← Κύπρος

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 3287/24, 18/10/2024

ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 3287/24, 18/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, A.Ε.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3287/24 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18/10/2024 Για τη Δημοκρατία: κα Α. Τιμοθέου. Για τον Kατηγορούμενο: κ. Δ. Λοχίας με κα Ε. Κωνσταντίνου. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή του, σε κατηγορίες κατοχής (κατηγορίες 1 και 3) και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α΄ (κατηγορία 2), κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄ (κατηγορίες 5 και 6 αντίστοιχα) και σε κατηγορία καπνίσματος φυτού κάνναβης (κατηγορία 8), κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των εν λόγω κατηγοριών, ο κατηγορούμενος, στη Λεμεσό, στις 20/02/2024: · Κατείχε και κατείχε με σκοπό να το προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα, ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α΄, ήτοι κοκαΐνη 82,91 γραμμαρίων (κατηγορίες 1 και 2 αντίστοιχα). · Κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Α΄, ήτοι μεθαμφεταμίνη (MDMA) 5,18 γραμμαρίων (κατηγορία 3). · Κατείχε και κατείχε με σκοπό να το προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα, ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β΄, ήτοι κάνναβη 4 κιλών και 239,22 γραμμαρίων (κατηγορίες 5 και 6 αντίστοιχα). · Κάπνισε φυτό κάνναβης, από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη (κατηγορία 8). Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, είναι τα ακόλουθα: Στις 20/02/2024 λήφθηκε πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος ασχολείται με την εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και ότι την ίδια ημέρα θα παραλάμβανε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών. Κατόπιν τούτου, προς εντοπισμό του, μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση την περιοχή πλησίον της οικίας του κατηγορουμένου και της πατρικής του οικίας. Την ίδια ημέρα το όχημα με αριθμούς εγγραφής [ ] (το όχημα Α) θεάθηκε να εξέρχεται από το χωριό Κελλάκι και αφού τέθηκε υπό παρακολούθηση, εισήλθε σε ανοικτό χώρο στην περιοχή Μουτταγιάκας και συναντήθηκε με μικρό όχημα σκούρου χρώματος, για το οποίο δεν έγινε κατορθωτό να ληφθούν άλλες λεπτομέρειες λόγω του σκότους. Ακολούθησε καταδίωξη του οχήματος Α και λίγο αργότερα ανακόπηκε, οπόταν διαπιστώθηκε ότι οδηγός του ήταν ο κατηγορούμενος. Κατόπιν έρευνας στο όχημα A εντοπίστηκαν δύο νάιλον συσκευασίες, οι οποίες περιείχαν πράσινη ξηρή φυτική ύλη κάνναβη. Υποδείχθηκαν στον κατηγορούμενο, του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο και αυτός δεν απάντησε. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος συνελήφθη και απάντησε «Εντάξει». Κατόπιν σωματικής έρευνας που έγινε στον κατηγορούμενο, ανευρέθηκε το χρηματικό ποσό των €946,70, του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο και αυτός απάντησε «Εν δικά μου πιάστα». Δόθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του ως συλληφθείς και αυτός ανέφερε ότι δεν ήθελε να τα ασκήσει. Την ίδια ημέρα ο κατηγορούμενος ανακρίθηκε προφορικά και σε ερώτηση σε ποιον ανήκουν οι συσκευασίες που ανευρέθηκαν στο αυτοκίνητο του, απάντησε «Τα ναρκωτικά εννε δικά μου εν θέλω να πω ποιου ένι». Ακολούθως, ο κατηγορούμενος έδωσε τη συγκατάθεση του για έρευνα της πατρικής του οικίας καθώς και της οικίας του στο Κελλάκι. Αμέσως μετά ο κατηγορούμενος ανέφερε στον Α/Αστ.2793 Μ. Τηλεμάχου, «Δεν τις έβαλα εγώ τις συσκευασίες εν άλλος που τις έβαλε αλλά δεν θέλω να σας πω ποιος είναι». Ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για την επικείμενη μεταφορά του στο Κελλάκι για έρευνα και αφού του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο, απάντησε «Έχω τζαι σπίτι μου στο Κελλάκι ναρκωτικά θα σας τα δώκω». Αργότερα την ίδια ημέρα, μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. με τον κατηγορούμενο μετέβηκαν στην οικία του στο Κελλάκι και αφού ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε που είναι τα ναρκωτικά, απάντησε «Έχω τα μες το σπίτι θα σας τα δώκω». Καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου, ο Α/Αστ.2793 εντόπισε στο υπνοδωμάτιο του κατηγορουμένου, ένα σακούλι σκουπιδιών, εντός του οποίου υπήρχε μια νάιλον συσκευασία, εντός της οποίας υπήρχε ποσότητα ναρκωτικών. Αφού αυτή παραλήφθηκε ως τεκμήριο, υποδείχθηκε στον κατηγορούμενο, του επιστήθηκε η προσοχή στο Νόμο και αυτός απάντησε «Εν που την κάνναβη που σας είπα έχω σπίτι μου, πιάστε την». Καθ' υπόδειξη του κατηγορουμένου, εντοπίστηκε σε ερμάρι ένα νάιλον σακούλι, το οποίο διαπιστώθηκε ότι περιείχε κάνναβη. Αφού επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο, ο κατηγορούμενος απάντησε «Εν τζαι τούτο χόρτο πιάστε το». Ακολούθως σε τραπεζάκι στο καθιστικό της οικίας ανευρέθηκε ένα σακουλάκι, το οποίο περιείχε κάνναβη και δίπλα από αυτό μικρή ποσότητα κάνναβης. Αφού παραλήφθηκαν από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. υποδείχθηκαν στον κατηγορούμενο και αυτός απάντησε «Εν κάνναβη για δική μου χρήση». Έπειτα, κατόπιν υπόδειξης του κατηγορουμένου, από μια θήκη φύλαξης κοστουμιού κρεμασμένη σε ερμάρι στο γραφείο της οικίας, παραλήφθηκαν τρεις νάιλον συσκευασίες που περιείχαν άσπρη ουσία, ομοιάζουσα με κοκαΐνη και ένα νάιλον σακούλι που περιείχε το ποσό των €
  2. Αφού αυτά παραλήφθηκαν ως τεκμήρια και επιστήθηκε η προσοχή του κατηγορουμένου στο Νόμο, αυτός απάντησε «Εν κοκαΐνη 75 γραμμάρια τζαι λεφτά εν δικά μου». Ακολούθως, σε νάιλον διαφανή συσκευασία στον πάγκο της κουζίνας, εντοπίσθηκε ποσότητα κάνναβης. Επιστήθηκε η προσοχή του κατηγορουμένου στο Νόμο και αυτός απάντησε «Εν τζαι τούτο δικό μου». Με το πέρας της έρευνας, ο Α/Αστ.2793 ρώτησε τον κατηγορούμενο αν υπάρχει οτιδήποτε άλλο παράνομο στο σπίτι και αυτός απάντησε «Τούτα που ήβρατε τούτα ένι. Εμπήκατε με την άδεια μου τζαι αν είχα άλλα θα σας τα έδειχνα. Τα ναρκωτικά που ήβρατε εφύλαα τα για άλλον. Εν έσσιει τίποτε στο πατρικό μου στη [ ]. Σας το εγγυούμαι». Ακολούθησε έρευνα στο πατρικό σπίτι του κατηγορουμένου χωρίς να ανευρεθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο. Στην παρουσία του κατηγορουμένου καταμετρήθηκε, στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν., το συνολικό ποσό που εντοπίσθηκε στην κατοχή αυτού, το οποίο ανήλθε στις €13.946,70 (€946,70 κατά τη σωματική του έρευνα και €13.000 στην οικία του). Λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία παραδέχθηκε ότι συνωμότησε με άλλο πρόσωπο, το οποίο δεν ήθελε να κατονομάσει και ότι κατείχε τα ναρκωτικά και τα χρήματα που εντοπίστηκαν στην οικία του για λογαριασμό του, έναντι αμοιβής. Επίσης παραδέχθηκε ότι στις 20/02/2024 παρέλαβε την κάνναβη που εντοπίστηκε στο αυτοκίνητο που οδηγούσε κατά την ανακοπή, ως επιπρόσθετη ποσότητα για φύλαξη. Με βάση την έκθεση του Γενικού Χημείου του Κράτους, η συνολική ποσότητα της πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης που ανευρέθηκε, ανέρχεται σε 4 κιλά και 239,22 γραμμάρια. Η κοκαΐνη που ανευρέθηκε ήταν βάρους 82,91 γραμμαρίων ενώ η μεθαμφεταμίνη (MDMA) που ανευρέθηκε (που κατά τον εντοπισμό της θεωρήθηκε ως ομοιάζουσα με κοκαΐνη) ήταν βάρους 5,18 γραμμαρίων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, στην άμεση παραδοχή και απολογία του στο Δικαστήριο καθώς και στην παραδοχή και στη συνεργασία του με την Αστυνομία. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε τα επίδικα αδικήματα καθώς στον ρόλο που αυτός είχε. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και κατά την αγόρευση του προέβη σε συμπληρωματική αναφορά. Τέλος, ο κ. Λοχίας υποστήριξε ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, στο πλαίσιο της αρχής της ίσης μεταχείρισης, το ότι το πρόσωπο από το οποίο παρέλαβε ο κατηγορούμενος τα ναρκωτικά, πριν την ανακοπή του, δεν συνελήφθη ώστε να προσαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα, τα οποία παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται κατ' αρχάς από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά.

(1990)2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248). Συγκεκριμένα, για τα αδικήματα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α΄ και Β΄ προνοείται ποινή φυλάκισης 12 και 8 χρόνων αντίστοιχα, ενώ για τα αδικήματα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α΄ και Β΄ με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, προβλέπεται ποινή δια βίου φυλάκισης. Για το αδίκημα δε του καπνίσματος φυτού κάνναβης προνοείται επίσης ποινή δια βίου φυλάκισης. Στην Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240 λέχθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η χρήση των εν λόγω ουσιών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως «κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας» εφόσον τα ναρκωτικά αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού και ιδιαίτερα της νεολαίας μας. Ως δε επισημάνθηκε στην Κλεομένης v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 350, στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας ενώ είναι λυπηρή, οδυνηρή και τραγική η διαπίστωση πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφεση Αρ. 214/2021, ημερ. 19/01/2024). Τα τελευταία χρόνια διακινούνται στη χώρα μας μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών με αποτέλεσμα ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Το κοινωνικό και οικονομικό κόστος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών είναι υπερβολικό. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες που έχουν καταβληθεί για την πρόληψη και την καταστολή του παγκόσμιου αυτού φαινομένου, φαίνεται το πρόβλημα να έχει διογκωθεί και να έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Ο ρόλος των Δικαστηρίων στην καταπολέμηση και πάταξη της σύγχρονης αυτής μάστιγας είναι ουσιαστικός. Τα πιο πάνω όπως και η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων έχουν βέβαια επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο επανειλημμένα τόνισε την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους και επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η ανάγκη αυτή επισημάνθηκε και από το νέο Εφετείο (βλ. Μαυρόλουκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 74/2021 (Σχετ. Ποιν. Εφ. Αρ. 95/2021), ημερ. 31/10/2023 και Καμπίσιο κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 89-91/2023, ημερ. 13/06/2024). Η έξαρση στη χρήση των ναρκωτικών αλλά και οι δυσμενείς συνέπειες τους, ιδιαίτερα στη νεολαία μας, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/03/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110). Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται στο ύψος τους, αποτελεί λοιπόν το κύριο γνώρισμα τους (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 557). Τόσο ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/77 όσο και η σχετική νομολογία προβαίνουν σε διαφοροποίηση ως προς τη μεταχείριση των χρηστών σε αντίθεση με τους εμπόρους ναρκωτικών. Έτσι στην Beyki ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60, λέχθηκε ότι θεμελιωμένη είναι η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίο σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Η προαναφερόμενη διάκριση φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου αναφέρθηκε ότι στην περίπτωση των εμπόρων η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη εφόσον αυτοί αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής. Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, Ποιν. Έφεση Αρ. 71/2022, ημερ. 01/12/2022, μετά την επισήμανση ότι η κατάρα των ναρκωτικών έχει για τα καλά ριζώσει στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες όχι μόνο για τους παραβάτες, δυστυχώς νεαρούς, ακόμα και ανηλίκους αλλά και για την ίδια την κοινωνία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε ακόμα μια φορά ότι επιβάλλεται η επιβολή αυστηρών ποινών, ιδίως εκεί όπου η κατοχή των ναρκωτικών συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας ή με πρόθεση προμήθειας αυτών σε τρίτα πρόσωπα. Το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται τα ναρκωτικά, ως και ο ρόλος του δράστη, είναι παράγοντες βαρύνουσας σημασίας κατά τον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι μεγάλη και η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών (βλ. Esper v. Δημοκρατία
(1972)2 C.L.R. 73, Moussa v. Δημοκρατία
(1992)2 Α.Α.Δ. 320 και Μallouk v. Δημοκρατία
(2000)2 Α.Α.Δ. 711). Στο πλαίσιο επιμέτρησης της ποινής λαμβάνουμε υπόψη και την πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσεως αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 854, Μιχαήλ (ανωτέρω) και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Στην προκειμένη δέον όπως λεχθεί ότι τα επίδικα αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση, γεγονός για το οποίο έχουμε γνώση όχι μόνο μέσω της σχετικής νομολογίας αλλά και από τον μεγάλο αριθμό των υποθέσεων που αφορούν τέτοια και καταχωρούνται ενώπιον μας αλλά και στα λοιπά πρωτόδικα Δικαστήρια. Σε σχέση δε με το ύψος των ποινών έχουμε υπόψη μας ότι δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως προηγούμενων αποφάσεων. Η αναφορά σε προηγούμενη νομολογία ενδεικτική μόνο σημασία μπορεί να έχει διότι ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων. Οι προηγούμενες σχετικές αποφάσεις και προφανώς αναφερόμαστε σε αποφάσεις Ανώτερων Δικαστηρίων, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για τα συγκεκριμένα αδικήματα και δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη. Εκείνο στο οποίο οι προηγούμενες τέτοιες αποφάσεις βοηθούν είναι η παροχή κατευθυντήριων γραμμών ως προς τα όσα ένα Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη υπέρ ή εναντίον ενός κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να κρίνουν, χωρίς προδεσμεύσεις, τη συγκεκριμένη υπόθεση που τίθεται ενώπιον τους, επιβάλλοντας εκείνη την ποινή που θεωρούν εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σαμπή ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100). Να πούμε βέβαια ότι, προς διαπίστωση του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο επιμέτρησης της ποινής σε σχέση με αδικήματα όπως τα επίδικα, έχουμε μελετήσει και έχουμε υπόψη μας τη σχετική νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων. Δεν μας διαφεύγει δε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391). Κάθε υπόθεση κρίνεται λοιπόν με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της και ανάλογα με αυτά διαβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στην επιβληθείσα ποινή. Στην προκειμένη, η σοβαρότητα της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου έγκειται στο γεγονός ότι είχε στην κατοχή του τρία διαφορετικά είδη ναρκωτικών ουσιών, δύο εκ των οποίων εμπίπτουν στην Τάξη Α΄ ενώ το τρίτο στην Τάξη Β΄. Αναμφίβολα, σοβαρότερη ήταν η κατοχή εκ μέρους του και μάλιστα με σκοπό την προμήθεια, μιας πολύ μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών Τάξεως Β΄ και συγκεκριμένα 4 κιλών και 239,22 γραμμαρίων κάνναβης. Από την άλλη δεν μας διαφεύγει ότι το είδος αυτό των ναρκωτικών δεν εμπίπτει στα σκληρά ναρκωτικά. Όσον αφορά την κοκαΐνη που επίσης ο κατηγορούμενος κατείχε με σκοπό την προμήθεια, λαμβάνουμε μεν υπόψη ότι η ποσότητα της ήταν πολύ μικρότερη και δη 82,91 γραμμάρια, χωρίς όμως να παραγνωρίζουμε ότι πρόκειται για μια μη αμελητέα ποσότητα παράνομης ουσίας που εμπίπτει στα σκληρά ναρκωτικά (Τάξεως Α΄), όπως τέτοια είναι και η μεθαμφεταμίνη (MDMA) που κατείχε, η οποία όμως ήταν ακόμη λιγότερη ποσοτικά (5,18 γραμμάρια) και η κατοχή της δεν συνοδευόταν από πρόθεση προμήθειας της, κάτι που καθιστά το αντίστοιχο αδίκημα της κατηγορίας 3 μικρότερης σοβαρότητας από αυτά των κατηγοριών 1, 2, 5 και
  1. Σε σχέση δε με το ρόλο του κατηγορουμένου στη διάπραξη των αδικημάτων δέον όπως αναφερθούν τα εξής: Ο κατηγορούμενος, με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας, έδρασε για λογαριασμό τρίτου προσώπου, το οποίο ήταν και ο «ιδιοκτήτης» των ναρκωτικών που εντοπίσθηκαν στην κατοχή του, τόσο στο αυτοκίνητο που οδηγούσε όσο και στην οικία του. Ανέλαβε δε να παραλάβει τα ναρκωτικά που εντοπίσθηκαν στο αυτοκίνητο του και να τα φυλάξει, μαζί με τα υπόλοιπα που βρέθηκαν στην οικία του και ακολούθως να τα παραδώσει στο «ιδιοκτήτη» τους, έναντι αμοιβής €1.
  2. Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης και ότι στην προκειμένη εκτελούσε χρέη περιστασιακού μεταφορέα αλλά και αποθηκάριου ναρκωτικών με σκοπό όχι την εξασφάλιση κέρδους από την πώληση τέτοιων αλλά την παράδοση τους στον «ιδιοκτήτη» τους. Δεν παραγνωρίζουμε λοιπόν ότι ο κατηγορούμενος δεν θα αναμειγνυόταν στην πώληση των ναρκωτικών. Παρά ταύτα, το γεγονός ότι αποδέχθηκε να παραλάβει, να μεταφέρει και να αποθηκεύσει τα προαναφερόμενα ναρκωτικά και ιδιαίτερα τη μεγάλη ποσότητα κάνναβης, καταδεικνύει ότι ο ρόλος του δεν ήταν επουσιώδης και περιφερειακός αλλά βασικός και αναγκαίος στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, αφού χωρίς αυτόν ως ενδιάμεσο δεν θα ήταν εφικτή η περαιτέρω διακίνηση και διάδοση τους στη συνέχεια στην κοινωνία (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466). Δεν μας διαφεύγει επίσης ότι, ως έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά, πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ' ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές. Η ίδια όμως νομολογία παράλληλα επισημαίνει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ελαφρυντικό ο λόγος διακίνησης των ναρκωτικών. Αυτό διότι, ως λέχθηκε, είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα και η μόλυνση της κοινωνίας. Τα πιο πάνω λέχθηκε στην Xhaferi ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 207/2021, ημερ. 16/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, από την οποία παραθέτουμε και το ακόλουθο απόσπασμα: «Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. Στην παρούσα περίπτωση λοιπόν αυτό ακριβώς έπραξε ο Εφεσείων. Έχοντας υπό τη φύλαξη του τα ναρκωτικά σε αποθήκη της οποίας αυτός κρατούσε το κλειδί, ορθά κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι έδιδε καθοριστικής σημασίας κάλυψη στον πραγματικό ιδιοκτήτη των ναρκωτικών μέχρι τέλους, αφού δεν τον κατονόμασε. Ορθώς, επομένως, το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι ο Εφεσείων διαπράττοντας τα αδικήματα είχε κύρια συνδρομή στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα σημαντικό «χέρι βοήθειας» προφανώς σε εμπόρους τους οποίους επέλεξε να μην αποκαλύψει». Ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες και τον λόγο που ο κατηγορούμενος κατέφυγε στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, ο κ. Λοχίας στην αγόρευση του ανέφερε ουσιαστικά τα ακόλουθα: Λίγες εβδομάδες πριν τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, προσέγγισε τον κατηγορούμενο, πρόσωπο που του πωλούσε συνήθως ναρκωτικά, το οποίο γνώριζε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος. Το εν λόγω πρόσωπο εισηγήθηκε στον κατηγορούμενο, να του φυλάξει ποσότητα ναρκωτικών για μικρό χρονικό διάστημα και να του την επιστρέφει όταν θα του το υποδείκνυε εκείνος, έναντι της αμοιβής των €1.000. Ο κατηγορούμενος αρχικά ήταν πολύ διστακτικός στο να εμπλακεί σε κάτι τέτοιο και αρνήθηκε. Μετά όμως το ναυάγιο άλλης μιας ευκαιρίας εργοδότησης του, σε συνάντηση που είχε ο κατηγορούμενος, μερικές μέρες πριν τη σύλληψη του, με το προαναφερόμενο πρόσωπο, το τελευταίο του έκανε την «ίδια εισήγηση» ενώ επιπρόσθετα του υπέδειξε και τις οφειλές που είχε ο κατηγορούμενος έναντι του και σημείωσε πως με το ποσό των €1.000 θα μπορούσε να τον εξοφλήσει και να κρατήσει και ένα ποσό για τον ίδιο «ίσως έναντι της δόσης του» και δη προς εξασφάλιση ναρκωτικών (κάτι που προκύπτει από άλλο σημείο της αγόρευσης του κ. Λοχία όπου ανέφερε ότι ο «βαθμός εξάρτησης του κατηγορούμενου ήταν σημαντικός, αφού ήταν και ο λόγος που ενεπλάκη στην υπόθεση»). Ήταν υπό αυτές τις περιστάσεις που ο κατηγορούμενος δέχθηκε να διαπράξει τα αδικήματα ενώ η ως άνω αμοιβή θα του καταβαλλόταν κατά την επιστροφή των ναρκωτικών στον «ιδιοκτήτη» τους. Ως προς τα πιο πάνω δέον όπως λεχθεί ότι είναι προφανές ότι ο λόγος για τον οποίο ο κατηγορούμενος κατέφυγε στη διάπραξη των επίδικων σοβαρών αδικημάτων ήταν ουσιαστικά η αποκόμιση οικονομικού οφέλους προς εξόφληση χρέους του αλλά και κάποιου χρηματικού ποσού που θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει ο ίδιος, προς εξασφάλιση ναρκωτικών («της δόσης του»). Ο λόγος όμως αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη σοβαρή παράνομη συμπεριφορά που επέδειξε. Ο κατηγορούμενος όφειλε, προς επίλυση των οικονομικών του προβλημάτων, να συνεχίσει να αναζητά νόμιμες πηγές εσόδων για τις όποιες ανάγκες του και όχι να ενδώσει στον πειρασμό και να καταφύγει στην αποκόμιση γρήγορου οικονομικού οφέλους με την εν λόγω παράνομη δράση του. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 15, «αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου». Είναι προφανές στην προκειμένη ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε να εμπλακεί στη σοβαρή αυτή υπόθεση, προς εξασφάλιση οικονομικού οφέλους, παραγνωρίζοντας τις συνέπειες που θα είχαν οι πράξεις του στους συνανθρώπους του, στους οποίους τελικά θα κατέληγαν τα ναρκωτικά και ιδιαίτερα σε νέους ανθρώπους. Η θέση δε του κ. Λοχία ότι ο κατηγορούμενος «Έκδηλα παρασύρθηκε στη διάπραξη του αδικήματος από πρόσωπο δυνάμενο να ασκήσει επιρροή σε αυτόν», δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα και εξηγούμε. Δεν μας διαφεύγει ότι ο κατηγορούμενος είχε κάποιο χρέος στο πρόσωπο που του προμήθευε ναρκωτικά. Αυτό όμως από μόνο του δεν καθιστά το εν λόγω πρόσωπο δυνάμενο να ασκήσει επιρροή στον κατηγορούμενο. Κανένα δε άλλο στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον μας που να καταδεικνύει την ύπαρξη επιρροής στο πλαίσιο της προαναφερόμενης σχέσης τους. Από τα όσα δε ο ίδιος ο συνήγορος Υπεράσπισης έθεσε ενώπιον μας, δεν προκύπτει ότι το εν λόγω πρόσωπο προέβη σε οποιουδήποτε είδους πίεση ή απειλή έναντι του κατηγορουμένου προς εξόφληση του εν λόγω χρέους (για το οποίο μάλιστα δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ως προς το ύψος) αλλά μόνο σε «εισηγήσεις». Ήταν λοιπόν τελικά απόφαση του ίδιου του κατηγορουμένου, για τους λόγους που παρατέθηκαν ανωτέρω, οι οποίοι καταδεικνύουν την ύπαρξη κινήτρου εκ μέρους του προς εξασφάλιση προσωπικού οικονομικού οφέλους (τέτοιο αποτελεί και η εξόφληση οποιουδήποτε είδους χρέους), να προβεί στη διάπραξη των σοβαρών επίδικων αδικημάτων. Σε κάθε περίπτωση δέον όπως λεχθεί ότι ως υποδεικνύει η σχετική νομολογία, συνθήκες ως οι προαναφερόμενες, υπό τις οποίες δηλαδή ο κατηγορούμενος ενεπλάκη στη διακίνηση και φύλαξη των ναρκωτικών, είναι οριακής σημασίας σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις όσον αφορά τον καθορισμό της ποινής. Αυτό καθότι, ως έχει σημειωθεί από τη σχετική νομολογία, η πείρα καταδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συνήθως συνεργάτες άτομα ευάλωτα, με ειδικά προβλήματα, που έχουν κάποια ανάγκη, όπως ο κατηγορούμενος στην προκειμένη. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί όμως να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου (βλ. Marius v. Δημοκρατίας
(2015)2Α Α.Α.Δ 397). Ο κ. Λοχίας, στην αγόρευση του (ως εν τέλει την περιόρισε) υποστήριξε επίσης ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη προς όφελος του πελάτη του, στο πλαίσιο της αρχής της ίσης μεταχείρισης των αδικοπραγούντων, ότι το πρόσωπο που παρέδωσε στον κατηγορούμενο τα ναρκωτικά (στην περιοχή Μουτταγιάκας) δεν προσήχθη ενώπιον Δικαστηρίου για να τιμωρηθεί, με αποτέλεσμα τιμωρία να υποστεί μόνο ο κατηγορούμενος. Η θέση αυτή, σύμφωνα πάντα με τα όσα υποστήριξε ο κ. Λοχίας (τα βάσισε στα γεγονότα που αναφέρονται στην κατάθεση του Λοχ.3031 Χ. Χριστοφόρου - Τεκμήριο Α), εδράζεται στο ότι η Αστυνομία επέδειξε αδράνεια, με αποτέλεσμα να μην καταστεί εφικτή η ανακοπή και η σύλληψη του εν λόγω προσώπου και κατ' επέκταση η προσαγωγή του στο Δικαστήριο. H αρχή της ισότητας ενώπιον της Δικαιοσύνης καθιερώνεται ως θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου από το άρθρο 28
(1)του Συντάγματος και ασφαλώς εφαρμόζεται και στο πλαίσιο της τιμωρίας σε ποινικές υποθέσεις. Στο πλαίσιο αυτό αποτελεί υποχρέωση των Δικαστηρίων να μεταχειρίζονται με ομοιόμορφο τρόπο όλους που βρίσκονται στην ίδια ουσιαστικά θέση (βλ. Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 67, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 251 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 79/2019, ημερ. 27/4/2021, ECLI:CY:AD:2021:B173). Η μη δίωξη ενός των συνεργών δεν αναιρεί το έγκλημα ούτε απαλλάσσει το Δικαστήριο από την υποχρέωση επιβολής της πρέπουσας ποινής στους συνεργούς που καταδικάζονται. Επενεργεί όμως ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής ώστε, με την απάμβλυνση της ανισοσκέλειας στη μεταχείριση των παραβατών, να μετριάζεται το αίσθημα αδικίας το οποίο αναπόφευκτα προκαλεί η άνιση μεταχείριση. Η ισότητα στη μεταχείριση έχει ως λόγο την προσαγωγή ενώπιον της Δικαιοσύνης και την τιμωρία όλων που συνήργησαν στο έγκλημα. Εφόσον η δίωξη των παραβατών είναι εκτός του ελέγχου των δικαστικών αρχών, η παράλειψη δίωξης ενός από αυτούς λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας μετριαστικός της ποινής των υπολοίπων προς απάμβλυνση του αισθήματος αδικίας που δημιουργεί η άνιση μεταχείριση και προστασία του κοινού περί δικαίου αισθήματος (βλ. Κάττου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 498). Ως δε διευκρινίσθηκε στην Xiaojin κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ 104, η μη δίωξη συνεργού αποτελεί μετριαστικό παράγοντα στο πλαίσιο της ίσης μεταχείρισης μόνο όπου οφείλεται σε ευνοϊκή μεταχείριση του παραβάτη από την κατηγορούσα αρχή (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104). Προς εξέταση της ως άνω θέσης δέον όπως γίνει αναφορά στα σχετικά με το θέμα γεγονότα. Σύμφωνα λοιπόν με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας (τα παραθέτουμε ανωτέρω), στις 20/02/2024 λήφθηκε πληροφορία ότι ο κατηγορούμενος ασχολείται με την εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και ότι την ίδια ημέρα θα παραλάμβανε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών. Την ίδια ημέρα το όχημα Α θεάθηκε να εξέρχεται από το χωριό Κελλάκι και αφού τέθηκε υπό παρακολούθηση, εισήλθε σε ανοικτό χώρο στην περιοχή Μουτταγιάκας και συναντήθηκε με μικρό όχημα σκούρου χρώματος, για το οποίο δεν έγινε κατορθωτό να ληφθούν άλλες λεπτομέρειες λόγω του σκότους. Ακολούθησε καταδίωξη του οχήματος Α και λίγο αργότερα ανακόπηκε, οπόταν διαπιστώθηκε ότι οδηγός του ήταν ο κατηγορούμενος. Στο Τεκμήριο Α, δηλαδή την κατάθεση του Λοχ.3031, η οποία κατατέθηκε εκ συμφώνου για τα γεγονότα που παραθέτει, προς εξέταση της ως άνω θέσης, αναφέρεται ότι περί ώρα 16:50 το όχημα Α (που σύμφωνα με την πληροφορία χρησιμοποιούσε για τις μετακινήσεις του ο κατηγορούμενος), έφυγε από το Κελλάκι, κατευθύνθηκε προς τη Λεμεσό, όπου αφού περιφέρθηκε στον παραλιακό, η ώρα 19:11, ο Λοχ.3031 το είδε να εισέρχεται σε χωράφι απέναντι από το Κ-CINEPLEX στη Μουτταγιάκα, όπου βρίσκονταν ήδη σταθμευμένα άλλα αυτοκίνητα. Εκεί ο Λοχ.3031 είδε το όχημα Α να προσεγγίζει και να σταματά δίπλα από ένα άλλο αυτοκίνητο μικρό σκούρου χρώματος, το οποίο ήταν ήδη σταθμευμένο στο σημείο, με αναμμένα τα φώτα του. Ο Λοχ.3031 δεν μπορούσε να δει τους αριθμούς εγγραφής ή τη μάρκα του εν λόγω αυτοκινήτου. Τότε ο Λοχ.3031 ενημέρωσε σχετικά την υπόλοιπη ομάδα μέσω ασυρμάτου και αφού προχώρησε, προσπάθησε να εγκατασταθεί σε σημείο όπου θα μπορούσε να έχει οπτική επαφή. Τότε είδε το όχημα Α να εξέρχεται από το χωράφι, να εισέρχεται στον δρόμο και να κατευθύνεται προς Μουτταγιάκα. Ο Λοχ.3031 το ακολούθησε, δίνοντας ταυτόχρονα οδηγίες στην υπόλοιπη ομάδα για ανακοπή και έλεγχο του. Αφού ο Λοχ.3031 συνέχισε να το παρακολουθεί, η ώρα 19:20 με τη βοήθεια συναδέλφων του, ανέκοψαν το όχημα Α και διαπίστωσαν ότι οδηγός του ήταν ο κατηγορούμενος. Ως δε συμπληρωματικά ανάφερε η κα Τιμοθέου, δεν έγινε οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση προς εντοπισμό του άλλου αυτοκινήτου δίπλα από το οποίο σταμάτησε προηγουμένως το όχημα Α στη Μουτταγιάκα. Από τα πιο πάνω γεγονότα προκύπτει ότι η Αστυνομία, λόγω του σκότους που επικρατούσε κατά τον χρόνο συνάντησης του οχήματος Α (που οδηγούσε ο κατηγορούμενος) με το άλλο αυτοκίνητο, δεν μπόρεσε να λάβει στοιχεία ταυτοποίησης του τελευταίου όπως αριθμούς εγγραφής ή μάρκα, ώστε να μπορέσει αργότερα να εντοπίσει το αυτοκίνητο και κατ' επέκταση το πρόσωπο που το οδηγούσε. Όταν δε ο Λοχ.3031 προσπάθησε να εγκατασταθεί σε σημείο όπου θα μπορούσε να έχει οπτική επαφή, είδε το όχημα Α να εξέρχεται από το χωράφι, να εισέρχεται στον δρόμο και να κατευθύνεται προς Μουτταγιάκα. Εδώ να λεχθεί ότι δεν τέθηκε ενώπιον μας οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι τα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν., που έκαναν την παρακολούθηση αντιλήφθηκαν τον κατηγορούμενο να παραλαμβάνει τα ναρκωτικά από το αυτοκίνητο με το οποίο συναντήθηκε. Ήταν ως εκ τούτου λογικό υπό τις περιστάσεις, στη συνέχεια τα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. να συνεχίσουν την παρακολούθηση του οχήματος Α, κάτι που έπραξε ο Λοχ.3031 βλέποντας το να αναχωρεί από το σημείο, οπόταν έδωσε οδηγίες στην υπόλοιπη ομάδα για ανακοπή και έλεγχο του. Δεν μας διαφεύγει ότι, ως είπε ο κ. Λοχίας, περί τις 19:00, της 20/02/2024, τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο το άτομο που θα του παρέδιδε τα ναρκωτικά και του ζήτησε να εισέλθει στο προαναφερόμενο χωράφι όπου και θα τον περίμενε καθώς και ότι όταν κατέφθασε ο κατηγορούμενος, είδε το πρόσωπο με το οποίο μιλούσε στο τηλέφωνο, διαπίστωσε πως ήταν άλλο πρόσωπο με το οποίο είχε συναντηθεί την προηγούμενη, άγνωστο του και αρνήθηκε να παραλάβει τα ναρκωτικά, ωστόσο αφού το εν λόγω πρόσωπο τον διαβεβαίωσε πως όλα ήταν εντάξει, κατέβηκε από το όχημα και τοποθέτησε τα ναρκωτικά στο μέρος όπου εντοπίστηκαν από την Αστυνομία. Η συνάντηση αυτή διήρκησε περίπου 2 λεπτά. Τα πιο πάνω όμως δεν ήταν υπόψη της Αστυνομίας, πριν τα αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση ο κατηγορούμενος. Συνεπώς κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή της συνάντησης αυτού και της παραλαβής των ναρκωτικών από το άλλο πρόσωπο, αυτά δεν ήταν στην αντίληψη της Αστυνομίας, ώστε να ενεργήσει προς σύλληψη του άλλου προσώπου. Περαιτέρω, κανένα άλλο στοιχείο ή μαρτυρία που να οδηγεί στην αποκάλυψη της ταυτότητας του εν λόγω προσώπου, δεν προκύπτει να τέθηκε στη συνέχεια υπόψη της Αστυνομίας, ώστε να οδηγήσει έστω μεταγενέστερα στη σύλληψη του. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αδράνεια της Αστυνομίας να δράσει προς την κατεύθυνση αυτή. Κατ' επέκταση κρίνεται ότι δεν τίθεται θέμα άνισης μεταχείρισης του κατηγορουμένου σε σχέση με το πρόσωπο από το οποίο παρέλαβε τα ναρκωτικά, ώστε αυτός ο παράγοντας να διαδραματίσει τον ρόλο που του αποδίδει η νομολογία, στο πλαίσιο επιμέτρησης της ποινής. Στο σημείο αυτό δέον όπως λεχθεί ότι δεν μας διαφεύγει ότι τα Δικαστήρια, στα πλαίσια της εξατομίκευσης μιας ποινής, δεν βασίζονται μόνο στη σοβαρότητα ενός αδικήματος και στην προβλεπόμενη ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές και λοιπές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου. Σε καμία περίπτωση δεν μειώνεται λοιπόν η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245 αυτό ισχύει ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Παράλληλα διατηρούμε κατά νου και δεν μας διαφεύγει, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του Νόμου ή να αναιρεί τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής, που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R. 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Προς όφελος του κατηγορουμένου, πέραν των όσων σχετικών λέχθηκαν ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τα λοιπά που τέθηκαν ενώπιον μας. Κατ' αρχάς λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, το οποίο σε συνάρτηση με την ηλικία του (52 ετών) και τον πρότερο έντιμο βίο του, αποτελούν στοιχεία που του δίδουν το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 525 και Αριστοδήμου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017 ημερ. 21/09/2017), ECLI:CY:AD:2017:D311. Περαιτέρω, προς όφελος του λαμβάνουμε υπόψη την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο και την απολογία του, ως αυτή εκφράστηκε μέσω του συνηγόρου του, στοιχεία που καταδεικνύουν τη μεταμέλεια του. Ως προς τούτο να λεχθεί ότι πέραν του ότι με τη στάση του αυτή εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28), έχουμε πάντα υπόψη μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμοίβεται με έκπτωση στην ποινή καθότι πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας του κατηγορουμένου, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. G. Piki, Sentencing in Cyprus, (2nd ed.) σελ. 65-66). Άλλα στοιχεία που λαμβάνουμε υπόψη, ως καταδεικνύοντα τη μεταμέλεια του κατηγορουμένου, είναι η άμεση παραδοχή του στην Αστυνομία και η συνεργασία που επέδειξε κατά τον χρόνο αμέσως μετά την ανακοπή του οχήματος του, κατά την έρευνα που ακολούθησε στο όχημα του και στον ίδιο και λίγο αργότερα κατά τη σύλληψη του (βλ. Mbakoub v. Δημοκρατίας
(2015)2Α Α.Α.Δ. 119 και Πισσάς ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 229/2016, ημερ. 14/03/2018). Στο ίδιο πλαίσιο λαμβάνουμε επίσης υπόψη τη συνεργασία που επέδειξε, μετά τη σύλληψη του, με τη συγκατάθεση του στο να ερευνηθούν τόσο η οικία στην οποία διέμενε, όπου ανευρέθηκαν και άλλες ποσότητες ναρκωτικών, όσο και η πατρική του οικία, στην οποία δεν ανευρέθηκε οτιδήποτε το παράνομο. Με την εν λόγω συνεργασία του, ο κατηγορούμενος διευκόλυνε τις αστυνομικές αρχές στη διερεύνηση της υπόθεσης, στην έκταση βεβαίως που αφορούσε μόνο τη δική του εμπλοκή και ρόλο, αφού δεν κατονόμασε το άτομο το οποίο ήταν ο «ιδιοκτήτης» των ναρκωτικών. Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι σε υποθέσεις ναρκωτικών, ως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή δεν πρέπει να υπερτιμάται εφόσον τέτοιας φύσεως παράνομη συμπεριφορά δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με άλλες περιπτώσεις παραβατικής συμπεριφοράς. Περαιτέρω, δεν μας διαφεύγει ούτε ότι σύμφωνα με τη νομολογία, με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος κατελήφθη επ' αυτοφώρω να κατέχει τα ναρκωτικά που εντοπίστηκαν στο αυτοκίνητο του μετά την ανακοπή του, η παραδοχή του ως προς τούτα είναι μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατία
(2012)2 Α.Α.Δ. 318). Από την άλλη όμως, δεν παραγνωρίζουμε ότι η παραδοχή έχει τη σημασία της, ακόμα και σε τέτοιες περιπτώσεις, ως απτό στοιχείο της μεταμέλειας του (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2015)2 A.A.Δ. 424). Επίσης λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου, η απουσία οποιωνδήποτε παραγόντων που καθιστούν τα αδικήματα που διέπραξε ιδιαίτερα σοβαρά, εν τη εννοία του άρθρου 30
(4)(α)του Νόμου 29/77, γεγονός που τα καθιστά ολιγότερο σοβαρά (βλ. άρθρο 30
(4)(β)(vιι)). Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και λοιπές συνθήκες του κατηγορουμένου, ως αυτές φαίνονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στα όσα συμπληρωματικά ανέφερε ο κ. Λοχίας και ιδιαίτερα ότι ο κατηγορούμενος: · Είναι 52 ετών, άγαμος και άτεκνος. · Όταν ήταν ανήλικος, ο πατέρας του, όντας ναυτικός, απουσίαζε για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Όταν ο πατέρας του επέστρεψε μόνιμα στην Κύπρο, εργαζόταν στις οικοδομές και αργότερα ως εργοδηγός σε γεωτρύπανα, είχε δε συχνές εκρήξεις θυμού και γινόταν βίαιος σε αρκετές περιπτώσεις για ασήμαντα θέματα, ασκώντας σωματική και ψυχολογική βία στον κατηγορούμενο και στα αδέλφια του σχεδόν επί καθημερινής βάσεως. Η μητέρα του κατηγορουμένου, 76 ετών σήμερα, δεν είχε τη δύναμη να αποτρέπει τη βία που ασκούσε ο σύζυγος της, η δε οικονομική κατάσταση της οικογένειας ήταν δύσκολη και τα παιδιά μεγάλωσαν με σημαντικούς περιορισμούς. · Όταν ήταν στην ηλικία των 10 - 14 ετών, παράλληλα με το σχολείο, βοηθούσε τη μητέρα του στην εργασία της. Στη συνέχεια, ενώ ήταν ακόμα μαθητής, εργαζόταν Σαββατοκύριακα και καλοκαίρια ως σερβιτόρος σε εστιατόρια. · Σε ηλικία 18 ετών αποφοίτησε από τον Κλάδο Τορναδόρων της Α΄ Τεχνικής Σχολής Λεμεσού και δύο χρόνια αργότερα, αφού υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία, εργάστηκε ως τορναδόρος για 15 περίπου χρόνια, όχι σε συνεχή βάση. Περί το 1994 παρακολούθησε ταχύρρυθμα μαθήματα μαγειρικής και εργάστηκε για 2 - 3 χρόνια ως μάγειρας σε ξενοδοχεία. Από το 2000 άρχισε να εργάζεται ως μπάρμαν σε νυκτερινά μαγαζιά και μπυραρίες. Μετά το ξέσπασμα της πανδημίας του κορωνοϊού το 2020, βρέθηκε εκτός εργασίας και σε οικονομική αστάθεια. Απασχολείτο περιστασιακά με διάφορες χειρωνακτικές εργασίες, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να ολοκληρώσει τις εργασίες κατασκευής του σπιτιού του, το οποίο μέχρι τότε ήταν ημιτελές και για το οποίο είχε δάνειο ύψους €30.000. Επίσης κατά καιρούς ασχολείτο με εισαγωγές από την Κίνα για λογαριασμό τρίτων προσώπων, εξασφαλίζοντας κάποια εισοδήματα μέσω προμήθειας. Πριν τη σύλληψη του κατέβαλλε προσπάθειες εξεύρεσης σταθερής εργασίας μέσω της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης. · Ο πατέρας του κατηγορουμένου, το 2012 διαγνώστηκε με καρκίνο στους πνεύμονες και άρχισε χημειοθεραπείες προς περιορισμό της μετάστασης του και ο κατηγορούμενος διακατείχετο από διάφορα δύσκολα συναισθήματα βλέποντας τον πατέρα του να αργοπεθαίνει για περίοδο 5 ½ χρόνων μέχρι το 2018 που αποβίωσε. Ο κατηγορούμενος, παρά τα ελαττώματα του πατέρα του, τον αγαπούσε πολύ, αλλά ούτε στο τέλος της ζωής του, ο πατέρας του μπόρεσε να του εκφράσει την αγάπη του, λόγω του ιδιόρρυθμου χαρακτήρα του. Αυτό οδήγησε σε σημαντική συναισθηματική αναταραχή του κατηγορουμένου και μέχρι σήμερα αποφεύγει να συζητά για εκείνη την περίοδο της ζωής του. · Από την ηλικία των 26 ετών περίπου, άρχισε αραιή χρήση κάνναβης και περί το 2018 μετά που απεβιώσε ο πατέρας του έγινε καθημερινός χρήστης κάνναβης ενώ περαιτέρω έγινε περιστασιακός χρήστης κοκαΐνης και χαπιών MDMA. · Χαίρει εκτίμησης και αγάπης από τα τρία αδέρφια του και βάφτισε από ένα παιδί τους. Ο κατηγορούμενος ήταν από τα πρώτα άτομα που έδωσε δείγμα μυελού των οστών για ένα εξ αυτών των παιδιών που αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας, το οποίο δυστυχώς απεβίωσε σε ηλικία 9 ετών, γεγονός που συντάραξε όλη την οικογένεια, συμπεριλαμβανομένου του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη ότι πριν την κράτηση του στις Κεντρικές Φυλακές στο πλαίσιο της παρούσας, ο κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών και ότι από το χρονικό σημείο που παραμένει υπόδικος στα πλαίσια της παρούσας καταβάλλει σημαντικές προσπάθειες για να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά και απέχει από τη χρήση ναρκωτικών (βλ. Γιαννακάκης ν. Αστυνομίας
(2016)2(Α) Α.Α.Δ. 364). Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπομνήσουμε, ότι σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη, σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη και η εξατομίκευση έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσουν ή να αποδυναμώσουν τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας και τη συναφή αντιμετώπιση των σοβαρότατων συνεπειών που προκύπτουν για αυτήν και ιδίως για νέους ανθρώπους, από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (βλ. Μιχαήλ (ανωτέρω), Abe ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου
(2016)2Α Α.Α.Δ. 423). Αφού εξετάσαμε και λάβαμε λοιπόν υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που εκθέσαμε ανωτέρω αλλά και την ανάγκη για αποτροπή, που επιβάλλουν η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και ιδιαίτερα αυτά των κατηγοριών 2 και 6 και κατόπιν συνυπολογισμού αυτών και στάθμισης όλων των σχετικών παραγόντων, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές στην παρούσα είναι αναπόφευκτα αυτές της φυλάκισης. Ως εκ των άνω επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: § Στην κατηγορία 2: ποινή φυλάκισης 2 ετών. § Στην κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 3 μηνών. § Στην κατηγορία 6: ποινή φυλάκισης 6 ετών. § Στην κατηγορία 8: ποινή φυλάκισης 1 μηνός. Στις κατηγορίες 1 και 5 δεν επιβάλλεται ποινή διότι τα γεγονότα αυτών εμπεριέχονται στα γεγονότα των κατηγοριών 2 και 6 αντίστοιχα, στις οποίες έχουμε ήδη επιβάλει ποινή (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34). Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και η περίοδος έκτισης τους, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση για την παρούσα, δηλαδή από τις 29/02/2024. Αναφορικά με τα τεκμήρια της υπόθεσης: § Τα νάιλον σακούλια που περιέχουν ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης, τα σακούλια σκουπιδιών, τα δακτυλικά αποτυπώματα και τα παρειακά επιχρίσματα του κατηγορουμένου να κατασχεθούν και να καταστραφούν. § Τα κινητά τηλέφωνα να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. § Το χρηματικό ποσό των €946,70 να επιστραφεί στο νόμιμο δικαιούχο του. Όσον αφορά το ποσό των €13.000, η κα Τιμοθέου ζήτησε όπως αυτό δημευθεί. Ο κ. Λοχίας, συμφώνησε ότι αυτό υπόκειται σε δήμευση εφόσον, ως είπε, πρόκειται για ποσό που δεν ανήκει στον κατηγορούμενο αλλά στο πρόσωπο στο οποίο ανήκαν τα ναρκωτικά που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου. Ενόψει των ανωτέρω κρίνουμε ότι το εν λόγω ποσό των €13.000 σχετίζεται με τα επίδικα αδικήματα και ως εκ τούτου, ασκώντας την εξουσία που μας παρέχει το άρθρο 31 του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, διατάσσουμε όπως αυτό δημευθεί και κατατεθεί στα Δημόσια Ταμεία. (Υπ.) ................. Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................... Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.