← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ.Χ., Αρ. Υπόθεσης: 463/23, 11/10/2024

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ.Χ., Αρ. Υπόθεσης: 463/23, 11/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, Α.E.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 463/23 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. Χ.Χ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 11/10/2024 Για τη Δημοκρατία: κα Λουίζα Σίγαρ. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Ηλίας Κονναρής. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ (ΜΕΙΟΨΗΦΙΑΣ) (Η διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών - Η κυκλοφορία της απόφασης υπόκειται σε περιορισμό) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα 7 κατηγορίες σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, κατά παράβαση των διατάξεων 2 και 3

(1)(γ)
(2)(β) του Περί Καταπολέμησης της Εμπορίας και Περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων Νόμου 3(Ι)/2000 (κατηγορίες 1 - 7) και 8 κατηγορίες άσεμνης επίθεσης εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (κατηγορίες 8 - 15). Ότι αποδίδεται στον κατηγορούμενο, με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 1 έως 7, είναι ότι: · Ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της 21ης Ιανουαρίου 2000 και της 31ης Δεκεμβρίου 2003 συμπεριλαμβανομένων, στο [ ] της Επαρχίας Λεμεσού, καταχρώμενος τη θέση εξουσίας που κατείχε πάνω σε παιδί, εκμεταλλεύθηκε σεξουαλικά την τότε ανήλικη Α.Α. από τη Λεμεσό, γεννηθείσα την [ ]/1988, δηλαδή της χάιδεψε τα χέρια, την πλάτη και τη μέση της (κατηγορία 1), · έβαλε τα χέρια του κάτω από τα ρούχα της και την χάιδεψε στην πλάτη, στη μέση και στο στήθος της και της ζήτησε να τον κοιτάει τα μάτια κατά τη διάρκεια που το έκανε αυτό (κατηγορία 2), · έβαλε τα χέρια του στην πλάτη της και της τράβηξε το εσώρουχο της προς τα έξω, το οποίο φαινόταν και καθόταν στην καρέκλα (κατηγορία 3), · έτριψε τα πόδια της με τα χέρια και τα πόδια του (κατηγορία 4), · κάθισε απέναντι της και έβαλε τα πόδια του ανάμεσα στα δικά της πόδια και τα έτριψε πάνω της (κατηγορία 5), · ακούμπησε τα γεννητικά του όργανα στην πλάτη της (κατηγορία 6), · ακούμπησε τα γεννητικά του όργανα στον αγκώνα της (κατηγορία 7). Με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων των κατηγοριών 8 έως 15, ότι αποδίδεται στον κατηγορούμενο είναι ότι: · Ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία του έτους 1999 στο [ ] της Επαρχίας Λεμεσού, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της τότε ανήλικης Α.Α. γεννηθείσα της [ ]/1988, δηλαδή της ξεκούμπωσε το στηθόδεσμο της (κατηγορία 9), · σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 1996 και της 20ης Ιανουαρίου 2000 συμπεριλαμβανομένων, στο Μοναγρούλλι της Επαρχίας Λεμεσού, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε κατά της τότε ανήλικης Α.Α. γεννηθείσα την [ ]/1988, δηλαδή της χάιδεψε τα χέρια, την πλάτη και τη μέση της (κατηγορία 8), · έβαλε τα χέρια του κάτω από τα ρούχα της και την χάιδεψε στην πλάτη, στη μέση και στο στήθος της και της ζήτησε να τον κοιτάει στα μάτια κατά τη διάρκεια που το έκανε αυτό (κατηγορία 10), · έβαλε τα χέρια του στην πλάτη της και της τράβηξε το εσώρουχο της προς τα έξω, το οποίο φαινόταν όταν καθόταν στην καρέκλα (κατηγορία 11), · έτριψε τα πόδια της με τα χέρια και τα πόδια του (κατηγορία 12), · ακούμπησε τα γεννητικά του όργανα στην πλάτη της (κατηγορία 13), · ακούμπησε τα γεννητικά του όργανα στον αγκώνα της (κατηγορία 14), · κάθισε απέναντι της και έβαλε τα πόδια του ανάμεσα στα δικά της πόδια και τα έτριψε πάνω της (κατηγορία 15). ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεση της, η Κατηγορούσα Αρχή, παρουσίασε συνολικά 10 μάρτυρες και συγκεκριμένα την παραπονούμενη Α.Α. (Μ.Κ.1), τη μητέρα της Α.Α. (Μ.Κ.2), την αδερφή της A.A. (Μ.Κ.3), τη σύζυγο του αδερφού της Α.Α. (Μ.Κ.4), την Γεωργία Αντωνιάδου Αχιλλείδη (Μ.Κ.5), την Παναγιώτα Παναγιώτου (Μ.Κ.6), την Σμύρνη Παναγιώτου (Μ.Κ.7), την Μάρθα Μαυρομμάτη (Μ.Κ.8), την Αστ. 4367 Αντωνία Πίτρη (Μ.Κ.9) και την Ιωάννα Οικονομίδου (Μ.Κ.10). Μετά την κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης, τον Α.Σ. Η Α.Α. (Μ.Κ.1) υιοθέτησε τις 4 καταθέσεις της που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήρια 1 έως 4) ημερομηνίας 04/05/2022, 06/05/2022, 15/07/2022 και 18/02/2023 αντίστοιχα. Περιέγραψε τις συνθήκες υπό τις οποίες λάμβανε χώρα η σεξουαλική κακοποίηση της από τον κατηγορούμενο κατά τη διάρκεια του μαθήματος στο φροντιστήριο που φοιτούσε η Α.Α. και που ο κατηγορούμενος δίδασκε, πως ένιωθε όταν λάμβαναν χώρα τα διαδραματισθέντα, και μετά που αυτά σταμάτησαν να λαμβάνουν χώρα. Επεξήγησε τους λόγους που αρχικά δεν ανέφερε οτιδήποτε σε κανέναν και ακολούθως τι την οδήγησε στο να εκμυστηρευθεί τα όσα βίωνε στα πρόσωπα που κατονόμασε και τι την οδήγησε στο να προβεί σε καταγγελία εναντίον του κατηγορουμένου το 2022. Η Μ.Κ.2 υιοθέτησε την κατάθεση της (Τεκμήριο 8). Στη κατάθεση της και στη δια ζώσης μαρτυρία της αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες όταν η Α.Α. φοιτούσε στο Γυμνάσιο της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την κακοποιούσε σεξουαλικά και ποια ήταν η αντίδραση της μάρτυρος. Αναφέρθηκε στις οικογενειακές συνθήκες ως αυτές επικρατούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, στον χαρακτήρα της Α.Α. και ποια ήταν η στάση της σε σχέση με το τι λάμβανε χώρα στην οικία της. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε για την απόπειρα αυτοκτονίας της Α.Α. Η Μ.Κ.3 υιοθέτησε την κατάθεση της (Τεκμήριο 9). Στη κατάθεση της και στη δια ζώσης μαρτυρία της αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Α.Α. της ανέφερε, όταν η μάρτυρας φοιτούσε στη Β΄ Τάξη Λυκείου, ότι ο κατηγορούμενος την κακοποιούσε σεξουαλικά. Αναφέρθηκε και στο τι έχει σκεφτεί με την Α.Α. να πουν στον πατέρα τους για να αλλάξει φροντιστήριο, τόσο η Α.Α., όσο και η μάρτυρας (φοιτούσαν στο ίδιο φροντιστήριο που δίδασκε ο κατηγορούμενος), όπως και έγινε. Αναφέρθηκε στις οικογενειακές συνθήκες ως αυτές επικρατούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε για την απόπειρα αυτοκτονίας της Α.Α. Αρνήθηκε υποβληθείσες θέσεις ότι ήταν προκατειλημμένη προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου και ότι αποσκοπούσε να υποστηρίξει την εκδοχή της Α.Α. με το να προβαίνει σε χαρακτηρισμούς ενάντια του προσώπου του κατηγορουμένου. Η Μ.Κ.4 υιοθέτησε την κατάθεση της (Τεκμήριο 10). Στην κατάθεση της και στη δια ζώσης της μαρτυρία αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Α.Α. της εκμυστηρεύθηκε τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον κατηγορούμενο, την αντίδραση της ιδίας, ως επίσης και του συζύγου της (αδερφού της Α.Α.) όταν η μάρτυρας ανέφερε στον σύζυγο της τι της είπε η Α.Α. Αναφέρθηκε στις οικογενειακές συνθήκες που επικρατούσαν στο σπίτι της Α.Α. κατά τα καλοκαίρια που η μάρτυρας επισκεπτόταν την οικία της Α.Α., στις συνθήκες κάτω από τις οποίες πληροφορήθηκε για την απόπειρα της Α.Α. να αυτοκτονήσει και ποιες ενέργειες έκαναν τα αδέρφια της μετά από αυτό το γεγονός. H M.K.5 υιοθέτησε την κατάθεση της (Τεκμήριο 11). Στην κατάθεση της και στη δια ζώσης μαρτυρία της αναφέρθηκε στα καθήκοντα της ως καθηγήτρια Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Αγωγής. Αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε την Α.Α. όταν αυτή φοιτούσε στην Α΄ Τάξη Λυκείου σε σχολείο της Λεμεσού και στα όσα η Α.Α. της ανέφερε και που κίνησαν τις υποψίες της μάρτυρος ότι η Α.Α. είναι παιδί που είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση. Περιέγραψε τις ενέργειες που είχε προβεί, ήτοι στο να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές με βάση και την πρακτική που ακολουθείτο τότε, μετά από τα όσα η Α.Α. της ανέφερε και στην εικόνα που η μάρτυρας αποκόμισε σχετικά με την Α.Α. Αναφέρθηκε επίσης, στα όσα η ίδια αντιλήφθηκε τόσο μέσα από την ενημέρωση που είχε η ίδια, όσο και από τα όσα η ίδια αποκόμισε μετά από επίσκεψη της στο σπίτι της Α.Α. σχετικά με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο της Α.Α. Η Μ.Κ.6 αναφέρθηκε στα καθήκοντα της ως λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών και στα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της σχετικά με την αναφορά που λήφθηκε για πιθανή σεξουαλική παρενόχληση της Α.Α. και τις ενέργειες που η μάρτυρας έχει προβεί στα πλαίσια των καθηκόντων της. Η Μ.Κ.7 αναφέρθηκε στα καθήκοντα της ως Κοινωνικής Λειτουργός και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνώρισε την Α.Α. και την οικογένεια της στα πλαίσια των καθηκόντων της. Αναφέρθηκε επίσης στο τι έλαβε χώρα και λέχθηκε στη συνάντηση που η μάρτυρας είχε με την Α.Α. στα πλαίσια διερεύνησης των αναφορών της Α.Α. Η Μ.Κ.8 αναφέρθηκε στα καθήκοντα της ως ειδική κλινική ψυχολόγος στη Διεύθυνση Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας στον ΟΚΥΠΥ. Αναφέρθηκε στην ψυχολογική αξιολόγηση που έκανε στην παραπονούμενη, μετά από κλινικές συναντήσεις που είχε μαζί της (στις 17/02/2023, 21/02/2023, 23/02/2023, 01/03/2023 και 03/03/2023) και στη σχετική έκθεση που ετοίμασε, με παραπομπή σε σχετική βιβλιογραφία. Η Μ.Κ.9 αναφέρθηκε στα καθήκοντα της ως μέλος της ανακριτικής ομάδας διερεύνησης αδικημάτων σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων στην Υποδιεύθυνση Διαχείρισης Ευάλωτων Προσώπων στο Αρχηγείο Αστυνομίας. Στην κατάθεση της (Τεκμήριο 19) και στη δια ζώσης μαρτυρία της αναφέρθηκε στις ενέργειες που έχει προβεί στα πλαίσια των καθηκόντων της ως ανακριτής της υπόθεσης. Η Μ.Κ.10 αναφέρθηκε στα καθήκοντα της ως κλινική ψυχολόγος, τόσο στο παρελθόν όταν εργαζόταν στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, όσο και σήμερα που ιδιωτεύει. Αναφέρθηκε στην ψυχολογική αξιολόγηση που έκανε στην παραπονούμενη, μετά από κλινικές συναντήσεις που είχε μαζί της και την παρακολούθηση της από το έτος 2022 μέχρι και σήμερα και στις σχετικές εκθέσεις που ετοίμασε με παραπομπή σε σχετική βιβλιογραφία. Ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του απέρριψε κατηγορηματικά τα όσα η Α.Α. του καταλογίζει, λέγοντας ότι ο ίδιος ήταν αφοσιωμένος καθηγητής και οικογενειάρχης. Αναφέρθηκε στο οικογενειακό πλαίσιο της Α.Α. και αναφέρθηκε στο τι ο ίδιος πιστεύει σε σχέση με τα κίνητρα που οδήγησαν την Α.Α. στο να τον καταγγείλει σε σχέση με τα επίδικα διαδραματισθέντα. Ο Μ.Υ.1 στη μαρτυρία του αναφέρθηκε στη σχέση που είχε με την Α.Α. και τον κατηγορούμενο και πιο συγκεκριμένα ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι δεύτερος εξάδελφος της Α.Α., διέμενε στο ίδιο χωριό όπου διέμενε η Α.Α. κατά τον ουσιώδη χρόνο και ήταν συμμαθητής της στο ίδιο φροντιστήριο στην ίδια τάξη στο οποίο δίδασκε ο κατηγορούμενος στην αγγλική γλώσσα. Στη μαρτυρία του περιέγραψε τις αίθουσες όπου γινόταν η διδασκαλία και τον τρόπο που αυτές ήταν διαρρυθμισμένες και ανέφερε πως, από ότι θυμάται, δεν έχει προσέξει τον κατηγορούμενο να προβαίνει στις πράξεις τις οποίες η Α.Α. του καταλογίζει, χωρίς να αποκλείει το γεγονός αυτές οι πράξεις να έγιναν και να μην τις έχει προσέξει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Παρακολούθησα με προσοχή τους πιο πάνω μάρτυρες, οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την όλη παρουσία και τις αντιδράσεις τους. Σημαντικό στοιχείο για την κρίση της αξιοπιστίας είναι η εντύπωση που αφήνει ο μάρτυρας στο Δικαστήριο (βλ. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 1273), όμως δεν είναι το μόνο κριτήριο (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Όπως αναφέρθηκε στην Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 371, η εκτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα δεν βασίζεται μόνο στην πειστικότητα που μεταδίδει το ύφος και ο τρόπος που αρθρώνει τη μαρτυρία του αλλά και το περιεχόμενο της, συγκρινόμενο με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό που υπάρχει στην υπόθεση. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίστηκα στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την αντιπαρέβαλα και την εξέτασα σε σχέση με το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας και με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Αφού εξέτασα τη μαρτυρία στο σύνολό της, κατέληξα σε συμπεράσματα ως προς την αξιοπιστία, τα οποία θα παραθέσω πιο κάτω, όχι με βάση την αλληλουχία των σκέψεων μου, αλλά με βάση τη σειρά η οποία, κατά την κρίση μου, αποτελεί την καλύτερη δομή της απόφασής μου (βλ. Charitonos a.o. v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40). Η Μ.Κ.2 μου άφησε θετική εικόνα. Έδωσε τη μαρτυρία της με τον δικό της χαρακτηριστικό τρόπο, με ιδιαίτερη απλότητα και αμεσότητα, η δε συναισθηματική της φόρτιση που είχε σε κάποια σημεία κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της ήταν γνήσια και δεν εντόπισα οποιοδήποτε στοιχείο προσποίησης της. Παρέθεσε με απλότητα όσα γεγονότα ήταν σε θέση να θυμάται, στην δε αντεξέταση της με πειστικότητα ανέφερε ότι δεν θυμόταν ή δεν γνώριζε γεγονότα για τα οποία ερωτάτο. Η μάρτυρας ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος, ίσως επειδή γνώριζε ότι ήταν αβοήθητη και με προβληματικό σύζυγο, «επείραζε» την Α.Α. Αυτή η αναφορά της αποτελεί έκφραση προσωπικής της γνώμης, με βάση τον δικό της συλλογισμό και εκτίμηση η οποία τέθηκε μεν καλόπιστα, πλην όμως το κατά πόσο αυτή η γνώμη της επιβεβαιωθεί, εξαρτάται από το κατά πόσο η μαρτυρία της Α.Α. κριθεί ως αξιόπιστη με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας της η οποία ακολουθεί πιο κάτω. H μάρτυρας στην κατάθεση της (Τεκμήριο 8) αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος, ενώ γνώριζε ότι η ίδια είχε οικονομικό πρόβλημα, την πίεζε για τα δίδακτρα. Στην κυρίως εξέταση και την αντεξέταση της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι τα παιδιά της που πίεζε για την καταβολή των διδάκτρων. Ως προς τούτο να επισημάνω ότι η μάρτυρας προέβη στην εν λόγω αναφορά, διευκρινίζοντας προς ποια πλευρά ο κατηγορούμενος έστρεφε την πίεση του στο να καταβληθούν τα δίδακτρα, η δε τοποθέτηση της ότι ο κατηγορούμενος πίεζε όλα τα παιδιά της για την καταβολή των διδάκτρων δεν έχει αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία και η αξιοπιστία της μάρτυρος δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση στο στάδιο της αντεξέτασης. Συναφώς, η μαρτυρία της Μ.Κ.2 κρίνεται ως αξιόπιστη και με βάση αυτή αποδέχομαι ότι: Η Μ.Κ.2 είναι η μητέρα της Α.Α. Ο σύζυγος της (και πατέρας της Α.Α.) αποβίωσε το έτος 2005 συνεπεία αλκοολισμού, όταν η Α.Α. ήταν 17 ετών. Η Α.Α. είναι το έκτο (κατά χρονολογική σειρά γέννησης) από τα 7 παιδιά (ένα αγόρι και 6 κορίτσια) που η Μ.Κ.2 απέκτησε με τον σύζυγο της, το δε τελευταίο δόθηκε για υιοθεσία μόλις γεννήθηκε, μετά από έντονες πιέσεις του συζύγου της Μ.Κ.2 και παρά το ότι η Μ.Κ.2 δεν επιθυμούσε να γίνει αυτό. Ο σύζυγος της ήταν οξύθυμος και πολλές φορές, λόγω του αλκοολισμού του, παρεκτρέπετο, ήθελε όμως τα παιδιά του να μάθουν την αγγλική γλώσσα και να σπουδάσουν. Διέμεναν σε ένα πολύ παλιό σπίτι και λόγω σεισμού η τουαλέτα και το μπάνιο της οικίας κατέρρευσαν και ακολούθως επιδιορθώθηκε. Τα παιδιά της οικογένειας βοηθούσαν στα περβόλια και μελετούσαν τα μαθήματα τους, χωρίς να έχουν κοινωνικές συναναστροφές. Κατά την περίοδο που η Α.Α. και η αδερφή της (η Μ.Κ.3) φοιτούσαν ακόμα στο σχολείο, η οικογένεια τους παρακολουθείτο συχνά από το Γραφείο Ευημερίας και λειτουργοί αυτών επισκέπτονταν συχνά την οικία τους και είχαν κατ΄ ιδίαν συζητήσεις με την Α.Α. και την Μ.Κ.3 για να δουν εάν είναι καλά. Οι επισκέψεις γίνονταν και επειδή ο σύζυγος της δημιουργούσε προβλήματα λόγω του αλκοολισμού του και δεν εργαζόταν και η οικογένεια λάμβανε οικονομική βοήθεια από το Γραφείο Ευημερίας. Οι λειτουργοί του Γραφείου Ευημερίας δεν της ανέφεραν οτιδήποτε που να σχετίζεται με τις αναφορές της Α.Α. περί σεξουαλικής κακοποίησης της από τον κατηγορούμενο, ούτε η μάρτυρας ανέφερε οτιδήποτε σχετικό περί τούτου στους λειτουργούς του Γραφείου Ευημερίας, λόγω του φόβου της που έτρεφε προς το πρόσωπο του συζύγου της. Η Α.Α. έναντι της Μ.Κ.2 ήταν ένα ήσυχο παιδί, δεν της δημιουργούσε προβλήματα και δεν της μιλούσε πολύ διότι δεν ήθελε να την στενοχωρεί. Ο κατηγορούμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν καθηγητής αγγλικών σε φροντιστήριο στο χωριό [ ] όπου διέμενε η Α.Α. με την οικογένεια της και σε αυτό φοιτούσε η Α.Α. και σχεδόν όλα τα υπόλοιπα αδέρφια της. Ο κατηγορούμενος πίεζε τα παιδιά της μάρτυρος για να καταβληθούν σε αυτόν τα οφειλόμενα ποσά που αντιστοιχούσαν σε δίδακτρα για τα μαθήματα που τους παρέδιδε, τα οποία τελικώς καταβάλλονταν στον κατηγορούμενο από χρήματα που λάμβανε η οικογένεια από το Γραφείο Ευημερίας και από εισφορές τρίτων προσώπων. Μια ημέρα (που η μάρτυρας θυμάται ότι ήταν όταν η Α.Α. ήταν περίπου στο Γυμνάσιο), η Α.Α. όταν επέστρεψε από το φροντιστήριο και ενώ ήταν μόνη της με την Μ.Κ.2, η Α.Α. της είπε ότι δεν θέλει να πάει ξανά στο φροντιστήριο του κατηγορουμένου. Η Α.Α. είπε στη Μ.Κ.2 ότι ο κατηγορούμενος την αγκάλιαζε και την χάιδευε και αυτό δεν της άρεσε. Η Μ.Κ.2 δεν είπε κάτι στην Α.Α. επειδή φοβόταν την αντίδραση του συζύγου της, ήτοι ότι αυτός θα σκότωνε τον κατηγορούμενο και μετά από αυτό η Α.Α. συνέχιζε να φοιτά στο φροντιστήριο, μέχρι που σε κατοπινό χρονικά σημείο η Α.Α. άρχισε να φοιτά σε άλλο φροντιστήριο. Η Μ.Κ.2 δεν συζήτησε ξανά τα όσα η Α.Α. της ανέφερε και δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να βοηθήσει την Α.Α. επειδή φοβόταν τον σύζυγο της, ένιωθε αβοήθητη και δεν ήξερε από που μπορούσε να ζητήσει βοήθεια. Η Α.Α. δεν της ανέφερε οτιδήποτε σχετικό με περιστατικό κατά το οποίο η Α.Α. κακοποιήθηκε σεξουαλικά όταν ήταν στην ηλικία των 6 ετών. Η Α.Α. όταν φοιτούσε στην Αθήνα, αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει με κατάποση χαπιών και η Α.Α. δεν ανέφερε στη Μ.Κ.2 τον λόγο που προέβη σε αυτήν την πράξη και η Μ.Κ.2 δεν ρώτησε κάτι σχετικό τα παιδιά της ως προς τους λόγους που η Α.Α. προέβη στην εν λόγω πράξη. Σε σχέση με τη Μ.Κ.3, να επισημάνω ότι έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή και επιφυλακτικότητα τη μάρτυρα στη δια ζώσης μαρτυρία της, καθότι είναι η αδερφή της παραπονούμενης και μια εκ των προσώπων που η Α.Α. αποκάλυψε σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον κατηγορούμενο, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή της Α.Α. Έχω δε λάβει υπόψη μου το γεγονός ότι η μάρτυρας ανέφερε ότι υπήρχε δέσιμο με την παραπονούμενη. Η μάρτυρας μου άφησε θετική εικόνα. Παρέθεσε με ειλικρίνεια τα όσα η Α.Α. της εκμυστηρεύθηκε σχετικά με τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον κατηγορούμενο και τα όσα συμφώνησε η μάρτυρας με την παραπονούμενη να πουν στον πατέρα τους, ως πρόσχημα, για να διακόψει τόσο η παραπονούμενη, όσο και η ίδια, τη φοίτηση τους στο φροντιστήριο που δίδασκε ο κατηγορούμενος την αγγλική γλώσσα. Επίσης παρέθεσε με ειλικρίνεια το οικογενειακό υπόβαθρο της οικογένειας της ως αυτό ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και μετέπειτα αυτού. Δεν μου διαφεύγει ότι η μάρτυρας σε αρκετές ερωτήσεις που της τίθεντο στο στάδιο της αντεξέτασης και που αφορούσαν γεγονότα που ανέτρεχαν στον ουσιώδη χρόνο και μεταγενέστερα αυτού, δεν ήταν σε θέση να ανακαλέσει στη μνήμη της γεγονότα και γενικά απαντούσε ότι δεν θυμόταν. Αυτό κρίνω ότι είναι φυσιολογικό, λόγω του μακρού χρονικού διαστήματος που διέρρευσε από τον ουσιώδη χρόνο και λίγο μεταγενέστερα αυτού και σε κάθε περίπτωση δεν έχω διακρίνει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει πρόθεση της μάρτυρος στο να αποφύγει να απαντήσει. Το δε δέσιμο που η μάρτυρας ανέφερε ότι είχε με την παραπονούμενη κρίνω ότι δεν επηρέασε με οποιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της, ούτε έχω εντοπίσει οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο εκ μέρους της. Πειστική κρίνεται και η εξήγηση που έδωσε η μάρτυρας επί του ότι δεν ρώτησε την Α.Α. για τους λόγους που την οδήγησαν να αποπειραθεί να αυτοκτονήσει. Συγκεκριμένα η μάρτυρας πειστικά ανέφερε ότι μετά που πληροφορήθηκε ότι η Α.Α. αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, διερωτήθηκε μεν για ποιον λόγο η αδερφή της να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια, όμως αυτό που έδωσε σημασία είναι στο πως θα γίνει καλά η αδερφής της και πως θα μπορούσε να σταθεί δίπλα της εκείνη τη δεδομένη χρονικά στιγμή. Σε σχέση δε με τα επίδικα περιστατικά, ερωτήθηκε κατά πόσο της φάνηκε παράξενο ο κατηγορούμενος να προβαίνει στα όσα η Α.Α. του αποδίδει ότι της έκανε δημοσίως. Η μάρτυρας με ειλικρίνεια απάντησε ότι δεν την ρώτησε μεν, αλλά αναρωτήθηκε δε και ότι αυτό της φάνηκε παράξενο. Η δε θέση της, ότι δηλαδή σκέφτηκε πως ο κατηγορούμενος κάπως θα κρυβόταν και να καλυπτόταν όταν προέβαινε στις πράξεις στις οποίες η Α.Α. του αποδίδει, αποτελεί τη δική της έκφραση γνώμης για τις προφυλάξεις που ο κατηγορούμενος λάμβανε όταν προέβαινε στις πράξεις που η Α.Α. του αποδίδει. Οι δε θέσεις της μάρτυρος επί τούτου, αναμφίβολα δεν μπορούν είτε να επιβεβαιώσουν, είτε να διαψεύσουν την εκδοχή της Α.Α., η μαρτυρία της οποίας αξιολογείται πιο κάτω. Η μάρτυρας όταν ρωτήθηκε για το ποια ήταν η άποψη της για τον κατηγορούμενο, ανέφερε «Δεν τον συμπαθούσα και πολύ» και ο λόγος ήταν «Κάτι μου έκανε, δεν ξέρω, ήτανε λίγο παίζει το μάτι του, λίγο γλοιώδης. Δεν ξέρω, δεν ξέρω, δεν τον ένιωθα πολύ όπως τους άλλους καθηγητές που είχα στο σχολείο, δεν ξέρω, κάτι δεν μου έκανε, αλλά εντάξει» και «Εννοώ έτσι ένιωθα, ότι δεν μου έβγαζε κάτι αθώο να το πω, έτσι ήταν, είχε ένα βλέμμα να το πω λίγο πιο άγριο, λίγο πιο ύπουλο». Ως προς τούτο, κρίνω ότι η μάρτυρας, απέδωσε στον κατηγορούμενο χαρακτηρισμούς ενάντια στην προσωπικότητα του και αφήνοντας σκιές σε σχέση με την ηθική του υπόσταση, χρησιμοποιώντας λέξεις όπως «παίζει το μάτι του» και «γλοιώδης». Από την άλλη όμως, οι αναφορές της αυτές αποτελούν την δική της καθαρά προσωπική άποψη, οι οποίες δεν μπορούν να υποστηρίξουν με οποιονδήποτε τρόπο της εκδοχή της Α.Α., ούτε και μπορούν οι απόψεις της αυτές να συνδεθούν με τα όσα η Α.Α. αποδίδει στον κατηγορούμενο. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα η θέση, προφανώς για να πλήξει την αξιοπιστία της και να καταδείξει ότι αυτή μεροληπτεί υπέρ της Α.Α., ότι δεν εξέτασε κατά πόσο η Α.Α. της έλεγε την αλήθεια σχετικά με τα όσα αποδίδει στον κατηγορούμενο. Η μάρτυρας υπεύθυνα και πειστικά ανέφερε ότι δεν είναι δική της «δουλειά» να διερευνήσει την αλήθεια των ισχυρισμών της Α.Α., ανέφερε όμως ότι πίστεψε τα όσα η Α.Α. της είπε. Ως προς τούτο κρίνω ότι η μάρτυρας εξέφρασε με ειλικρίνεια την προσωπική θέση και πεποίθηση της, ότι δηλαδή πίστεψε και πιστεύει την αδερφή της. Από την άλλη όμως, η πεποίθηση της αυτή είναι καθαρά προσωπική και σε κάθε περίπτωση το κατά πόσο η εκδοχή της Α.Α. είναι πειστική, θα γίνει σχετική αναφορά πιο κάτω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Α.Α. Η μάρτυρας ανέφερε στην κατάθεση της ότι την περίοδο που σπούδαζε, θυμάται έντονα ότι στο χωριό υπήρχαν ψίθυροι ότι μια κοπέλα κατήγγειλε τον κατηγορούμενο ότι την παρενόχλησε σεξουαλικά. Ως προς τούτο θα πρέπει να επισημάνω ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει την θέση της αυτή, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος καταγγέλθηκε από άλλη κοπέλα ότι την παρενόχλησε σεξουαλικά, ούτε υποβλήθηκε στον κατηγορούμενο τέτοια θέση. Πρόκειται για θέση η οποία παρέμεινε στη σφαίρα των «ψιθύρων» και δεν θα πρέπει να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτή. Η μάρτυρας εξέφρασε στην κατάθεση της την άποψη ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύθηκε την κατάσταση που επικρατούσε στο σπίτι με τον πατέρα της παραπονούμενης (και της Μ.Κ.3) επί του ότι ο πατέρας της Α.Α. ήταν αλκοολικός και βίαιος, αφού ο κατηγορούμενος ήξερε ότι υπήρχαν οικονομικά προβλήματα και έτσι δεν φοβόταν ο κατηγορούμενος ότι η Α.Α. θα μιλούσε σε κάποιον για τα όσα η Α.Α. αποδίδει στον κατηγορούμενο. Ως προς τούτο θα πρέπει να επισημάνω τα εξής: Αποτελεί κοινό έδαφος και των δύο πλευρών ότι η οικογένεια της Α.Α. και της μάρτυρος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν χαμηλής εισοδηματικής τάξης και ότι ο πατέρας τους ήταν αλκοολικός και βίαιος. Από την άλλη όμως, η θέση της μάρτυρος ότι ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύθηκε τις ιδιαιτερότητες αυτές και ότι δεν φοβόταν ότι η Α.Α. θα μιλούσε για τα όσα βίωνε, αποτελεί δική της προσωπική άποψη. Το κατά πόσο όμως ο κατηγορούμενος προέβη στις πράξεις που η Α.Α. του αποδίδει και κατά πόσο ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύθηκε τις ως άνω αναφερόμενες ιδιαιτερότητες, είναι κάτι που θα κριθεί στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας τόσο της Α.Α., όσο και του κατηγορουμένου που ακολουθεί κατωτέρω. Η μάρτυρας στην αντεξέταση της ερωτήθηκε κατά πόσο θυμάται η Α.Α. να ήταν βρώμικο και απεριποίητο παιδί και απάντησε ότι η Α.Α. δεν της άρεσε να «φτιάχνεται» όπως άλλα κορίτσια, δεν ήταν όμως βρώμικη αλλά ήταν καθαρή. Η τοποθέτηση της αυτή γίνεται δεκτή στη βάση το τι αποκόμισε η μάρτυρας, ως η αδερφή της Α.Α. και στα πλαίσια της μεταξύ τους συμβίωσης και συναναστροφής σε σχέση με το πόσο καθαρή ήταν η Α.Α. και στο ότι δεν άρεσε στην Α.Α. να περιποιείται τον εαυτό της σε σχέση με άλλα κορίτσια. Συναφώς, η μαρτυρία της Μ.Κ.3, με τις πιο πάνω επισημάνσεις, κρίνεται ως αξιόπιστη και με βάση αυτή αποδέχομαι, πέραν των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, ότι: H Μ.Κ.3 είναι η μια εκ των αδερφών της Α.Α. και είναι περίπου κατά ένα χρόνο μεγαλύτερη από την Α.Α. Η Μ.Κ.3 άρχισε να φοιτά στο φροντιστήριο του κατηγορουμένου από τότε που η Μ.Κ.3 φοιτούσε στην Δ΄ Τάξη Δημοτικού. Την χρονιά κατά την οποία η Α.Α. φοιτούσε στην Α΄ Τάξη Λυκείου και η Μ.Κ.3 στη Β΄ Τάξη Λυκείου, φοιτούσαν ταυτόχρονα και στο ίδιο φροντιστήριο (που βρισκόταν στο χωριό [ ] όπου διέμεναν η Α.Α. και η Μ.Κ.3 με την οικογένεια τους) όπου ο κατηγορούμενος ήταν καθηγητής και δίδασκε την αγγλική γλώσσα. Ο κατηγορούμενος κάποιες φορές ζητούσε την καταβολή των διδάκτρων και προς τούτο ήταν απαιτητικός. Ήταν επίσης οξύθυμος με όλους τους μαθητές. Εκείνη τη χρονιά, μια ημέρα όταν βρίσκονταν στο σπίτι τους η Α.Α. και η Μ.Κ. 3 και σε κατ΄ ιδίαν συζήτηση που είχαν, η Α.Α. της εκμυστηρεύθηκε ότι ο κατηγορούμενος την άγγιζε σε διάφορα σημεία του σώματος της την ώρα του μαθήματος. Συγκεκριμένα της είχε πει, ότι την ώρα του μαθήματος, ενώ η Α.Α. καθόταν στη θέση της, ο κατηγορούμενος έβαζε τα χέρια του στην πλάτη της και μέσα στο παντελόνι (χωρίς να θυμάται η μάρτυρας εάν η Α.Α. της είπε πόσο κάτω έφτανε το χέρι του στο σώμα της). Επίσης της ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την άγγιζε σε διάφορα μέρη του σώματος της (της είπε «με αγγίζει, βάζει τα χέρια του») και ότι την αγκάλιαζε χωρίς αφορμή και αυτές οι κινήσεις του κατηγορούμενου έκαναν την Α.Α. να νιώθει άβολα, περίεργα και άσχημα. Όταν η Α.Α. της εκμυστηρεύθηκε τα πιο πάνω, η Μ.Κ.3 σοκαρίστηκε και είπε στην Α.Α. «θα φύγουμε, δεν γίνεται να συνεχιστεί, θα βρούμε έναν τρόπο μην ανησυχείς». Η Μ.Κ.3 σκέφτηκε να πει μαζί με την Α.Α. στον πατέρα τους, με σκοπό να αλλάξουν φροντιστήριο, ότι ο κατηγορούμενος δεν κάνει καλά το μάθημα, ότι δεν είναι καλός καθηγητής και ότι τα χρήματα που έδιναν «πήγαιναν χαμένα», ότι θα βρουν κάποιον καλύτερο καθηγητή. Όταν το είπαν αυτό στον πατέρα τους αυτός τους ρώτησε εάν έχουν υπόψην τους κάποιο άλλο φροντιστήριο και τότε η Μ.Κ.3 βρήκε κάποιο άλλο φροντιστήριο και τότε η Μ.Κ. 3 και η Α.Α. άλλαξαν φροντιστήριο σε σύντομο χρονικό διάστημα, την ίδια σχολική χρονιά και συγκεκριμένα άρχισαν να φοιτούν σε φροντιστήριο στη Λεμεσό. Ο λόγος που η Μ.Κ.3 και η Α.Α. δεν μίλησαν σε άλλον ενήλικα για τα όσα η Α.Α. της εκμυστηρεύθηκε ήταν επειδή «στο σπίτι η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη, εάν ο μπαμπάς μας μάθαινε κάτι τέτοιο θα μας σκότωνε όλους μαζί», ως χαρακτηριστικά ανέφερε η Μ.Κ.
  1. Η Α.Α. ήταν πολύ κλειστός άνθρωπος και χαρακτήρας από μικρή, δεν μιλούσε εύκολα για τα όσα περνούσε, τα κρατούσε μέσα της, δεν της άρεσε να την αγγίζουν και να την αγκαλιάζουν από μικρή και δεν ήταν εκδηλωτικό άτομο. Όταν η Μ.Κ.3 και η Α.Α. σπούδαζαν, έμεναν σε διπλανά δωμάτια. Εκείνη την περίοδο η Α.Α. έκανε απόπειρα αυτοκτονίας και η Α.Α. δεν εκμυστηρεύθηκε στη Μ.Κ.3 τον λόγο που την οδήγησε να το πράξει, ούτε η Μ.Κ. 3 ρώτησε την Α.Α. σχετικά. Η Μ.Κ.4 μου άφησε θετική εικόνα. Η μάρτυρας υπήρξε ειλικρινής και κατέθετε στη δια ζώσης μαρτυρία της με πηγαίο, απλό τρόπο και χωρίς υπεκφυγές τα όσα η ίδια βίωσε και αντιλήφθηκε σε σχέση με την κατάσταση που επικρατούσε στην οικογένεια της Α.Α., ότι ο πατέρας της Α.Α. ήταν αλκοολικός και δύσκολος ως άνθρωπος, ενέπνεε φόβο σε όλη την οικογένεια και ότι θα μπορούσε να ήταν βίαιος. Αναφέρθηκε επίσης με λεπτομέρεια για το πως η ίδια αντιλήφθηκε τα λεγόμενα της Α.Α. σε σχέση με τη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη και ποια ήταν η αντίδραση και τα συναισθήματα της όταν τα πληροφορήθηκε. Εύλογη κρίνω ότι ήταν και η ενέργεια της μάρτυρος στο να ρωτήσει την Α.Α. για το πως ο καθηγητής της μπορούσε να προβαίνει στις πράξεις που η Α.Α. του καταλογίζει στην παρουσία άλλων μαθητών, εισπράττοντας την απάντηση από την Α.Α., ότι δηλαδή ο καθηγητής της την έβαζε να κάθεται στο τελευταίο θρανίο. Ειλικρινής κρίνεται και η αναφορά της μάρτυρος ότι από ότι αντιλήφθηκε η ίδια, με βάση τα «μισόλογα» της Α.Α., η πράξη με την οποία ο κατηγορούμενος (με βάση τα λεγόμενα της Α.Α.) έβαζε με το χέρι του το χέρι της Α.Α. πάνω στα γεννητικά του όργανα, γινόταν κάτω από το θρανίο και από ότι κατάλαβε η μάρτυρας αυτή η πράξη γινόταν για αρκετό καιρό. Η αναφορά αυτή της μάρτυρος γίνεται αποδεκτή στη βάση του τι η Α.Α. της ανέφερε, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος προέβαινε στην εν λόγω πράξη και ότι η μάρτυρας αντιλήφθηκε, με βάση τα «μισόλογα» της Α.Α., ότι αυτή η πράξη γινόταν κάτω από το θρανίο και για αρκετό καιρό. Το κατά πόσο όμως αυτή η πράξη πράγματι γινόταν θα κριθεί πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Α.Α. Η μάρτυρας με ειλικρίνεια στην αντεξέταση της εξέφρασε την άποψη ότι η Α.Α. χρειαζόταν να πλένεται και να ήταν πιο καθαρή και ότι τότε, ως η ίδια αντιλήφθηκε, η Α.Α. ήταν παραμελημένη. Η θέση της αυτή γίνεται δεκτή στη βάση των όσων η μάρτυρας αντιλήφθηκε κατά την παραμονή της στην Κύπρο τα καλοκαίρια σε σχέση με το πόσο καθαρή ήταν η Α.Α. Ειλικρινή κρίνεται και η δική της πεποίθηση που εξέφρασε σε ερώτηση που της τέθηκε κατά την αντεξέταση, ότι δηλαδή δεν της πέρασε από το μυαλό ότι η Α.Α. ψευδόταν, παρά το ότι η Α.Α ήταν άπλυτη και βρώμικη και τα διαδραματισθέντα γίνονταν στην τάξη με άλλους μαθητές και ότι δεν θεώρησε ότι τα λεγόμενα της Α.Α. ήταν υπερβολές κάποιου παιδιού που είχε προβλήματα στο σπίτι. Η πεποίθηση της αυτή κρίνω ότι τέθηκε από τη μάρτυρα με ειλικρίνεια και σε κάθε περίπτωση το κατά πόσο η Α.Α. ψευδόταν θα κριθεί πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της. Δεν έχω διακρίνει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει μεροληπτική στάση υπέρ της Α.Α., λαμβανομένου υπόψη ότι ο σύζυγος της είναι ο αδερφός της Α.Α. Σε κάθε περίπτωση, η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τα όσα η μάρτυρας ανέφερε, ούτε την αξιοπιστία της. Μόνο στην κατακλείδα της αντεξέτασης η Υπεράσπιση υπέβαλε στη μάρτυρα ότι δεν μπήκε στη βάσανο να εξετάσει κατά πόσο οι ισχυρισμοί της Α.Α. βασίζονται στην πραγματικότητα. Ως προς τούτο, η μάρτυρας με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν διερωτήθηκε, ανέφερε δε ότι ένοιωθε πως τα λεγόμενα της Α.Α. ήταν αλήθεια. Βεβαίως, η τοποθέτηση της αυτή αποτελεί τη δική της προσωπική άποψη και πεποίθηση. Το κατά πόσο όμως τα λεγόμενα της Α.Α. είναι αληθή, είναι ζήτημα το οποίο θα κριθεί στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας της Α.Α. η οποία ακολουθεί πιο κάτω. Συναφώς, η μαρτυρία της Μ.Κ.4, με τις πιο πάνω επισημάνσεις, κρίνεται ως αξιόπιστη και με βάση αυτή αποδέχομαι ότι: Η Μ.Κ.4 είναι η παντρεμένη με τον αδερφό της Α.Α. Περίπου το καλοκαίρι του 2002, ενώ ακόμα η Α.Α. είχε σχέση με τον αδερφό της Α.Α., ήρθαν μαζί στην Κύπρο για να γνωρίσει την οικογένεια της Α.Α. Τότε η Α.Α. φοιτούσε στην Γ΄ Γυμνασίου και ήταν αρκετά κλειστή στον εαυτό της, δεν μιλούσε και δεν εμπιστευόταν εύκολα κάποιον. Η Α.Α. κατά την περίοδο που η μάρτυρας επισκεπτόταν την Κύπρο αντιλήφθηκε ότι η Α.Α. ήταν παραμελημένη και χρειαζόταν να πλένεται και να ήταν πιο καθαρή. Ο πατέρας της Α.Α. ήταν αλκοολικός, δύσκολος, μπορούσε να γίνει βίαιος εάν κάποιο μέλος της οικογένειας του έφερνε αντιρρήσεις, ήταν αυταρχικός, φώναζε, κτυπούσε το χέρι του στο τραπέζι και η οικογένεια τον φοβόταν. Εκείνες τις ημέρες, κατά την παραμονή της μάρτυρος στην Κύπρο, σε κάποια στιγμή, όταν η Α.Α. και η Μ.Κ.4 ήταν μόνες τους στο περιβόλι που είχε η οικογένεια και έκαναν εργασίες, η Α.Α. αρχικά της είπε ότι αν μιλήσει για κάτι που της συμβαίνει «θα γίνει χαμός», χωρίς όμως να πει περισσότερες λεπτομέρειες. Η μάρτυρας προσπάθησε να της μιλήσει τις επόμενες ημέρες όταν είχε την ευκαιρία. Σε κάποια στιγμή, όταν η Α.Α. και η μάρτυρας βρίσκονταν στην αυλή του σπιτιού, στα πολλά ερωτήματα που η μάρτυρας έθετε στην Α.Α. και στην προσπάθεια της να προσεγγίσει την Α.Α. για να της πει λεπτομέρειες τι εννοούσε με αυτό που της είπε πριν λίγες ημέρες στο περιβόλι και αφού την καθησύχασε ότι μπορεί να της μιλήσει, να την εμπιστευτεί και ότι δεν θα μαθευτεί κάτι, η Α.Α. της είπε ότι στο φροντιστήριο αγγλικών που φοιτά στο χωριό [ ] ο καθηγητής της την παρενοχλεί και συγκεκριμένα ότι την αναγκάζει να κάθεται στις πίσω θέσεις της αίθουσας για να μην βλέπουν οι υπόλοιποι μαθητές τι κάνει, της μιλούσε, της ψιθύριζε στο αυτί διάφορα και ότι ο καθηγητής, έβαζε το χέρι του και τριβόταν πάνω της και ότι έπαιρνε το χέρι της και το τοποθετούσε στα γεννητικά του όργανα. Η Α.Α. της ανέφερε επίσης ότι ο καθηγητής της την έβαζε να διαβάζει δυνατά για να μην ακούνε οι άλλοι μαθητές και ταυτόχρονα από κάτω από το θρανίο την παρενοχλούσε. Η Α.Α. της ανέφερε ότι ο καθηγητής της έκανε παρατήρηση ότι θα πρέπει να πλένεται πιο συχνά και να είναι καθαρή. Η Α.Α. όταν εξιστορούσε τα πιο πάνω ήταν ανήσυχη και η Α.Α. δεν ήθελε όπως η μάρτυρας να τα πει σε κανέναν, βάζοντας η Α.Α. τη μάρτυρα να το υποσχεθεί, πράγμα που η μάρτυρας το έπραξε τη δεδομένη στιγμή διότι η μάρτυρας φοβόταν την αντίδραση του πατέρα της Α.Α. Η μάρτυρας, με την επιστροφή της στην Αθήνα, ανέφερε στον αδερφό της Α.Α. τα όσα η Α.Α. της εκμυστηρεύθηκε. Τότε αυτός θύμωσε και τηλεφώνησε στην μεγαλύτερη αδερφή του (όχι τη Μ.Κ.2) για να δουν τι θα έπρατταν και κατέληξαν στο ότι, εάν γίνονταν γνωστά τα όσα η Α.Α. απέδιδε στον κατηγορούμενο, τότε «θα μπορούσε να γίνει μεγάλο κακό», ότι μπορούσε ο πατέρας τους να επιτεθεί και ίσως προβεί σε φόνο, αποφάσισαν ότι δεν θα έπρεπε να μαθευτεί οτιδήποτε και όπως η Α.Α. δεν θα ξαναπήγαινε στο συγκεκριμένο φροντιστήριο και ότι θα άλλαζε φροντιστήριο. Έκτοτε η μάρτυρας, αν και ερχόταν στην Κύπρο σχεδόν κάθε καλοκαίρι, δεν συζήτησε ξανά με οποιονδήποτε εκ της οικογένειας της Α.Α. τα όσα η Α.Α. της εκμυστηρεύθηκε. Η μάρτυρας πληροφορήθηκε, όταν η Α.Α. ήταν φοιτήτρια στην Αθήνα (και η μάρτυρας στο μεταξύ παντρεύτηκε τον αδερφό της Α.Α. και ο πατέρας της Α.Α. είχε αποβιώσει), ότι η Α.Α. αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει και ότι αυτό το γεγονός οδήγησε τα αδέρφια της Α.Α. να αναζητήσουν τους λόγους που οδήγησαν την Α.Α. σε αυτήν την ενέργεια. Από ότι πληροφορήθηκε η μάρτυρας, ακούγοντας συζητήσεις που γίνονταν με τα αδέρφια της Α.Α., η Α.Α. είχε κατάθλιψη συνεπεία τόσο των βιωμάτων της στο σπίτι (με τον αυστηρό πατέρα της και την έλλειψη υποστήριξης από τους γονείς της), όσο και της σεξουαλικής κακοποίησης που βίωνε και ότι ένας από τους λόγους που την οδήγησαν στην απόπειρα αυτοκτονίας ήταν η σεξουαλική κακοποίηση της από τον καθηγητή της. Τότε, δεν έγινε οποιαδήποτε ενέργεια στο να γίνει καταγγελία εναντίον του καθηγητή της. Μετά την απόπειρα αυτοκτονίας, η μάρτυρας αντιλήφθηκε, μέσα από συζητήσεις που γίνονταν με τα αδέρφια της οικογένειας, ότι όλα τα αδέρφια γνώριζαν για την σεξουαλική κακοποίηση της Α.Α., αφού γινόταν αναφορά σε αυτή, χωρίς όμως λεπτομέρειες. Στις 09/07/2022 η Α.Α. ενημέρωσε τον αδερφό της (σύζυγο της μάρτυρος), ότι προχώρησε σε καταγγελία εναντίον του καθηγητή της. Την επόμενη μέρα, ήτοι στις 10/07/2022, η μάρτυρας υπενθύμισε στην Α.Α. ότι της είχε μιλήσει για τα όσα βίωνε, ότι ο κατηγορούμενος την έβαζε να διαβάζει δυνατά για να μην ακούνε οι άλλοι μαθητές και ταυτόχρονα ο καθηγητής της την παρενοχλούσε κάτω από το θρανίο. Μετά από αυτήν την υπενθύμιση, η Α.Α. είπε στη μάρτυρα ότι δεν θυμόταν ακριβώς τι της είχε πει. Η Μ.Κ.5 μου άφησε θετική εικόνα. Παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τα καθήκοντα της ως καθηγήτρια Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Αγωγής και τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και συγκεκριμένα τα όσα η Α.Α. της ανέφερε και που της δημιούργησαν την υποψία ότι η Α.Α. είναι παιδί που έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά. Έπεισε η μάρτυρας για την ορθότητα και το ενδεδειγμένο των ενεργειών της που ακολούθησαν των αναφορών της Α.Α. και ότι οι ενέργειες της έγιναν στη βάση της πρακτικής που ίσχυε τότε. Παρέθεσε επίσης με σαφήνεια και πληρότητα τα όσα η ίδια αντιλήφθηκε τόσο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, όσο και μέσα από την κατ΄ οίκον επίσκεψη της στο σπίτι της Α.Α. και που σχετίζονταν με το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο της Α.Α. και την εξασφάλιση της συγκατάθεσης των γονέων της για παροχή στήριξης της Α.Α. από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Η μάρτυρας για κάποια θέματα δεν ήταν σε θέση να θυμάται για να δώσει κάποιες λεπτομέρειες όπως π.χ. σχετικά με την πορεία και εξέλιξη της υπόθεσης της Α.Α. Ως προς τούτο, η μάρτυρας έδωσε λογική και πειστική εξήγηση. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι πέρασε χρόνος από τότε που συναντήθηκε με την Α.Α. (περί το 2003), όταν δηλαδή η Α.Α. προέβη στις αναφορές της και ότι μετά από λίγο καιρό η μάρτυρας απουσίαζε για λόγους υγείας για κάποιο χρονικό διάστημα. Η μάρτυρας με ειλικρίνεια ανέφερε ότι, ως η ίδια αντιλήφθηκε, ο πατέρας της Α.Α. ήταν οξύθυμος. Αυτή η θέση της γίνεται δεκτή, διότι το οξύθυμο του χαρακτήρα του πατέρα της Α.Α. αποτελεί κοινό έδαφος και των δύο πλευρών. Επιπρόσθετα, η μάρτυρας με ειλικρίνεια ανέφερε ότι δεν περιήλθε στην αντίληψη της οποιαδήποτε αναφορά για βία εκ μέρους του πατέρα της. Αυτή η αναφορά της γίνεται δεκτή στη βάση του ότι δεν περιήλθε στην αντίληψη της, στα πλαίσια των καθηκόντων της τέτοια αναφορά. Από την άλλη όμως, ως προς τον βίαιο ή όχι χαρακτήρα του πατέρα της Α.Α. αναφέρθηκε τόσο η Μ.Κ.8, όσο και η Μ.Κ.10, όσο και η Α.Α. και ο κατηγορούμενος, οι μαρτυρίες των οποίων αξιολογούνται πιο κάτω. Η μάρτυρας με ειλικρίνεια στην αντεξέταση της, ερωτώμενη κατά πόσο η Α.Α. ήταν παιδί καθαρό και περιποιημένο ή απεριποίητο, ανέφερε ότι η Α.Α. ήταν παιδί φροντισμένο και δεν είχε ενδείξεις παραμέλησης ή να ήταν ακάθαρτη ή να πεινά. Οι εν λόγω αναφορές γίνονται αποδεκτές στη βάση του τι η ίδια αποκόμισε ως εικόνα για την Α.Α. στα πλαίσια των καθηκόντων της. Βεβαίως, το τι έχει διαπιστώσει η μάρτυρας σε σχέση με την Α.Α. δεν αντιστρατεύονται και δεν αντικρούουν τα όσα οι Μ.Κ. 3 και 4 ανέφεραν, αφού οι εν λόγω μάρτυρες αναφέρθηκαν στο πως αντιλήφθηκαν την Α.Α. σε σχέση με τον βαθμό επιμέλειας και καθαρότητας της. Σε κάθε περίπτωση, η Υπεράσπιση στο στάδιο της αντεξέτασης, δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία της μάρτυρος και γενικά την αξιοπιστία της, αφού οι ερωτήσεις που της υποβάλλονταν κατά την αντεξέταση της ήταν κυρίως διευκρινιστικές και εστιάζονταν στις ενέργειες που η ίδια έχει προβεί στα πλαίσια των καθηκόντων της. Συναφώς, η μαρτυρία της Μ.Κ.5 κρίνεται ως αξιόπιστη και με βάση αυτή αποδέχομαι ότι: Η Μ.Κ.5 είναι καθηγήτρια Συμβουλευτικής και Επαγγελματικής Αγωγής και το έτος 2003 ήταν τοποθετημένη σε λύκειο στη Λεμεσό όπου η Α.Α. φοιτούσε στην Α΄ Τάξη Λυκείου σε Λύκειο στη Λεμεσό, όπου ήταν τοποθετημένη η μάρτυρας. Στα πλαίσια της εργασίας της, η μάρτυρας προσπαθούσε να αποκτήσει μια σχέση με όλα τα παιδιά για να διερευνήσει την κατάσταση τους στα πλαίσια ομαλής μεταβίβασης στο σχολικό πλαίσιο και ήταν η σύμβουλος της Α.Α. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Α.Α. επισκεπτόταν μόνη της και οικειοθελώς το γραφείο της Μ.Κ.5 και η Α.Α. ήταν πολύ εσωστρεφής, ένιωθε την ανάγκη να πηγαίνει στο γραφείο της μάρτυρος, αλλά δεν έλεγε πολλά και ήταν πάντα κλεισμένη στον εαυτό, της χωρίς ιδιαίτερες κοινωνικές σχέσεις. Στις αρχές της σχολικής χρονιάς, σε μια συνάντηση που είχε η Α.Α. με τη Μ.Κ.5, η Α.Α. έκανε αναφορές και άφησε υπόνοιες που παρέπεμπαν σε παρενόχληση (που σήμερα οι αναφορές αυτές θα ενέπιπταν στην εύλογη υποψία για σεξουαλική παρενόχληση ανηλίκου), χωρίς να θέλει να πει στη Μ.Κ.5 περισσότερες λεπτομέρειες και συγκεκριμένα ότι κάτι συμβαίνει κατά τη διάρκεια του μαθήματος της, με καθηγητή (χωρίς να τον κατονομάσει) σε φροντιστήριο αγγλικών (που επίσης δεν κατονόμασε) που φοιτούσε στο χωριό όπου διέμενε και που ήταν ο ιδιοκτήτης του φροντιστηρίου. Η Α.Α. της είπε ότι αυτό το γεγονός το είχε αναφέρει και στη μητέρα της. Η Μ.Κ.5 μετά από αυτές της αναφορές της Α.Α. και τη συνολική εικόνα που σχημάτισε για την Α.Α., εντάσσοντας αυτήν σε μια ευάλωτη ομάδα, έκρινε σκόπιμο, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της, να ενημερώσει τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και να παραπέμψει την Α.Α. στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας με τη γραπτή συγκατάθεση των γονέων της και ξεκίνησε μια συνεργασία της Α.Α. με τις εν λόγω Υπηρεσίες. Την περίοδο εκείνη η Α.Α. ήταν συναισθηματικά φορτισμένη και ταλαιπωρημένη, ήταν πολύ κλειστός χαρακτήρας και δεν μιλούσε εύκολα για τα όσα βίωνε. Δεν περιήλθε στην αντίληψη της μάρτυρος οποιαδήποτε αναφορά για σωματική βία εκ μέρους του πατέρα της Α.Α. Η Μ.Κ.5 διαπίστωσε ότι ο πατέρας της Α.Α. ήταν οξύθυμος. Η μάρτυρας δεν διαπίστωσε κατά τον χρόνο που είχε επαφή με την Α.Α. ότι αυτή ήταν παραμελημένη, να πεινά ή να είναι ακάθαρτη. Σε κάποιο στάδιο η Μ.Κ.5 πληροφορήθηκε από την Α.Α. ότι, τις ίδιες αναφορές που η Α.Α. έκανε σε αυτήν, τις έκανε και σε άλλη καθηγήτρια, του σχολείου την ίδια χρονική περίοδο. Τόσο η Μ.Κ.5, όσο και η άλλη καθηγήτρια προβληματίζονταν και αγωνιούσαν για την συνολική εικόνα της Α.Α. Η Μ.Κ.5 δεν θυμάται να είπε κάτι στους γονείς της Α.Α. για τον λόγο που επικοινώνησαν μαζί τους. Η Μ.Κ.6 μου άφησε θετική εικόνα. Παρέθεσε με ειλικρίνεια τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως κοινωνική λειτουργός σχετικά με την διερεύνηση εκ μέρους της, μετά από οδηγίες που έλαβε, της αναφοράς που έκανε η Α.Α. σε σύμβουλο του σχολείου της για πιθανή σεξουαλική παρενόχληση της. Επίσης παρέθεσε με λεπτομέρεια το τι έλαβε χώρα και λέχθηκε κατά την επίσκεψη της στο σπίτι της Α.Α., στα πλαίσια των καθηκόντων της και της συνάντησης που είχε με την Α.Α. και τη Μ.Κ.
  2. Ήταν δε ειλικρινής, πειστική και έδωσε λογική απάντηση με την αναφορά της ότι, μετά από πάροδο 22 χρόνων που παρήλθαν από την εμπλοκή της στην ως άνω διερεύνηση, δεν ήταν σε θέση να θυμάται τι έγινε και αυτός ήταν ο λόγος που ανέτρεξε στον σχετικό φάκελο, από όπου προέρχονται οι πληροφορίες τις οποίες ανέφερε στο Δικαστήριο. Η Υπεράσπιση στο στάδιο της αντεξέτασης υπέβαλε διάφορες ερωτήσεις σε σχέση με τις ενέργειες που η μάρτυρας προέβη και ποιοι ήταν οι λόγοι που δεν προέβη σε περαιτέρω έρευνα σχετικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες της οικογένειας της Α.Α. Οι εν λόγω ερωτήσεις, ως διεφάνη, δεν αποσκοπούσαν στο να κλονίσουν την αξιοπιστία ή τα λεγόμενα της μάρτυρος. Σε κάθε περίπτωση, σε σχέση με αυτές τις ερωτήσεις, η μάρτυρας έδωσε λογική, ειλικρινή και πειστική εξήγηση για ποιο λόγο δεν έχει πράξει κάτι περαιτέρω μετά από τη συνάντηση που είχε με την Α.Α. και τη Μ.Κ.
  3. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν είχε μαρτυρία από την Α.Α. σε σχέση με τα όσα η τελευταία ανέφερε στη σύμβουλο του σχολείου και επειδή τόσο η Α.Α., όσο και η Μ.Κ.3, δεν ήθελαν να συζητηθεί, με οποιονδήποτε οτιδήποτε, συζητήθηκε μεταξύ τους. Περαιτέρω, ως η μάρτυρας ανέφερε, οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας συνέχισαν να επιβλέπουν την οικογένεια της Α.Α. και μετά την επίσκεψη της Μ.Κ.6 στην οικία της, για να υπάρχει στενή επαφή σε περίπτωση που υπήρχε κάτι για να τους εκμυστηρευθούν η Α.Α. και η Μ.Κ.
  4. Η ενέργεια αυτή κρίνεται ως ορθή και λογική υπό τις τότε περιστάσεις και τη στάση που κράτησαν τότε η Α.Α. και η Μ.Κ.
  5. Η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν περιήλθε στην αντίληψη της ότι ο πατέρας της Α.Α. ήταν βίαιος. Αυτή η θέση της γίνεται δεκτή στη βάση ότι αυτό δεν περιήλθε στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της. Από την άλλη όμως, το βίαιο του χαρακτήρα του πατέρα της Α.Α. αποτελεί κοινό έδαφος και των δύο πλευρών, διότι αναφέρθηκαν για αυτό το θέμα τόσο η Μ.Κ.8, όσο και η Μ.Κ.10, η Α.Α. και ο κατηγορούμενος, οι μαρτυρίες των οποίων αξιολογούνται πιο κάτω. Συναφώς, η μαρτυρία της Μ.Κ.6 κρίνεται ως αξιόπιστη και με βάση αυτή αποδέχομαι ότι: Η Μ.Κ.6 το 2002 ήταν λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών και είχε συνεργασία με οικογένειες στα πλαίσια του προγράμματος Προληπτικής Εργασίας και Στήριξης Οικογενειών με Ανήλικα. Στα πλαίσια των καθηκόντων της, έλαβε οδηγίες για να διερευνήσει αναφορά που προήλθε από τη σύμβουλο σχολείου της Λεμεσού και αφορούσε πιθανή σεξουαλική παρενόχληση της Α.Α. από καθηγητή της, ιδιωτικού φροντιστηρίου και επισκέφθηκε την οικία της Α.Α. Εκείνα τα χρόνια η οικογένεια της Α.Α. είχε συνεργασία με τις Υπηρεσίας Κοινωνικής Ευημερίας και λάμβανε οικονομική στήριξη από αυτές. Κατά την επίσκεψη της, η μάρτυρας δεν ανέφερε στους γονείς της Α.Α. τον πραγματικό λόγο της επίσκεψης της, αλλά ζήτησε από αυτούς όπως έχει κατ΄ ιδίαν συζήτηση με την Α.Α. και τη Μ.Κ.3, όπως και έγινε. Η Μ.Κ.6 ανέφερε στην Α.Α. και τη Μ.Κ.3 τον λόγο της επίσκεψης της, οι οποίες εξέφρασαν έντονη δυσαρέσκεια για την ενημέρωση που έλαβαν οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας από τη σύμβουλο του σχολείου και αρνήθηκαν να συνεργαστούν. Η μάρτυρας προσπάθησε να βοηθήσει την Α.Α. για να πει εάν υπήρχε κάτι το οποίο ήθελε να μοιραστεί μαζί της αλλά η Α.Α. δεν ήθελε να συνεργαστεί και η Μ.Κ.6 δεν εξασφάλισε κάποια μαρτυρία σε σχέση με τα όσα ανέφερε στη σύμβουλο του σχολείου. Η Α.Α. και η Μ.Κ.3 ανέφεραν στη Μ.Κ.6 ότι ο πατέρας τους ήταν πάρα πολύ αυστηρός, ήταν αυστηρών αρχών και επικεντρωνόταν κυρίως στο θέμα της εκπαίδευσης τους, στη φοίτηση τους στο σχολείο, των σπουδών τους, δεν έδινε πολλή ελευθερία έκφρασης στα παιδιά του και παρακάλεσαν την Μ.Κ.6 όπως μην αναφέρει οτιδήποτε στους γονείς τους σχετικά με τα όσα η Α.Α. ανέφερε σε λειτουργό του σχολείου της, όπως και έγινε. Η Μ.Κ.6 αντιλήφθηκε, μέσα από τις συζητήσεις που είχε με τους γονείς της Α.Α. και της Μ.Κ.3, ότι ο πατέρας τους ήταν αυστηρός και κύριο μέλημα του ήταν η οικογένεια του, να έχει στο σπίτι τα βασικά, φαγητά, να μην λείψει κάτι στα παιδιά του και οι σπουδές τους. Επίσης αντιλήφθηκε ότι ο πατέρας τους ήταν αυτός που λάμβανε τις αποφάσεις στο σπίτι και ότι η μητέρα τους ήταν χαμηλών τόνων. Κατά την επίσκεψη της στο σπίτι της Α.Α., η Μ.Κ.6 μέσα από την κατ΄ ιδίαν συνομιλία που είχε με την Α.Α. και τη Μ.Κ.3, διαπίστωσε ότι αυτές δεν ήθελαν να συνεργαστούν, δεν αναφέρθηκε κάτι είτε από την Α.Α. ή από τη Μ.Κ.3 το οποίο να ήταν «χειροπιαστό» σε σχέση με τις αναφορές της Α.Α. Δεν περιήλθε στην αντίληψη της μάρτυρος ότι ο πατέρας τους ήταν βίαιος. Η Μ.Κ.7 μου άφησε θετική εικόνα. Παρέθεσε με σαφήνεια και πληρότητα τα γεγονότα ως αυτά περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της σχετικά με τη διερεύνηση εκ μέρους της των αναφορών που η Α.Α. έκανε σε σχέση με τα επίδικα διαδραματισθέντα. Διαφώτισε το Δικαστήριο σχετικά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12, στην έκταση που την αφορούσε, το οποίο είναι έγγραφο ημερομηνίας 21/07/2022 των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας που απευθυνόταν στο Αρχηγείο Αστυνομίας στην Υποδιεύθυνση Διαχείρισης Υποθέσεων Ευάλωτων Προσώπων, Κλάδου Διερεύνησης Αδικημάτων Σεξουαλικής Κακοποίησης Ανηλίκων. Έπεισε για τη σκοπιμότητα της στο να επιλέξει να επισκεφθεί την Α.Α. στο σχολείο της και κρίνεται ως λογική και πειστική η αναφορά της ότι θέλησε να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στην Α.Α., σε ένα χώρο ουδέτερο, όπως είναι το σχολείο, για να διαπιστώσει κατά πόσο η Α.Α. θα ένιωθε πιο καλά σε αυτόν τον χώρο και να μιλήσει σε σχέση με τις αναφορές της, πράγμα που ούτε και αυτήν τη φορά έγινε κατορθωτό. Η Υπεράσπιση στο στάδιο τα αντεξέτασης δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία ή την αξιοπιστία της όταν η μάρτυρας με ειλικρίνεια απαντούσε ότι δεν θυμόταν κάποια γεγονότα για τα οποία ερωτάτο εάν έλαβαν χώρα. Συναφώς, η μαρτυρία της Μ.Κ.7 κρίνεται ως αξιόπιστη και με βάση αυτή αποδέχομαι ότι: Η Μ.Κ.7 μεταξύ των ετών 2002 - 2005 ήταν λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών στον Κλάδο Προληπτικής Εργασίας και Στήριξης Οικογενειών με Ανήλικα. Η Μ.Κ.7 μεταξύ της 09/12/2002 και 03/03/2005 ήταν εμπλεκόμενη λειτουργός σε σχέση με την οικογένεια της Α.Α. Στις 16/01/2003 η Μ.Κ.7 επισκέφθηκε το σχολείο όπου φοιτούσε η Α.Α. και είχε εκ νέου συνεργασία με την Α.Α. Η Α.Α. διατήρησε την ίδια στάση που τήρησε και στη Μ.Κ.6 και δεν συνεργάστηκε για περαιτέρω διερεύνηση των αναφορών της τις οποίες η Α.Α. έκανε τον Οκτώβριο του 2002 στη σύμβουλο του σχολείου και που με βάση αυτές προέκυψε ότι πιθανόν η Α.Α. να ήταν θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. Η Α.Α. δεν ανέφερε στη Μ.Κ.7 τους λόγους που δεν ήθελε να συνεργαστεί. Επίσης στη συνάντηση η Α.Α. ανέφερε στη Μ.Κ.7 ότι ο ενήλικας αδερφός της γνώριζε για τα περιστατικά που αναφέρθηκε η Α.Α. και ότι ο αδερφός της την παρότρυνε να μην το αναφέρει στον πατέρα τους και προσπάθησε με εναλλακτικούς τρόπους να τροχοδρομήσουν ενέργειες για εγγραφή της σε άλλο φροντιστήριο, όπως και έγινε. Η Μ.Κ.7 μετά από την εν λόγω συνάντηση συνέχισε να είχε συνεργασία με την οικογένεια της Α.Α., με τη σύμβουλο του σχολείου και με την Α.Α. για περίπου άλλα δυόμιση χρόνια, οι δε Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας συνέχισαν τη συνεργασία με την οικογένεια της Α.Α. στο πλαίσιο παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, χωρίς να προκύψει έκτοτε άλλη αναφορά. Στα πλαίσια της συνεργασίας της Μ.Κ.7 με την Α.Α., η Μ.Κ.7 αποκόμισε την εικόνα ότι η Α.Α. ήταν ένα κλειστό και ντροπαλό παιδί. Για τον πατέρα της αποκόμισε την εντύπωση ότι αυτός ήταν πάρα πολύ αυστηρός, απόλυτος σε κάποιες θέσεις που είχε, ήταν δύσκολος χαρακτήρας και υπήρχαν αναφορές στο φάκελο ότι πιθανόν να ασκούσε βία στη γυναίκα του (Μ.Κ.2) χωρίς αυτές να τεκμηριωθούν. Σε σχέση με τη Μ.Κ.9 να επισημάνω ότι την έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της, λόγω του ρόλου που διαδραμάτισε στην παρούσα υπόθεση ως ανακριτής της υπόθεσης και επειδή η Υπεράσπιση στο στάδιο της αντεξέτασης αμφισβήτησε την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία της μάρτυρος. Η μάρτυρας μου άφησε θετική εικόνα. Παρέθεσε με λεπτομέρεια τις ενέργειες που έχει προβεί στα πλαίσια των καθηκόντων της και δεν διαπίστωσα οτιδήποτε που να αφήνει σκιές σε σχέση με την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία της. Απαντούσε με ευθύτητα και χωρίς υπεκφυγές και όπου κρινόταν αναγκαίο για να απαντήσει, παρέπεμπε με ευκρίνεια στο μαρτυρικό υλικό που συλλέχθηκε κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Η μάρτυρας προέβη σε όλες τις δέουσες ενέργειες για να έρθει σε επαφή με άτομα που η Α.Α. υπέδειξε, στην προσπάθεια της να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα για το τι λάμβανε χώρα κατά τον επίδικο χρόνο με βάση τα όσα η Α.Α. ανέφερε στις καταθέσεις της. Στη προσπάθεια της αυτή, κατάφερε να έρθει σε επικοινωνία με τρία άτομα και παρέθεσε με ειλικρίνεια και λεπτομέρεια, με παραπομπή σε ημερολόγια ενεργείας που ετοίμασε, τι περιήλθε στην αντίληψη της. Αν και τα εν λόγω ημερολόγια ενεργείας δεν κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, εν τούτοις η μάρτυρας ανέφερε, με πληρότητα και λεπτομέρεια, τις ενέργειες που προέβη και που καταγράφηκαν σε αυτά. Σε κάθε περίπτωση η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τις εν λόγω ενέργειες της μάρτυρος. Το γεγονός ότι η μάρτυρας δεν κατόρθωσε να έρθει σε επαφή με την Μ.Α. (πρόκειται για άτομο που η Α.Α. κατονόμασε ως συμμαθήτρια της στο φροντιστήριο) για το λόγο ότι η Α.Α. δεν της έδωσε στοιχεία επικοινωνίας επίσης δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Λογική και πειστική κρίνεται η εξήγηση της μάρτυρος, ότι δηλαδή δεν θεώρησε σωστό να παραδώσει κλήση στα εν λόγω τρία άτομα για να παρουσιαστούν και να δώσουν κατάθεση, από τη στιγμή που αυτά της ανέφεραν ότι δεν θυμόντουσαν να έγιναν τα όσα η Α.Α. καταλογίζει στον κατηγορούμενο και επειδή της ανέφεραν ότι δεν επιθυμούσαν να δώσουν κατάθεση στην Αστυνομία και να καταθέσουν στο Δικαστήριο. Κρίνω συνεπώς ότι η κλήση των εν λόγω ατόμων δεν θα πρόσθετε οτιδήποτε που να ήταν χρήσιμο για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης, καθότι τα δύο εξ΄ αυτών ανέφεραν ότι δεν θυμούνταν να έγιναν αυτά που η Α.Α. καταλογίζει στον κατηγορούμενο, το δε τρίτο (ο Μ.Υ.1) της ανέφερε ότι δεν πρόσεξε οποιαδήποτε αγγίγματα προς τους μαθητές. Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνω ότι η Υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τα λεγόμενα των εν λόγω τριών ατόμων προς τη Μ.Κ.
  6. Η πλευρά της Υπεράσπισης, αμφισβητώντας την αμεροληψία της μάρτυρος, υπέβαλε στη μάρτυρα τις θέσεις ότι ήταν προαποφασισμένη και πριν λάβει κατάθεση από τον κατηγορούμενο, να τον κατηγορήσει και σε κάθε περίπτωση πριν καν ακούσει τη θέση του, την οποία ακολούθως δεν την έλαβε καθόλου υπόψη της, δεν την εξέτασε και ότι ήταν ήδη πεπεισμένη ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα. Τόνισε δε η Υπεράσπιση ότι όλες οι ενέργειες της μάρτυρος έγιναν την ίδια ημέρα. Στην αγόρευση της η Υπεράσπιση εισηγήθηκε ότι η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε εξ΄ αιτίας της πλημμελούς διερεύνησης της Αστυνομίας και ότι σε περίπτωση που η παρούσα υπόθεση διερευνάτο σωστά, ο κατηγορούμενος, στην ηλικία των 74 ετών, δεν θα βρισκόταν στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Εισηγήθηκε δε ότι η Αστυνομία και στη συνέχεια ο Γενικός Εισαγγελέας επέδειξαν αμέλεια καθήκοντος και αποδείχθηκαν ευθυνόφοβοι. Ως προς τούτο δέον όπως επισημάνω τα εξής: • Ως διαφάνηκε μέσα από τη μαρτυρία της Μ.Κ.9, αυτή ήρθε σε επικοινωνία στις 09/07/2022 με άτομα που η Α.Α. κατονόμασε ως συμμαθητές της στο επίδικο φροντιστήριο. Συγκεκριμένα στις 09/07/2022 και ώρα 11:10 η Μ.Κ.9 επικοινώνησε με τον Γ.Κ. ο οποίος της ανέφερε ότι θυμάται να πηγαίνει στο ίδιο φροντιστήριο με την Α.Α., αλλά δεν θυμάται ποια χρονική περίοδος ήταν. Της ανέφερε επίσης ότι δεν θυμάται να έχει δει όσα κατήγγειλε η Α.Α., δεν επιθυμούσε να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία, ούτε να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο. Στις 09/07/2022 και ώρα 12:05 η Μ.Κ.9 επικοινώνησε με τον Μ.Ι. ο οποίος της ανέφερε ότι δεν θυμάται να είδε οτιδήποτε σε σχέση με τα καταγγελθέντα περιστατικά της παραπονούμενης λόγω παρόδου πολλών χρόνων. Επίσης της ανέφερε ότι ο καθηγητής (ο κατηγορούμενος) ήταν αυστηρός, αλλά ήταν πολύ καλός στη δουλειά του. Πρόσθεσε ότι δεν επιθυμούσε να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε να δώσει κατάθεση. Στις 09/07/2022 η Μ.Κ.9 επικοινώνησε με τον Μ.Υ.1 ο οποίος της ανέφερε ότι είναι δεύτερος εξάδελφος της Α.Α. και ότι όταν ήταν περίπου 11 με 15 ετών θυμάται να φοιτούσαν μαζί στο ίδιο φροντιστήριο στο χωριό [ ]. Ανέφερε επίσης ότι η Α.Α. ήταν η μόνη κοπέλα στο μάθημα και απ΄ ότι θυμόταν καθόταν στις μπροστινές θέσεις. Ερωτηθείς ανέφερε στη Μ.Κ.9 ότι ο καθηγητής τους συχνά καθόταν δίπλα από όλους τους μαθητές και επεξηγούσε το μάθημα, αλλά δεν πρόσεξε οποιαδήποτε αγγίγματα προς τους μαθητές. Επίσης της ανέφερε ότι όλοι οι μαθητές κάθονταν μόνοι τους στα θρανία και συνολικά ήταν 3 με 4 μαθητές σε κάθε μάθημα. Ανέφερε επίσης ότι δεν επιθυμούσε να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να δώσει κατάθεση. Τα πιο πάνω άτομα με τα οποία ήρθε σε επικοινωνία η Μ.Κ.9 κατονομάστηκαν από την Α.Α. ως συμμαθητές της στο επίδικο φροντιστήριο. Η Α.Α. κατονόμασε επίσης στη Μ.Κ.9 και την Μ.Α. αλλά η Μ.Κ.9 δεν επικοινώνησε μαζί της διότι η Α.Α. δεν της έδωσε στοιχεία επικοινωνίας. · Επίσης την ίδια ημέρα (και μετά που η μάρτυρας ήρθε σε επικοινωνία με τα εν λόγω άτομα) και ώρα 15:20 μ.μ. παρέδωσε στον κατηγορούμενο τη βεβαίωση πληροφόρησης και παραλαβής εγγράφων δικαιωμάτων υπόπτων/κατηγορουμένων (Τεκμήριο 20) με την οποία βεβαιούται ότι ο κατηγορούμενος έχει πληροφορηθεί για τα δικαιώματα του και έχει παραλάβει το έγγραφο δικαιωμάτων υπόπτων/κατηγορουμένων σε γλώσσα καταληπτή από τον ίδιο, καθώς και τον κατάλογο με τα ονόματα και τους αριθμούς τηλεφώνων των δικηγόρων που ενδιαφέρονται να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. · Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 15:23 - 16:15 η Μ.Κ.9 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 21) αφού τον πληροφόρησε για την υπόθεση και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο. · Την ίδια ημέρα και μεταξύ των ωρών 16:20 - 16:35 η Μ.Κ.9 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε: «Τώρα που μου τα είπες όλα ξανά από την αρχή είμαι πεπεισμένος ότι είναι όλα σκηνοθετημένα. Δεν παραδέχομαι.» Είναι γεγονός ότι η Μ.Κ.9 προέβη στις εν λόγω ενέργειες αυθημερόν, διαδοχικά και σε σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ τους, ως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Από την άλλη όμως, δεν διαπίστωσα οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η μάρτυρας ήταν προαποφασισμένη να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο πριν καν ακούσει τη θέση του, ή ότι ήταν πεπεισμένη ότι διαπράχθηκαν τα αδικήματα ή ότι δεν εξέτασε τις θέσεις του κατηγορουμένου. Η μάρτυρας ως φαίνεται στο Τεκμήριο 21, υπέβαλε στον κατηγορούμενο τις θέσεις της Α.Α. και ο κατηγορούμενος προέβαλε τις δικές του θέσεις, απορρίπτοντας κάθετα τα όσα η Α.Α. του καταλογίζει, λέγοντας ότι αυτά που του καταλογίζει η Α.Α. είναι ψέματα. Έδωσε δε στον κατηγορούμενο, ως φαίνεται στην ερώτηση 20 του Τεκμηρίου 21, την ευκαιρία να αναφέρει οτιδήποτε άλλο για το οποίο δεν ερωτήθηκε, με τον κατηγορούμενο να δίνει τη δική του εκδοχή σε σχέση με τα κίνητρα της Α.Α. η οποία αξιολογείται κατωτέρω. Η μάρτυρας δε, με ειλικρίνεια στην αντεξέταση της, αφού ερωτήθηκε σχετικά, ανέφερε ότι δεν ρώτησε τον κατηγορούμενο ποιοι ήταν οι συμμαθητές της Α.Α. έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να δώσει κάποια ονόματα. Ως προς τούτο, η παράλειψη αυτή δεν διαφάνηκε να επηρέασε δυσμενώς τον κατηγορούμενο στο να προβάλει τις δικές του θέσεις στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Επιπρόσθετα δε, κάλεσε ως μάρτυρα Υπεράσπισης τον Μ.Υ.1 που ήταν το ένα εκ των ατόμων που η Α.Α. κατονόμασε στην Μ.Κ.9 (ως συμμαθητές της στο φροντιστήριο) και που η Μ.Κ.9 ήρθε σε επαφή μαζί του και αυτό το άτομο (ο Μ.Υ.1) με τη σειρά του, της ανέφερε τις θέσεις του. Σε κάθε περίπτωση, ως πειστικά ανέφερε, ήρθε σε επαφή με όσα άτομα η Α.Α. της υπέδειξε, πλην της Μ.Α. λόγω του ότι η Α.Α. δεν της έδωσε στοιχεία επικοινωνίας. Πειστική και λογική κρίνεται και η αναφορά της ότι δεν υπέβαλε στον κατηγορούμενο διευκρινιστικές ερωτήσεις, λόγω του ότι αυτός αρνείτο ότι έγιναν τα όσα η Α.Α. του καταλογίζει και επειδή ο κατηγορούμενος έλεγε ότι αυτά είναι ψέματα, πράγμα που διαπιστώνεται ευκρινώς μέσα από το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορουμένου (Τεκμήριο 21), στην οποία ο κατηγορούμενος αρνείται κατηγορηματικά τα όσα η Α.Α του καταλογίζει, λέγοντας ότι αυτά είναι ψέματα. Σε σχέση δε με τον τρόπο που η μάρτυρας έλαβε τις καταθέσεις (Τεκμήρια 1 - 3) από την Α.Α. επισημαίνω τα εξής: Η μάρτυρας ερωτήθηκε στην αντεξέταση της και ανέφερε ότι δεν ρώτησε την Α.Α. να της περιγράψει πως γίνονταν οι πράξεις που καταλογίζει στον Α.Α., που καθόταν στην τάξη (η μάρτυρας ανέφερε ότι ούτε τον κατηγορούμενο ρώτησε σε ποιο θρανίο καθόταν η Α.Α.), ούτε ζήτησε από την Α.Α. να της παραδώσει βιβλία στα οποία να φαίνονται οι καρδούλες οι οποίες ζωγράφιζε ο κατηγορούμενος σε αυτά, σύμφωνα με την εκδοχή της Α.Α. Ως προς τούτο δεν διαπίστωσα οτιδήποτε το μεμπτό εκ μέρους της μάρτυρος. Σε κάθε περίπτωση, η εκδοχή της Α.Α. σε σχέση με τα πιο πάνω αξιολογείται κατωτέρω. Ειδικότερα δε, για το που καθόταν η Α.Α. στην τάξη, έδωσαν μαρτυρία όχι μόνο η Α.Α. αλλά και ο κατηγορούμενος και ο Μ.Υ.1, οι μαρτυρίες των οποίων αξιολογούνται κατωτέρω. Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, κρίνω ότι η θέση της Υπεράσπισης ότι υπήρχε πλημμελής διερεύνηση της Αστυνομίας δεν ευσταθεί. Ούτε με βρίσκει σύμφωνο η θέση της Υπεράσπισης ότι η Αστυνομία και στη συνέχεια ο Γενικός Εισαγγελέας επέδειξαν αμέλεια καθήκοντος και αποδείχθηκαν ευθυνόφοβοι. Πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, χωρίς οποιοδήποτε έρεισμα με βάση την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Η αναφορά της μάρτυρος ότι ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να ακουμπήσει τα γεννητικά του όργανα στην πλάτη και στον αγκώνα της Α.Α. όταν την πλησιάσει αρκετά κοντά της και σταθεί «πολλά» δίπλα της, κρίνω ότι αυτή αποτελεί την δική της προσωπική άποψη και τέθηκε από αυτήν όταν ερωτήθηκε από την Υπεράσπιση κατά πόσο μπορεί να κάνει εικόνα να γινόταν αυτού του είδους η παρενόχληση. Το κατά πόσο αυτή η εκδοχή της Α.Α. είναι αληθής και αξιόπιστη, είναι κάτι που θα κριθεί μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Α.Α. και όχι στη βάση πεποιθήσεων αυτής της μάρτυρος ή οποιουδήποτε άλλου. Συναφώς, η μαρτυρία της Μ.Κ.9 κρίνεται ως αξιόπιστη και με βάση αυτή αποδέχομαι ότι: Η Μ.Κ.9 στις 04/05/2022 ανέλαβε καθήκοντα ανακριτή της υπόθεσης υπό τις εξής περιστάσεις: Την τότε περίοδο η Α.Α. ήταν δόκιμη αστυφύλακας στην Αστυνομική Ακαδημία και αφού διαπίστωσε ότι με βάση το νόμο κάποια αδικήματα δεν παραγράφονται, ενημέρωσε μια εκπαιδευτή της ότι θα ήθελε να κάνει μια καταγγελία και για το είδος αυτής. Η εκπαιδευτής της Ακαδημίας επικοινώνησε με τη διευθύντρια της Υποδιεύθυνσης Διαχείρισης Ευάλωτων Προσώπων του Αρχηγείου Αστυνομίας η οποία με τη σειρά της έδωσε οδηγίες στη Μ.Κ.9 όπως ολοκληρώσει τη διερεύνηση της υπόθεσης. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης η Μ.Κ.9 έλαβε κατάθεση από τη Μ.Κ.2 στις 12/05/2022 (Τεκμήριο 8), από τη Μ.Κ.3 στις 18/06/2022 (Τεκμήριο 9), από τη Μ.Κ.4 στις 11/07/2022 (Τεκμήριο 10) και από τη Μ.Κ. 5 στις 19/07/2022 (Τεκμήριο 11). Ο Μ.Υ.1 μου άφησε θετική εντύπωση. Παρέθεσε με ειλικρίνεια, στην έκταση που θυμόταν, όσα αντιλαμβανόταν σε σχέση με το τι λάμβανε χώρα στην τάξη κατά την ώρα του μαθήματος στο φροντιστήριο στο χωριό [ ] όπου φοιτούσε ο ίδιος και η Α.Α. και που ο κατηγορούμενος δίδασκε την αγγλική γλώσσα. Δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι ο μάρτυρας προσήλθε στο εδώλιο με σκοπό να βοηθήσει την υπερασπιστική γραμμή του κατηγορουμένου ή να αφήσει σκιές σε ότι αφορά την εκδοχή της Α.Α. H εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κατά την ακροαματική διαδικασία, ως διεφάνη μέσα από τη γραμμή αντεξέτασης που κράτησε, δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 (παρά μόνο σε ένα σημείο της μαρτυρίας του για το οποίο θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω). Αντίθετα, στην αγόρευση της, η Κατηγορούσα Αρχή, εισηγήθηκε ότι «όλα τα λεγόμενα του Μ.Υ.1 αποτελούν προσπάθεια του να βοηθήσει την Υπεράσπιση, η οποία και τον κάλεσε ενώπιον του Δικαστηρίου» και ότι «κάθε άλλο από αξιόπιστο μάρτυρα αποτελεί και η μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να απορριφθεί στην ολότητα της». Ως προς τούτο να επισημάνω το ότι, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, ως αυτό διαφάνηκε μέσα από τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση του και τις απαντήσεις που έδινε σε σχέση με τα επίδικα διαδραματισθέντα. Συγκεκριμένα, ερωτώμενος στο κατά πόσο αποκλείει να έγιναν με διακριτικό τρόπο τα όσα η Α.Α. καταλογίζει στον κατηγορούμενο, ο Μ.Υ.1, αν και αρχικά απέκλεισε αυτά να έγιναν, εν τούτοις, τελικώς, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο τα όσα η Α.Α. καταλογίζει στον κατηγορούμενο να έγιναν και αυτός να μην έχει προσέξει κάτι σχετικό, η δε αυτή του η τελική τοποθέτηση δεν αμφισβητήθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής. Το ότι ο μάρτυρας δεν απέκλεισε να έγιναν τα όσα η Α.Α. καταλογίζει στον κατηγορούμενο, δεν αναιρεί τις προηγούμενες αναφορές του μάρτυρα, ότι δηλαδή όλοι οι μαθητές είχαν οπτική επαφή με όλα τα θρανία και θα σχολίαζαν εάν έβλεπαν κάτι, ότι εάν έβλεπε ο ίδιος κάτι τέτοιο θα το θυμόταν και ότι θα έπαιρνε τα μέτρα του, θέσεις οι οποίες κρίνονται ως πειστικές διότι βρίσκουν έρεισμα στη κοινή λογική και την ανθρώπινη εμπειρία. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την αναφορά του ότι θα μπορούσε κάποιος διακριτικά να αγγίξει άλλο πρόσωπο με το χέρι και το πόδι του στο σημείο όπου υπήρχε κενό, λαμβάνοντας υπόψη ότι κάποια από τα θρανία ήταν κατασκευασμένα μόνο με τα πόδια και το ξύλο από πάνω. Ούτως ή άλλως η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής δεν υπέβαλε στο μάρτυρα ότι είδε οτιδήποτε από αυτά που η Α.Α. καταλογίζει στον κατηγορούμενο και ότι ο μάρτυρας τα απέκρυψε με σκοπό να υπερασπίσει τον κατηγορούμενο. Σε κάθε περίπτωση, το κατά πόσο έλαβαν χώρα τα όσα η Α.Α. καταλογίζει στον κατηγορούμενο θα εξεταστεί πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας τόσο της Α.Α., όσο και του κατηγορουμένου. Την ίδια στάση κράτησε ο μάρτυρας, ήτοι δεν απέκλεισε ο μάρτυρας να ισχύουν θέσεις που η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής του υπέβαλλε σε σχέση με τη διαρρύθμιση της τάξης που γινόταν το μάθημα και τον τρόπο που αυτό γινόταν, το πως ήταν διαρρυθμισμένα/κατασκευασμένα τα θρανία, τις αίθουσες που άλλαξαν κατά τη διάρκεια των χρόνων, το που καθόταν η Α.Α. και ποιοι ήταν στην ίδια τάξη, τη συγγένεια που έχει με την Α.Α., τα χρόνια που ήταν συμμαθητής με την Α.Α. και τα όσα ανέφερε στη Μ.Κ.
  7. Δεν έχω διαπιστώσει επομένως οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει αντιφατικότητα στη μαρτυρία του επί ουσιωδών και επίδικων θεμάτων που να κλονίζει την αξιοπιστία του, ούτε οποιαδήποτε πρόθεση του μάρτυρα να αποκρύψει γεγονότα, να παραπλανήσει το Δικαστήριο ή να έχει μεροληπτική στάση υπέρ του κατηγορουμένου ή ενάντια στην Α.Α. Η δε αναφορά του ότι, από ότι θυμόταν, οι καρέκλες που κάθονταν οι μαθητές δεν είχαν χερούλια (ενώ η Α.Α. στη μαρτυρία της ανέφερε ότι κάποιες καρέκλες είχαν και κάποιες καρέκλες δεν είχαν) κρίνεται ως επουσιώδης λεπτομέρεια και που σε κάθε περίπτωση, ως διαφάνηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, αμφότερες οι πλευρές, συμφωνούν στο ότι κάποιες καρέκλες είχαν και κάποιες δεν είχαν χερούλια και προς τούτο προβαίνω σε σχετικό εύρημα. Σε σχέση δε με τον αριθμό των μαθητών που υπήρχαν στην τάξη, ο Μ.Υ. 1 ανέφερε ότι αυτά ήταν 3 - 5 άτομα. Ως προς τούτο να επισημάνω ότι ο ακριβής αριθμός των μαθητών, ως διαφάνηκε μέσα από την ακροαματική διαδικασία, μέσα από τη μαρτυρία τόσο του Μ.Υ.1, όσο και της Α.Α., δεν είχε ποτέ επακριβώς προσδιοριστεί, ο δε κατηγορούμενος αναφέρθηκε γενικά σε 6-11 μαθητές. Αυτό όμως που συμφωνούν και οι δύο πλευρές, μέσα από τη γραμμή που κράτησαν, είναι ότι στα αρχικά στάδια της φοίτησης της Α.Α. οι μαθητές ήταν περισσότεροι, γύρω στους 8 - 10 μαθητές και στην πορεία των χρόνων λιγόστευαν. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των μαθητών στην τάξη της Α.Α. φάνηκε τελικά ότι ήταν μονοψήφιος και γενικά ολιγομελής και προς τούτο προβαίνω σε σχετικό εύρημα. Σε σχέση δε με την αναφορά του ότι κάποτε η Α.Α. ήταν το μοναδικό κορίτσι στην τάξη (ενώ η Α.Α. ανέφερε ότι ποτέ δεν ήταν το μοναδικό κορίτσι στην αίθουσα) να επισημάνω τα ακόλουθα: Αμφότερες οι πλευρές συμφωνούν ότι η Μ.Α. (που ήταν και το πρόσωπο που η Μ.Κ.9 δεν κατόρθωσε να επικοινωνήσει μαζί της ως πιο πάνω αναφέρθηκε) ήταν συμμαθήτρια τους. Το κατά πόσο η Μ.Α. ήταν πάντα συμμαθήτρια της ή τον περισσότερο καιρό και κατά πόσο υπήρχαν και άλλα κορίτσια στην τάξη τους, κρίνω ότι είναι επουσιώδης λεπτομέρεια και που σε κάθε περίπτωση δεν αναιρεί με οποιονδήποτε τρόπο το γεγονός, που αποδέχονται αμφότερες οι πλευρές, ότι η Μ.Α. ήταν συμμαθήτρια της Α.Α. και του Μ.Υ.1, ότι στην τάξη υπήρχαν και άλλοι μαθητές και ότι ουσιαστικά η τάξη ήταν ολιγάριθμη σε μαθητές. Το μόνο σημείο της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 το οποίο αμφισβητήθηκε από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής αντεξετάζοντας τον Μ.Υ.1, ήταν η αναφορά του Μ.Υ.1 ότι δεν καταγράφηκε η ερώτηση που έθεσε ο ίδιος στη Μ.Κ.9 «τι θεωρούν σεξουαλική παρενόχληση» για να αντιληφθεί ο ίδιος και να απαντήσει εάν είδε κάτι. Ως προς τούτο, κρίνω ότι αυτή του η αναφορά του Μ.Υ.1 δεν αντιστρατεύεται τα όσα ο μάρτυρας ανέφερε στη Μ.Κ.9 τα οποία έχουν γίνει αποδεκτά πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της Μ.Κ.9 και που σε κάθε περίπτωση ο μάρτυρας δεν αμφισβήτησε, αφού ο ίδιος όταν του αναγνώστηκε τι είπε στη Μ.Κ.9, ανέφερε ότι, από ότι αντιλαμβάνεται, αυτά αποτελούν περίληψη των όσων της είπε, χωρίς δηλαδή να τα αμφισβητήσει. Το κατά πόσο ρώτησε τη Μ.Κ.9 «τι θεωρούν σεξουαλική παρενόχληση» κρίνω ότι είναι επουσιώδης και σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί αντίφαση ή απόκλιση στο τι ανέφερε στη Μ.Κ.9 ως αυτά έχουν γίνει αποδεκτά κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.9 και συνεπώς δεν κλονίζουν με οποιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του. Συναφώς, η μαρτυρία του Μ.Υ.1, με τις πιο πάνω επισημάνσεις, κρίνεται ως αξιόπιστη και με βάση αυτή αποδέχομαι τα πιο κάτω: Ο Μ.Υ.1 είναι δεύτερος εξάδελφος της Α.Α. και κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν συγχωριανός της. Τα πλείστα χρόνια που καλύπτουν τον ουσιώδη χρόνο ο Μ.Υ.1 ήταν συμμαθητής της Α.Α. στο ίδιο φροντιστήριο στο χωριό [ ] στο οποίο ο κατηγορούμενος δίδασκε την αγγλική γλώσσα. Στην πορεία των χρόνων έγιναν τουλάχιστον δύο αλλαγές αιθουσών διδασκαλίας και σε κάθε αίθουσα υπήρχαν 6 - 8 θρανία τοποθετημένα σε δύο σειρές το ένα πίσω από το άλλο. Κάποια θρανία είχαν μόνο τα τέσσερα πόδια και το ξύλο από πάνω τους και κάποια είχαν ξύλο και γύρω από αυτά. Οι καρέκλες ήταν ξύλινες και κάποιες είχαν χερούλια και κάποιες όχι. Ο κατηγορούμενος είχε τη δική του έδρα στην αίθουσα. Η αίθουσα που γινόταν η διδασκαλία ήταν διαστάσεων τριών επί πέντε μέτρων περίπου. Οι μαθητές και ο Μ.Υ.1 είχαν δυνατότητα οπτικής επαφής με όλα τα θρανία στην αίθουσα και κάθονταν στη θέση που αυτοί διάλεγαν, μπορούσε όμως να μην είχαν οπτική επαφή καθόλη τη διάρκεια του μαθήματος για κάποια λεπτά. Η κατηγορούμενη ήταν ήσυχη ως παιδί. Οι μαθητές έκαναν γραπτές ασκήσεις στο φροντιστήριο τις οποίες διόρθωνε ο κατηγορούμενος κάνοντας σχόλια στα τετράδια των μαθητών, ο κατηγορούμενος καθόταν ή στεκόταν δίπλα από τους μαθητές και δεξιά από τον Μ.Υ.1 και επεξηγούσε σε αυτούς το μάθημα σημειώνοντας με πένα εάν χρειαζόταν. Ο μάρτυρας δεν είδε οποιαδήποτε από τις πράξεις τις οποίες η Α.Α. καταλογίζει στον κατηγορούμενο και που αφορούν τις επίδικες κατηγορίες. Η Μ.Κ.8 κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας σε θέματα που άπτονταν της ειδικότητας της. Το ότι είναι εμπειρογνώμονας, κλινική ψυχολόγος, με εμπειρία και ειδίκευση στην ψυχολογική αξιολόγηση και στήριξη ατόμων ως ειδική κλινική ψυχολόγος, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός και συνεπώς η μαρτυρία της θα προσεγγισθεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων (βλ. ενδεικτικά Philippou ν. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Δεν μου διαφεύγει ότι, ως έχει νομολογηθεί, το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να προμηθεύσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη, εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά στα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Philippou ανωτέρω και Πιττάλη κ.ά. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814). Περαιτέρω έχω κατά νου την αρχή ότι δεν είναι αποδεκτή η μαρτυρία εμπειρογνώμονα που συνίσταται σε σχολιασμό επί των γεγονότων με βάση την κοινή λογική, ως επίσης που έχει σκοπό να υποστηρίξει την αξιοπιστία per se μάρτυρα της ίδιας πλευράς («oath helping evidence»). Σχετικές είναι οι R. v. H [2014] EWCA Crim 1555, R. v. Turner
(1975)Q.B. 834 και Ομήρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 91/2017, ημερ. 2/5/2018, ECLI:CY:AD:2018:B214. Έχω επίσης υπόψη ότι, ένας εμπειρογνώμονας μπορεί να δώσει μαρτυρία για την προσωπικότητα και την ψυχική και συναισθηματική κατάσταση ενός προσώπου εφόσον ενδέχεται να καταδείξει τον αναμενόμενο τρόπο αντίδρασης ή συμπεριφοράς του, παρέχοντας εξειδικευμένη επιστημονική γνώση και πληροφορίες που βρίσκονται έξω από το πεδίο κοινής γνώσης και εμπειρίας του Δικαστή (βλ. Turner ανωτέρω). Περαιτέρω μπορεί να δώσει μαρτυρία για να εξηγηθούν επιστημονικά, πέραν της κοινής γνώσης και εμπειρίας, τα χαρακτηριστικά και ο τρόπος αντίδρασης και συμπεριφοράς μιας κατηγορίας ανθρώπων όπως παιδιών (βλ. R. v. S (VJ)
(2006)EWCA Crim 2389, R. ν. Marquard [1993] 4 SCR 223 του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά, Ομήρου ανωτέρω και Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390). Η Μ.Κ.8 μου άφησε θετική εντύπωση. Απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με βάση τις γνώσεις και την πείρα της και με την απαιτούμενη επιστημονική επάρκεια και αντικειμενικότητα. Ήταν διαφωτιστική ως προς την κλινική αξιολόγηση που διενήργησε αναφορικά με την Α.Α. και την εικόνα που αυτή παρουσίαζε κατά τον χρόνο της αξιολόγησης. Μέσα από τη μαρτυρία της έδωσε κάποιες περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με το ιστορικό και τις ιδιαιτερότητες της Α.Α. και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνονταν οι κλινικές συναντήσεις με την Α.Α. και τι διαπίστωσε η μάρτυρας μέσα από αυτές, με βάση τα στοιχεία που συνέλεξε, τα όσα η Α.Α. της ανέφερε και τον τρόπο που αυτή τα αφηγείτο. Εξήγησε με λεπτομέρεια και κατά τρόπο κατανοητό, τα εργαλεία που χρησιμοποίησε για να προβεί στην κλινική αξιολόγηση, το ιστορικό που έλαβε υπόψη και τη σημασία αυτού, παρέθεσε δε με σαφήνεια, πληρότητα και αντικειμενικότητα τις διαπιστώσεις και τα ευρήματα της, σε σχέση με την έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 14), στηρίζοντας τις θέσεις της σε σχετική βιβλιογραφία (Τεκμήρια 15 έως 18). Σε σχέση με την βιβλιογραφία στην οποία παρέπεμψε, ερωτήθηκε στην αντεξέταση της ποια ήταν η σχετικότητα αυτής, λόγω του ότι η Α.Α. κατά τον χρόνο που αυτή αξιολογείτο ήταν ενήλικη. Ως προς τούτο η μάρτυρας υποστήριξε πειστικά την θέση, την οποία και αποδέχομαι, ότι ναι μεν κατά τον χρόνο της αξιολόγησης η Α.Α. ήταν ενήλικη, προσέτρεξε όμως στην εν λόγω βιβλιογραφία, η οποία πραγματεύεται την αξιολόγηση ανήλικων παιδιών - θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης, επειδή κατά τον ουσιώδη χρόνο η Α.Α. ήταν ανήλικη, στοιχείο που έπρεπε να εξεταστεί, ήτοι η ανηλικότητα της Α.Α. και ότι θα έπρεπε να διερευνηθεί η σχέση του θύματος με τον θύτη σε σχέση εξουσίας, τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και τη διαδικασία αποκάλυψης από τότε μέχρι σήμερα. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα από την Υπεράσπιση η θέση ότι, ξεφεύγοντας από τα όρια της, ανέτρεξε στην εν λόγω βιβλιογραφία και ότι προσπάθησε να στοιχειοθετήσει ψυχολογικά την αντίδραση της Α.Α. ως παιδί με βάση τα δεδομένα της Α.Α. Ως προς τούτο, η θέση αυτή της Υπεράσπισης δεν με βρίσκει σύμφωνο. Δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε κίνητρο ή σκοπιμότητα της μάρτυρος στο να μεροληπτήσει υπέρ της Α.Α. και να προσπαθήσει να υποστηρίξει, με επιστημονικό τρόπο, τα λεγόμενα ή τις αντιδράσεις της Α.Α. με το να παραπέμψει στην εν λόγω βιβλιογραφία (Τεκμήρια 15 έως 18). Ως πολύ πειστικά η μάρτυρας ανέφερε, εστίασε στα στοιχεία που έπρεπε να λάβει υπόψη, όπως είναι η σχέση του θύτη και θύματος, το ιστορικό και πολιτισμικό πλαίσιο, τις αντιδράσεις, τους ανασταλτικούς παράγοντες που παρεμπόδισαν την αποκάλυψη, ως επίσης το ιστορικό ψυχικής υγείας της Α.Α. Ανέφερε επίσης πειστικά ότι συνάδει η εν λόγω βιβλιογραφία με τα όσα η Α.Α της ανέφερε, αφού αυτά συνάδουν με τις πληροφορίες που η μάρτυρας άντλησε σε σχέση με το ιστορικό ψυχικής της υγείας και κάποια πράγματα βασικά, ως χαρακτηριστικά ανέφερε, που έπρεπε να διερευνηθούν σε σχέση με τον τρόπο, τις συνθήκες και σε σχέση με τη διαδικασία της αποκάλυψης. Ερωτώμενη γιατί χρειάστηκε να διερευνήσει τις αναφορές της Α.Α. από τη στιγμή που διερευνούσε την τρέχουσα ψυχική κατάσταση της Α.Α., πειστικά ανέφερε ότι αυτό έχει να κάνει με μια ψυχική διεργασία το πως η Α.Α. αφομοίωσε (τη σεξουαλική της κακοποίηση), το πως απώθησε, πως το αρνήθηκε, πως φοβήθηκε, τι ενοχές και ντροπές ένιωθε και γενικά ότι αυτό έχει να κάνει με τη συναισθηματική της κατάσταση και ότι το ιστορικό αυτής δείχνει μια κλινική πορεία η οποία έπρεπε να ληφθεί υπόψη. Σημαντικό μέρος της αντεξέτασης της αναλώθηκε στο ότι, ως η θέση της Υπεράσπισης, η μάρτυρας δεν εξέτασε κατά πόσο τα λεγόμενα της Α.Α. (σε σχέση με τα όσα καταλογίζει στον κατηγορούμενο) είναι αληθή ή όχι. Ως προς τούτο, η μάρτυρας πειστικά και λογικά ανέφερε ότι δεν είναι δικανική ψυχολόγος για να κρίνει κατά πόσο η Α.Α. έλεγε αλήθεια ή ψέματα και ότι η μόνη αρμόδια αρχή για να το αποφασίσει κατά πόσο η Α.Α. έλεγε αλήθεια ή ψέματα είναι το Δικαστήριο. Ανέφερε επίσης ότι αυτό που μπορεί να δει η ίδια και να αξιολογήσει είναι κατά πόσο το συναίσθημα της Α.Α. ήταν σύντονο με την αφήγηση, κάτι που ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση. Επιπρόσθετα, ως πειστικά ανέφερε (κάτι που ανέφερε και στην έκθεση της) σκοπός της στην προκειμένη ήταν η διερεύνηση της τρέχουσας κατάστασης της ψυχικής υγείας της Α.Α. (κατά τη στιγμή που γινόταν η αξιολόγηση της Α.Α.) και τα ψυχικά ενοχλήματα που αυτή παρουσίαζε τη δεδομένη στιγμή. Σε κάθε περίπτωση, η μάρτυρας ανέφερε ότι κατά την τρέχουσα κατάσταση ψυχικής υγείας της Α.Α. (όταν δηλαδή γινόταν η κλινική αξιολόγηση της Α.Α. από τη Μ.Κ.8) δεν διαπιστώθηκε νοητική αναπηρία έτσι ώστε να δώσει μια ευκαιρία (ένα chances ως η μάρτυρας χαρακτηριστικά ανέφερε), ένα περιθώριο να εξεταστεί, να υποβληθούν ξεχωριστές ερωτήσεις σε σχέση με το εάν λέει ψέματα ή αλήθεια, διαπιστώθηκε δε στην προκειμένη ότι η Α.Α. δεν είχε γνωστικά ελλείμματα, ούτε μείζονος μορφή ψυχοπαθολογία, όπως σχιζοφρένεια ή ψυχοσυναισθηματική διαταραχή. Υποβλήθηκαν στη μάρτυρα σειρά ερωτήσεων και θέσεων που είχαν ως επίκεντρο το ότι ένα παιδί σε παιδική και εφηβική ηλικία μπορεί, εάν επαναλαμβάνει μια σκέψη ή συζήτηση, ένα ψέμα γύρω από ένα θέμα (και στην προκειμένη περίπτωση η Α.Α. να επαναλαμβάνει τη θέση της ότι έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά από τον κατηγορούμενο), στο τέλος η Α.Α. να φτάσει στο σημείο να πιστεύει ότι η σεξουαλική κακοποίηση πράγματι έγινε και επειδή λέγοντας (η Α.Α.) ένα τόσο σοβαρό ψέμα να μην μπορεί να υπαναχωρήσει, άσχετα ένα υπάρχει πάθηση ψυχικής διαταραχής. Η μάρτυρας απέκρουσε τις εν λόγω θέσεις και ερωτήσεις με πειστικότητα, λεπτομέρεια, με τη δική της πραγματογνωμοσύνη, τις οποίες αποδέχομαι. Συγκεκριμένα, αποδέχομαι την αναφορά της μάρτυρος ότι αυτή η συμπτωματολογία, παραπέμπουν σε ψυχωσική διαταραχή όπως και σχιζοφρένεια, παραληρητική διαταραχή, ψυχοσυναισθηματική διαταραχή, διπολική διαταραχή, δηλαδή επεισοδιακής μορφής διαταραχές. Ανέφερε δε η μάρτυρας ότι η Α.Α. με τον τρόπο που ανέφερε κάποια συμπτώματα, ανέφερε και την αποδρομή και την ύφεση της και το συναίσθημα της πάλι ήταν σύντονο. Δεν έχει διαπιστώσει στην Α.Α. στοιχεία υπόκρισης, προσποίησης ή στερεόμορφα στοιχεία που προϋποθέτουν διογκωμένο συναίσθημα, υπερβολή στα υπάρχοντα συμπτώματα. Υπάρχουν δε περιπτώσεις που παιδιά πιστεύουν ένα ψέμα το οποίο τους το έχουν υποβάλει, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με την Α.Α. Η αναφορά της μάρτυρος ότι δεν έχει διαπιστώσει οποιοδήποτε κίνητρο της Α.Α. να πει ψέματα (σε ερώτηση που της τέθηκε κατά πόσο υπάρχει η πιθανότητα ένα παιδί να πει ψέματα για τέτοιου είδους συμπεριφορές, ήτοι σεξουαλικής κακοποίησης) ως επίσης η αναφορά της ότι το αίσθημα της Α.Α. ήταν σύντονο/πρόσφορο κατά την αφήγηση των σεξουαλικών κακοποιήσεων που υπέστη, και η αναφορά της ότι δεν έχει διαπιστώσει στοιχεία υπόκρισης, προσποίησης ή στερεόμορφα στοιχεία που προϋποθέτουν διογκωμένο συναίσθημα, υπερβολή στα υπάρχοντα συμπτώματα, γίνονται δεκτές, με την διευκρίνιση ότι αυτά αποτελούν τη δική της άποψη και εκτίμηση ως εμπειρογνώμονας στη βάση των δικών της επιστημονικών κριτηρίων. Άλλωστε, ως η μάρτυρας ανέφερε, τηρώντας αντικειμενική και υπεύθυνη στάση, το κατά πόσο τα λεγόμενα της Α.Α. είναι αληθή σε σχέση με τα επίδικα διαδραματισθέντα θα το κρίνει το Δικαστήριο, θέση η οποία με βρίσκει σύμφωνο, αφού το κατά πόσο τα λεγόμενα της Α.Α. είναι αληθή ή όχι σε σχέση με τα όσα καταλογίζει στον κατηγορούμενο, θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Α.Α. και του κατηγορουμένου που ακολουθεί κατωτέρω. Υποβλήθηκε στη μάρτυρα η θέση ότι η Α.Α., εξαιτίας του αλκοολικού πατέρα της, της αδύνατης σε χαρακτήρα και πυγμή μητέρας της και της συναισθηματικής της παραμέλησης που η Α.Α. ένιωθε στην εφηβεία της, επιδίωξε να έχει σημασία από περίγυρο (άλλο της οικογένειας) και προέβη στις δηλώσεις με τις οποίες καταλογίζει στον κατηγορούμενο τα επίδικα διαδραματισθέντα. Η μάρτυρας πειστικά και με βάση την εμπειρογνωμοσύνη της ανέφερε ότι θα μπορούσε αυτό να γίνει, δηλαδή να επιδιώξει να έχει σημασία, από κάποια καθηγήτρια ή τη μεγαλύτερη της αδερφή, όχι όμως από τους γονείς της με αυτά τα χαρακτηριστικά που παρουσίαζαν, αφού αυτό δεν θα ήταν εύκολο και η Α.Α. δεν θα είχε οποιοδήποτε δευτερογενές όφελος. Βεβαίως, το κατά πόσο η Α.Α είχε τέτοιο κίνητρο αποτελεί αντικείμενο εξέτασης της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, η οποία αξιολογείται πιο κάτω. H μάρτυρας ερωτήθηκε και τοποθετήθηκε σχετικά με ένα ισχυριζόμενο περιστατικό που η Α.Α. ανέφερε στη Μ.Κ.8, όταν η Α.Α. ήταν 6 ετών, το οποίο έχει ως ακολούθως: Κάποιο πρόσωπο, για το οποίο η Α.Α. δεν έχει εικόνα, βρίσκονταν στο χώρο του μπάνιου που ήταν στον εξωτερικό χώρο του σπιτιού της, η Α.Α. ήταν γυμνή από τη μέση και κάτω και το άλλο άτομο έβαλε το γεννητικό του όργανο στο δικό της, η Α.Α. του είπε να σταματήσει και αυτό το άτομο της είπε να περιμένει και ακολούθως η Α.Α. δεν θυμάται κάτι. Σε σχέση με αυτό το ισχυριζόμενο γεγονός, θα πρέπει να επισημάνω ότι αυτό δεν είναι επίδικο γεγονός. Παρόλα αυτά, αυτό το γεγονός το ανέφερε και η Α.Α. στις καταθέσεις της (Τεκμήρια 1 και 2) για το οποίο τελικά δεν ήθελε να δώσει συνέχεια για το οποίο γίνεται ειδική αναφορά πιο κάτω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Α.Α. Εν τούτοις η μάρτυρας ερωτήθηκε κατά πόσο αυτό το ισχυριζόμενο γεγονός μπορούσε να είναι προϊόν της φαντασίας της Α.Α. Ως προς αυτό το ερώτημα, η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό είναι πιθανό, εάν υπήρχε κάποια ψυχική διαταραχή, εάν ήταν υποβόλιμο, αν και ως σενάριο είναι πολύ απομακρυσμένο, ως χαρακτηριστικά ανέφερε. Ανέφερε δε ότι για να συμβεί αυτό, ήτοι ένα παιδί να αναφέρει ένα τέτοιο περιστατικό το οποίο να είναι προϊόν της φαντασίας του, αυτό θα πρέπει να έχει κάποια διαταραχή μειωμένη. Τήρησε δε υπεύθυνη και αντικειμενική στάση, λέγοντας με ειλικρίνεια ότι δεν μπορεί ακριβώς να γνωρίζει πως ήταν η ψυχοσύνθεση της Α.Α. εκείνο τον καιρό. Ερωτώμενη δε κατά πόσο το εν λόγω περιστατικό (όταν η Α.Α. ήταν 6 ετών) να δημιούργησε ψυχικά τραύματα τα οποία να οδήγησαν την Α.Α. σε ψευδείς αναφορές εναντίον του κατηγορούμενου, απάντησε ότι ενδεχομένως το τραύμα να ήταν σύνθετο. Όμως η Α.Α. συνέδεσε μέσα από τις αναφορές της τη συμπτωματολογία που εκδήλωσε με την κακοποίηση που υπέστη με τον κατηγορούμενο ως θύτη (όχι όμως σε σχέση με το περιστατικό που η Α.Α. ανέφερε όταν ήταν στην ηλικία των 6 ετών). Σημαντικό δε στοιχείο του κατά πόσο τα λεγόμενα της Α.Α. (σε σχέση με αυτά που καταλογίζει στον κατηγορούμενο) είναι αληθή η όχι, είναι η εξής αναφορά της μάρτυρος, την οποία και αποδέχομαι ως πειστική και που σε κάθε περίπτωση δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Συγκεκριμένα, η μάρτυρας ανέφερε ότι, για να υπάρχει μετατραυματική διαταραχή του στρες (το οποίο η Α.Α. παρουσίαζε κατά την κλινική αξιολόγηση της από τη Μ.Κ.8), πρέπει να υπάρξει και μετατραυματικό γεγονός. Το δε γεγονός της σεξουαλικής κακοποίησης που η Α.Α. ανέφερε ότι υπάρχει και που το συνδέει με την όλη της συμπτωματολογία, σε περίπτωση που αυτό το γεγονός δεν υπάρχει (κάτι που η μάρτυρας ανέφερε ότι αυτό θα κριθεί από το Δικαστήριο), σε καμία περίπτωση δεν αναιρείται η συμπτωματολογία η οποία παρουσιάζει, απλώς παραπέμπει σε μαρτυρία σε συμπτωματολογία που αφορά αγχώδη διαταραχή ή μεικτή καταθλιπτική διαταραχή. Το ότι η μάρτυρας ανέφερε ότι, η Α.Α. συνέδεσε την συμπτωματολογία της και την απόπειρα αυτοκτονίας της με τα επίδικα περιστατικά, τους εφιάλτες που η Α.Α έβλεπε, το ότι η μάρτυρας ανέφερε ότι θα μπορούσε να συνδεθεί η απόπειρα αυτοκτονίας της Α.Α. με την ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση της, γίνονται δεκτά ως η επιστημονική άποψη και εκτίμηση της μάρτυρος. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με τους λόγους που απέτρεψαν την Α.Α. στο να αποκαλύψει έγκαιρα τη σεξουαλική της κακοποίηση, οι οποίοι εκτίθενται αναλυτικά πιο κάτω. Από την άλλη όμως, το κατά πόσο έλαβε χώρα πράγματι η εν λόγω σεξουαλική κακοποίηση, αυτό θα αποτελέσει ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί μέσα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας τόσο της Α.Α., όσο και του κατηγορουμένου. Άλλωστε, ως η μάρτυρας ανέφερε πιο πάνω, αρμόδια αρχή για να το αποφασίσει είναι το Δικαστήριο και ότι σε περίπτωση που η σεξουαλική κακοποίηση δεν υπάρχει, σε καμία περίπτωση δεν αναιρείται η συμπτωματολογία η οποία παρουσιάζει, απλώς παραπέμπει σε μαρτυρία σε συμπτωματολογία που αφορά αγχώδη διαταραχή ή μεικτή καταθλιπτική διαταραχή. Σημαντικό επίσης μέρος της αντεξέτασης αναλώθηκε στο να αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία της μάρτυρος. Συγκεκριμένα, υποβλήθηκαν στη μάρτυρα θέσεις ότι αυτή δεν ήταν αξιοκρατική, ότι αρχικά άρχισε την αξιολόγηση της Α.Α. «με όλη την καλή διάθεση», στην πορεία όμως παρασύρθηκε και ξέφυγε από τα όρια της και μετουσίωσε τα λεγόμενα της Α.Α. σε δικά της ευρήματα και ότι προσπάθησε να στοιχειοθετήσει τους αόριστους ισχυρισμούς της Α.Α., μεροληπτώντας υπέρ της Α.Α. και για να δικαιολογήσει τις συμπεριφορές της Α.Α. Ως προς τούτο, δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει πρόθεση της μάρτυρος στο να μεροληπτήσει υπέρ της Α.Α. με σκοπό να δικαιολογήσει τις συμπεριφορές ή τα λεγόμενα της Α.Α. Απεναντίας, αυτό που αποκόμισα, είναι η ειλικρινή και αντικειμενική προσπάθεια της μάρτυρος να αξιολογήσει την κλινική εικόνα που η Α.Α. παρουσίαζε τη δεδομένη στιγμή της αξιολόγησης, με βάση την εμπειρογνωμοσύνη, γνώσεις και εμπειρίες της, επιδεικνύοντας υπομονή, ως η ίδια ανέφερε, έχοντας η μάρτυρας να αντιμετωπίσει τη δυσκολία με την οποία η Α.Α. αφηγείτο το όλο πλέγμα των γεγονότων, αφού η Α.Α. ήταν διστακτική κατά την αφήγηση της, έκανε μεγάλες παύσεις, έστρεφε το βλέμμα αλλού, ανησυχούσε, ένιωθε ντροπή και ενοχές και γενικά η διαδικασία ήταν οδυνηρή για την Α.Α. Υποβλήθηκε επίσης στη μάρτυρα η θέση ότι η Α.Α. με τους υπόλοιπους άνδρες ψυχιάτρους «δεν τα βρήκε», ενώ, στη περίπτωση της μάρτυρος, η Α.Α. εκμεταλλεύθηκε τη συναισθηματική νοημοσύνη της. Ως προς τούτο, θα πρέπει να επισημάνω ότι κάτι τέτοιο δεν υποβλήθηκε στην Α.Α στην αντεξέταση της και σε κάθε περίπτωση δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε στοιχείο που να υποστηρίζει την εν λόγω θέση. Ως πολύ πειστικά ανέφερε η μάρτυρας και αποδέχομαι, η μάρτυρας αξιολόγησε την Α.Α. με αμερόληπτο τρόπο. Εξέφρασε δε την ειλικρινή άποψη και εκτίμηση της ότι ενδεχομένως η Α.Α. να ήταν πιο έτοιμη και ενδυναμωμένη κατά τη διάρκεια της αξιολόγησης για να αναφερθεί σε όλα αυτά που αναφέρθηκε με όλο το κόστος και ίσως να συνέβαλε και το επάγγελμα που η Α.Α. τώρα ασκεί (αστυνομικός). Ερωτήθηκε επίσης η μάρτυρας κατά πόσο ήταν εις γνώση της και έλαβε υπόψη της στοιχεία που αφορούσαν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Α.Α. αξιολογήθηκε από την Μ.Κ.10, τον χρόνο που αυτή έλαβε χώρα, ήτοι λίγες μέρες πριν η Α.Α. καταγγείλει τον κατηγορούμενο στην Αστυνομία και το τι έλαβε χώρα κατά την εν λόγω αξιολόγηση. Ως προς τούτο, η μάρτυρας ανέφερε ότι η Α.Α. απέκτησε μια σχέση εμπιστοσύνης με την Μ.Κ.
  1. Περαιτέρω όμως, η μάρτυρας κράτησε υπεύθυνη και αντικειμενική στάση, λέγοντας ότι για τη σχέση που η Α.Α. απέκτησε με την Μ.Κ.10 θα πρέπει να ερωτηθεί η ίδια η Μ.Κ.10., εξέφρασε δε άγνοια για λεπτομέρειες που σχετίζονταν αναφορικά με τον χρόνο που έλαβε χώρα η αξιολόγηση της Α.Α. από τη Μ.Κ.
  2. Ως πολύ πειστικά ανέφερε, δεν θα άλλαζε οτιδήποτε στη διερεύνηση της εάν γνώριζε οτιδήποτε σχετικό με τον χρόνο και γενικά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η Μ.Κ.10 αξιολόγησε την Α.Α., διότι ως πολύ λογικά και πειστικά ανέφερε, το έργο της ήταν η διερεύνηση της τρέχουσας κατάστασης της ψυχικής υγείας της Α.Α., κατά τον χρόνο δηλαδή που η μάρτυρας αξιολογούσε την Α.Α. Σε κάθε περίπτωση, η μαρτυρία της Μ.Κ.10 αξιολογείται πιο κάτω. Συναφώς, η μαρτυρία της Μ.Κ.8 κρίνεται ως αξιόπιστη και με βάση αυτή αποδέχομαι, πέραν των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω τα εξής: · Η Μ.Κ.8 πραγματοποίησε πέντε κλινικές συναντήσεις (17/02/2023, 21/02/
  3. 23/02/2023, 01/03/2023 και 03/03/2023) με την Α.Α., διάρκειας μιας ώρας έκαστη, για να αξιολογήσει την τρέχουσα κατάσταση της ψυχικής υγείας της Α.Α. Σε αυτές τις συναντήσεις η Α.Α. είχε επιμελημένη εμφάνιση, πλήρη προσανατολισμό σε τόπο, χρόνο και εαυτό. Είχε ικανοποιητική προσοχή και ανακλητική ικανότητα (δεν διαφάνηκε ότι διασπόταν η προσοχή της, μπορούσε να ανταποκριθεί στα ερωτήματα που της ζητήθηκαν χωρίς ιδεοφυγές ή με τρόπο που να φάνηκε ότι ήταν συγκεντρωμένη στα όσα λέχθηκαν, μπορούσε να δώσει πληροφορίες σε σχέση με εμπειρίες και σε σχέση με εμπειρίες απώτερης μνήμης απώτερου χρόνου). Η Α.Α. κατά τις κλινικές συναντήσεις δεν διατηρούσε διαταραχή στην αντίληψη που σχετιζόταν με ψευδαισθήσεις ή παραισθήσεις, δεν αντιλαμβανόταν ερεθίσματα που δεν υπήρχαν, δεν παραμόρφωνε αισθητηριακά ερεθίσματα. Δεν παρουσίαζε διαταραχή ως προς το περιεχόμενο της σκέψης, δηλαδή παραληρητικές ιδέες που ενδεχομένως να αφορούσαν σε παραληρητικές ιδέες μεγαλείου, της σπουδαιότητας, δίωξης, εκπτωτικές σκέψεις ελέγχου ή ελέγχων. Ο ρυθμός ομιλίας της ήταν αργός και χαρακτηριζόταν από συχνές παύσεις και παρουσίαζε πτωχή βλεμματική επαφή. Όταν η Α.Α. έπρεπε να μιλήσει στη Μ.Κ.8 για κάποια συμβάντα, διαπιστώθηκε η ενόχληση και η αναστάτωση της μέσα από τη στάση του σώματος της. Δεν παρουσίασε στοιχεία αποπροσωποποίησης ή αποπραγματοποίησης, δεν είχε πρόθεση να βλάψει τον εαυτό της ή τρίτα πρόσωπα, απουσίαζε κατά την κλινική εξέταση αυτό - ετεροκαταστροφικός ιδεασμός. Το συναίσθημα της ήταν πρόσφορο, ήτοι ήταν σύντονο της αφήγησης της, δεν υπήρχαν ακραίες διακυμάνσεις στο συναίσθημα της (υπέρμετρη χαρά ή λύπη). Μπορούσε να διαχωρίσει το πραγματικό από το φανταστικό αφού δεν εντοπίστηκαν, δεν διαπιστώθηκαν ενοχλήματα που αφορούσαν ψευδαισθήσεις, παραισθήσεις, αυταπάτες. · Από τις κλινικές συνεντεύξεις και βάσει των αποτελεσμάτων του ερωτηματολογίου μέτρησης της κατάθλιψης, του άγχους και του στρες (Depression, Anxiety, Stress Scales - DASS) διαπιστώθηκε ότι η Α.Α. εκδήλωνε ψυχικά ενοχλήματα/συμπτώματα που σχετίζονταν με παρουσία επανειλημμένων ενοχλητικών ονείρων, των οποίων το περιεχόμενο και το συναίσθημα σχετίζονταν με τα καταγγελλόμενα συμβάντα (εφιάλτες τους οποίους το περιεχόμενο και το συναίσθημα συνδεόταν με τα καταγγελθέντα περιστατικά, αφού η Α.Α. στους εφιάλτες της έβλεπε πολύ συχνά τον φερόμενο ως θύτη να πρωταγωνιστεί και να προβαίνει σε κακοποιητικές πράξεις σε βάρος της ή σε βάρος άλλων ανήλικων προσώπων, κοριτσιών και άλλες φορές έβλεπε κάποια άγνωστα πρόσωπα, τα οποία δεν μπορούσε να αναγνωρίσει, τα οποία προέβαιναν σε τέτοιες πράξεις και στις οποίες σκηνές η ίδια ήταν θεατής), δυσκολία επέλευσης και διατήρησης του ύπνου, έντονη ψυχολογική ενόχληση κατά την έκθεση σε υπαινιγμούς που συμβόλιζαν ή έμοιαζαν με κάποια πλευρά των αναφερόμενων συμβάντων και εκδήλωνε φυσιολογικές αντιδράσεις (δυσκολία στην αναπνοή, ταχυπαλμία, εφίδρωση, ξηρότητα στόματος). Απέφευγε εξωτερικές υπενθυμίσεις που ήταν πιθανόν να της προκαλούσαν ανάκληση σχετικών με τα αναφερόμενα συμβάντα ενοχλητικών μνημών (απέφευγε να επισκεφθεί το χωριό της μητέρας της στο οποίο διέμενε ο φερόμενος ως δράσης, αναστατωνόταν και απέφευγε). Η Α.Α. εκδήλωνε επίμονη αρνητική συγκινησιακή κατάσταση (συναισθήματα φόβου, θλίψης, θυμού, ενοχών ντροπής), αίσθημα απομάκρυνσης από τους άλλους και επίμονη αδυναμία να βιώσει θετικά συναισθήματα όπως ευτυχία, ικανοποίηση, αγάπη). Παρουσίαζε υπερεπαγρύπνηση, διαταραχή ύπνου, δυσκολία συγκέντρωσης και ριψοκίνδυνη αυτοκαταστροφική συμπεριφορά. Η διάρκεια της διαταραχής ήταν πέραν του ενός μηνός. Η διαταραχή προκαλεί κλινικά σημαντική ενόχληση ή έκπτωση στην κοινωνική, επαγγελματική ή άλλες σημαντικές περιοχές της λειτουργικότητας. Η διαταραχή δεν οφείλεται σε φυσιολογικές δράσεις μιας ουσίας (π.χ. φάρμακα, αλκοόλ) ή άλλη σωματική κατάσταση. Τα εν λόγω συμπτώματα εμπίπτουν στα διαγνωστικά κριτήρια της κατηγορίας Διαταραχής Μετατραυματικού στρες όπως αυτά καθορίζονται από τα καθιερωμένα συστήματα ταξινόμησης ψυχικών διαταραχών DSM-5 (Κριτήρια Β 2, 4 και 5, Γ 1 και 2, Δ.4, 6 και 7, Ε 2, 3, 5 και 6, Στ, Ζ και Η) ως αυτά καταγράφονται στο Τεκμήριο 16). Τα εν λόγω συμπτώματα η Α.Α. τα συνέδεσε με τη σεξουαλική κακοποίηση που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Διαταραχή μετατραυματικού στρες είναι μια παρατεταμένη καθυστερημένη αντίδραση σε ένα στρεσογόνο γεγονός ή σε ένα εξαιρετικά απειλητικής φύσεως, γεγονός το οποίο ενδέχεται να προκαλέσει ψυχική δυσφορία και μειωμένη λειτουργικότητα σε διάφορες πτυχές του ατόμου. · Διαπιστώθηκε δυσκολία στη σύναψη σχέσεων στις οποίες περιεγράφηκε εκδήλωση περιορισμένου εύρους έκφρασης συναισθημάτων και ανηδονία, η σχέση της με τον σύζυγο της δεν ήταν ουσιαστική και αισθανόταν δυσφορία και αναστάτωση καθότι αναβίωνε, ως η θέση της Α.Α., τα επίδικα διαδραματισθέντα, αδυνατούσε να βιώσει θετικά συναισθήματα ακόμη και με το παιδί της με το να το αγκαλιάσει και να το φιλήσει και να περάσει χρόνο μαζί του. Απέφευγε να κρατά ή να διατηρεί φιλικές σχέσεις. Εντοπίστηκαν συμπτώματα άγχους, επαγρύπνησης, ψυχική αναστάτωση, ανυπομονησία. · Η Α.Α. χαρακτήρισε (στη Μ.Κ.8) τον εαυτό της ως ένα παιδί ντροπαλό και εσωστρεφές, το οποίο δεχόταν σχολικό εκφοβισμό (λεκτικό/σωματικό) από τους συμμαθητές της. Ο σχολικός εκφοβισμός μπορεί να επηρεάσει ένα πρόσωπο πολύ αρνητικά καθ΄ ότι μπορεί να συμβάλει στη μειωμένη αυτοεικόνα, χαμηλή αυτοεκτίμηση, και αυτοπεποίθηση και να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί και συσχετίζεται με άλλα πρόσωπα και μπορεί να το καταστήσει ευάλωτο και σε άλλου είδους θυματοποίηση. · Σύμφωνα με τα λεγόμενα της Α.Α. προς την Μ.Κ.8, ο πατέρας της Α.Α. έκανε κατάχρηση αλκοόλ, ήταν βίαιος προς όλα τα μέλη της οικογένειας, απέναντι στη μητέρα της και σωματικά βίαιος απέναντι στην ίδια και τα αδέρφια της. Η Α.Α. ανέφερε στην Μ.Κ.8 ότι ο πατέρας της ήταν περισσότερο ψυχολογικά βίαιος και η μητέρα της ήταν μια γυναίκα παθητική η οποία απορροφούσε όλη αυτή τη βία. Σε σχέση με το πολιτισμικό πλαίσιο της Α.Α., αυτή διαβίωνε σε ένα πλαίσιο όπου υπήρχαν υψηλοί παράγοντες κινδύνου για να μπορέσει κάποιος να εκμεταλλευτεί αυτά τα ελλείμματα και να παρεισφρήσει ώστε να βλάψει και να κακομεταχειριστεί την Α.Α. · Ο σχολικός εκφοβισμός και το οικογενειακό πλαίσιο που η Α.Α. μεγάλωσε μπορεί να δημιουργήσουν ένα συναισθηματικά ευάλωτο πρόσωπο και να δημιουργήσουν έδαφος για επαναθυματοποίηση. · Οι θύτες αναζητούν παιδιά έμπιστα με τα οποία δουλεύουν μεθοδικά και συστηματικά προκειμένου να δημιουργήσουν μαζί τους μια σχέση εμπιστοσύνης πριν περάσουν στην παραβίαση. Αναζητούν επίσης παιδιά με ιδιαίτερη ευαλωτότητα. Συνήθως οι ανήλικοι που θυματοποιούνται ανήκουν σε οικογένειες στις οποίες συναντώνται παράγοντες υψηλού κινδύνου για όλες τις μορφές κακομεταχείρισης. Οι μελετητές αναφέρονται σε παράγοντες που (α) μειώνουν τις δυνατότητες παροχής επαρκούς φροντίδας στο παιδί και (β) συντελούν στη δημιουργία ευάλωτων και συναισθηματικά στερημένων ανηλίκων. Οι βασικοί παράγοντες υψηλής επικινδυνότητας θεωρούνται η συζυγική δυσαρμονία των γονέων, ο ασθενής δεσμός τους με το παιδί, η οικογενειακή βία, η γονεϊκή τιμωρητικότητα, η απόρριψη και η επίπληξη σε ερωτήματα για θέματα σεξουαλικότητας και η πρόωρη έναρξη της σεξουαλικής δραστηριότητας. Έτσι σε πολλές περιπτώσεις ο θύτης εκμεταλλεύεται τα ελλείμματα του οικογενειακού πλαισίου και την ανάγκη του παιδιού για αγάπη και φροντίδα. · Μπορεί ένα πρόσωπο εξουσίας (ιδιαίτερα ένα πρόσωπο το οποίο ήταν έμπιστο της οικογένειας και είχε θέση εξουσίας, όπως δάσκαλος ο οποίος έπρεπε να προάγει την φροντίδα και την αγάπη), να εκμεταλλευτεί την ευαλωτότητα και την συναισθηματική αποστέρηση της Α.Α., με σκοπό να της προσφέρει την αγάπη την οποία η ίδια αποζητούσε από κάπου. · Τα παιδιά φαίνεται να διστάζουν σημαντικά να μιλήσουν όταν οι δράστες είναι πρόσωπα της εμπιστοσύνης των γονέων, όπως ενήλικες που βρίσκονται σε ανώτερη θέση εξουσίας προς αυτά και από τα οποία ανέμεναν φροντίδα και προστασία, όπως π.χ. οικογενειακοί φίλοι, δάσκαλοι, προπονητές κλπ. Οι ανήλικοι που ανήκουν σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως π.χ. άποροι, αποθαρρύνονται περισσότερο στο να αποκαλύψουν το τραυματικό συμβάν, νιώθοντας ακόμα πιο αβοήθητοι, ανυπεράσπιστοι και αδύναμοι. Επιπρόσθετα, η πιθανότητα αποκάλυψης μειώνεται σημαντικά σε κοινωνίες στις οποίες, θέματα που σχετίζονται με τη σεξουαλική πράξη, θεωρούνται ταμπού και είναι πιθανόν να οδηγήσουν σε απομόνωση το σύνολο της οικογένειας. Οι αρνητικές αντιδράσεις των γονέων είναι συνήθεις και τα παιδιά φοβούνται ιδιαίτερα της αντιδράσεις των γονέων. Οι έρευνες υπογραμμίζουν τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει η αντίδραση της μητέρας που σε ορισμένες περιπτώσεις η μητέρα προσπαθεί να συγκαλύψει το γεγονός επιδεικνύοντας αδιαφορία. · Υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που ένα ανήλικο παιδί δεν προβαίνει άμεσα σε αποκάλυψη για τη σεξουαλική του κακοποίηση. Στην προκειμένη περίπτωση, η Α.Α. όταν αποκάλυψε στη μητέρα της τη σεξουαλική κακοποίηση της, την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη, η μητέρα της την αποθάρρυνε και με κάποιο τρόπο το συγκάλυψε και αδιαφόρησε, διότι το μοναδικό πράγμα που η μητέρα της της είπε ήταν «μην το πεις τούτο το πράγμα στον παπά σου γιατί θα τον σκοτώσει», (εννοώντας ότι ο πατέρας της Α.Α. θα σκότωνε τον κατηγορούμενο). Ένας άλλος παράγοντας είναι το αίσθημα της ευθύνης, της συνενοχής και στην προκειμένη περίπτωση η Α.Α. ένιωθε ντροπή, απέδιδε στον εαυτό της ευθύνες, πίστευε ότι ευθυνόταν για το γεγονός ότι δεν το σταμάτησε (τη σεξουαλική κακοποίηση που ισχυρίζεται ότι υπέστη, δεν το σταμάτησε έγκαιρα, δεν το αναγνώρισε και δεν προέβη έγκαιρα σε αποκάλυψη ουσιαστική). Η Α.Α. θεώρησε και θεωρεί μέχρι σήμερα πως οι δύο εκπαιδευτικοί της στο σχολείο, στις οποίες αποκάλυψε τη σεξουαλική της κακοποίηση, στην προσπάθεια της να τη βοηθήσουν μεταθέτοντας την ευθύνη αλλού, την απέρριψαν και αυτό δεν την βοήθησε να προβεί σε έγκαιρη αποκάλυψη, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Α.Α. ήταν ήδη ένα κλονισμένο άτομο που δεν μπορεί εύκολα να εγκαθιδρύσει μια σχέση εμπιστοσύνης. Ένα πρόσωπο με τα χαρακτηριστικά της Α.Α., το γεγονός ότι προβαίνει σε αποκάλυψη μετά από 20 και πλέον χρόνια της σεξουαλικής της κακοποίησης, δικαιολογείται στη βάση των πιο πάνω ανασταλτικών παραγόντων, καθώς και στο γεγονός ότι η Α.Α. όταν πλέον ασκούσε καθήκοντα αστυνομικού, έχοντας κάποιας μορφής εξουσία, ενίσχυσε κάπως την αυτοπεποίθηση της, αλλά και του γεγονότος ότι η Α.Α. πληροφορήθηκε ότι αδικήματα σεξουαλικής φύσεως δεν παραγράφονται. · Η Α.Α. δήλωσε στη Μ.Κ.8 ψυχικά ενοχλήματα κατά την παιδική της ηλικία που αφορούσαν σε συναισθήματα άγχους και θλίψης και περιέγραψε συμπεριφορές σχετικές με περιστασιακό αυτοτραυματισμό στα χέρια κατά την παιδική της ηλικία, τριχοτιλλομανία (επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά απόσπασης τριχών από το τριχωτό της κεφαλής με τρόπο που να δημιουργείται ένα κενό στο τριχωτό της κεφαλής) και σύμφωνα με τα σύγχρονα αναθεωρημένα διαγνωστικά κριτήρια εμπίπτει στη διαταραχή της ψυχαναγκαστικής διαταραχής, καταναγκαστικές πράξεις όπως νοερές μετρήσεις, επαναλαμβανόμενα να μετρά με τα δάκτυλα μέχρι ενός σημείου, συμπεριφορές που αφορούσαν σε προσθήκη φαγητού στο πιάτο της συγκεκριμένης ποσότητας και επανάληψη συμπεριφορών που είχαν να κάνουν με την κατάποση του νερού. Οι ψυχαναγκαστικές συμπεριφορές συνήθως εμφανίζονται όταν ένα πρόσωπο θέλει να απαλύνει με κάποιο τρόπο και να εξομαλύνει τα επώδυνα του συναισθήματα · Η Α.Α. ανέφερε επίσης στη Μ.Κ.8 ότι προσδοκούσε, μεγαλώνοντας, η φύση θα προνοούσε να αποκτήσει χαρακτηριστικά του αντίθετου φύλου, θέλοντας να αποποιηθεί κάθε θηλυκιάς της πλευρά και προσδοκώντας ότι με αυτόν τον τρόπο η ίδια δεν θα είναι πλέον θύμα κακοποίησης, ότι αυτό θα σταματήσει, εφόσον η ίδια θα έχει τον έλεγχο. · Η Α.Α. συνέδεσε την απόπειρα αυτοκτονίας (που έκανε κατά την περίοδο των σπουδών της το 2008 με υπερδοσολογία φαρμακευτικών σκευασμάτων) με το γεγονός ότι ως ενήλικας κλήθηκε να αντιμετωπίσει πάρα πολλά ζητήματα σε σχέση με τις διαπροσωπικές της σχέσεις, δεν μπορούσε εύκολα να συνδεθεί και να κάνει σχέση με άλλα πρόσωπα. Η Α.Α. ως ενήλικη, συνέδεσε την αναφερόμενη από αυτήν σεξουαλική κακοποίηση με το αυξημένο αίσθημα αβοηθησίας, τηρούσε μια στάση κατά την οποία δεν μπορούσε εύκολα να εμπιστευθεί άλλους ανθρώπους, ήταν δύσπιστη, ένιωθε συναισθήματα απελπισίας και συναισθήματα κενού, ένα συναισθηματικό μούδιασμα, παγώματος και αυτοί οι παράγοντες μπορούσαν να αποτελέσουν παράγοντες και να συνδεθούν με την απόπειρα αυτοκτονίας που η Α.Α. έκανε. · Υπάρχουν παιδιά τα οποία πιστεύουν ένα ψέμα εάν τους το έχουν υποβάλει. Οι επαναλαμβανόμενες σκέψεις ή συζητήσεις για ένα θέμα δεν μπορούν να ενσωματώσουν ως αληθινή απάντηση στο μυαλό του άλλου, διότι αυτό αποτελεί συμπτωματολογία που παραπέμπει σε ψυχωσική διαταραχή όπως και σχιζοφρένεια, παραληρητική διαταραχή, ψυχοσυναισθηματική διαταραχή, διπολική διαταραχή, δηλαδή επεισοδιακής μορφής διαταραχές. · Η Α.Α. ανέφερε στη Μ.Κ.8 ότι ο κατηγορούμενος συνήθως την είχε στο τελευταίο θρανίο, απασχολούσε τα υπόλοιπα παιδιά με εργασίες και έτσι έβρισκε την ευκαιρία να ασελγεί εις βάρος της και συγκεκριμένα, ενώ τον πρώτο χρόνο που τα μαθήματα ήταν εισαγωγικά, της ψιθύριζε στα αυτιά, την αγκάλιαζε, της ζωγράφιζε καρδούλες και σταδιακά χάιδευε το στήθος της, έβαζε το χέρι του κάτω από τη φανέλα της και χάιδευε το στήθος της, ακουμπούσε τα γεννητικά του όργανα στον αγκώνα της, της τραβούσε το κάτω εσώρουχο προς τα πάνω. Η Μ.Κ.10 κλήθηκε και έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας σε θέματα που άπτονταν της ειδικότητας της ως εμπειρογνώμονας κλινική ψυχολόγος. Σε αντίθεση με την Μ.Κ.8, τα προσόντα, οι εμπειρίες και η πραγματογνωμοσύνη της Μ.Κ.10 δεν δηλώθηκαν μεν ως παραδεκτά γεγονότα, εν τούτοις αυτά δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση και συνεπώς η μάρτυρας θα αξιολογηθεί με βάση τις ίδιες αρχές που παρατέθηκαν πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.8 ως εμπειρογνώμονας. Αυτό που η πλευρά της Υπεράσπισης αμφισβήτησε είναι η ορθότητα των ευρημάτων της, η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία της, για τα οποία θα γίνει ειδική αναφορά και αξιολόγηση πιο κάτω. Η Μ.Κ.10 μου άφησε θετική εντύπωση. Απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με βάση τις γνώσεις και την πείρα της και με την απαιτούμενη επιστημονική επάρκεια και αντικειμενικότητα. Ήταν διαφωτιστική σε σχέση με την κλινική αξιολόγηση που διενήργησε αναφορικά με την Α.Α. και την εικόνα που αυτή παρουσίαζε κατά τον χρόνο της αξιολόγησης. Μέσα από τη μαρτυρία της έδωσε κάποιες περαιτέρω λεπτομέρειες σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γίνονταν οι κλινικές συναντήσεις με την Α.Α. και τι διαπίστωσε η μάρτυρας μέσα από αυτές, με βάση τα στοιχεία που συνέλεξε, τα όσα η Α.Α. της ανέφερε και τον τρόπο που αυτή τα αφηγείτο. Εξήγησε με λεπτομέρεια και κατά τρόπο κατανοητό, τα εργαλεία που χρησιμοποίησε για να προβεί στην κλινική αξιολόγηση της Α.Α., το ιστορικό που έλαβε υπόψη και τη σημασία αυτού, παρέθεσε δε με σαφήνεια, πληρότητα και αντικειμενικότητα τις διαπιστώσεις και τα ευρήματα της, σε σχέση με τις εκθέσεις που ετοίμασε (Τεκμήρια 24 και 25), την ανάλυση προβλητικής δοκιμασίας Τ.Α.Τ. (Thematic Apperception Test) που η ίδια ετοίμασε (Τεκμήριο 6) και τη χρησιμότητα αυτού, στηρίζοντας τις θέσεις της σε σχετική βιβλιογραφία (Τεκμήρια 26, 28 και 29). Ειδικότερα δε σε σχέση με το Τεκμήριο 6, αντεξετάστηκε εκτενώς από την Υπεράσπιση και η μάρτυρας προέβαινε σε εμπεριστατωμένη και λεπτομερή ανάλυση του περιεχομένου της εν λόγω δοκιμασίας και στα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε. Περαιτέρω, σε σχέση με την βιβλιογραφία στην οποία παρέπεμψε και συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 26, της υποβλήθηκε η θέση ότι η μάρτυρας την εντόπισε και ότι προσπαθεί, με δική της ερμηνεία, να την προσαρμόσει στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η μάρτυρας ερωτήθηκε σε σχέση με την εν λόγω βιβλιογραφία και έδωσε τις δικές της θέσεις, με λεπτομέρεια και σαφήνεια σε σχέση με αυτήν και σε συνδυασμό με τη συμπτωματολογία που η Α.Α. παρουσίαζε, πράττοντας το ίδιο και σε σχέση με την υπόλοιπη βιβλιογραφία στην οποία παρέπεμψε. Σε κάθε περίπτωση, δεν διαπίστωσα οποιαδήποτε προσπάθεια της μάρτυρος στο να προβεί σε οποιαδήποτε «προσαρμογή», ως η θέση της Υπεράσπισης, της εν λόγω βιβλιογραφίας με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης. Παρέπεμψε δε και στη δική της Διδακτορική διατριβή (Τεκμήριο 27) για να υποστηρίξει τις θέσεις της και στα διαγνωστικά κριτήρια DSM. Σε σχέση δε με το τελευταίο, ήτοι τα διαγνωστικά κριτήρια, θα πρέπει να επισημάνω τα εξής: Στην κυρίως εξέταση της, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε στη μάρτυρα σειρά ερωτήσεων σε σχέση με τα εν λόγω κριτήρια και ποια από αυτά πληρούσε η Α.Α. Μέσα από προσεκτική μελέτη των πρακτικών, προκύπτει ότι στην κυρίως εξέταση, της δόθηκε το Τεκμήριο 16 (το οποίο αποτελεί την πέμπτη έκδοση των διαγνωστικών κριτηρίων DSM-5 του American Psychiatric Association) και της υποβλήθηκαν ερωτήσεις σε σχέση με τα κριτήρια που η Α.Α. πληρούσε και ακολούθως η μάρτυρας έδινε τις απαντήσεις της με βάση το Τεκμήριο 16 ως προς το ποια κριτήρια πληρούνταν στην περίπτωση της Α.Α. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής καλούσε τη μάρτυρα να δώσει τις απαντήσεις της σε σχέση με τα διαγνωστικά κριτήρια που η Α.Α. πληρούσε σε σχέση με το Τεκμήριο 16, όπως και έγινε, ήτοι η Μ.Κ.10 έδινε τις απαντήσεις της στη βάση του Τεκμηρίου 16 ως προς το ποια κριτήρια πληρούνταν στην περίπτωση της Α.Α. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι πληρούνταν στην περίπτωση της Α.Α. τα Διαγνωστικά κριτήρια Α 1 και 4, Β 1 - 5, Γ 1 και 2, Δ.1, 3 - 7, Ε 2 - 6, Στ και Η. Στην αντεξέταση της όμως, η μάρτυρας όταν κλήθηκε να αναφερθεί εκ νέου ως προς το ποια κριτήρια πληρούνταν στην περίπτωση της Α.Α., διαφοροποίησε τη θέση της σε σχέση με το ποια κριτήρια πληρούνταν στην περίπτωση της Α.Α. Συγκεκριμένα, ενώ στην κυρίως εξέταση της το κριτήριο Δ.2 όπως αυτό καταγράφεται στη σελίδα 145 του Τεκμηρίου 16 (Επίμονες και υπερβολικές αρνητικές πεποιθήσεις ή προσδοκίες για τον εαυτό του, τους άλλους, ή για τον κόσμο π.χ. «Είμαι κακός», «Δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε κανένα», «Ο κόσμος είναι εντελώς επικίνδυνος», «όλο το νευρικό μου σύστημα έχει καταστραφεί για πάντα») δεν ήταν ανάμεσα στα κριτήρια που ανέφερε ότι πληρούνταν στην περίπτωση της Α.Α., στην αντεξέταση της ανέφερε ότι αυτό πληρείτο. Το ίδιο έπραξε και σε σχέση με το κριτήριο Ζ (Η διαταραχή προκαλεί κλινικά σημαντική ενόχληση ή έκπτωση στην κοινωνική, επαγγελματική ή άλλες σημαντικές περιοχές της λειτουργικότητας), αφού στην κυρίως εξέταση της το εν λόγω κριτήριο δεν συγκαταλεγόταν στα κριτήρια που ανέφερε ότι πληρούνταν στην περίπτωση της Α.Α., ενώ στην αντεξέταση της ανέφερε ότι αυτό πληρείτο εν μέρει. Η μάρτυρας για να αιτιολογήσει τις εν λόγω αποκλίσεις, ανέφερε τα εξής: «Εγώ όπως ανέφερα στην προηγούμενη εξέταση έχω μια προηγούμενη έκδοση του Διαγνωστικού Εγχειριδίου του τεκμηρίου την 4η έκδοση, εκείνη την ώρα τα έβλεπα μπροστά μου και σας τα διάβαζα εάν πληρούνται ή όχι, τα έβλεπα για πρώτη φορά, το είπα ότι έχω μια παλαιότερη έκδοση, δεν είναι ακριβώς τα ίδια». Ανέφερε επίσης ότι μπορεί να της διέφυγε κάποιο κριτήριο. Με αφορμή τις εν λόγω τοποθετήσεις της μάρτυρος, η αντεξέταση της μάρτυρος διακόπηκε κατόπιν αιτήματος της Υπεράσπισης (στο οποίο η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής έφερε ένσταση και το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα) με σκοπό να ληφθούν τα πρακτικά της προηγούμενης διαδικασίας. Στην επόμενη δικάσιμο, η μάρτυρας υπεραμύνθηκε και επανέλαβε των τοποθετήσεων της ως αυτές τις ανέφερε την πρώτη μέρα της αντεξέτασης της, προσθέτοντας επίσης ότι δεν έχει ενημερωθεί ότι το διαγνωστικό θα ήταν αυτό της πέμπτης έκδοσης και όχι αυτό της τέταρτης έκδοσης. Σε σχέση με τις εξηγήσεις που η μάρτυρας έδωσε στην αντεξέταση της για να αιτιολογήσει την μερική απόκλιση στη μαρτυρία της σε σχέση με τα κριτήρια που πληρούνταν στην περίπτωση της Α.Α. ως πιο πάνω αναφέρθηκαν, θα πρέπει να επισημάνω ότι η μάρτυρας, στην κυρίως εξέταση, αφού της δόθηκε το Τεκμήριο 16 (που είναι η πέμπτη έκδοση), ανέφερε ότι η ίδια έχει την προηγούμενη έκδοση (την τέταρτη έκδοση). Όμως οι ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής ήταν σαφείς και καλούσε τη μάρτυρα να τοποθετηθεί, με βάση το Τεκμήριο 16 (DSM - 5), ως προς το ποια κριτήρια πληρούνταν στην περίπτωση της Α.Α. και η μάρτυρας έδινε ξεκάθαρες απαντήσεις με βάση το Τεκμήριο
  4. Αυτό επιβεβαιώνεται άλλωστε και από το γεγονός ότι η μάρτυρας, σε ερώτηση που της υποβλήθηκε στην κυρίως εξέταση της κατά πόσο οι διαγνώσεις στις οποίες κατέληξε μέσα από τις αφηγήσεις της Α.Α. συνδέονται με τη σεξουαλική της κακοποίηση από τον κατηγορούμενο, η μάρτυρας απάντησε ότι συνδέονται άμεσα, λέγοντας χαρακτηριστικά «Συνδέονται άμεσα. Δηλαδή όλη αυτήν τη συμπτωματολογία που περιγράφει το διαγνωστικό κριτήριο DSM - 5». Σε αυτό το σημείο δέον όπως επισημάνω ότι το Τεκμήριο 16 φέρει τίτλο «ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ DSM - 5» Συνεπώς, αυτό που προκύπτει είναι ότι η μάρτυρας με σαφήνεια έδινε τις απαντήσεις της στη βάση του Τεκμηρίου 16 σε σχέση με τα κριτήρια που πληρούνταν στην περίπτωση της Α.Α. και όχι στη βάση της τέταρτης έκδοσης του εν λόγω εγχειριδίου, το οποίο να επισημάνω ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση λοιπόν ως προς το ποια κριτήρια πληρούνταν στην περίπτωση της Α.Α. με βάση τα εν λόγω διαγνωστικά κριτήρια στη βάση του Τεκμηρίου 16, κρίνω ότι το ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε ασφαλή ευρήματα ως προς το ποια κριτήρια πληρούνταν στην περίπτωση της Α.Α., είναι ως αυτά προκύπτουν μέσα από το Τεκμήριο 16, το οποίο είναι ενώπιον του Δικαστηρίου και στο οποίο η Μ.Κ.10 παρέπεμπε στη μαρτυρία της, ως προκύπτει και από τα πρακτικά ως πιο πάνω αναφέρθηκε και όχι στα όσα η Μ.Κ.10 ανέφερε ότι πληρούνταν στη βάση της τέταρτης έκδοσης, η οποία, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Πέραν τούτου, από τη στιγμή που η τέταρτη έκδοση δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να γίνει σύγκριση των κριτηρίων ως αυτά καταγράφονται στις δύο εκδόσεις (τέταρτη και πέμπτη), ούτε να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα σε σχέση με το ποια κριτήρια πληρούνταν στην περίπτωση της Α.Α. με βάση την τέταρτη έκδοση των εν λόγω διαγνωστικών κριτηρίων. Συνεπώς, κρίνω ότι ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθώ σε ασφαλή ευρήματα ως προς το ποια κριτήρια πληρούνταν στην περίπτωση της Α.Α. είναι αυτά που αναφέρθηκαν από τη Μ.Κ.8 στη βάση του Τεκμηρίου 16 ως αυτά αναφέρθηκαν πιο πάνω. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορούν να γίνουν και γίνονται αποδεκτά τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.10 ως προς το ποια κριτήρια πληρούνταν στην περίπτωση της Α.Α., μόνο στη βάση του Τεκμηρίου 16 και στην έκταση που αυτά συμπίπτουν με αυτά που ανέφερε η Μ.Κ.8, δηλαδή τα κριτήρια Β 2, 4 και 5, Γ 1 και 2, Δ.4, 6 και 7, Ε 2 έως 6, Στ και Η. Συνεπώς δεν γίνονται αποδεκτά τα όσα ανέφερε η Μ.Κ.10 ότι πληρούνταν στην περίπτωση της Α.Α, ήτοι τα κριτήρια Α 1 και 4, Β 1 και 3, Δ.1, 3 και 5 και Ε
  5. Σε σχέση με το κριτήριο Ζ δεν αποδέχομαι ότι αυτό πληρείτο μόνο εν μέρει, ως η θέση της Μ.Κ.10, καθότι η Μ.Κ.8 ανέφερε ότι αυτό πληρείτο, χωρίς να κάνει διαχωρισμό ότι αυτό πληρείτο μόνο εν μέρει. Η Υπεράσπιση, στα πλαίσια της αμφισβήτησης της σχετικά με την αντικειμενικότητα και την αμεροληψία της μάρτυρος, αμφισβήτησε τη σκοπιμότητα ως προς το να αναγραφεί στην έκθεση της (Τεκμήριο 24) στην δεύτερη σελίδα η αναφορά ως προς την επαγγελματική επάρκεια της Α.Α., υποβάλλοντας στη Μ.Κ.10 τη θέση ότι κάτι τέτοιο δεν της έχει ζητηθεί. Η εν λόγω αναφορά έχει ως ακολούθως: «Πέρα από τη δυσκολία να εκφράζει το θυμό της όπου είναι αναγκαίο και να έχει το θάρρος της γνώμης της, δεν υπάρχει καμία σοβαρή διαταραχή ή αποδιοργάνωση που να προκαλεί ανησυχία ή ανάγκη για μείωση της επαγγελματικής της δραστηριότητας. Να σημειωθεί επίσης ότι η συμπτωματολογία αυτή δεν προκάλεσε ποτέ έκπτωση της επαγγελματικής και κοινωνικής της λειτουργικότητας. Αντιθέτως, διάγει μια καθόλα φυσιολογική ζωή, τόσο προσωπικά όσο και επαγγελματικά και περιβάλλεται από ανθρώπους που την εκτιμούν, τη στηρίζουν και την αγαπούν». Η μάρτυρας για να υποστηρίξει τη σκοπιμότητα αναγραφής της πιο πάνω αναφοράς, ανέφερε ότι αυτό της έχει ζητηθεί προφορικά από την Μ.Κ.9 για να αναφερθεί στην επαγγελματική επάρκεια της Α.Α. Επιπρόσθετα δε, ανέγνωσε από το κινητό της τηλέφωνο το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος το οποίο της αποστάληκε από τη Μ.Κ.9 και το οποίο καταγράφηκε στα πρακτικά. Θα πρέπει δε να επισημάνω ότι το περιεχόμενο του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Αυτό που η Υπεράσπιση αμφισβήτησε είναι η αναφορά της μάρτυρος ότι της ζητήθηκε από τη Μ.Κ.9 να αναφερθεί σχετικά με την επαγγελματική επάρκεια της Α.Α. Ως προς τούτο, θα πρέπει να επισημάνω ότι η Μ.Κ.10 ανέφερε ότι η Μ.Κ.9 ζήτησε προφορικά από τη Μ.Κ.10 να αναφερθεί στην επαγγελματική επάρκεια της Α.Α. επειδή υπήρχε ο φόβος λόγω της ιδιότητας της Α.Α. ως αστυνομικού και θα κρατούσε όπλο. Κάτι τέτοιο όμως δεν αναφέρθηκε από τη Μ.Κ.9 στη μαρτυρία της. Το δε περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος που η Μ.Κ.10 ανέγνωσε, δεν αναφέρει σε οποιοδήποτε σημείο ότι ζητείται από αυτήν να αναφερθεί σχετικά με την επαγγελματική επάρκεια της Α.Α. Αυτό το οποίο ζητείτο από τη Μ.Κ.10 με βάση το εν λόγω μήνυμα (αφού πρώτα της γίνεται ενημέρωση σχετικά με το είδος της υπόθεσης που διερευνάται) είναι να προβεί σε πληροφόρηση, το συντομότερο δυνατό, αναλυτικά με τις χρονικές επισκέψεις της Α.Α., τους λόγους, τα ευρήματα της και κατά πόσο η Α.Α. λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και να ετοιμαστεί εκ μέρους της μάρτυρος σχετική έκθεση για την κλινική εικόνα που σχημάτισε. Συνεπώς οι εξηγήσεις που έθεσε η μάρτυρας για να αιτιολογήσει την καταγραφή της πιο αναφοράς στην έκθεση της - Τεκμήριο 24 σχετικά με την επαγγελματική επάρκεια της Α.Α., ότι δηλαδή της ζητήθηκε από τη Μ.Κ.9, δεν γίνονται αποδεκτές. Αυτό όμως δεν κλονίζει την αξιοπιστία της μάρτυρος, ούτε οδηγεί σε απόρριψη της εν λόγω αναφοράς που αναγράφεται στην έκθεση της μάρτυρος (Τεκμήριο 24) σε σχέση με την επαγγελματική επάρκεια της παραπονούμενης. Αυτό καθότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία που να αντιστρατεύεται το περιεχόμενο της πιο πάνω αναφοράς και που να αφήνει, έστω σκιές, σχετικά με την επαγγελματική επάρκεια και καταλληλότητα της Α.Α. να εκτελεί τα καθήκοντα της ως αστυνομικός, ούτε τέθηκε στην Α.Α. τέτοια θέση από την Υπεράσπιση όταν η Α.Α. έδινε τη δια ζώσης μαρτυρία της. Σε κάθε περίπτωση, η εξήγηση της μάρτυρος ότι η εν λόγω αναφορά είναι μέρος της κλινικής εικόνας της Α.Α. κρίνεται ως λογική και πειστική, την οποία και αποδέχομαι. Υποβλήθηκαν στη μάρτυρα οι θέσεις ότι δημιούργησε τέτοια σχέση με την παραπονούμενη, με αποτέλεσμα να προσπαθεί η μάρτυρας να δικαιολογήσει την Α.Α και να την καλύψει, ότι δεν ήταν αμερόληπτη, ότι δεν κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια αλλά προσωπικές της απόψεις και πεποιθήσεις και ότι είχε θετικά και υποστηρικτικά συναισθήματα προς την Α.Α. Οι θέσεις αυτές δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Δεν έχω διαπιστώσει οποιοδήποτε στοιχείο που να υποστηρίζει τις εν λόγω θέσεις και σε κάθε περίπτωση τα όσα η μάρτυρας ανέφερε στηρίζονται μέσα από την κλινική εικόνα της Α.Α. που η μάρτυρας αποκόμισε, στη βάση των δικών της επιστημονικών κριτηρίων και της εμπειρογνωμοσύνης της. Υποβλήθηκε δε στη μάρτυρα η θέση ότι η Α.Α. της απέκρυψε ότι η Α.Α. παρακολουθήθηκε από τη Μ.Κ.8 πριν από τη Μ.Κ.
  6. Η μάρτυρας ανέφερε ότι η Α.Α. της το ανέφερε, θέση η οποία γίνεται αποδεκτή, αφού η Μ.Κ.8 ερωτήθηκε σχετικά και ανέφερε ότι ήξερε ότι η Α.Α. παρακολουθήθηκε από τη Μ.Κ.
  7. Συνεπώς, η θέση της Υπεράσπισης ότι με την εν λόγω απάντηση της η μάρτυρας προσπαθεί να δικαιολογήσει την Α.Α. δεν με βρίσκει σύμφωνο. Σημαντικό μέρος της αντεξέτασης της μάρτυρος αναλώθηκε στο ζήτημα κατά πόσο αντιλήφθηκε ή εξέτασε εάν η Α.Α. της έλεγε ψέματα. Ως προς τούτο η μάρτυρας ανέφερε και η Υπεράσπιση αποδέχθηκε, ότι ένα άτομο που λέει ψέματα δεν ζητά ποτέ θεραπεία και δεν επενδύει ποτέ σε αυτή. Σε ερώτηση δε της Υπεράσπισης κατά πόσο υπάρχουν αλλότρια κίνητρα, η μάρτυρας πειστικά ανέφερε ότι εάν υπάρχουν αλλότρια κίνητρα, τότε το άτομο θα έρθει μόνο για το διαγνωστικό κομμάτι και δεν θα επενδύσει σε θεραπεία. Αυτή η αναφορά της μάρτυρος γίνεται αποδεκτή στη βάση ότι αυτή αποτελεί τη δική της άποψη και εκτίμηση ως εμπειρογνώμονας και όχι ως μάρτυρας γεγονότων για να υποστηρίξει την αλήθεια των ισχυρισμών της Α.Α., οι οποίοι θα αξιολογηθούν πιο κάτω. Ερωτήθηκε δε η μάρτυρας κατά πόσο εξέτασε σε κάποιο στάδιο εάν αυτά που της έλεγε η Α.Α. είναι αλήθεια και κατά πόσο της δημιουργήθηκε κάποια αμφιβολία. Η μάρτυρας απάντησε αρνητικά, λέγοντας ότι η συμπτωματολογία της Α.Α. δεν μπορούσε να συνδυαστεί με κάτι άλλο εκτός από ένα τεράστιο τραύμα, ότι η συμπτωματολογία είναι κάτι που «την κουβαλάμε μέσα μας», είναι έκδηλη, δεν μπορεί να αποσιωπηθεί, ούτε να παρερμηνευθεί. Ως προς τούτο επισημαίνω τα εξής: Η αναφορά αυτή της μάρτυρος αποτελεί την άποψη και εκτίμηση της ως εμπειρογνώμονας, στη βάση των κλινικών συμπτωμάτων που η Α.Α. παρουσίαζε και στο ότι δεν διέγνωσε η ίδια υπόκριση της Α.Α στα λεγόμενα της, ότι δηλαδή υπέστη σεξουαλική κακοποίηση, ότι η Α.Α. συνέδεσε τη συμπτωματολογία της και την απόπειρα αυτοκτονίας της στη σεξουαλική κακοποίηση που ισχυρίζεται ότι υπέστη και ότι τα συμπτώματα που η Α.Α. παρουσίαζε συνάδουν με σεξουαλική κακοποίηση. Αυτό άλλωστε έπραξε και η Μ.Κ.8 η οποία αναφέρθηκε στα κλινικά συμπτώματα της Α.Α. και στην απουσία υποκρισίας. Η άποψη όμως της Μ.Κ.10 διαφέρει στο εξής σημείο σε σχέση με τις αναφορές της Μ.Κ.8, αφού η Μ.Κ.10 ήταν κάθετη και απέρριπτε κάθε ενδεχόμενο ή πιθανότητα η Α.Α. να λέει ψέματα, κάτι το οποίο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, διότι η αξιοπιστία ή η αναξιοπιστία ενός μάρτυρα δεν μπορεί εκ των προτέρων να προκριθεί ή να αποκλειστεί για κανένα μάρτυρα. Αντιθέτως, ως πιο πάνω αναφέρθηκε κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Μ.Κ.8, αυτή ανέφερε ότι αρμόδια αρχή για να το αποφασίσει είναι το Δικαστήριο και ότι σε περίπτωση που η σεξουαλική κακοποίηση δεν υπάρχει, σε καμία περίπτωση δεν αναιρείται η συμπτωματολογία η οποία παρουσιάζει, απλώς παραπέμπει σε μαρτυρία σε συμπτωματολογία που αφορά αγχώδη διαταραχή ή μεικτή καταθλιπτική διαταραχή. Η Μ.Κ.10 μόνο προς το τέλος της αντεξέτασης της αποκρυστάλλωσε πλήρως και ευκρινώς τη θέση της ως προς το κατά πόσο η Α.Α. ψευδόταν, όταν δηλαδή της υποβλήθηκε η θέση ότι ξεκίνησε την αξιολόγηση της Α.Α. με δεδομένο ότι υπήρξε σεξουαλική κακοποίηση και εξ΄ ου κατέληξε στις ερμηνείες ως αυτές καταγράφονται στο Τεκμήριο
  8. Ως προς τούτο η μάρτυρας ανέφερε ότι δεν υπήρχε κανένα δεδομένο, όπως δεν υπάρχει κανένα δεδομένο όταν κάποιος ζητά την βοήθεια της. Ανέφερε δε ότι το δεδομένο δεν προϋπήρχε και ότι το δεδομένο είναι τα δικά της κλινικά συμπεράσματα και ότι το κλινικό της συμπέρασμα είναι ότι η Α.Α. υπέστη σεξουαλική κακοποίηση. Διευκρίνισε δε ότι δεν ήταν η ίδια «μπροστά στα γεγονότα» αλλά η γενικότερη κλινική εικόνα της Α.Α. συνάδει με σεξουαλική κακοποίηση. Αυτές οι θέσεις της μάρτυρος, ως τις διευκρίνισε προς το τέλος της αντεξέτασης της γίνονται δεκτές, διότι συνάδουν με τα όσα η Μ.Κ.8 ανέφερε, ότι δηλαδή τα συμπτώματα της Α.Α. συνάδουν με σεξουαλική κακοποίηση, με την υπόμνηση βεβαίως του γεγονότος ότι η Μ.Κ.8 ανέφερε και που έγινε αποδεκτό, ήτοι ότι σε περίπτωση που η σεξουαλική κακοποίηση δεν υπάρχει, σε καμία περίπτωση δεν αναιρείται η συμπτωματολογία η οποία παρουσιάζει, απλώς παραπέμπει σε μαρτυρία σε συμπτωματολογία που αφορά αγχώδη διαταραχή ή μεικτή καταθλιπτική διαταραχή. Να επισημάνω δε ότι τόσο η Μ.Κ.8, όσο και η Μ.Κ10, ανέφεραν στις μαρτυρίες τους ότι η Α.Α. συνέδεσε τα συμπτώματα που παρουσίαζε τόσο με τα βιώματα της στην οικογένεια της τα οποία δεν έχουν αμφισβητηθεί, όσο και στη σεξουαλική κακοποίηση που ισχυρίζεται ότι υπέστη, η οποία αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση. Ως προς τούτο, να σημειώσω ότι τα βιώματα της Α.Α. στην οικογένεια της, η υπεράσπιση δεν το αμφισβήτησε. Ούτε αμφισβήτησε την ευαλωτότητα της Α.Α. στη βάση των παραγόντων που ανέφεραν τόσο η Μ.Κ.8, όσο και η Μ.Κ.
  9. Αυτό που η Υπεράσπιση αμφισβήτησε είναι η σεξουαλική κακοποίηση που ισχυρίζεται η Α.Α. ότι υπέστη και κατ΄ επέκταση την διασύνδεση αυτής με τα ψυχικά ενοχλήματα που η Α.Α. παρουσίαζε. Αποδέχεται όμως η πλευρά της Υπεράσπισης, μέσα από τη γραμμή που κράτησε, ότι τα οποιαδήποτε συμπτώματα παρουσίαζε η Α.Α., αυτά οφείλονται στα παιδικά της βιώματα και όχι στη σεξουαλική κακοποίηση που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Σε αυτό το σημείο να επαναλάβω ότι κατά πόσο η Α.Α. ψευδόταν ή είχε αλλότρια κίνητρα θα εξεταστεί στο κατάλληλο στάδιο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, να υπομνήσω δε τα όσα ανέφερε η Μ.Κ..8 και που έχουν γίνει αποδεκτά ανωτέρω, ότι εάν δεν αποδειχθεί η σεξουαλική κακοποίηση της Α.Α. η συμπτωματολογία της παραμένει και ότι αυτή δεν θα μπορεί να συνδεθεί με την ισχυριζόμενη σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη. Γίνονται αποδεκτά και τα όσα η Μ.Κ.10 ανέφερε σε σχέση με τους παράγοντες που συμβάλουν στο να μην αποκαλύψει άμεσα ένα παιδί τη σεξουαλική ή άλλου είδους κακοποίηση που υπέστη. Βεβαίως, το κατά πόσο η σεξουαλική κακοποίηση που η Α.Α. ισχυρίζεται ότι υπέστη είναι ένα ξεχωριστό ζήτημα το οποίο θα εξεταστεί, μέσα από την αξιολόγηση της Α.Α. και κατά πόσο πράγματι έλαβε χώρα ή όχι. Οι εκτιμήσεις που η Μ.Κ.10 έδωσε σε σχέση με τους λόγους που οδήγησαν την Α.Α. στο να μην προβεί άμεσα σε αποκάλυψη της σεξουαλικής κακοποίησης που ισχυρίζεται ότι υπέστη και τα αισθήματα που αυτή ένιωθε, γίνονται δεκτές, ως η δική της επιστημονική άποψη, οι οποίες όμως δεν μπορούν να υποστηρίξουν κατά πόσο έλαβε χώρα η εν λόγω σεξουαλική κακοποίηση. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις, η μαρτυρία της Μ.Κ.10 γίνεται αποδεκτή και με βάση αυτή αποδέχομαι, πέραν των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω, τα ακόλουθα: · Η Μ.Κ.10 παρακολουθεί την Α.Α. από τον Απρίλιο του 202

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.