Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ν. Μ., Αρ. Υπόθεσης: 8040/20, 15/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8040/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ν. Μ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 15.11.2024 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νικολάου Για Κατηγορούμενο: κ. Γαβριηλίδης Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 24.09.2019 απείλησε την παραπονούμενη, Λ.Κ., με τη φράση «Εννα σε διαλύσω, εννα σε κόψω κομματούθκια». Για να αποδείξει την υπόθεση της η Κατηγορούσα Αρχή παρουσίασε δύο μάρτυρες ενώ, με τη σειρά του, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως στο Δικαστήριο. Παραθέτω συνοπτικά τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου: Μ.Κ.1 - Αστ. 3359, Μ.Χ. Ο μάρτυρας υιοθετώντας κατάθεσή του ημερομηνίας 03.02.20 (Τεκμήριο 1), παρέθεσε τις ενέργειες στις οποίες προέβη για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, η παραπονούμενη είχε καταγγείλει το περιστατικό στην αστυνομία στις 25.09.2019, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, και ζήτησε όπως γίνουν συστάσεις στον κατηγορούμενο και καταχωρηθεί το περιστατικό στο αρχείο της αστυνομίας για μελλοντική χρήση. Την 01.10.2019, η παραπονούμενη μετέβη και πάλι στον αστυνομικό σταθμό και, προβαίνοντας σε συμπληρωματική κατάθεση, ανέφερε ότι άλλαξε γνώμη και επιθυμούσε την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στις 05.10.2019 (Τεκμήριο 2) και κατηγορήθηκε γραπτώς (Τεκμήριο 3). Αντεξεταζόμενος, ρωτήθηκε εάν εξέτασε κατά πόσο όντως έλαβε χώρα τηλεφώνημα μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης κατά τον επίδικο χρόνο και ο μάρτυρας απάντησε πως όχι. Μ.Κ.2 - Λ.Χ./παραπονούμενη Η παραπονούμενη υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο δύο καταθέσεων που έδωσε στην αστυνομία με ημερομηνίας 25.09.2019 και 05.10.2019 (Τεκμήρια 4Α και 4Β). Κατέθεσε ότι διατηρούσε σχέση με τον κατηγορούμενο για 9 χρόνια περίπου, πριν από το επίδικο συμβάν, στο μεσοδιάστημα χώρισαν επειδή, όπως είπε η παραπονούμενη «την κτυπούσε, την έβριζε και έπαιζε καζίνο» αλλά τα ξαναβρήκαν αργότερα. Μαζί απέκτησαν ένα κοριτσάκι, ηλικίας τότε 7 ετών. Τον Αύγουστο του 2019 άρχισαν και πάλι να έχουν προβλήματα στη σχέση τους, σύμφωνα με την ίδια λόγω της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου ο οποίος συχνά εκνευριζόταν, φώναζε και έβριζε στο σπίτι, με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να φύγει από την οικία όπου διέμεναν στις 17.09.2019 και να μετακομίσει στο πατρικό της σπίτι. Από τότε που έφυγε από το σπίτι, το κοριτσάκι διέμενε μαζί με τη μητέρα του αλλά ο κατηγορούμενος έβλεπε καθημερινά το παιδί και το φρόντιζε όταν δούλευε η παραπονούμενη. Η παραπονούμενη εργαζόταν ως προπονήτρια ιππασίας σε φάρμα αλόγων. Στις 24.09.2019, περί η ώρα 16:15, η παραπονούμενη πήρε το κοριτσάκι στον κατηγορούμενο για να την προσέχει και να την μεταφέρει στα φροντιστήριά της ενώ εκείνη θα εργαζόταν και θα επέστρεφε να την παραλάβει κατά τις 20:00 το βράδυ. Στις 19:30 όταν η παραπονούμενη ξεκίνησε με το όχημά της για να φύγει από την εργασία της, πρόσεξε ότι στο χώρο στάθμευσης βρισκόταν το όχημα του κατηγορούμενου. Έφεξε με τα φώτα του οχήματός της προς το όχημα του κατηγορούμενου και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε κανείς μέσα. Η ίδια σκέφθηκε ότι για να είχε έρθει ο κατηγορούμενος στο χώρο εργασία της, χωρίς να την ειδοποιήσει προηγουμένως, δεν θα είχε «καλό σκοπό», φοβήθηκε και ξεκίνησε να φύγει με το όχημά της. Αφού απομακρύνθηκε λίγο από τη φάρμα, πήρε τηλέφωνο τον κατηγορούμενο και τον ρώτησε γιατί βρισκόταν στην εργασία της, ο ίδιος άρχισε να της φωνάζει λέγοντάς της ότι την είδε να κάνει έρωτα με άλλους άντρες, οι οποίοι την κατέβασαν από άλλο αυτοκίνητο, την αποκάλεσε «πουτάνα», την απείλησε λέγοντάς της «εννα σε διαλύσω» και «εννα σε κόψω κομματούθκια» και της είπε ότι δεν θα ξαναέβλεπε το μωρό τους. Κατά τη συνομιλία τους, η παραπονούμενη άκουσε και το μωρό της να κλαίει και κατάλαβε ότι βρισκόταν μαζί με τον κατηγορούμενο. Στο άκουσμα των απειλών η παραπονούμενη φοβήθηκε και πήρε τηλέφωνο στο 112 για να καταγγείλει στην αστυνομία το περιστατικό. Την ένωσαν με αστυνομικό σταθμό στις Αγγλικές Βάσεις και τότε η παραπονούμενη έκλεισε το τηλέφωνο. Πήρε τηλέφωνο ένα ξάδελφό της και του ζήτησε να επικοινωνήσει με τον κατηγορούμενο ώστε να περάσει να πάρει το μωρό από τον κατηγορούμενο και να το φέρει σπίτι. Τηλεφώνησε και σε μία ξαδέλφη της, η οποία ήταν γνωστή στο παιδί, ώστε να πάει και αυτή μαζί του για να πάρουν το παιδί. Μετά από δυόμιση ώρες, ο κατηγορούμενος τελικά πείστηκε να αφήσει το παιδί στους ξαδέλφους της παραπονούμενης με την προϋπόθεση ότι θα διανυκτέρευε στο σπίτι της ξαδέλφης της και όχι στο δικό της. Η παραπονούμενη μετέβη στο σπίτι της ξαδέλφης της για να διαπιστώσει εάν το παιδί ήταν καλά και έπειτα πήγε σε σταθμό στις Βάσεις για να καταγγείλει το περιστατικό. Την παρέπεμψαν στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, όταν πήγε εκεί την παρέπεμψαν στον αστυνομικό σταθμό Γερμασόγειας και από εκεί την παρέπεμψαν στον Αστυνομικό Σταθμό Μονής. Επιθυμία της αρχικά ήταν όπως γίνουν «αυστηρές συστάσεις» στον κατηγορούμενο για τη συμπεριφορά του αλλά, έπειτα, αφού μίλησε με το δικηγόρο της και το ψυχολόγο της, μετέβη και πάλι στον αστυνομικό σταθμό Μονής την 01.10.2019 και ζήτησε όπως διωχθεί ποινικά ο κατηγορούμενος. Ανέφερε ότι σήμερα δεν διατηρούν σχέσεις με τον κατηγορούμενο, υπήρξε κάποια διακοπή στην επικοινωνία του κατηγορούμενου με το παιδί του αλλά κατόπιν επιθυμίας του παιδιού, τον τελευταίο χρόνο, το είδες κάποιες φορές. Κατά την αντεξέταση υποδείχθηκε στην παραπονούμενη ότι στην πρώτη κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία ανέφερε ότι είχε φύγει από το σπίτι, στο οποίο συζούσαν με τον κατηγορούμενο στις 17.09.2019 ενώ στη δεύτερη ότι είχε φύγει στις 16.09.
- Η παραπονούμενη απάντησε ότι δεν θυμόταν ακριβώς την ημερομηνία που έφυγε αλλά ότι ήταν μια από εκείνες τις μέρες. Παρά το ότι ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της σχέσης του υπήρξε βίαιος προς την παραπονούμενη, εντούτοις εφόσον δεν ήταν επικίνδυνος προς το παιδί και επειδή η παραπονούμενη δεν είχε άλλη επιλογή, πέραν κάποιων περιπτώσεων που μπορούσε να τη βοηθήσει κάποια ανιψιά της, έπαιρνε το παιδί τους σχεδόν καθημερινά στον κατηγορούμενο για να το μεταφέρει στα φροντιστήρια και να το προσέχει όσο η ίδια βρισκόταν στην δουλειά. Υποβλήθηκε στην παραπονούμενη ότι ο λόγος που κατήγγειλε τον κατηγορούμενο εκείνη τη νύχτα δεν ήταν επειδή την απείλησε αλλά επειδή όντως διατηρούσε σχέση με κάποιο συνάδελφό της με τον οποίο, μάλιστα, παντρεύτηκε μετέπειτα και θεώρησε ότι με αυτό τον τρόπο δεν θα είχε η ίδια κάποιες επιπτώσεις στην εργασία της. Η παραπονούμενη αρνήθηκε αυτή την υποβολή επιμένοντας ότι κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Διευκρίνισε ότι ο νυν σύζυγός της δεν εργαζόταν στην ίδια φάρμα, αλλά σε διπλανή φάρμα και ήρθαν πιο κοντά περίπου από ένα χρόνο μετά το επίδικο συμβάν και όχι προηγουμένως. Της υποβλήθηκε, επίσης, ότι εκείνο το βράδυ είναι ο κατηγορούμενος που προσπαθούσε να της τηλεφωνήσει και η ίδια δεν απαντούσε και ότι η ίδια ποτέ δεν τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο. Η παραπονούμενη απάντησε ότι δεν θυμάται πλέον έπειτα από τόσα χρόνια εάν είναι εκείνη ή εκείνος που της τηλεφώνησε. Δείχνοντας τις καταθέσεις που έδωσε στην αστυνομία είπε ότι αυτά είναι «πιο έγκυρα» και διαβάζοντάς τα θυμήθηκε το πολύ έντονο συναίσθημα φόβου που ένιωσε. Σε άλλο σημείο ανέφερε «με έβριζε, με απειλούσε, ήταν κάτι πολλά έντονο, πολλά αγχωτικό. Έμεινα στο σπίτι του αδελφού μου εκείνη τη μέρα γιατί φοβήθηκα για τη ζωή μου». Κατηγορούμενος Υιοθετώντας το περιεχόμενο της κατάθεσής του ημερομηνίας 05.10.2019, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι διατηρούσε σχέση με την παραπονούμενη για πολλά χρόνια και ότι χώρισαν περί το μέσα Αυγούστου του
- Μαζί απέκτησαν ένα κοριτσάκι, το οποίο, έπειτα από το χωρισμό τους, ο κατηγορούμενος έβλεπε καθημερινά. Στις 24.09.2019, το απόγευμα, ο κατηγορούμενος είχε την επίβλεψη της κόρης του ενόσω η παραπονούμενη εργαζόταν την οποία μετέφερε σε απογευματινό μάθημα που είχε και έπειτα σε ένα κατάστημα παιγνιδιών και σε ένα εστιατόριο. Περί η ώρα 19:30 το βράδυ, λόγω του ότι το παιδί ζητούσε τη μητέρα του, ο κατηγορούμενος την πήρε τηλέφωνο και αφού δεν απαντούσε, αποφάσισε να μεταβεί στην εργασία της μαζί με το παιδί, ώστε να τη δει το παιδί και να ηρεμήσει. Στάθμευσε το όχημά του στον πάνω χώρο στάθμευσης της φάρμας αλόγων και μετέβηκε στο κάτω μέρος, όπου ήταν σταθμευμένο το όχημα της παραπονούμενης. Ο χώρος ήταν σκοτεινός και είδε ότι οι στάβλοι των αλόγων ήταν κλειστοί. Είδε φως σε ένα από τα δωμάτια, πήγε εκεί και αφού ρώτησε κάποιο συνάδελφο της παραπονούμενης, τον "Sunny" που βρισκόταν η παραπονούμενη, εκείνος του είπε ότι η παραπονούμενη βρισκόταν στο διπλανό στάβλο και έκανε μπάνιο. Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι εκεί εργαζόταν ο «Samir». Ο κατηγορούμενος παραξενεύτηκε και ζήτησε από το Sunny να τον πάρει στο σημείο που έκανε μπάνιο η παραπονούμενη αλλά του ζήτησε να μην της τηλεφωνήσει, ούτε να της στείλει κάποιο μήνυμα. Ο Sunny τον οδήγησε στο διπλανό στάβλο και αφού κτύπησαν τις πόρτες όπου έμεναν οι υπάλληλοι, οι υπάλληλοι, συμπεριλαμβανομένου του Samir, του είπαν ότι η παραπονούμενη δεν βρισκόταν εκεί. Απ' όπου βρισκόταν ο κατηγορούμενος, μπορούσε να δει από μακριά (σε απόσταση 500 μέτρων περίπου), το χώρο στάθμευσης των οχημάτων. Είδε ένα όχημα να κινείται προς τον κάτω χώρο στάθμευσης και την παραπονούμενη να κατεβαίνει από το όχημα και να περπατά προς το αυτοκίνητό της. Αμέσως, η παραπονούμενη εισήλθε στο όχημά της και έφυγε βιαστικά. Ο κατηγορούμενος υποψιάστηκε ότι κάτι ύποπτο έκανε η παραπονούμενη. Ένα λεπτό αργότερα και ενώ ο κατηγορούμενος προχωρούσε κρατώντας το παιδί στην αγκαλιά του και πήγαινε προς το όχημά του, τον πήρε τηλέφωνο η παραπονούμενη και του είπε «Τι γυρεύκεις στη δουλειά μου ρε μαλάκα». Ο κατηγορούμενος της είπε ότι τη γυρεύει το παιδί και να επιστρέψει να την πάρει αλλά η παραπονούμενη του είπε ότι είχε εισέλθει στον αυτοκινητόδρομο. Ο κατηγορούμενος «πάνω στα νεύρα του» την ρώτησε ποιος ήταν αυτός που την έφερε με το όχημά του και η παραπονούμενη του έκλεισε το τηλέφωνο. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να μιλήσει και πάλι μαζί της στο τηλέφωνο αλλά η ίδια δεν ανταποκρινόταν. Μετά από δεκαπέντε λεπτά, ενώ πήγαινε σπίτι του με το παιδί, τον πήρε τηλέφωνο η ξαδέλφη της παραπονούμενης και του ζήτησε να περάσει από το σπίτι του και να πάρει το παιδί. Ο ίδιος της είπε να μην έρθει και να έρθει να το πιάσει η παραπονούμενη. Αφού έφθασαν σπίτι, η ξαδέλφη της παραπονούμενης έφθασε στο σπίτι του κατηγορούμενου μαζί με ένα άλλο ξάδελφο της και τον παρακάλεσαν να τους δώσει το παιδί για να κοιμηθεί στο σπίτι τους. Ο ίδιος επέμενε ότι ήθελε να έρθει η παραπονούμενη εκεί για να πιάσει το παιδί αλλά δεν την πήρε τηλέφωνο, ούτε η ίδια του τηλεφώνησε. Τελικά αποδέχτηκε να δώσει το παιδί στην ξαδέλφη της παραπονούμενης. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ποτέ δεν απείλησε την παραπονούμενη και ότι πιστεύει ότι η παραπονούμενη έκανε την καταγγελία για να φαίνεται εκείνη το θύμα και εκείνος ο «κακός» για να μη γίνει ρεζίλι στους γνωστούς της, λόγω του ότι αντί να εργάζεται εκείνο το βράδυ, βρισκόταν με κάποιον άλλο. Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος κατέθεσε ότι, παρά τα προβλήματα, οικονομικής κυρίως φύσεως που είχαν στη σχέση τους, ο λόγος που χώρισαν περί τον Αύγουστο του 2019 ήταν επειδή υπήρχε τρίτο πρόσωπο στη σχέση τους, το οποίο προερχόταν από τον εργασιακό της χώρο και «της έταζε ουρανούς τζι' αστέρια». Το αντιλήφθηκε από κάποιες αναφορές του παιδιού, ότι όταν πήγαιναν στο Μόλο με την παραπονούμενοι «έρκουνται δυο μαύροι τζαι της κάμνουν χειραψία». Ερωτηθείς πώς αντέδρασε όταν αντιλήφθηκε ότι υπήρχε τρίτο πρόσωπο στη σχέση τους, ο κατηγορούμενος απάντησε: «Είπα Θεέ μου, εκέρδισε το τζόκερ μου, να φύει μακριά που εμένα». Το βράδυ τις 24.09.19, εφόσον η παραπονούμενη δεν απαντούσε το τηλέφωνό της, αποφάσισε να πάρει το παιδί στην εργασία της. Ρωτήθηκε γιατί θεώρησε ότι η παραπονούμενη βρισκόταν ακόμη στην εργασία της και όχι στο σπίτι, λόγω της ώρας, και ο κατηγορούμενος απάντησε ότι εάν η παραπονούμενη είχε τελειώσει την εργασία της θα τον ειδοποιούσε. Αρνήθηκε ότι επισκέφθηκε το χώρο εργασίας της παραπονούμενης για να ελέγξει κατά πόσο αυτή όντως εργαζόταν ή όχι. Είπε: «Δεν μου πέρασε που το μυαλό μου τούτο το πράμα γιατί είπαμε, τζαι μες τη δουλειά να κάμνουμε τα έσχατα;». Όταν πλέον πληροφορήθηκε από το Sunny ότι η παραπονούμενη βρισκόταν στο διπλανό στάβλο και έκανε μπάνιο και όταν πλέον την είδε, λίγα λεπτά αργότερα, στο χώρο στάθμευσης να κατεβαίνει από άλλο όχημα και να πηγαίνει προς το δικό της, επιβεβαιώθηκαν οι υποψίες του ότι η παραπονούμενη διατηρούσε σχέση με άλλο πρόσωπο. «Επαντρευτήκαν οι κουβέντες» ως ανέφερε. Εντούτοις, σε υποβολή που του έγινε ότι, κατά την τηλεφωνική συνομιλία που ακολούθησε, ο ίδιος ήταν θυμωμένος και ξεστόμισε προς την παραπονούμενη τις επίδικες φράσεις, ο κατηγορούμενος επέμεινε ότι δεν απείλησε την παραπονούμενη. Εξήγησε ότι δεν τον ενδιέφερε εάν η παραπονούμενη διατηρούσε σχέση με άλλο πρόσωπο. «Ήταν καρκίνος για εμένα. Ήθελα να φύγει από πάνω μου τζαι ευτυχώς που την ήβρε ο Άραβας γιατί έπιασε τζείνος τον καρκίνο. Εμένα εκέρδισε το τζόκερ μου» είπε. Αυτή ήταν η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Με το πέρας της παράθεσης της μαρτυρίας, οι δύο πλευρές αγόρευσαν στο Δικαστήριο προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Έχω αποτιμήσει τα όσα έχουν αναφέρει και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Αξιολόγηση Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία, και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή κακό μνημονικό τους και, γενικότερα, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, προτού χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί αν είναι ή όχι αξιόπιστη[1], με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αποδεικνύει οτιδήποτε[2]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία[3]. Δεν είναι ορθή η μικροσκοπική εξέτασή της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας ως αναξιόπιστο[4]. Μόνο όταν διαπιστωθεί ότι μαρτυρία που παρουσίασε ο διάδικος περιέχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας, μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο που αφορά στο βάρος και επίπεδο απόδειξης[5]. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 ήταν τυπικής φύσεως και τα όσα κατέθεσε ως προς τις ενέργειες στις οποίες προέβη κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά της Υπεράσπισης. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Κεντρικός πυρήνας, βεβαίως, στην υπόθεση της κατηγορούσας αρχής υπήρξε η μαρτυρία της παραπονούμενης, ΜΚ
- Λόγω του ότι αυτή αποτελεί την μόνη ενοχοποιητική μαρτυρία που παρουσιάστηκε εναντίον του κατηγορούμενου, το Δικαστήριο οφείλει να την προσεγγίσει με ιδιαίτερη προσοχή και διερευνητική διάθεση, χωρίς όμως προκατάληψη, προειδοποιώντας τον εαυτό του ως προς τον κίνδυνο που ελλοχεύει σε περίπτωση καταδίκης του κατηγορούμενου βασιζόμενο στη μαρτυρία ενός μόνο προσώπου. Η νοητική αυτή άσκηση από μέρους του Δικαστηρίου δεν γίνεται με μηχανιστικό τρόπο αλλά ουσιαστικά. Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου και με ιδιαίτερη προσοχή, αλλά χωρίς προκατάληψη, προχωρώ να εξετάσω τη μαρτυρία της παραπονούμενης: Η παραπονούμενη άφησε στο Δικαστήριο πολύ θετική εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Κατέθεσε με ευθύτητα και αμεσότητα στο Δικαστήριο, απαντούσε στις ερωτήσεις που της υποβάλλονταν με πηγαίο τρόπο, χωρίς υπεκφυγές ή υπερβολές και δεν διαπίστωσα οποιεσδήποτε ουσιώδης αντιφάσεις στα λεγόμενά της. Το γεγονός ότι δεν θυμόταν την ακριβή ημερομηνία του χωρισμού τους με τον κατηγορούμενο, πριν από το επίδικο συμβάν, δίδοντας δύο διαφορετικές ημερομηνίες, την 16 και 17.08.2019, δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ουσιαστικό ρόλο στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ούτε αρκεί για να κλονίσει την αξιοπιστία της. Ομοίως, ούτε το γεγονός ότι, κατά την αντεξέτασή της, όταν της υποβλήθηκε ότι δεν ήταν η ίδια που τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο αλλά ότι ήταν εκείνος που της τηλεφώνησε, η ίδια απάντησε ότι λόγω του χρόνου που έχει περάσει δεν μπορεί να θυμάται με βεβαιότητα αυτό το σημείο και παρέπεμψε στα όσα κατέθεσε τότε στην αστυνομία, αρκεί για να κλονίσει την αξιοπιστία της. Είναι λογικό και αναμενόμενο ότι ένα μάρτυρας αφενός λόγω της έντασης που επικρατούσε κατά τον επίδικο χρόνο αλλά και λόγω του χρόνου που είχε παρέλθει από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι την κατάθεσή του στο Δικαστήριο, μπορεί να ξεχάσει κάποια ασήμαντα γεγονότα που περιβάλλουν ένα συμβάν και να μην μπορεί να τα παραθέσει με βεβαιότητα στο Δικαστήριο ενόρκως. Όπως ανέφερε και η ίδια, αυτό που θυμάται με βεβαιότητα ήταν τα όσα της είπε ο κατηγορούμενος και τα συναισθήματα φόβου που ένιωσε εκείνη τη στιγμή. Εν πάση περιπτώσει, ως επιβεβαίωσε και ο κατηγορούμενος όταν κατέθεσε στο Δικαστήριο, η παραπονούμενη όντως του τηλεφώνησε λίγα λεπτά αφότου αποχώρησε από το χώρο στάθμευσης της εργασίας της εκείνο το βράδυ και άρα αυτός ο ισχυρισμός της δεν αμφισβητείται από την πλευρά της Υπεράσπισης. Πέραν των πιο πάνω, δεν εντόπισα οποιεσδήποτε αντιφάσεις στη μαρτυρία της παραπονούμενης, ούτε υποδείχθηκαν οποιεσδήποτε αντιφάσεις από την πλευρά της Υπεράσπισης κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Τα όσα παρέθεσε η παραπονούμενη στο Δικαστήριο είχαν λογική συνοχή και αληθοφάνεια, ενώ με εξαίρεση τον ισχυρισμό της ότι ο κατηγορούμενος την απείλησε μέσω τηλεφώνου, όλα τα υπόλοιπα γεγονότα που περιβάλλουν το επίδικο συμβάν επιβεβαιώνονται και από την εκδοχή του κατηγορούμενου. Δεν αμφισβητήθηκε ότι στις 24.09.2019 ο κατηγορούμενος βρισκόταν μαζί με το παιδί τους και περίμεναν την παραπονούμενη να ολοκληρώσει την εργασία της για να περάσει να το πάρει. Δεν αμφισβητήθηκε ότι ο κατηγορούμενος μετέβη εκείνο το βράδυ στο χώρο εργασίας της παραπονούμενης χωρίς να την ειδοποιήσει προηγουμένως. Λογική υπό τις περιστάσεις φαίνεται και η εξήγηση που έδωσε η παραπονούμενη ως προς το γιατί έφυγε από την εργασία της και δεν παρέμεινε εκεί για να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο. Λαμβανομένου υπόψη ότι αυτοί είχαν ήδη χωρίσει και ότι ο κατηγορούμενος μετέβη στην εργασία της χωρίς να την προειδοποιήσει, θεώρησε η παραπονούμενη ότι η παρουσία του εκεί δεν ήταν για «καλό σκοπό» και προτίμησε να απομακρυνθεί από το χώρο, για να αποφύγει οποιεσδήποτε εντάσεις. Τον πήρε, όμως, τηλέφωνο, αμέσως μόλις απομακρύνθηκε λίγο για να τον ρωτήσει γιατί βρισκόταν εκεί. «Ευτυχώς που δεν είχα σταματήσει γιατί θα μου έκανε κακό μπροστά στα μάτια του παιδιού μου» είπε. Ως ανέφερε, κατά την τηλεφωνική τους συνομιλία, ο κατηγορούμενος ήταν πολύ θυμωμένος και φώναζε. Την ύβριζε και την απείλησε με τις επίδικες φράσεις. Τα συναισθήματα φόβου και ανησυχίας που ένιωσε έπειτα από το εν λόγω τηλεφώνημα η παραπονούμενη, η οποία γνώριζε - λόγω της μακροχρόνιας σχέσης της με τον κατηγορούμενο - τον οξύθυμό του χαρακτήρα, πέραν από τον πειστικό τρόπο που περιεγράφηκαν στο Δικαστήριο, επιμαρτυρούνται και από το γεγονός ότι η ίδια μετέβη λίγο αργότερα (κατά τα μεσάνυχτα - βλ. Τεκμήριο 1) στην αστυνομία για να καταγγείλει τις εν λόγω απειλές. Μάλιστα, η ίδια ζήτησε όπως του γίνουν «αυστηρές συστάσεις» από την αστυνομία και ότι δεν επιθυμούσε όπως διωχθεί ποινικά ο κατηγορούμενος. Εφόσον, βάσει των όσων της είχε αναφέρει ο ξάδελφός της, ο κατηγορούμενος ήταν μεθυσμένος εκείνο το βράδυ, ζήτησε όπως του γίνουν συστάσεις από την αστυνομία την επόμενη μέρα όταν θα ήταν ξεμέθυστος. Αυτό υποδηλώνει ότι η πρώτη της αντίδραση δεν ήταν να εμπλέξει τον κατηγορούμενο σε ποινικής φύσεως υπόθεση αλλά, μέσω συστάσεων της αστυνομίας, να τον αποτρέψει από το να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες εναντίον της, προσδίδοντας, έτσι, πειστικότητα στην καταγγελία της. Περαιτέρω, ως προκύπτει από τα γεγονότα που ακολούθησαν του επίδικου τηλεφωνήματος (τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν ούτε από την Υπεράσπιση), η παραπονούμενη ζήτησε τη βοήθεια συγγενικών της προσώπων για να μιλήσουν με τον κατηγορούμενο και να περάσουν από την οικία του για να πάρουν το παιδί στο σπίτι τους. Ο κατηγορούμενος, μάλιστα, δεν ήθελε να παραδώσει το παιδί στη ξαδέλφη της παραπονούμενης αρχικά και επέμενε όπως περάσει η ίδια η παραπονούμενη να το πάρει από το σπίτι του, προφανώς λόγω του ότι ήθελε να τη δει καθώς και να παραδεχτεί ότι συνευρέθηκε ερωτικά με τρίτο πρόσωπο εκείνο το βράδυ. Τελικά, συμφώνησε να το παραδώσει στη ξαδέλφη της παραπονούμενης με τον όρο ότι το παιδί θα διανυκτέρευε στο σπίτι της και όχι στο σπίτι της παραπονούμενης, στοιχείο ενδεικτικό του θυμού του κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη, της γενικότερης έντασης που επικρατούσε μεταξύ τους και κάποιας εκδικητικής διάθεσης προς το πρόσωπό της. Η όλη στάση του κατηγορούμενου έπειτα από το τηλεφώνημα και η επείγουσα ανάγκη διαμεσολάβησης τρίτων συγγενικών προσώπων για τη μεταφορά του παιδιού συνάδουν με την εκδοχή της παραπονούμενης, ότι δηλαδή κατά τη τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος την απείλησε και η ίδια φοβόταν να τον αντικρίσει εκείνο το βράδυ. Δεν συνάδουν με την εκδοχή του κατηγορούμενου, ότι κατά τη συνομιλία τους ο ίδιος απλά τη ρώτησε ποιο ήταν το πρόσωπο που την μετέφερε στο χώρο στάθμευσης, χωρίς να ειπωθεί οτιδήποτε περαιτέρω μεταξύ τους και δη απειλητικού χαρακτήρα. Η παραπονούμενη εξήγησε, επίσης, ότι λίγες μέρες έπειτα από την αρχική καταγγελία που έκανε στην αστυνομία, λόγω του ότι άκουγε από τρίτους πως ο κατηγορούμενος συνέχιζε να απειλεί ότι θα τη σκοτώσει και ότι θα της κάνει κακό, μίλησε με τη ψυχολόγο της καθώς και το δικηγόρο της και αποφάσισε να μεταβεί στον αστυνομικό σταθμό για να προωθήσει επίσημα την καταγγελία εναντίον του. Και αυτή η θέση της παραπονούμενης προβάλλει ως αληθοφανής και πειστική. Εάν ο σκοπός της παραπονούμενης ήταν να προωθηθεί ποινική διαδικασία εναντίον του κατηγορούμενου εξαρχής, δεν είχε κανένα λόγο να δηλώσει αρχικά την επιθυμία της όπως του γίνουν απλά συστάσεις. Συνάγεται ότι αρχικά η παραπονούμενη δεν ήθελε να δημιουργηθεί περισσότερη ένταση ή να προκληθούν περισσότερα προβλήματα στη σχέση τους, μέσω της ποινικής δίωξης του κατηγορούμενου αλλά συνάμα επιθυμούσε να λάβει κάποια προστασία από τις αστυνομικές αρχές λόγω του φόβου που ένιωθε προς το πρόσωπο το κατηγορούμενου εκείνο το βράδυ. Μετέπειτα, όταν είχε λόγους να φοβάται ότι συνέχιζε να κινδυνεύει από τον κατηγορούμενο, μετέβη στον αστυνομικό σταθμό για να δώσει εκ νέου κατάθεση, με πιο πολλές λεπτομέρειες ως προς το συμβάν (οι οποίες όμως δεν προσκρούουν στα όσα είχε καταθέσει αρχικά) και να ζητήσει την ποινική του δίωξη. Ένα ακόμη σημείο που προσδίδει πειστικότητα στην μαρτυρία της παραπονούμενης είναι το γεγονός ότι κατά την κατάθεση της στο Δικαστήριο, η ίδια δεν φαινόταν να διακατέχεται από εχθρικά συναισθήματα έναντι του κατηγορούμενου. Λόγω του χρόνου που είχε παρέλθει, δεν νιώθει απειλή πλέον από τον κατηγορούμενο, έχουν διακόψει επαφές μεταξύ τους και δεν φαινόταν ότι την απασχολούσε πλέον η τιμωρία του κατηγορούμενου για τα όσα του καταλογίζονται. Επιθυμία της, μάλιστα, είναι όπως ο κατηγορούμενος έχει πιο συχνή επικοινωνία με το παιδί τους εφόσον, ως αναφέρθηκε, πλέον η επικοινωνία μεταξύ τους είναι αρκετά σπάνια. Είπε: «Μακάρι να ήταν σωστός και να βλέπει το μωρό όπως πρέπει, αλλά δεν ξέρω γιατί είναι έτσι». Η πλευρά της Υπεράσπισης, σε μια προσπάθεια να κλονίσει την αξιοπιστία της παραπονούμενης, ισχυρίστηκε ότι η παραπονούμενη είχε κίνητρο να προχωρήσει σε ψευδή καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου για να αποφύγει δυσμενείς επιπτώσεις που θα είχε εάν διαφαινόταν ότι διατηρούσε σχέσεις με κάποιο συνάδελφό της, εν ώρα εργασίας. Ευσεβάστως, κατά τη κρίση μου, η θέση αυτή δεν βρίσκει έρεισμα στη κοινή λογική. Εάν απώτερος σκοπός της παραπονούμενης ήταν να αποσιωπήσει το συμβάν ή τις φήμες ότι διατηρούσε σχέση με κάποιο πρόσωπο του ευρύτερου εργασιακού της περιβάλλοντος, τότε το λογικό θα ήταν να αποφύγει να εμπλέξει τόσο τρίτα συγγενικά της πρόσωπα, όσο και την αστυνομία εκείνο το βράδυ. Ήταν ευλόγως αναμενόμενο, ανεξαρτήτως του εάν αυτό έγινε ή όχι, ότι η καταγγελία στην αστυνομία θα συνεπαγόταν και λήψη καταθέσεων από πρόσωπα του επαγγελματικού περιβάλλοντος της παραπονούμενης και άρα ότι θα διδόταν στο όλο θέμα μια μεγαλύτερη διάσταση από αυτή που ήδη δημιουργήθηκε εκείνο το βράδυ λόγω της παρουσίας του κατηγορούμενου στο χώρο εργασίας της. Εν πάση περιπτώσει, η καταγγελία της παραπονούμενης στην αστυνομία για απειλές που δέχτηκε από τον κατηγορούμενο δεν αναιρεί, με οποιονδήποτε τρόπο, τις όποιες επιπτώσεις η ίδια θα είχε στον εργασιακό ή κοινωνικό της περιβάλλον, εάν καταδεικνυόταν ότι όντως διατηρούσε τότε ερωτική σχέση με κάποιο συνάδελφό της, νοουμένου ότι αυτό θεωρείτο μεμπτό στα μάτια του εργοδότη της ή των συναδέλφων της. Πρόκειται για δύο ξεχωριστά ζητήματα. Ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η παρουσία του κατηγορούμενου στο χώρο εργασίας της εκείνο το βράδυ, οδήγησε στην αποκάλυψη αυτής της σχέσης (που δεν ήταν παράλληλη εφόσον η παραπονούμενη είχε προηγουμένως χωρίσει με τον κατηγορούμενο) και πάλι δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό ποιο θα ήταν το κίνητρο της παραπονούμενης να προβεί στο ακραίο μέτρο να καταγγείλει τον κατηγορούμενο ψευδώς στην αστυνομία για απειλές εναντίον της, με τον τρόπο που μάλιστα το έπραξε, ήτοι αρχικά με μοναδικό σκοπό να του γίνουν «αυστηρές συστάσεις». Εάν ληφθεί υπόψη και η καλή συνεργασία που είχαν, έπειτα από τον τότε πρόσφατο χωρισμό τους, σε σχέση με τη φροντίδα του παιδιού κατά το χρόνο που εργαζόταν η παραπονούμενη, δεν διαφαίνεται ότι η παραπονούμενη είχε κάτι να κερδίσει από το να καταγγείλει ψευδώς τον κατηγορούμενο στην αστυνομία - μάλλον το αντίθετο ισχύει. Για τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι τη μαρτυρία της παραπονούμενης ως αξιόπιστη. Στρεφόμενος στη μαρτυρία του κατηγορούμενου, ο κατηγορούμενος περιέγραψε τη δική του εκδοχή των γεγονότων, η οποία συνάδει σε σημαντικό βαθμό με αυτή που παρέθεσε η παραπονούμενη. Είπε ότι όντως πήγε στο χώρο εργασία της στις 24.09.2019, χωρίς να το γνωρίζει η παραπονούμενη (αν και ανέφερε ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί της προηγουμένως μέσω τηλεφώνου), περιέγραψε ότι λόγω των όσων αντίκρισε εκεί επιβεβαιώθηκαν οι υποψίες του ότι εκείνη διατηρούσε σχέση με τρίτο πρόσωπο και παραδέχτηκε ότι η ίδια του τηλεφώνησε λίγα λεπτά αφότου αναχώρησε με το όχημά της από το χώρο στάθμευσης. Επίσης, συμφώνησε ότι έπειτα από το συμβάν, χρειάστηκε να μεσολαβήσουν συγγενικά πρόσωπα της παραπονούμενης ώστε να επιστραφεί το παιδί σε εκείνη το ίδιο βράδυ. Η περιγραφή των γεγονότων ως την παρέθεσε ο κατηγορούμενος, το γεγονός ότι ζήτησε από συνάδελφό της να τον οδηγήσει στο σημείο που βρισκόταν η παραπονούμενη, χωρίς όμως να την ενημερώσει προηγουμένως για την παρουσία του εκεί, το ότι κρατούσε το παιδί και περπατούσε στο σκοτάδι για να μεταβεί στο διπλανό στάβλο με σκοπό να επιβεβαιώσει τις υποψίες του ότι εκείνη διατηρούσε σχέση με τρίτο άτομο, το γεγονός ότι την είδε από κάποια απόσταση να κατεβαίνει από κάποιο άλλο όχημα για να μεταβεί στο δικό της και έπειτα το ότι η ίδια έφυγε χωρίς να του μιλήσει προηγουμένως, συνθέτουν ένα πλαίσιο γεγονότων εντός του οποίου θα ήταν εύλογα αναμενόμενο για τον ίδιο να εκνευριστεί έντονα και να μιλήσει άσχημα στην παραπονούμενη όταν η ίδια τον πήρε τηλέφωνο σχεδόν αμέσως μετά την αποχώρησή της. Δεν παραδέχτηκε, όμως, ο κατηγορούμενος ότι απείλησε την παραπονούμενη κατά την τηλεφωνική συνομιλία που είχαν. Αντί αυτού, επιχείρησε να δώσει την εντύπωση ότι για εκείνο ήταν ευτυχές ή θετικό γεγονός ότι η παραπονούμενη διατηρούσε δεσμό με άλλο πρόσωπο γιατί έτσι θα έφευγε το «καρκίνωμα», ως την αποκάλεσε, από πάνω του και θα πήγαινε στο τρίτο αυτό πρόσωπο, δηλαδή τον «Άραβα». Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ένιωσε ότι «κέρδισε το Τζόκερ». Η στάση του στο εδώλιο του μάρτυρα και οι φράσεις που χρησιμοποίησε αναφερόμενος προς το πρόσωπο της παραπονούμενης καταδεικνύουν τα αισθήματα θυμού, εχθρότητας και απαξίωσης που ακόμη νιώθει για εκείνη λόγω της πεποίθησής του ότι η ίδια σύναψε δεσμό με τρίτο πρόσωπο. Συνάμα, οι ενέργειές του κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως τις περιέγραψε ο ίδιος, δηλαδή η άφιξή του στο χώρο εργασίας της παραπονούμενης χωρίς να την ενημερώσει προηγουμένως, το γεγονός ότι ζήτησε από το Sunny να μην της τηλεφωνήσει για να την πληροφορήσει ότι τη ψάχνει, η ερμηνεία που έδωσε στα όσα είδε και άκουσε κατά την παρουσία του εκεί, αλλά και η μετέπειτα στάση του ως προς το πού θα διανυκτέρευε το παιδί και η επιμονή του όπως περάσει η παραπονούμενη από την οικία του για να το πάρει, σκιαγραφούν μια κλιμακωτή ένταση και μεγάλο εκνευρισμό από μέρους του, που δεν συνάδει με την εκδοχή που προσπάθησε να παραθέσει στο Δικαστήριο. Δεν έχω πειστεί, δηλαδή, ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο κατηγορούμενος είχε την νηφαλιότητα να αντικρίσει το περιστατικό σφαιρικά και αποσυναρτημένα από τα έντονα συναισθήματα που τον διακατείχαν ώστε να συνομιλήσει στο τηλέφωνο με την παραπονούμενη με ήρεμο τρόπο, αισθανόμενος ωσάν να «κέρδισε το Τζόκερ». Υπό το φως της υπόλοιπης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου ως προς τη φύση και το περιεχόμενο της τηλεφωνικής συνομιλίας που είχε με την παραπονούμενη στερείται πειστικότητας. Στο πλαίσιο των γεγονότων ως αυτά είχαν εκτυλιχθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο, η άρνησή του και μόνο ότι ξεστόμισε την επίδικη φράση προς την παραπονούμενη δεν αρκεί για να δημιουργήσει ρήγματα στην αξιοπιστία και πειστικότητα της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Ευρήματα Έχοντας μελετήσει και αξιολογήσει τη μαρτυρία που προσάχθηκε ενώπιον μου και έχοντας υπόψη μου το περιεχόμενο των τεκμηρίων και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: - Στις 24.09.2019, ο κατηγορούμενος που είχε πρόσφατα χωρίσει από μια μακροχρόνια σχέση που διατηρούσε με την παραπονούμενη, είχε τη φροντίδα του ανήλικου παιδιού τους ενόσω η παραπονούμενη εργαζόταν. - Περί η ώρα 19:30 το βράδυ, μετέβη στο χώρο εργασίας της μαζί με το παιδί, χωρίς να την ενημερώσει προηγουμένως. Όταν έφθασε εκεί, δεν βρήκε την παραπονούμενη και ρωτώντας υπαλλήλους έμαθε ότι εκείνη πιθανόν να βρισκόταν στο διπλανό στάβλο αλόγων και έκανε μπάνιο. Άρχισε να την αναζητά, υποψιαζόμενος ότι διατηρούσε ερωτική σχέση με κάποιο πρόσωπο που εργαζόταν εκεί. Κάποια στιγμή την είδε από κάποια απόσταση να κατεβαίνει από κάποιο άλλο όχημα, κοντά στο χώρο στάθμευσης και να εισέρχεται στο δικό της και να φεύγει. - Πολύ λίγη ώρα αργότερα, η παραπονούμενη η οποία είχε δει το όχημά του σταθμευμένο εκεί αλλά ανησύχησε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε έρθει με καλές διαθέσεις στο χώρο εργασίας της, τον πήρε τηλέφωνο για να τον ρωτήσει τί γύρευε εκεί. Τότε άρχισε ένας έντονος διαπληκτισμός μεταξύ τους στον οποίο ο κατηγορούμενος ξεστόμισε τη φράση «Εννα σε διαλύσω, εννα σε κόψω κομματούθκια». - Η παραπονούμενη φοβήθηκε. Αφού έκλεισαν το τηλέφωνο, ζήτησε τη βοήθεια συγγενικών της προσώπων για να περάσουν από την οικία του κατηγορούμενου και να πάρουν το παιδί ενώ το ίδιο βράδυ μετέβη σε αστυνομικό τμήμα για να καταγγείλει το περιστατικό. Νομική πτυχή Η Κατηγορούσα Αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει, παρουσιάζοντας αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία, τη σωρευτική συνύπαρξη των συστατικών στοιχείων του κάθε αδικήματος «πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας». Εάν στο τέλος της υπόθεσης και στη βάση του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του, μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου (αρκεί αυτή να είναι εύλογη), τότε αυτό θα πρέπει να λειτουργήσει υπέρ του κατηγορούμενου και να οδηγήσει στην απαλλαγή του από την κατηγορία που του προσάπτεται[6]. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της «απειλής» κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με το άρθρο 91Α: "Πρόσωπο το οποίο προκαλεί σε άλλον τρόμο ή ανησυχία απειλώντας τον με βία ή άλλη παράνομη πράξη ή παράλειψη, διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη." Προκύπτει ότι συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι α) η απειλή άσκησης βίας ή τέλεσης παράνομης πράξης, και β) η πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στο πρόσωπο που απειλείται. Ως έχει αναφερθεί στην πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΙΩΣΗΦ ΙΩΣΗΦ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ , ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 41/2021, 28/9/2022, ECLI:CY:AD:2022:B369, «το τι συνιστά απειλή, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Ειδικότερα, κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενο των όσων εκστομίζονται, ως και το αποτέλεσμα που αυτά προκαλούν στο πρόσωπο που απευθύνονται». Διαφωτιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κούσουλος ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 119/2021, ημερομηνίας 20.1.2022, ECLI:CY:AD:2022:B13: "Το τι συνιστά απειλή είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1, όπου εξετάστηκαν οι πρόνοιες του Άρθρου 91(γ) του Κεφ. 154, αναφέρθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου τη δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Τα αποφασισθέντα σ΄ εκείνη την υπόθεση εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία και στην παρούσα. Ως προς την πρόκληση τρόμου ή ανησυχίας στον απειλούμενο αυτό εξετάζεται με βάση την υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου. Σχετική είναι η αγγλική υπόθεση DPP v. Ramos [2000] All E.R. (D) 544, όπου εξετάστηκε το Άρθρο 4 του αγγλικού Public Order Act 1986, που αφορά το αδίκημα «fear or provocation of violence», όπου τονίστηκε ότι αυτό που έχει σημασία είναι η υποκειμενική αντίληψη του απειλούμενου, παρά τη στατιστική πιθανότητα άσκησης βίας σε σύντομο χρόνο. Ο κατηγορούμενος πρέπει να είχε πρόθεση εκφοβισμού του παραπονούμενου, έστω και αν δεν είχε σκοπό να διενεργήσει πράξη βίας ή παράνομη πράξη. Αυτή είναι η ένοχη διάνοια για τη διάπραξη του αδικήματος." Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι ο σκοπός ή η πρόθεση διάπραξης ενός ποινικού αδικήματος (εν προκειμένω η πρόθεση εκφοβισμού του προσώπου που δέχεται την απειλή) δεν είναι πάντοτε δεκτικά θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενα αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθούν με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση. Τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει[7]. Υπεισερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αντικειμενικά ιδωμένη και σε συνάρτηση με τις συνθήκες υπό τις οποίες λέχθηκε, η φράση που ξεστόμισε ο κατηγορούμενος, σε συνδυασμό με το έντονο ύφος που τη συνόδευε, εφόσον ο ίδιος μόλις είχε επιβεβαιώσει (σύμφωνα με τον ίδιο) τις υποψίες του ότι η παραπονούμενη διατηρούσε σχέση με άλλο άνδρα, ήταν ικανή να προκαλέσει εξ αντικειμένου φόβο ή ανησυχία στο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόταν, ήτοι στην παραπονούμενη. Αυτό ήταν το φυσικό επακόλουθο της ενέργειάς του να ξεστομίσει τη φράση αυτή προς την παραπονούμενη με τον τρόπο που το έκανε και συνεπώς στοιχειοθετείται η απαραίτητη πρόθεση για τη διάπραξη του αδικήματος, ανεξαρτήτως του εάν ο κατηγορούμενος δεν είχε σκοπό να υλοποιήσει την απειλή του. Δεν επρόκειτο για «κενή απειλή», δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει πρόθεση εκφοβισμού. Αντιθέτως, πέραν από τις συνθήκες υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος ξεστόμισε τη φράση, οι μετέπειτα ενέργειες της παραπονούμενης, δηλαδή το να ζητήσει τη μεσολάβηση συγγενικών της προσώπων για να πάρουν την κόρη της από την οικία του κατηγορούμενου, ώστε να μην αναγκαστεί να περάσει η ίδια από εκεί, αλλά και το να μεταβεί σε αστυνομικό σταθμό για να καταγγείλει το γεγονός το ίδιο βράδυ (ακόμη και εάν δεν ζήτησε αμέσως την ποινική δίωξη του κατηγορούμενου, παρά μόνο να του γίνουν «αυστηρές συστάσεις»), επιμαρτυρούν ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου όντως της προκάλεσε ανησυχία και φόβο. Πληρούνται, λοιπόν, σωρευτικά όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής. Κατάληξη Συνακόλουθα, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που του προσάπτεται. [Υπ] .......... Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τσεκούρα ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563 [2] Αθανάσιου και Άλλος ν Κουκούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614 [3] Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 101/13, ημερ. 06/06/2016 [4] Μιχαήλ και άλλου ν Αστυνομία Ποιν. Εφ. 145/14, ημερ. 15/04/16, Mohamed ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266). [5] Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422 [6] (βλ. Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, Τούμπας ν Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος ν Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97). [7] βλ. ενδεικτικά R. v. Georghiades (No. 2) 22 C.L.R. 128, Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 404, και Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο