Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Α. Ι, Αρ. Υπόθεσης: 153/21, 5/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ντ. Βαρωσιώτου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 153/21 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή ν. Α. Ι Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 05 Νοεμβρίου 2024 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κος Π. Ευριπίδου Για κατηγορούμενο: κος Στ. Αλβάνης Κατηγορούμενος: παρών ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 22/10/2024 κρίθηκε ένοχος στην κατηγορία πρόκλησης θανάτου του 89χρονου Ιωσήφ Διάκου, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154) και των άρθρων 19 και 20 Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72. Συγκεκριμένα, στις 20/03/2020 και γύρω στις 06:30 π.μ, ο κατηγορούμενος εκινείτο με το όχημα με αριθμούς εγγραφής HPN ΧΧΧ με ανατολική κατεύθυνση στην οδό Μισιαούλη και Καβάζογλου. Εκείνη τη στιγμή διασταύρωνε πεζός το δρόμο από νότια προς βόρεια, ο Ιωσήφ Διάκος, ο οποίος είχε ήδη διανύσει απόσταση 7,7 μέτρων σε δρόμο πλάτους 10,5 μέτρων. Ο κατηγορούμενος δεν είδε τον πεζό, παρόλο που στα 60 μέτρα απόσταση είχε απεριόριστη ορατότητα σε όλο το εύρος του δρόμου και χρόνο 4,4 δευτερολέπτων να αντιδράσει. Όταν τον είδε και χρησιμοποίησε το σύστημα πέδησης ήταν πλέον αργά, αφού το θύμα εκτινάχθηκε στον ανεμοθώρακα, κτύπησε στο καπό του οχήματος και πέφτοντας στην άσφαλτο βρήκε τραγικό θάνατο. Το γεγονός πως ο κατηγορούμενος δεν είδε το θύμα που είχε περάσει ήδη τα μέσα του δρόμου συνιστούσε επικίνδυνη και αλόγιστη συμπεριφορά. Ο κατηγορούμενος έχει 3 βαθμούς ποινής στην άδεια οδήγησης του και είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος υπεράσπισης, αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ζήτησε να ληφθεί υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, οι οποίες καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 43 ετών και έγγαμος. Διαμένει μαζί με τη σύζυγο και τους γονείς του. Μετά την ολοκλήρωση της φοίτησης του στην Β' Τεχνική Σχολή, εργάστηκε για ένα έτος. Στη συνέχεια λάμβανε κρατική οικονομική στήριξη. Σύμφωνα με όσα καταγράφονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ο κατηγορούμενος έχει διαγνωσθεί ότι πάσχει από ψύχωση και τα τελευταία τρία χρόνια παρακολουθείται από ψυχίατρο. Λαμβάνει προς τούτο φαρμακευτική αγωγή και είναι λήπτης επιδόματος αναπηρίας. Συνεχίζοντας, ο συνήγορος υπεράσπισης, εξέφρασε τη μεταμέλεια και απολογία του κατηγορουμένου. Όπως είπε, το άγχος, η αγωνία και ο φόβος που αισθάνθηκε ο κατηγορούμενος κατά την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης τον έκαναν να αντιληφθεί τις συνέπειες του αδικήματος που διέπραξε εκφράζοντας την υπόσχεση να απέχει από οποιαδήποτε παραβατική συμπεριφορά. Πρόσθετα, κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη τον χρόνο που παρήλθε από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή. Η εγγενής σοβαρότητα του αδικήματος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154) είναι δεδομένη αφού έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια μιας ανθρώπινης ζωής. Η σοβαρότητα του εν λόγω αδικήματος διαφαίνεται από τις προβλεπόμενες ποινές όπως διατυπώνονται στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154) [1]. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (Λεβέντης v. Aστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 632). Οι σοβαρές διαστάσεις που έχουν προσλάβει τα θανατηφόρα ατυχήματα στη χώρα μας και η αναγκαιότητα συμμόρφωσης των οδηγών με τον κώδικα οδικής συμπεριφοράς έχουν αποτελέσει αντικείμενο σχολιασμού στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σάββα v. Aστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ 242, στην οποία ο Χρ. Αρτεμίδη Πρ., (σύνθεση: Αρτεμίδης Πρ., Κραμβής Δ., Χατζηχαμπής Δ.), ανέφερε τα εξής: «Τα θανατηφόρα δυστυχήματα κατάντησαν τραγικό καθημερινό φαινόμενο στον τόπο μας, ο οποίος κατέχει χείριστη θέση στον κατάλογο των ευρωπαϊκών χωρών, ειδικά για τα θανατηφόρα δυστυχήματα αλλά και γενικότερα, για παραβάσεις του Κώδικα Οδικής συμπεριφοράς. Ο Κώδικας Οδικής συμπεριφοράς αποτελεί αναπόσπαστο μέρος, σε μια σύγχρονη και αναπτυγμένη πολιτεία με