ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. ΣΤΕΛΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 14444/23, 13/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, Α.E.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14444/23 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν.
- ΣΤΕΛΙΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
- ΑΝΔΡΕΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 13/09/2024 Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Αριστείδης με κα Λ. Σίγαρ. Για τον Κατηγορούμενο 1: κα Ι. Νεοφύτου. Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Ε. Ευσταθίου. Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού δύο κατηγορίες φόνου εκ προμελέτης (κατηγορίες 1 και 2) και μια κατηγορία τραυματισμού (κατηγορία 3). Η ακροαματική διαδικασία έχει αρχίσει και μέχρι σήμερα έχει ολοκληρωθεί η μαρτυρία 11 μαρτύρων κατηγορίας. Κατά την κυρίως εξέταση της Μ.Κ.12, στις 11/09/2024, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε από την εν λόγω μάρτυρα να δει τις φωτογραφίες 4 και 5 του Τεκμηρίου 55 (πρόκειται για βιβλιάριο φωτογραφιών) και να πει εάν αναγνωρίζει οποιοδήποτε πρόσωπο. Αυτό προσέκρουσε στην ένσταση της συνηγόρου του κατηγορουμένου 1, η οποία, υποστηρίζοντας κατ' ουσία ότι επιχειρείται αναγνώριση για πρώτη φορά κατηγορουμένου στο εδώλιο, ζήτησε όπως μην επιτραπεί η ερώτηση. Πιο συγκεκριμένα η κα Νεοφύτου ανέφερε ότι οι ανακριτικές αρχές δεν τήρησαν, κατά το ανακριτικό στάδιο, σε σχέση με τη συγκεκριμένη μάρτυρα, τις πρόνοιες της Αστυνομικής Διάταξης 3/8 που αφορά τις αναγνωριστικές μεθόδους που πρέπει να εφαρμόζει η Αστυνομία για την εξακρίβωση της ταυτότητας άγνωστων προσώπων αφού δεν διεξήχθη αναγνωριστική παράταξη, δεν έγινε αναγνώριση του δράστη μέσω φωτογραφιών και δεν ετοιμάστηκε οποιοδήποτε σκίτσο. Πρόσθεσε δε ότι το γεγονός ότι επιχειρείται να γίνει αναγνώριση κατηγορουμένου για πρώτη φορά στο εδώλιο, δεν εξυπακούει τον αποκλεισμό τέτοιας μαρτυρίας. Επιτρέπεται όμως, ως είπε, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι οποίες δεν συντρέχουν στην παρούσα. Επισήμανε δε ότι η κάθε υπόθεση πρέπει να εξετάζεται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Περαιτέρω, η κα Νεοφύτου υποστήριξε ότι στην προκειμένη η υπό αναφορά μαρτυρία είναι καθοριστική για την υπόθεση και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο η αποδοχή της ενδέχεται να επηρεάσει το δικαίωμα του κατηγορουμένου 1 για δίκαιη δίκη. Ήταν τέλος η θέση της συνηγόρου υπεράσπισης ότι τέτοια μαρτυρία θα προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό στα δικαιώματα του κατηγορουμένου 1, ο οποίος είναι μεγαλύτερος από την αποδεικτική της αξία. Αντίθετη ήταν η θέση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία αποδέχθηκε μεν ότι δεν προηγήθηκαν, κατά το ανακριτικό στάδιο, οποιεσδήποτε από τις προαναφερόμενες διαδικασίες αναγνώρισης σε σχέση με τη συγκεκριμένη μάρτυρα (είπε δε ότι θα ακολουθήσει μαρτυρία που θα εξηγεί τους λόγους), αλλά υποστήριξε κατ' ουσία ότι δεν τυγχάνουν εφαρμογής τα νομολογηθέντα αναφορικά με την, για πρώτη φορά, αναγνώριση κατηγορουμένου στο εδώλιο, καθότι δεν πρόκειται για τέτοια περίπτωση. Πιο συγκεκριμένα, η κα Σίγαρ επισήμανε ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν βρίσκεται στην αίθουσα του Δικαστηρίου και ότι αυτό που επιχειρείται είναι να αναφέρει εάν αναγνωρίζει ή όχι κάποια πρόσωπα από το συγκεκριμένο τεκμήριο και ενώ οι κατηγορούμενοι δεν βρίσκονται στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Περαιτέρω, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, προφανώς διαζευκτικά, υποστήριξε ότι παρά το ότι η αναγνώριση κατηγορουμένου στο εδώλιο δεν είναι επιθυμητή, εντούτοις δεν είναι απαγορευτική και κάτω από περιστάσεις μπορεί να είναι αποδεκτή. Ήταν τέλος η θέση της κας Σίγαρ ότι η ερώτηση πρέπει να επιτραπεί και ότι η όποια μαρτυρία προκύψει θα τύχει κατάλληλης αξιολόγησης στο τέλος της δίκης καθώς και ότι η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας δεν παραβιάζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου 1 σε δίκαιη δίκη. Εδώ να πούμε ότι τα πιο πάνω αποτελούν σύνοψη των εκατέρωθεν θέσεων, τις οποίες έχουμε βέβαια μελετήσει με προσοχή στο σύνολο τους. Η για πρώτη φορά αναγνώριση του παραβάτη κατά την ακροαματική διαδικασία, καθ' ον χρόνο βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου (γνωστή στην αγγλική νομολογία με τον όρο «dock identification») θεωρείτο γενικώς ως μη επιθυμητή και σε παλαιότερες αγγλικές αποφάσεις είχε λεχθεί ότι δεν έπρεπε να επιτρέπεται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η εν λόγω προσέγγιση εδράζεται στο ότι η αναγνώριση ενός κατηγορουμένου για πρώτη φορά ενώ βρίσκεται στο εδώλιο εμπεριέχει εγγενείς κινδύνους καθότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα, ο μάρτυρας από τον οποίο ζητείται να αναγνωρίσει τον δράστη, αυτόματα να συμπεράνει ότι το πρόσωπο που ήδη βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου, είναι ο δράστης της παράνομης ενέργειας και κατ' επέκταση η αναγνώριση να είναι λανθασμένη. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Holland v H.M. Advocate
(2005)UKPC D1: «. the positive disadvantages of an identification carried out when the accused is sitting in the dock between security guards: the implication that the prosecution is asserting that he is a perpetrator is plain for all to see. When a witness is invited to identify the perpetrator in court, there must be a considerable risk that his evidence will be influenced by seeing accused sitting in the dock in this way. So a dock identification can be criticized in two complementary respects: not only does it lack the safeguards that are offered by an identification parade, but the accused's position in the dock positively increases the risk of a wrong identification». Ενόψει δε των ως άνω κινδύνων, στην Αγγλία, ο Γενικός Εισαγγελέας («A-G») και ο Διευθυντής Δημοσίων Διώξεων («DPP»), το 1976 δεσμεύτηκαν ότι σε υποθέσεις, οι οποίες δικάζονται βάση κατηγορητηρίου («on indictment»), η Κατηγορούσα Αρχή δεν θα καλεί μάρτυρα να αναγνωρίσει κατηγορούμενο στο εδώλιο, τον οποίο δεν αναγνώρισε προηγουμένως σε αναγνωριστική παράταξη εκτός εάν η παρουσία του μάρτυρα στην αναγνωριστική παράταξη δεν ήταν αναγκαία ή ήταν μη πρακτική ή εκεί όπου υπήρχαν εξαιρετικές περιστάσεις (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2024 παρ. F19.6). Ως έχει προαναφερθεί, σύμφωνα με παλαιότερη νομολογία τέτοια αναγνώριση μπορούσε να επιτραπεί μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Ως τέτοιες κρίθηκαν η περίπτωση που ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη (βλ. R. v. John [1973] Crim. L.R. 113), που ο μάρτυρας λόγω ασθένειας δεν αναγνώρισε προηγουμένως τον κατηγορούμενο (βλ. Caird
(1970)54 Cr. App. R. 499) καθώς και εκεί που οι κατηγορούμενοι ήταν μέλη μιας εθνικής μειονότητας και άλλα μέλη της κοινότητας ήταν διστακτικά στο να βοηθήσουν την Αστυνομία με αποτέλεσμα να μην μπορεί η Αστυνομία να βρει αρκετούς άντρες όμοιους στην εμφάνιση για να διεξάγει αναγνωριστική παράταξη. Περίπτωση πρακτικής αδυναμίας υπήρξε και όταν ο σωματότυπος και τα φυσικά χαρακτηριστικά του παραβάτη ήταν τέτοια που καθιστούσαν αδύνατη την πραγματοποίηση αναγνωριστικής παράταξης ή άλλων νομικά αποδεκτών μέσων αναγνώρισης του (βλ. R. v. Hunter [1969] Crim. L.R. 262). Πιο πρόσφατη νομολογία επισημαίνει ωστόσο, ότι τέτοια αναγνώριση δεν συνιστά αφ' εαυτής μη αποδεκτή μαρτυρία, ούτε η αποδοχή της γίνεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάζει κατά πόσο η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας ενδέχεται να επηρεάσει τη δίκαιη δίκη του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η Tido v. R.
(2011)2 Cr. App. R. 23, όπου τονίζεται μεταξύ άλλων ότι το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και ότι η μαρτυρία αυτή επιτρέπεται όχι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις αλλά και σε άλλες περιπτώσεις, νοουμένου ότι δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του κατηγορούμενου για δίκαιη δίκη. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω υπόθεση: «
- The board therefore considers that it is important to make clear that a dock identification is not inadmissible evidence per se and that the admission of such evidence is not to be regarded as permissible in only the most exceptional circumstances. A trial judge will always need to consider, however, whether the admission of such testimony, particularly where it is the first occasion on which the accused is purportedly identified, should be permitted on the basis that its admission might imperil the fair trial of the accused. Where it is decided that the evidence may be admitted, it will always be necessary to give the jury careful directions as to the dangers of relying on that evidence and in particular to warn them of the disadvantages to the accused of having been denied the opportunity of participating in an identification parade, if indeed he has been deprived of that opportunity. In such circumstances the judge should draw directly to the attention of the jury that the possibility of an inconclusive result to an identification parade, if it had materialised, could have been deployed on the accused's behalf to cast doubt on the accuracy of any subsequent identification. The jury should also be reminded of the obvious danger that a defendant occupying the dock might automatically be assumed by even a well-intentioned eye-witness to be the person who had committed the crime with which he or she was charged». Ως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 στην παρ. F18.16, η ως άνω παρατεθείσα δέσμευση του Γενικού Εισαγγελέα και του Διευθυντή Δημοσίων Διώξεων («A-G» και «DPP» στην Αγγλία το 1976) αποτελεί δήλωση πολιτικής παρά κανόνα δικαίου και η αναγνώριση κατηγορουμένου στο εδώλιο αποτελεί νομικά αποδεκτή μαρτυρία, υποκείμενη σε αποκλεισμό από το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση διακριτικής ευχέρειας είτε δυνάμει νόμου είτε του κοινοδικαίου. H μαρτυρία αναγνώρισης κατηγορουμένου στο εδώλιο είναι λοιπόν νομικώς αποδεκτή - επιτρεπτή (legally admissible) και η αποδοχή ή όχι τέτοιας μαρτυρίας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο προς άσκηση της λαμβάνει υπόψη όλα τα σχετικά δεδομένα και περιστάσεις της συγκεκριμένης πάντα υπόθεσης. Για παράδειγμα η μαρτυρία που αφορά την αναγνώριση του κατηγορουμένου, ενώ αυτός βρίσκεται στο εδώλιο, μπορεί να υποστηρίζεται και από άλλη μαρτυρία, από πραγματική μαρτυρία ή από τη μαρτυρία κάποιου τρίτου προσώπου ή προσώπων, που ήταν παρόντα στη σκηνή κατά τον επίδικο χρόνο. Πέραν τούτου, λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ο μάρτυρας είδε το δράστη, κατά πόσο τον είδε για μια στιγμή ή για περισσότερο χρόνο, την απόσταση που τους χώριζε, τον φωτισμό και όλους αυτούς τους παράγοντες που περιγράφονται αναλυτικά στην R. v. Turnbull [1976] 3 All.E.R.
- Η υπεράσπιση διατηρεί φυσικά το δικαίωμα να αντεξετάσει τον μάρτυρα όσον αφορά την αναγνώριση και να αμφισβητήσει τη μαρτυρία του, περιλαμβανομένης της ικανότητας του να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο, ως το δράστη της παράνομης ενέργειας. Συνεπώς δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας που να απαγορεύει την αναγνώριση του κατηγορουμένου για πρώτη φορά στο εδώλιο και να αποκλείει τέτοια μαρτυρία (βλ. R. v. Horsham JJ. ex p. Buckari [1982] 74 Cr. App. R. 291). Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται δε προς αποκλεισμό τέτοιας μαρτυρίας σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι ο δυσμενής επηρεασμό που θα επιφέρει στον κατηγορούμενο είναι μεγαλύτερος από την αποδεικτική της αξία (βλ. R. v. Horsham JJ. ex p. Buckari
(1982)74 Cr. App. R. 291). Ως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2024 στην παρ. F19.6, τέτοια αναγνώριση δεν είναι αυτή καθ' αυτή άδικη («unfair per se») και το κατά πόσο επηρεάζει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη εξαρτάται από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. και Holland και Tido ανωτέρω και Young v. The State [2008] UKPC 27). Πρέπει εδώ να λεχθεί ότι πράγματι η συνήθης πρακτική είναι να παρουσιάζεται μαρτυρία αναγνώρισης του παραβάτη ενός αδικήματος, η οποία λαμβάνεται εκτός Δικαστηρίου κατά το ανακριτικό έργο, με τη χρήση νομικά αποδεκτών μέσων όπως η διενέργεια αναγνωριστικής παράταξης ή η επίδειξη φωτογραφιών. Οι σχετικές όμως Αστυνομικές διατάξεις Α.Δ.3/8, οι οποίες αφορούν τις διάφορες μεθόδους αναγνώρισης, δεν αποτελούν κανόνα δικαίου με την έννοια ότι δημιουργούν υποχρέωση στην Αστυνομία να ακολουθεί κάποια μέθοδο αναγνώρισης σε κάθε υπόθεση. Ως αναφέρεται στην Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160 οι εν λόγω διατάξεις είναι προσαρμοσμένες προς και απηχούν τις αρχές της νομολογίας ως προς την παραδεκτή διαδικασία για την αναγνώριση προσώπων, μέσω φωτογραφιών ή αναγνωριστικής παράταξης και με αυτές σκοπείται η διασφάλιση της αξιοπιστίας της αναγνώρισης και η αποφυγή σφαλμάτων τα οποία διαφορετικά είναι δύσκολο να αποτραπούν. Με άλλα λόγια οι διατάξεις αυτές αποτελούν οδηγίες προς τους αστυνομικούς ώστε να γίνεται ορθά και αξιόπιστα η σχετική διαδικασία όταν και εφόσον επιλεγεί να γίνει τέτοια. Η τελική όμως κρίση επί του θέματος εναπόκειται ασφαλώς στο Δικαστήριο το οποίο αποφασίζει λαμβάνοντας υπόψην όλα τα δεδομένα. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι αποτελεί ένα θέμα η αποδοχή της κατάθεσης μαρτυρίας αναγνώρισης και άλλο θέμα η όποια αποδεικτική αξία και βαρύτητα τυχόν της αποδοθεί στο στάδιο αξιολόγησης της σε περίπτωση που επιτραπεί η παρουσίαση της. Σε περίπτωση αποδοχής τέτοιας μαρτυρίας το Δικαστήριο, κατά την αξιολόγησης της, στο τέλος της δίκης, υπενθυμίζει και προειδοποιεί τον εαυτό του για τους κινδύνους που υπάρχουν αναφορικά με μαρτυρία αναγνώρισης και τις πιθανές αδυναμίες τέτοιας, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία (βλ. Turnbull ανωτέρω). Τα πιο πάνω υιοθετήθηκαν ουσιαστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο μας στην Τουμάζου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 166/16, ημερ. 05/10/2018, απ' όπου και το ακόλουθο απόσπασμα: «Οι πρόδηλοι κίνδυνοι (βλ. Holland v. HM Advocate [2005] UKPC D 1) αναγνώρισης για πρώτη φορά του κατηγορούμενου όταν αυτός βρίσκεται στο εδώλιο («αναγνώριση στο εδώλιο», «dock identification»), χωρίς να έχει προηγηθεί αναγνωριστική παράταξη, έχουν οδηγήσει από πολλού το κοινό δίκαιο στο να θεωρήσει την αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας ανεπιθύμητη (R v. Cartwright, 10 Cr. App. R. 219, CCA). Προκειμένου δε για την εκδίκαση σοβαρών ποινικών υποθέσεων (που στην Αγγλία κατατάσσονται ως «offences triable on indictment»), ακολουθήθηκε από τα Δικαστήρια απαγορευτική πρακτική (Fergus
(1993)98 Cr. App. R. 313). Mε δήλωση δε, πολιτικής από το 1976 του Γενικού Εισαγγελέα και του αρμόδιου τμήματος δημόσιων ποινικών διώξεων (Department of PublicProsecution), σε τέτοιες σοβαρές υποθέσεις, κατά κανόνα δεν καλούνται μάρτυρες προς αναγνώριση του κατηγορούμενου χωρίς να έχει προηγηθεί αναγνώριση του στα πλαίσια αναγνωριστικής παράταξης (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2015, F19.6). Έγινε όμως έκτοτε σαφές ότι η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας δεν παραβιάζει per se την έννοια της δίκαιης δίκης, εκτός υπό εξαιρετικές περιστάσεις. Είναι ζήτημα που εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης, (Holland, ανωτέρω, Tido v. The Queen [2011] 2 Cr. App. R. 23, PC). Άλλο βεβαίως, σε δεύτερο στάδιο, είναι το ζήτημα της βαρύτητας που θα της αποδοθεί». Στην ίδια υπόθεση γίνεται αναφορά και στη διάκριση που υπάρχει όσον αφορά τις περιπτώσεις αδικημάτων ήσσονης σοβαρότητας (που στην Αγγλία κατατάσσονται ως «summary offences» και εκδικάζονται από τα Magistrates' Courts), όπου ως αναφέρεται, υιοθετήθηκε τελικά στην Barnes v. Chief Constable of Durham [1997] 2 Cr. App. R. 505, DC, πιο ελαστική προσέγγιση. Στο σημείο αυτό δέον όπως επισημάνουμε ότι τα πιο πάνω ισχύουν στην περίπτωση που επιχειρείται να γίνει αναγνώριση προσώπου που δεν ήταν γνωστό στον μάρτυρα πριν το εκάστοτε επίδικο επεισόδιο (οπόταν γίνεται λόγος για «identification») και όχι στην περίπτωση αναγνώρισης γνωστού του προσώπου (οπόταν γίνεται λόγος για «recognition») (βλ. Blackstone's Criminal Practice 2024 παρ. F19.7). Στην τελευταία περίπτωση δεν τίθεται κατά κανόνα θέμα επίδειξης στον μάρτυρα φωτογραφιών ή διενέργειας αναγνωριστικής παράταξης, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.ά.
(2010)2 Α.Α.Δ. 94). Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω θα εξετάσουμε στη συνέχεια την ένσταση που εγείρεται στην παρούσα, υπό το φως πάντοτε των εκατέρωθεν θέσεων και επιχειρημάτων. Ως έχει προαναφερθεί το όλο θέμα εξετάζεται πάντα λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών δεδομένων και περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Θα μας απασχολήσει εν πρώτοις το κατά πόσο η υπό εξέταση περίπτωση αποτελεί περίπτωση αναγνώρισης κατηγορουμένου για πρώτη φορά ενώ αυτός βρίσκεται στο εδώλιο. Από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μας προκύπτουν σχετικά τα ακόλουθα: Η υπό αναφορά μάρτυρας (Μ.Κ.12), στην κατάθεση της ημερ. 02/07/2023 (Τεκμήριο 65 την οποία υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέταση της), περιγράφει τι είδε και διαπίστωσε κατά τον επίδικο χρόνο, στον επίδικο χώρο. Πρόκειται για ένα περιστατικό που δεν ήταν στιγμιαίο αλλά διήρκησε κάποιο χρόνο. Στο πλαίσιο αυτό, όσον αφορά τα πρόσωπα που είδε, αναφέρεται σε γνωστά της πρόσωπα, κατονομάζοντας τα αλλά και σε άγνωστα της πρόσωπα, τα οποία αναφέρει με κάποια χαρακτηριστικά, διαφορετικά για το καθένα («ένα φαλακρό άνδρα μαζί με ένα άλλον άνδρα ο οποίος είχε μαλλιά», τους οποίους στη συνέχεια αναφέρει ως ο «κκέλης» και «τζίνος με τα μαλλιά») και για τα οποία αναφέρει ότι διενήργησαν διάφορες πράξεις, σχετικές με τα επίδικα αδικήματα. Στο τέλος της εν λόγω κατάθεσης της αναφέρει ότι «Τούτον τον κκέλη τζαι τούτον με τα μαλλιά δεν τους ξαναείδα μπροστά μου τζαι ούτε τους ξέρω αλλά μπορώ να τους αναγνωρίσω σε περίπτωση που τους ξαναδώ». Είναι δε αναντίλεκτο ότι, σε σχέση με την υπό αναφορά μάρτυρα, δεν προηγήθηκαν, κατά το ανακριτικό στάδιο, οποιεσδήποτε διαδικασίες αναγνώρισης, όπως αναγνωριστική παράταξη, επίδειξη φωτογραφιών ή άλλη τέτοια νόμιμη διαδικασία σε σχέση με οποιαδήποτε άγνωστα πρόσωπα είδε κατά το επίδικο περιστατικό. Με δεδομένο ότι δεν τέθηκε άλλη σχετική για το θέμα μαρτυρία, ούτε και αναφέρθηκε κάτι σχετικό, είναι άγνωστος ο λόγος που αυτό δεν έγινε. Η Μ.Κ.12, η οποία είναι, ως προκύπτει από τα πιο πάνω, αυτόπτης μάρτυρας στην υπόθεση, κατόπιν εγκρίσεως αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής, διατάχθηκε από το Δικαστήριο όπως θεωρηθεί ως μάρτυρας που χρήζει βοηθείας δυνάμει του περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου 95(Ι)/
- Περαιτέρω διατάχθηκαν τα ακόλουθα: · Η εν λόγω μάρτυρας να δώσει ολόκληρη τη μαρτυρία της ευρισκόμενη εκτός της αίθουσας του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα σε άλλη αίθουσα ή δωμάτιο του Δικαστηρίου με το οποίο υπάρχει, μέσω κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης, οπτική και ακουστική σύνδεση. · Η εν λόγω μάρτυρας, μέσω του κλειστού κυκλώματος, θα είναι ορατή και θα ακούγεται από την αίθουσα του Δικαστηρίου, από το Δικαστήριο, τους συνήγορους υπεράσπισης και τους ίδιους τους κατηγορούμενους. · Η εν λόγω μάρτυρας μέσω του ίδιου κλειστού κυκλώματος θα βλέπει όλους τους πιο πάνω εντός της αίθουσας, πλην των κατηγορουμένων. Είναι δε σε συμφωνία με το πιο πάνω διάταγμα που άρχισε η Μ.Κ.12 να δίδει τη μαρτυρία της, εβρισκόμενη δηλαδή όχι στην αίθουσα του Δικαστηρίου αλλά σε άλλο δωμάτιο του Δικαστηρίου, μέσω δηλαδή κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης και χωρίς να μπορεί να βλέπει τους κατηγορουμένους, οι οποίοι να σημειωθεί ότι για να μπορεί τεχνικά να γίνει αυτό (ώστε δηλαδή να μην τους βλέπει η Μ.Κ.12) δεν κάθονται στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Εκείνο δε που ζητείται από τη μάρτυρα με την υπό κρίση ερώτηση, δεν είναι να αναγνωρίσει οποιοδήποτε πρόσωπο βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου ή στην αίθουσα του Δικαστηρίου αλλά εάν αναγνωρίζει κάποιο από τα, πέραν του ενός, πρόσωπα που απεικονίζονται στις φωτογραφίες 4 και 5 του Τεκμηρίου
- Να λεχθεί δε ότι σύμφωνα με την ως τώρα τεθείσα μαρτυρία, στο εν λόγω Τεκμήριο περιέχονται φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τη διεξαγωγή αρκετών αναγνωριστικών παρατάξεων, κατά το ανακριτικό στάδιο της παρούσας υπόθεσης (βλ. μαρτυρία Μ.Κ.7). Είναι λοιπόν εμφανές από τα πιο πάνω ότι δεν ζητείται από τη Μ.Κ.12 να προβεί σε αναγνώριση του τύπου αναγνώρισης κατηγορουμένου ενώ αυτός βρίσκεται στο εδώλιο. Κατ' επέκταση κρίνεται ότι δεν είναι περίπτωση όπου τυγχάνουν εφαρμογής οι ως άνω αναφερόμενες για το θέμα νομολογιακές αρχές. Να υπομνησθεί δε ότι οι αρχές αυτές ουσιαστικά τέθηκαν για να εξαλείψουν τον κίνδυνο που εμπεριέχει τέτοια αναγνώριση και δη αυτή να είναι λανθασμένη εκ του ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο μάρτυρας από τον οποίο ζητείται να αναγνωρίσει τον δράστη, αυτόματα να συμπεράνει ότι το πρόσωπο που ήδη βρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου, είναι ο δράστης της παράνομης ενέργειας. Τέτοιος όμως κίνδυνος στην παρούσα, ενόψει των περιστάσεων υπό τις οποίες διεξάγεται η διαδικασία της ένορκης κατάθεσης της Μ.Κ.12 στο Δικαστήριο (την περιγράψαμε πιο πάνω), δεν υπάρχει. Σε κάθε περίπτωση, να λεχθεί ότι, ως προκύπτει από τα προαναφερόμενα, το γεγονός ότι σε σχέση με την υπό αναφορά μάρτυρα δεν διεξήχθη οποιαδήποτε διαδικασία αναγνώρισης ή η επίδειξη φωτογραφιών, κατά το ανακριτικό στάδιο, δεν οδηγεί αυτόματα σε αποκλεισμό σχετικής μαρτυρίας που επιχειρείται να κατατεθεί κατά την ακροαματική διαδικασία. Δεν έχει δε τεθεί και δεν έχουμε υπόψη μας οποιοδήποτε απαγορευτικό κανόνα ή αρχή που να εμποδίζει την Κατηγορούσα Αρχή να εισάξει μαρτυρία με τον τρόπο που επιχειρείται. Η αποδοχή δε τέτοια μαρτυρίας στον παρόν στάδιο ασφαλώς δεν δεσμεύει το Δικαστήριο ως προς το πως αυτή θα αξιολογηθεί και τη βαρύτητα που θα της δοθεί, κάτι που θα κριθεί στο τέλος της υπόθεσης, όσον αφορά και οποιοδήποτε θέμα εγερθεί σε σχέση με την αναγνώριση προσώπων κατά το επίδικο περιστατικό. Πέραν τούτου η υπεράσπιση δεν χάνει το δικαίωμα της να εγείρει τέτοιο θέμα και να αντεξετάσει σχετικά τη Μ.Κ.
- Δεν προκύπτει δε από τα όσα έχουν τεθεί, ότι η αποδοχή τέτοιας μαρτυρίας προκαλεί στον κατηγορούμενο 1 οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό που να είναι μεγαλύτερος από την αποδεικτική αξία της εν λόγω μαρτυρίας, ούτε και ότι παραβιάζει αυτόματα το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Ως προς τα πιο πάνω δέον όπως λεχθεί, ότι πέραν της γενικής αναφοράς της κας Νεοφύτου, δεν διευκρινίσθηκε ούτε πως κάτι τέτοιο επηρεάζει δυσμενώς τον κατηγορούμενο 1, ούτε πως παραβιάζει το δικαίωμα του για δίκαιη δίκη. Σε κάθε περίπτωση, να επαναλάβουμε ότι η μαρτυρία αυτή θα αξιολογηθεί στο τέλος, μαζί με το σύνολο της μαρτυρίας, υπό το φως πάντοτε και της αντεξέτασης της Μ.Κ.12 και θα συνεκτιμηθεί μαζί με όλους τους παράγοντες, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τη δίκαιη δίκη. Καταληκτικά, για όλους τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω κρίνουμε ότι η ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται και η ερώτηση επιτρέπεται. (Υπ.) ............... Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................. Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο