ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ C. S., Ευρωπαικο Ενταλμα Συλληψης Αρ.: 6/24, 10/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Συμεωνίδη, Ε.Δ. Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Αρ.: 6/24 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ ΤΟΥ 2004, ΝΟΜΟΣ 133(I)/2004 -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ C. S. (Αρ. Διαβατηρίου: [●] και ημερ. Γέννησης: [●]) ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10 Δεκεμβρίου 2024 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κεντρική Αρχή: κα. Α. Τιμοθέου εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα Για τον Εκζητούμενο: κ. Δημήτρης Λοχίας Εκζητούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Το υπό κρίση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (εφεξής «Ε.Ε.Σ.») εκδόθηκε στις 04.10.24 από το Πρωτοδικείο Μπάρπεργκ (Γερμανία) με σκοπό τη σύλληψη και παράδοσή του εκζητούμενο, S.C., στις Γερμανικές Αρχές σε σχέση με ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος της «εμπορικής και ομαδικής απάτης» κατά παράβαση του άρθρου 263 του Γερμανικού Ποινικού Κώδικα· αδίκημα το οποίο επισύρει μέγιστη ποινή φυλάκισης μέχρι και 15 έτη. Σύμφωνα με τις Γερμανικές Αρχές το αδίκημα διαπράχθηκε κατά την περίοδο από τον Αύγουστο του 2022 μέχρι τις 04.10.24 στο Βερολίνο και άλλες τοποθεσίες στη Γερμανία, την Αυστρία, την Κύπρο και το Βελιγράδι. Σύμφωνα με τα γεγονότα της υπόθεσης τα οποία εκτίθενται στο Ε.Ε.Σ., και ως αυτά δύναται να συνοψιστούν από το Δικαστήριο, καταλογίζεται στον εκζητούμενο ότι δραστηριοποιείται σε διεθνή βιομηχανία ηλεκτρονικού εμπορίου στη Λεμεσό και αποτελεί μέλος μιας μεγάλης ομάδας παραβατών, τα οποία εν γνώσει και εκ προθέσεως συνωμότησαν στη διάπραξη δόλιων αδικημάτων σε βάρος επενδυτών στη Γερμανία και σε άλλες γερμανόφωνες χώρες. Ο εκζητούμενος αποτελεί μέλος της ανώτατης διοίκησης της εν λόγω ομάδας, μαζί με άλλα πρόσωπα τα οποία κατονομάζονται στο Ε.Ε.Σ.. Οι αντιπρόσωποι της ομάδας παρέχουν πληροφορίες, ως ειδικοί στις συναλλαγές, σε μεγάλο αριθμό πελατών στις γερμανόφωνες χώρες μέσω τηλεφώνου και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σε σχέση με συγκεκριμένες επενδυτικές πλατφόρμες, παρακινώντας τους, με αναληθείς ισχυρισμούς, να επενδύσουν σημαντικά χρηματικά ποσά σε διάφορα χρηματοπιστωτικά μέσα. Παρά το ότι γνωρίζουν ότι δεν υπάρχει καμία προοπτική διατήρησης κεφαλαίου ή κεφαλαιακών κερδών από τις επενδύσεις αυτές, υπόσχονται στους πελάτες υψηλά κέρδη. Καμία επένδυση ή τοποθέτηση δικαιωμάτων προαίρεσης δεν πραγματοποιείται ανά πάσα στιγμή. Αντιθέτως, τα κατατεθειμένα κεφάλαια των πελατών διανέμονται αμέσως σε πολύπλοκο, πανευρωπαϊκό δίκτυο ξεπλύματος χρήματος. Ως αποτέλεσμα των δράσεων της ομάδας, η οποία διατηρεί επαγγελματικά οργανωμένα γραφεία και απασχολεί μεγάλο αριθμό προσωπικού, ζημιώθηκαν τουλάχιστον 170 Γερμανοί πολίτες, οι οποίοι μετέφεραν το συνολικό ποσό των Ευρώ 10 εκατομμυρίων σε μεταβαλλόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς κατά το χρονικό διάστημα από τον Αύγουστο του 2022 μέχρι τον Οκτώβριο του
- Υπολογίζεται ότι ο αριθμός των θυμάτων είναι μεγαλύτερος. Καταλογίζεται στον εκζητούμενο ότι, σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα τα οποία διαμένουν στη Γερμανία, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην υλοποίηση του δόλιου σχεδίου, παρέχοντας διοικητικές, οικονομικές και υλικοτεχνικές υπηρεσίες στην υπόλοιπη ομάδα παραβατών και υποστηρίζοντας τις δόλιες δραστηριότητες της από την Κύπρο, οι οποίες ελέγχονται εν μέρει από το Βερολίνο, ως αυτές περιγράφονται στις σελ. 7 και 8 του Ε.Ε.Σ.[1]. Η Κυπριακή Αστυνομία συνέλαβε τον εκζητούμενο στις 05.11.24 και η ώρα 11:14 π.μ. Τον παρουσίασε στο Δικαστήριο στις 06.11.24, αυτός δεν συγκατατέθηκε στη παράδοση του και ως εκ τούτου το Δικαστήριο προχώρησε στην ακρόαση της αίτησης για εκτέλεση του Ε.Ε.Σ.. Μαρτυρία Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν δύο μάρτυρες εκ μέρους της Κεντρικής Αρχής, ο Αστ. 1626, κ. Π. Χίντικος (Μ.Κ.Α.1) και η Αστ. 1842, κα. Μ. Πατσαλίδου (Μ.Κ.Α.2), ενώ εκ μέρους του εκζητούμενου κατέθεσε στο Δικαστήριο, ο κ. Μ. Αρμεύτης (Μ.Ε.1). Παραθέτω συνοπτικά τη μαρτυρία του καθενός από αυτούς: Ο κ. Χίντικος εργάζεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και, μεταξύ των καθηκόντων του, είναι ο χειρισμός ζητημάτων που αφορούν σε αιτήματα για εκτέλεση Ε.Ε.Σ.. Περιέγραψε ο μάρτυρας τον τρόπο το Υπουργείο Δικαιοσύνης έλαβε γνώση για την έκδοση του υπό κρίση Ε.Ε.Σ. και τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν εκ μέρους του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την ενημέρωση της Αστυνομίας πριν και για την ενημέρωση των αρμόδιων ξένων αρχών έπειτα από τη σύλληψη του εκζητούμενου. Κατέθεσε σειρά εγγράφων που αποτελείται, κυρίως, από ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ του ιδίου και της Αρχής Έκδοσης στην οποία επισυνάπτονται μεταξύ άλλων, το Ε.Ε.Σ., το Γερμανικό εθνικό ένταλμα σύλληψης (στη γερμανική και την αγγλική γλώσσα) καθώς και επιστολή από την Εισαγγελία της Γερμανίας στην οποία διευκρινίζεται ότι το κατηγορητήριο εναντίον του εκζητούμενου δεν έχει ακόμη καταχωρηθεί στο Γερμανικό Δικαστήριο[2]. Αυτά σε απάντηση σχετικού αιτήματος που υποβλήθηκε από το συνήγορο του εκζητούμενου για την προσκόμιση των εν λόγω εγγράφων και πληροφοριών στον ίδιο πριν από την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης. Κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας και ερωτώμενος σχετικά, κατέθεσε αντίγραφο της κατάθεσης του εκζητούμενου που λήφθηκε, με τη βοήθεια διερμηνέα, από την Αστυνομία έπειτα από τη σύλληψή του[3]. Αναγνωρίστηκαν, επίσης, από το μάρτυρα και έπειτα κατατέθηκαν στο Δικαστήριο αντίγραφα Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας με αρ. 289/202 και Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας με αρ. 337/
- Ερωτηθείς σχετικά ο μάρτυρας συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου του εκζητούμενου ότι πέραν από τα δύο Ε.Ε.Ε., αντίγραφα των οποίων κατατέθηκαν στο Δικαστήριο, οι Γερμανικές Αρχές είχαν αποστείλει προηγουμένως και άλλα 6 Ε.Ε.Ε. σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Διευκρίνισε, όμως, ο μάρτυρας ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν όλα τα προηγούμενα Ε.Ε.Ε. αφορούν τον εδώ εκζητούμενο ή όχι. Ανέφερε ότι σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, οι Γερμανικές Αρχές είχαν αποστείλει στην Κεντρική Αρχή αιτήματα για εκτέλεση Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης σε σχέση με τέσσερα άτομα, περιλαμβανομένου του εκζητούμενου. Παρεμβάλλεται ότι ως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, και τα δύο Ε.Ε.Ε. αφορούσαν στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή στο διεθνές σχέδιο εξαπάτησης επενδυτών στο οποίο φέρεται να εμπλέκεται ο εκζητούμενος μαζί με άλλα πρόσωπα. Και στις δύο περιπτώσεις, οι Γερμανικές Αρχές είχαν αιτηθεί όπως οι έρευνες διεξαχθούν από την Κυπριακή Αστυνομία σε συγκεκριμένη προκαθορισμένη ημερομηνία, ήτοι στις 05.11.2024, στο πλαίσιο συντονισμένης επιχείρησης με τις Γερμανικές Αρχές αφού φαίνεται ότι αντίστοιχα διαβήματα θα προωθούνταν και σε σχέση με τρίτα πρόσωπα. Με την Ε.Ε.Ε. με αρ. 289/202 ζητείτο η διεξαγωγή έρευνας από τις Αστυνομικές αρχές σε τρεις συγκεκριμένους χώρους, που περιγράφονται ως η κατοικία του εκζητούμενου στην Κύπρο, με σκοπό την ανεύρεση των αντικειμένων που καταγράφονται στο Παράρτημα Α αυτής[4]. Με την Ε.Ε.Ε. με αρ. 337/24, οι Γερμανικές Αρχές παραιτήθηκαν του αιτήματος τους για έρευνα σε έναν από τους χώρους που αναφέρονται στην Ε.Ε.Ε. με αρ. 289/202 ενώ ζητείται η λήψη κατάθεσης από τον εκζητούμενο στη βάση καταλόγου ερωτήσεων που θα αποστελλόταν στις Κυπριακές Αρχές. Περιλαμβάνονται συμπληρωματικά στοιχεία και αιτήματα με παραπομπή σε προηγούμενες Ε.Ε.Ε. που είχαν εκδοθεί και αποσταλεί προς εκτέλεση στην Κυπριακή Δημοκρατία αναφορικά με την παρούσα υπόθεση, τα οποία, όμως, δεν φαίνεται να αφορούν μόνο τον εκζητούμενο. Γίνεται, δηλαδή, αναφορά και σε τρίτα πρόσωπα και χώρους. Η Μ.Κ.Α.
- εργάζεται ως αστυφύλακας στο Τμήμα Καταπολέμησης Εγκλημάτων Αρχηγείου και συγκεκριμένα στο γραφείο Εκτέλεσης Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Κλιμακίου Λεμεσού - Πάφου. Αναγνώρισε την κατάθεση που λήφθηκε από τον εκζητούμενο στις 06.11.24[5], διευκρινίζοντας ότι λήφθηκε από την ίδια με τη βοήθεια διερμηνέα στην Γερμανική γλώσσα και στην παρουσία του δικηγόρου του και δύο ανακριτριών από τη Γερμανία, οι οποίες, ως ανέφερε, είχαν επικουρικό ρόλο στη διαδικασία λήψης της κατάθεσης, αφού η λίστα των ερωτήσεων που θα υποβάλλονταν στον εκζητούμενο είχε δοθεί προηγουμένως στην ίδια από τις Γερμανικές Αρχές. Αντεξεταζόμενη ανέφερε η μάρτυρας ότι όταν ξεκίνησε η λήψη της κατάθεσης με την υποβολή των πρώτων ερωτήσεων βάσει της λίστας που της είχε δοθεί προηγουμένως από τις Γερμανικές Αρχές και κατέστη αντιληπτό ότι ο εκζητούμενος δεν είχε σκοπό να απαντήσει οτιδήποτε αλλά, αντί αυτού, επιθυμούσε να ακούσει όλες τις ερωτήσεις που θα του υποβάλλονταν, μία εκ των Γερμανίδων ανακριτριών ζήτησε από τη μάρτυρα όπως μην υποβάλει άλλες ερωτήσεις στον ίδιο, παρακάμπτοντας έτσι την προγραμματισμένη διαδικασία. Σε σχέση με την ερώτηση αρ. 3 στην κατάθεση του εκζητούμενου, η μάρτυρας συμφώνησε με τη θέση που της υποβλήθηκε ότι η Γερμανίδα ανακρίτρια μίλησε απευθείας στον εκζητούμενο στα γερμανικά και η διερμηνέας μετέφρασε την ερώτηση στην ελληνική γλώσσα. Δεν υπέβαλε, δηλαδή η ίδια τη συγκεκριμένη ερώτηση στον εκζητούμενο. Η ερώτηση είχε ως εξής: «Λόγω των αποδεικτικών στοιχείων, ένα γερμανικό Δικαστήριο αποφάσισε να εκδώσει Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης και ως γνωστό να θέσει μεγάλες απαιτήσεις για αυτό το ένταλμα. Μια όσο το δυνατό πιο έγκαιρη κατάθεση θα θεωρηθεί διάθεση συνεργίας και θα ληφθεί υπόψιν. Θέλετε ενόψει αυτών να τοποθετηθείτε;». Δήλωσε η Μ.Κ.Α.2 ότι αρχικά δεν επιθυμούσε να καταγραφεί αυτή η ερώτηση στο γραπτό κείμενο της κατάθεσης επειδή δεν αποτελούσε ερώτημα που σκόπευε να υποβάλει η ίδια στον εκζητούμενο, προσθέτοντας ότι, εντέλει, καταγράφηκε στο κείμενο της κατάθεσης λόγω του ότι επέμεινε προς τούτο ο συνήγορος του εκζητούμενου. Ερωτηθείσα σχετικά, ανέφερε η μάρτυρας ότι εκείνη την ημέρα, πέραν από τον εκζητούμενο, λήφθηκε κατάθεση και από άλλο πρόσωπο το οποίο είχε συλληφθεί κατόπιν Ε.Ε.Σ. στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης, τον κ. M.A.. Εκείνος εκπροσωπείτο από το δικηγόρο, κ. M. Αρμεύτη. Κατόπιν λήψεως της κατάθεσης, στην οποία το πρόσωπο αυτό επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμά του στη σιωπή και πριν υπογράψει το κείμενο της κατάθεσής του ο κ. M.A., οι Γερμανίδες ανακρίτριες είχαν, επίσης, απευθείας συζήτηση μαζί του στη γερμανική γλώσσα. Ανέφερε, επίσης, ότι λόγω της θέσης της, γνωρίζει ότι σε σχέση με την υπόθεση για την οποία συνελήφθη ο εκζητούμενος είχαν εκδοθεί κάποια Ε.Ε.Ε. ενώ αναγνώρισε και αντίγραφο της Αίτησης ημερομηνίας 12.11.2024 που καταχωρήθηκε από την Αστυνομία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και με την οποία ζητείται η έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την κατακράτηση τεκμηρίων που εντοπίστηκαν στην οικία του εκζητούμενου κατά την εκτέλεση Ε.Ε.Ε[6]. Προς υποστήριξη της πλευράς του εκζητούμενου, κατέθεσε στο Δικαστήριο, ο κ. Μαρίνος Αρμεύτης. Πρόκειται για τον Κύπριο δικηγόρο του κ. M.A., εναντίον του οποίου εκκρεμεί αντίστοιχο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης που έχει εκδοθεί από τις Γερμανικές Αρχές στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης. Ο κ. M.A. συνελήφθη από την Κυπριακή Αστυνομία στις 05.11.24 στο πλαίσιο της ίδιας συντονισμένης επιχείρησης, όπως και ο εδώ εκζητούμενος. Έπειτα από τη σύλληψή του και πριν τη λήψη κατάθεσης από τον ίδιο, στη βάση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Έρευνας, ήταν παρούσα στον αστυνομικό σταθμό, μία Εισαγγελέας των Γερμανικών Αρχών και μία Γερμανίδα αστυνομικός. Πριν την έναρξη της διαδικασίας λήψης κατάθεσης, ο μάρτυρας παρατήρησε ότι έλαβε χώρα μία συζήτηση (μία «στιχομυθία») μεταξύ του πελάτη του και των πιο πάνω προσώπων στην γερμανική γλώσσα, συνεπεία της οποίας ο πελάτης του έδειχνε αναστατωμένος. Όταν τον ρώτησε για το περιεχόμενο της εν λόγω συζήτησης, ο κ. M.A. του απάντησε ότι αυτό που του είπαν οι Γερμανίδες ανακρίτριες ήταν ότι βρίσκεται αντιμέτωπος με ποινή φυλάκισης που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και τα 15 έτη και ότι εάν δεν μιλήσει, κατονομάζοντας συγκεκριμένα πρόσωπα που ενδεχομένως να εμπλέκονται στην εν λόγω απάτη, δεν θα τον βοηθήσουν και θα παραμείνει υπόδικος έπειτα από τη μετάβασή του στη Γερμανία, επισημαίνοντας, μάλιστα, ότι «στη Βαυαρία δεν θα είναι όπως στην Κύπρο». Τελικά, η κατάθεση δεν λήφθηκε στις 05.11.24, αλλά την επόμενη μέρα. Στις 06.11.24, το απόγευμα, αφού πληροφορήθηκε ο πελάτης του για το δικαίωμά του να τηρήσει σιωπή, η Γερμανίδα ανακρίτρια και πάλι άρχισε να του μιλά στα Γερμανικά, μέχρις ότου, καθ' υπόδειξη του μάρτυρα, η Κύπρια αστυνομικός της ζήτησε να σταματήσει να μιλά στον εκεί εκζητούμενο, όπως και έγινε. Όταν ο μάρτυρας ρώτησε τον πελάτη του τί του είχε αναφέρει η Γερμανίδα αστυνομικός, εκείνος του απάντησε ότι του είπε τα ίδια που του είχε πει και την προηγούμενη μέρα, ότι δηλαδή εάν συνεργαστεί θα τον βοηθήσουν όταν θα παραδοθεί στη Γερμανία. Πρόσθεσε, επίσης, ο μάρτυρας ότι, σύμφωνα με τα όσα του ανέφερε ο πελάτης του, όταν παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της Αίτησης εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ. που εκκρεμεί εναντίον του, το πρωί της 06.11.24, και αφέθηκε ελεύθερος υπό όρους, οι Γερμανίδες τον προσέγγισαν στο διάδρομο του Δικαστηρίου και με τα λεγόμενά τους άφησαν να εννοηθεί ότι μπορεί να καταβλήθηκε το ποσό της εγγύησης που ζήτησε το Κυπριακό Δικαστήριο και να αποφεύχθηκε η κράτησή του εδώ, αλλά ότι δεν θα γίνει το ίδιο όταν μεταβεί στη Γερμανία. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας κατέθεσε ότι στον αστυνομικό σταθμό στις 05.11.24 υπήρχε διερμηνέας στα Γερμανικά, η οποία ήταν παρούσα κατά τη συζήτηση μεταξύ των Γερμανίδων και του πελάτη του. Όταν την ρώτησε τί ειπώθηκε μεταξύ τους, η διερμηνέας του είπε, με κάποια ασάφεια, ότι τον ρωτούσαν για την υπόθεση και του ανέφεραν ότι η ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα ανέρχεται στα 15 έτη. Δεν ανέφερε η διερμηνέας ότι τον απείλησαν με οποιοδήποτε τρόπο. Διευκρίνισε, επίσης, ο μάρτυρας ότι δεν ήταν ο ίδιος παρών κατά τη συζήτηση που έλαβε χώρα μεταξύ του πελάτη του και των εκπροσώπων των Γερμανικών Αρχών στο διάδρομο του Δικαστηρίου, επισημαίνοντας, όμως, ότι ο πελάτης του δεν είναι καταρτισμένος νομικά ώστε να γνωρίζει κατά πόσο αυτές οι συζητήσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν με οποιοδήποτε τρόπο την έκβαση της αίτησης για εκτέλεση Ε.Ε.Σ. που εκκρεμεί εναντίον του, ώστε να έχει κάποιο κίνητρο να σκαρφιστεί τα πιο πάνω και να τα αναφέρει ψευδώς στο δικηγόρο του. Παρεμβάλλεται ότι, ενόψει της αυτοτέλειας της διαδικασίας εξέτασης αίτησης για εκτέλεση ενός Ε.Ε.Σ., η μαρτυρία του κ. Αρμεύτη δεν κρίνεται, αυστηρά ομιλούντες, άμεσα σχετική με τα επίδικα γεγονότα εφόσον αφορά τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του πελάτη του, εκζητούμενου στο πλαίσιο άλλης ξεχωριστής διαδικασίας, και των εκπροσώπων των Γερμανικών Αρχών έπειτα από τη σύλληψή του. Αναμένεται ότι τα ζητήματα που έθιξε θα αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κεντρικής Αρχής περί μη σχετικότητας της εν λόγω μαρτυρίας δεν στερείται ερείσματος. Εντούτοις, ενόψει του θεματικού αλλά και χρονικού συσχετισμού των δύο αυτών διαδικασιών (ήτοι του γεγονός ότι η σύλληψη και λήψη κατάθεσης του εκεί εκζητούμενου σχετίζεται με τα γεγονότα της ίδιας υπόθεσης, εξού και έλαβε χώρα την ίδια μέρα με τη σύλληψη του εδώ εκζητούμενου, στο πλαίσιο μιας συντονισμένης επιχείρησης), αλλά και έχοντας υπόψη τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του εδώ εκζητούμενου και των εκπροσώπων των Γερμανικών Αρχών, ως απορρέουν από τη μαρτυρία της Μ.Κ.Α.2, και συνάδουν με τη μαρτυρία του κ. Αρμεύτη, εντοπίζεται στη μαρτυρία αυτή κάποια σχετικότητα με τα ζητήματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο πιο κάτω και για αυτό η εν λόγω πτυχή της μαρτυρίας γίνεται αποδεκτή ως εμμέσως σχετική. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η εξέταση και αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό την αίρεση του περιορισμένου εύρους και σκοπού της παρούσας διαδικασίας. Ο σκοπός είναι μόνο να υποβοηθηθεί το Δικαστήριο, όταν αποφασίζει, κατά πόσο πληρούνται οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις του Νόμου και της νομολογίας, ώστε να επιτρέπεται η εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. για την παράδοση του εκζητούμενου. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία, και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή κακό μνημονικό τους και, γενικότερα, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Όλοι οι μάρτυρες άφησαν θετικοί εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρες αλήθειας. Κατέθεσαν με ευθύτητα και πηγαίο τρόπο στο Δικαστήριο και δεν εντόπισα αντιφάσεις ή υπερβολές στα όσα ανέφεραν, τα οποία είχαν λογική συνοχή. Δεν μου δόθηκε η εντύπωση ότι διακατέχονταν από κάποια προκατάληψη ή διάθεση να παραπλανήσουν το Δικαστήριο καταθέτοντας αναλήθειες και όπου ήταν απαραίτητο, διευκρίνιζαν την πηγή ή τα όρια της γνώσης τους ως προς συγκεκριμένες πτυχές της μαρτυρίας τους. Αποδέχομαι, λοιπόν τη μαρτυρία τους, ως αξιόπιστη. Δεν μου διαφεύγει ότι η μαρτυρία του κ. Αρμεύτη, παρά την κρίση μου ως προς την αξιοπιστία του ίδιου, αποτελεί εκ της φύσεως της, εξ ακοής μαρτυρία. Πηγάζει, ουσιαστικά, από τα όσα του ανέφερε ο πελάτης του, ο οποίος, όμως, θα μπορούσε, εάν το επιθυμούσε, να προσέλθει ο ίδιος στο Δικαστήριο και να καταθέσει δια ζώσης τα όσα ισχυρίζεται ότι άκουσε από τις εκπροσώπους των Γερμανικών Αρχών στις 05.11.24 και στις 06.11.24[7]. Σε τέτοια περίπτωση, θα αντεξεταζόταν από την εκπρόσωπο της Κεντρικής Αρχής και θα αξιολογείτο η μαρτυρία του από το Δικαστήριο. Δεν υπέβαλε τον εαυτό του σε τέτοια διαδικασία. Ωστόσο, λαμβάνω υπόψη μου ότι ο χρόνος που διέρρευσε μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται ήταν και στις δύο περιπτώσεις πολύ μικρός. Ο κ. M.A. φαίνεται να μετέφερε στον κ. Αρμεύτη αμέσως, χωρίς καθυστέρηση, αυτά που του είπε η Γερμανίδα ανακρίτρια και στις δύο περιπτώσεις. Επίσης, ο κ. M.A. δεν φαίνεται να γνώριζε ότι αυτά που του είπε η Γερμανίδα ανακρίτρια και τα οποία μετέφερε στον κ. Αρμεύτη, δηλαδή το δικηγόρο του, θα μπορούσαν να σχετίζονται ή να επηρεάσουν με οποιοδήποτε τρόπο την έκβαση της αίτησης για εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. που εκκρεμεί εναντίον του ή την τύχη του παρόντος Ε.Ε.Σ., ώστε να θεωρηθεί ότι είχε κάποιο κίνητρο να παραποιήσει τα γεγονότα όταν τα μετέφερε στον κ. Αρμεύτη. Περαιτέρω, η συμπεριφορά που αποδίδεται στην Γερμανίδα ανακρίτρια φαίνεται να συνάδει και με την συμπεριφορά που επέδειξε έναντι του εκζητούμενου στην παρούσα υπόθεση, ως αυτή διαφάνηκε από τη μαρτυρία της Μ.Κ.Α.
- Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, αποδέχομαι για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας το περιεχόμενό της μαρτυρίας του κ. Αρμεύτη ως αληθές. Ανάλογα της μαρτυρίας που έχει γίνει αποδεκτή είναι και τα συμπεράσματα που εξάγονται από το Δικαστήριο ως προς τα γεγονότα που περιβάλουν την υπό κρίση Αίτηση. Θα αναφερθώ σε αυτά πιο κάτω, όπου κρίνεται αναγκαίο, κατά την εξέταση των προϋποθέσεων έγκρισης του υπό κρίση αιτήματος. Με την ολοκλήρωση της παράθεσης της μαρτυρίας, οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, καταθέτοντας στο Δικαστήριο κείμενο γραπτών αγορεύσεων. Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και τα έχω αποτιμήσει. Προς αποφυγή αχρείαστης επιβάρυνσης της παρούσας απόφασης, δεν θα αναπαράγω το περιεχόμενό τους, το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο στο φάκελο του Δικαστηρίου. Θα αναφερθώ, όμως, πιο κάτω, όπου κρίνεται σκόπιμο, στην επιχειρηματολογία που έχει επιμελώς παρατεθεί από την πλευρά του εκζητούμενου, κατά την εξέταση των προϋποθέσεων έγκρισης της αίτησης για εκτέλεση του Ε.Ε.Σ.. Νομική πτυχή Το νομικό πλαίσιο που διέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει την εκτέλεση ενός Ε.Ε.Σ. εδράζεται στις πρόνοιες του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμο του 2004 (Ν. 133
(1)/2004), ως αυτός έχει τροποποιηθεί (ο «Νόμος»). Ο Νόμος ψηφίστηκε για σκοπούς εναρμόνισης του ημεδαπού δικαίου με το Ευρωπαϊκό δίκαιο. Ο μηχανισμός λειτουργείας του Ε.Ε.Σ. στηρίζεται στο υψηλό επίπεδο αμοιβαιότητας, εμπιστοσύνης και σεβασμού μεταξύ των δικαστικών αρχών των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για μια οικειοθελή απεμπόληση της εθνικής κυριαρχίας εκάστου κράτους μέλους προς όφελος μιας υπερεθνικής δικαιοδοτικής εφαρμογής των αρχών δικαίου με στόχο τη δημιουργία συνθηκών ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης σε ευρωπαϊκό επίπεδο[8]. Σκοπός του μηχανισμού που διέπει την έκδοση και εκτέλεση ενός Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης είναι η απλοποίηση μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών της διαδικασίας παράδοσης προσώπων που ενέχονται στη διάπραξη συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων, μέσω της παροχής δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερα περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Η όλη διαδικασία δεν ανάγεται σε καθαυτή ποινική δίωξη, ούτε προσφέρεται για την εξέταση και θεμελίωση τυχόν ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου, εξ ου και τα στενά χρονικά περιθώρια που προβλέπονται από το Νόμο για την εξέταση αιτήσεων τέτοιας φύσης. Αυτό αποτελεί έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση του υπόπτου στο έδαφος της, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση της όποιας ποινικής ευθύνης του εκζητουμένου, στη βάση των ισχυόντων στην επικράτεια της, κανόνων δικαίου[9]. Τα δικαστήρια των κρατών-μελών θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους κατά την πορεία εξέτασης Ε.Ε.Σ., έχοντας πάντα κατά νουν ότι, τηρουμένων, βεβαίως, των προϋποθέσεων που θέτει ο Νόμος, κάθε τέτοιο ένταλμα εκτελείται βάσει της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία αποτελεί μέσο που ενισχύει τη συνοχή του χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο μηχανισμός εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ. θα ανασταλεί μόνο εάν διαπιστωθεί σοβαρή και διαρκείς παραβίαση από κράτος-μέλος των αρχών της Ελευθερίας, της Δημοκρατίας, του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών και του κράτους δικαίου[10], αρχές οι οποίες είναι κοινές στα κράτη-μέλη και συνιστούν, εξάλλου, απαραίτητη προϋπόθεση που νομιμοποιεί την ύπαρξη και ανάπτυξη του εν λόγω χώρου. Σκοπός έκδοσης του Ε.Ε.Σ. Το Ε.Ε.Σ., σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 3 του Νόμου, αποτελεί Απόφαση ή Διάταγμα δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την παράδοση προσώπου το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος: (α) για την άσκηση ποινικής δίωξης ή (β) για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας. Προκύπτει από το περιεχόμενο του Ε.Ε.Σ., και δεν φαίνεται να αμφισβητείται από την πλευρά του εκζητούμενου, ότι στην προκειμένη περίπτωση, αυτό δεν έχει εκδοθεί για την εκτέλεση ποινής ή μέτρου στερητικού της ελευθερίας του εκζητούμενου. Αποτελεί, όμως, εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εκζητούμενου, ότι το Ε.Ε.Σ. δεν έχει εκδοθεί ούτε με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του εφόσον κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται «ρητά» στο ίδιο το Ε.Ε.Σ.. Περαιτέρω, με παραπομπή στο μαρτυρικό υλικό, εισηγείται η πλευρά του εκζητούμενου ότι το ανακριτικό έργο δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί από τις γερμανικές αρχές και πουθενά δεν γίνεται λόγος για λήψη από κάποιο αρμόδιο όργανο «απόφασης ποινικής δίωξης του εκζητούμενου στη Γερμανία». Κατά συνέπεια, το επίδικο Ε.Ε.Σ. δεν έχει εκδοθεί για νόμιμο σκοπό και άρα η εκτέλεσή του θα πρέπει να απορριφθεί[11]. Προβάλλεται, περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι η λήψη κατάθεσης από τον εκζητούμενο, βάσει ξεχωριστής Ευρωπαϊκής Εντολής Έρευνας, έπειτα από τη σύλληψή του στις 05.11.24, καταδεικνύει ότι τέτοιο μέτρο θεωρήθηκε από τις γερμανικές αρχές χρήσιμο για σκοπούς διερεύνησης της υπόθεσης και κατά συνέπεια ότι η σύλληψη του εκζητούμενου, κατά το χρόνο που αυτή έλαβε χώρα, ήτοι πριν τη λήψη κατάθεσης από αυτόν, παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Παρά το ότι τα πιο πάνω επιχειρήματα προβάλλονται διαζευκτικά, στην πραγματικότητα είναι αλληλένδετα, εφόσον και τα δύο στηρίζονται στη θέση ότι η σύλληψη του εκζητούμενου βάσει του Ε.Ε.Σ. δεν έλαβε χώρα για σκοπούς άσκησης ποινικής δίωξης εναντίον στη Γερμανία αλλά για σκοπούς περαιτέρω διερεύνησης της υπόθεσης. Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο το Ε.Ε.Σ. έχει εκδοθεί με σκοπό την ποινική δίωξη του εκζητούμενου στη Γερμανία ή όχι. Κατ' αρχάς, επισημαίνεται ότι στην πρώτη σελίδα του Ε.Ε.Σ., το οποίο έχει εκδοθεί από το Γερμανικό Δικαστήριο, το αίτημα διατυπώνεται ως εξής: «Ζητώ τη σύλληψη και παράδοση του [εκζητούμενου] με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφάλειας στερητικού της ελευθερίας». Προβάλλονται, λοιπόν, από την αρχή έκδοσης και οι δύο περιπτώσεις ως λόγοι για τους οποίους φαίνεται να ζητείται η έκδοση του Ε.Ε.Σ., χωρίς να απαλείφεται η φράση «ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφάλειας στερητικού της ελευθερίας», που αποτελεί λόγο, ο οποίος σαφώς δεν υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του Ε.Ε.Σ. και των υπόλοιπων στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, προκύπτει από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου ότι η υπόθεση εναντίον του εκζητούμενου δεν βρίσκεται στο αρχικό στάδιο διερεύνησης. Στην παράθεση των «πραγματικών περιστατικών» στο Ε.Ε.Σ.[12] γίνονται συγκεκριμένες αναφορές στο ρόλο που κατ' ισχυρισμό, διαδραμάτισε ο εκζητούμενος στην «εμπορική και ομαδική απάτη», σε ονόματα άλλων προσώπων που φέρεται να εμπλέκονται στη διάπραξη του αδικήματος, κάποια εκ των οποίων διώκονται ήδη αλλού και σε καταγγελίες που έγιναν από τουλάχιστον 170 Γερμανούς πολίτες. Επίσης, στο εθνικό ένταλμα σύλληψης[13], επί του οποίου βασίζεται η έκδοση του επίδικου Ε.Ε.Σ., αναφέρεται ότι από τις μέχρι τώρα εξετάσεις εγείρονται «ισχυρές υποψίες» (strong suspicion) εναντίον του εκζητούμενου, ότι η μαρτυρία που έχει συλλεχθεί μέχρι σήμερα επιβεβαιώνει (confirm) ότι ο κατηγορούμενος/εκζητούμενος (accused) κατείχε κεντρικό και διευθύνοντα ρόλο στην διεξαγωγή των εγκληματικών δραστηριοτήτων της οργάνωσης και ότι υπάρχουν ισχυροί λόγοι να θεωρείται (strongly assumed) ότι ο εκζητούμενος εμπλέκεται με δόλιο τρόπο στις επενδυτικές πλατφόρμες που αναφέρονται εκεί. Μάλιστα, στο εθνικό ένταλμα σύλληψης αναφέρεται ότι εάν καταδικαστεί (if convicted), αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο επιβολής αυστηρής ποινής φυλάκισης και μάλιστα, ότι υπάρχει λόγος για την κράτηση του εκζητούμενου πριν τη δίκη του (pre-trial detention) εφόσον, λόγω των προσωπικών του περιστάσεων ως αναφέρονται στο ένταλμα, υφίσταται κίνδυνος ότι, εάν αφεθεί ελεύθερος θα επιχειρήσει να αποφύγει τη δίκη του (a risk that the accused will evade criminal proceedings). Προκύπτει από τα πιο πάνω, ότι η υπόθεση δεν αφορά πλέον στο στάδιο που θα πρέπει να υποβληθούν ερωτήσεις στον εκζητούμενο ή να συλλεχθεί περαιτέρω μαρτυρικό υλικό για να διαφανεί κατά πόσο αυτός θα πρέπει να θεωρηθεί ως ύποπτο πρόσωπο το οποίο εμπλέκεται στη διάπραξη του υπό κρίση αδικήματος. Τα όσα αναφέρονται, τόσο στο εθνικό ένταλμα σύλληψης και κατ' επέκταση, -αλλά ίσως πιο περιορισμένο τρόπο- και στο επίδικο Ε.Ε.Σ., καταδεικνύουν ότι, βάσει των εξετάσεων των Γερμανικών Αρχών και του μαρτυρικού υλικού που έχουν στη διάθεσή τους, έχει διαμορφωθεί μία ξεκάθαρη εικόνα ως προς την εμπλοκή του εκζητούμενου στο εν λόγω αδίκημα και ότι η υπόθεση αναμένεται να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο προς εκδίκαση, εξ ου και οι αναφορές για τον κίνδυνο φυγοδικίας και την ανάγκη προδικαστικής του κράτησης. Επίσης, στις 13.11.24, απαντώντας σε σχετική ερώτηση που υποβλήθηκε από τον Μ.Κ.Α.1, οι Εισαγγελικές Αρχές της Γερμανίας διευκρίνισαν ότι «in the underlying investigation proceedings, an indictment has not yet been filed in court"[14], υποδηλώνοντας, προφανώς και σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, ότι αναμένεται ότι στο μέλλον θα καταχωρηθεί η ποινική υπόθεση ενώπιον του Γερμανικού Δικαστηρίου. Επισημαίνεται, ότι κάθε κράτος έχει τη δική του διαδικασία σε σχέση με τη δίωξη προσώπων για ποινικά αδικήματα, η οποία είναι δυνατόν να διαφέρει από την αντίστοιχη διαδικασία της χώρας από την οποία ζητείται η παράδοση του Εκζητούμενου. Λόγω των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ διαφορετικών ποινικών συστημάτων (ηπειρωτικού και κοινοδικαίου), κατά την εξέταση αιτήματος τέτοιας φύσης, το Δικαστήριο δεν πρέπει να καταπιάνεται με επιμέρους έννοιες, όπως το κατά πόσο ο ενώπιον του εκζητούμενος μπορεί να θεωρηθεί "κατηγορούμενος" ("accused") ή πότε ακριβώς θεωρείται, βάσει του αλλοδαπού δικαίου, ότι ολοκληρώνεται το ανακριτικό έργο και ξεκινά η ποινική του δίωξη. Τέτοια μικροσκοπική προσέγγιση εκφεύγει της έννοιας της αλληλεγγύης που διέπει την ευρωπαϊκή ενότητα, στην οποία στηρίζεται ο μηχανισμός λειτουργία του Ε.Ε.Σ.. Σημειώνω ότι η ίδια προσέγγιση έχει ακολουθηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ GHEBALI, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 50/2020, 11/5/2020, όπου εξετάστηκαν παρόμοια ζητήματα και αποφασίστηκε ότι, ενόψει του προχωρημένου σταδίου της διερεύνησης της υπόθεσης εναντίον του εκεί εκζητούμενου και των υπόλοιπων στοιχείων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, μπορούσε να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η έκδοση του Ε.Ε.Σ. αποσκοπούσε στην ποινική δίωξη του εκεί εκζητούμενου. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι η παράλειψη διαγραφής του διαζευκτικού λόγου έκδοσης στο Ε.Ε.Σ., ήτοι της φράση «ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφάλειας στερητικού της ελευθερίας», δεν μπορούσε να διαδραματίσει κάποιο σημαίνοντα ρόλο ως προς αυτή την κατάληξη[15]. Το ζήτημα εξετάζεται ως θέμα ουσίας: κατά πόσο, δηλαδή, στη βάση του σταδίου που βρίσκεται η εξέταση της εναντίον του εκζητούμενου καταγγελίας, η οποία ενδεχομένως να μην έχει ολοκληρωθεί, μπορεί να θεωρηθεί ότι αν και εφόσον παραδοθεί στην χώρα έκδοσης, τούτος αναμένεται να διωχθεί ποινικά. Για τους λόγους που έχω αναφέρει, η απάντηση στο ερώτημα δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική. Ευσεβάστως, το γεγονός ότι ζητήθηκε η λήψη κατάθεσής του εκζητούμενου, έπειτα από τη σύλληψή του, δεν αναιρεί το σκοπό για τον οποίο εκδόθηκε το Ε.Ε.Σ., ούτε συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ή παραβίαση της «αρχής της αναλογικότητας». Προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό ότι λόγω της φύσης της υπόθεσης, κρίθηκε αναγκαίο από τις Γερμανικές Αρχές ότι τόσο τα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Έρευνας που είχαν εκδοθεί, όσο και τα Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης εναντίον προσώπων που φέρεται να εμπλέκονται στην υπόθεση, εκτελεστούν από την αστυνομία της Κύπρου σε προκαθορισμένη ημερομηνία στο πλαίσιο μιας συντονισμένης επιχείρησης[16]. Ενδεχομένως, η στρατηγική αυτή να αποσκοπούσε στο να διατηρηθεί το στοιχείο του αιφνιδιασμού και να αποφευχθεί η καταστροφή μαρτυρικού υλικού ή η φυγή των εκζητούμενων προσώπων. Με δεδομένο ότι το επίδικο Ε.Ε.Σ. έχει σκοπό την παράδοση του εκζητούμενου στη Γερμανία ώστε να διωχθεί ποινικά, για σοβαρό, μάλιστα, αδίκημα που τιμωρείται με μέγιστη ποινή φυλάκισης μέχρι και 15 έτη (και όχι απλώς για τη λήψη κατάθεσης από αυτόν), δεν εντοπίζεται λιγότερο επαχθές μέτρο που να εξασφαλίζει την επίτευξη αυτού του σκοπού και άρα δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας[17]. Περιεχόμενο και τύπος του Ε.Ε.Σ. Έχοντας εξετάσει το επίδικο Ε.Ε.Σ., κρίνω ότι πληρούνται σωρευτικά όλα τα απαραίτητα στοιχεία τα οποία πρέπει να περιλαμβάνει ένα Ε.Ε.Σ. στη βάση του Άρθρου 4 του Νόμου. Συγκεκριμένα αναφέρονται σε αυτό τα στοιχεία της ταυτότητας του εκζητούμενου, η ιθαγένειά του, η διεύθυνση και τα στοιχεία επικοινωνίας της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, η φύση και ο νομικός χαρακτηρισμός της αξιόποινης πράξης που καταλογίζεται στον εκζητούμενο με παραπομπή στη σχετική Νομοθετική διάταξη καθώς και η προβλεπόμενη από το Γερμανικό Νόμο ποινή σε σχέση με την εν λόγω αξιόποινη πράξη. Επίσης, γίνεται μνεία σε σχέση με το εθνικό ένταλμα σύλληψης στο οποίο βασίζεται η έκδοση του Ε.Ε.Σ.. Περαιτέρω, στο σημείο «ε» του Ε.Ε.Σ. παρατίθεται περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης της αξιόποινης πράξης όπου συμπεριλαμβάνονται ο χρόνος, οι τοποθεσίες, καθώς και ο βαθμός συμμετοχής του εκζητούμενου στην εν λόγω αξιόποινη πράξη. Εισηγήθηκε η πλευρά του εκζητούμενου ότι η περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης της αξιόποινης πράξης δεν είναι επαρκής εφόσον, λόγω του εύρους του χρόνου τέλεσης της αξιόποινης πράξης, ήτοι «από τον Αύγουστο του 2022 έως τις 04.10.24», του αριθμού των θυμάτων που κατ΄ισχυρισμό επηρεάστηκαν από την απάτη αλλά και των διαφόρων ενεργειών που καταλογίζονται στον εκζητούμενο εντός της πιο πάνω περιόδου, ως αυτές περιγράφονται στο τμήμα με τίτλο «πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης» στο Ε.Ε.Σ., δίδεται η εντύπωση ότι καταλογίζονται σε αυτόν πέραν της μίας αξιόποινης πράξης. Ευσεβάστως, δεν συμφωνώ με την πιο πάνω εισήγηση. Κατ' αρχάς, δεν αναμένεται να δοθούν πλήρεις λεπτομέρειες ως προς τις ακριβείς ενέργειες, χρόνο και τόπο που διαπράχθηκε το αδίκημα στο οποίο αφορά το Ε.Ε.Σ.. Ό,τι απαιτείται είναι τέτοια περιγραφή ώστε, αφενός, η δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης να είναι σε θέση να διαπιστώνει κατά πόσο συντρέχουν λόγοι για τη μη εκτέλεση του εντάλματος και αφετέρου, ο κατηγορούμενος να ενημερωθεί για τους λόγους που συνελήφθη και κατηγορείται[18]. Έχοντας μελετήσει την περιγραφή των γεγονότων που παρατίθενται από την αρχή έκδοσης του Ε.Ε.Σ., σύνοψη των οποίων παρατίθεται πιο πάνω, κρίνω ότι αυτή είναι επαρκής και κατατοπιστική σε βαθμό που ικανοποιεί τους πιο πάνω σκοπούς. Περαιτέρω, είναι ξεκάθαρο από το τμήμα «ε» του Ε.Ε.Σ.[19] ότι στον εκζητούμενο καταλογίζεται μόνο μία αξιόποινη πράξη και συγκεκριμένα η «εμπορική και ομαδική απάτη», αδίκημα το οποίο διέπεται από συγκεκριμένη πρόνοια του Ποινικού Κώδικα της Γερμανίας που προσδιορίζεται στο Ε.Ε.Σ.. Στο σημείο «ε(ι)» του Ε.Ε.Σ., το Γερμανικό Δικαστήριο συμπληρώνοντας το σχετικό Παράρτημα, σημείωσε με «χ» δίπλα από τον προκαθορισμένο κατάλογο με αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες δεν υπάρχει ανάγκη ελέγχου του διττού αξιόποινου, ότι η αξιόποινη πράξη που προσάπτεται στον εκζητούμενο αφορά σε «συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση», «εγκληματικότητα στον κυβερνοχώρο» και «απάτη». Η ίδια η φύση της αξιόποινης πράξης που προσάπτεται στον κατηγορούμενο, ήτοι συμμετοχή σε «εμπορική και ομαδική απάτη», ως αυτή εξειδικεύεται στους ισχυρισμούς γεγονότων που παρατίθενται στο παράρτημα, εμπεριέχει εκ των πραγμάτων και τις τρεις πιο πάνω αναφερόμενες πράξεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση, ζητείται η ποινική δίωξη του εκζητούμενου για τις τρεις πιο πάνω πράξεις ξεχωριστά. Νοείται ότι εάν η δικαστική αρχή έκδοσης επιθυμούσε να καταλογίσει στον εκζητούμενου περισσότερες από μία αξιόποινες πράξεις, θα το ανέφερε ρητά στο Ε.Ε.Σ.. Αντί αυτού, κατέγραψε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι το Ε.Ε.Σ. αφορά μόνο μία και συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη. Ομοίως, δεν ζητείται η ποινική δίωξη του εκζητούμενου για κάθε μία από τις ενέργειες στις οποίες κατ' ισχυρισμό προέβη κατά τη διάρκεια της περιόδου των δύο περίπου ετών ως μέλος της εγκληματικής οργάνωσης σε σχέση με κάθε ένα από τα 170 θύματα ξεχωριστά. Είναι σαφές από το κείμενο των περιστατικών της υπόθεσης ότι οι διάφορες ενέργειες του εκζητούμενου ως περιγράφονται στο παράρτημα του Ε.Ε.Σ. απαρτίζουν ουσιαστικά τη μία αξιόποινη πράξη που προσάπτεται στον εκζητούμενο, η οποία εκτείνεται χρονικά σε δύο περίπου έτη. Εάν από τα περιστατικά της υπόθεσης προκύπτουν και άλλες αξιόποινες πράξεις που δεν περιλήφθηκαν στην παράγραφο (ε) τότε κάτι τέτοιο δημιουργεί κώλυμα στις Γερμανικές αρχές στην άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του εκζητούμενου σε σχέση με αυτές, κατ' επίκληση της αρχής της ειδικότητας. Ευσεβάστως θεωρώ ότι, ενόψει της ξεκάθαρης αναφοράς στο Ε.Ε.Σ. ότι αυτό εκδόθηκε σε σχέση με μία συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη στη βάση συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης του Γερμανικού δικαίου, η εκφρασθείσα ανησυχία εκ μέρους του εκζητούμενου ως προς την ενδεχόμενη δυσκολία του να επικαλεσθεί τον «κανόνα της ειδικότητας» σε περίπτωση που επιχειρηθεί η δίωξή του για άλλο αδίκημα, στερείται ερείσματος και δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για τη μη εκτέλεση του Ε.Ε.Σ.. Προϋποθέσεις για την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. Οι προϋποθέσεις για την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. καθορίζονται στο Άρθρο 12, οι οποίες εξετάζονται παράλληλα με τα όσα καθορίζονται στα Άρθρα 13, 14 και 15 του Νόμου. Αναφορικά με τις πρόνοιες του Άρθρου 12 του Νόμου, δεν αμφισβητείται ότι η πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το Ε.Ε.Σ., συνιστά έγκλημα το οποίο τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή σύμφωνα με το δίκαιο της Γερμανίας και είναι αξιόποινη σύμφωνα και με τους Κυπριακούς Ποινικούς Νόμους, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της. Εμπίπτει, εν πάση περιπτώσει, και στην ομάδα αξιόποινων πράξεων για την οποία δεν χρειάζεται έλεγχος του διττού αξιόποινου[20]. Το Άρθρο 13 απαριθμεί τους λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ.. Κανένας από αυτούς δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Το Άρθρο 14 αναφέρει τους λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ.. Ό,τι ενδιαφέρει, εν προκειμένω, είναι το εδάφιο (στ) του Άρθρου 14 όπου αναφέρεται ότι αποτελεί δυνητικός λόγος μη έκδοσης εκζητούμενου εάν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία «θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο». Εισηγείται η πλευρά του εκζητούμενου ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. λόγω του ότι οι πράξεις που αποδίδονται σε αυτόν, έλαβαν χώρα στην Κύπρο. Από τα όσα καταγράφονται στο Ε.Ε.Σ., οι έκνομες δραστηριότητες που αποδίδονται στον εκζητούμενο φαίνεται να έλαβαν χώρα στην Κύπρο, τουλάχιστον «εν μέρει», εφόσον αυτός διέμενε στο νησί κατά την χρονική περίοδο τέλεσης της ισχυριζόμενης αξιόποινης πράξης. Τονίζεται ότι στο πλαίσιο υλοποίησης του δόλιου σχεδίου, σύμφωνα με τα όσα του καταλογίζονται, ο εκζητούμενος ενεργούσε πάντοτε σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα τα οποία δραστηριοποιούνταν σε άλλες χώρες, περιλαμβανομένης της Γερμανίας, και ότι λάμβανε οδηγίες από το Βερολίνο. Γίνεται αναφορά σε τηλεφωνικό κέντρο που λειτουργούσε στη Λεμεσό, στην αποστολή μηνυμάτων μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου καθώς και στην καταχώρηση λογαριασμών στην πλατφόρμα «What's up», όλα με σκοπό την επικοινωνία με θύματα/επενδυτές από Γερμανόφωνες χώρες, περιλαμβανομένων τουλάχιστον 170 Γερμανών πολιτών, από τους οποίους φαίνεται να αποσπάστηκε το συνολικό ποσό των 10 εκατομμυρίων ευρώ. Συνάγεται ότι πρόκειται για μία σύνθετη διεθνή εγκληματική δράση, η οποία δεν περιορίζεται σε ένα συγκεκριμένο τόπο τέλεσης. Συνεπώς, στη βάση των γεγονότων που περιγράφονται στο Ε.Ε.Σ., θεωρώ ότι ένεκα της φύσης της αξιόποινης πράξης, ήτοι απάτη σε σχέση με επενδύσεις χρημάτων στο πλαίσιο ενός οργανωμένου σχεδίου σε συνεννόηση με πρόσωπα που διαμένουν σε διαφορετικές χώρες, με τη χρήση σύγχρονης τεχνολογίας και του διαδικτύου, τη λειτουργία τηλεφωνικών κέντρων εγκατεστημένων σε διαφορετικές χώρες και με θύματα επενδυτές από τη Γερμανία (και άλλων γερμανόφωνων χωρών), δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπόθεσης μπορεί να έχουν δύο ή περισσότερες χώρες, χωρίς να υπάρχουν αντικρουόμενες δικαιοδοσίες. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει δοθεί μαρτυρία αλλά ούτε και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να παραπέμπει σε ποινική διαδικασία ή διερεύνηση ή ποινική δίωξη του εκζητούμενου στην Κύπρο. Οι αρχές της Κύπρου δεν φαίνεται να έχουν πρόθεση να διερευνήσουν ή να διώξουν ποινικά τον εκζητούμενο. Η συμμετοχή τους στη διερεύνηση της υπόθεσης περιορίστηκε στην εκτέλεση των διαφόρων Ε.Ε.Ε. και Ε.Ε.Σ. που εκδόθηκαν από το Γερμανικό Δικαστήριο στο πλαίσιο, μάλιστα, συντονισμένης επιχείρησης που αφορά και άλλα πρόσωπα τα οποία φέρονται να εμπλέκονται στην εν λόγω εγκληματική δραστηριότητα. Συνεπώς, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε λόγο ικανό να οδηγήσει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της έκδοσης του εκζητούμενου στη Γερμανία στη βάση του ότι η αξιόποινη πράξη που του προσάπτεται διαπράχθηκε εν μέρει στην Κύπρο[21]. Η παραβίαση των θεμελιακών δικαιωμάτων ως γενικός λόγος άρνησης εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ. Στρέφομαι τώρα να εξετάσω την εισήγηση της πλευράς του εκζητούμενου περί παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του που προστατεύονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου («ΕΣΔΑ») και καταχρηστικής συμπεριφοράς από τις Γερμανικές αρχές. Παρά το ότι η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν απαριθμείται στο Νόμο ως ξεχωριστός λόγος άρνησης εκτέλεσης ενός Ε.Ε.Σ., προκύπτει από το Άρθρο 2
(2)του Νόμου ότι το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση τέτοιου εντάλματος εάν διαπιστωθεί ότι κάτι τέτοιο θα έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, σύμφωνα με το Άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Εισηγείται, αρχικά, η πλευρά του εκζητούμενου ότι ο τρόπος που έχουν παρατεθεί από την αρχή έκδοσης τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση στο σχετικό παράρτημα του επίδικου Ε.Ε.Σ. καταπατεί το τεκμήριο της αθωότητας που λειτουργεί προς όφελος του εκζητούμενου, ως αυτό προστατεύεται από το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Προβάλλεται η θέση ότι λόγω της διατύπωσης που χρησιμοποιήθηκε, παρουσιάζεται ο εκζητούμενος ωσάν να έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη που του καταλογίζεται. Ευσεβάστως, δεν με βρίσκει σύμφωνο αυτή η θέση. Φρονώ ότι τέτοια ερμηνεία θα αποτελούσε μια μικροσκοπική προσέγγιση του συγκεκριμένου λεκτικού, αποσυναρτώμενη από το σύνολο των περιστάσεων και του σκοπού παράθεσης των γεγονότων στο συγκεκριμένο παράρτημα. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η παράθεση των γεγονότων από τη δικαστική αρχή της Γερμανίας στο συγκεκριμένο σημείο του Ε.Ε.Σ. γίνεται για σκοπούς γνωστοποίησης των γεγονότων που περιβάλουν την υπόθεση τόσο προς το Δικαστήριο της χώρας εκτέλεσης για σκοπούς εξέτασης του αιτήματος, όσο και στον ίδιο τον εκζητούμενο ώστε να γνωρίζει τους λόγους της σύλληψής του. Εν προκειμένω, η επιλογή του τρόπου διατύπωσης της παράθεσης των περιστατικών της υπόθεσης, σαφώς, δεν εξομοιώνεται με έκφραση της τελικής κρίσης του Γερμανικού Δικαστηρίου ως προς το αποτέλεσμα του ανακριτικού έργου, ούτε αντικρίζεται από το παρόν Δικαστήριο με τέτοιο τρόπο. Εξάλλου, το ίδιο το αίτημα εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ. αποσκοπεί στην προσαγωγή του εκζητούμενου ενώπιον του Γερμανικού Δικαστηρίου για να διαγνωστεί τυχόν ποινική του ευθύνη. Αυτό γίνεται, αντιληπτό και από μια απλή ανάγνωση του εθνικού εντάλματος σύλληψης που εκδόθηκε από το Γερμανικό Δικαστήριο, όπου γίνεται αναφορά σε «υποψίες» εναντίον του εκζητούμενου και στις επιπτώσεις που θα έχει «εάν καταδικαστεί». Η πιο πάνω θέση απορρίπτεται. Περαιτέρω, εισηγείται η πλευρά του εκζητούμενου ότι η συμπεριφορά των εκπροσώπων των ανακριτικών αρχών της Γερμανίας στην Κύπρο, έπειτα από τη σύλληψη του εκζητούμενου, αποτελεί παραβίαση των δικαιωμάτων του βάσει του Άρθρου 6 του ΕΣΔΑ. Ως προκύπτει από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, δύο μέλη των ανακριτικών αρχών της Γερμανίας, ήταν παρόντα κατά τη λήψη κατάθεσης του εκζητούμενου από την αστυνομία, η οποία έλαβε χώρα στο πλαίσιο εκτέλεσης Ε.Ε.Ε, έπειτα από τη σύλληψή του στις 05.11.24. Δεν αμφισβητείται ότι πριν τη λήψη κατάθεσης από τον εκζητούμενο, είχαν γνωστοποιηθεί σε αυτόν τα δικαιώματά του ως ύποπτου προσώπου ενώ παρόν κατά τη λήψη της κατάθεσης ήταν και Κύπριος δικηγόρος της επιλογής του. Στην κατάθεσή του, ο εκζητούμενος δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να απαντήσει σε οποιεσδήποτε ερωτήσεις ασκώντας έτσι το δικαίωμά στη σιωπή και μη αυτοενοχοποίηση, τα οποία είναι συνυφασμένα με το τεκμήριο της αθωότητας, και προστατεύονται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Παρενέβη, όμως, κατά τη λήψη της κατάθεσης, μία Γερμανίδα ανακρίτρια λέγοντάς του στα γερμανικά ότι το Γερμανικό Δικαστήριο, έχοντας εξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είχε ενώπιον του, αποφάσισε να εκδώσει ένταλμα σύλληψης εναντίον του και έθεσε «μεγάλες απαιτήσεις για αυτό το ένταλμα», προσθέτοντας ότι μια «έγκαιρη κατάθεση θα θεωρηθεί ως διάθεση συνεργασίας και θα ληφθεί υπόψη». Κατόπιν αιτήματος του δικηγόρου του, η παρέμβαση αυτή καταγράφηκε υπό μορφή ερώτησης/δήλωσης στο συνταχθέν κείμενο της κατάθεσης του εκζητούμενου[22]. Ο εκζητρούμενος επέμεινε ότι, χωρίς να δει το φάκελο της υπόθεσης, δεν επιθυμεί να απαντήσει οτιδήποτε. Η πιο πάνω παρέμβαση της Γερμανίδας ανακρίτριας, δύναται να ερμηνευθεί ως μια μορφή έμμεσης άσκησης ψυχολογικής πίεσης στον εκζητούμενο με σκοπό να κατευθύνει τη βούλησή του σε συγκεκριμένη κατεύθυνση, ήτοι στο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υποβάλλονταν. Ως τέτοια, δεν φαίνεται να συνάδει με την προστασία που προσφέρεται στον εκζητούμενο από το Άρθρο 6 του ΕΣΔΑ. Βεβαίως, στην προκειμένη περίπτωση, η εν λόγω παρέμβαση δεν λειτούργησε εξαναγκαστικά προς τον εκζητούμενο, εφόσον ο ίδιος άσκησε και πάλι το δικαίωμά του στη σιωπή και το ζήτημα έληξε εκεί, χωρίς δηλαδή να προσφέρει κάποια μαρτυρία που δυνατόν να χρησιμοποιείτο εναντίον του. Παρόμοια γεγονότα εκτυλίχθηκαν και σε σχέση με τον κ. M.A., πρόσωπο το οποίο φέρεται να συνωμότησε με τον εκζητούμενο στη διάπραξη της αξιόποινης πράξης για την οποία εκδόθηκε το Ε.Ε.Σ. και το οποίο συνελήφθη, επίσης, στη βάση Ε.Ε.Σ.. Στην περίπτωση του κ. M.A., οι Γερμανίδες ανακρίτριες τον προσέγγισαν περισσότερες φορές, αναφέροντάς του ότι εάν συνεργαζόταν και έδιδε πληροφορίες, θα τύγχανε ευνοϊκότερης μεταχείρισης όταν θα παραδιδόταν στις Γερμανικές αρχές. Αν και για τους ίδιους λόγους, ούτε αυτή η συμπεριφορά φαίνεται να συνάδει με το γράμμα του Άρθρου 6 του ΕΣΔΑ, εντούτοις αυτό δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το Δικαστήριο ως ζήτημα παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του εδώ εκζητούμενου σε περίπτωση εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ., εφόσον αφορά ενδεχόμενη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων άλλου προσώπου και πιθανόν να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας για την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. που τον αφορά. Επισημαίνεται, κατ' αρχάς, ότι η πιο πάνω συμπεριφορά των Γερμανίδων ανακριτριών δεν φαίνεται να επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο το δικαίωμα του εκζητούμενου σε δίκαιη δίκη όσον αφορά την παρούσα διαδικασία. Δεν αποστερήθηκε από τον εκζητούμενο η ευχέρεια να παρουσιάσει την υπόθεσή του προς απόρριψη του υπό κρίση αιτήματος, ούτε εκμαιεύθηκε από αυτόν με αθέμιτο τρόπο, κάποια μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Τηρήθηκαν, εν προκειμένω, οι πρόνοιες του Άρθρου 17 του Νόμου[23]. Το εγειρόμενο ζήτημα φαίνεται να συσχετίζεται με το κατά πόσο ο εκζητούμενος θα απωλέσει το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη σε περίπτωση που παραδοθεί στις Γερμανικές Αρχές ώστε να δικαιολογείται για αυτόν το λόγο η απόρριψη του αιτήματος εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ.. Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου, δεν θεωρώ ότι υφίσταται τέτοιος λόγος. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ A. K. v. ΚΑΤ' ΕΦΕƩΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑƩΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑƩ, Ε.Ε.Ε.Ʃ. Αρ. 2/2023, 16/5/2023, αντιπαραβάλλοντας την περίπτωση εκζητούμενου προσώπου στη βάση Ε.Ε.Σ. με την περίπτωση υπόπτου προσώπου που ανακόπτεται και περιορίζεται ή συλλαμβάνεται βάσει ημεδαπού εντάλματος σύλληψης, «πράξεις ή παραλείψεις που μπορεί να παραβιάζουν τα συνταγματικά δικαιώματα του υπόπτου δεν επιμολύνουν την ποινική δίκη που μπορεί να ακολουθήσει, παρά μόνο την αποδεχτότητα τυχόν μαρτυρίας που εξασφαλίστηκε από τον ύποπτο ή με τη βοήθεια ή με τη συνεργασία του». Συνεπώς, πρόκειται για ζήτημα που εμπίπτει στην υποχρέωση του ελέγχου της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιωμάτων συλληφθέντων από τη δικαστική αρχή του κράτους που ζήτησε την έκδοση του εκζητούμενου και, σε περίπτωση που διαπιστώνεται παραβίαση τέτοιων δικαιωμάτων, του τρόπου της μετέπειτα διεξαγωγής της δίκης του ενώπιον του Γερμανικού Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν εντοπίζω κάποιο στοιχείο το οποίο να επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει ότι η έμμεση άσκηση πίεσης σε αυτόν κατά τη λήψη κατάθεσής του από την αστυνομία, μέσω της παρέμβασης της Γερμανίδας ανακρίτριας, με τον τρόπο που έγινε, ενδέχεται να οδηγήσει και στην παραβίαση του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη σε περίπτωση έκδοσής του στη Γερμανία. Οι ενέργειες της Γερμανίδας ανακρίτριας δεν αρκούν, υπό τις περιστάσεις, για να οδηγήσουν το παρόν Δικαστήριο στο να αμφισβητήσει εκ των προτέρων, το σύννομο των ενεργειών του Γερμανικού Δικαστηρίου που θα ακολουθήσουν μετά την παράδοση του εκζητούμενου στη Γερμανία και αντίστοιχα της συμβατότητάς αυτών με τις πρόνοιες της ΕΣΔΑ. Τέτοια προσέγγιση, εξάλλου, θα καταστρατηγούσε την αρχή της αμοιβαίας εμπιστοσύνης που επικρατεί μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε., η οποία στηρίζεται στο ενιαίο επίπεδο προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου αλλά και τήρησης των ελαχίστων ευρωπαϊκών επιπέδων που ισχύουν σε όλα τα κράτη μέλη στα ζητήματα απονομής της δικαιοσύνης [24]. Ομοίως, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι τα πιο πάνω ζητήματα καταδεικνύουν ότι το αίτημα για την εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. προωθείται καταχρηστικά από τις Γερμανικές Αρχές. Δεν παραγνωρίζω ότι, ως είναι νομολογημένο, η κατάχρηση μιας διαδικασίας δυνατόν να προσλάβει διάφορες μορφές. Εντούτοις, προϋπόθεση για την στοιχειοθέτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιας κατάχρησης, είναι απόδειξη ότι ένα συγκεκριμένο διάβημα, εν προκειμένω η έκδοση του Ε.Ε.Σ. με σκοπό τη διαμεταγωγή του στη Γερμανία, είτε γίνεται προς εξυπηρέτηση αλλότριου σκοπού, είτε αποσκοπεί σε καταπίεση του εκζητούμενου[25]. Παρά την αντίθετη εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εκζητούμενου, η προσαχθείσα μαρτυρία δεν είναι ικανή να οδηγήσει σε τέτοιο συμπέρασμα. Για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει, το Ε.Ε.Σ. έχει εκδοθεί με σκοπό την ποινική δίωξη του εκζητούμενου για την αξιόποινη πράξη που του προσάπτεται. Αυτό είναι καθόλα θεμιτό. Η μετέπειτα προσπάθεια εκμαίευσης μαρτυρίας εκ μέρους της Γερμανίδας ανακρίτριας από τον εκζητούμενο έπειτα από τη σύλληψή του, δεν φαίνεται να συσχετίζεται με το λόγο έκδοσης του Ε.Ε.Σ. ή με την παρούσα διαδικασία, ούτε συνεπάγεται, δίχως άλλο, «εργαλιοποίηση» (manipulation) του μηχανισμού έκδοσης Ε.Ε.Σ. από την αρχή έκδοσης για το σκοπό αυτό. Περαιτέρω, δεν έχει καταδειχθεί πώς η πιο πάνω στάση της Γερμανίδας ανακρίτριας, η οποία δεν είχε και κάποιο αποτέλεσμα, έχει επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα του εκζητούμενου σε τέτοιο βαθμό, ώστε η τυχόν εκτέλεση του Ε.Ε.Σ. και παράδοσή του στις Γερμανικές Αρχές να καθίσταται «άδικη» για τον ίδιο και άρα καταχρηστική. Ακόμη και εάν υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 6 του ΕΣΔΑ ένεκα της ως άνω τοποθέτησης της Γερμανίδας ανακρίτριας κατά τη λήψη κατάθεσης από τον εκζητούμενο (ή σε σχέση με τον κ. M.A.), αυτό αφορά σε παραβίαση του δικαιώματός συλληφθέντος προσώπου κατά τη λήψη της μαρτυρίας του και αναμένεται να εξεταστεί από το Γερμανικό Δικαστήριο κατά την δίκη του εκζητούμενου σε πλήρη συμμόρφωση με την υποχρέωση διασφάλισης του δικαιώματος του εκζητούμενου σε δίκαιη δίκη. Η πιο πάνω συμπεριφορά, ιδωμένη στο σύνολό της ως αναφύεται από τη μαρτυρία, δεν είναι τέτοιας φύσης ώστε να δικαιολογεί την αμφισβήτηση του σκοπού έκδοσης του Ε.Ε.Σ. από την αρχή έκδοσης, ούτε είναι ικανή για να μολύνει την όλη διαδικασία εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ. ή να την καταστήσει «καταχρηστική». Τέτοιος συνειρμός δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η αποδοχή του από το Δικαστήριο θα προϋπόθετε μια, εκ προοιμίου, δυσπιστία και καχυποψία έναντι του ποινικού συστήματος μιας άλλης χώρας μέλους της Ε.Ε., μη συνάδουσα με την αμοιβαία εκτίμηση και σεβασμό που πρέπει να επιδεικνύεται μεταξύ των δικαστικών αρχών των Κρατών Μελών της Ε.Ε. Ευσεβάστως, η σχετική εισήγηση από την πλευρά του εκζητούμενου δεν με βρίσκει σύμφωνο και απορρίπτεται. Κατάληξη Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι το υπό εξέταση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, είναι σύμφωνο με τις πρόνοιες του Άρθρου 12 του Νόμου και μπορεί να εκτελεστεί. Δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε λόγος στην βάση του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να ενεργήσει προς απόρριψη του αιτήματος, δυνάμει των προνοιών των Άρθρων 13, 14 και 15 του Νόμου ή δυνάμει της ισχυριζόμενης κατάχρησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, εγκρίνεται η εκτέλεση του εντάλματος. Διατάσσεται όπως ακολουθηθούν οι πρόνοιες του Άρθρου 29
(1)του Νόμου, το αργότερο εντός 10 ημερών από σήμερα. Ο εκζητούμενος στο μεταξύ να τεθεί υπό αστυνομική κράτηση. Κάθε προγενέστερη διαταγή του Δικαστηρίου, σχετική με την απόλυση του εκζητουμένου με εγγύηση, ακυρώνεται. Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής να κοινοποιήσει την παρούσα απόφαση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Δημοκρατίας. [Υπ.] ......... Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Γίνεται αναφορά στη λειτουργεία τηλεφωνικών κέντρων στη Λεμεσό, στην καταχώρηση λογαριασμών WhatsApp με σκοπό την επικοινωνία μεταξύ των πρακτόρων της ομάδας με τους υποτιθέμενους πελάτες, στην ανάληψη ευθύνης για τη διαχείριση του διακομιστή που χρησιμοποιείται από τους δράστες, στη λήψη αποφάσεων για μονάδες παρακολούθησης και μηχανισμούς προστασίας από μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση στις εγκαταστάσεις στο Βερολίνο, όπου φυλάσσονται τα χρήματα που προέρχονται από τις απάτες και στην καταβολή χρημάτων για την αγορά και συντήρηση του συστήματος ασφαλείας που χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό. [2] Βλ. Τεκμήρια 1-7 [3] Βλ. Τεκμήριο 8 [4] Βλ. Τεκμήριο 9 [5] Είχε κατατεθεί προηγουμένως ως Τεκμήριο 8 [6] Τεκμήριο 11 [7] Βλ. Άρθρα 24 και 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 σε σχέση με την αποδεκτότητα και αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας [8] Βλ. REIIWALD ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 42/2019, 23/4/2019, ECLI:CY:AD:2019:A159 [9] Βλ. ενδεικτικά Πηγασίου ν Γενικός Εισαγγελέας
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 519 και Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 221/2013, ημερ. 2.9.2013. [10] βλ.Said Shini-Mehrabzadeh ν. ΓΕ
(2015)1ΑΑΔ 2404 [11] C-241/15, Bob-Dogi [12] Τεκμήριο 1 [13] Τεκμήριο 6, σελ. 6-7 [14] Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου [15] Βλ. επίσης KA v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 1/2023, 27/3/202 καθώς και την απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Βalzaz Aztastos v. The Szellsord Court, Hungary
(2010)EWHC237. [16] Βλ. Τεκμήριο 9 όπου στην Ενότητα Β του Παραρτήματος Α του Ε.Ε.Ε. γίνεται αναφορά στον αιτούμενο χρόνο εκτέλεσης του από την αστυνομία της Κύπρου. Υπέδειξε ο συνήγορος του εκζητούμενου ότι η αρχή έκδοσης δεν επέλεξε ως λόγο επείγουσας εκτέλεσης του Ε.Ε.Ε. την ποινική του δίωξη στη Γερμανία. Όντως, ο χρόνος εκτέλεσης της Ε.Ε.Ε. δεν καθορίστηκε από τις Γερμανικές Αρχές σε συνάρτηση με τον επείγον της άσκησης της διεξαγωγής της δίκης εναντίον των υπόπτων, εφόσον ακόμη η ποινική δίωξη εναντίον των υπόπτων δεν έχει εκκινήσει. Αυτό, όμως, δεν συνεπάγεται ότι δεν υπάρχει πρόθεση άσκησης ποινική δίωξης εναντίον τους από τις Γερμανικές Αρχές, ως η εισήγηση που τέθηκε από το συνήγορο του Εκζητούμενου. Έχει επιλεγεί ως λόγος επείγουσας εκτέλεσης του Ε.Ε.Ε. το σημείο «οποιαδήποτε άλλη αιτία» και ακολούθως επεξηγείται ότι αίτημα των Γερμανικών Αρχών είναι όπως το Ε.Ε.Ε. εκτελεστεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία στο πλαίσιο συντονισμένης επιχείρησης για λόγους στρατηγικής. [17] Βλ. KA v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Έφεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Αρ. 1/2023, 27/3/202 [18] Αναφορικά με το Θωμά Πέτρου, Πολιτική Έφεση 421/2017, ημερομηνίας 11.1.2018, ECLI:CY:AD:2018:A10 [19] Σελίδες 6-8 στο Ε.Ε.Σ. [20] Ως προκύπτει από το Ε.Ε.Σ., το συγκεκριμένο αδίκημα εκ της φύσεως του και σε συνάρτηση με τα περιστατικά διάπραξής του αντιστοιχεί στα εξής αδικήματα ως αυτά καταγράφονται στο Άρθρο 12
(2)του Νόμουγια τα οποία δεν χρειάζεται έλεγχος του διττού αξιόποινου: «(α) εγκληματική οργάνωση», «(ια) εγκλήματα σχετικά με ηλεκτρονικούς υπολογιστές» και «(κ) απάτη». [21] Βλ. DNX v. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ.06/2022, 7/6/2022 στην οποία εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο πανομοιότυπο ζήτημα επικυρώνοντας την απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να μην ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς αυτή την κατεύθυνση. [22] Τεκμήριο 8 - ερώτηση 3 [23] Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο εδάφιο
(9)του άρθρου 17 του Νόμου, με παραπομπή στα Άρθρα 33-36 του περί των Δικαιωμάτων Υπόπτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Προσώπων που Τελούν υπό Κράτηση Νόμου του 2005, Ν.163(Ι)/2005, για το δικαίωμα αποζημίωσης σε σχέση με την παραβίαση των δικαιωμάτων συλληφθέντα, σε περίπτωση που ο εκζητούμενος επιθυμεί να εγείρει τέτοια αξίωση. [24] Βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Mrukwa
(2014)1 ΑΑΔ 495 [25] Βλ. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 και Beogradska
(1996)1 Α.Α.Δ. 911. Διαφωτιστική ως προς το εγειρόμενο ζήτημα είναι και η απόφαση του High Court της Αγγλίας στην υπόθεση Belbin v. The Regional Court of Lille, France [2015] EWHC 149 (Admin) στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος του εκζητούμενου (σελ. 22 και 23 στο γραπτό κείμενο αγορεύσεων). Εκεί αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «However, whether it is the prosecuting authority's behaviour or that of another entity that constitutes the Judicial Authority of the requesting state that is being criticised, it will only amount to an abuse of the extradition process if the statutory regime in the EA is being "usurped" (see [97] of Bermingham). It would, for example, be "usurped" by bad faith on the part of the Judicial Authority in the extradition proceedings or a deliberate manipulation of the extradition process. But any issues relating to the internal procedure of the requesting state are outside the implied abuse of process jurisdiction concerning extradition proceedings: see [36] of Symeou. Moreover, as is clear from the decision of this court in Federal Public Prosecutor, Brussels, Belgium v Bartlett [2012] EWHC 2480 (Admin), this "usurpation" of the statutory extradition regime has to result in the extradition being "unfair" and "unjust" to the requested person. In this regard it has also to be shown that, as a result of the "usurpation" of the statutory regime, the requested person will be unfairly prejudiced in his subsequent challenge to extradition in this country or unfairly prejudiced in the proceedings in the requesting country if surrendered there.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο