Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Α. Ζ., Αρ. Υπόθεσης:10105/2021, 20/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χριστοδουλίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:10105/2021 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν Α. Ζ. Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 20 Δεκεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Κ. Χριστοφή μαζί με κ Π. Αβρααμίδη Για Κατηγορούμενο: κ Σ. Αλβάνης Κατηγορούμενος: παρών Τελική Απόφαση (Δοθείσα αυθημερόν) Ο κατηγορούμενος, στη βάση του υπό κρίση κατηγορητηρίου, αντιμετώπιζε αρχικά δύο κατηγορίες αφορώσες το αδίκημα της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (1η κατηγορία) και της άσκησης βίας στην οικογένεια, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)
(4)του Ν.119(Ι)/2000 (2η κατηγορία). Συγκεκριμένα, βάσει των λεπτομερειών αδικήματος των ως άνω κατηγοριών, κατηγορείται ότι στις 21/10/2020 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, (α) προκάλεσε στην πρώην σύζυγό του, Σ. Ν., από τη Λεμεσό, τρόμο, απειλώντας τη με βία, δηλαδή απευθυνόμενος σε πρόσωπο άγνωστο προς την κατηγορούσα αρχή, εκστόμισε τη φράση «Μεν σε κόφτει ρε μαλάκα εννά την σκοτώσω τζιαι εννά τη θάψω» έτσι ώστε να ακουστεί από την προαναφερόμενη, η οποία βρισκόταν σε πολύ κοντινή απόσταση από τον κατηγορούμενο και (β) άσκησε βία στην οικογένειά του, δηλαδή επέδειξε συμπεριφορά με την οποία προκλήθηκε άμεσα ψυχική βλάβη στην πρώην σύζυγό του. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή στις ως άνω κατηγορίες με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Η μαρτυρία, από πλευράς κατηγορούσας αρχής, συνοψίσθηκε στην απόφαση που εκδόθηκε στις 16/12/2024 στα πλαίσια του εκ πρώτης όψεως σταδίου, σχετικό απόσπασμα από την οποία παραθέτω κατωτέρω αυτούσιο: «Προς απόδειξη δε της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κλήθηκαν 2 μάρτυρες, ήτοι η Σ. Ν., παραπονούμενη, ως Μ.Κ.1 και ο Α/Αστ.2163, Χ. Γεωργίου, ως Μ.Κ.
- Κατατέθηκαν δε συνολικά 3 τεκμήρια. Κατωτέρω, καταγράφεται συνοπτικά η τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από μέρους της κατηγορούσας αρχής για σκοπούς της παρούσας. Τονίζεται, ότι οι πιο κάτω αναφορές στα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας συνιστούν μόνο μια συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας τους η οποία γίνεται για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν συμπεράσματα του Δικαστηρίου αλλά ούτε διατύπωση ευρημάτων, συνεπεία λεπτομερούς αξιολόγησης της μαρτυρίας των, αφού αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για τέτοια διεργασία. Η Μ.Κ.1, ήτοι η παραπονούμενη, για σκοπούς της κυρίως εξέτασής της υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της ημερομηνίας 21/10/2020, Τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα. Με τον κατηγορούμενο, με τον οποίον απέκτησε δύο τέκνα, είναι πρώην σύζυγοι με την ίδια να έχει αναλάβει τη φύλαξη και φροντίδα των τέκνων των και τον κατηγορούμενο να διατηρεί δικαίωμα επικοινωνίας με αυτά, βάσει σχετικού διατάγματος που εξεδόθη. Αντιμετωπίζει δε διάφορα προβλήματα με τον κατηγορούμενο, ο οποίος σε μια περίπτωση έκαψε το αυτοκίνητό της, με την ίδια να καταγγέλλει το γεγονός στην αστυνομία κάτι το οποίο οδήγησε στο να καταχωριστεί σχετική ποινική υπόθεση εναντίον του, η οποία εκδικάστηκε. Στις 21/10/2020, βάσει του σχετικού διατάγματος επικοινωνίας, ο κατηγορούμενος μετέβη στην οικία της για να δει την ανήλικη θυγατέρα των. Η ίδια βρισκόταν στην μπροστινή βεράντα και άπλωνε ρούχα οπόταν και διέκρινε ότι μαζί με τον κατηγορούμενο βρισκόταν ακόμα ένα πρόσωπο, άγνωστο προς την ίδια, το οποίο και της φάνηκε ότι ήταν ανήλικο. Μόλις η θυγατέρα της κατέβηκε για να δει τον κατηγορούμενο αμέσως επέστρεψε πίσω στην οικία των αναφέροντας στη μάρτυρα ότι δεν ήθελε να πάει με τον κατηγορούμενο γιατί αυτός είχε μαζί του έναν άγνωστο άνδρα. Τότε, η μάρτυρας την παρακίνησε να πάει λέγοντάς της ότι θα έμενε και η ίδια στη βεράντα για να μπορεί να τους παρακολουθεί, ως και έπραξε, φωνάζοντας στον κατηγορούμενο όπως την επόμενη φορά που θα μετέβαινε στην οικία της για να δει τα ανήλικα, να μεριμνούσε να έχει μαζί του μάσκα. Μετά από δέκα λεπτά περίπου ο κατηγορούμενος μαζί με τον άγνωστο άνδρα αποχώρησαν και η θυγατέρα των ανέβηκε εκ νέου πάνω στην οικία των. Μετά δε την πάροδο πέντε περίπου λεπτών και ενώ η ίδια βρισκόταν ακόμα πάνω στη βεράντα απλώνοντας τα ρούχα αντιλήφθηκε τον κατηγορούμενο να κινείται προς την οικία της συνοδευόμενος από τρία ακόμα πρόσωπα, τα οποία επίσης της ήσαν άγνωστα. Ένα δε εκ των εν λόγω προσώπων απευθυνόμενος στο πρόσωπό της, είπε «ήντα που θωρείς ρα μαλακισμένη» με την ίδια όμως να μην απαντά οτιδήποτε και να παίρνει το τηλέφωνο για να καλέσει την αστυνομία. Προτού όμως προλάβει να πράξει τούτο άκουσε το εν λόγω πρόσωπο να λέει «εν μπορώ ρε μαλακά εννά την σπάσω» και ακολούθως τον κατηγορούμενο να του απαντά «μεν σε κόφτει ρε μαλάκα, εννά την σκοτώσω τζιαι εννά τη θάψω». Και πάλι η μάρτυρας δεν απάντησε οτιδήποτε ενώ στη συνέχεια εισήλθε εντός της οικίας της και κάλεσε την αστυνομία ενώ μέχρι να ολοκληρώσει το τηλεφώνημα ο κατηγορούμενος μαζί με τους υπόλοιπους που τον συνόδευαν είχαν ήδη αποχωρήσει από το μέρος. Τα όσα δε έλαβαν χώρα έγιναν στην παρουσία του πατέρα της, ο οποίος διαμένει στο ισόγειο και βρισκόταν τη δεδομένη στιγμή πάνω στη βεράντα του. Η ίδια επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου καθότι τον θεωρεί επικίνδυνο, αφού στο παρελθόν έκαψε το αυτοκίνητό της. Συμπληρωματικά των πιο πάνω, η μάρτυρας προφορικά, ανέφερε ότι ακούγοντας την απειλή που εκστόμισε ο κατηγορούμενος φοβήθηκε καθότι δεν είχε περάσει πολύς χρόνος από το περιστατικό που αυτός της έκαψε το αυτοκίνητο και τη χτύπησε. Αντεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι με την απειλή του κατηγορούμενου ένιωσε φόβο για τα ανήλικα της τέκνα, την οικία της και τα πρόσωπα που διαμένουν εκεί αφού δεν μπορεί να γνωρίζει τί σκέφτεται ο κατηγορούμενος και τί είναι ικανός να πράξει. Η ίδια του έδωσε πάρα πολλές ευκαιρίες για να συμμορφωθεί, κατόπιν δικής του παράκλησης, χωρίς όμως τούτο να γίνεται πράξη ενώ τα πρόσωπα με τα οποία συσχετίζεται η ίδια δεν τα θεωρεί «νορμάλ» αφού συνήθως αυτά είναι ανήλικα. Ήτο δε ο ισχυρισμός της ότι μόλις άκουσε τη φράση που εκστόμισε ο κατηγορούμενος πήρε αμέσως την αστυνομία εξηγώντας ότι δεν έφτασε σε βαθμό λιποθυμίας από τον φόβο καθότι έπρεπε να είναι δυνατή για τα ανήλικα της τέκνα διευκρινίζοντας περαιτέρω ότι καμία ψυχική βλάβη δεν της δημιουργήθηκε από την εν λόγω συμπεριφορά του κατηγορούμενου, πέραν της ενόχλησης που ένιωσε και εξακολουθεί να νιώθει ένεκα της συμπεριφοράς του. Εξήγησε περαιτέρω ότι κατά τους ουσιώδεις χρόνους η ίδια βρισκόταν στη βεράντα της οικίας της όχι για να παρακολουθήσει τον κατηγορούμενο αλλά γιατί άπλωνε τα ρούχα της μπουγάδας. Η απόσταση που είχε ο κατηγορούμενος και το άλλο πρόσωπο, με το οποίο είχαν τη συζήτηση για το πρόσωπό της, ήταν σχετικά κοντινή, καθότι αυτοί βρίσκονταν δίπλα από το σπίτι της γειτόνισσάς της, με αμφότερους να επιδιώκουν να ακουστούν, αφού τόνιζαν τις λέξεις που εκστόμιζαν προφανώς για να δημιουργήσουν πρόβλημα, εξ ου και η ίδια απευθύνθηκε στην αστυνομία. Διευκρίνισε δε ότι αφού ο κατηγορούμενος εκστόμισε τη φράση που αφορούσε το πρόσωπό της η ίδια συνέχισε με το άπλωμα των ρούχων. Ακολούθως, εξήγησε ότι την πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος μετέβη στην οικία της συνοδεία ενός προσώπου ήταν έξω στη βεράντα ενώ στη συνέχεια, όταν αντιλήφθηκε αυτόν να επιστρέφει με ακόμα τρία άτομα, έκρινε λογικό, να εισέλθει εντός της οικίας της. Αρνήθηκε δε ότι δεν φοβήθηκε από τη φράση που εκστόμισε ο κατηγορούμενος επαναλαμβάνοντας ότι η αντίδρασή της ήταν να καλέσει την αστυνομία. Ο Μ.Κ.2, εξεταστής της υπόθεσης, για σκοπούς της κυρίως εξέτασής του, επίσης υιοθέτησε την κατάθεσή του, ημερομηνίας 22/10/2020, Τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρεται ότι υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού και είναι τοποθετημένος στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού στο Κλιμάκιο Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια. Στις 22/10/2020, στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης άσκησης ψυχολογικής βίας, έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο, αφού τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διερευνούσε εναντίον του και του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στον Νόμο. Συμπληρωματικά των πιο πάνω, ο μάρτυρας προχώρησε στην κατάθεση, ως Τεκμήριο 3, της ανακριτικής κατάθεσης που έλαβε από τον κατηγορούμενο στην οποία αυτός αρνήθηκε τα όσα η παραπονούμενη του καταλογίζει αναφέροντας ότι πέραν του ότι αυτός μετέβη στην οικία της για να δει την ανήλικη θυγατέρα των, συνοδευόμενος από κάποιο ανήλικο πρόσωπο που είχε συναντήσει στη γειτονιά, τα όσα κατήγγειλε η παραπονούμενη δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι ο ίδιος δεν έχει προσωπική γνώση των όσων η παραπονούμενη κατήγγειλε ότι έπραξε έναντί της ο κατηγορούμενος ενώ όσον αφορά το τρίτο πρόσωπο που κατ' ισχυρισμό βρισκόταν μαζί με τον τελευταίο και στο οποίο ο κατηγορούμενος απηύθυνε την απειλή προς το πρόσωπο της παραπονούμενης ανέφερε ότι έγιναν εξετάσεις για εντοπισμό του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τούτο, διότι η παραπονούμενη δεν ήταν σε θέση να δώσει οιαδήποτε στοιχεία για εντοπισμό του ενώ πρόσωπα τα οποία διέμεναν στη γειτονιά δεν επιθυμούσαν να δώσουν κατάθεση. Ως περαιτέρω ανέφερε ο μάρτυρας λήφθηκε κατάθεση από τον πατέρα της παραπονούμενης, ο οποίος κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήτο παρών στο καταγγελλόμενο επεισόδιο, και ο οποίος μπορεί να κληθεί στο Δικαστήριο για να δώσει τη δική του εκδοχή. Όσον αφορά το κατά πόσο η παραπονούμενη παραπέμφθηκε σε ψυχολόγο ή όχι ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τούτο, καθότι δεν ήτο αυτός που έλαβε κατάθεση από αυτήν, ενώ διερχόμενος του φακέλου σημείωσε ότι δεν εντοπίζει οιαδήποτε ιατρική έκθεση αναφορικά με την ψυχική κατάσταση της παραπονούμενης. Συμπλήρωσε όμως ο μάρτυρας ότι η παραπονούμενη ήταν αρκετά φοβισμένη όταν μετέβη για να καταγγείλει το επίμαχο περιστατικό.» Με την ενδιάμεση απόφαση της 16/12/2024 το Δικαστήριο έκρινε, για τους λόγους που αναφέρονται σε εκείνη την απόφαση, ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετούσε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου στη 2η κατηγορία, με αποτέλεσμα αυτός να αθωωθεί και να απαλλαγεί από την εν λόγω κατηγορία. Κάλεσε δε αυτόν σε απολογία στην 1η κατηγορία. Αφού λοιπόν εξηγήθηκαν στον κατηγορούμενο τα δικαιώματά του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός επέλεξε να προβεί, ως είχε κάθε δικαίωμα, σε ανώμοτη δήλωση ενώ δεν κάλεσε οιουσδήποτε μάρτυρες προς υπεράσπισή του. Ο κατηγορούμενος, δια της ανώμοτης δήλωσής του παρέπεμψε στα όσα σχετικά καταγράφονται στην ανακριτική του κατάθεση δηλώνοντας αθώος ισχυριζόμενος ότι τα όσα του καταλογίζει η παραπονούμενη ότι έπραξε κατά τους ουσιώδεις χρόνους αποτελούν ψευδή κατασκευάσματά της. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης από την υπεράσπιση οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε αγορεύσεις παραπέμποντας το Δικαστήριο στην ενώπιόν του μαρτυρία με τον συνήγορο υπεράσπισης να καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την υπόθεση λόγω της αναξιοπιστίας της μαρτυρίας που προσκομίστηκε και κατ' επέκταση τη μη στοιχειοθέτηση των συστατικών στοιχείων του επίδικου αδικήματος. Δεν παραθέτω αυτολεξεί καθετί που ειπώθηκε, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι δεν έχω μελετήσει με προσοχή τα όσα έθεσαν οι συνήγοροι. Όπου κριθεί αναγκαίο θα κάνω ιδιαίτερη αναφορά στα όσα υποστήριξαν δια των αγορεύσεών τους στο κατάλληλο σημείο έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 176/2018, ημερομηνίας 11/01/2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Αξιολόγηση μαρτυρίας Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Έχοντας ως γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ κατωτέρω σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κρίνω ορθότερο να ξεκινήσω την αξιολόγηση της μαρτυρίας με τον Μ.Κ.2 δεδομένου ότι αυτός ήταν τυπικός μάρτυρας επί των ενεργειών του και επί της διαδικασίας και ο οποίος ουδεμία σχέση ή γνώση είχε με το επίδικο περιστατικό, με τη μαρτυρία του να μην έχει ουσιαστικά αμφισβητηθεί. Ο Μ.Κ.2, ήτοι ο εξεταστής της υπόθεσης, αναφέρθηκε στις ενέργειες στις οποίες προέβη στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης μετά τη λήψη της καταγγελίας από την παραπονούμενη, Μ.Κ.1, οι οποίες ουσιαστικά περιορίστηκαν στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο. Ως δε περαιτέρω ανέφερε έγιναν προσπάθειες εντοπισμού του προσώπου με το οποίο ο κατηγορούμενος είχε μεταβεί στην οικία της Μ.Κ.1 και στο οποίο απηύθυνε την ισχυριζόμενη απειλή που αφορούσε το πρόσωπο της τελευταίας, εξηγώντας ότι τούτο δεν κατέστη εφικτό καθότι η Μ.Κ.1 δεν γνώριζε το εν λόγω πρόσωπο και επομένως δεν μπορούσε να δώσει οιαδήποτε στοιχεία για ταυτοποίησή του ενώ ουδείς εκ των κατοίκων της περιοχής ήθελε να εμπλακεί δίδοντας σχετική μαρτυρία. Ήτο δε σαφής ότι ο ίδιος ουδεμία προσωπική γνώση έχει των όσων διαμείφθηκαν μεταξύ των μερών κατά τους ουσιώδεις χρόνους ενώ δεν γνωρίζει κατά πόσο η Μ.Κ.1 παραπέμφθηκε σε ψυχολογική αξιολόγηση, αφού δεν είναι το πρόσωπο το οποίο της έλαβε κατάθεση. Τα όσα ανάφερε ο εν λόγω μάρτυρας κρίνω ότι ήταν ειλικρινή ενώ δεν φάνηκε να γνώριζε σε προσωπικό επίπεδο οιοδήποτε εκ των εμπλεκόμενων μερών και ούτε διαφάνηκε να έχει οιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Επρόκειτο δηλαδή για ανεξάρτητο μάρτυρα ο οποίος μαρτύρησε καθηκόντως ως προς το πώς αντιλήφθηκε τα πράγματα και περιέγραψε πειστικά τον ρόλο και την έκταση της ανάμειξής του στη διερεύνηση της υπόθεσης. Εν γένει, η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από ευθείς και λεπτομερείς απαντήσεις χωρίς διάθεση υπεκφυγής. Των πιο πάνω λεχθέντων δεν διέφυγε της προσοχής του Δικαστηρίου ότι τέθηκε, συγκεκαλυμμένα, στον μάρτυρα η θέση περί πλημμελούς διερεύνησης της υπόθεσης καθότι, ως υποβλήθηκε, δεν μερίμνησε να εντοπίσει το πρόσωπο που ήτο μαζί με τον κατηγορούμενο, για να διαπιστώσει κατά πόσο οι ισχυρισμοί της παραπονούμενης επιβεβαιώνονται ή όχι. Πέραν του ότι η θέση αυτή απορρίφθηκε κατηγορηματικά από τον μάρτυρα, ο οποίος και ήτο σαφής ότι καθηκόντως προέβη σε ενέργειες για εξασφάλιση μαρτυρίας που θα καθιστούσε ικανό τον εντοπισμό του εν λόγω προσώπου, σημειώνεται ότι η περί αντιθέτου υποβαλλόμενη θέση της υπεράσπισης παρέμεινε έωλη και αστήριχτη αφού η υπεράσπιση καμία μαρτυρία παρουσίασε που να αντικρούει τα όσα σχετικά ανέφερε ο μάρτυρας ή που να καταδεικνύει ότι ήτο εφικτός ο εντοπισμός του εν λόγω προσώπου. Εν πάση δε περιπτώσει, σημειώνεται ότι τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.2 περί το ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν άγνωστο στη Μ.Κ.1 συνάδει και με τη μαρτυρία της τελευταίας, ενώ επιπρόσθετα δέον να σημειωθεί ότι ούτε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος, μέσω της ανακριτικής του κατάθεσης, ήτο σε θέση να δώσει οιαδήποτε στοιχεία, πέραν του ονόματος ενός προσώπου που συνόδευσε αυτόν κατά την πρώτη του μετάβαση στην οικία της Μ.Κ.1, χωρίς όμως να δίδει οιαδήποτε άλλα στοιχεία που να μπορούν να οδηγήσουν σε ταυτοποίησή του. Εκ του περισσού δε σημειώνεται ότι το πρόσωπο το οποίο ο κατηγορούμενος ανέφερε ανακρινόμενος ότι συνόδευσε αυτόν στην οικία της Μ.Κ.1 ποσώς συνδέθηκε με το πρόσωπο που σύμφωνα με τη Μ.Κ.1 ήτο μαζί του κατά τη δεύτερη μετάβασή του στην οικία της, οπόταν και έλαβε χώρα το επίμαχο περιστατικό, και επομένως ούτε και τα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε θα μπορούσε βάσιμα να επιχειρηματολογηθεί ότι ήσαν βοηθητικά για τον εντοπισμό του προσώπου που η Μ.Κ.1 ανέφερε στην κατάθεσή της. Παρά τα πιο πάνω δέον να σημειωθεί ότι, το μόνο μέρος της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 το οποίο δεν μπορεί να γίνει αποδεχτό, είναι αυτό που θέλει τον ίδιο να έχει αντιληφθεί τη Μ.Κ.1, κατά τη μετάβασή της στην αστυνομία, να είναι φοβισμένη. Η εν λόγω όμως θέση του μάρτυρα έρχεται σε αντίθεση με τη σαφή του θέση ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει κατά πόσο η Μ.Κ.1 παραπέμφθηκε, μετά την καταγγελία, σε ψυχολογική αξιολόγηση, καθότι δεν ήτο το πρόσωπο το οποίο της είχε λάβει κατάθεση. Ποσώς δε εξήγησε ο μάρτυρας, αφού δεν ήτο παρών κατά τη λήψη της κατάθεσής της Μ.Κ.1, όταν αυτή μετέβη στον αστυνομικό σταθμό για να καταγγείλει το επίμαχο συμβάν, πώς είναι σε θέση να γνωρίζει ότι αυτή ήτο φοβισμένη κατά τους επίδικους χρόνους αλλά ούτε και προσέφερε οιαδήποτε μαρτυρία βάσει της οποίας έστω να θέτει τον εαυτό του στον χώρο, κατά τον χρόνο λήψης της καταγγελίας, ούτως ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να αποδεκτεί αυτό το μέρος της μαρτυρίας του. Τα όσα δε σχετικά ανέφερε με την ψυχική κατάσταση της Μ.Κ.1 προκύπτει να είναι δικές του εικασίες, δεδομένου ότι συνέδεσε την εν λόγω ψυχική της κατάσταση με το ότι ο κατηγορούμενος βαρύνεται, σύμφωνα με τον ίδιο, με προηγούμενες καταδίκες που αφορούν αδικήματα ενδοοικογενειακής βίας. Στη βάση λοιπόν των πιο πάνω η μαρτυρία του Μ.Κ.2 γίνεται αποδεκτή ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα σε σχέση με τις ενέργειες στις οποίες προέβη με την ως άνω διευκρίνηση. Στρεφόμενη στη Μ.Κ.1, ήτοι την παραπονούμενη και βασική μάρτυρα στην παρούσα, σημειώνεται ότι αυτή δεν με έπεισε για τη γνησιότητα των όσων ανέφερε. Παρακολουθώντας την να καταθέτει από το εδώλιο του μάρτυρα και παρατηρώντας τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά της, τον τρόπο και το ύφος που μαρτύρησε, σχημάτισα την εντύπωση ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει όσα πραγματικά έλαβαν χώρα. Οι αρκετές ανακολουθίες μεταξύ της προφορικής της μαρτυρίας και της γραπτής της κατάθεσης, η προώθηση αντικρουόμενων εκδοχών αλλά και θέσεων που δεν συνάδουν με την κοινή λογική σε συνδυασμό με όλα τα πιο πάνω και τη γενικότερη εντύπωση που σχημάτισα γι' αυτήν έπληξαν καίρια την αξιοπιστία της και με ώθησαν να σχηματίσω την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, η μαρτυρία της Μ.Κ.1 ήταν διάχυτη αντιφάσεων και ασαφειών σε τέτοιο βαθμό που προκαλούνται εύλογα ερωτηματικά ως προς το κατά πόσο τα όσα ανέφερε ανταποκρίνονται στα όσα πραγματικά έλαβαν χώρα κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σταχυολογώ ενδεικτικά τα ακόλουθα: Ξεκινώντας από τα όσα ανέφερε σε σχέση με τα συναισθήματα που της προκλήθηκαν από την απειλή που εκστόμισε ο κατηγορούμενος έναντί της, σημειώνεται ότι ήτο η θέση της, κατά την κυρίως εξέτασή της, ότι ένιωσε φόβο «γιατί δεν ήταν αρκετός ο χρόνος που (της) έκρουσε το αυτοκίνητο, (την) έδειρε, είναι πολλά τα γεγονότα και μόνο με την σκέψη τρέμ(ει) ολόκληρη». Αντεξεταζόμενη επί του εν λόγω σημείου, και αφού της ζητήθηκε να περιγράψει με περισσότερη λεπτομέρεια το τί ακριβώς ένιωσε ακούγοντας την απειλή του κατηγορούμενου, ναι μεν ανέφερε ότι ένιωσε φόβο προσδιόρισε όμως αυτόν ως φόβο για τα παιδιά της, το σπίτι της καθώς και τα πρόσωπα που διαμένουν μαζί της καθότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει πώς σκέφτεται ο κατηγορούμενος και τί ενδεχόμενα θα πράξει. Όταν όμως ερωτήθει να αναφέρει συγκεκριμένα κατά πόσο είναι τον ίδιο τον κατηγορούμενο που φοβάται, η μάρτυρας έδωσε την ακατανόητη απάντηση, ότι φοβάται το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος τείνει να συσχετίζεται με ανήλικα πρόσωπα (τα οποία η ίδια δεν θεωρεί «νορμάλ») με τη μεγαλύτερη θυγατέρα της να έχει αντιληφθεί τούτο με αποτέλεσμα η ίδια να φοβάται για το πώς θα μεγαλώσει η θυγατέρα της και πώς η ίδια θα αντιμετωπίσει γενικότερα τα ανήλικα και πώς θα τα διδάξει όταν ο ίδιος ο πατέρας τους δεν είναι εντάξει. Ως προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω, όσον αφορά τα συναισθήματα που προκλήθηκαν σε αυτήν από την ισχυριζόμενη απειλή του κατηγορούμενου, η μάρτυρας διαφαίνεται να έδωσε πολλαπλές απαντήσεις αφού ενώ αρχικά ανέφερε ότι της προκλήθηκε φόβος, σε σημείο μάλιστα που με τη σκέψη της εν λόγω απειλής να τρέμει ολόκληρη, ένεκα και της προϊστορίας που υπήρχε μεταξύ των, ακολούθως ανέφερε ότι ο φόβος αφορούσε για το τί μπορούσε να πράξει ο κατηγορούμενος σε τρίτα πρόσωπα, ήτοι στα ανήλικα τέκνα της και στα υπόλοιπα πρόσωπα που διέμεναν στην οικία της ενώ τέλος ανέφερε ότι ο φόβος περιοριζόταν στο πώς ακριβώς θα μεγαλώσει τα ανήλικα, ήτοι με ποιες αξίες, όταν ο κατηγορούμενος πατέρας των συσχετίζεται με άτομα τα οποία η ίδια δεν εγκρίνει, αφού ως επί των πλείστων είναι ανήλικα. Η τελευταία δε όμως εκδοχή της ποσώς μπορεί να θεωρηθεί ότι συνδέεται καθ' οιονδήποτε τρόπο με την ισχυριζόμενη απειλή που ο κατηγορούμενος απηύθυνε στο πρόσωπό της, αφού είναι ευκόλως αντιληπτό ότι η ανησυχία αυτή της μάρτυρος συνδέεται περισσότερο με την ανικανότητα, σύμφωνα με τις δικές της πεποιθήσεις, του κατηγορούμενου να συμπεριφέρεται ως θα αναμένετο από έναν πατέρα. Σε συνέχεια των πιο πάνω, άλλο σημείο της μαρτυρίας της για το οποίο έδωσε αντικρουόμενες εκδοχές η μάρτυρας αφορά και το πώς αντέδρασε αφού άκουσε την απειλή από τον κατηγορούμενο. Αρχικά, αρνήθηκε τη θέση που της υποβλήθηκε περί το ότι τρομοκρατήθηκε, αναφέροντας ότι όφειλε να παραμείνει ψύχραιμη για το καλό των ανήλικων της τέκνων (κάτι που προφανώς δεν συνάδει με τη θέση της περί το ότι έτρεμε ολόκληρη από τον φόβο της), διευκρινίζοντας όμως ότι αμέσως κάλεσε την αστυνομία. Στη συνέχεια όμως ανέφερε ότι, αφού δέχτηκε την εν λόγω απειλή, συνέχισε να απλώνει την μπουγάδα της. Βέβαια αυτή η τελευταία εκδοχή της ποσώς συνάδει με την εικόνα που επιχείρησε η μάρτυρας να παρουσιάσει αρχικά αναφορικά με τον φόβο που επικαλέστηκε ότι ένιωσε από την απειλή του κατηγορούμενου αφού θεωρώ ότι είναι ζήτημα κοινής λογικής και ανθρώπινης εμπειρίας ότι ένα πρόσωπο το οποίο νιώθει να απειλείται από τα όσα εκστομίζονται εναντίον του προφανώς και αναμένεται να αντιδράσει άμεσα και όχι να συνεχίσει να απλώνει την μπουγάδα του, ως ανέφερε ότι έπραξε η μάρτυρας. Περαιτέρω, αντίφαση προέκυψε όσον αφορά και με το πού ακριβώς βρισκόταν όταν ο κατηγορούμενος επέστρεψε πλησίον της οικίας της συνοδευόμενος από τρία άγνωστά της πρόσωπα, εκ των οποίων, το ένα εξ' αυτών, ήτο το πρόσωπο στο οποίο ο κατηγορούμενος ανέφερε δυνατά την απειλή που αφορούσε το πρόσωπό της. Ενώ αρχικά, κατά την κυρίως εξέτασή της και την αντεξέτασή της, η μάρτυρας ανέφερε ότι βρισκόταν στη βεράντα της οικίας της, εξ ου και ήτο σε θέση να ακούσει τα όσα ο κατηγορούμενος ανέφερε στο άγνωστο της πρόσωπο, ακολούθως μετέβαλε αυτή της τη θέση, αναφέροντας ότι παρέμεινε ναι μεν στη βεράντα της ,όταν ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε το σημείο την πρώτη φορά που είχε μεταβεί εκεί για να δει τη θυγατέρα των, όμως όταν αντιλήφθηκε αυτόν να επιστρέφει, συνοδεία τριών αγνώστων προσώπων, έκρινε ορθότερο να μπει εντός της οικίας της («έμεινα έξω άπλωνα τα ρούχα μου ναι, και μετά που ο κύριος εμφανίστηκε με τους άλλους γύρω στα τρία άτομα και έρχονταν πίσω τζιαμέ λέω να πάω μέσα, είναι λογικό»). Αν όμως όντως η μάρτυρας εισήλθε εντός της οικίας της όταν ο κατηγορούμενος επέστρεψε πίσω, οπόταν και ήτο εκείνη η χρονική στιγμή που απηύθυνε την απειλή προς το πρόσωπό της, γεννάται το εύλογο ερώτημα πώς ακριβώς αυτή, ενώ βρισκόταν εντός της οικίας της, η οποία σημειώνεται είναι ανώγειος κατοικία, ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη συζήτηση που κατ' ισχυρισμό είχε ο κατηγορούμενος με το άγνωστο της πρόσωπο στα πλαίσια της οποίας και εκστόμισε την εναντίον της απειλή. Άλλο δε σημείο της μαρτυρίας της που δημιουργεί προβληματισμό είναι και το κατά πόσο όντως πήρε την αστυνομία ένεκα του φόβου που ένιωσε από την απειλή του κατηγορούμενου ή απλούστατα γιατί η ίδια θεωρούσε ότι ο τελευταίος μαζί με τα πρόσωπα που μετέβη στην οικία της θα προκαλούσαν φασαρία. Λέγω τούτο, έχοντας υπόψη την απάντηση που έδωσε η μάρτυρας όταν ερωτήθει να εξηγήσει σε πόση απόσταση βρισκόταν ο κατηγορούμενος όταν εκστόμισε την απειλή έναντί της με τη μάρτυρα να απατά «.. δεν ήταν πολλά μακριά η απόσταση και άλλωστε μιλούσαν όχι χαμηλά, τόνιζαν δυνατά τις λέξεις για να ακούγονται και προσπαθούσαν να δημιουργήσουν πρόβλημα, γι' αυτό πήρα τηλέφωνο στην Αστυνομία». Τέλος, η μάρτυρας, για να πείσει για τη θέση της ότι τα πρόσωπα τα οποία συνόδευαν τον κατηγορούμενο ήσαν ανήλικα ανέφερε ότι πέραν της δικής της αντίληψης ενημερώθηκε περί τούτου και από την αστυνομία, η οποία ως ισχυρίστηκε, προχώρησε στην σύλληψη των. Τούτη όμως η θέση της μάρτυρος συγκρούεται με άλλη αποδεχτή μαρτυρία και δη τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ο οποίος ήτο σαφής ότι παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε για να ταυτοποιηθεί το πρόσωπο το οποίο ήτο μαζί με τον κατηγορούμενο τούτο κατέστη αδύνατο ελλείψει διαθέσιμων στοιχείων. Επομένως, σαφώς η περί αντιθέτου θέση της μάρτυρος ποσώς μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τα πιο πάνω ενδεικτικά κρίνω ότι εκβαραθρώνουν τις προσπάθειες της Μ.Κ.1 να πείσει για την αλήθεια των ισχυρισμών της αναφορικά με το πώς εκτυλίχθηκε το επίμαχο περιστατικό και που θεωρώ ότι επιρρώνουν την πεποίθηση του Δικαστηρίου περί το ότι αυτή δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια για το τί στην πραγματικότητα έλαβε χώρα κατά τους ουσιώδεις χρόνους. Ως εκ των άνω κρίνω επισφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία της Μ.Κ.1 για την εξαγωγή στέρεων και ασφαλών ευρημάτων. Κατάθεση και Ανώμοτη Δήλωση Κατηγορούμενου Όσον αφορά την αξιολόγηση γραπτών καταθέσεων κατηγορουμένου σχετική είναι η υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 109 στην οποία αναφέρεται ότι κάθε μέρος της κατάθεσης λαμβάνεται υπόψιν και εκτιμάται ως προς την αλήθεια των ισχυρισμών που προβάλλονται. Περαιτέρω, είναι γνωστή η αρχή πως δύναται να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνιστά παραδοχή ή περιέχει δηλώσεις εναντίον των συμφερόντων ενός κατηγορουμένου, όπως έχει εξηγηθεί στην υπόθεση Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 693. Μάλιστα στην τελευταία αυτή απόφαση τονίστηκε πως το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει ως αναληθές μέρος της κατάθεσης και να αποδεχθεί άλλο. Στη δε Κωνσταντίνου ανωτέρω εξηγήθηκε παράλληλα ότι το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης κατηγορουμένου αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των κριτών των γεγονότων της υπόθεσης (βλ. επίσης Γαβριήλ ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 693, Άθως Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις 96/2016, 100/2016 και 101/16, ημερομηνίας 17/11/2017 και Σταματίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 163/2018, ημερομηνίας 11/03/2020, ECLI:CY:AD:2020:B101). Σε σχέση δε με την αξιολόγηση ανώμοτων δηλώσεων είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα με το πώς ταιριάζει στην συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν εξομοιώνεται, όμως, με ένορκη μαρτυρία που υπόκειται σε έλεγχο μέσω αντεξέτασης (βλ. Vrakas and Another v. The Republic
(1973)2 C.L.R. 199, Anastassiades v. R.
(1977)2 C.L.R. 97, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 97, Ιωάννου και Σιμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195 και R. v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284) επί της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε ανάλυση και ευρήματα για την αξιοπιστία του προσώπου (βλ. Ονησιφόρου ν. Αστυνομίας
(1987)2 C.L.R 261, 263 και Anastassiades ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ
(1983)του Γ. Κακογιάννη, σελ. 253, το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του ότι η δήλωση του κατηγορουμένου έγινε χωρίς όρκο και ότι, επομένως, δεν μπήκε στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Το Δικαστήριο, όμως, έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψιν πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση της. Στην R. v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11, λέχθηκε στη σελίδα 17 από τον Λόρδο Shaw το εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): «Αυτό που λέγεται σε μια τέτοια κατάθεση, δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα, αλλά η ενδεχόμενη αξία της είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική. Δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα, με μαρτυρία που βρίσκεται μπροστά στους ενόρκους, μπορεί όμως να κάμει τους ενόρκους να δουν τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως.» Στην υπόθεση Πολύβιος Σίφουνας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 91 επαναλήφθηκε η νομολογιακή αρχή ότι η αξία της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου είναι μάλλον περιορισμένη αφού δεν υποβάλλεται στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Η ανώμοτη δήλωση έχει πειστική παρά αποδεικτική αξία (βλ. επίσης Μαυρίκιου v. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359). Ανάλογα με τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι δυνατό να σχολιασθεί όμως η απουσία ένορκης μαρτυρίας που θα μπορούσε να επεξηγούσε κάποια θέματα που άλλως θέτουν ερωτηματικά σε σχέση με τη συμπεριφορά ή πρόθεση του κατηγορούμενου και η παράλειψη δύναται να συσχετισθεί με ένδειξη ενοχής (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 132, 154-5 και R. v. Sparrow
(1973)2 All E.R. 129). Γενικά, η άσκηση του δικαιώματος ανώμοτης δήλωσης δεν μπορεί και δεν θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Αναγνωρίζεται όμως πως υπάρχουν εξαιρέσεις σε περιπτώσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοια που χρειάζεται να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση (βλ. Κρίνος Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, Αρέστης Γεωργίου ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 354 και Ανδρέας Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Όσον δε αφορά την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου, η οποία λήφθηκε υπό μορφή ερωτωαπαντήσεων, και προτού το Δικαστήριο προβεί σε αξιολόγησή της, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το περιεχόμενο αυτής αυτούσιο για ευκολία παραπομπής. Σε αυτήν λοιπόν καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά: «Ερώτηση 1: Έχεις αντιληφθεί τα πιο πάνω που μόλις σου ανάφερα; Απάντηση 1: Ναι τα κατάλαβα. Ερώτηση 2: Επιθυμείς να ασκήσεις οποιοδήποτε δικαίωμα πριν την έναρξη της κατάθεσής σου; Απάντηση: Μίλησα με τη δικηγόρο μου πριν να έρθω και με συμβούλευσε. Ερώτηση 3: Στις 21/10/2020 και περί ώρα 18:30 επισκέφτηκες την οικία της πρώην συζύγου σου, Σοφίας Νικολάου, στην οδό [.] με άλλα τρία άτομα και την απείλησες με τη φράση «με σε κόφτει ρε μαλάκα εννα την σκοτώσω τζαι εννα τη θάψω» προκαλώντας της τρόμο και ανησυχία. Τί έχεις να πεις για αυτό; Απάντηση 3: Είναι ψέματα. Εγώ επήα η ώρα 18:00 το απόγευμα για να δω το μωρό το είδα πέντε λεπτά τζαι έφια. Ερώτηση 4: Μπορείς να κατανομάσεις τα τρία άτομα με τα οποία επισκέφτηκες την οικία της πρώην συζύγου σου; Απάντηση 4: Δεν επήγα με άλλα τρία άτομα. Πήγα με ένα 11χρονο με τον όνομα Άχμετ. Δεν έχω οποιαδήποτε στοιχεία του ούτε ξέρω πού μένει. Είναι της περιοχής. Πήγα να δω το μωρό τζαι στο δρόμο τον βρήκα τζαι μου είπε θείε να έρτω μαζί σου τζαι είπα του έλα πράγμα το οποίο έγινε. Ο Άχμετ δεν είπε κάτι τζιαι εθώρε με. Ερώτηση 5: Σύμφωνα με τη Σ. Ν. ανάφερε ότι ένα άτομο από τα τρία άτομα που ήταν μαζί σου, την εξύβρισε με τη φράση «ήντα που θωρείς ρε μαλακισμένη» σαν αποτέλεσμα να την προκαλέσεις σε επίθεση. Μπορείς να κατονομάσεις το άτομο αυτό που εξύβρισε την πρώην σύζυγό σου; Απάντηση 5: Είναι ψέματα. Εγώ πήγα μόνος. Ερώτηση 6: Πρόκειται να πραγματοποιήσεις την πιο πάνω απειλή σου; Απάντηση 6: Εγώ δεν απείλησα κανένα. Ερώτηση 7: Υπήρχε οποιοδήποτε άλλο άτομο που να υποστηρίζει αυτά που λες και ισχυρίζεσαι; Απάντηση 7: Οι δεν είχα κάποιο άλλο. Είχα μόνο το μωρό αλλά δεν έχω παραπάνω στοιχεία του. Όπως σας ανάφερα εγώ πήγα χτες να δω τις κόρες μου αλλά η πρώην γυναίκα μου με άφησε με χίλια ζόρια να δω την μια κόρη μου. Δεν έγινε οποιοδήποτε περιστατικό, ούτε μίλησα μαζί της. Αυτή έμεινε στη βεράντα της τζαι εθώρεμε τζαι είπα της να που με θωρείς τζαι λαλεί μου τζίνη εν σπίτι μου ότι θέλω κάμω. Ερώτηση 8: Έχεις να αναφέρει οτιδήποτε άλλο για την παρούσα υπόθεση; Απάντηση 8: Ότι είπε η Σ. είναι ψέματα. Προσπαθεί να με κάτσει μέσα αφού το έκανε άλλο δύο φορές. Το όπλο μου βαστά το η Αστυνομία γιατί ήμουν μέσα ως ύποπτος για εμπρησμό του αυτοκινήτου της ενώ δεν είμαι έφεδρος.» (σημ. η σύνταξη και η ορθογραφία διατηρούνται αυτούσιες) Έχοντας λοιπόν υπόψη μου τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ σε αξιολόγηση της ανακριτικής κατάθεσης του κατηγορούμενου, Τεκμήριο 3, η οποία και συνεκτιμάται και με τα όσα ανέφερε μέσω της ανώμοτης δήλωσής του, δεδομένου ότι μέσω αυτής παρέπεμψε στα όσα σχετικά καταγράφονται στην ανακριτική του κατάθεση επαναλαμβάνοντας την αθωότητά του. Κρίνω λοιπόν ότι μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στην αναφορά τoυ κατηγορούμενου σε σχέση με τo ότι κατά την επίδικη ημερομηνία ο ίδιος μετέβη στην οικία της Μ.Κ.1, συνοδευόμενος από ανήλικο πρόσωπο, οπόταν και είχε επικοινωνία με μια εκ των θυγατέρων του. Τα πιο πάνω άλλωστε συνιστούν κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ενώ αποτελούν και δηλώσεις εναντίον των συμφερόντων του καθότι θέτει τον εαυτό του στον τόπο που κατ' ισχυρισμό διαπράχθηκε το επίδικο αδίκημα. Όσον όμως αφορά τις λοιπές θέσεις και ισχυρισμούς του κατηγορούμενου, αναφορικά με το τι έλαβε χώρα μεταξύ του και της Μ.Κ.1, κρίνω ότι δεν μπορώ να προσδώσω οιαδήποτε βαρύτητα σε αυτούς αφού δεν υποστηρίζονται από καμία μαρτυρία και περαιτέρω οι εν λόγω θέσεις του δεν προωθήθηκαν ενόρκως για να αξιολογηθεί η αξιοπιστία του επ' αυτών. Το Δικαστήριο δεν μπορεί, άνευ αντεξέτασης, να στηριχθεί στην κατάθεση του κατηγορούμενου για να εξάξει συμπεράσματα περί των εν λόγω πρωτογενών γεγονότων. Όσον αφορά την ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου έχει ήδη αναφερθεί πώς δεν είναι δυνατό να αποδείξει γεγονότα τα οποία δεν είναι με άλλον τρόπο αποδεδειγμένα. Σημειώνεται δε πως με αυτή ο κατηγορούμενος ουσιαστικά υιοθέτησε τα όσα ανέφερε στην ανακριτική του κατάθεση με τους εν λόγω ισχυρισμούς να έχουν ήδη αξιολογηθεί ανωτέρω. Συμπεράσματα Στην παρούσα, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και έχουν γίνει δεκτά, προκύπτει μόνο ότι κατά τον ουσιώδη για την παρούσα χρόνο ο κατηγορούμενος μετέβη στην οικία της Μ.Κ.1 όπου και άσκησε το δικαίωμα επικοινωνίας του με μια εκ των θυγατέρων του. Δεδομένου όμως ότι η κατηγορούσα αρχή στήριξε την υπόθεση της ως προς τις ενέργειες του κατηγορούμενου στη μαρτυρία της παραπονούμενης, Μ.Κ.1, η οποία όμως για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγινε δεκτή, είναι εμφανές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτήν ώστε να καταλήξει σε περαιτέρω και αναμφίβολα ευρήματα ως προς το τι ακριβώς έγινε κατά τον επίδικο χρόνο και από ποιον και στη συνέχεια να προβεί σε σχετικά ασφαλή συμπεράσματα. Επομένως, ποσώς έχει αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος έπραξε τα όσα του αποδίδονται με τον τρόπο που του αποδίδονται. Περιπλέον, δέον να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου δεν έγινε αποδεκτή τούτο δεν οδηγεί από μόνο του σε αποδοχή της εκδοχής της άλλης πλευράς και σίγουρα δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής του. Είναι παγίως νομολογημένο και γνωστό στο νομικό μας σύστημα ότι το βάρος απόδειξης μιας ποινικής υπόθεσης, ήτοι μιας κατηγορίας, καθώς και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει αποκλειστικά την κατηγορούσα αρχή, η οποία μάλιστα πρέπει να αποδείξει αυτήν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, στα πλαίσια του τεκμηρίου της αθωότητας, δεν μπορεί παρά μόνο να λειτουργήσει υπέρ του κατηγορούμενου. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αναμφισβήτητη μαρτυρία την 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και ως εκ τούτου αυτός αθωώνεται και απαλλάσσεται. Καμία διαταγή για έξοδα. (Υπογρ.)............. Φ. Χριστοδουλίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο