον αντικατοπτρίζεται στην προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, δεν δύναται να προσμετρήσει διπλά ως επιβαρυντικό στοιχείο κατά του κατηγορούμενου (βλ. κατ' αναλογία την A.R.R. v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 20/2022, ημερομηνίας 30/4/2024). Σε σχέση με τη 2η κατηγορία, δεν προκύπτει από τα γεγονότα να ασκήθηκε οποιαδήποτε πραγματική βία από τον κατηγορούμενο, κατά τη διάπραξη του αδικήματος, παρά τον τρόπο που είναι διατυπωμένη η περιγραφή του αδικήματος στο κατηγορητήριο. Ο κατηγορούμενος «απαίτησε» από τον ταμεία να του δώσει χρήματα (υπήρξε δηλαδή απειλή για άσκηση βίας), αλλά όταν ο ίδιος αρνήθηκε να το πράξει, ο κατηγορούμενος έφυγε, κλέβοντας τα προϊόντα που είχε προηγουμένως βάλει στις τσέπες του, αξίας Ευρώ 43.40. Χωρίς να παραγνωρίζεται η εγγενής σοβαρότητα των υπό κρίση αδικημάτων, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες διάπραξης τους, τον περιορισμένο βαθμό βίας που ασκήθηκε (σε σχέση με την 1η κατηγορία) και το είδος και την χαμηλή αξία της κλοπιμαίας περιουσίας (σε σχέση με όλα τα αδικήματα), θεωρώ ότι αυτά δύναται να ταξινομηθούν στα λιγότερο σοβαρά του είδους τους - παραμένουν, όμως, σοβαρά. Με σκοπό το μετριασμό της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο, σε συνάρτηση με τα όσα επιμελώς ανέφερε στο Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορός του, λαμβάνω υπόψη μου τη συνεργασία του κατηγορούμενου με τις αρχές αλλά ειδικότερα την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο. Η άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου αποτελεί έμπρακτη ένδειξη της μεταμέλειάς του και στοιχείο που εξυπηρετεί τους σκοπούς της δικαιοσύνης αφού εξοικονομήθηκε έτσι πολύτιμος δικαστικός χρόνος αλλά και δημόσιο χρήμα. Πρόκειται για μετριαστικό παράγοντα βαρύνουσας σημασίας, η ύπαρξη του οποίου δικαιολογεί μια σημαντική μείωση στην ποινή που διαφορετικά θα επιβαλλόταν στον κατηγορούμενο (Δημητρίου ν. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 502). Στοιχείο άμεσα συνυφασμένο με την μεταμέλεια του κατηγορούμενου αποτελεί και η εκφρασθείσα πρόθεσή του να αποζημιώσει την παραπονούμενη εταιρεία για την ζημιά που υπέστη λόγω της κλοπής των εν λόγω προϊόντων, κάτι στο οποίο συγκατατίθεται και ο διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας. Το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να επηρεάσει το είδος της ποινής που θα του επιβληθεί εφόσον η αποζημίωση του θύματος δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται ως μέσο εξαγοράς της τιμωρίας του δράστη (βλ. Barney [1990] Crim. L.R. 209), αλλά λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς καθορισμού του εύρους της ποινής που θα του επιβληθεί, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται ήδη σε πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση, χωρίς να λαμβάνει οικονομική στήριξη από το οικογενειακό του περιβάλλον. Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου. Είναι νομολογημένο πως ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14). Λαμβάνω, επίσης, υπόψη μου ότι κατά το χρόνο διάπραξης των υπό κρίση αδικημάτων ο κατηγορούμενος τελούσε υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και μάλιστα, ως αναφέρθηκε από το συνήγορό του, πρόκειται για ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α'. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αμβλυνθεί η κρίση και ο αυτοέλεγχός του, ενώ μετέπειτα ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να θυμάται τις ακριβείς ενέργειές του (Piliev David ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 587 και Smith and another v. The Police
(1969)2 CLR 189). Σε σχέση με την σοβαρότερη κατηγορία που αντιμετωπίζει (κατηγορία αρ. 1), το γεγονός ότι ο υπάλληλος του περιπτέρου κλείδωσε την πόρτα, παγιδεύοντάς τον μέσα, σε συνδυασμό με το ότι τελούσε υπό την επιρροή ναρκωτικών ουσιών, προκάλεσε πανικό και φόρτιση στον κατηγορούμενο, με αποτέλεσμα να εξασθενίσει ο αυτοέλεγχός του και να κτυπήσει τον υπάλληλο, ώστε να τον αναγκάσει να ξεκλειδώσει την πόρτα και να τον αφήσει να φύγει. Προκύπτει από τα γεγονότα ως εκτυλίχθηκαν ότι το συγκεκριμένο αδίκημα, δηλαδή αυτό της ληστείας που αφορά στην 1η κατηγορία, δεν διαπράχθηκε προγραμματισμένα και εν ψυχρώ με σκοπό να αποκομίσει χρηματικό όφελος ο κατηγορούμενος, αλλά προέκυψε κατά την προσπάθειά του να διαφύγει από το περίπτερο. Οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας ημερομηνίας 02.09.24, ως εξής: Ο κατηγορούμενος είναι σήμερα 27 ετών. Οι γονείς του απέκτησαν τρία παιδιά, εκτός γάμου, και χώρισαν πριν από πολλά χρόνια. Τη φύλαξη και φροντίδα των παιδιών ανέλαβε η μητέρα του, η οποία δεν εργάζεται αφού πριν αρκετά χρόνια παρουσίασε όγκο στον εγκέφαλο και συντηρείται διαχρονικά από κρατικά επιδόματα. Στο παρόν στάδιο, διαμένει σε κάποιο ίδρυμα. Ο πατέρας του κατηγορούμενου έχει ιστορικό ουσιοεξάρτησης και από τότε που ο κατηγορούμενος ήταν ακόμη παιδί, εξέτιε κατά περιόδους ποινές φυλάκισης. Αποφυλακίστηκε το
  1. Αν και ο κατηγορούμενος διατηρούσε κάποια επικοινωνία με τον πατέρα του, τους τελευταίους μήνες δεν ξέρει που βρίσκεται ή πως συντηρείται. Ο μεγαλύτερος αδελφός του κατηγορούμενου είναι ψυχικά ασθενής και ουσιοεξαρτημένος και έχει νοσηλευτεί επανειλημμένα στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας. Ο δεύτερος αδελφός του διαμένει με τη συμβία του στη Λεμεσό και εργάζεται ως μάγειρας. Και οι δύο τους έχουν καταδικαστεί με ποινές φυλάκισης στο παρελθόν. Ο κατηγορούμενος διέκοψε τη φοίτησή του στην α' τάξη γυμνασίου και στη συνέχεια επέστρεψε στο σχολείο και φοίτησε στον κλάδο μηχανικής αυτοκινήτων της τεχνικής σχολής, χωρίς όμως να ολοκληρώσει τη φοίτησή του. Εργάστηκε στο παρελθόν σε διάφορα συνεργεία και πλυντήρια αυτοκινήτων. Εδώ και κάποια χρόνια δεν εργάζεται και συντηρείται από κρατικά επιδόματα. Πάσχει από διπολική διαταραχή και έχει νοσηλευτεί επανειλημμένα στο νοσοκομείο Αθαλάσσας, με την πιο πρόσφατη νοσηλεία του να έλαβε χώρα εντός του
  2. Διαμένει μόνος του σε σπίτι που παραχωρήθηκε στην οικογένειά του από το κράτος και το οποίο, στην παρούσα φάση, δεν έχει παροχή ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, με αποτέλεσμα, πριν από τη σύλληψή του ο ίδιος να αναγκαζόταν να λούζεται στη θάλασσα ή σε ξενοδοχεία. Πάσχει, επίσης, από δισκοπάθεια, γεγονός που του προκαλεί κινητικά προβλήματα και μουδιάσματα. Από μακροχρόνια σχέση που διατηρούσε, έχει αποκτήσει με τη σύντροφό του ένα γιο, ο οποίος είναι ηλικίας σήμερα 6 ετών. Έχει χωρίσει με τη σύντροφό του εδώ και 2 χρόνια. Αρχικά διατηρούσαν επικοινωνία για θέματα του παιδιού, αλλά τους τελευταίους 9 μήνες δεν έχει οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί της ή με το παιδί, καθώς δεν το επιτρέπει η οικογένεια της συντρόφου του. Ξεκίνησε τη χρήση ναρκωτικών ουσιών, συμπεριλαμβανομένων σκληρών ναρκωτικών, πριν 12 χρόνια περίπου και μάλιστα χρειάστηκε να διακόψει τη φοίτησή του για να ενταχθεί σε κλειστό θεραπευτικό πρόγραμμα στο εξωτερικό. Υποτροπίασε όταν επέστρεψε στην Κύπρο. Το 2018 εντάχθηκε στο κλειστό θεραπευτικό πρόγραμμα της «Αγίας Σκέπης» για απεξάρτηση, όπου παρέμεινε για 10 μήνες. Κατρακύλησε και πάλι στα ναρκωτικά, κατόπιν προβλημάτων που είχε με τη σύντροφό του, η οποία δεν του επέτρεπε να επικοινωνεί με το γιο του. Έχει νομολογηθεί ότι τα οικογενειακά και οικονομικά προβλήματα των αδικοπραγούντων σε σοβαρής φύσεως αδικήματα, αποτελούν στοιχεία ήσσονος σημασίας για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Όπως αναφέρθηκε, χαρακτηριστικά, στην υπόθεση Μακρή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 33/12 ημερ. 15.01.13 «αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευσης κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.». Εν προκειμένω, χωρίς να παραγνωρίζεται η εγγενής σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος ή να δικαιολογούνται με οποιονδήποτε τρόπο οι πράξεις του, έχοντας, όμως, υπόψη τη διαβάθμιση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου σε χαμηλότερο σοβαρό επίπεδο για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι, στο πλαίσιο εξατομίκευσης της ποινής του, δύναται να δοθεί περισσότερη βαρύτητα στις ιδιαίτερα δυσχερείς προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορούμενου αλλά και στα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει, επίσης, τις προσπάθειες που έχει καταβάλει ο κατηγορούμενος για την απεξάρτησή του από τις ναρκωτικές ουσίες, οι οποίες δύνανται, επίσης, να προσμετρήσουν ως ελαφρυντικό στοιχείο, ανεξαρτήτως του ότι δεν υπήρξαν επιτυχείς μέχρι σήμερα (Ναζίπ Ελ Χαπίρ ν. Αστυνομίας
(2014)2 ΑΑΔ 808). Ο κατηγορούμενος αναγνωρίζει ότι η εξάρτησή του αποτελεί πηγή της υπό κρίση παραβατικής του συμπεριφοράς, αλλά πέραν τούτου, και το λόγο που του έχει απαγορευτεί η επικοινωνία με το παιδί του. Επιθυμεί να αλλάξει πορεία στη ζωή του και να χαράξει ένα νέο δρόμο μακριά από παραβατική συμπεριφορά. Προς τούτο, ως αναφέρθηκε από τον ίδιο, με αρκετό κόπο έχει παραμείνει μακριά από τη χρήση ουσιών τους τελευταίους δύο μήνες έπειτα από τη σύλληψή του και κατά τη διάρκεια της κράτησής του στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Ζήτησε από το Δικαστήριο όπως, μέσω της έκδοσης σχετικού διατάγματος, παραπεμφθεί σε κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης για να πετύχει το στόχο του αλλά, κάτι τέτοιο δεν κρίθηκε επιτρεπτό στη βάση των προνοιών του άρθρου 6 του περί Θεραπείας Κατηγορούμενων Χρηστών ή Ουσιοεξαρτημένων Νόμος του 2016 (41(I)/2016). Δήλωσε, εντούτοις, την επιθυμία και πρόθεσή του να ενταχθεί στο πρόγραμμα απεξάρτησης «Ανάκαμψη», στο οποίο ως ανέφερε, έχει ενταχθεί στο παρελθόν με την υποστήριξη λειτουργών του Γραφείου Ευημερίας, σε περίπτωση απελευθέρωσής του. Συνεκτιμώντας τη φύση και τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος, τις συνθήκες διάπραξής τους, τη συνολική εγκληματική του συμπεριφορά ως αναφύεται και από την Υπόθεση με αρ. 5404/24 που λαμβάνεται υπόψη αλλά και τους μετριαστικούς παράγοντες που λειτουργούν προς όφελός του, κρίνω ότι ποινή άλλη από αυτή της στερητικής της ελευθερίας του κατηγορούμενου δεν θα ήταν αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις. Οι μετριαστικοί παράγοντες που υφίστανται εν προκειμένω, σαφώς επηρεάζουν το ύψος της ποινής που θα του επιβληθεί αλλά δεν μπορούν να μεταβάλουν το είδος της. Επιβάλλονται, λοιπόν, στον κατηγορούμενο οι εξής ποινές: - Για την κατηγορία αρ. 1, ποινή φυλάκισης 6 μηνών, - Για την κατηγορία αρ. 2, ποινή φυλάκισης 4 μηνών, - Για την κατηγορία αρ. 3, ποινή φυλάκισης 2 μηνών, - Για την κατηγορία αρ. 4, ποινή φυλάκισης 1 βδομάδας, και - Για την κατηγορία αρ. 5, ποινή φυλάκισης 1 βδομάδας. Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Ο χρόνος έκτισης της ποινής φυλάκισης να μειωθεί κατά το χρόνο που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ήτοι από τις 28.08.24 μέχρι σήμερα. Εκδίδεται, επίσης, διάταγμα βάσει του οποίου διατάζεται ο κατηγορούμενος όπως καταβάλει το ποσό των Ευρώ 327.80, προς την παραπονούμενη εταιρεία K.T. Limited, μέσω του διευθυντή της Μ.Α., εντός 6 μηνών από την ημερομηνία αποφυλάκισής του. Αναφορικά με την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης για αναστολή της έκτισης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε σήμερα στον κατηγορούμενο, τέτοια δυνατότητα παρέχεται δυνάμει του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, ως αυτός έχει τροποποιηθεί, διευρύνοντας την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης ενός κατηγορούμενου, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου, νοουμένου ότι η ποινή φυλάκισης που του έχει επιβληθεί δεν υπερβαίνει τα τρία έτη. Λαμβάνεται υπόψη κάθε στοιχείο το οποίο δυνατό να έχει σημασία ως προς την αναστολή, συμπεριλαμβανομένης και της επανεξέτασης των μετριαστικών παραγόντων που επηρεάζουν την επιμέτρηση της ποινής, χωρίς να υιοθετείται οποιοσδήποτε γενικός κανόνας. Το ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του συγκεκριμένου αδικήματος, με τον τρόπο που αυτό έχει διαπραχθεί και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας (βλ. Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 930). Δεδομένης της φύσης των σοβαρότερων αδικημάτων που έχει διαπράξει ο κατηγορούμενος και της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξη τους, η ανάγκη για αποτροπή μέσω των ποινών που επιβάλλονται από τα Δικαστήρια είναι αυξημένη. Νοείται ότι ποινή φυλάκισης μπορεί να απωλέσει το στοιχείο της αποτροπής εάν η έκτισή της ανασταλεί υπό όρους, εκπέμποντας, έτσι, λανθασμένα μηνύματα στην κοινωνία ως προς τις συνέπειες διάπραξης του συγκεκριμένου αδικήματος (Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.121/2017, ημερ.21.9.2017, ECLI:CY:AD:2017:D311). Παράλληλα, δεν παραγνωρίζεται η σημασία του μέτρου της αναστολής, η καλή χρήση του οποίου μπορεί στις κατάλληλες περιπτώσεις να λειτουργήσει με πιο αποτελεσματικό τρόπο αποτρεπτικά προς τον ίδιο τον παραβάτη, μειώνοντας τις πιθανότητες επανάληψης παραβατικής συμπεριφοράς από τον ίδιο στο μέλλον και επιτυγχάνοντας έτσι την αναμόρφωσή του, προσδοκία η οποία λειτουργεί εν τέλει και προς όφελος της ίδιας της πολιτείας. Υπό το φως των πιο πάνω, για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος αναστολής, λαμβάνω εκ νέου υπόψη μου όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν ήδη και λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής του και ειδικότερα την άμεση παραδοχή και μεταμέλειά του κατηγορούμενου, την πρόθεσή του να αποζημιώσει την παραπονούμενη εταιρεία, το λευκό του ποινικό μητρώο, τις προσωπικές του περιστάσεις και την εκφρασθείσα επιθυμία του να απεξαρτηθεί από τις ναρκωτικές ουσίες συναρτώμενη με τις προσπάθειες που ο κατηγορούμενος, με πολύ κόπο, έχει καταβάλει τους τελευταίους δύο μήνες προς αυτή την κατεύθυνση. Λαμβάνω, επίσης, υπόψη μου ότι ο κατηγορούμενος τελεί ήδη υπό κράτηση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης για περίοδο 2 περίπου μηνών και άρα ότι έχει εκτίσει μέρος της ποινής του. Εντούτοις, λόγω της εγγενούς σοβαρότητας των αδικημάτων της ληστείας που αφορούν στις πρώτες δύο κατηγορίες, της έξαρσης που παρατηρείται στη διάπραξή τέτοιων αδικημάτων αλλά και της συνολικής εγκληματικής του συμπεριφοράς, θεωρώ ότι τυχόν αναστολή της ποινής που του έχει επιβληθεί ενδέχεται να εκπέμψει λανθασμένα μηνύματα στην κοινωνία ως προς τις συνέπειες διάπραξης τέτοιου είδους αδικημάτων (κατ' επανάληψη μάλιστα), στοιχείο το οποίο, σαφώς, προσμετρά κατά της έγκρισης του εν λόγω αιτήματος. Πέραν τούτου, και παρά το ότι το Δικαστήριο ενθαρρύνει και επικροτεί τις προσπάθειες και την επιθυμία του κατηγορούμενου να απεξαρτηθεί από τις ναρκωτικές ουσίες και να ενταχθεί σε πρόγραμμα απεξάρτησης εκτός των φυλακών, δεν μπορώ να αγνοήσω το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο του δύσκολου - αλλά αναγκαίου- αγώνα απεξάρτησής του από τις ναρκωτικές ουσίες, στις οποίες ακόμη και ο ίδιος αποδίδει την εγκληματική του συμπεριφορά. Η περίοδος των δύο μηνών που έχει παρέλθει από την ημερομηνία που τέθηκε υπό κράτηση στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης και η προσπάθεια απεξάρτησης που καταβάλλει στο μεσοδιάστημα, αν και αδιαμφησβήτητα σημαντική και αξιέπαινη, δεν θεωρώ ότι έχει αδρανοποιήσει τον κίνδυνο υποτροπιασμού του, εάν αυτός αφεθεί πάραυτα ελεύθερος. Θεωρώ, λοιπόν, ότι το δημόσιο συμφέρον, αλλά και το συμφέρον του ίδιου του κατηγορούμενου, θα εξυπηρετηθεί καλύτερα εάν αυτός κληθεί να εκτίσει την ποινή που του έχει επιβληθεί, αφού έτσι θα μπορέσει να συνεχίσει τις προσπάθειές απεξάρτησής του εντός των φυλακών, όπου, μακριά από άλλες παραβατικές συμπεριφορές και μέσω των προγραμμάτων απεξάρτησης που προσφέρονται εκεί, αναμένεται να λάβει ψυχολογικά και άλλα εφόδια διαχείρισης των προβλημάτων που αντιμετωπίζει και τα οποία ευελπιστώ ότι θα τον βοηθήσουν να ορθοποδήσει και να ενταχθεί ομαλά στην κοινωνία, όταν πλέον θα αφεθεί ελεύθερος. Για τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι η παρούσα δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για έκδοση διατάγματος αναστολής της έκτισης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Τα τεκμήρια να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Καμία διαταγή για έξοδα. [Υπ.] ......... Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.