τον κώδικα κοινωνικής συμπεριφοράς. Γι' αυτό και αποτελεί μια από τις τιμές μέτρησης και αξιολόγησης του σεβασμού του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Τα τροχαία αδικήματα, όπως συνηθίσαμε να αναφερόμαστε στις παραβάσεις της οικείας νομοθεσίας ή γενικότερα τα αδικήματα που διαπράττονται κατά την οδήγηση, θεωρούνται πλέον σοβαρά και έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Τα Δικαστήρια, που παρακολουθούν και είναι ευαίσθητα στις μεταβολές συμπεριφοράς της κοινωνίας, αναπροσαρμόζουν τις ποινές που επιβάλλουν ώστε να γίνει συνείδηση πως η ορθή ρύθμιση της τροχαίας κίνησης έχει άμεση σχέση με την καθημερινή λειτουργία της ζωής των ανθρώπων». Όπως σημείωσε και ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου (όπως ήταν τότε) Πικής στην απόφαση Charalambous v. Police
(1986)2 CLR 128 (σύνθεση: Λοίζου Πρ., Δημητριάδης Δ., Πικής Δ.), τα θανατηφόρα δυστυχήματα έχουν πάρει διαστάσεις κοινωνικής μάστιγας γεγονός που καθιστά την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών εντονότερη. Η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από τον νομοθέτη, όπως ορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της εκάστοτε υπόθεσης, για την επιλογή της αρμόζουσας ποινής. Αναφορικά με την απολογία και μεταμέλεια που εξέφρασε ο δικηγόρος του κατηγορούμενου εκ μέρους του, αναφέρω ότι αυτή ουδεμία σημασία έχει γιατί ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ενοχή και βρέθηκε ένοχος μετά την ακρόαση της υπόθεσης. Να σημειώσω πως όταν κατηγορούμενος παραδέχεται ενοχή σε κατηγορία που αντιμετωπίζει και εκφράζει ειλικρινή μεταμέλεια, τότε και νοουμένου ότι τα γεγονότα που παρουσιάζονται στο Δικαστήριο αποδεικνύουν τη διάπραξη του αδικήματος, ο κατηγορούμενος τυγχάνει του ευεργετήματος της μείωσης της ποινής, ένεκα ακριβώς της παραδοχής και της ειλικρινούς μεταμέλειας. Τούτο όμως δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής λαμβάνω υπόψη τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. H επικίνδυνη και αλόγιστη συμπεριφορά του κατηγορουμένου έγκειτο στο γεγονός πως αυτός δεν είδε τον πεζό που είχε ήδη περάσει τα μέσα του δρόμου, παρά το γεγονός πως ο κατηγορούμενος είχε απεριόριστη ορατότητα στα 60 μέτρα απόσταση και επαρκή χρόνο για να αντιδράσει. Λαμβάνω ωστόσο υπόψη πως στην παρούσα υπόθεση απουσιάζουν οποιοιδήποτε επιβαρυντικοί παράγοντες. Η οδική συμπεριφορά του κατηγορουμένου δεν εμπεριέχει το στοιχείο της οδικής θρασύτητας και εγωιστικής παραγνώρισης της ασφάλειας των προσώπων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Σύμφωνα με τα ευρήματα της αστυνομίας, αυτός εκινείτο με 49 km/h, δηλαδή εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας. Σημαντικό στοιχείο το οποίο προσμετρώ προς όφελος του κατηγορούμενου είναι πως το θύμα επέλεξε να διασταυρώσει το δρόμο στο συγκεκριμένο σημείο και δεν χρησιμοποίησε τη διάβαση πεζών, η οποία βρισκόταν 94 μέτρα ανατολικότερα από το σημείο όπου έγινε το δυστύχημα. Τα πιο πάνω σε συνάρτηση με το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και τις προσωπικές του περιστάσεις. Άλλο στοιχείο το οποίο λαμβάνω υπόψη είναι η παρέλευση 4 και πλέον ετών από την ημέρα διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα που καλείται το Δικαστήριο να επιβάλει ποινή, μέρος του χρόνου για το οποίο ο κατηγορούμενος δεν φέρει ευθύνη, όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Aβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ 355. Συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω, επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 18 μηνών. Για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει στην απόφαση μου, η εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης για αναστολή της ποινής φυλάκισης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πρόσθετα, 10 βαθμοί να σημειωθούν στην άδεια οδήγησης του κατηγορούμενου. Αναμένεται ότι ο κατηγορούμενος θα τύχει της κατάλληλης ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και ψυχικής υποστήριξης ενώ θα βρίσκεται στη φυλακή. (Υπ.) ............ Ντ. Βαρωσιώτου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Άρθρο 210 του Κεφ. 154: Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο