Γενικός Εισαγγελέας ν. Ν.Χ. κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20788/24, 12/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20788/24 Γενικός Εισαγγελέας ν.
- Ν.Χ.
- Μ.Μ.
- M.K.N. Ημερομηνία: 12.12.24 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Α. Αναστασίου Για Κατηγορούμενο 1: κ. Δ. Λοχίας μαζί με κα. Ε. Κωνσταντίνου Για κατηγορούμενο 2: κ. Κ. Χαραλάμπους Για κατηγορούμενο 3: κ. Λ. Νεοφύτου Κατηγορούμενοι: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτημα κράτησης κατηγορούμενων εκκρεμούσης της δίκης) Στο κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί εναντίον των κατηγορούμενων περιλαμβάνονται συνολικά 24 κατηγορίες, οι περισσότερες από τις οποίες αφορούν τη διάπραξη αδικημάτων κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου του 1977, (Ν. 29/1977). Πρόκειται για κατηγορίες παράνομης κατοχής ελεγχόμενων φαρμάκων Τάξεως Α' και Β', ήτοι κοκαΐνης συνολικού βάρους 5 κιλών και 0,10 γραμμαρίων και κάνναβης βάρους 4 κιλών και 890 γραμμαρίων, παράνομης κατοχής των προαναφερθέντων ελεγχόμενων φαρμάκων με σκοπό την προμήθεια σε άλλο πρόσωπο (όσον αφορά τους κατηγορούμενους 1 και 3), προμήθεια των προαναφερθέντων ελεγχόμενων φαρμάκων (όσον αφορά τους κατηγορούμενος 1 και 2), νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση και συμμετοχή και αποδοχή διάπραξης εγκλημάτων. Πρόκειται για τις κατηγορίες με αρ. 6-
- Με άλλες 7 κατηγορίες, τους καταλογίζεται ότι αυτοί συνωμότησαν μεταξύ τους για τη διάπραξη των προαναφερθέντων αδικημάτων. Επιπλέον, με τις κατηγορίες με αρ. 21-24 καταλογίζεται στον κατηγορούμενο 2 ότι διέπραξε το αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', ήτοι 7 κιλών και 57,44 γραμμαρίων φυτού κάνναβης, την κατοχή της προαναφερόμενης ποσότητας με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο και της συνομωσίας προς διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων. Έπειτα από την παραπομπή των κατηγορουμένων σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λεμεσό στις 16.01.2025, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε αίτημα όπως οι κατηγορούμενοι τεθούν υπό κράτηση εκκρεμούσης της δίκης τους. Το αίτημα εδράζεται στον κίνδυνο μη προσέλευσης τους στη δίκη εάν αυτοί αφεθούν ελεύθεροι. Ο κατηγορούμενος 2 δεν έφερε ένσταση στο εν λόγω αίτημα[1], σε αντίθεση με τους κατηγορούμενους 1 και 3, οι οποίοι μέσω των δικηγόρων τους, υποστήριξαν ότι η παρουσία τους κατά τη δίκη θα μπορούσε να διασφαλιστεί με την επιβολή συγκεκριμένων όρων, τους οποίους εισηγήθηκαν. Έχω ακούσει με προσοχή τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και τα έχω αποτιμήσει. Το Δικαστήριο εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτηση του αποτελεί ένα σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι[2]. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Κίνδυνος φυγοδικίας Εφόσον το αίτημα στηρίχθηκε στον κίνδυνο της φυγοδικίας, με βάση τη σχετική νομολογία, αυτός ο παράγοντας εξετάζεται υπό το φως συγκεκριμένων αντικειμενικών παραμέτρων όπως είναι (α) η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κάθε κατηγορούμενος, (β) η εκτιμούμενη πιθανότητα για την καταδίκη του με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία και (γ) η αυστηρότητα της ποινής η οποία πιθανόν να του επιβληθεί[3] σε περίπτωση καταδίκης. Στην προκειμένη περίπτωση στην όψη του το κατηγορητήριο παρουσιάζει πολύ σοβαρά αδικήματα. Αυτό συναρτάται άμεσα από τη μεγάλη ποσότητα και κατηγορία ταξινόμησης των ελεγχόμενων φαρμάκων που περιγράφονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, αλλά βεβαίως, και από το ανώτατο ύψος της προβλεπόμενης από τον Νόμο ποινής σε περίπτωση καταδίκης τους. Αρκεί να αναφερθεί ότι η παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι και 12 έτη, η παράνομη κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β' επισύρει ποινή φυλάκισης μέχρι και 8 έτη ενώ η παράνομη κατοχή με σκοπό την προμήθεια ή η προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α' ή Β' επισύρουν ποινή μέχρι και δια βίου φυλάκισης[4]. Η σοβαρότητα, λοιπόν, των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν και οι τρεις κατηγορούμενοι είναι δεδομένη. Νοείται ότι όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία, τόσο μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του[5]. Ανάλογη της σοβαρότητας των αδικημάτων, της εμπλοκής καθενός από αυτούς στην υπόθεση αλλά και των όποιων μετριαστικών παραγόντων θα τεθούν και θα προσμετρήσουν προς όφελός τους αναμένεται να είναι και η ποινή που θα επιβληθεί στον κάθε ένα από αυτούς, σε περίπτωση καταδίκης. Στο βαθμό που το παρόν Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει καθοδήγηση από τη σχετική επί του θέματος νομολογία, οι ποινές που επιβάλλονται σε τέτοιους είδους υποθέσεις είναι πολύ αυστηρές και αποσκοπούν κυρίως στην γενική αποτροπή επίδοξων παραβατών από τη διάπραξη τέτοιου είδους αδικημάτων. Έχοντας υπόψη τη μεγάλη ποσότητα αλλά και το είδος των ελεγχόμενων φαρμάκων που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, σε περίπτωση καταδίκης, αναμένεται να επιβληθούν ποινές άμεσης και πολυετούς φυλάκισης. Ο κίνδυνος φυγοδικίας, όμως, συναρτάται όχι μόνο με τη σοβαρότητα των κατηγοριών αλλά και με την πιθανολόγηση καταδίκης ως προκύπτει από την ισχύ του μαρτυρικού υλικού κρινόμενου στην όψη του. Όσο πιο πιθανή αναφύεται η καταδίκη ενός κατηγορούμενου από το μαρτυρικό υλικό που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο του να φυγοδικήσει για να αποφύγει της συνέπειες των πράξεων του. Ισχύει, βεβαίως, και το αντίστροφο. Με σκοπό την πιθανολόγηση της καταδίκης των κατηγορούμενων, έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο δέσμη εγγράφων που απαρτίζει το μαρτυρικό υλικό της υπόθεσης, η οποία έχει σημειωθεί ως «Έγγραφο Α» καθώς και συμπληρωματική δέσμη εγγράφων που έχει κατατεθεί ως «Έγγραφο Β». Έχω διεξέλθει του περιεχομένου των Εγγράφων «Α» και «Β». Προς αποφυγή αχρείαστης επιβάρυνσης της παρούσας απόφασης, δεν χρειάζεται να αναπαράγω κάθε πτυχή ολόκληρου του μαρτυρικού υλικού που έχει τεθεί ενώπιον. Αρκεί να επισημαίνω τα εξής σημαντικά σημεία: Φαίνεται να προκύπτει ότι, κατόπιν πληροφορίας που λήφθηκε από την ΥΚΑΝ ότι ο κατηγορούμενος 2 ασχολείται με την εμπορία και διακίνηση ναρκωτικών, αυτός τέθηκε υπό διακριτική παρακολούθηση. Στις 22.11.24, το μεσημέρι, ο κατηγορούμενος 2, ο οποίος διαμένει στην επαρχία Λευκωσίας, θεάθηκε να τοποθετεί στο χώρο αποσκευών του αυτοκινήτου του με αρ. εγγ. P-8 μια μεγάλη ταξιδιωτική γκρίζα βαλίτσα. Έπειτα από λίγο, αναχώρησε με το ίδιο όχημα με κατεύθυνση προς τη Λεμεσό. Περί η ώρα 15:23, αφού έφθασε στη Λεμεσό, σταμάτησε μπροστά από την είσοδο του χώρου στάθμευσης του ξενοδοχείου St. Raphael. Την ίδια ώρα, θεάθηκε ο κατηγορούμενος 1 να βρίσκεται κοντά στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου, δίπλα από το σκούτερ του και να μιλά στο κινητό τηλέφωνο. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος 1 προσέγγισε πεζός τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος βρισκόταν εντός του οχήματός του και συνομίλησαν για πολύ λίγο. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος 1 έγνεψε προς ένα όχημα μάρκας Mercendes, με αρ. εγγ. PY-8, το οποίο οδηγείτο από την κατηγορούμενη 3, όπως τον ακολουθήσει. Περί η ώρα 15:25, ο κατηγορούμενος 1 επιβιβάστηκε στο σκούτερ του και κατευθύνθηκε στον παράλληλο δρόμο της λεωφόρου Αμαθούντος ακολουθούμενος από τα δύο οχήματα (που οδηγούσαν ο κατηγορούμενος 2 και η κατηγορούμενη 3), μέχρι που έφθασαν στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου Elias Beach Hotel. Εκεί, ο κατηγορούμενος 2 θεάθηκε από μέλη της ΥΚΑΝ, να βγάζει από το χώρο αποσκευών του οχήματός του την ταξιδιωτική τσάντα και να τη μεταφέρει, πεζός, προς το όχημα με αρ. εγγ. PY-8, που οδηγούσε η κατηγορούμενη 3 και το καπό του οποίου ήταν ανοικτό. Εκείνη τη στιγμή, ο κατηγορούμενος 1 στεκόταν πίσω από το όχημα της κατηγορούμενης
- Αμέσως, δόθηκαν οδηγίες για ανακοπή και έρευνα των οχημάτων και των οδηγών τους από μέλη της αστυνομίας[6]. Σε σχέση με την κατηγορούμενη 3: Η Αστ. 3874 πλησίασε το όχημα που οδηγούσε η κατηγορούμενη 3, υποδεικνύοντάς της την αστυνομική της ταυτότητα και πληροφορώντας την για το λόγο της παρουσίας της εκεί. Η κατηγορούμενη 3, η οποία βρισκόταν εντός του οχήματος, κατέβηκε και ανέφερε: «My boss asked me to come with my car and help him carry something». Σε έρευνα που διεξήχθη στο όχημα, εντοπίστηκε η γκρίζα ταξιδιωτική βαλίτσα που είχε μεταφέρει προηγουμένως ο κατηγορούμενος
- Ερωτηθείσα εάν τα αντικείμενα που βρίσκονταν στο χώρο αποσκευών ήταν δικά της, η κατηγορούμενη 3 απάντησε: «The suitcase is not mine, the rest is mine». Αφού άνοιξε η αστυφύλακας το φερμουάρ της ταξιδιωτικής βαλίτσας, διαπίστωσε ότι εντός αυτής βρίσκονταν 5 διαφανείς νάιλον συσκευασίες κάνναβης και 5 ορθογώνιες συσκευασίες με καφέ κολλητική ταινία και άσπρη κόλλα, οι οποίες υποψιάστηκε ότι περιείχαν κοκαΐνη. Αφού ενημερώθηκε σχετικά για το περιεχόμενο της βαλίτσας, η κατηγορούμενη 3 απάντησε: «I realise what that is but it's not mine». Συνελήφθη για αυτόφωρο αδίκημα και απάντησε: «My boss [] asked me to come with my car and help him carry something». Ακολούθησε έρευνα στο όχημά της όπου εντοπίστηκε ένα κινητό τηλέφωνο και ένα πορτοφόλι, το οποίο περιείχε πιστωτικές κάρτες, βουλγαρική ταυτότητα, κυπριακή άδεια οδήγησης και το χρηματικό ποσό των Ευρώ 70 περίπου. Οι ναρκωτικές ουσίες που εντοπίστηκαν εντός της βαλίτσας στάλθηκαν στο Γενικό Χημείο του κράτους για επιστημονικές εξετάσεις και διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για ποσότητα κάνναβης συνολικού βάρους 4 κιλών και 890 γραμμαρίων καθώς και για ποσότητα κοκαΐνης βάρους 5 κιλών και 0.10 γραμμαρίων[7]. Αργότερα, διεξήχθη έρευνα στην οικεία της και εκεί εντοπίστηκε πολύ μικρή ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', που σύμφωνα με την ίδια, προοριζόταν για προσωπική χρήση[8]. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2: Όταν δόθηκαν οδηγίες για ανακοπή των οχημάτων, ο Αναπληρωτής Λοχίας 479 προσέγγισε το όχημα με αρ. εγγ. PY-8 με οδηγό τον κατηγορούμενο
- Αφού του εξήγησε τους λόγους της παρουσίας του εκεί και επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, ο κατηγορούμενος 2 απάντησε: «Κάμε τη δουλειά σου». Αφού, εντωμεταξύ εντοπίστηκε στο όχημα της κατηγορούμενης η πιο πάνω ταξιδιωτική βαλίτσα με τις ναρκωτικές ουσίες, ο Αναπληρωτής Λοχίας ενημέρωσε σχετικά τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά από το εν λόγω όχημα, αναφέροντάς του ότι επρόκειτο για την ίδια βαλίτσα που ο ίδιος είχε βγάλει από το χώρο αποσκευών του οχήματός του, κατευθυνόμενος προς το όχημα της κατηγορούμενης
- Εκείνος απάντησε: «Εν ηξέρω τίποτε». Ακολούθως, διεξήχθη έρευνα στο όχημά του και εντοπίστηκαν, μεταξύ άλλων, δύο κινητά τηλέφωνα και το χρηματικό ποσό των Ευρώ
- Ακολούθησε έρευνα στην οικεία του κατηγορούμενου 2, σε υποστατικό που διατηρεί ο ίδιος για επαγγελματικούς σκοπούς και σε μια αποθήκη που ενοικιάζει. Κατά τις έρευνες στα πιο πάνω υποστατικά, εντοπίσθηκε, μεταξύ άλλων, ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β', συνολικού βάρους 7 κιλών και 57,44 γραμμαρίων[9]. Στις 23.11.24 και η ώρα 1:00, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, ο Αστ. 4155 συνέλαβε τον κατηγορούμενο 2, δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Αφού του εξήγησε τους λόγους της σύλληψης και του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, ο κατηγορούμενος 2 απάντησε: «Παραδέχομαι»[10]. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1: Ενώ οι αστυνομικοί κινούνταν προς το σημείο για σκοπούς ανακοπής των οχημάτων, ο κατηγορούμενος 1, επιβιβαζόμενος πάνω στη μοτοσυκλέτα του, άρχισε να εξέρχεται του χώρου στάθμευσης και να κινείται στον παράλληλο δρόμο της λεωφόρου Αμαθούντος. Έχοντας διανύσει απόσταση μόλις λίγων μέτρων, σταμάτησε και κατέβηκε από το σκούτερ, κοιτάζοντας προς το χώρο που έγινε ήδη η ανακοπή των δύο οχημάτων. Τον πλησίασε πεζός ο Αστ. 3807, αποκαλύπτοντάς του την αστυνομική του ταυτότητα και αφού ζήτησε τα στοιχεία του και επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, τον ρώτησε για το λόγο που βρισκόταν εκεί. Ο κατηγορούμενος 1 του απάντησε: «Τούτη με τη Mercendes εν φίλη μου». Ερωτηθείς εάν γνωρίζει τον κατηγορούμενο 3 απάντησε: «Εξήγουν του άλλου να έρτει τζαι εν έξερεν τη στράτα». Ακολούθησε έρευνα του ιδίου και της μοτοσικλέτας του και εντοπίστηκε το χρηματικό ποσό των Ευρώ 1845 σε διάφορα χαρτονομίσματα και δύο κινητά τηλέφωνα. Η ώρα 15:41, αφού ενημερώθηκε ο Αστ. 3807 μέσω ασυρμάτου ότι στο όχημα με αρ. εγγ. PY-8 εντοπίστηκε η ταξιδιωτική βαλίτσα, η οποία περιείχε μεγάλη ποσότητα κάνναβης και κοκαΐνης, ο Αστ. 3807 ενημέρωσε σχετικά και τον κατηγορούμενο 1 πληροφορώντας τον ότι τα χρήματα και τα κινητά τηλέφωνα θα κρατηθούν από την αστυνομία για εξετάσεις. Ο κατηγορούμενος αρ. 1 απάντησε «τα λεφτά εν δικά μου». Την ίδια μέρα, περί η ώρα 17:15, στην παρουσία του κατηγορούμενου 1 και με τη συγκατάθεσή του, διεξήχθη έρευνα στην οικία του, χωρίς να εντοπιστεί οτιδήποτε παράνομο. Έπειτα, μεταφέρθηκε από μέλη της ΥΚΑΝ, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού[11]. Τη μοτοσικλέτα του κατηγορούμενου 1 οδήγησε στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού ο Αστ. 158[12]. Ο κατηγορούμενος 1 συνελήφθη εκεί, δυνάμει δικαστικού εντάλματος, στις 19:
- Κατά τη σύλληψή του, απάντησε: «Εν έχω να πω κάτι». Εκδοχή των κατηγορούμενων: Σε κατάθεση του ημερομηνίας 28.11.24, ο κατηγορούμενος 2 ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο 1 εδώ και καιρό. Πριν περίπου ένα μήνα, ο κατηγορούμενος 1 του είχε ζητήσει να τον προμηθεύσει με πυροτεχνήματα και κροτίδες για το νυχτερινό κέντρο που διατηρεί στη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος 2 συμφώνησε και διευθετήθηκε συνάντηση μεταξύ τους στις 22.11.24, όταν ο κατηγορούμενος 1 θα επέστρεφε από ταξίδι στο εξωτερικό. Στο μεσοδιάστημα, ο κατηγορούμενος 2, ενώ βρισκόταν έξω με φίλους του, τους είχε αναφέρει ότι επρόκειτο να βρεθεί με τον κατηγορούμενο 1 για αυτό το σκοπό. Την επόμενη μέρα, ένα πρόσωπο, το οποίο δεν επιθυμούσε να κατονομάσει ο κατηγορούμενος 2, του ζήτησε να συναντηθούν. Σε συνάντηση που είχαν του ζήτησε όπως αντί πυροτεχνήματα, να προμηθεύσει τον κατηγορούμενο 1 με ναρκωτικά και όταν θα το έκανε, να τον ενημερώσει ώστε εκείνος με τη σειρά του να πληροφορήσει την αστυνομία για να συλλάβουν τον κατηγορούμενο
- Το πρόσωπο αυτό, ως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος 2, ένιωθε ότι ο κατηγορούμενος 1 θα τον εμπόδιζε από το να διοικεί «ο ίδιος και η ομάδα του» «την νύχτα της Λεμεσού». Τον απείλησε ότι εάν δεν υπάκουε, τότε θα έβλαπταν τον αδελφό του που βρίσκεται στις Κεντρικές Φυλακές ενώ του υποσχέθηκε και την καταβολή κάποιου χρηματικού ποσού. Ο κατηγορούμενος 2, υπό την πίεση των απειλών και ανησυχώντας για την ζωή του αδελφού του, συμφώνησε. Στις 22.11.24, διευθετήθηκε συνάντηση με τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος του είπε ότι βρισκόταν με τη μοτοσυκλέτα του έξω από το χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου St Raphael. Ο κατηγορούμενος 2 τον ενημέρωσε ότι δεν θα μπορούσε να μεταφέρει τα πυροτεχνήματα με τη μοτοσυκλέτα λόγω του μεγέθους της ταξιδιωτικής βαλίτσας και ο κατηγορούμενος 1 του απάντησε ότι θα διευθετούσε το ζήτημα. Έτσι, όταν συναντήθηκαν, ο κατηγορούμενος 1 έκανε νόημα στην κατηγορούμενη 3 που βρισκόταν εντός του οχήματός της να τον ακολουθήσει ώστε να τοποθετήσει εκεί τη ταξιδιωτική βαλίτσα. Τότε επενέβη η αστυνομία. Ο κατηγορούμενος 2 δεν ανέμενε ότι θα επενέβαινε η αστυνομία ενόσω θα βρισκόταν και ο ίδιος στο σημείο. Σε κατάθεσή του ημερομηνίας 28.11.24[13], ο κατηγορούμενος 1 δήλωσε πολύ θυμωμένος με τον κατηγορούμενο 2 και εξέφρασε την επιθυμία του να τον καταγγείλει στην αστυνομία. Είπε ότι στις 15.12.24 σκόπευε να διοργανώσει μια δεξίωση για τα 25χρονα νυχτερινού κέντρου που του ανήκει και ζήτησε από τον κατηγορούμενο 2 να τον προμηθεύσει με πυροτεχνήματα και κροτίδες όπως έκανε στο παρελθόν. Σε επικοινωνία που είχαν στις 22.11.24, ο κατηγορούμενος 2 του ζήτησε να συναντηθούν για να τον προμηθεύσει με τα πυροτεχνήματα. Λόγω του ότι ο ίδιος οδηγούσε μοτοσυκλέτα εκείνη την ημέρα και δεν θα μπορούσε να μεταφέρει τα πράγματα αυτά, ο κατηγορούμενος 1 ζήτησε τη βοήθεια της κατηγορούμενης 3, με την οποία διατηρεί δεσμό και είχαν συνεννοηθεί προηγουμένως να συναντηθούν την ίδια μέρα σε ένα παραλιακό κέντρο. Η κατηγορούμενη 3 δεν γνώριζε τί περιείχε η συγκεκριμένη βαλίτσα που θα τοποθετείτο στο όχημά της. Κατά το χρόνο της συνάντησής τους, επενέβη η αστυνομία. Ο κατηγορούμενος 1 είχε εκπλαγεί όταν άκουσε ότι εντός της βαλίτσας εντοπίστηκαν ναρκωτικές ουσίες και δεν έχει ακόμη αντιληφθεί για ποιο λόγο ο κατηγορούμενος 2 τον παγίδευσε με αυτόν τον τρόπο. Ως ανέφερε, είναι ευρέως γνωστό ότι λόγω των κερδοφόρων επιχειρήσεων που διατηρεί (δύο νυχτερινά κέντρα και μία καφετέρια), δεν έχει καμία οικονομική ανάγκη να εμπλακεί σε εμπόριο ναρκωτικών. Όσον αφορά τα χρήματα που εντοπίστηκαν στην κατοχή του, επρόκειτο για χρήματα που σκόπευε να ξοδέψει εκείνη την ημέρα για τους σκοπούς της επιχείρησής του. Κατάθεση στην αστυνομία έδωσε και η κατηγορούμενη 3 την 01.12.24[14]. Ανέφερε ότι στις 22.11.24 είχε διευθετήσει ραντεβού σε ένα εστιατόριο με τον κατηγορούμενο
- Περί η ώρα 15:30, την πήρε τηλέφωνο ο κατηγορούμενος 1 και της ζήτησε να τον βοηθήσει να μεταφέρει ένα αντικείμενο με το όχημά της, λόγω του ότι ο ίδιος κινείτο με τη μοτοσυκλέτα του. Η ίδια αποδέχτηκε χωρίς να υποψιαστεί οτιδήποτε. Όταν έφθασαν στο χώρο στάθμευσης του ξενοδοχείου, ο κατηγορούμενος 2, τον οποίο δεν γνώριζε, τοποθέτησε κάτι στο χώρο αποσκευών του οχήματός της. Έπειτα ανακόπηκαν από την αστυνομία. Η ίδια ξαφνιάστηκε επειδή δεν γνώριζε ότι εντός της βαλίτσας υπήρχαν ναρκωτικά και αμέσως ενημέρωσε τα μέλη της αστυνομίας ότι της είχε ζητήσει να μεταβεί στο σημείο για να παραλάβει το αντικείμενο ο κατηγορούμενος
- Αυτά ήταν, συνοπτικά, τα κύρια σημεία της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου. Επισημαίνεται ότι το στάδιο εξέτασης του ζητήματος της πιθανολόγησης της καταδίκης ενός κατηγορούμενου δεν προσφέρεται για μια σε βάθος ανάλυση της ολότητας του μαρτυρικού υλικού, ούτε τίθεται ζήτημα τελικής διαπίστωσης γεγονότων ή εξαγωγής συμπερασμάτων, αφού το μαρτυρικό υλικό εκτιμάται στην όψη του[15]. Τέτοιου είδους ανάλυση αποτελεί έργο του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο εξέτασης αιτήματος κράτησης υπόδικου, το Δικαστήριο εξετάζει το μαρτυρικό υλικό στην όψη του χωρίς να το αξιολογεί, με έναν μόνο σκοπό, να διαπιστώσει κατά πόσο από αυτό προκύπτει η πιθανολόγηση καταδίκης εναντίον καθενός από τους κατηγορουμένους, έστω και αν υπάρχει εύλογη προσδοκία αθώωσης. Έχοντας θέσει ενώπιον μου το σύνολο του μαρτυρικού υλικού και ειδικότερα στη βάση των στοιχείων που παρατίθενται πιο πάνω, κρίνω ότι έχει προσκομιστεί επαρκής μαρτυρία που ευθέως εμπλέκει και τους τρεις κατηγορούμενους με τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν. Αυτό γιατί από το μαρτυρικό υλικό φαίνεται να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2, στα υποστατικά του οποίου αργότερα φαίνεται να ανευρέθηκε μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, θεάθηκε στις 22.11.24, το μεσημέρι, να μεταφέρει και να τοποθετεί στο όχημα που οδηγούσε η κατηγορούμενη 3, την ταξιδιωτική βαλίτσα εντός της οποίας εντοπίστηκαν οι ποσότητες των ελεγχόμενων φαρμάκων Τάξεως Α και Β που αναφέρονται στις κατηγορίες αρ. 6 -
- Ως φαίνεται να προκύπτει από το περιεχόμενο των καταθέσεων των μελών της ΥΚΑΝ που παρακολουθούσαν τον κατηγορούμενο 2, η διευθέτηση της επίδικης συνάντησης και δοσοληψίας έγινε μεταξύ του κατηγορούμενου 1 και 2, ενώ η κατηγορούμενη 3 φαίνεται να ανέμενε σε συγκεκριμένο σημείο με το όχημά της ώστε να παραλάβει από τον κατηγορούμενο 2 τη βαλίτσα στην οποία εντοπίστηκαν τα ναρκωτικά, ενόσω ο κατηγορούμενος 1 βρισκόταν εκεί κατά την ώρα της παράδοσης. Δεν μου διαφεύγει ότι οι κατηγορούμενοι, μέσω των καταθέσεών τους στην αστυνομία, έδωσαν μία κοινή εκδοχή βάσει της οποίας οι κατηγορούμενοι 1 και 3 δεν γνώριζαν ότι η συγκεκριμένη βαλίτσα περιείχε ναρκωτικές ουσίες· ο κατηγορούμενος 1, μάλιστα, θεωρούσε ότι περιείχε πυροτεχνήματα και κροτίδες. Επρόκειτο, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, για ένα σχέδιο παγίδευσης του κατηγορούμενου 1 που καταστρώθηκε από τρίτο πρόσωπο που δεν κατονομάστηκε και στο οποίο η κατηγορούμενη 3 ενεπλάκη τυχαία. Πρόκειται για μια εξήγηση, η οποία, ως ισχυρίστηκε η πλευρά της Υπεράσπισης, διαφαίνεται ως εναρμονισμένη με την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί από την αστυνομία και τείνει να απεμπολήσει οποιαδήποτε ποινική ευθύνη από τους κατηγορούμενους 1 και
- Υποστηρίζεται και από τον ίδιο τον κατηγορούμενο
- Το κατά πόσο, όμως, η εκδοχή αυτή θα κριθεί πειστική ή αληθής, αντιπαραβαλλόμενη με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό ως αυτό θα τεθεί ενώπιον του, είναι ζήτημα που θα απασχολήσει το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την υπόθεση. Το έργο του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο δεν είναι να καταλήξει σε εύρημα ως προς το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 1 και 3 γνώριζαν κατά το χρόνο παραλαβής της ότι στην βαλίτσα υπήρχαν ναρκωτικά. Αρκεί να καταδειχθεί ότι η ισχύς του μαρτυρικού υλικού είναι τέτοια που ενδέχεται να οδηγήσει κατά την ακρόαση σε διαπίστωση ότι υπήρχε το απαιτούμενο στοιχείο της γνώσης[16]. Σε συνάρτηση με τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορούμενων 1 και 3 κατά την αγόρευσή τους στο Δικαστήριο, θεωρώ ότι το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι στις καταθέσεις τους στην αστυνομία προέβαλαν μια διαφορετική εκδοχή γεγονότων που διαφαίνεται, από μια επιδερμική εξέταση του μαρτυρικού υλικού, εναρμονισμένη με την υπόλοιπη προσκομισθείσα μαρτυρία (η οποία, με τη σειρά της, φαίνεται να εμπλέκει ευθέως του κατηγορούμενους στα υπό κρίση αδικήματα), δεν δύναται, ευσεβάστως, να οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι η πιθανότητα καταδίκης σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και 3 είναι απομακρυσμένη ή «οριακή». Επαναλαμβάνω ότι πρόκειται για ζήτημα που άπτεται της αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας, περιλαμβανομένου του ισχυρισμού ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 δεν γνώριζαν ότι εντός της βαλίτσας υπήρχε ποσότητα ναρκωτικών ουσιών. Η προώθηση μιας κοινής εκδοχής εκ μέρους των κατηγορούμενων δεν αρκεί στο παρόν στάδιο, υπό το πρίσμα της υπόλοιπης μαρτυρίας, για να εξαλείψει ή να μειώσει δραματικά τις πιθανότητες καταδίκης τους. Η επίκληση στην υπόθεση Ιακωβίδης ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 185/20, ημερ. 25.11.20, ECLI:CY:AD:2020:B405, τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με αυτά της παρούσας υπόθεσης, δεν διαφοροποιεί τα πιο πάνω. Αυτό γιατί σε εκείνη την υπόθεση, το διάταγμα κράτησης που εκδόθηκε πρωτοδίκως ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, όχι λόγω του ότι οι πιθανότητες καταδίκης του εκεί κατηγορούμενου/ εφεσείοντα κρίθηκαν ως ανύπαρκτες λόγω της εκδοχής που προέβαλε ο ίδιος, αλλά γιατί, μεταξύ άλλων, το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν έλαβε ολόκληρο το μαρτυρικό υλικό υπόψη του κατά τη διεργασία πιθανολόγισης της καταδίκης του εκεί εφεσείοντα, διαπράττοντας έτσι, ως λέχθηκε, «σφάλμα αρχής». Στη βάση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου και εκτιμώντας το μαρτυρικό υλικό στην όψη του, κρίνω ότι η πιθανότητα καταδίκης για κάθε ένα από τους κατηγορούμενους στις σοβαρότερες κατηγορίες που τους προσάπτονται, ήτοι αυτές που αφορούν σε παράνομη κατοχή, κατοχή με σκοπό την προμήθεια (σε σχέση με όλους τους κατηγορούμενους) και προμήθεια (σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και 2) της μεγάλης ποσότητας ελεγχόμενων φαρμάκων Τάξεως Α και Β που αναγράφεται στο κατηγορητήριο, αναφύεται ως αρκετά μεγάλη. Νοείται ότι η πιθανολόγηση καταδίκης στις προσαπτόμενες κατηγορίες δεν αποκλείει την ύπαρξη εύλογης πιθανότητας αθώωσης[17]. Σημειώνω ότι η πιθανότητα καταδίκης σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2 είναι, συγκριτικά με τους υπόλοιπους, ακόμη μεγαλύτερη, εφόσον, ως ήδη ανέφερα, σε σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και 3 φαίνεται να προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό κάποια εξήγηση ως προς τους λόγους της παρουσίας τους στο σημείο της ανακοπής, η οποία, όμως, επαναλαμβάνω, χρήζει αξιολόγησης. Πληρούνται, συνεπώς, και τα τρία αντικειμενικά κριτήρια που θέτει η νομολογία για την εκτίμηση του κινδύνου φυγοδικίας ενός κατηγορούμενου. Λαμβάνοντας υπόψη την αδιαμφισβήτητή σοβαρότητα των υπό κρίση αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης ως φαίνεται να προκύπτει από το μαρτυρικό υλικό κρινόμενο στην όψη του και την αυστηρή πολυετή ποινή φυλάκισης που αναμένεται να τους επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης, ο κίνδυνος φυγοδικίας για κάθε ένα από αυτούς ταξινομείται, από το Δικαστήριο, ως πολύ μεγάλος. Το έργο του Δικαστηρίου, όμως, δεν τελειώνει εδώ. Πέραν των πιο πάνω, κατά την εκτίμηση του κινδύνου μη προσέλευσης του υπόδικου κατά τη δίκη, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και άλλοι παράγοντες, που ανάγονται στα υποκειμενικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, όπως προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες, η ηλικία, υγεία, απασχόληση, οικογενειακή κατάσταση και οι δεσμοί του υποδίκου με την Κύπρο, χωρίς, όμως, όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης[18]. Αναγνωρίζεται ότι η ύπαρξη δεσμών με τη χώρα στην οποία διώκεται ένας κατηγορούμενος δύναται να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο διαφυγής του στο εξωτερικό για να μην εμφανιστεί στη δίκη. Οι δεσμοί, όμως, αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον κάθε κατηγορούμενο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι κατά πόσο οι προσωπικές περιστάσεις του κάθε κατηγορούμενου, συμπεριλαμβανομένων των δεσμών του με την Κύπρο, είναι τέτοιοι που να ανατρέπουν τη σκέψη στο μυαλό του να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται[19]. Τονίζεται ότι δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον εκάστοτε κατηγορούμενο, απαλλάσσοντας τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Ως εκ των πιο πάνω, το ερώτημα που εγείρεται είναι αν υπάρχουν ενώπιον μου υποκειμενικά στοιχεία, ήτοι στοιχεία που να αφορούν στις προσωπικές περιστάσεις του κάθε κατηγορούμενου, τα οποία, αποτιμώμενα στο πλαίσιο του συνόλου της υπόθεσης, να περιορίζουν σε ικανοποιητικό βαθμό τον κίνδυνο μη προσέλευσης του κατά τη δίκη. Ο κατηγορούμενος 2 είναι Κύπριος, είναι ηλικίας 33 ετών, μάγειρας στο επάγγελμα, παντρεμένος με Κύπρια (με την οποία όμως δεν διατηρεί στενή σχέση[20]) και πατέρας τριών ανήλικων παιδιών. Πέραν των πιο πάνω στοιχείων, τα οποία εντόπισε το Δικαστήριο κατά την εξέταση του μαρτυρικού υλικού, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου σε σχέση με τον κατηγορούμενο 2, κάποιο επιπρόσθετο στοιχείο ως προς τις προσωπικές του περιστάσεις. Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι ο ίδιος δεν έφερε ένσταση στην έγκριση του αιτήματος κράτησής του και επιφύλαξε το δικαίωμά του να τοποθετηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο επί του ζητήματος. Σε σχέση με την κατηγορούμενη 3, έχει αναφερθεί ότι πρόκειται για πρόσωπο 32 ετών, το οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νότιο Αφρική. Έφθασε στην Κύπρο πριν από 5 περίπου χρόνια, έχοντας πωλήσει την περιουσία που κατείχε εκεί και έκτοτε διαμένει στο νησί. Ενοικιάζει το διαμέρισμα όπου διαμένει στη Λεμεσό καταβάλλοντας μηνιαίο ενοίκιο περί τα Ευρώ 600 και εργάζεται ως αισθητικός με μηνιαίο εισόδημα που ανέρχεται στα Ευρώ 1500 περίπου. Περίπου ένα χρόνο έπειτα από την άφιξή της στην Κύπρο, την ακολούθησε και η μητέρα της, η οποία διαμένει στο νησί από το
- Κατά τα λοιπά, η κατηγορούμενη 3 δεν φαίνεται να έχει οποιουσδήποτε άλλους ή μόνιμους δεσμούς με την Κύπρο, οι οποίοι ενδεχομένως να λειτουργούσαν αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο φυγοδικίας. Ο κατηγορούμενος 1 είναι Κύπριος, 50 ετών, παντρεμένος και έχει τρία παιδιά (ηλικίας 13, 18 και 21 ετών). Είναι επιχειρηματίας και ιδιοκτήτης τριών κερδοφόρων επιχειρήσεων στη Λεμεσό, δύο νυχτερινών κέντρων και μίας καφετέριας. Ως αναφέρθηκε, είναι, επίσης, ιδιοκτήτης διαφόρων ακινήτων, περιλαμβανομένης της οικίας του στη Μουταγιάκα στη Λεμεσό. Ως υποδείχθηκε στο Δικαστήριο πρόκειται για πρόσωπο ιδιαίτερα εύπορο. Έχει ένα μεγάλο αδελφό και μαζί φροντίζουν τη μητέρα τους που πάσχει από ανίατη ασθένεια, περιλαμβανομένης της μεταφοράς της σε διάφορα ιατρικά ραντεβού. Σε περίπτωση που φυγοδικήσει ενδέχεται να μην ξαναδεί τα μέλη της οικογένειάς του (εκτός, νοείται, και εάν τα ίδια ταξιδέψουν και τον συναντήσουν στο τόπο όπου θα βρίσκεται), ενώ ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς και οι επιχειρήσεις που διατηρεί (αναλόγως του εάν και σε ποιο βαθμό απασχολούνται και άλλα πρόσωπα/συνέταιροι με τη διοίκηση των επιχειρήσεών αυτών)[21]. Κατά την εκτίμηση των υποκειμενικών παραγόντων, λαμβάνω επίσης υπόψη μου ότι, για σκοπούς διασφάλισης της παρουσίας του στο Δικαστήριο, πέραν οποιωνδήποτε άλλων συνήθων όρων κρίνει σκόπιμο να θέσει το Δικαστήριο (προσθήκη στο «stop list», παράδοση ταξιδιωτικών εγγράφων, υποχρέωση καθημερινής παρουσίασης σε αστυνομικό σταθμό), ο κατηγορούμενος 1 είναι διατεθειμένος να καταθέσει τίτλους ακίνητης ιδιοκτησίας αξίας ενός εκατομμυρίου ευρώ, περιλαμβανομένου του τίτλου ιδιοκτησίας της οικίας του στη περιοχή Μουταγιάκας στη Λεμεσό, να υπογράψει προσωπική εγγύηση ύψους Ευρώ 500.000 και να καταβάλει το χρηματικό ποσό των Ευρώ 40.000 υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης. Η κατηγορούμενη 3 αναλαμβάνει την υποχρέωση κατάθεσης εγγύησης ύψους Ευρώ 300.000 από κάποιο αξιόχρεο εγγυητή, ο οποίος δεν έχει προσδιοριστεί. Σε περίπτωση φυγοδικίας του κατηγορούμενου 1 ή της κατηγορούμενης 3 αντίστοιχα, νοείται ότι τα ποσά που θα καταβληθούν στο Δικαστήριο εκ μέρους του καθενός από αυτούς είτε ως μετρητά, είτε ως τραπεζική εγγύηση, ακόμη και οι τίτλοι ακίνητης ιδιοκτησίας, δεν θα μπορούν να ανακτηθούν από κανένα. Υφίσταται, παράλληλα, και η δυνατότητα εκτέλεσης και δέσμευσης των ποσών που αφορούν στις προσωπικές εγγυήσεις που προτίθενται να υπογράψουν, οι ίδιοι ή μέσω αξιόχρεων εγγυητών. Ειδικότερα για τον κατηγορούμενο 1, παρατηρώ ότι είναι σε θέση να παρέχει εξασφαλίσεις που αντιστοιχούν σε αντικειμενικά πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό, ανάλογο, βεβαίως, της οικονομικής του ευρωστίας. Ως αναφέρθηκε, πρόκειται για ένα πολύ πετυχημένο και εύπορο επιχειρηματία, ο οποίος φαίνεται να κατέχει περιουσία μεγάλης χρηματικής αξίας, περιλαμβανομένων διαφόρων ακινήτων. Επισημαίνεται ότι η οικονομική δυνατότητα ενός ατόμου για παροχή εγγυήσεων, αν και βεβαίως λαμβάνεται υπόψη, δεν επενεργεί, αυτομάτως και δίχως άλλο, ως ασπίδα για την υπερφαλάγγιση του κινδύνου φυγοδικίας ως αυτός προκύπτει από τη σοβαρότητα των αδικημάτων, τις πιθανότητες καταδίκης και την αυστηρότητα των ποινών που δύναται να επιβληθούν[22]. Εξυπακούεται ότι σε περιπτώσεις ιδιαίτερα σοβαρών αδικημάτων, για τα οποία, σε περίπτωση καταδίκης, αναμένεται να επιβληθεί πολύ αυστηρή πολυετής ποινή φυλάκισης, παραμένει ορατός ο κίνδυνος ότι ένας κατηγορούμενος δεν θα διστάσει να απωλέσει ένα μέρος της περιουσίας του (ακόμη και εάν αυτό είναι μεγάλο), προκείμενου να εξασφαλίσει την ελευθερία του φυγοδικώντας. Περαιτέρω, ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1, με επίκληση στην υπόθεση Ιακωβίδης (πιο πάνω) ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1, κατόπιν της ανακοπής από την αστυνομία στις 22.11.24 περί η ώρα 15:40 ενημερώθηκε ότι στο όχημα της κατηγορούμενης 3 ανευρέθηκε η ταξιδιωτική βαλίτσα με τις ναρκωτικές ουσίες αλλά δεν είχε τεθεί ακόμη υπό σύλληψη. Συνελήφθη, αργότερα την ίδια μέρα, περί η ώρα 19:40, στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού. Υποστήριξε ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1 ότι εάν ο πελάτης του είχε σκοπό να διαφύγει, θα το έπραττε αμέσως έπειτα από την ανακοπή του από την αστυνομία. Αντί αυτού, αποδέχτηκε να μεταφερθεί στα γραφεία της ΥΚΑΝ και συγκατατέθηκε στη διεξαγωγή έρευνας στην οικία του. Αυτό, σύμφωνα με τη θέση του, αποτελεί ένδειξη των προθέσεών του και θα πρέπει να ενταχθεί στους παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της απόλυσής του με όρους. Σαφώς, η προσέγγιση ενός κατηγορούμενου στη δυνατότητα να αποφύγει τη σύλληψη ή να αποδράσει όταν έχει την ευκαιρία, αναδεικνύει την τάση που έχει και τον τρόπο που θα αντιδράσει στην περίπτωση που στη συνέχεια αφεθεί ελεύθερος. Αποτελεί μια παράμετρο που λαμβάνεται υπόψη στη στάθμιση του κινδύνου φυγοδικίας, στα πλαίσια του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης[23]. Ευσεβάστως, υπό τις συνθήκες που περιγράφονται πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι το στοιχείο αυτό έχει τη δυναμική που επιχειρήθηκε να του προσδοθεί από την Υπεράσπιση ή ότι μπορεί να διαδραματίσει κάποιο ουσιαστικό ή καταλυτικό ρόλο για το υπό εξέταση αίτημα. Αυτό γιατί η αλληλουχία των γεγονότων, ως περιγράφονται πιο πάνω, περιλαμβανομένου του στοιχείου του αιφνιδιασμού κατά την ανακοπή του από την αστυνομία αλλά και της παρουσίας μελών της αστυνομίας στο σημείο που τον είχαν αναγνωρίσει και, κατά πάσα πιθανότητα, εάν επιχειρούσε να διαφύγει με την μοτοσυκλέτα του, θα τον ακολουθούσαν όπου και να πήγαινε, δεν φαίνεται να του πρόσφερε την πολυτέλεια του χρόνου να αναλογιστεί ψύχραιμα και με νηφαλιότητα το ενδεχόμενο και τις επιπτώσεις άρνησής του να μεταβεί στο αστυνομικό τμήμα ή - ακόμη περισσότερο - της διαφυγής του από την Κύπρο, ώστε να προβεί, επιπόλαια ίσως, σε τέτοιο διάβημα κατά το διάστημα των λίγων ωρών που μεσολάβησε μέχρι τη σύλληψή του. Το όλο εγχείρημα διαφυγής οποιουδήποτε προσώπου από την Κύπρο (ή τουλάχιστον από τις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές), χωρίς περιθώριο επιστροφής, προϋποθέτει λογικά την προετοιμασία κάποιου σχεδίου. Αυτό ισχύει ειδικότερα στην περίπτωση του κατηγορούμενου 1, λόγω των δεσμών που έχει με την Κύπρο. Στην περίπτωσή του, λοιπόν, δεν πρόκειται για απόφαση που δύναται εύκολα να ληφθεί από τη μια στιγμή στην άλλη, ούτε οι περιστάσεις επέτρεπαν εκείνη την ημέρα τη λήψη τέτοιας σημαντικής απόφασης σε διάστημα ολίγων ωρών και ενόσω αυτός συνοδευόταν από την αστυνομία. Συνεπώς, το διάστημα των λίγων ωρών που μεσολάβησε από την ανακοπή μέχρι τη σύλληψή του, ιδωμένο στο πλαίσιο των γεγονότων ως αυτά περιγράφονται στο μαρτυρικό υλικό, δεν θεωρώ ότι μπορεί ρεαλιστικά να λεχθεί ότι του πρόσφερε πραγματική ευκαιρία να διαφύγει και ο ίδιος δεν το έπραξε. Συνεπώς, η παραμονή του στο σημείο και η συνεργασία του με την αστυνομία μέχρι τη σύλληψή του δεν αρκεί, υπό τις περιστάσεις, για να εξαλείψει ή να περιορίσει σε σημαντικό βαθμό τον κίνδυνο φυγοδικίας σε περίπτωση που αυτός αφεθεί ελεύθερος. Διαχωρίζεται, λοιπόν, η παρούσα υπόθεση από την υπόθεση Παρασκευάς ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 607, όπου ο εκεί κατηγορούμενος είχε έρθει από το εξωτερικό όταν πληροφορήθηκε ότι η αστυνομία ερευνούσε υπόθεση ναρκωτικών η οποία τον αφορούσε, αλλά και από την υπόθεση Ιακωβίδης (πιο πάνω) στην οποία είχαν ήδη καταχωρηθεί δύο ποινικές υποθέσεις εναντίον του εκεί κατηγορούμενου αλλά η ποινική του δίωξη είχε μόλις ανασταλεί και ο ίδιος παρέμεινε στο χώρο του Δικαστηρίου, χωρίς να διαφύγει. Εν πάση περιπτώσει, στην κατάληξή του στην υπόθεση Ιακωβίδης, το Ανώτατο Δικαστήριο βασίστηκε και στο γεγονός ότι το μαρτυρικό υλικό δεν είχε ληφθεί ολόκληρο υπόψη κατά την πιθανολόγηση της καταδίκης του εκεί εφεσείοντα ενώ, ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε προβεί σε «άτοπες υποθέσεις» κατά την εκτίμηση των γεγονότων που περιβάλαν την οικειοθελή παραμονή του στο χώρο του Δικαστηρίου, στοιχείο το οποίο οδήγησε στην ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης κατ' έφεση. Διαχωρίζεται και από την υπόθεση Δημητρίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 185/21, ημερομηνίας 23.11.21, ECLI:CY:AD:2021:B522, στην οποία ο εκεί εφεσείοντας είχε πληροφορηθεί τηλεφωνικώς για την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του και μετέβη οικειοθελώς στο αστυνομικό τμήμα. Το στοιχείο αυτό καταγράφηκε στην πρωτόδικη απόφαση, κατά την περιγραφή των θέσεων του δικηγόρου του εκεί κατηγορούμενου αλλά δεν φαίνεται να λήφθηκε υπόψη από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την εξέταση του αιτήματος κράτησης, εφόσον δεν γινόταν αναφορά σε αυτό στους μετέπειτα συλλογισμούς του, οδηγώντας έτσι και πάλι στην ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης. Πιο σχετικό, εν προκειμένω, κρίνεται το σκεπτικό που ακολούθησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Νικήτας (πιο πάνω). Εκεί, παρά το ότι εκκρεμούσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου και ο ίδιος παρουσιάστηκε οικειοθελώς στην αστυνομία, το γεγονός ότι αυτός είχε εντοπιστεί προηγουμένως από αστυνομικό στη σκηνή του εγκλήματος, κρίθηκε ότι περιόριζε τις δυνατότητες διαφυγής του και άρα δεν μπορούσε να εξουδετερώσει τον κίνδυνο φυγοδικίας[24]. Τα ίδια, κατ' αναλογία, ισχύουν και στην προκειμένη περίπτωση για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω. Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, λοιπόν, τις προσωπικές περιστάσεις του κάθε κατηγορούμενου ξεχωριστά και τους δεσμούς τους με την Κύπρο, ως έχουν τεθεί ενώπιον μου, καθίσταται σαφές ότι το όποιο εγχείρημα φυγοδικίας δεν θα είναι εύκολο. Αναπόφευκτα συνεπάγεται πρακτικές δυσκολίες, απώλεια χρημάτων ή περιουσιακών στοιχείων αναλόγως των εγγυήσεων που θα κατατεθούν, απομάκρυνσή τους από μέλη της οικογένειάς τους που διαμένουν στο νησί, απώλεια των επιχειρήσεών τους και γενικότερα δραστική μεταβολή των συνθηκών διαβίωσής τους. Αυτό ειδικότερα σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, ο οποίος έχει μόνιμους δεσμούς με την Κύπρο, διατηρεί κερδοφόρες επιχειρήσεις και είναι διατεθειμένος να παραχωρήσει εξασφαλίσεις μεγάλης χρηματικής αξίας. Ωστόσο, η ιδιαίτερα υψηλή σοβαρότητα των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, η πιθανότητα καταδίκης τους ως αυτή αναφύεται από το μαρτυρικό υλικό εκτιμώμενο στην όψη του και οι πολυετείς ποινές άμεσης φυλάκισης που αναμένεται να τους επιβληθούν σε περίπτωση καταδίκης, καθιστούν τον κίνδυνο φυγοδικίας καθενός από αυτούς ορατό και υπαρκτό σε τέτοιο βαθμό, που, κατά την κρίση μου, δεν αντισταθμίζεται από τους δεσμούς του καθενός από αυτούς με την Κύπρο, τις προσωπικές τους συνθήκες, ακόμη και από την οικονομική τους δυνατότητα για παροχή εγγυήσεων. Τα όσα ο κάθε ένας από τους κατηγορούμενους έχει να απωλέσει, ενόψει των πολυετών ποινών φυλάκισης που αναμένεται να επιβληθούν σε περίπτωση καταδίκης, είναι περισσότερα συγκριτικά με τα όσα θα απολέσει σε περίπτωση φυγοδικίας. Σε σχέση με το χρόνο κράτησης των κατηγορούμενων, αυτός αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο αφού, επί της ουσίας, η κράτησή τους κατά το χρόνο που οι ίδιοι, κατά τεκμήριο είναι αθώοι, επενεργεί περιοριστικά ως προς τα συνταγματικά τους δικαιώματα. Εν προκειμένω, ο χρόνος που θα μεσολαβήσει από την ημερομηνία που έχουν τεθεί υπό κράτηση μέχρι την επόμενη δικάσιμο, η οποία έχει οριστεί στις 16.01.25, δηλαδή διάστημα λιγότερο των δύο μηνών, κρίνεται ότι δεν ξεφεύγει από τα πλαίσια του εύλογου χρόνου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η προσωποκράτηση των κατηγορούμενων εκκρεμούσης της δίκης κρίνεται αναγκαία, υπό τις περιστάσεις αφού η παρουσία τους σε αυτή δεν μπορεί να εξασφαλιστεί σε ικανοποιητικό βαθμό με την επιβολή οποιωνδήποτε όρων. Συνακόλουθα, το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα για την κράτηση των κατηγορούμενων 1, 2 και 3 μέχρι τις 16.01.2025 που είναι ορισμένη η παρούσα υπόθεση για εκδίκαση ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λεμεσό. Παράλληλα, εκδίδεται και διάταγμα προσαγωγής τους ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λεμεσού εκείνη την ημερομηνία και η ώρα 9:00 π.μ. [Υπ.] .............. Θ. Συμεωνίδης, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Επιφυλάσσοντας το δικαίωμα του να τοποθετηθεί ως προς το αίτημα σε μεταγενέστερο στάδιο ενώπιον του Κακουργιοδικείου [2] Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 [3] Βλ. ενδεικτικά Γενικός Εισαγγελέας ν Γ.Ν., Ποιν. Εφ. 145/23, ημερ. 21.7.23, Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 271/23, ημερ. 24.1.24 [4] Βλ. Τρίτος Πίνακας του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 [5] Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 600 [6] Κυανούν αρ. 1-4 στο Έγγραφο Α - Καταθέσεις του Αστυφύλακα με αρ. 158, του Αναπληρωτή Λοχία με αρ. 479, του Αστυφύλακα με αρ. 3807 και της Αστυφύλακας 3874 [7] Κυανούν 16 στο Έγγραφο Α [8] Κυανούν 17 Γ στο Έγγραφο Α [9] Σχετικά είναι τα Κυανούν 9, 10, 14 και 22-26 στο Έγγραφο Α [10] Κυανούν 15 στο Έγγραφο Α [11] Κυανούν 8 στο Έγγραφο Α [12] Κυανούν 1 στο Έγγραφο Α [13] Κυανούν 17Β στο Έγγραφο Α [14] Κυανούν 17Γ στο Έγγραφο Α [15] Βλ. ενδεικτικά Τσεκκούρα v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 32, Νικήτα v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54, Ευριπίδου κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337, Κουννάς κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. [16] Zoltanne Lesko v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ: 258/2024, ημερ. 10.12.24 [17] Βλ. Νικήτα κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 54. [18] Βλ. Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45, Θεοχάρους κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 [19] Βλ. Εισαγγελέας ν. Σιδερένιου κ.ά.
(2008)2 Α.Α.Δ. 319 και Κρασοπούλης κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 450 [20] Κυανούν 14 στο Έγγραφο Α [21] Αν και δεν έχουν δοθεί λεπτομέρειες ως προς αυτό το ζήτημα, από το Κυανούν 53 στο Έγγραφο Β φαίνεται να προκύπτει ότι, τουλάχιστον για το ένα νυχτερινό κέντρο, το οποίο διατηρεί ο κατηγορούμενος 1, υπάρχουν και άλλα άτομα, περιλαμβανομένου του αδελφού του, τα οποία διατηρούν μετοχικό μερίδιο και απασχολούνται στην εν λόγω επιχείρηση. [22]Βλ. Zoltanne Lesko v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ: 258/2024, ημερ. 10.12.24 καθώς και την απόφαση στην υπόθεση MEMIC κ.α. ν. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 81/19, 82/19, 16/7/2019, όπου οι εκεί κατηγορούμενοι δήλωσαν ετοιμότητα να δεσμεύσουν ακίνητη περιουσία μέχρι 1 εκατομμυρίου ευρώ [23] Βλ. ΠΑΝΤΕΛΗ v. ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ. 33/2022, 23/2/2022, ECLI:CY:AD:2022:B74 [24] Όμοια προσέγγιση ακολουθήθηκε και από το Εφετείο στην πρόσφατη απόφαση ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.: 1/24, 2/2/2024. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο