Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σ. Σ., Αρ. Υπόθεσης: 16860/21, 20/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ.Συμεωνίδης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16860/21 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Σ. Σ. Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20.12.24 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κ. Δ. Μαντζούρας Κατηγορούμενος: παρών (χωρίς νομική εκπροσώπηση) ___________________________________________________________________ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος της κοινής επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ότι στις 25.05.21 παράνομα επιτέθηκε εναντίον του Μ.Σ (παραπονούμενου). Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες, τον Αστυφύλακα 2554 και τον παραπονούμενο, ενώ εκ μέρους της Υπεράσπισης, κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος ο κατηγορούμενος και ακόμη ένας μάρτυρας, ο Χ.Π.. Παραθέτω συνοπτικά τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου: Μ.Κ.1 - Αστ. 2554, Χ.Μ. Υιοθετώντας το περιεχόμενο κατάθεσής του ημερομηνίας 06.10.21[1], ο αστυφύλακας κατέθεσε ότι στις 25.05.21, περί η ώρα 18:00, έλαβε τηλεφώνημα ότι πρόσωπο κτυπήθηκε από άλλο πρόσωπο στα γραφεία κτηματομεσιτικής εταιρείας και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού με ασθενοφόρο. Το βράδυ της ίδιας ημέρας, ο Αστ. 1009 έλαβε κατάθεση από τον εδώ κατηγορούμενο στην οποία του ανέφερε ότι δέχθηκε επίθεση από τον Μ.Σ., κτηματομεσίτη που εργαζόταν στην εν λόγω εταιρεία[2]. Στις 02.06.21, ο Μ.Κ.1 μετέβηκε στα γραφεία της εταιρείας όπου διαπίστωσε ότι υπήρχαν εγκατεστημένες εσωτερικές κάμερες ασφαλείας εντός του κτιρίου. Η υπεύθυνη συντήρησης των εγκαταστάσεων του κτιρίου ανέφερε σε κατάθεσή της ότι οι εσωτερικές κάμερες δεν βρίσκονταν σε λειτουργία εκείνο το χρονικό διάστημα. Στις 03.06.21 ο μάρτυρας ανέκρινε γραπτώς τον Μ.Σ. ο οποίος του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον κτύπησε. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος επιτέθηκε ή τραυμάτισε τον κατηγορούμενο. Την ίδια μέρα, ο κατηγορούμενος προέβη σε συμπληρωματική κατάθεση κατά την οποία παρέδωσε στον Μ.Κ.1 ένα USB το οποίο περιείχε ηχογραφημένο από το τηλέφωνό του το συμβάν καθώς και φωτογραφίες από τους τραυματισμούς του. Επίσης, ο κατηγορούμενος παρέδωσε στον μάρτυρα εκτυπώσεις από μηνύματα μέσω κινητού τηλεφώνου που απέστειλε ο Μ.Σ. στον συνέταιρο του κατηγορούμενου. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε στο Δικαστήριο το συνταχθέν κείμενο της συμπληρωματικής κατάθεσης ημερομηνίας 03.06.21[3], αλλά όχι το USB ή τη δέσμη με τις φωτογραφίες που του παρέδωσε ο κατηγορούμενος. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε, επίσης, ότι, κατόπιν διατάγματος παρουσίασης ψηφιακού δίσκου για έλεγχο του ΚΚΠ της εταιρείας ημερομηνίας 04.06.21, στις 10.06.21 διευθετήθηκε συνάντηση με τεχνικό της εταιρείας SAFETECH και έγινε έλεγχος του ΚΚΠ στον οποίο διαπιστώθηκε ότι όντως οι κάμερες ασφαλείας δεν κατέγραψαν οτιδήποτε. Ο Μ.Σ. κατηγορήθηκε γραπτώς στις 02.08.21[4]. Απάντησε ότι είναι ο κατηγορούμενος που ήρθε «προκατειλημμένος» στο γραφείο του και του επιτέθηκε πρώτος και ότι εκείνος αμύνθηκε. Ανέφερε, επίσης, ότι επιθυμεί την ποινική του δίωξη. Ενόψει της πιο πάνω δήλωσης, ο αστυφύλακας κατηγόρησε και τον κατηγορούμενο στις 04.10.21[5], ο οποίος του ανέφερε ότι τα πραγματικά περιστατικά περιγράφονται στις καταθέσεις που έδωσε προηγουμένως στην αστυνομία στις 25.05.21 και στις 03.06.21[6]. Κατά την αντεξέτασή του, ρωτήθηκε ο μάρτυρας εάν ήταν παρών όταν ο Μ.Σ. έκανε «πρόταση συμβιβασμού» στον κατηγορούμενο με σκοπό να αποσύρουν τις εκατέρωθεν κατηγορίες και ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν θυμάται. Υποδείχθηκε στον μάρτυρα ότι κατά την συμπληρωματική του κατάθεση η οποία λήφθηκε από τον Μ.Κ.1., ο κατηγορούμενος ανέφερε στον Μ.Κ.1 ότι του έγινε τέτοια πρόταση από τον Μ.Σ. ενώπιον του. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν θυμόταν κάτι τέτοιο και ότι ήταν υποχρέωσή του να καταγράψει τα όσα του λέχθηκαν από τον κατηγορούμενο κατά την κατάθεσή του, χωρίς να σημαίνει ότι αυτά αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Εντούτοις, δεν θυμάται εάν έγινε κάτι τέτοιο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ο μάρτυρας ότι ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει όπως εξεταστεί το ΚΚΠ ώστε να επιβεβαιωθεί η δική του εκδοχή των γεγονότων ενώ ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι ο παραπονούμενος δεν είχε ζητήσει κάτι τέτοιο, παρά το ότι κατηγορείται ότι επιτέθηκε κατά του εδώ κατηγορούμενου σε ξεχωριστή υπόθεση που καταχωρήθηκε εναντίον του. Εξήγησε ο μάρτυρας ότι εξέτασε το ΚΚΠ ανεξάρτητη εταιρεία, η οποία συνεργάζεται με την αστυνομία, και διαπίστωσαν ότι αυτό δεν λειτουργούσε. Κατέθεσε, επίσης, ο μάρτυρας ότι δεν γνωρίζει ποιο πρόσωπο πήρε τηλέφωνο στην αστυνομία για να ενημερώσει ότι κάποιος κτυπήθηκε και μεταφέρεται με ασθενοφόρο στο νοσοκομείο. Ερωτηθείς εάν συνήθως καταγράφονται τα στοιχεία αυτού που καλεί για να καταγγείλει ή να ενημερώσει την αστυνομία σε σχέση με κάποιο περιστατικό, ο μάρτυρας ανέφερε ότι τηρείται σχετικό ημερολόγιο στο οποίος καταγράφονται ηλεκτρονικά τα συγκεκριμένα στοιχεία. Στην προκειμένη περίπτωσης, όμως, δεν καταγράφηκαν τα στοιχεία του προσώπου που κάλεσε την αστυνομία για να καταγγείλει το περιστατικό στις 25.05.
- Ερωτηθείς εάν γνωρίζει τον παραπονούμενο προσωπικά εφόσον σε πολλές δικασίμους μιλούσαν εκτός της αίθουσας του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι διατηρεί καλές σχέσεις με πολλά πρόσωπα με τα οποία συναναστρέφεται, ακόμη και με κατηγορούμενους που καταδικάστηκαν σε φυλάκιση, λόγω του ότι, ως ανέφερε, είναι «δίκαιος». Ερωτηθείς γιατί ποτέ δεν χαιρέτισε τον κατηγορούμενο, του απάντησε ρωτώντας: «Εσύ γιατί δεν χαιρέτησες;». Μ.Κ.
- - παραπονούμενος/ Μ.Σ. Ο παραπονούμενος, βοηθός κτηματομεσίτη στο επάγγελμα, υιοθετώντας το περιεχόμενο κατάθεσής του ημερομηνίας 03.06.21[7], ανέφερε ότι στις 25.05.21 είχε προγραμματισμένο ραντεβού στα γραφεία της εταιρείας όπου εργάζεται με τον Χρίστο (δηλαδή τον Μ.Υ.2.), ο οποίος τον ενημέρωσε ότι τελικά στο ραντεβού θα ερχόταν ο κατηγορούμενος. Ο σκοπός της συνάντησης ήταν η διευθέτηση του χρηματικού ποσού που αντιστοιχεί στην προμήθεια που θα έπαιρνε ο παραπονούμενος σε σχέση με μία προηγούμενη πώληση μέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας που ανήκει στον κατηγορούμενο και τον Μ.Υ.
- Ο κατηγορούμενος έφθασε στο γραφείο του με απειλητικό ύφος και φώναζε ότι θέλει να δει τον προϊστάμενο του παραπονούμενου. Ο παραπονούμενος του είπε ότι προϊστάμενος ήταν ο ίδιος αφού ήταν ο ίδιος που χειρίστηκε τη διαδικασία εξεύρεσης αγοραστή και πώλησης της ακίνητης ιδιοκτησίας του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει και ο παραπονούμενος του ζήτησε να περάσει έξω. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει, επιμένοντας ότι επιθυμεί να μιλήσει με κάποιο προϊστάμενο και τότε ο παραπονούμενος του ζήτησε να περάσουν στην αίθουσα συνεδριάσεων (conference room). Τότε ο κατηγορούμενος τον πλησίασε και με επιθετικό τρόπο του είπε: «Είσαι εσύ άνθρωπος να μου λαλείς ότι δεν φορώ παντελόνια;». Ταυτόχρονα ο κατηγορούμενος τον κτύπησε και τον έσπρωξε. Αντιδρώντας ο παραπονούμενος τον απώθησε σπρώχνοντάς τον πίσω, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να πέσει στο έδαφος. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος έφυγε από το γραφείο. Ερωτηθείς σχετικά, κατά την κυρίως εξέτασή του, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι είχε «ξαφνιαστεί» όταν είδε τον κατηγορούμενο στο γραφείο του, καθώς ο ίδιος ανέμενε ότι θα συναντούσε τον Χρίστο. Περιέγραψε ότι του είχε ανατεθεί κατ' αποκλειστικότητα να πωλήσει μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που άνηκε και στους δυο τους και ότι εφόσον ολοκληρώθηκε μία πώληση, ανέμενε ότι θα προχωρούσε και με την πώληση και άλλου τεμαχίου. Όμως, εκείνοι έλαβαν καλύτερη προσφορά από τρίτο πρόσωπο και τον ενημέρωσαν ότι δεν θα συνέχιζαν τη συνεργασία μαζί με τον παραπονούμενο. Ο παραπονούμενος αποδέχτηκε, όμως, ζήτησε να του καταβληθεί το ποσό της προμήθειας του που αντιστοιχούσε στην πρώτη πώληση. Περιγράφοντας, εκ νέου, τα όσα έλαβαν χώρα, ο παραπονούμενος ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος «ήρθε πολύ κοντά μου επιθετικά, με έσπρωξε, πήγε να με κτυπήσει και εγώ τον απώθησα και έπεσε κάτω». Ισχυρίστηκε ο παραπονούμενος ότι ο κατηγορούμενος τον κατήγγειλε ψευδώς στην αστυνομία για να αποφύγει να καταβάλει το ποσό της προμήθειας που του χρωστούσε. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δεν γνώριζε κατά πόσο έπειτα από το επίδικο συμβάν, ζητήθηκε εκ μέρους της εταιρείας η καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού από τον κατηγορούμενο, ούτε είχε κάποιο έγγραφο για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του ότι ο κατηγορούμενος του χρωστούσε χρήματα. Αυτό ήταν ζήτημα που αφορούσε την εταιρεία, ως είπε, και όχι τον ίδιο. Λόγω του χρόνου που έχει περάσει, ο παραπονούμενος δεν θυμόταν εάν ο κατηγορούμενος τον κτύπησε και τον έσπρωξε, όπως κατέθεσε στην αστυνομία, ή εάν επιχείρησε να τον κτυπήσει. Ερωτηθείς σχετικά, ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν γνωρίζει γιατί δεν λειτουργούσαν οι κάμερες του ΚΚΠ που ήταν εγκατεστημένο στο κτίριο, εφόσον αυτό δεν ενέπιπτε στις αρμοδιότητές του. Ούτε θυμόταν εάν έπειτα από το επίδικο περιστατικό και την καταγγελία που έγινε από τον εδώ κατηγορούμενο εναντίον του, ζήτησε και ο ίδιος να εντοπιστεί η καταγραφή του συμβάντος από το ΚΚΠ. Διερωτήθηκε, μάλιστα, για ποιο λόγο να ζητήσει κάτι τέτοιο. Ανέφερε ότι έπειτα από το επίδικο συμβάν, είχε σκοπό να καταγγείλει τον κατηγορούμενο στην αστυνομία για την επίθεση που διέπραξε στο πρόσωπό του. Καθυστέρησε να το πράξει γιατί χρειαζόταν χρόνο να ηρεμήσει. Όταν μετέβη στο αστυνομικό τμήμα, δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος είχε προβεί ήδη σε καταγγελία εναντίον του. Αρνήθηκε, επίσης, με κατηγορηματικό τρόπο ότι έκανε οποιαδήποτε πρόταση συμβιβασμού στον κατηγορούμενο για να λήξει η υπόθεση, ούτε έδωσε τέτοιες οδηγίες στους δικηγόρους του. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι έστειλε οποιαδήποτε υβριστικά ή απειλητικά μηνύματα προς τον Χρίστο. Τα μηνύματα που απέστειλε είχαν επαγγελματικό ύφος. Υποδείχθηκε δέσμη εγγράφων που αποτελεί εκτύπωση τον μηνυμάτων που απέστειλε ο παραπονούμενος προς τον Χρίστο[8]. Ο μάρτυρας αναγνώρισε ότι επρόκειτο για τα μηνύματα που απέστειλε. Ερωτηθείς ο μάρτυρας, πώς εξηγεί το γεγονός ότι έπειτα από το επίδικο συμβάν ο κατηγορούμενος υπέστη σωματικές βλάβες, όπως μώλωπες και εκδορές, εφόσον κατά τα λεγόμενά του, ο παραπονούμενος τον είχε σπρώξει απλά με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο έδαφος, ο μάρτυρας απάντησε: «Έχετε κάποιο μάρτυρα;» και έπειτα απευθυνόμενος προς τον κατηγορούμενο είπε: «Ήσασταν μια χαρά, τώρα αν βγήκατε έξω και κάνατε διάφορα πάνω σας δεν με απασχολεί». Αντεξεταζόμενος, απάντησε επίσης ότι δεν γνωρίζει εάν είχε άλλα πρόσωπα, δηλαδή συναδέλφους του, παρόντα κατά το επίδικο περιστατικό. Εάν υπήρχαν θα παρουσιάζονταν ως μάρτυρες, είπε. Κατηγορούμενος Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ο κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που ετοίμασε[9] ενώ πρόσθεσε και προφορικά κάποιες διευκρινήσεις. Περιέγραψε ότι η διαφορά τους σχετίζεται με την ανάθεση που έγινε στον παραπονούμενο για την πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας, που ανήκει στον κατηγορούμενο, το Μ.Υ.2 και άλλων. Όταν τον ενημέρωσαν ότι τελικά βρήκαν κάποιον άλλο αγοραστή και δεν θα προχωρούσαν με αυτόν που βρήκε ο παραπονούμενος, ο τελευταίος το «πήρε στραβά» και άρχισε να τους στέλνει υβριστικά μηνύματα[10]. Τελικά, ο αγοραστής που βρήκαν απέσυρε την πρότασή του και στις 25.05.21 ο κατηγορούμενος αποφάσισε, παρά τα μηνύματα, να συναντήσει τον παραπονούμενο στην εταιρεία που εργαζόταν για να επιχειρήσει να επαναφέρει την πώληση με τον αγοραστή που είχε βρει ο παραπονούμενος. Παραπέμποντας στην κατάθεση του ημερομηνίας 25.05.21[11], ο κατηγορούμενος περιέγραψε ότι όταν εισήλθε στα γραφεία της εταιρείας, ο παραπονούμενος τον αντιμετώπισε με εχθρική διάθεση και του ζήτησε να εισέλθει σε αίθουσα συνεδριάσεων. Λόγω της συμπεριφοράς του και των μηνυμάτων που είχε αποστείλει προηγουμένως, ο κατηγορούμενος ζήτησε να είναι παρών και κάποιος προϊστάμενος του αλλά ο παραπονούμενος αρνήθηκε, λέγοντας ότι είναι ο ίδιος προϊστάμενος. Κάποια στιγμή, ο παραπονούμενος του επιτέθηκε κτυπώντας τον με τα χέρια στο πρόσωπο. Ο κατηγορούμενος, προσπαθώντας να αμυνθεί, οπισθοχώρησε, αλλά ο κατηγορούμενος τον ακολούθησε και συνέχισε να τον κτυπά με τα χέρια και να του δίνει κλοτσιές στα πόδια. Ο κατηγορούμενος δεν μπόρεσε να αντιδράσει και ο παραπονούμενος τον έριξε κάτω, ανέβηκε πάνω του και συνέχισε να τον κτυπά βίαια σε διάφορα μέρη του σώματός του. Τον έπιασε από τα μαλλιά και κτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο. Τον έβριζε και τον απειλούσε με διάφορες φράσεις. Αυτά μέχρι που οι συνάδελφοι του επενέβησαν και τον απομάκρυναν από τον κατηγορούμενο. Κάποιος από αυτούς, με το όνομα Κάρλος, ήρθε και οδήγησε τον κατηγορούμενο προς την έξοδο του κτιρίου, βοηθώντας τον να καθίσει και προσφέροντάς του νερό. Έπειτα ειδοποιήθηκε η αστυνομία και ασθενοφόρο. Ο κατηγορούμενος μετέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για περίθαλψη[12]. Υπέστη διάφορες εκδορές και μώλωπες σε διάφορα σημεία του σώματός του ενώ είχε πόνο και ζαλάδες στο κεφάλι. Δεν προέκυψε οτιδήποτε αξιοσημείωτο κατά την αντεξέταση του κατηγορούμενου, αφού επί της ουσίας του υποβλήθηκαν οι ισχυρισμοί του παραπονούμενου και ο ίδιος τους αρνήθηκε, επαναλαμβάνοντας τη δική του εκδοχή. Μ.Υ.2 - Χ.Π. Ο Χ.Π. κατέθεσε ότι είναι φίλος του κατηγορούμενου και συνιδιοκτήτης της ακίνητης ιδιοκτησίας που τέθηκε προς πώληση. Περιέγραψε τη συνεργασία που είχαν με τον παραπονούμενο και το γεγονός ότι ο παραπονούμενος πήρε στραβά την απόφασή τους να την διακόψουν. Ανέφερε ότι ο παραπονούμενος άρχισε να του στέλνει απειλητικά μηνύματα, αναγνωρίζοντας ότι επρόκειτο για τα μηνύματα που καταγράφονται στο Τεκμήριο
- Έπειτα από αυτά τα μηνύματα, ο μάρτυρας δεν επιθυμούσε να έχει οποιαδήποτε επαφή με τον παραπονούμενο και έτσι στη συνάντηση που προγραμματίστηκε για τις 25.05.21 πήγε στη θέση του ο κατηγορούμενος, ο οποίος θεωρούσε ότι θα μπορούσε να λύσει την παρεξήγηση. Κάποια στιγμή, δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο, ο οποίος τον καλούσε να μεταβεί στα γραφεία της κτηματομεσιτικής εταιρείας γιατί τον έδειραν, ως είπε. Ο μάρτυρας μετέβηκε στα γραφεία και βρήκε τον κατηγορούμενο στην πίσω πλευρά του κτιρίου σε άσχημη κατάσταση. Δυσκολευόταν να μιλήσει. Κάλεσαν αστυνομία και ασθενοφόρο, ενώ ήρθε ένας υπάλληλος της εταιρείας και πρόσφερε νερό στον κατηγορούμενο. Αφού μετέβηκε στο νοσοκομείο, πήγαν μαζί στην αστυνομία για να καταγγείλει το περιστατικό ο κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας επανέλαβε ότι δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας της επίθεσης που δέχτηκε ο κατηγορούμενος και ότι τον βρήκε έξω από το κτίριο σε άσχημη κατάσταση. Αξιολόγηση Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία, και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή κακό μνημονικό τους και, γενικότερα, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή, προτού χρησιμοποιηθεί ως υπόβαθρο διαπιστώσεων και ευρημάτων αξιολογείται στο σύνολό της με σκοπό να κριθεί αν είναι ή όχι αξιόπιστη[13], με την αναξιόπιστη μαρτυρία να μην αποτελεί αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και να μην αποδεικνύει οτιδήποτε[14]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται σε συνάρτηση και σύγκριση με την υπόλοιπη μαρτυρία[15]. Δεν είναι ορθή η μικροσκοπική εξέτασή της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποδεχτεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που συγκεντρώνει τα απαραίτητα στοιχεία αξιοπιστίας και να απορρίψει το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας ως αναξιόπιστο[16]. Μόνο όταν διαπιστωθεί ότι μαρτυρία που παρουσίασε ο διάδικος περιέχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας, μπορεί το Δικαστήριο να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο που αφορά στο βάρος και επίπεδο απόδειξης[17]. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 ήταν τυπικής φύσεως και η ουσία της έγκειται στην κατάθεση διαφόρων εγγράφων που προέκυψαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, κυρίως στις καταθέσεις του κατηγορούμενου και του παραπονούμενου καθώς και στην παράθεση των ελάχιστων ενεργειών στις οποίες ο Μ.Κ.1 προέβη κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, ήτοι πέραν από τη λήψη καταθέσεων από τα δύο εμπλεκόμενα πρόσωπα, στον έλεγχο, μέσω ανεξάρτητου τεχνικού που συνεργάζεται με την αστυνομία, ότι το ΚΚΠ του κτιρίου όπου εκτυλίχθηκε το συμβάν δεν λειτουργούσε. Δεν ήγειρε κάποιο ισχυρισμό ως προς τα γεγονότα που να τείνει να ενοχοποιήσει τον κατηγορούμενο, ούτε θυμόταν να απαντήσει επί της ουσίας σε οτιδήποτε άλλο ερωτήθηκε ή να δώσει σχετικές διευκρινίσεις. Δεν εντοπίζω κάποιο λόγο γιατί να μην αποδεχτώ τη μαρτυρία του Μ.Κ.1, η οποία ήταν περιορισμένη, δεν αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση, ούτε προσκρούει σε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου. Ο Μ.Κ.2 δεν άφησε θετική εντύπωση ως μάρτυρας αλήθειας. Διακατείχετο από μια ερειστική και εχθρική προς τον κατηγορούμενο στάση, ήταν ασαφής σε αρκετά σημεία της μαρτυρίας του επικαλούμενος το χρόνο που έχει παρέλθει από το επίδικο συμβάν, η εκδοχή του στερείτο σε κάποια σημεία λογικής συνοχής ενώ προσκρούει και σε πτυχές της υπόλοιπης προσκομισθείσας μαρτυρίας. Κατ΄αρχάς, ο παραπονούμενος δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια τα γεγονότα ως είχαν εκτυλιχθεί. Αρχικά ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος τον κτύπησε και τον έσπρωξε ενώ σε άλλα σημεία της μαρτυρίας του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος επιχείρησε να τον κτυπήσει και τον έσπρωξε. Ανέφερε, όμως, ότι ο ίδιος για να τον απωθήσει, τον έσπρωξε με αποτέλεσμα αυτός να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο πάτωμα. Έπειτα από αυτό, ο κατηγορούμενος «ήταν μια χαρά» και έφυγε από το χώρο. Ο ισχυρισμός του ότι ο κατηγορούμενος έπεσε στο έδαφος, και δεν κτυπήθηκε από τον ίδιο, δεν συνάδει με τις σωματικές βλάβες που υπέστη ο κατηγορούμενος έπειτα από το επίδικο συμβάν ως αυτές παρουσιάζονται στη δέσμη φωτογραφιών που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος φαίνεται να υπέστη μώλωπες και εκδορές στο λαιμό, στον αγκώνα, στους ώμους, στο αυτί και στην πλάτη που δεν συνάδουν με την εκδοχή ότι αυτός απλώς έχασε την ισορροπία του και έπεσε στο έδαφος. Επιπλέον, η εκδοχή του παραπονούμενου δεν συνάδει ούτε και με τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ο Μ.Υ.2, ο οποίος βρήκε τον κατηγορούμενο στην πίσω πλευρά του κτιρίου, κτυπημένο και σε άσχημη κατάσταση. Τόσο, που χρειάστηκε να κληθεί ασθενοφόρο και να μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Δεν φαίνεται, δηλαδή, να ήταν «μια χαρά». Επίσης, ο παραπονούμενος δεν θυμόταν κατά πόσο άλλοι συνάδελφοι ή συνεργάτες του ήταν παρόντες κατά το επίδικο συμβάν, ενόψει του ότι αυτό έλαβε χώρα στα γραφεία της εταιρείας όπου εργαζόταν. Αδυνατώ να πιστέψω ότι ο παραπονούμενος θα μπορούσε εύκολα να ξεχάσει εάν βρισκόταν μόνος του στο γραφείο μαζί με τον κατηγορούμενο εκείνη τη μέρα, ή εάν υπήρχαν και άλλοι παρόντες. Παρεμβάλλεται, ότι η διερεύνηση που διεξήχθη από τον Μ.Κ.1 δεν ήταν καθόλου βοηθητική ως προς αυτό το σημείο εφόσον ο ίδιος δεν φαίνεται να έλαβε καταθέσεις από άλλα πρόσωπα που εργάζονταν στην εν λόγω εταιρεία εκείνη τη χρονική περίοδο, ώστε να διευκρινιστεί αυτό το ζήτημα. Εν πάση περιπτώσει, η αναφορά του ότι ζήτησε από τον κατηγορούμενο, έπειτα που αυτός άρχισε να φωνάζει και να κινείται δήθεν απειλητικά προς το μέρος του, να περάσει στην αίθουσα συνεδριάσεων, τείνει να υποδηλώσει ότι βρίσκονταν και άλλα πρόσωπα στο χώρο και ότι υπήρχε λόγος να περάσουν σε κάποια αίθουσα όπου θα μπορούσαν να συνεχίσουν τη συζήτηση πιο διακριτικά. Αυτό υποστηρίζεται, πέραν από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, και από την μαρτυρία του Μ.Υ.2, ο οποίος ανέφερε ότι ένας υπάλληλος της εταιρείας προσέφερε νερό στον κατηγορούμενο, όταν ο ίδιος ήταν κτυπημένος σε άσχημη κατάσταση έξω από τα γραφεία της εταιρείας. Περαιτέρω, ο παραπονούμενος δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με πειστικό τρόπο την καθυστέρηση που παρατηρείται στην προώθηση της καταγγελίας του στην αστυνομία. Ανέφερε ότι χρειάστηκε, 8 μέρες περίπου, για να «ηρεμήσει» και ότι μετέβη στην αστυνομία να καταγγείλει το περιστατικό. Κατέθεσε, μάλιστα, ότι κατά το χρόνο υποβολής της καταγγελίας εναντίον του κατηγορούμενου στην αστυνομία, δεν γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος τον είχε ήδη καταγγείλει προηγουμένως. Αυτή η θέση προσκρούει στα όσα περιέγραψε ο Μ.Κ.1, ο οποίος είχε επισκεφθεί τα γραφεία της εταιρείας στις 03.06.21 στο πλαίσιο διερεύνησης της καταγγελίας που είχε υποβάλει ο κατηγορούμενος και ζήτησε από τον παραπονούμενο να μεταβεί στον αστυνομικό σταθμό για να του λάβει κατάθεση. Συνεπώς, ενημερώθηκε, από την αρχή, ότι διερευνείτο καταγγελία εναντίον του και είναι στο πλαίσιο εκείνης της κατάθεσης που ήγειρε ισχυρισμούς εναντίον του κατηγορούμενου. Προφανώς, διαισθανόμενος ότι η υποβολή της καταγγελίας στο πλαίσιο λήψης κατάθεσης για διερευνώμενο αδίκημα επίθεσης που διαπράχθηκε εναντίον του εδώ κατηγορούμενου, θα καθιστούσε την καταγγελία του εναντίον του κατηγορούμενου λιγότερο πειστική, προέβη σε αυτόν τον αναληθή ισχυρισμό. Η θέση του παραπονούμενου ότι ο κατηγορούμενος προώθησε ψευδώς την καταγγελία εναντίον του με σκοπό να αποφύγει την πληρωμή του χρηματικού ποσού που αντιστοιχούσε στην προμήθεια που θα λάμβανε ο πρώτος, λόγω της πώλησης της ακίνητής του ιδιοκτησίας, στερείται πειστικότητας. Δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να τείνει να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος όφειλε οποιοδήποτε ποσό στον παραπονούμενο ή στην εταιρεία του, ενώ δεν μπορεί να γίνει αντιληπτό, πώς η προώθηση μιας ψευδούς καταγγελίας για επίθεση εναντίον του παραπονούμενου, θα επέτρεπε στον κατηγορούμενο να αποφύγει την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού που τυχόν όφειλε στην κτηματομεσιτική εταιρεία. Ούτε εγέρθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι, κατά το διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος επιχείρησε με οποιοδήποτε τρόπο να χρησιμοποιήσει την ύπαρξη της καταγγελίας ή την προώθηση της ποινικής υπόθεσης εναντίον του εδώ παραπονούμενου για αυτό το σκοπό. Αντιθέτως, αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία είναι ότι ο παραπονούμενος είχε κάθε κίνητρο να προωθήσει μια ψευδή εκδοχή των γεγονότων στην αστυνομία, σε μια προσπάθεια να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να αποφύγει την ποινική του ευθύνη, ενόψει της καταγγελίας που υποβλήθηκε, αμέσως έπειτα από το επίδικο συμβάν, από τον κατηγορούμενο. Επιπλέον, παρά το ότι ο παραπονούμενος ισχυρίστηκε ότι τα μηνύματα που είχε αποστείλει στο Μ.Υ.2 ήταν επαγγελματικής φύσεως, απλή ανάγνωση των μηνυμάτων καταδεικνύει ότι ο παραπονούμενος ήταν πολύ εκνευρισμένος και αγενής με τον κατηγορούμενο και τον Μ.Υ.2 πριν το επίδικο συμβάν, τους αποκάλεσε «αχάριστους», «ψεύτες», «αναξιόπιστους», «απατεώνες» και άλλα. Αυτός ήταν και ο λόγος, που ως ανέφερε ο Μ.Υ.2, δεν επιθυμούσε ο ίδιος να συναντηθεί με τον παραπονούμενο στις 25.05.
- Έπειτα από το επίδικο συμβάν, ο παραπονούμενος απέστειλε μήνυμα στον Μ.Υ.2 λέγοντας του: «Αύριο έλα να μιλήσεις με τον μάστρο, λέω σου κρύβεσαι πίσω που ένα κινητό, έστειλε μου τον ασκήσιμο χθες να κάμει τον ήρωα», σε άλλο μήνυμα τους αποκάλεσε «κωλόπαιδα», σε αμέσως επόμενο «έστειλε τον άλλο και έκανε τον ήρωα, είπε σου τα νέα του» προσθέτοντας και εικονίδιο προσώπου που δακρύζει από τα γέλια, υπονοώντας προφανώς ότι κάτι συνέβη στον κατηγορούμενο, κατά τη συνάντησή τους, το οποίο ο ίδιος βρήκε ευχάριστο. Ακολούθησαν αρκετά προσβλητικά μηνύματα από τον παραπονούμενο προς τον κατηγορούμενο και τον Μ.Υ.2, τα οποία δεν χρειάζεται να αναπαράγω. Θα αρκεστώ να παραθέσω το εξής: «[Ο κατηγορούμενος] σου παλικαράς έκαμε τον ήρωα. Είπε σου τί έγινε. φρόντισε να πληρώσεις και σε αφήνω ήσυχο ή θα έρτω να σε βρω. καλό υπόλοιπο ξεκάθαρος και πήγαινε όπου θες». Οι πιο πάνω αναφορές του παραπονούμενου δεν συνάδουν με την εκδοχή που παρέθεσε στο Δικαστήριο, ούτε με την εικόνα του θύματος που προσπάθησε να κτίσει για τον εαυτό του και εκθεμελιώνουν τον ισχυρισμό του ότι, εκείνο το χρονικό διάστημα, σκοπός του ήταν να καταγγείλει τον κατηγορούμενο στην αστυνομία για την επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο. Αντί αυτού, υποδηλώνουν ένα πρόσωπο το οποίο είναι ικανό να ασκήσει ή, τουλάχιστον, να απειλήσει να ασκήσει βία προκειμένου να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του. Σε καμία περίπτωση δε, η πιο πάνω συνομιλία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «επαγγελματική». Αναληθής προβάλλει και ο ισχυρισμός του ότι όταν τον επισκέφθηκε ο κατηγορούμενος, εκείνος εξεπλάγη, επειδή ανέμενε να συναντηθεί με τον Μ.Υ.2 και όχι με τον κατηγορούμενο. Καταρρίπτεται και αυτός ο ισχυρισμός από το περιεχόμενο των μηνυμάτων που του είχαν αποσταλεί από το Μ.Υ.2 πριν την προγραμματισμένη συνάντηση, όπου ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι λόγω κάποιων επαγγελματικών υποχρεώσεων δεν θα μπορούσε να παρευρεθεί ο ίδιος και θα ερχόταν στη θέση του ο κατηγορούμενος και μάλιστα προσδιόρισαν και την ώρα της συνάντησης. Ενόψει των πιο πάνω, και χωρίς δισταγμό, απορρίπτω τη μαρτυρία του παραπονούμενου στο σύνολό της ως αναξιόπιστη. Ο κατηγορούμενος άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Κατέθεσε με ηρεμία και αμεσότητα, ενώ απαντούσε με πηγαίο τρόπο στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Δεν εντόπισα οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή υπερβολές στα λεγόμενά του, ενώ ο τρόπος που απαντούσε ενέπνεε ειλικρίνεια και βεβαιότητα για τα όσα έλεγε, τα οποία, όπου ήταν εφικτό, προσπάθησε να υποστηρίξει προσκομίζοντας σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο ισχυρισμός του ως προς την επιθετική συμπεριφορά του παραπονούμενου συνάδει με το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που απέστειλε ο παραπονούμενος προς τον Μ.Υ.2 ενώ ο ισχυρισμός του ότι δέχτηκε επίθεση από τον παραπονούμενο συνάδει με το περιεχόμενο των φωτογραφιών που παρέδωσε στην αστυνομία και κατέθεσε στο Δικαστήριο αλλά και με το γεγονός ότι μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο για να λάβει ιατρική περίθαλψη, αμέσως έπειτα από το συμβάν. Περαιτέρω, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε κίνητρο εκ μέρους του κατηγορούμενου να κατασκευάσει όλη αυτή την εκδοχή και να καταγγείλει ψευδώς τον παραπονούμενο στην αστυνομία, αμέσως, έπειτα από το επίδικο συμβάν. Δεν ισχύει το ίδιο για τον παραπονούμενο, ο οποίος προκειμένου να αποφύγει τυχόν ποινική του ευθύνη, είχε κίνητρο, όταν κλήθηκε να καταθέσει στην αστυνομία μέρες αργότερα, να αρνηθεί αυτά που του προσάπτονταν και να καταγγείλει ψευδώς τον κατηγορούμενο ότι εκείνος του επιτέθηκε. Σημασία προσδίδεται και στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κάλεσε αμέσως την αστυνομία έπειτα από το επίδικο συμβάν για να καταγγείλει το περιστατικό και ζήτησε όπως ελεγχθεί το ΚΚΠ της εταιρείας, μη έχοντας τρόπο, προφανώς, να γνωρίζει ότι αυτό, εν τέλει, δεν λειτουργούσε. Περαιτέρω, ανέφερε στην αστυνομία ότι βρίσκονταν και άλλοι συνάδελφοι του παραπονούμενου στο χώρο και, μάλιστα, ότι κάποιος με το όνομα, Κάρλος, τον βοήθησε να καθίσει και του πρόσφερε νερό. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος κάλεσε εμμέσως την αστυνομία να συνομιλήσει μαζί με τους συναδέλφους του παραπονούμενου ώστε να διαπιστώσει ότι τα λεγόμενά του ισχύουν. Παραδόξως, ο εξεταστής της υπόθεσης δεν φαίνεται να προέβη σε τέτοια ενέργεια. Εν πάση περιπτώσει, τα πιο πάνω τείνουν να καταδείξουν ότι ο κατηγορούμενος έλεγε την αλήθεια εφόσον τα λεγόμενά του θα μπορούσαν εύκολα να επιβεβαιωθούν από εξέταση του ΚΚΠ και λήψη καταθέσεων από υπαλλήλους της εταιρείας, πηγές μαρτυρίας τις οποίες ο κατηγορούμενος δεν μπορούσε να ελέγξει ή να αλλοιώσει. Έχοντας παρατηρήσει τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο εδώλιο του μάρτυρα αλλά και εξετάσει το περιεχόμενο της μαρτυρίας του, αντιπαραβάλλοντάς το με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, δεν διατηρώ αμφιβολίες ότι ο κατηγορούμενος κατέθεσε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Συνεπώς, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως αξιόπιστη. Ο Μ.Υ.2, με τον τρόπο που κατέθεσε, την αμεσότητα και ηρεμία στο λόγο του αλλά και το γεγονός ότι δεν εντόπισα οποιεσδήποτε αντιφάσεις ή υπερβολές στα λεγόμενά του, άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας αλήθειας. Παρά το ότι διατηρεί στενές φιλικές σχέσεις με τον κατηγορούμενο και ενδεχομένως να έχει κάποιο κίνητρο να καταθέσει προς όφελός του, υποστηρίζοντας την εκδοχή του, δεν μου δόθηκε η εντύπωση ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να καταθέσει ψευδώς. Θεωρώ πως ήταν ειλικρινής. Εξάλλου, η αντεξεταστική γραμμή που ακολουθήθηκε ήταν περιορισμένη και δεν πέτυχε να πλήξει με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του. Αποδέχομαι, λοιπόν, τη μαρτυρία του, η οποία συνάδει και με την υπόλοιπη τεθείσα μαρτυρία, ως αξιόπιστη. Κατάληξη Για τους λόγους που εξήγησα, η μαρτυρία που προσκομίσθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή δεν έγινε αποδεκτή ως αξιόπιστη και συνεπώς δεν μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε ευρήματα γεγονότων που να τείνουν να ενοχοποιήσουν τον κατηγορούμενο. Αντιθέτως, η εκδοχή των γεγονότων που παρουσιάστηκε από τους μάρτυρες Υπεράσπισης κρίνεται ως αξιόπιστη και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ενόψει του ότι στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης το Δικαστήριο δεν καλείται να εξετάσει τυχόν ποινική ευθύνη του παραπονούμενου, εφόσον αυτό, ως αντιλαμβάνομαι, θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε άλλη ποινικής φύσεως διαδικασία που προωθείται εναντίον του, δεν χρειάζεται να αναφέρω οτιδήποτε περαιτέρω. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποσείσει το βάρος να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον του κατηγορούμενου. Αναπόδραστα ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα της διαδικασίας να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. [Υπ.] ......... Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Τεκμήριο 1 [2] Τεκμήριο 5 [3] Τεκμήριο 6 [4] Τεκμήριο 4 [5] Τεκμήριο 2 [6] Τεκμήριο 3 [7] Τεκμήριο 7 [8] Τεκμήριο 18 [9] Τεκμήριο 9 [10] Τεκμήριο 8 [11] Τεκμήριο 5 [12] Τεκμήριο 11 και 12 [13] Τσεκούρα ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563 [14] Αθανάσιου και Άλλος ν Κουκούνη
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 614 [15] Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση 101/13, ημερ. 06/06/2016 [16] Μιχαήλ και άλλου ν Αστυνομία Ποιν. Εφ. 145/14, ημερ. 15/04/16, Mohamed ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266). [17] Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1422 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο