Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστόδουλος Χριστοφόρου, Αρ. Υπόθεσης: 14728/20, 3/10/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ντ. Βαρωσιώτου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 14728/20 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν. Χριστόδουλος Χριστοφόρου Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 03 Οκτωβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Π. Ευριπίδου Για κατηγορούμενο: κα Μ. Κολέα Κατηγορούμενος: παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 08/01/2020 και γύρω στις 18:00, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του με δυτική κατεύθυνση στην οδό Πάφου στη Λεμεσό. Φθάνοντας στη διασταύρωση της Οδού Πάφου και της Λεωφόρου Ομονοίας έστριψε δεξιά προς τη Λεωφόρο Ομονοίας. Το όχημα του κατηγορούμενου κτύπησε δύο πεζές οι οποίες εκείνη τη στιγμή διασταύρωναν πάνω στη διάβαση πεζών. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε για το αδίκημα της αμελούς οδήγησης κατά παράβαση των άρθρων 8[1], 19, 20 Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τέσσερις μάρτυρες: Τον εξεταστή της υπόθεσης Αστυφύλακα 2738 - Μάριο Ματθαίου (ΜΚ1), τις πεζές Νίκη Νεάρχου (ΜΚ2) και Ευτέρπη Ανδρέου (ΜΚ3) και τον Μιχάλη Χαραλάμπους (ΜΚ4). Ο κατηγορούμενος επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής και δεν προσέφερε μαρτυρία. Πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης, Αστυφύλακας 2738 - Μάριος Ματθαίου (ΜΚ1). Είναι μέλος της Αστυνομίας από το 1999 και υπηρετεί στον κλάδο διερεύνησης δυστυχημάτων από τον Ιούλιο του
- Υιοθέτησε την κατάθεση του (Τεκμήριο 1). Το ατύχημα συνέβη στις 08/01/2020 γύρω στις 18:
- Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, έκανε επιτόπιες εξετάσεις, έλαβε καταθέσεις από τον κατηγορούμενο και τις πεζές, μελέτησε τις καταγραφές από την εξωτερική κάμερα ασφαλείας του καταστήματος Shoebox που βρίσκεται στη βορειοανατολική πλευρά της διασταύρωσης της Λεωφόρου Ομονοίας με την οδό Πάφου (Τεκμήριο 7) και προέβη σε αναπαράσταση του ατυχήματος. Ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής το οποίο υπέγραψαν οι πεζές και ο κατηγορούμενος (Τεκμήριο 2) και στη συνέχεια το μετέτρεψε σε συμμετρικό (Τεκμήριο 3). Σύμφωνα με τα ευρήματα του ΜΚ1, υπήρχε οδικός φωτισμός, η κίνηση ήταν πυκνή και ο δρόμος ήταν βρεγμένος διότι προηγουμένως είχε βρέξει. Ο κατηγορούμενος εκινείτο με το όχημα του με δυτική κατεύθυνση στην οδό Πάφου και φθάνοντας στα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης με τη Λεωφόρο Ομονοίας έστριψε δεξιά προς τη Λεωφόρο Ομονοίας (Α, Α1, Α2 επί του Τεκμηρίου 3). Η πορεία του κατηγορούμενου ελέγχετο με πράσινο φως. Ο κατηγορούμενος ανέμενε να περάσουν τα εξ αντιθέτου ερχόμενα οχήματα για να βρει ευκαιρία να στρίψει δεξιά. Η ορατότητα του σε σχέση με τη διάβαση πεζών ήταν 15 μέτρα (Α2 επί του Τεκμηρίου 3). Τη στιγμή που ο κατηγορούμενος έστριβε έχοντας πλέον βόρεια πορεία προς τη Λεωφόρο Ομονοίας, η ορατότητα του σε σχέση με τη διάβαση πεζών ήταν 9 μέτρα (Α3 επί του Τεκμηρίου 3). Kτύπησε τις πεζές Νίκη Νεάρχου (ΜΚ2) και Ευτέρπη Ανδρέου (ΜΚ3) οι οποίες περπατούσαν πάνω στη διάβαση πεζών στη Λεωφόρο Ομονοίας έχοντας δυτική πορεία. Η Λεωφόρος Ομονοίας έχει τρεις λωρίδες κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση και τρεις λωρίδες κυκλοφορίας με βόρεια κατεύθυνση. Οι πεζές πέρασαν πρώτα τις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας των οχημάτων που ήταν σε αναμονή με νότια κατεύθυνση. Δύο οχήματα (τύπου van και jeep) που βρίσκονταν σε αναμονή με νότια κατεύθυνση είχαν περάσει παράνομα μπροστά από τη γραμμή διάβασης πεζών και ως εκ τούτου βρίσκονταν στα αριστερά των πεζών κατά τη διέλευση τους από εκείνο το σημείο. Οι πεζές σταμάτησαν στη διαχωριστική κτιστή νησίδα. Επειδή ο δρόμος ήταν ελεύθερος και δεν ερχόταν άλλο όχημα από τα αριστερά τους, συνέχισαν να διασταυρώνουν πάνω στην υπόλοιπη διάβαση για να φτάσουν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο ΜΚ1, το γεγονός πως τα δύο προαναφερόμενα οχήματα βρίσκονταν σε αναμονή μπροστά από τη γραμμή της διάβασης πεζών δεν επηρέαζε με οποιονδήποτε τρόπο την ορατότητα του κατηγορουμένου αφού οι πεζές είχαν ήδη περάσει την κτιστή διαχωριστική νησίδα, προτού αυτός στρίψει δεξιά. Τη στιγμή της σύγκρουσης η Νίκη Νεάρχου (ΜΚ2) είχε περάσει το μέσο του δρόμου μετά τη διαχωριστική νησίδα καλύπτοντας απόσταση 4,3 μέτρων από τη διαχωριστική νησίδα. Η Ευτέρπη Ανδρέου (ΜΚ3) βρισκόταν στο μέσο του δρόμου καλύπτοντας απόσταση 3,5 μέτρων από τη διαχωριστική νησίδα. Ο ΜΚ1 σημείωσε με την ένδειξη Χ στο Τεκμήριο 3 το σημείο σύγκρουσης με την πεζή Νίκη Νεάρχου (ΜΚ2) και με την ένδειξη Χ1 το σημείο σύγκρουσης με την πεζή Ευτέρπη Ανδρέου (ΜΚ3). Στο έντυπο καταγραφής ζημιών του οχήματος του κατηγορούμενου σημείωσε τα ίχνη που αφέθηκαν στο όχημα από την τριβή με το σώμα των πεζών, που επιβεβαιώνει τα σημεία σύγκρουσης (Τεκμήριο 6). Στην προφορική του μαρτυρία διόρθωσε επί του σχεδιαγράμματος (Τεκμήριο 3) τη θέση του οχήματος τύπου van που βρισκόταν σε αναμονή με νότια κατεύθυνση μπροστά από τη διάβαση πεζών. Όπως είπε, μελετώντας ξανά το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης πριν από την ακρόαση, διαπίστωσε ότι εκ παραδρομής είχε τοποθετήσει το van όχημα στη λωρίδα δίπλα από την κτιστή διαχωριστική νησίδα ενώ αυτό βρισκόταν στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Συνεχίζοντας είπε πως το γεγονός ότι το van ήταν στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος είχε καλύτερη ορατότητα πολύ πριν στρίψει. Σύμφωνα με τις καταγραφές του κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης και τα ευρήματα του ΜΚ1, ενώ άλλο όχημα κατευθυνόταν με ανατολική κατεύθυνση στην οδό Πάφου, ο κατηγορούμενος έστριψε βεβιασμένα δεξιά προς τη Λεωφόρο Ομονοίας για να προλάβει να στρίψει προτού περάσει το προαναφερόμενο όχημα. Όπως περαιτέρω είπε ο ΜΚ1, η βεβιασμένη κίνηση του κατηγορουμένου καταδεικνύεται από το γεγονός πως αυτός έστριψε διαγώνια δεξιά ενώ όφειλε να κατευθυνθεί ευθεία πορεία και να στρίψει 90 μοίρες κάθετα προς τη Λεωφόρο Ομονοίας αφού πρώτα διαπίστωνε ότι εκείνη τη στιγμή δεν διασταύρωνε κάποιος πεζός στη διάβαση. Στην αντεξέταση, ο ΜΚ1 ερωτήθηκε κατά πόσο η ορατότητα του κατηγορουμένου επηρεάστηκε από το γεγονός ότι το ατύχημα συνέβη βράδυ, ο δρόμος ήταν βρεγμένος και οι πεζές φορούσαν σκουρόχρωμα ρούχα. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι όλος ο δρόμος φωτιζόταν από πασσάλους οδικού φωτισμού. Συνεχίζοντας, είπε ότι από την αναπαράσταση του ατυχήματος διαφάνηκε πως οι πεζές ήταν ορατές παρά το γεγονός ότι φορούσαν σκουρόχρωμα ρούχα. Ερωτηθείς στην αντεξέταση κατά πόσο κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης έλαβε υπόψη την ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο κατηγορούμενος και τον βηματισμό των πεζών, ανέφερε ότι στην προκειμένη περίπτωση αυτοί οι παράγοντες δεν σχετίζονται με την αιτία πρόκλησης του ατυχήματος. Η ταχύτητα όμως με την οποία εκινείτο ο κατηγορούμενος ήταν εντός του επιτρεπόμενου ορίου και οι πεζές περπατούσαν με κανονικό βηματισμό. Στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, στις 12/01/2020 ο ΜΚ1 έλαβε κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 4). Στην κατάθεση του ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι οδηγούσε το όχημα του στην οδό Πάφου. Φθάνοντας στα φώτα τροχαίας στη διασταύρωση της οδού Πάφου με τη Λεωφόρο Ομονοίας τηρούσε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας έχοντας πρόθεση να στρίψει δεξιά δηλαδή βόρεια προς τη Λεωφόρο Ομονοίας. Το φως της πορείας του ήταν πράσινο. Μπροστά του προπορεύετο άλλο όχημα το οποίο εισήλθε στη διασταύρωση για να στρίψει δεξιά. Ο κατηγορούμενος «μπήκε πίσω του». Τα δύο οχήματα ανέμεναν να «καθαρίσει» ο δρόμος από τα εξ αντιθέτου ερχόμενα οχήματα για να στρίψουν δεξιά. Τόσο το προπορευόμενο όχημα όσο και ο κατηγορούμενος ανέμεναν να περάσουν τα εξ αντιθέτου ερχόμενα οχήματα για να στρίψουν δεξιά προς τη Λεωφόρο Ομονοίας. Όταν το προπορευόμενο του όχημα έστριψε δεξιά, πέρασε από απέναντι ένα όχημα και τότε αυτός βρήκε ευκαιρία και έστριψε δεξιά. Μόλις το όχημα του ευθυγραμμίστηκε με βόρεια πορεία στη Λεωφόρο Ομονοίας είδε για πρώτη φορά δύο γυναίκες να διασταυρώνουν στη διάβαση πεζών από τα δεξιά προς τα αριστερά ως η πορεία του. Χρησιμοποίησε το σύστημα πέδησης και είδε τις δύο γυναίκες με το πρόσωπο στραμμένο προς αυτόν να τον κοιτάζουν. Το όχημα του ακινητοποιήθηκε χωρίς ο ίδιος να αντιληφθεί το κτύπημα. Αφού κατέβηκε από το αυτοκίνητο είδε μια γυναίκα να στέκεται δίπλα από τον πάσσαλο τροχαίας στην κεντρική διαχωριστική νησίδα και την άλλη γυναίκα χάμω στην άσφαλτο ακριβώς μπροστά από το όχημα του. Η Νίκη Νεάρχου (ΜΚ2) υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσης που έδωσε στην αστυνομία στις 12/01/2020 (Τεκμήριο 9). Ανέφερε πως στις 08/01/2020 γύρω στις 18:00 ξεκίνησε πεζή με το σκύλο και τη μητέρα της, από το σπίτι της το οποίο βρίσκεται πίσω από το κατάστημα Shoebox στη βορειοανατολική πλευρά των φώτων τροχαίας της διασταύρωσης Λεωφόρου Ομονοίας και οδού Πάφου. Διέσχισαν το χώρο στάθμευσης του καταστήματος Shoebox, ανέβηκαν στο πεζοδρόμιο, περπάτησαν μέχρι το σημείο όπου υπάρχει διάβαση πεζών για να διασταυρώσουν το δρόμο και να φτάσουν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Η διάβαση δεν είναι φωτοελεγχόμενη. Πρόσεξε ότι στα δεξιά τους, υπήρχαν σταματημένα οχήματα με νότια κατεύθυνση και στις τρεις λωρίδες κυκλοφορίας στη Λεωφόρο Ομονοίας. Τα οχήματα αυτά βρίσκονταν πίσω από τη γραμμή αναμονής. Επειδή το φως της πορείας των οχημάτων με νότια κατεύθυνση ήταν κόκκινο, η ΜΚ2 με τη μητέρα της άρχισαν να διασταυρώνουν πάνω στη διάβαση. Στην κατάθεση της στην αστυνομία ανέφερε ότι δεν υπήρχαν οχήματα σε αναμονή με νότια κατεύθυνση μπροστά από τη διάβαση πεζών δηλαδή στα αριστερά ως η πορεία τους στη διάβαση. Σταμάτησαν στη μεσαία διαχωριστική νησίδα. Ήλεγξε το δρόμο στα αριστερά ως η πορεία τους και επειδή δεν είδε οποιοδήποτε όχημα να στρίβει δεξιά ή να βρίσκεται σε αναμονή στη διασταύρωση για να στρίψει δεξιά, ξεκίνησε με κανονικό βηματισμό να διασταυρώνει. Η ΜΚ2 ήταν πιο μπροστά από τη μητέρα της, η οποία την ακολουθούσε. Φθάνοντας στο μέσο του δρόμου, άκουσε τη μητέρα της να της φωνάζει «έλα πίσω» και αμέσως δέχτηκε κτύπημα από το όχημα του κατηγορούμενου. Έπεσε στην άσφαλτο μαζί με τον σκύλο της, τον οποίο τη στιγμή της διασταύρωσης τον κρατούσε πάνω της. Αφού μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού διαπιστώθηκε πως υπέστη κάταγμα δεξιάς κνήμης και αστραγάλου. Ακολούθως μεταφέρθηκε σε ιδιωτική κλινική όπου υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση. Η Ευτέρπη Ανδρέου (ΜΚ3) είναι η μητέρα της ΜΚ
- Στη μαρτυρία της επανέλαβε όσα είπε στην κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 12/01/2020 (Τεκμήριο 10). Τα γεγονότα που εξιστόρησε αναφορικά με το ατύχημα είναι πανομοιότυπα με αυτά που είπε η ΜΚ2 στη δική της μαρτυρία. Η ΜΚ3 στην κατάθεση της διευκρινίζει ότι τη στιγμή που διασταύρωνε το δρόμο μετά τη διαχωριστική νησίδα ακολουθούσε τη θυγατέρα της (ΜΚ2) σε απόσταση περίπου ενός μέτρου. Είδε ξαφνικά το όχημα του κατηγορούμενου να στρίβει δεξιά προς το μέρος τους. Του έκανε σήμα με το χέρι της να ελαττώσει ταχύτητα φωνάζοντας της θυγατέρας της «έλα πίσω». Το όχημα όμως του κατηγορούμενου συνέχισε να κινείται προς το μέρος τους. Ο κατηγορούμενος κτύπησε με το κεντρικό μέρος του οχήματος του τη θυγατέρα της (ΜΚ2) και με τη δεξιά μπροστινή πλευρά του οχήματος κτύπησε την ίδια. Λόγω του κτυπήματος έπεσε στην άσφαλτο. Σύρθηκε και πήγε κοντά στο φανάρι στην κεντρική διαχωριστική νησίδα. Μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη διάστρεμμα δεξιού αστραγάλου. Στην αντεξέταση επανέλαβε πως όταν σταμάτησαν στη διαχωριστική κτιστή νησίδα ήλεγξαν το δρόμο στα αριστερά ως η πορεία τους και επειδή δεν ερχόταν οποιοδήποτε αυτοκίνητο, άρχισαν να διασταυρώνουν. Υποβλήθηκε στην ΜΚ3 από τη συνήγορο υπεράσπισης πως δεν έλεγξαν το δρόμο και πως σε περίπτωση που το έπρατταν θα έβλεπαν τον κατηγορούμενο ο οποίος είχε ελαττώσει ταχύτητα. Η ΜΚ3 απάντησε πως αυτός «αστραπιαία» εμφανίστηκε στο δρόμο τους, με τρόπο που δεν προλάβαιναν να κινηθούν «ούτε πίσω ούτε μπροστά» αναφέροντας πως μόνο αν είχαν «φτερά» και πετούσαν θα μπορούσαν να αποφύγουν τη σύγκρουση. Ο Μιχάλης Χαραλάμπους (ΜΚ4) είναι τεχνικός συντήρησης και εγκατάστασης συστημάτων ασφαλείας. Η εταιρεία στην οποία εργάζεται εγκατέστησε το σύστημα ασφαλείας στο κατάστημα Shoebox που βρίσκεται στη συμβολή της Λεωφόρου Ομονοίας με την οδό Πάφου. Του ζητήθηκε από την Αστυνομία να αποθηκεύσει σε κάρτα μνήμης τις καταγραφές από την εξωτερική και εσωτερική κάμερα του καταστήματος Shoebox, όπως έπραξε στις 16/01/2020 (Τεκμήριο 11). Κατά τη διερεύνηση του ατυχήματος από την αστυνομία διαπιστώθηκε ότι εκ λάθους δεν είχε μεταφερθεί η καταγραφή από τη μια κάμερα. Όταν έγινε προσπάθεια εντοπισμού του υλικού που δεν μεταφέρθηκε στην κάρτα μνήμης, αυτό δεν κατέστη εφικτό διότι είχε ήδη διαγραφεί λόγω της παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος (Τεκμήριο 8). Εξέτασα με προσοχή τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου προερχόμενη από τους μάρτυρες που κάλεσε η Κατηγορούσα Αρχή. Ο εξεταστής της υπόθεσης Μάριος Ματθαίου (ΜΚ1) στη μαρτυρία του ήταν σαφής και επεξηγηματικός. Με αναφορά στις καταγραφές από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και στα ευρήματα του επί της σκηνής εξήγησε τον τρόπο πρόκλησης του ατυχήματος. Βάσει των πιο πάνω, ετοίμασε το σχέδιο της σκηνής του ατυχήματος που όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί αποτελεί σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του ατυχήματος. (Βλ. Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160). Αποδέχομαι τα ευρήματα του ως ορθά και αληθή. Η βεβιασμένη ενέργεια του κατηγορούμενου να στρίψει δεξιά προς τη Λεωφόρο Ομονοίας, φαίνεται από το γεγονός πως ενώ αυτός βρισκόταν σε αναμονή στα φώτα τροχαίας στη Λεωφόρο Πάφου, έστριψε διαγώνια δεξιά χωρίς καν να σταματήσει. Ο κατηγορούμενος είχε την υποχρέωση να βεβαιωθεί ότι ήταν ασφαλές να στρίψει δεξιά. Όφειλε να προχωρήσει ευθεία στην οδό Πάφου και να στρίψει κάθετα 90 μοίρες προς την πάροδο δεξιά, αφού πρώτα διαπίστωνε πως εκείνη τη στιγμή δεν διασταύρωνε κάποιος στη διάβαση πεζών. Αποδέχομαι ως ορθή και αληθή τη μαρτυρία των πεζών (ΜΚ2 και ΜΚ3) που συνάδει με την πραγματική μαρτυρία. Το γεγονός πως τη στιγμή της σύγκρουσης, η Νίκη Νεάρχου (ΜΚ2) είχε περάσει το μέσο του δρόμου μετά τη διαχωριστική νησίδα ενώ η Ευτέρπη Ανδρέου (ΜΚ3) βρισκόταν στο μέσο του δρόμου μετά τη διαχωριστική νησίδα, επιβεβαιώνεται από την τελική θέση του οχήματος του κατηγορούμενου και από τα σημεία όπου ανευρέθηκαν τα ίχνη τριβής των πεζών επί του οχήματος σύμφωνα με το έντυπο καταγραφής ζημιών (Τεκμήριο 6). Η συνήγορος υπεράσπισης εισηγείται στην αγόρευση της ότι η μαρτυρία των πεζών (ΜΚ2 και ΜΚ3) ήταν αντίθετη με τα ευρήματα του εξεταστή της υπόθεσης. Και τούτο διότι σε αντίθεση με τον ΜΚ1, οι πεζές (ΜΚ2 και ΜΚ3) υποστήριξαν πως δεν υπήρχαν οποιαδήποτε αυτοκίνητα στα αριστερά ως η πορεία τους κατά τη διασταύρωση πριν από τη διαχωριστική κτιστή νησίδα. Τούτο όμως αποτελεί λεπτομέρεια η οποία δεν σχετίζεται με τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος. Τα οχήματα με νότια κατεύθυνση που ανέμεναν στο κόκκινο φως και περνούσαν παράνομα τη γραμμή διάβασης βρίσκονταν στα αριστερά των πεζών πριν από τη διαχωριστική νησίδα. Το ατύχημα συνέβη μετά τη διαχωριστική νησίδα και μάλιστα όταν οι πεζές είχαν φτάσει στο μέσο του δρόμου πάντοτε περπατώντας στη διάβαση πεζών. Δεν χρειάζεται να σχολιάσω τη μαρτυρία του ΜΚ4, η οποία ήταν τυπικής φύσεως. Ο κατηγορούμενος τήρησε, όπως προανέφερα, το δικαίωμα της σιωπής. Η κατάθεση του όμως είναι τεκμήριο και το περιεχόμενο της θα αξιολογηθεί σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία. (Findlay Duncan 73 Cnm. App R. 359, Κωνσταντίνου v. Aστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ 109, Γαβριήλ v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ 693). Στη θεληματική του κατάθεση ο κατηγορούμενος δέχεται ότι η πρώτη φορά που είδε τις πεζές να διασταυρώνουν στη διάβαση ήταν τη στιγμή που το όχημα του ευθυγραμμίστηκε με βόρεια πορεία στη Λεωφόρο Ομονοίας. Δεν αμφισβητεί το σημείο στο οποίο κτύπησε τις πεζές και την απόσταση την οποία κάλυψαν μετά τη διαχωριστική νησίδα. Αντικείμενο απόδειξης σε μια ποινική δίκη είναι η ενοχή του κατηγορούμενου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ένας οδηγός αναμένεται να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Η παράλειψη άσκησης των πιο πάνω στοιχειοθετεί το αδίκημα της αμελούς οδήγησης[2]. Όπως έχει νομολογιακά καθιερωθεί, το αναμενόμενο μέτρο συμπεριφοράς είναι αυτό του μέσου λογικού και συνετού οδηγού (Σιλβέστρου v. Aστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 151, Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 202). Το κριτήριο της επιμέλειας και προσοχής λειτουργεί στο πλαίσιο των αντικειμενικών συνθηκών της εκάστοτε περίπτωσης (Σιλβέστρου v. Aστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 151, Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 202). Σύμφωνα με τις νομολογιακές αρχές, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Κυριάκος Αργυρού v. Aστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ 378). Εν προκειμένω, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του στη συμβολή της οδού Πάφου με τη Λεωφόρο Ομονοίας στις 08/01/2020 και γύρω στις 18:00 χωρίς να καταβάλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή. Ο κατηγορούμενος ευρισκόμενος σε αναμονή στα φώτα τροχαίας στη διασταύρωση της Οδού Πάφου με τη Λεωφόρο Ομονοίας έστριψε βεβιασμένα δεξιά προς τη Λεωφόρο Ομονοίας. Η βεβιασμένη ενέργεια του φαίνεται από το γεγονός πως έστριψε διαγώνια δεξιά χωρίς καν να σταματήσει. Μολονότι είχε επαρκή ορατότητα, δεν είδε τις πεζές οι οποίες διασταύρωναν πάνω στη διάβαση πεζών, καλύπτοντας η μια εξ αυτών απόσταση 4,3 μέτρων και η άλλη απόσταση 3,5 μέτρων μετά τη διαχωριστική νησίδα. Όταν είδε τις πεζές (ΜΚ2 και ΜΚ3) και πάτησε το σύστημα πέδησης ήταν πλέον αργά. Κτύπησε τις πεζές οι οποίες μεταφέρθηκαν με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)......................... Ντ. Βαρωσιώτου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] άρθρο 8
(1)(γ) του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72: Οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, και προκαλεί σωματική βλάβη είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000). [2] 8
(1)(γ) Οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, και προκαλεί σωματική βλάβη είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)έτη ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο