← Κύπρος

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Χριστίνας Σωκράτους κ.α., Αρ. Υπόθεσης:601/2020, 23/12/2024

Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Χριστίνας Σωκράτους κ.α., Αρ. Υπόθεσης:601/2020, 23/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Χριστοδουλίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:601/2020 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού v Χριστίνας Σωκράτους Κατηγορούμενης Ημερομηνία: 23 Δεκεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Κ. Χατζηκωνσταντίνου Για Κατηγορούμενη: κ Κ. Κλεοβούλου Κατηγορούμενη: απούσα Απόφαση (Εκ πρώτης όψεως) (Δοθείσα αυθημερόν) Στην υπό κρίση ποινική υπόθεση η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει κατηγορία αφορώσα το αδίκημα της απείθειας κατά νομίμων διαταγών, κατά παράβαση του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Συγκεκριμένα, στη βάση των λεπτομερειών αδικήματος της επίδικης κατηγορίας, η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι στις 05/10/2019 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, απείθησε σε διάταγμα που εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 05/03/2019 στην αίτηση με αριθμό 362/2018, καθότι, ενώ βάσει του εν λόγω διατάγματος όφειλε να μεταφέρει το ανήλικο τέκνο της, κάθε Σάββατο, μεταξύ των ωρών 08:00 - 10:00 στο μέρος όπου θα συμφωνείτο μεταξύ της και του πατέρα του ανήλικου και να παραδίδει αυτό για σκοπούς επικοινωνίας, παρέλειψε να πράξει τούτο κατά την ως άνω ημερομηνία. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε ενοχή στην κατηγορία που αντιμετωπίζει με αποτέλεσμα η υπόθεση να οδηγηθεί σε ακρόαση. Προς απόδειξη δε της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κλήθηκαν 2 μάρτυρες, ήτοι ο Μιχάλης Κλεόπας, παραπονούμενος, ως Μ.Κ.1 και ο Α/Αστ. 570, Κ. Βρόντης, ως Μ.Κ.
  2. Κατατέθηκαν δε συνολικά 5 τεκμήρια. Κατωτέρω, καταγράφεται συνοπτικά η τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από μέρους της κατηγορούσας αρχής για σκοπούς της παρούσας. Τονίζεται, ότι οι πιο κάτω αναφορές στα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας συνιστούν μόνο μια συνοπτική καταγραφή της μαρτυρίας τους η οποία γίνεται για τους περιορισμένους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Σε καμία περίπτωση αποτελούν συμπεράσματα του Δικαστηρίου ούτε διατύπωση ευρημάτων συνεπεία λεπτομερούς αξιολόγησης της μαρτυρίας των αφού αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για τέτοια διεργασία. Ο Μ.Κ.1, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, υιοθέτησε την κατάθεσή του ημερομηνίας 05/10/2019, Τεκμήριο 1, στην οποία αναφέρεται ότι με την κατηγορούμενη, με την οποία διατηρούσε δεσμό και συμβίωναν, απέκτησαν ένα ανήλικο τέκνο. Μετά δε τη γέννηση της θυγατέρας τους, ένεκα προβλημάτων που προέκυψαν στις διαπροσωπικές τους σχέσεις, επήλθε διάσταση με αποτέλεσμα αυτός να εγκαταλείψει την οικία της κατηγορούμενης. Τον Οκτώβριο του 2018 εξεδόθη προσωρινό διάταγμα «κηδεμονίας», βάσει του οποίου και ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του ενώ στη συνέχεια τον Μάρτιο του 2019 εκδόθηκε τελικό διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο ο ίδιος είχε δικαίωμα να βλέπει την ανήλικη κάθε Σάββατο από τις 08:00 μέχρι τις 10:
  3. Από δε το Σάββατο 18/05/2019, οπόταν και είχε για τελευταία φορά επικοινωνία με τη θυγατέρα του, δεν ξαναείδε αυτή, αφού παρά το ότι απέστελλε σχετικά μηνύματα στην κατηγορούμενη για να διευθετηθεί ο τόπος συνάντησής των αυτή δεν του απαντούσε. Το ίδιο δε έπραξε και στις 04/10/2019 με τον ίδιο να της αποστέλλει σχετικό μήνυμα για να συναντηθούν χωρίς όμως αυτή να απαντήσει. Συμπληρωματικά των πιο πάνω, ο Μ.Κ.1, προχώρησε στην κατάθεση, ως Τεκμήριο 2, πιστού αντιγράφου του διατάγματος που εξεδόθη στις 05/03/2019 από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού, στα πλαίσια της Αίτησης Γονικής Μέριμνας 362/2018, οι πρόνοιες του οποίου έχουν ως ακολούθως: «
  4. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται τελικό διάταγμα επικοινωνίας του Αιτητή με την ανήλικη θυγατέρα του [.] κάθε Σάββατο από η ώρα 8:00 π.μ. μέχρι η ώρα 10:00 π.μ. στην παρουσία της Καθ' ης η Αίτηση και σε τόπο που θα συμφωνείται από τους διαδίκους κάθε φορά.
  5. Η Καθ' ης η Αίτηση διατάσσεται να προσκομίζει την ανήλικη στο μέρος όπου θα συμφωνείται μεταξύ των διαδίκων και παραδίδει αυτήν στον Αιτητή για σκοπούς επικοινωνίας του με την ανήλικη.
  6. Ο Αιτητής διατάσσεται να παραλαμβάνει την ανήλικη στο μέρος όπου θα συμφωνείται μεταξύ των διαδίκων και να παραδίδει αυτήν στο ίδιο μέρος κατά την λήξη του πιο πάνω δικαιώματος επικοινωνίας του.». Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι με την κατηγορούμενη γνωρίστηκαν περί τον Μάιο του 2016 ενώ ερωτώμενος σχετικά, κατά πόσο γνωρίζει τον αριθμό τηλεφώνου της, απάντησε καταφατικά αναφέροντας αυτόν στο Δικαστήριο. Αρνήθηκε δε κατηγορηματικά σχετική υποβολή ότι ουδέποτε πήρε τηλέφωνο την κατηγορούμενη και ότι ουδέποτε της απέστειλε μηνύματα για να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ανήλικη θυγατέρα του, ως ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή του, αναφέροντας ότι έχει στην κατοχή του σχετικά μηνύματα προς απόδειξη των ισχυρισμών του διευκρινίζοντας ότι σε μερικά εξ αυτών η κατηγορούμενη του απάντησε. Ο Μ.Κ.2, υιοθέτησε επίσης, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, την κατάθεσή του ημερομηνίας 27/10/2019, Τεκμήριο 3, στην οποία αναφέρεται ότι υπηρετεί στην Α.Δ.Ε. Λεμεσού και κατά τους ουσιώδεις χρόνους ήταν τοποθετημένος στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό. Στις 27/10/2019 στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων έλαβε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη την οποία στη συνέχεια κατηγόρησε γραπτώς για το επίδικο αδίκημα με την τελευταία, να απαντά, αφού της επιστήθηκε η προσοχή της στον νόμο, «Δεν παραδέχομαι». Προχώρησε δε ο μάρτυρας στην κατάθεση, ως Τεκμήριο 4, της ανακριτικής κατάθεσης που έλαβε από την κατηγορούμενη και ως Τεκμήριο 5, της γραπτής κατηγορίας που της προσήψε. Για σκοπούς ευκολίας αναφοράς σημειώνεται ότι στην ανακριτική κατάθεση της κατηγορούμενης, Τεκμήριο 4, καταγράφονται τα ακόλουθα: «Για την υπόθεση τούτη θέλω να σου αναφέρω ότι από τις 18-5-2019 που είδε ο Μιχάλης το μωρό για τελευταία φορά δεν έχει ξαναέρθει να δει το μωρό. Ούτε μαζί μου είχε επικοινωνία κατά πόσο θα δει το μωρό ή όχι. Εγώ προσπάθησα να επικοινωνήσω μαζί του κάποιες φορές μέσα στον αμέσως επόμενο μήνα χωρίς αποτέλεσμα. Στις 3-6-2019 ανάφερα το γεγονός στην αστυνομία και έγινε καταγραφή. Αφού για πέντε σχεδόν μήνες δεν επικοινώνησε μαζί μου για να δει το μωρό εγώ πώς θα ήξερα ότι εκείνη την ημέρα ήθελε να δει το μωρό. Δεν ήρθε σε επικοινωνία μαζί μου και ούτε έχω έτσι κλήση ή μήνυμα στο τηλέφωνο μου. Βάσει του διατάγματος ερχόμαστε πρώτα σε επικοινωνία και μετά καθορίζεται ο χώρος συνάντησης. Αυτά έχω να πω.» Κατά την περιορισμένη αντεξέτασή του ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν είναι ο εξεταστής της υπόθεσης αναφέροντας ότι το μόνο που έπραξε ήτο να λάβει ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη και να την κατηγορήσει γραπτώς. Πέραν των πιο πάνω δηλώθηκε μεταξύ των συνηγόρων και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 05/03/2019 εξεδόθη από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια της Αίτησης Γονικής Μέριμνας 362/2018 εκ συμφώνου τελικό διάταγμα στη βάση του οποίου ρυθμίστηκε η επικοινωνία του Μ.Κ.1 με το ανήλικο τέκνο του, ως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
  7. ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΜΗ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή η υπεράσπιση υπέβαλε εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης στην κατηγορία που αυτή αντιμετωπίζει με την εισήγηση του συνηγόρου να περιστρέφεται κύρια γύρω από το ότι δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να αποδεικνύει τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος. Στην αντίπερα όχθη, η συνήγορος για κατηγορούσα αρχή, απέρριψε τις πιο πάνω θέσεις και εισηγήσεις και υποστήριξε ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης εισηγούμενη ότι αυτή θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω αυτούσιο το περιεχόμενο των αγορεύσεών των ευπαίδευτων συνηγόρων αφού τούτο εύκολα μπορεί να εντοπιστεί από τα πρακτικά του Δικαστηρίου. Αρκούμαι μόνο να αναφέρω ότι τα όσα αναφέρθηκαν έχουν τύχει μελέτης για σκοπούς έκδοσης της παρούσας ενώ οι εκατέρωθεν θέσεις των εξετάστηκαν με προσοχή υπό το φως και των νομικών αρχών που διέπουν το στάδιο του εκ πρώτης όψεως οι οποίες είναι γνωστές και δεν επιδέχονται αμφισβήτησης. Η προσέγγιση του θέματος της απόδειξης της υπόθεσης μιας κατηγορίας εκ πρώτης όψεως αναλύεται στην υπόθεση Azinas and Another v. Police, 1981, 2 C.L.R. σελ.
  8. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου

(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Ι.Π.Κ. ΗΧΟΚΙΝΗΣΗ ΛΤΔ ν. Χριστάκης (Τάκης) Σιεγγέρης κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 121/2014, ημερομηνίας 16/12/2016. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου ανωτέρω ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου έντιμος κ Πικής, ανέφερε ότι η απαλλαγή του κατηγορουμένου με βάση την έλλειψη στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δικαιολογείται σύμφωνα με τη Δικαστική Πρακτική του 1962 μόνο σε δύο περιπτώσεις: (α) όταν δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η κατηγορία λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Το κριτήριο, όπως αναφέρεται στη συνέχεια της ίδιας υπόθεσης, είναι αντικειμενικό. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αυτό το στάδιο της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το έργο αυτό επιτελείται κατά το τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται, σε αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης, πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Όσον αφορά στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16), σημειώνεται πως αυτή προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. Ως αναφέρθηκε στη Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385 «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους.». Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου ανωτέρω). Η δε λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση (βλ. Shaaban bin Hussien v. Chong Fook Kam, [1970] 2 W.L.R. 441). Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ' όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ, ως ήταν τότε, στη Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Δράκου και άλλων
(2012)2 Α.Α.Δ. 851: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» .................................................................................................................. Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Συνεπώς, έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Δικαστήριο εκείνο το οποίο έχει να επιτελέσει σ' αυτό το στάδιο είναι η αντικειμενική θεώρηση της υπόθεσης και κατ' επέκταση εάν, αντικειμενικά, η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν στοιχειοθετεί ένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή εάν είναι τόσο αντινομική που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα βασιζόταν σε αυτή για να καταδικάσει την κατηγορούμενη τότε θα πρέπει να προχωρήσει και να απαλλάξει αυτήν. ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ ΥΠΟΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ / ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΔΙΚΟΥ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Σε ότι αφορά την επίδικη κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη, αυτή, ως έχει ήδη αναφερθεί στα εισαγωγικά της παρούσας, αφορά στο αδίκημα της ανυπακοής σε νόμιμη διαταγή, το οποίο ερείδεται στο άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, οι πρόνοιες του οποίου διαλαμβάνουν τα ακόλουθα: «
  1. Όποιος ανυπακούει σε διάταγμα, ένταλμα, ή διαταγή που εκδόθηκε από Δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί με οποιαδήποτε επίσημη ιδιότητα και κανονικά εξουσιοδοτημένο για αυτό, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων, εκτός όταν καθορίζεται ρητά κάποια άλλη ποινή ή διαδικασία σε συνάφεια με τέτοια ανυπακοή.» Όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή της σχετικής νομοθετικής πρόνοιας παραπέμπω στην υπόθεση Rania Agini ν. Gerald Marie Van Campenhoudt, Αρ. Υπόθεσης 5209/15, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 18/07/2017 όπου ο αδελφός Δικαστής, Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ., ως ήταν τότε, είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί εκτεταμένα. Παραθέτω, αυτούσιο, το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφασή του, το οποίο με βρίσκει πλήρως σύμφωνη και το υιοθετώ για τους σκοπούς της παρούσας: «Μπορεί διαδικαστικά οι εν λόγω πρόνοιες (ήτοι της αστικής καταφρόνησης και της ποινικής ανυπακοής) να είναι στην ουσία τους όμοιες, υπό την έννοια ότι η πρώτη είναι καθαρά ποινικής φύσεως και η δεύτερη, οιονεί ποινική, οπόταν ο χαρακτήρας και το βάρος απόδειξης είναι ταυτόσημα, όμως άλλα θέματα απασχολούν το ποινικό Δικαστήριο που εξετάζει το αδίκημα του αρ. 137 και άλλα το Δικαστήριο που εξετάζει αστική παρακοή στη βάση του αρ.
  2. (βλ. σύγγραμμα Arlidge, Eady & Smith on Contempt, 4th ed. σελ. 162 έως 167)[2]. Στην αστική καταφρόνηση, το πολιτικό Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία, το ενδιαφέρει το κατά πόσο, έχει επιτευχθεί ο σκοπός για τον οποίο εκδόθηκε το επίμαχο διάταγμα. Άλλωστε, αυτός είναι και ο πρωταρχικός σκοπός της διαδικασίας για αστική καταφρόνηση. Η υποχρέωση συμμόρφωσης με το Διάταγμα και η εκπλήρωση του λόγου για τον οποίο εκδόθηκε. Όταν δε το Διάταγμα, αφορά σε διάταγμα γονικής μέριμνας σε σχέση με ανήλικο (Orders relating to wards of court), το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει κατά νου ότι: «.Τα διατάγματα αυτά εκδίδονται κατά κύριο λόγο προς όφελος των ανηλίκων τέκνων εφόσον αναγνωρίζεται η μεγάλη σημασία της επικοινωνίας των ανηλίκων τέκνων και με τους δύο γονείς τους, παρά το χωρισμό των γονέων.» (βλ. ΕΛΕΝΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΚΩΣΤΑΣ ΞΙΟΥΡΟΥ, Έφεση Αρ. 3/2012, 9/5/2014) Είναι γι' αυτό το λόγο που το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο, στην υπόθεση Mαυρονικόλα Mαρία ν. Άντη Ξάνθου,
(2011)1 Α.Α.Δ. 293, εξετάζοντας το θέμα αστικής καταφρόνησης ενός τέτοιου Διατάγματος, παρατήρησε τα εξής, αναφορικά με τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις των διαδίκων γονέων: «Θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι οι γονείς έχουν συλλογική ευθύνη για την, όσο το δυνατό, πιο ομαλή ανάπτυξη των οικογενειακών δεσμών και ταυτοχρόνως αυξημένη υποχρέωση απάλειψης ή μείωσης των τραυματικών επιπτώσεων ενός διαζυγίου στα παιδιά τους. Η καταφυγή σε αντιμετώπιση των όποιων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων με, «εμπορικούς όρους» σαφώς δεν οδηγεί σε επίτευξη του πιο πάνω στόχου. Όπως ορθώς παρατήρησε το πρωτόδικο Δικαστήριο «η παράδοση» δεν έπρεπε να αντικρίζεται από την εφεσείουσα ως μηχανιστική ενέργεια, αλλά, ως υποχρέωση θετικής ενέργειας, που αντίκριση της οποίας επέβαλλε όχι μόνο τη φυσική της παρουσία, που στην προκείμενη περίπτωση δεν υλοποιήθηκε, αλλά και στη δική της ενθάρρυνση και προτροπή, που ούτε αυτό υπήρχε, έτσι ώστε να υλοποιήσει την αναληφθείσα εκ συμφώνου υποχρέωση με το Διάταγμα «για παράδοση».» Σε μία υπόθεση για ποινική καταφρόνηση όμως, το μόνο που απασχολεί το ποινικό Δικαστήριο, είναι το κατά πόσο, ο κατηγορούμενος, προέβη σε παρακοή του διατάγματος ή των οδηγιών του Δικαστηρίου, ως αυτά εμφαίνονται στο σχετικό πρακτικό. Στην όψη του πρακτικού του Δικαστηρίου (on the face of the record), είναι που, ο εκδικάζων την ποινική παρακοή Δικαστής, θα πρέπει να περιοριστεί και δεν δικαιούται να υπεισέλθει στους λόγους που αρχικά οδήγησαν στην έκδοση του επίμαχου διατάγματος (βλ. THE ATTORNEY-GENERAL ν. IBRAHIM KUR AHMED
(1962)1 CLR 177 και XΡΙΣΤΙΝΑ ΡΑΣΠΟΠΟΥΛΟΥ ν. ΘΕΟΔΩΡΑ ΜΑΚΡΗ, Πoινική ΄Εφεση αρ.287/2015, 11/5/2017). Κατ΄ επέκταση και υπό αυτήν την έννοια, οι αρχές που δύναται να καθοδηγήσουν το πολιτικό Δικαστήριο κατά την εξέταση αστικής παρακοής, δεν εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο από το ποινικό Δικαστήριο κατά την εξέταση του αδικήματος του αρ.137. Είναι γι' αυτό το λόγο, που η παράθεση της νενομισμένης οπισθογράφησης του Πρωτοκολλητείου σε Διάταγμα που εκδόθηκε από Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία, συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για να βρεθεί κάποιος ένοχος για αστική καταφρόνηση από το εν λόγω Δικαστήριο. Ο λόγος είναι ευνόητος. Εξηγώ. Εφόσον πρόκειται για διάταγμα που εκδόθηκε από Δικαστήριο στα πλαίσια άσκησης της πολιτικής του δικαιοδοσίας, ο επηρεαζόμενος διάδικος, θα πρέπει να είναι πλήρως ενήμερος για τις αξιόποινες πλέον συνέπειες, που η μη συμμόρφωση του με το εν λόγω Διάταγμα, συνεπάγεται. Σκοπός της οπισθογράφησης είναι «to call to the attention of the person ordered to do the act that the result of disobedience will be to subject him to penal consequences» (βλ. Μιχαηλίδης ν. Poliakova
(2011)1 Α.Α.Δ. 356). Για σκοπούς του ποινικού αδικήματος του αρ.137 όμως, εφόσον «η άγνοια του νόμου δεν αποτελεί λόγο για αποκλεισμό της ποινικής ευθύνης για πράξη ή παράλειψη.» (βλ. αρ.7 Κεφ.154), η κυπριακή νομολογία έχει επισημάνει ότι, σε αντίθεση με τις ρητές νομοθετικές πρόνοιες της αστικής διαδικασίας, το λεκτικό του αρ.137, δεν προϋποθέτει ούτε την οπισθογράφηση του διατάγματος ούτε την επίδοση του στον κατηγορούμενο, όταν αυτός ήταν παρών κατά την έκδοση του. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση που εξέδωσε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Λοίζου Α., εκ μέρους της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση POLICE ν. KYRIAKIDES,
(1988)2 Α.Α.Δ. 172, η οποία αποτελεί και την κυπριακή αυθεντία επί του θέματος. «We have considered the position and unlike the case of disobedience of orders made in Civil cases, in which under the express provision of the relevant Rule, namely Order 42(a), rule 2 of the Civil Procedure Rules, an order so made has to be indorsed and served on the person against whom the order is made. (See Mouzouris v. Xylofagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287). In criminal proceedings there is no general provision either in the Criminal Procedure Law or the Rules made thereunder making the service of the order, upon the person against whom it is made a prerequisite to proceedings for disobedience under section 137 of the Criminal Code, Cap. 154. An examination of the wording of section 137 and in particular of the words «an Order... issued or given by any Court», to be found therein shows that no service is required and our answer to the question posed is in the negative, that is that no service of an order upon the person against whom same is made in his presence is required as an essential prerequisite to the offence under section 137 of the Code.» Από τα πιο πάνω, δεν συνεπάγεται βέβαια και ότι η καταφρόνηση ή η απείθεια σε Διάταγμα πολιτικού Δικαστηρίου και δη οικογενειακής φύσεως, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ποινικής καταφρόνησης. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Arlidge ανωτέρω, στις παρ. 3-121, σε ελεύθερη μετάφραση, «.Οποιοσδήποτε που ενεργεί αντίθετα με ένα τέτοιο διάταγμα, γνωρίζοντας την ύπαρξη του, είναι πιθανό να θεωρηθεί ότι είχε την απαιτούμενη ένοχη διάνοια, που δικαιολογεί εύρημα ποινικής καταφρόνησης» υπό την έννοια ότι «οποιοσδήποτε ηθελημένα υπονομεύει ένα δικαστικό διάταγμα, είναι ένοχος ποινικής καταφρόνησης (βλ. Att Gen v. Newspaper Publishing Plc [1998] Ch. 333).» Παρεμβάλω εδώ όμως ότι, στην Κυπριακή ποινική έννομη τάξη, υπάρχουν τουλάχιστο τριών ειδών αδικήματα που σχετίζονται με θέματα συμμόρφωσης με δικαστικά διατάγματα. Το ένα είναι το αδίκημα του άρθρου 137 και αφορά σε «ανυπακοή σε νόμιμες διαταγές». Τα άλλα δύο, είναι τα αδικήματα του άρθρου 121(γ) Κεφ. 154, «συνωμοσία για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης»[3] και του αρ. 122(β)[4], «παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία» (βλ. σχ. R v Kenny - [2013] EWCA Crim 1, R v Kellett [1975] 3 All ER 468, R v Machin [1980] 3 All ER 151, Justin Michel v the Attorney General of Jersey [2011] JCA 145 και R v Ludlam (unreported, 11 October 2011), Αrchbold Criminal Pleading Evidence and Practice, 1966, 36th ed., par.4062 και Halsbury's Laws of England/CRIMINAL LAW (VOLUME 25
(2016), PARAS 1-418; VOLUME 26
(2016), PARAS 419-860)/11. OFFENCES RELATING TO THE ADMINISTRATION OF JUSTICE/
(3)OBSTRUCTING THE COURSE OF JUSTICE/795. Perversion of the course of justice, ηλεκτρονική έκδοση). Μπορεί τα εν λόγω αδικήματα, σε μεγάλο βαθμό να αλληλοκαλύπτονται, δεν παύει όμως, από του να είναι χωριστά και ανεξάρτητα αδικήματα, τα οποία προϋποθέτουν την απόδειξη διαφορετικών συστατικών στοιχείων. Ο διαχωρισμός όμως αυτός στον Ποινικό Κώδικα, δεν αντικατοπτρίζεται και στην πολιτική διαδικασία και νομοθετήματα, όπου η υπονόμευση ή η παρεμπόδιση εκτέλεσης ενός Διατάγματος, δύναται να ενταχθεί κάτω από το γενικότερο τίτλο της καταφρόνησης Δικαστηρίου. Ούτε όμως στην πολιτική διαδικασία ισχύει πάντοτε το ίδιο, (βλ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.4)
(1993)1 ΑΑΔ 961). Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι για σκοπούς του αδικήματος του αρ. 137, αυτό που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι η «.ηθελημένη ανυπακοή (Halin (ανωτέρω) και Sazen Fast Food Ltd v. X. Λειβαδ. & Σία Λτδ κ.α.
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 472). Το ίδιο το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού, δεν αρκεί. Θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου (Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No.2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe's Law of Contempt, 2η έκδ., σ. 395.» (βλ. NIKOΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ν. ΑΝΤΖΕΛΙΚΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 4/14, 2/6/2017). Σε μια ποινική υπόθεση επομένως, η οποία εδράζεται στο αδίκημα του αρ.137 Κεφ.154, το κατά πόσο ο κατηγορούμενος ηθελημένα παρήκουσε σε Διαταγή του Δικαστηρίου, εξετάζεται με γνώμονα το ακριβές λεκτικό του επίμαχου Διατάγματος και χωρίς το ποινικό Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της αρχικής διαφοράς ή στους λόγους για τους οποίους εκδόθηκε το επίμαχο Διάταγμα (βλ. IBRAHIM KUR AHMED και Μακρή ανωτέρω). Αυτό εμπίπτει αποκλειστικά, στην εμβέλεια του Δικαστηρίου που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία, το οποίο όντως το ενδιαφέρει αν έχει επιτευχθεί ο σκοπός του Διατάγματος ή όχι. Η θέση επομένως, ότι δύναται να διαπραχθεί το ποινικό αδίκημα του αρ. 137, σε σχέση με διατάγματα γονικής μέριμνας, όταν ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί, ηθελημένα δεν βοηθά ή ηθελημένα παραλείπει να βοηθήσει, «...στην ενίσχυση της επικοινωνίας με τον άλλο γονέα...», εφόσον, ως ένας εκ των δύο γονέων, έχει «...ευθύνη για την, όσο το δυνατό, πιο ομαλή ανάπτυξη των οικογενειακών δεσμών και ταυτοχρόνως αυξημένη υποχρέωση απάλειψης ή μείωσης των τραυματικών επιπτώσεων ενός διαζυγίου στα παιδιά...» και αυτό ενόψει του ότι «...τα διατάγματα αυτά εκδίδονται κατά κύριο λόγο προς όφελος των ανηλίκων τέκνων εφόσον αναγνωρίζεται η μεγάλη σημασία της επικοινωνίας των ανηλίκων τέκνων και με τους δύο γονείς τους, παρά το χωρισμό των γονέων», δεν βρίσκει έρεισμα στη νομολογία που αφορά στο υπό κρίση ποινικό αδίκημα. Ίσως, η πιο πάνω θέση, να καθοδηγεί ένα Οικογενειακό Δικαστήριο που εξετάζει αστική παρακοή ή να ικανοποιεί τις προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης των άλλων δύο αδικημάτων που αφορούν σε συμμόρφωση ή μη με Δικαστικά Διατάγματα, ήτοι τα αδικήματα των αρ. 121(γ) και 122(β). Όπως όμως ανέφερα ανωτέρω, αυτά τα θέματα δεν αφορούν στην παρούσα διαδικασία και επομένως η περαιτέρω εξέταση τους δεν θα με απασχολήσει. Βεβαίως, το αδίκημα του αρ.137, δύναται να διαπραχθεί, αν αποδειχθεί ότι η στάση και συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ανάγεται ουσιαστικά σε εσκεμμένη προσπάθεια του να μην εκτελεστεί το επίμαχο Διάταγμα. Ως προς το τι είδους συμπεριφορές δύναται να ικανοποιήσουν αυτή την προϋπόθεση, δεν υπάρχει εξαντλητική λίστα και ούτε θα μπορούσε να υπάρχει, αφού η κάθε υπόθεση, κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Εκεί όπου ένα Διάταγμα της φύσης του επίμαχου Διατάγματος, δεν εκτελείται, συνεπεία, μεταξύ άλλων και της αρνητικής στάσης και συμπεριφοράς του ίδιου του ανήλικου, «...το Δικαστήριο οφείλει να ενδιατρίψει και να διαπιστώσει τα αίτια μιας τέτοιας στάσης και απόφασης και κατά πόσο η άρνηση του (ανήλικου) μορφώθηκε εξ ιδίων ή ήταν αποτέλεσμα επηρεασμού από τον ...» κατηγορούμενο (βλ. πρόσφατη απόφαση NIKOΛΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΙΑΚΩΒΟΥ ν. ΑΝΤΖΕΛΙΚΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 4/14, 2/6/2017). Άλλωστε, ας μη μας διαφεύγει ότι, υπό τέτοιες περιστάσεις, και ο ανήλικος είναι πρόσωπο που θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί, για σκοπούς του ποινικού αδικήματος του αρ.137, ότι συμβάλει ενεργά στην ισχυριζόμενη απείθεια Διατάγματος.» (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) Έχοντας λοιπόν υπόψη τόσο τις πρόνοιες του άρθρου 137 όσο και τα όσα πιο πάνω καταγράφονται συνάγεται και προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι τα ακόλουθα: i. Η έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου, ii. Η γνώση του προσώπου προς το οποίο το διάταγμα απευθύνεται της ύπαρξης και του ακριβούς περιεχομένου του, iii. Η παράλειψη συμμόρφωσης με το διάταγμα αυτό, του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται, iv. Η ηθελημένη ανυπακοή ή πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος. Στην υπό κρίση περίπτωση, έχοντας υπόψη την προσαχθείσα από την κατηγορούσα αρχή μαρτυρία, χωρίς να αξιολογείται καθ' οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία των μαρτύρων που έχουν παρουσιαστεί ή η αποδεικτική αξία και δύναμη της εν λόγω μαρτυρίας γενικότερα, κρίνω ότι, για τους σκοπούς του παρόντος σταδίου, καλύπτονται τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος δεδομένου ότι έχει προσφερθεί μαρτυρία αναφορικά τόσο με την έκδοση, στις 05/03/2019, διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού βάσει του οποίου ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του Μ.Κ.1 με την ανήλικη θυγατέρα του όσο και για το ότι αμφότερα τα μέρη είχαν προσωπική γνώση των προνοιών του και των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεών των. Παρά ταύτα, έχοντας υπόψη το τρίτο συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος, ήτοι της ισχυριζόμενης παράλειψης της κατηγορούμενης να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του επίμαχου διατάγματος, σημειώνεται ότι καμία μαρτυρία δεν υπάρχει που να τείνει να καταδείξει τούτο, έστω στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, και εξηγώ. Βάσει των προνοιών του διατάγματος ημερομηνίας 05/03/2019 η κατηγορούμενη είχε υποχρέωση, αφού διατάσσετο προς τούτο από τις πρόνοιες του επίμαχου διατάγματος, να προσκομίζει την ανήλικη θυγατέρα των μερών στο εκάστοτε μέρος που θα συμφωνείτο μεταξύ της και του Μ.Κ.1 και να παραδίδει αυτήν στον Μ.Κ.1. Καμία όμως μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι κατά τους ουσιώδεις χρόνους είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών ο τόπος όπου θα εξασκείτο η εν λόγω επικοινωνία, ούτως ώστε να μπορούσε βάσιμα να προωθηθεί η θέση περί το ότι η παράλειψη της κατηγορούμενης να μεταφέρει την ανήλικη και να την παραδώσει στον Μ.Κ.1 στις 05/10/2019 συνιστούσε καταστρατήγηση των προνοιών του διατάγματος, Τεκμήριο 2. Επομένως, είναι εμφανές ότι ελλείπει η αναγκαία εκείνη μαρτυρία για σκοπούς στοιχειοθέτησης του τρίτου συστατικού στοιχείου του επίδικου αδικήματος. Λέγω δε τούτο διατηρώντας υπόψη και τα όσα ο Μ.Κ.1 ανέφερε περί το ότι στις 04/10/2019 απέστειλε σχετικό μήνυμα στην κατηγορούμενη στο οποίο όμως δεν έλαβε οιαδήποτε απάντηση. Από αυτόν όμως και μόνο τον ισχυρισμό του, απογυμνωμένο από οιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες, ποσώς μπορεί να συναχθεί το περιεχόμενο του εν λόγω μηνύματος, αφού καμία αναφορά έγινε σε αυτό από τον μάρτυρα, με αποτέλεσμα τούτο να παραμένει άγνωστο στο Δικαστήριο. Σαφώς δε και δεν μπορεί να αναμένεται ότι το Δικαστήριο θα προβεί σε εικασίες περί του περιεχομένου του εν λόγω μηνύματος και δη να εκλάβει ως δεδομένο ότι με αυτό ο Μ.Κ.1 ζητούσε από την κατηγορούμενη να καθοριστεί τόπος συνάντησής των για να εξασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας του, ούτως ώστε να κληθεί η κατηγορούμενη να εξηγήσει τους λόγους που κατ' ισχυρισμό παρέλειψε να απαντήσει στο εν λόγω μήνυμα και να δώσει τη δική της εκδοχή για να κριθεί κατά πόσο η εν λόγω παράλειψη ενδεχόμενα να συνιστά ηθελημένη ανυπακοή των προνοιών του διατάγματος. Σημειώνεται επί του προκείμενου ότι ενώ ο ισχυρισμός του Μ.Κ.1 περί της ύπαρξης και κατ' επέκταση της αποστολής μηνύματος στην κατηγορούμενη αμφισβητήθηκε ρητά από την υπεράσπιση, αυτός, πέραν της απόρριψης της εν λόγω θέσης, καμία άλλη μαρτυρία δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου από την οποία μπορεί να συναχθεί το περιεχόμενο του εν λόγω μηνύματος ή έστω να διαφανεί αν τούτο όντως αποστάληκε. Πέρα όμως και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, στρεφόμενη στο περιεχόμενο του διατάγματος, Τεκμήριο 2, σημειώνεται ότι, έχοντας υπόψιν τις πρόνοιες του και δη το ότι με αυτό καθορίστηκε ότι ο Μ.Κ.1 θα είχε επικοινωνία με τη θυγατέρα του «κάθε Σάββατο από η ώρα 8:00 π.μ. μέχρι η ώρα 10:00 π.μ. στην παρουσία της Καθ' ης η Αίτηση σε τόπο που θα συμφωνείται από τους διαδίκους κάθε φορά», είναι εμφανές ότι τούτο έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα, ως ρυθμιστικό της επικοινωνίας του Μ.Κ.1 με το τέκνο του και ως εκ τούτου δεν είναι επιβλητό (enforceable) ούτως ώστε να μπορέσει να αποτελέσει αντικείμενο ανυπακοής. Τούτη η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται στην πλούσια επί του θέματος νομολογία (η οποία αφορά κύρια την αστική καταφρόνηση, βάσει του άρθρου 42 του Ν. 14/60, αλλά κατ' αναλογία εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις ποινικής ανυπακοής) από την οποία προκύπτει ότι για να είναι επιβλητό (enforceable) ένα διάταγμα του Δικαστηρίου πρέπει να είναι είτε αναγκαστικό (coercive order) είτε διατακτικό (mandatory) είτε απαγορευτικό (prohibitory). Αναγνωριστικά διατάγματα δικαιώματος, τα οποία εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 41 του Ν.14/60, δεν είναι επιβλητά. Χρήσιμη ανάλυση γίνεται στην Πετράκη ν. Petraki
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 911, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στο σύγγραμμα των Borrie and Lowe, Law of Contempt, 2η έκδοση, σελ. 418, αναφέρονται τα εξής:- "Not every order that the courts make is enforceable......it was established that declaratory order was not a coercive order and that a refusal to comply with it did not amount to contempt. If therefore a litigant or even the court is in doubt as to whether a declaration will be observed they would be better advised to seek an injunction." (Βλέπε επίσης: Π. Κυριάκου ν. Υπουργού Εσωτερικών
(1986)3 Α.Α.Δ. 300 και Webster v. Southwark London B. Council [1983] 2 W.L.R. 217 όπου στις σελίδες 222-3 αναφέρεται:- "....Where a court makes only a declaratory order, it is not contempt for the party affected by the order to refuse to abide by it. ....but mere refusal of one party to an action to abide by a declaratory order is not, as I understand it, contempt of court." Στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου D. v. D. [1991] F.C.R. 323 που αφορούσε παρόμοια υπόθεση με την παρούσα έφεση έχουν λεχθεί τα εξής στη σελίδα 329:- "What is fundamental in each case is that an order can only be enforced by committal if it is an order requiring a person to do an act or to abstain from doing an act. Thus an order which makes a declaration of rights cannot be enforced by committal against a person who chooses to ignore it.... So it was held by court in Re P (Minors) [1990] F.C.R. 909 that it is not appropriate to include the penal notice in the common form order in matrimonial proceedings giving interim care and control or custody of children to one parent with reasonable access to the other, and with the usual directions that the children are not to be removed from the jurisdiction of the court and their names are not to be changed. The reason why this penal notice is inappropriate is that the order is not an injunction susceptible of enforcement by committal. .......................................................................................................................................................................................................................................................................................................................................... There has been no order of the court requiring the husband to do any act or abstain from doing any act in relation to that, or any other period of access." Και στη σελίδα 330 καταλήγει:- "The fundamental point is that the penal notice was inappropriate because the order of May 24 was not an order capable of founding a commital for breach."» (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου.) Παραπέμπω επίσης στις μεταγενέστερες αποφάσεις Αναστασίου v. Χαράλαμπου Αναστασίου, Έφεση Αρ. 41/2018, ημερομηνίας 22/04/2020 και Νεοφύτου ν. Αρέστη, Έφεση Αρ. 4/2019, ημερομηνίας 29/11/
  1. Από τα πιο πάνω προκύπτει λοιπόν ότι το κατά πόσο ένα διάταγμα είναι αναγνωριστικό ή προστατικό εξαρτάται από την πρόθεση υπό την οποία εκδόθηκε, όπως αυτή αποκαλύπτεται από τους όρους και τον τρόπο διατύπωσης τους. Εάν από τις πρόνοιες τους είναι σαφές ότι σκοπείτο να έχει προστατικό ή απαγορευτικό χαρακτήρα, με αναφορά σε συγκεκριμένη συμπεριφορά, τότε είναι δεκτικό εκτέλεσης με αίτηση παρακοής (βλ. D v. D, ανωτέρω) και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ποινικής ανυπακοής. Εν προκειμένω, ναι μεν υπήρχε η προαναφερθείσα καταληκτική γενική διατακτική πρόνοια δια της οποίας η κατηγορούμενη διατάσσετο να προσκομίζει την ανήλικη στο μέρος που κάθε φορά θα συμφωνείτο μεταξύ της και του Μ.Κ.1 και να παραδίδει αυτήν στον τελευταίο (βλ. πρόνοια υπό 2 του Τεκμηρίου 2), όμως οι επιμέρους πρόνοιες διατυπώθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε η ρύθμιση της επικοινωνίας, αυτή καθ' εαυτή, του διατάγματος, να έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα, ως ρυθμιστικό του δικαιώματος του Μ.Κ.1 στον βαθμό που αφορούσε στον προσδιορισμό του τόπου εξάσκησης αυτού. Ειδικότερα, αναγνωρίζεται ότι ο Μ.Κ.1 θα είχε δικαίωμα επικοινωνίας με την ανήλικη κάθε Σάββατο μεταξύ των ωρών 08:00 - 10:00 υπό τον όρο ότι ο τόπος άσκησης του δικαιώματος αυτού «θα συμφωνείται» μεταξύ των μερών. Πλην δε της περίπτωσης που αφορά την υποχρέωση της κατηγορούμενης για προσκόμιση της ανήλικης στον εκάστοτε τόπο που θα συμφωνείτο, δεν περιλαμβάνεται πρόνοια στο διάταγμα που να επιβάλλει σε αυτήν ή να της απαγορεύει κάποια συγκεκριμένη πράξη όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίον θα καθορίζεται ο εκάστοτε τόπος άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας του Μ.Κ.1 με την ανήλικη, ούτως ώστε η παράλειψή της να πράξει τούτο να μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ποινικής ανυπακοής. Διαφορετική ενδεχομένως θα ήτο η κατάληξη του Δικαστηρίου αν από την προσφερθείσα μαρτυρία αποκαλύπτετο ότι τα μέρη είχαν εκ των προτέρων συμφωνήσει το μέρος στο οποίο ο Μ.Κ.1 θα ασκούσε το δικαίωμα επικοινωνίας του με την ανήλικη και η κατηγορούμενη παρέλειψε να συμμορφωθεί με την προστατική πρόνοια του διατάγματος να μεταφέρει αυτήν στον εν λόγω χώρο και να την παραδώσει στον Μ.Κ.1, οπόταν και η εν λόγω παράλειψή της θα προσέκρουε σε επιτακτική πρόνοια του επίμαχου διατάγματος. Όμως δεν είναι αυτή η περίπτωση έχοντας υπόψιν και τα όσα ανωτέρω έχουν καταγραφεί αναφορικά με την προσφερθείσα από μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία. Κατά συνέπεια είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, όπως έχει τεθεί ενώπιόν του, απέτυχε να στοιχειοθετήσει ότι η ισχυριζόμενη παράλειψη της κατηγορούμενης να απαντήσει στο μήνυμα το οποίος της απέστειλε ο Μ.Κ.1, συνιστά από μόνη της απείθεια του διατάγματος, Τεκμήριο
  2. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαραίνει εξολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Περαιτέρω, κενά αναφορικά με την ύπαρξη πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθεση σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται ούτε υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπώς, για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπογρ.)............. Φ. Χριστοδουλίδου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.