← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. I. K., Αρ. Υπόθεσης: 17486/24, 18/11/2024

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. I. K., Αρ. Υπόθεσης: 17486/24, 18/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17486/24 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. I. K. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 18.11.2024 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Μαντζούρας Για κατηγορούμενο: κ. Σπηλιωτόπουλος Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε τα αδικήματα: της επίθεσης κατά οργάνου τηρήσεως της τάξης, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του ΠΚ (κατηγορία αρ. 1), της αντίστασης σε όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντός του, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του ΠΚ (κατηγορία αρ. 2), της πρόκλησης ανησυχίας, κατά παράβαση του άρθρου 95 του ΠΚ (κατηγορία αρ. 4) και της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του ΠΚ (κατηγορία αρ. 5). Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχτεί τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του, κατά παράβαση του άρθρου 19(λ)(ν) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, Κεφ. 105 (κατηγορία ρ. 3). Για να αποδείξει την υπόθεσή της, η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 2 μάρτυρες ενώ, από πλευράς Υπεράσπισης, ο κατηγορούμενος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως στο Δικαστήριο. Η προσκομισθείσα μαρτυρία, ως αυτή μπορεί να συνοψιστεί από το Δικαστήριο, έχει ως εξής: Μ.Κ.1 - Αστ. 1160 Θ.Θ. Ο μάρτυρας υπηρετεί στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Στις 15.10.2024, περί η ώρα 21:00, ενώ βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία ειδοποιήθηκε σχετικά με μία τηλεφωνική καταγγελία που έγινε από ιδιοκτήτη πρακτορείου στοιχημάτων, σύμφωνα με την οποία ένας θαμώνας ενοχλούσε την υπάλληλό του. Αμέσως, μετέβη στο εν λόγω πρακτορείο και η υπάλληλος που εργάζεται εκεί του υπέδειξε τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που την ενοχλούσε «λέγοντάς της διάφορα». Ο μάρτυρας προσέγγισε τον κατηγορούμενο, του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα (καθότι βρισκόταν με πολιτική περιβολή) και τον ρώτησε στην αγγλική γλώσσα γιατί ενοχλούσε την υπάλληλο. Αυτός άρχισε να φωνάζει μεγαλοφώνως «διάφορες ασυναρτησίες» και επίσης τον εξύβρισε στην αγγλική γλώσσα με τη φράση «police fuck police». Ο μάρτυρας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι διαπράττει το αδίκημα της ανησυχίας και της δημόσιας εξύβρισης και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμου, με τον κατηγορούμενο να μην απαντά οτιδήποτε. Τον πληροφόρησε ότι τίθεται υπό σύλληψη για τα δύο αυτά αδικήματα και ο κατηγορούμενος απάντησε: «go fuck». Στην προσπάθειά του να τον συλλάβει, ο κατηγορούμενος αντιστεκόταν και τον έσπρωξε με τα χέρια του στο στήθος. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης. Μ.Κ.2 - Αστ. 2181 Σ.Π. Ο μάρτυρας υπηρετεί στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων Λεμεσού και την 15.10.24, στο πλαίσιο των καθηκόντων του, ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης, που στην ουσία περιορίστηκε στην συμπλήρωση του φακέλου που διατηρεί η αστυνομία με σκοπό την άμεση καταχώρηση της υπόθεσης την επόμενη μέρα στο Δικαστήριο. Πέραν τούτου, ο μάρτυρας δεν προέβη σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Κατηγορούμενος Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι στις 15.10.24 μετέβη στο συγκεκριμένο πρακτορείο για να πιει νερό και να φορτίσει το κινητό του τηλέφωνο. Η υπάλληλος του πρακτορείου ενοχλήθηκε από την παρουσία του και του ζήτησε να φύγει. Ο ίδιος αρνήθηκε και έτσι η υπάλληλος κάλεσε την αστυνομία. Μόλις κατέφθασαν οι αστυνομικοί με πολιτική περιβολή και του έδειξαν τις αστυνομικές του ταυτότητες ο ίδιος φοβήθηκε. Ρώτησε ένα αστυνομικό γιατί βρισκόταν εκεί και ποιο ήταν το πρόβλημα. Επανέλαβε την ερώτησή του 2-3 φορές και τότε ο αστυνομικός τον έσπρωξε στον τοίχο με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να πέσει κάτω. Έπειτα τον έβγαλαν από το υποστατικό, με τα χέρια προς τα πίσω, και ένα από τους αστυνομικούς τον γρονθοκόπησε στο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι εάν εξεταστεί το ΚΚΠ θα διαφανεί ότι λέει την αλήθεια. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι φώναξε στους αστυνομικούς ή ότι τους εξύβρισε. Αρνήθηκε, επίσης, ότι έσπρωξε τον αστυνομικό και ότι επιχείρησε να αντισταθεί της σύλληψης. Αυτή ήταν η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ολοκλήρωση της παράθεσης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Έχω υπόψη μου τα όσα έχουν αναφερθεί και δεν χρειάζεται να τα επαναλάβω. Αξιολόγηση Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία, και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή κακό μνημονικό τους και, γενικότερα, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Η μαρτυρία του Μ.Κ.2 ήταν τυπικής φύσεως. Ανέφερε μόνο ότι συμπλήρωσε τον αστυνομικό φάκελο της υπόθεσης ώστε να καταχωρηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αμέσως την επόμενη μέρα και ότι δεν προέβη σε οποιεσδήποτε περαιτέρω ενέργειες. Δεν εγέρθηκε οτιδήποτε, κατά την αντεξέτασή του, που να τείνει να κλονίσει την αξιοπιστία του, ούτε προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι η διερεύνηση της υπόθεσης που έγινε από την αστυνομία, όσο περιορισμένη και εάν αντικειμενικά διαφαίνεται, ήταν πλημμελής. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του σύνολό της. Βασικός πυλώνας της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής είναι η μαρτυρία του Μ.Κ.

  1. Πρόκειται για πρόσωπο που δεν φαίνεται να είχε οποιοδήποτε κίνητρο να μαρτυρήσει ψευδώς στο Δικαστήριο. Η εκδοχή που παρέθεσε ως προς τις ενέργειες και αντιδράσεις του κατηγορούμενου κατά τον εντοπισμό του και κατά τις προσπάθειες σύλληψής του δεν αμφισβητήθηκαν καθόλου από την πλευρά της Υπεράσπισης. Η μαρτυρία του παρέμεινε απολύτως αναντίλεκτη και κατά συνέπεια, δεν τέθηκε οτιδήποτε ενώπιον μου που να δημιουργεί ρήγματα στην αξιοπιστία της. Αποτελεί πάγια αρχή της νομολογίας ότι η παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιώδες μέρους της μαρτυρίας γενικά ισοδυναμεί με παραδοχή. Ο κανόνας δεν είναι απόλυτος. Το Δικαστήριο έχει πάντοτε την εξουσία να μην αποδεχθεί την μαρτυρία η οποία δεν έτυχε αντεξέτασης, εφόσον από το σύνολο της υπόλοιπης αποδέκτης μαρτυρίας, κριθεί ότι αυτό ενδείκνυται (βλ. ενδεικτικά ΣΚΟΡΔΗ ν. ΛΑΝΤΟΥ κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 429/2012, 22/4/2020, ECLI:CY:AD:2020:A127). Στην προκειμένη περίπτωση, κανένας από τους ισχυρισμούς του μάρτυρα δεν αμφισβητήθηκε, ενώ πέραν από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, ο οποίος αρνήθηκε τη διάπραξη των αδικημάτων προβάλλοντας τους δικού του ισχυρισμούς, δεν έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία, είτε από την Κατηγορούσα Αρχή είτε από την πλευρά της Υπεράσπισης, μη συνάδουσα με τους ισχυρισμούς του Μ.Κ.
  2. Δεν εντοπίζω, συνεπώς, οποιοδήποτε λόγο, σε συνάρτηση με το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, για να παρεκκλίνω από τον πιο πάνω γενικό κανόνα. Συνακόλουθα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως αξιόπιστη στο σύνολό της. Ο κατηγορούμενος καταθέτοντας στο Δικαστήριο αρνήθηκε ότι εξύβρισε τους αστυνομικούς, ότι φώναζε, ότι έσπρωξε τον αστυφύλακα και ότι αντιστάθηκε κατά το χρόνο της σύλληψής του. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι είναι οι αστυνομικοί που τον κτύπησαν, χωρίς λόγο. Όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά την παράθεση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και οι θέσεις του δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας, κατά την αντεξέτασή τους, ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία να τοποθετηθούν σχετικώς και να αξιολογηθούν αναλόγως. Επαναλαμβάνεται ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.1 παρέμεινε αναντίλεκτη. Προκύπτει, συνεπώς, ότι οι ισχυρισμοί περί ξυλοδαρμού του από την αστυνομία αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του κατηγορούμενου με σκοπό την αποφυγή της καταδίκης του και δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε άλλο στοιχείο του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιον μου. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι το επίδικο συμβάν έχει καταγραφεί από το ΚΚΠ του πρακτορείου, το οποίο εάν εξεταστεί θα καταδείξει την αθωότητά του, ο ισχυρισμός περί ύπαρξης σε λειτουργία ΚΚΠ στο πρακτορείο δεν τέθηκε κατά το χρόνο αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας. Περαιτέρω, δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μου που να τείνει να υποστηρίξει ότι όντως υπήρχε σε λειτουργία ΚΚΠ εντός του πρακτορείου κατά τον επίδικο χρόνο, ούτε βεβαίως ότι η καταγραφή του συνάδει με την εκδοχή του κατηγορούμενου. Παρεμβάλλεται, μάλιστα, ότι έπειτα από την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και προτού η υπόθεση προχωρήσει στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η πλευρά της Υπεράσπισης είχε δικαίωμα να κλητεύσει κάποιο πρόσωπο το οποίο θα μπορούσε να μαρτυρήσει θετικά σε σχέση με την ύπαρξη και το περιεχόμενο τυχόν ΚΚΠ του πρακτορείου (για παράδειγμα τον ιδιοκτήτη του πρακτορείου και/ή τεχνικό υπεύθυνο για τη λειτουργία του ΚΚΠ κτλ.). Αναφέρθηκε από την Υπεράσπιση ότι δεν επιθυμεί να προβεί σε τέτοιο διάβημα. Συνεπώς, ο εν λόγω ισχυρισμός παρέμεινε μετέωρος και δεν μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Στη βάση των πιο πάνω, η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν συνάδει με την υπερασπιστική γραμμή που ακολουθήθηκε κατά το χρόνο αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας και απολήγει ως μη πειστική, προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων του κατηγορούμενου. Εκ των πραγμάτων, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου, καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Στις 15.10.2024, περί η ώρα 21:00, ενώ αστυφύλακας βρισκόταν σε μηχανοκίνητη περιπολία κλήθηκε να μεταβεί σε πρακτορείο στοιχημάτων στη Λεμεσό για να εξετάσει μία καταγγελία σε σχέση με ένα θαμώνα που ενοχλούσε την υπάλληλο του πρακτορείου. - Ο αστυφύλακας μετέβη στο πρακτορείο. Φθάνοντας εκεί και αφού του υποδείχθηκε ότι το πρόσωπο ενδιαφέροντος ήταν ο κατηγορούμενος, τον προσέγγισε και του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα, καθότι βρισκόταν με πολιτική περιβολή. Τον ρώτησε στην αγγλική γλώσσα γιατί ενοχλούσε την υπάλληλο. Αυτός άρχισε να φωνάζει «διάφορες ασυναρτησίες» και τον εξύβρισε στην αγγλική γλώσσα με τη φράση «police fuck police». - Τότε ο αστυφύλακας πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι διαπράττει το αδίκημα της ανησυχίας και της δημόσιας εξύβρισης και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμου. Ο κατηγορούμενος δεν απάντησε οτιδήποτε. Έπειτα προχώρησε να τον συλλάβει για αυτόφωρο αδίκημα και ο κατηγορούμενος του είπε: «go fuck» και έσπρωξε τον αστυνομικό με τα χέρια του στο στήθος για να αποφύγει τη σύλληψη. Νομική πτυχή Η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει, παρουσιάζοντας αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία, τη σωρευτική συνύπαρξη των συστατικών στοιχείων του κάθε αδικήματος «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Εάν στο τέλος της υπόθεσης και στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του, μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να λειτουργήσει υπέρ του κατηγορούμενου και να οδηγήσει στην απαλλαγή του από την κατηγορία που του προσάπτεται[1]. Προχωρώ σε παράθεση της νομικής πτυχής που περιβάλλει κάθε ένα από τα αδικήματα που αφορούν στις κατηγορίες που προσάπτονται στον κατηγορούμενο: Α) 1η κατηγορία: Επίθεση κατά οργάνου τηρήσεως της τάξης Σύμφωνα με το άρθρο 244(β) του ΠΚ: «Όποιος- (β) επιτίθεται ή αντιστέκεται ή εσκεμμένα παρεμποδίζει όργανο τήρησης της τάξης κατά την κανονική εκτέλεση του καθήκοντος του ή άλλο που παρέχει συνδρομή σε τέτοιο όργανο τήρησης της τάξης· είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.» [2]. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής: - Ο Κατηγορούμενος επιτέθηκε σε πρόσωπο. - Το πρόσωπο που δέχθηκε την επίθεση ήταν όργανο τήρησης της τάξης ή πρόσωπο που παρείχε συνδρομή σε όργανο τήρησης της τάξης. - Το όργανο τήρησης της τάξης, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εκτελούσε κανονικά τα καθήκοντά του. Ο όρος «επίθεση» περιλαμβάνει κάθε πράξη που ηθελημένα ή κατά αδιαφορία προς το αποτέλεσμα, δημιουργεί σε κάποιο την αίσθηση της άμεσα επερχόμενης βίας καθώς και την άσκηση άμεσης και παράνομης βίας εναντίον κάποιου προσώπου. Η ένοχη διάνοια διάπραξης του υπό κρίση αδικήματος ταυτίζεται με αυτήν του αδικήματος της «επίθεσης». Χρειάζεται να καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε (α) με πρόθεση να ασκήσει βία σε άλλο πρόσωπο ή να προκαλέσει την αίσθηση επερχόμενης βίας σε αυτό, ή (β) με απερισκεψία ως προς το εάν οι πράξεις του θα είχαν αυτό το αποτέλεσμα[3]. Η πρόθεση διάπραξης του ποινικού αδικήματος δεν είναι πάντοτε δεκτική θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενη αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση[4]. Τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Βάσει των ευρημάτων του Δικαστηρίου, ο Αστ. 1160 (Μ.Κ.1) μετέβη στο μέρος όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος, του υπέδειξε την αστυνομική του ταυτότητα και ενόψει της αντίδρασης του κατηγορούμενου, τον πληροφόρησε ότι προτίθετο να τον συλλάβει για αυτόφωρο αδίκημα. Τότε ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον αστυφύλακα στο στήθος για να αποφύγει τη σύλληψη. Αυτή η ενέργεια συνιστά επίθεση η οποία στρέφεται κατά οργάνου τηρήσεως της τάξης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του, ήτοι να σπρώξει τον αστυφύλακα. Πληρούνται, λοιπόν, όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Β) 5η κατηγορία: δημόσια εξύβριση Σύμφωνα με το άρθρο 99 Π.Κ.: «Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παρευρισκόμενο πρόσωπο σε επίθεση είναι ένοχος πλημμελήματος»[5]. Η ερμηνεία της φράσης «δημόσιος χώρος» δίδεται από το άρθρο 4 του Π.Κ. και περιλαμβάνει κτίριο ή χώρο στο οποίο έχει πρόσβαση το κοινό, είτε χωρίς όρους, είτε με όρους πληρωμής. Κατά την κρίση μου, το πρακτορείο στοιχημάτων, το οποίο βρισκόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, εν ώρα λειτουργίας, αποτελεί γενικά χώρο ανοικτό προς το κοινό και άρα εμπίπτει στην έννοια του όρου «δημόσιος χώρος»[6]. Περαιτέρω, η φράση που ξεστόμισε ο κατηγορούμενος προς τους αστυνομικούς, ήτοι «police fuck police», ήταν σαφώς υβριστική, μόνο έτσι θα μπορούσε να εκληφθεί από κάποιο πρόσωπο που την άκουγε και θα μπορούσε, άρα, να προκαλέσει τον αποδέκτη της σε επίθεση. Πληρούνται, συνεπώς, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Γ) 4η κατηγορία: ανησυχία Το άρθρο 95 του Π.Κ. στο οποίο στηρίζεται η 4η κατηγορία αναφέρει τα εξής: «Όποιος χωρίς εύλογη αιτία προκαλεί θόρυβο ή ταραχή σε δημόσιο χώρο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περίοικους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών μηνών». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (α) η πρόκληση από κάποιο πρόσωπο θορύβου ή ταραχής, (β) χωρίς εύλογη αιτία, (γ) σε δημόσιο χώρο που (δ) ενδέχεται να οδηγήσει σε ανησυχία τους περιοίκους ή να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης. Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, όταν ο Αστ. 1160 ρώτησε τον κατηγορούμενο γιατί ενοχλούσε την παραπονούμενη, ως η καταγγελία της, ο κατηγορούμενος άρχισε να «φωνάζει μεγαλοφώνως διάφορες ασυναρτησίες». Προκάλεσε, δηλαδή, με τις φωνές του θόρυβο. Όπως έχω ήδη εξηγήσει, το περιστατικό έλαβε χώρα σε δημόσιο χώρο, ως ερμηνεύεται από το άρθρο 4 του Π.Κ.. Δεν φαίνεται από το μαρτυρικό υλικό να υπήρχε κάποια «εύλογη αιτία» που να δικαιολογεί την αντίδραση του κατηγορούμενου, ούτε προωθήθηκε τέτοια εισήγηση από πλευράς της Υπεράσπισης. Εγείρεται, όμως, το ερώτημα εάν η πρόκληση του θορύβου ενδέχετο υπό τις περιστάσεις να προκαλέσει ανησυχία σε περιοίκους ή διασάλευση της ειρήνης. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και εξετάζεται σε συνάρτηση με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης[7]. Στην προκειμένη περίπτωση, η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου σε σχέση με την ένταση και τη διάρκεια των φωνών του κατηγορούμενου ήταν πολύ περιορισμένη. Ο μάρτυρας αρκέστηκε στο να αναφέρει μόνο ότι ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει διάφορες ασυναρτησίες μεγαλοφώνως και ότι τον εξύβρισε, προκαλώντας έτσι «ανησυχία». Δεν παρέθεσε περαιτέρω λεπτομέρειες ως προς αυτή την πτυχή του επίδικου περιστατικού ώστε να δύναται το Δικαστήριο να κρίνει το ίδιο κατά πόσο οι φωνές αυτές θα μπορούσαν εξ αντικειμένου να προκαλέσουν ανησυχία στους περίοικους ή διασάλευση της ειρήνης. Το ότι προκλήθηκε «ανησυχία» αποτελεί κατάληξη του ίδιου του μάρτυρα και δεν μπορεί να υιοθετηθεί, δίχως άλλο, από το Δικαστήριο. Δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία από την οποία να δύναται να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι φωνές που ακούστηκαν ήταν έντονες ή ότι κράτησαν κάποια χρονική διάρκεια ή ότι τρίτα πρόσωπα ενδεχομένως να άκουσαν ή όντως άκουσαν τις φωνές του κατηγορούμενου και ότι ανησύχησαν λόγω αυτών. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί, στο βαθμό που απαιτείται, ότι οι φωνές του κατηγορούμενου ήταν τέτοιες που ενδεχομένως να προκαλούσαν ανησυχία στους περίοικους ή διασάλευση της ειρήνης. Δ) 2η κατηγορία: αντίσταση σε όργανο τηρήσεως της τάξης Κατά τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 244(α) του ΠΚ, «όποιος- (α) επιτίθεται εναντίον άλλου με σκοπό διάπραξης κακουργήματος ή αντίστασης ή ματαίωσης της νόμιμης σύλληψης ή κράτησης του εαυτού του ή άλλου για κάποιο ποινικό αδίκημα, ή [...] είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων.». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι꞉ - Επίθεση εναντίον άλλου, - Με σκοπό αντίσταση ή ματαίωση νόμιμης σύλληψης. Το τί συνιστά επίθεση έχει εξηγηθεί πιο πάνω. Έχω ήδη αποφασίσει ότι ο κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον του Αστ.
  3. Περαιτέρω, προκύπτει από τη χρονική αλληλουχία των πραγμάτων, ήτοι ότι ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον αστυφύλακα τη στιγμή που ο τελευταίος επιχείρησε να τον συλλάβει πληροφορώντας τον προς τούτο, ότι η ενέργειά του αποσκοπούσε στον να αντισταθεί ή να αποφύγει τη σύλληψή του. Όσον αφορά το ζήτημα του κατά πόσο η σύλληψη ήταν «νόμιμη», η σύλληψη χωρίς δικαστικό ένταλμα επιτρέπεται για αυτόφωρο αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση. Η εξουσία ενός αστυνομικού οργάνου να συλλαμβάνει αυτόφωρα ένα πολίτη διέπεται από το άρθρο 14 του Κεφ.155, οι πρόνοιες του οποίου ερμηνεύονται υπό το φως των προνοιών του Άρθρου 11

(3)του Συντάγματος. Το αυτόφωρο του αδικήματος παραπέμπει σε διάπραξη αδικήματος ή ενέργεια τέτοια που δεν αφήνει αμφιβολία στο αστυνομικό όργανο ή σε ένα αντικειμενικό λογικό παρατηρητή ότι έχει διαπραχθεί αδίκημα. Η διάπραξη του αδικήματος και η σύλληψη πρέπει να ακολουθούν η μια την άλλη χρονικά, άμεσα και σε αλληλουχία («directly in point of time and in sequence»)[8]. Αν η σύλληψη είναι παράνομη τότε ο συλληφθείς δικαιούται να αντισταθεί[9]. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος έσπρωξε τον Αστ. 1160 (Μ.Κ.1) όταν ο ίδιος επιχείρησε να τον συλλάβει για το αυτόφωρο αδίκημα της δημόσια εξύβρισης και της πρόκλησης ανησυχίας σε δημόσιο χώρο. Προηγουμένως, όταν ο Μ.Κ.1 ρώτησε τον κατηγορούμενο γιατί ενοχλούσε την υπάλληλο του πρακτορείου εκείνος άρχισε να φωνάζει «διάφορες ασυναρτησίες» και τον εξύβρισε στην αγγλική γλώσσα με τη φράση «police fuck police». Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης αλλά και το αδίκημα της πρόκλησης ανησυχίας επισύρουν ποινή φυλάκισης με βάση τις αντίστοιχες πρόνοιες του Π.Κ. Το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης διαπράχθηκε στην παρουσία του Αστ. 1160 και άρα ο ίδιος νομιμοποιείτο να τον συλλάβει σύμφωνα με της πρόνοιες του άρθρου 14 του Κεφ.
  1. Η υπό κρίση σύλληψη του κατηγορούμενου, τουλάχιστον σε σχέση με το ένα εκ των δύο αδικημάτων για τα οποία συνελήφθη, ήταν, συνεπώς, νόμιμη. Σημειώνω ότι δεν αμφισβητήθηκε η νομιμότητα της σύλληψης από πλευράς της Υπεράσπισης για κανένα από τα δύο αδικήματα. Πληρούνται, λοιπόν, σωρευτικά τα συστατικά στοιχεία και αυτού του αδικήματος. Κατάληξη Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη διάπραξη των αδικημάτων που αφορούν στις κατηγορίες αρ. 1, 2 και 5, αλλά όχι τη διάπραξη του αδικήματος που αφορά στην κατηγορία αρ.
  2. Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος για τις κατηγορίες αρ. 1, 2 και 5 και αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία αρ.
  3. [Υπ.] ........ Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Woolmighton ν. D.P.P.
(1935)AC 462, Τούμπας ν Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 [2] Το αδίκημα του άρθρου 244(β) όσον αφορά την επίθεση εναντίον οργάνου τήρησης της τάξης είναι πανομοιότυπο με το αδίκημα που προβλέπει το άρθρο 89
(1)του αγγλικού Police Act 1996. Ανάλυση αυτού γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice 2003 σελ. 171 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα, τα οποία ισχύουν κατ' αναλογία και στην παρούσα υπόθεση: «Actus Reus B2.25 An offence under the Police Act 1996, s. 89, must involve an assault or battery (as defined in B2.5 et seq.) and it must be proved that the victim was a police or prison officer (of any rank) acting in the execution of his duty, or a person assisting such an officer. As to assaults on members of international joint investigation teams, see the Police Act 1996, s. 89
(4), as inserted by the Police Reform Act 2002, s. 104. An off-duty police officer may act in the course of duty if a breach of the peace or other incident occurs which justifies immediate action on his part (see Albert v Lavin [1982] AC 546) but it is essential in all cases that the officer is shown to have been acting lawfully, because even a minor, technical and inadvertent act of unlawfulness on his part will mean that he cannot have been acting in the execution of his duty (Riley v DPP
(1989)91 Cr App R 14; Kerr v DPP [1995] Crim LR 394). Mens Rea B2.26 The mens rea required in respect of this offence is no different from that required in respect of common assault or battery. The defendant need not know, or even have reason to suspect, that his victim is a police officer or that the officer is acting in the execution of his duty (Forbes
(1865)10 Cox CC 362; Blackburn v Bowering [1994] 1 WLR 1324). In this respect, the offence is one of strict liability». [3] Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 [4] βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 [5] Βλ. ΚΩΣΤΑ ΝΕΟΚΛΗ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 174/2022, 31/10/2023 [6] Βλ. Νίκη Μιχαήλ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 362 [7] Βλ. Ηροδότου v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 373 [8] Kyriakides v. The Republic 1R.S.C.C.66 [9] Φωτίου ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 192/2014, ημερομηνίας 6.9.2015 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.