← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Μ . Α., Αρ. Υπόθεσης: 9920/24, 24/9/2024

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Μ . Α., Αρ. Υπόθεσης: 9920/24, 24/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, Α.E.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9920/24 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Μ . Α. Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 24/09/2024 Για τη Δημοκρατία: κα Λ. Σίγαρ. Για τον Κατηγορούμενο: κα Μ. Παυλίδου. Κατηγορούμενος παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης και μια κατηγορία βαριάς σωματικής βλάβης (κατηγορίες 1 και 2 αντίστοιχα). Από τις λεπτομέρειες των εν λόγω κατηγοριών προκύπτει ότι αυτό που αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι, στις 03/06/2024, στη Λεμεσό, παράνομα έχυσε λάδι στο σώμα και στο πρόσωπο του παραπονουμένου, προκαλώντας του εγκαύματα. Η υπόθεση καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο στις 12/07/2024 με σκοπό την παραπομπή της στο Κακουργιοδικείο. Εκείνη την ημέρα διατάχθηκε η παραπομπή της. Όσον αφορά την εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα κράτησης του, το οποίο στήριξε στον κίνδυνο φυγοδικίας. Προς υποστήριξη του αιτήματος, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής παρέπεμψε το Δικαστήριο στο μαρτυρικό υλικό που κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α και σε όλες τις σχετικές περιστάσεις. Ο τότε συνήγορος του κατηγορουμένου, δήλωσε ότι έχει δει τη μαρτυρία και ότι δεν φέρει ένσταση στο αίτημα κράτησης «μέχρι την ημέρα της παραπομπής του, της δίκης του στο Κακουργιοδικείο». Ακολούθως, το παραπέμπον Δικαστήριο αφού εξέτασε τα όσα τέθηκαν ενώπιον του, με αιτιολογημένη απόφαση του, ενέκρινε το αίτημα και διέταξε την κράτηση του κατηγορουμένου. Μετά δε την έκδοση της εν λόγω απόφασης, ο συνήγορος του κατηγορούμενου δήλωσε ότι, όσον αφορά την κράτηση, επιφυλάσσει το δικαίωμα του «κατά την εμφάνιση στο Κακουργιοδικείο». Κατά την πρώτη εμφάνιση ενώπιον μας, στις 06/09/2024, εμφανίσθηκε για τον κατηγορούμενο η κα Παυλίδου, η οποία, ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος καταχώρησε αίτηση νομικής αρωγής, ζήτησε όπως απαντήσει σε άλλη ημερομηνία, για να εξετασθεί η λόγω αίτηση. Πριν δε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής τοποθετηθεί επί του θέματος της κράτησης του κατηγορουμένου, η κα Παυλίδου δήλωσε ότι «επειδή έχει επιφυλαχθεί το δικαίωμα για ένσταση για την κράτηση του κατηγορουμένου από την προηγούμενη φορά, από την προσωποκράτηση του από τον δικηγόρο που τον εκπροσωπούσε», η ίδια θα αγόρευε για την ένσταση στην επόμενη δικάσιμο. Ακολούθως η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε την κράτηση του κατηγορουμένου, αναφερόμενη και στο ιστορικό κατά τη διαδικασία παραπομπής. Στη συνέχεια η κα Παυλίδου δήλωσε τα ακόλουθα: «Στο παρόν στάδιο δεν θα φέρω ένσταση στην κράτηση του μέχρι την επόμενη φορά, ούτως ή άλλως ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε τον κατηγορούμενο κατά την προσωποκράτηση επιφύλαξε το δικαίωμα ως φαίνεται από τη διατύπωση «δεν φέρω ένσταση μέχρι την παραπομπή». Σε κάθε περίπτωση επειδή σήμερα έχω λάβει το μαρτυρικό υλικό είναι παράκληση μου όπως δεν φέρω ένσταση να κρατηθεί μέχρι την επόμενη φορά ο κατηγορούμενος επιφυλάσσοντας το δικαίωμα μου». Ακολούθως, με απόφαση μας, την ίδια ημέρα, αφού θέσαμε τις σχετικές με το θέμα νομικές αρχές, εξετάσαμε τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης και του κατηγορουμένου και αφού καταλήξαμε ότι στοιχειοθετείται κίνδυνος μη προσέλευσης του στη δίκη του, ασκώντας τη διακριτική μας ευχέρεια, διατάξαμε όπως αυτός παραμείνει υπό κράτηση μέχρι σήμερα. Σήμερα, παρά το ότι δεν ολοκληρώθηκε η εξέταση της αίτησης του κατηγορουμένου για νομική αρωγή, η κα Παύλιδου δήλωσε ότι είναι έτοιμος να απαντήσει. Αφού κατηγορήθηκε, ο κατηγορούμενος απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση ορίσθηκε, ενόψει του ότι εκκρεμεί η εξέταση της ως άνω αίτησης του, στις 17/10/2024, με σκοπό να προγραμματισθεί η ακρόαση της. Μετά από αυτό η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως ο κατηγορούμενος παραμείνει υπό κράτηση. Η συνήγορος Υπεράσπισης έφερε ένσταση στο αίτημα. Ήταν βασικά η θέση της κας Παυλίδου ότι, ενόψει του ότι το δικαίωμα του κατηγορουμένου να φέρει ένσταση στην κράτηση του, επιφυλάχθηκε τόσο κατά τον χρόνο της παραπομπής όσο και κατά την προηγούμενη δικάσιμο, μπορεί να το εγείρει σε αυτό το στάδιο. Ήταν περαιτέρω η θέση της συνηγόρου ότι το Δικαστήριο ενόψει των πιο πάνω θα πρέπει να εξετάσει το θέμα εξ υπαρχής, όχι δηλαδή με αναφορά σε νέα δεδομένα και στοιχεία που προέκυψαν στη συνέχεια. Έτσι η κα Παυλίδου αγόρευσε ωσάν το θέμα να εξετάζετο για πρώτη φορά. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Σίγαρ, η οποία υποστήριξε βασικά ότι το θέμα, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν πρέπει να εξετασθεί εξ υπαρχής αλλά μόνο με αναφορά σε νέα στοιχεία και δεδομένα. Ως έχει νομολογηθεί, μετά από την πρώτη διαταγή του Δικαστηρίου για κράτηση, το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της περαιτέρω κράτησης όχι εξ υπαρχής αλλά μόνο με αναφορά σε οποιαδήποτε νέα δεδομένα ήθελαν προκύψει και τα οποία ενδεχομένως να διαφοροποιούν την κρίση επί του θέματος της κράτησης, και όχι με αναφορά σε δεδομένα τα οποία υφίσταντο ευθύς εξ αρχής. Στο σημείο αυτό κρίνουμε χρήσιμο όπως παραθέσουμε σχετικό απόσπασμα από την πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ζορπάς ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 103/24 και 108/24, ημερ. 03/06/2024, όπου επαναλαμβάνονται οι σχετικές με το θέμα αρχές: «Είναι σε σχέση με τα πιο πάνω ενδεικτικό πως από πολύ παλιά το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αναφερόταν σε δεδικασμένο στις περιπτώσεις στις οποίες είχαν προηγηθεί διαταγές κράτησης στην ίδια υπόθεση. Γινόταν όμως δεκτό πάντα ότι οι διαπιστώσεις ενός Δικαστηρίου για γεγονότα που άπτονται της κράτησης και δεν είναι μεταβλητά δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας (Ψύλλας ν. Δημοκρατίας (Αρ. 3)

(2002)2 Α.Α.Δ. 388). Έτσι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που η κατηγορουμένη δεν είχε ασκήσει έφεση κατά της αρχικής διαταγής κράτησης (ημερ. 11.12.03) αλλά μόνον για κάποια μεταγενέστερη διαταγή (ημερ. 30.12.03) το Ανώτατο Δικαστήριο την εξέτασε μεν αλλά με αναφορά στην πιο πάνω αρχή και λόγω της μη ύπαρξης διαφοροποιητικών στοιχείων, την απέρριψε διότι όλα όσα είχαν προβληθεί μεταγενέστερα ήταν ήδη δεδομένα και κατά την αρχική διαταγή κράτησης στις 11.12.03 (Ντούμα ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 1). Παρομοίως και σε υπόθεση όπου οι ισχυρισμοί σχετικά με τον κίνδυνο διαφυγής και τον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων είχαν εξεταστεί κατ΄ επανάληψη, οπότε το Ανώτατο Δικαστήριο διατύπωσε ξανά την αρχή ότι διαταγή για κράτηση η οποία δεν εφεσιβάλλεται, δεν αναθεωρείται εκ των υστέρων στο πλαίσιο έφεσης αφορώσας περαιτέρω διαταγή, σε σχέση με στοιχεία τα οποία δεν είναι μεταβλητά, ήτοι τα οποία ήταν δεδομένα και για τα οποία δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλοίωση (Μιχαηλίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 306). Η ως άνω αρχή τέθηκε σαφέστερα, με αναφορά και στα πρωτόδικα Δικαστήρια, στην υπόθεση Δημητρίου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 416 ως εξής: «Υποδείξαμε κατά τη διάρκεια της ακρόασης των εφέσεων ότι κακώς το Κακουργιοδικείο ουσιαστικά ασχολήθηκε εξ υπαρχής με τα γεγονότα τα οποία διέπουν την κρίση επί της κρατήσεως σε συνάρτηση με τον κίνδυνο μη προσέλευσης στη δίκη και με ευρύτερες αναφορές στην πιθανότητα καταδίκης και την ενδεχόμενη ποινή. Και τούτο διότι η νομολογία καθορίζει ότι, μετά από την πρώτη διαταγή του Δικαστηρίου για κράτηση, το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της περαιτέρω κράτησης όχι εξ υπαρχής αλλά μόνο με αναφορά σε οποιαδήποτε νέα δεδομένα ήθελαν προκύψει και τα οποία ενδεχομένως να διαφοροποιούσαν την κρίση του επί του θέματος της κρατήσεως, και όχι με αναφορά σε δεδομένα τα οποία υφίσταντο ευθύς εξ αρχής». (έμφαση προστεθείσα) Η μεταγενέστερη υπόθεση Dydi κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 103/20 κ.ά., ημερ. 3.9.20, ήταν ακριβώς υπόθεση στην οποίαν η προαναφερθείσα «πρώτη απόφαση» του Κακουργοδικείου είχε επικυρωθεί και κατ΄ έφεσιν. Παρά ταύτα δεν υπήρξε αναφορά σε δεδικασμένο αλλά και πάλι τονίστηκε πως τα μόνα ερωτήματα που είχε το πρωτόδικο Δικαστήριο να αποφασίσει ήταν το νέο στοιχείο της απόσυρσης μιας κατάθεσης μάρτυρος και του μεσολαβούντος χρόνου μέχρι την επόμενη δικάσιμο, εφόσον όλα τα υπόλοιπα ζητήματα είχαν καλυφθεί στην προηγούμενη απόφαση και δεν ήταν λογικό να επαναξιολογηθούν, δεδομένου ότι επ΄ αυτής της πτυχής δεν είχε τεθεί οτιδήποτε το διαφορετικό. Είναι ακόμα πιο ενδεικτικό ότι στην Alnaser, Kalfat ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 81/2020 κ.ά., ημερ. 21.7.20, κρίθηκε πως έστω και αν η πρώτη απόφαση του Κακουργοδικείου για κράτηση είχε επικυρωθεί κατ΄ έφεση εντούτοις δεν μπορούσε να αποτελέσει, άνευ ετέρου, χωρίς άλλη εξέταση και αιτιολόγηση τη βάση για κράτηση, οπότε διετάχθη το Κακουργοδικείο να επανεξετάσει το αίτημα κράτησης. Κατά την ακολουθήσασα επανεξέταση δεν τέθηκε οποιοδήποτε νέο στοιχείο ενώπιον του Κακουργοδικείου (εκτός της επιμήκυνσης του χρόνου) και στη νέα έφεση κατά της κράτησης, ήτοι στην υπόθεση Kalfat, Alnaser ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 125/2020 κ.ά., ημερ. 8.10.20, αφού λέχθηκε πως δεν ήταν ορθή πορεία η εκ νέου εξέταση του μαρτυρικού τονίστηκαν τα εξής: «Όλα τα άλλα θέματα, τα οποία εξετάστηκαν από το Κακουργιοδικείο στο πλαίσιο της απόφασης του ημερομηνίας 19.12.2019, εφόσον τα δεδομένα παρέμειναν αναλλοίωτα, καλύπτονταν από το δεδικασμένο της πρώτης εφετειακής απόφασης η οποία επικύρωσε την εν λόγω απόφαση του Κακουργιοδικείου. Συνεπώς, δεν ήταν έργο του Κακουργιοδικείου να τα επανεξετάσει ως προς τη στοιχειοθέτηση του λόγου για τον οποίο ζητήθηκε η κράτηση των εφεσειόντων από την Κατηγορούσα Αρχή, με βάση το μαρτυρικό υλικό και τη δύναμή του, ούτε βέβαια είναι δικό μας». Ήταν βέβαια η πρώτη φορά που υπήρξε αναφορά στον όρο «δεδικασμένο» σε υποθέσεις κράτησης αλλά και πάλι τα λεχθέντα δεν αφίσταντο ποσώς από την προϋπάρχουσα νομολογία. Το αντίθετο μάλιστα, αφού σε επόμενη παράγραφο στην ίδια υπόθεση Alnaser, Kalfat (ανωτέρω) τονίστηκε πως: «Προκύπτει, ωστόσο, από τη νομολογία ως πάγια αρχή ότι διαταγή για κράτηση που δεν εφεσιβάλλεται δεν αναθεωρείται εκ των υστέρων στο πλαίσιο άλλης έφεσης αφορώσας περαιτέρω διαταγή, σε σχέση με στοιχεία που δεν έχουν, στο μεταξύ, μεταβληθεί (βλ. Μιχαηλίδης ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 306, Ψύλλας ν Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 388 και Ντούμα ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 1). Η ίδια αρχή ισχύει όταν διαταγή για κράτηση εφεσιβάλλεται και επικυρώνεται κατ΄ έφεση, όπως στην προκειμένη περίπτωση». Παρατηρούμε λοιπόν πως όταν υπάρχει τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή είτε στις περιπτώσεις στις οποίες δεν ασκείται έφεση είτε στις περιπτώσεις στις οποίες ασκείται έφεση και επικυρώνεται η πρωτόδικη κρίση, εκείνο που έχει σημασία και εξετάζεται σε επόμενο αίτημα είναι η τυχόν ύπαρξη μεταβληθέντων ή νέων ή διαφοροποιητικών στοιχείων. Για σκοπούς δε αυτού του ελέγχου σε τέτοιες περιπτώσεις διενεργείται εξέταση, χωρίς δηλαδή να είναι άνευ ετέρου αρκετό το ότι έχει προηγηθεί τελεσίδικη απόφαση. Μάλιστα θεωρούμε πως αυτό ακριβώς ήταν και το νόημα της αμέσως επόμενης υπόθεσης Μαυρομιχάλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 165/20 κ.ά., ημερ. 22.10.20, στην οποία λέχθηκε ότι: «Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει καταδείξει, όσον αφορά την πιο πάνω πτυχή, ότι, εκκρεμούσης της δίκης, η εξέταση ενστάσεως σε επαναλαμβανόμενο αίτημα κράτησης κατηγορουμένου προσώπου διενεργείται με αφετηρία το τελευταίο διαφοροποιητικό γεγονός, εάν υπάρχει τέτοιο. Διαπιστώνεται, έτσι, εφόσον περί τούτου πρόκειται, το περιεχόμενο της νέας μαρτυρίας που έχει, στο μεταξύ, προκύψει και η τυχόν επίδρασή της στην ήδη υπάρχουσα μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, ως προς την πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου. Άλλως πως, δε δικαιολογείται η εξέταση, εκ νέου, του πλαισίου, νομικού ή και πραγματικού, εντός του οποίου έχει εκδοθεί προηγούμενο διάταγμα κράτησης, της θέσης αυτής οριζομένης από το δόγμα του δεδικασμένου. Η σχετική νομολογία επιβεβαιώθηκε, πολύ πρόσφατα, στην J. Kalfat κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 125/2020 και 126/2020, 8.10.2020. Στην προκειμένη περίπτωση, αναμφίβολα, η απόφαση της πλειοψηφίας στις υποθέσεις Dydi κ.ά. ν. Δημοκρατίας, καθιέρωσε τέτοιο δεδικασμένο, ήτοι αναφορικά με την ένδειξη της πιθανότητας καταδίκης, στη βάση της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής που υπήρχε στις 30.6.2020». Ήταν ακριβώς με αναφορά στην ύπαρξη νέων διαφοροποιητικών γεγονότων ή στοιχείων που τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν σε σειρά αποφάσεων που ακολούθησαν όπως στις υποθέσεις V.B. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 113/22, ημερ. 21.6.22, Μ.Α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 274/22, ημερ. 23.1.23, Μ.Β. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 10/2023, ημερ. 23.2.23, Buesaquillo ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 56/2023, ημερ. 8.5.23, Σάρρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 110/23, ημερ. 29.6.23, D.R.M. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 138/23, ημερ. 30.6.23 και Khasawneh ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 220/23, ημερ. 4.12.23.» Στο σημείο αυτό δέον όπως λεχθεί ότι δεν ήταν η θέση της κας Παυλίδου και τίποτε σχετικό δεν τέθηκε ενώπιον μας που να καταδεικνύει ότι υπάρχει κάποιο νέο στοιχείο ή δεδομένο που θα πρέπει να εξετασθεί ώστε να κριθεί κατά πόσο δικαιολογείται η διαφοροποίηση της κρίσης για κράτηση του κατηγορουμένου. Αυτό που μας απασχολεί και το θέσαμε στη συνήγορο Υπεράσπισης είναι λοιπόν κατά πόσο στο παρόν στάδιο, πάντοτε λαμβανομένου υπόψη του ιστορικού της υπόθεσης όπως το παραθέσαμε ανωτέρω, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της κράτησης εξ υπαρχής, δηλαδή ωσάν να ετίθετο για πρώτη φορά και στο πλαίσιο αυτό να λάβει υπόψη του όλα τα στοιχεία και δεδομένα που υφίσταντο εξ υπαρχής. Η απάντηση της κας Παυλίδου στο πιο πάνω ερώτημα ήταν βασικά ότι μέχρι σήμερα υπήρχε επιφύλαξη του δικαιώματος του κατηγορουμένου να εγείρει ένσταση και να αγορεύσει σχετικά και συναφώς ότι δικαιούται εξ υπαρχής εξέτασης του θέματος στο παρόν στάδιο. Η θέση αυτή δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Είναι εμφανές, κατά την κρίση μας ότι κατά το στάδιο της παραπομπής και πριν την έκδοση της απόφασης για κράτηση, ο τότε συνήγορος του κατηγορουμένου δεν δήλωσε ότι επιφυλάττει το δικαίωμα του. Το ότι ανέφερε ότι δεν φέρει ένσταση «μέχρι την ημέρα της παραπομπής του, της δίκης του στο Κακουργιοδικείο», δεν συνιστά τέτοια επιφύλαξη. Στο πλαίσιο της τοποθέτησης του δήλωσε δε ότι είχε δει και το μαρτυρικό υλικό. Εδώ να λεχθεί ότι ασφαλώς και δεν εμποδίζεται οποιοσδήποτε κατηγορούμενος να εγείρει ένσταση κάθε φορά που υποβάλλεται αίτημα κράτησης του. Το θέμα όμως δεν επανεξετάζεται κάθε φορά εξ υπαρχής. Το ότι δεν επιφύλαξε το δικαίωμα του ο τότε συνήγορος του κατηγορουμένου προκύπτει άλλωστε και από το ότι έκανε σχετική δήλωση, ότι δηλαδή επιφυλάσσει το δικαίωμα του «κατά την εμφάνιση στο Κακουργιοδικείο», μετά την έκδοση της απόφασης από το παραπέμπον Δικαστήριο. Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα και ενόψει του ότι δεν τέθηκε οποιοδήποτε θέμα καταχώρησης έφεσης, η απόφαση του παραπέμποντος Δικαστηρίου για την κράτηση του κατηγορουμένου, είχε, κατά την πρώτη εμφάνιση ενώπιον μας, τελεσιδικήσει. Το γεγονός ότι η κα Παυλίδου, δήλωσε τότε ότι επιφυλάσσει το δικαίωμα έγερσης ένστασης, δεν μεταβάλλει την τελεσιδικία της εν λόγω απόφασης. Εδώ να λεχθεί και τούτο. Παρά την έλλειψη ένστασης από την κα Παυλίδου, καθηκόντως εξετάσαμε τότε το θέμα και αποφασίσαμε την περαιτέρω κράτηση του κατηγορουμένου. Για να καταλήξουμε σε αυτό, ως φαίνεται από την απόφαση μας ημερ. 06/09/2024, λάβαμε υπόψη, για σκοπούς εξέτασης στοιχειοθέτησης του κινδύνου φυγοδικίας, τόσο τους αντικειμενικούς όσο και υποκειμενικούς παράγοντες, ως ορίζει η σχετική νομολογία. Ως εκ των άνω το υπό κρίση αίτημα κράτησης δεν μπορεί παρά να εξετασθεί ως επαναλαμβανόμενο, στο πλαίσιο του οποίου εξετάζεται δηλαδή μόνο η ύπαρξη κάποιου διαφοροποιητικού στοιχείου και η επιμήκυνση του χρόνου κράτησης (βλ. Μαυρομιχάλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 165/20, ημερ. 22/10/2020 και Ivanov v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 85/24, ημερ. 30/04/2024). Εκείνο που μπορεί λοιπόν να εξετασθεί στο παρόν στάδιο είναι το κατά πόσο υπάρχουν μεταβληθέντα ή νέα στοιχεία και σε περίπτωση που υπάρχουν τέτοια, κατά πόσο αυτά διαφοροποιούν την κρίση επί του θέματος της κράτησης και όχι δεδομένα τα οποία υφίσταντο κατά τον χρόνο της παραπομπής. Ως έχουμε προαναφέρει, και το δέχεται ουσιαστικά η συνήγορος Υπεράσπισης, κανένα νέο διαφοροποιητικό στοιχείο δεν υπάρχει. Ως εκ των άνω κρίνουμε ότι η ένσταση δεν μπορεί να ευσταθήσει. Σε κάθε περίπτωση δέον όπως λεχθούν τα ακόλουθα: Η κα Παυλίδου στην αγόρευση της, χωρίς να αμφισβητήσει τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων αλλά και το γεγονός ότι σε περίπτωση που κριθεί ένοχος, ενδεχομένως να επιβληθούν στον κατηγορούμενο αυστηρές και μάλιστα πολυετείς ποινές φυλάκισης, υποστήριξε ότι η μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση, στην όψη της, δεν καταδεικνύει πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου. Αυτό καθότι από το σύνολο της μαρτυρίας προκύπτει ότι υπάρχουν αντιφατικοί ισχυρισμοί μεταξύ των μαρτύρων κατηγορίας (μεταξύ παραπονουμένου και άλλου μάρτυρα και δη του Μ.Κ.2 επί του κατηγορητηρίου) αλλά και αντικρουόμενες εκδοχές μεταξύ του παραπονουμένου και του κατηγορουμένου. Ως έχει νομολογηθεί, προς διαπίστωση της ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς δηλαδή το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγηση του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στο πλαίσιο τέτοιας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Το στάδιο εξέτασης του ζητήματος της πιθανολόγησης καταδίκης δεν προσφέρεται για μια σε βάθος ανάλυση της ολότητας του μαρτυρικού υλικού, ούτε τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων, αφού το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του, χωρίς συμπεράσματα και οριστικές απαντήσεις σε ερωτήματα, με σκοπό να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο κατά πόσο πιθανολογείται καταδίκη χωρίς να υπεισέρχεται σε θέματα αποδεκτότητας της μαρτυρίας ή αξιοπιστίας μαρτύρων. Ό,τι αποφασίζεται είναι αν η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη (βλ. Τσεκκούρα v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32, Νικήτα v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, και B.T.T. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 111/2023, ημερ. 23/6/2023). Το κριτήριο δε της πιθανολόγησης καταδίκης είναι σαφώς χαμηλότερο από εκείνο της απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Στυλιανού ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 78/24, ημερ. 08/04/2024 και Παναγή v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 152/24, ημερ. 25/06/2024). Στην προκειμένη, η πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου είναι κατά την κρίση μας ορατή, με βάση το μαρτυρικό υλικό στην όψη του και δη από την κατάθεση του ίδιου του παραπονουμένου (Μ.Κ.1 επί του κατηγορητηρίου, ημερ. 19/06/2024), που περιγράφει τι έλαβε χώραν και τις σχετικές ενέργειες του κατηγορουμένου. Η κα Παυλίδου, αναφερόμενη σε αντιφάσεις στη μαρτυρία και σε αντικρουόμενες εκδοχές, μας καλεί βασικά να προβούμε σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και όχι να την εξετάσουμε στο πλαίσιο που θέτουν οι ως άνω νομολογιακές αρχές, για σκοπούς πάντα διαπίστωσης της πιθανότητας καταδίκης κατά την εξέταση αιτήματος κράτησης. Ενόψει λοιπόν των πιο πάνω κρίνουμε ότι, στην όψη του υπάρχοντος μαρτυρικού υλικού και μόνο, στοιχειοθετείται πιθανότητα καταδίκης του κατηγορουμένου στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, χωρίς φυσικά να αποκλείουμε κάθε λογική προσδοκία αθώωσης του. Ως επίσης έχει νομολογηθεί, ο κίνδυνος μη προσέλευσης δεν εκτιμάται με κατά απομόνωση αναφορά στα αντικειμενικά κριτήρια, δηλαδή στη σοβαρότητα του αδικήματος, στην πιθανότητα καταδίκης και στην επιβληθεισόμενη ποινή, δηλαδή χωρίς τον συνυπολογισμό όλων των άλλων σχετικών παραγόντων που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα. Το εγχείρημα συνίσταται λοιπόν στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Προς εξέταση αυτού λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, στοιχεία σχετικά με τον ίδιο τον κατηγορούμενο αλλά και οι προσωπικές, οικογενειακές και επαγγελματικές του περιστάσεις καθώς και οι όποιοι δεσμοί του με τη Δημοκρατία. Στην προκειμένη, η κα Παυλίδου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος κατάγεται από τη Συρία και βρίσκεται στην Κύπρο ως αιτητής πολιτικού ασύλου και υπό το καθεστώς διεθνούς προστασίας. Στην Κύπρο, υπό το ίδιο καθεστώς βρίσκεται και η σύζυγος του και τα 3 ανήλικα τέκνα του, ηλικίας 5, 4 και 1,5 ετών. Εδώ να λεχθεί ότι οι πιο πάνω παράγοντες, ως υποκειμενικοί, λαμβάνονται ασφαλώς υπόψη στο πλαίσιο εξέτασης αιτήματος κράτησης. Η κα Παυλίδου αναφέρθηκε περαιτέρω στο άρθρο 8 του Περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000, υποστηρίζοντας ότι αυτό παρέχει δικαίωμα παραμονής του κατηγορουμένου και της οικογένειας του στη Δημοκρατία και ότι αυτοί απολαμβάνουν τα ίδια δικαιώματα ωσάν να ήταν Κύπριοι πολίτες. Να επισημάνουμε ότι το άρθρο 8
(1)(α) του εν λόγω Νόμου δίδει στον κατηγορούμενο και στην οικογένεια του δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Το ότι παρέχεται όμως δικαίωμα παραμονής δεν εξαλείφει τον κίνδυνο φυγοδικίας. Περαιτέρω, δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος και η οικογένεια του δεν βρίσκονται στη Δημοκρατία εδώ και πολύ καιρό. Ως ο κατηγορούμενος αναφέρει στην κατάθεση του, ήλθε στην Κύπρο τον Δεκέμβριο του 2023 ενώ και οι αιτήσεις αυτού και της οικογένειας του για πολιτικό άσυλο (ως προκύπτει από το Τεκμήριο Α, που η κα Παυλίδου κατέθεσε) καταχωρήθηκαν τον ίδιο μήνα. Ως εκ των άνω κρίνουμε ότι τα πιο πάνω δεδομένα δεν καταδεικνύουν την ύπαρξη στενών δεσμών του κατηγορουμένου με τη Δημοκρατία. Στο πλαίσιο δε πιθανολόγησης του κινδύνου φυγοδικίας του δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη και το ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος στην κατάθεση του ανέφερε ότι λόγω του φόβου του να παραμείνει υπό κράτηση κρυβόταν σε ένα κήπο χωρίς να έχει επικοινωνία με τη σύζυγο του. Οι προσωπικές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορουμένου καθώς και οι όποιοι δεσμοί του με τη Δημοκρατία, λαμβάνονται δε υπόψη, όχι όμως κατ' απομόνωση αλλά στα πλαίσια του συνόλου των σχετικών παραγόντων που καθορίζει η νομολογία. Ενόψει όλων όσων έχουν προαναφερθεί και λαμβάνοντας υπόψη ότι η φύση και η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, ως αυτή προκύπτει από τις συνθήκες διάπραξης τους, καθιστά υπαρκτό το ενδεχόμενο απόπειρας διαφυγής του προς αποφυγή των συνεπειών που μπορεί να αντιμετωπίσει, κρίνουμε ότι οι ως άνω παράγοντες δεν είναι τέτοιοι ώστε να υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης, το οποίο επιβάλλει την παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη του (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Πρόκειται για παράγοντες που ενόψει της σοβαρότητας της παρούσας υπόθεσης δεν μπορούν, κατά την κρίση μας, να λειτουργήσουν ως ικανό αντιστάθμισμα έναντι του κινδύνου φυγοδικίας και να κλίνουν την πλάστιγγα υπέρ της απόλυσης του κατηγορουμένου, υπό τους όρους που εισηγήθηκε η κα Παυλίδου ή υπό οποιουσδήποτε άλλους όρους. Τέλος, αναφορικά με τον χρόνο που μεσολαβεί μέχρι την επόμενη δικάσιμο, που είναι βασικά το μόνο νέο στοιχείο, πρέπει να λεχθούν τα εξής: Ο χρόνος για τον οποίο διατάσσεται η κράτηση υποδίκου αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη εφόσον η κράτηση προσώπου χωρίς καταδίκη από αρμόδιο Δικαστήριο είναι ένα μέτρο που λαμβάνεται κατ' εξαίρεση και εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Οι προεκτάσεις της χρονικής διάρκειας της κράτησης αποτελούν θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και εξετάζεται μέσα στα πλαίσια των ιδιαίτερων περιστατικών κάθε περίπτωσης (βλ. Κρασοπούλης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 450 και Χαμπή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 231/23, ημερ. 13/12/2023). Έχοντας υπόψη το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, δέον όπως λεχθεί ότι στην προκειμένη, ο χρόνος που μεσολαβεί μέχρι την επόμενη δικάσιμο, συνυπολογιζομένου του χρόνου που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση μέχρι σήμερα, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπερβολικός ή ότι εκφεύγει των επιτρεπτών χρονικών ορίων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανουσαρίδη
(2001)2 Α.Α.Δ. 639 και Salib v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 49) και δεν μεταβάλλει τα δεδομένα με τρόπο ώστε να επιδρά επί της κρίσης για την κράτηση του κατηγορουμένου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που εξηγήσαμε ανωτέρω, διατάσσουμε όπως ο κατηγορούμενος συνεχίσει να τελεί υπό κράτηση μέχρι την επόμενη δικάσιμο, ήτοι μέχρι τις 17/10/2024. (Υπ.) ................. Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................... Α. Φυλακτού, Α.E.Δ. (Υπ.) .................. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.