ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. I. I. C., Αρ. Υπόθεσης: 5791/24, 22/11/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, Α.E.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5791/24 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. I. I. C. Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 22/11/2024 Για τη Δημοκρατία: κα Α. Τιμοθέου. Για τον Κατηγορούμενο: κα Ι. Αδάμου. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, μετά από δική του παραδοχή, σε κατηγορία επίθεσης προκαλούσας βαριά σωματική βλάβη (κατηγορία 2), κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, των άρθρων 2, 3
(1)
(4)και 4
(1)
(2)(ι) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 και των άρθρων 2, 3, 5(α) (Πίνακας - 33) και 11 του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου 115(Ι)/
- Εδώ να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος αρχικά αντιμετώπιζε και άλλες κατηγορίες, στις οποίες ο Γενικός Εισαγγελέας ανέστειλε την ποινική δίωξη εναντίον του και έτσι απαλλάχθηκε από αυτές (κατηγορίες 1 και 3). Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Στις 30/04/2024 μετέβηκε στο Κλιμάκιο Διερεύνησης Υποθέσεων Βίας στην Οικογένεια του Τ.Α.Ε. Λεμεσού, η παραπονούμενη από τη Ρουμανία, η οποία ανάφερε στην Αστ.3362 Κ. Μιχαήλ ότι στις 29/04/2024 και περί ώρα 23:00 δέχθηκε επίθεση από τον συμβίο της και δεν ένιωθε καλά. Αμέσως της δόθηκε παραπεμπτικό και η παραπονούμενη μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για εξετάσεις. Στην κατάθεση που λήφθηκε από την παραπονούμενη ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι αυτή συζεί με τον κατηγορούμενο από το
- Τον τελευταίο χρόνο μένουν μαζί σε ξενοδοχείο. Στις 29/04/2024 ενώ βρισκόταν με τον κατηγορούμενο στο δωμάτιο τους, του ανάφερε ότι γνώρισε κάποιον άλλο άντρα στη Ρουμανία που βρισκόταν για προσωπικούς λόγους ένα μήνα προηγουμένως και του ανακοίνωσε ότι θέλει να χωρίσουν. Ο κατηγορούμενος της είπε ότι δεν έχει κανένα θέμα, η παραπονούμενη του ζήτησε να φύγει από το δωμάτιο και ο κατηγορούμενος συγκατατέθηκε. Έπειτα η παραπονούμενη μπήκε στο μπάνιο και τότε ο κατηγορούμενος ήρθε γυμνός και της ζήτησε να έλθουν σε σεξουαλική επαφή. Η παραπονούμενη αρνήθηκε και ο κατηγορούμενος τη χαστούκισε στο πρόσωπο και ακολούθως την άρπαξε από το στήθος και την έσφιξε. Η παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει για βοήθεια και ο κατηγορούμενος άρχισε να τη βρίζει με διάφορες φράσεις. Έπειτα την άρπαξε από τα μαλλιά και η παραπονούμενη γλίστρησε και έπεσε κάτω. Ενώ βρισκόταν στο πάτωμα, ο κατηγορούμενος την τράβηξε ως το υπνοδωμάτιο και αφού την έβαλε πάνω στο κρεβάτι άρπαξε ένα μαξιλάρι και της το έβαλε στο πρόσωπο. Η παραπονούμενη αντιστάθηκε γυρνώντας το κεφάλι της δεξιά και αριστερά για να ξεφύγει. Καθώς αντιστεκόταν, η παραπονούμενη έπεσε από το κρεβάτι και ο κατηγορούμενος την άρπαξε από το λαιμό με τα δύο του χέρια και την έσφιξε. Τότε η παραπονούμενη τον παρακάλεσε να την αφήσει και ο κατηγορούμενος το έκανε. Σύμφωνα με τον ιατρό των Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, η παραπονούμενη έφερε εκχυμώσεις αριστερού ζυγωματικού, περιοφθαλμίες χώρες - κόγχους, αμφότερα πλευρά και αριστερή ράχη. Κατόπιν αξονικής τομογραφίας εγκεφάλου διαπιστώθηκε ενδοεγκεφαλική αιμορραγία με οίδημα για την οποία εισήχθηκε στη χειρουργική κλινική για περαιτέρω αντιμετώπιση. Με βάση την έκθεση του Ακτινολογικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, η παραπονούμενη υπέστη ενδοπαρεγχυματικό αιμάτωμα στον εγκέφαλο και παρέμεινε για νοσηλεία στο Χειρουργικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού από τις 30/04/2024 μέχρι τις 07/05/2024, οπόταν έλαβε εξιτήριο. Έκτοτε δεν εμφανίζει κατάλοιπα και η υγεία της έχει αποκατασταθεί. Ο κατηγορούμενος ανακρινόμενος παραδέχτηκε ότι χαστούκισε την παραπονούμενη τέσσερις φορές στο πρόσωπο και την άρπαξε από τα μαλλιά. Ενώ την κρατούσε από τα μαλλιά την τράβηξε από το μπάνιο μέχρι το δωμάτιο. Ακολούθως η παραπονούμενη γλίστρησε και την άρπαξε από πίσω. Έπειτα την έβρισε με διάφορες φράσεις και την άρπαξε από το λαιμό με τα δύο του χέρια και την έσφιξε. Όταν είδε ότι κοκκίνησε, φοβήθηκε και την άφησε. Η συνήγορος του κατηγορουμένου, στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, ζήτησε όπως ληφθούν υπόψη προς όφελος του πελάτη της, η άμεση παραδοχή του και η συνεργασία του με την Αστυνομία καθώς και η παραδοχή του στο Δικαστήριο, για την οποία εισηγήθηκε ότι πρέπει να εκληφθεί ως άμεση και σε κάθε περίπτωση ότι έγινε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Περαιτέρω, η κα Αδάμου ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος αναγνωρίζει τη σοβαρότητα της πράξης του, για την οποία νιώθει ντροπιασμένος, μετανοημένος και ότι απολογείται για αυτή, μέσω της, τόσο στο Δικαστήριο όσο και στην ίδια την παραπονούμενη. Αναφερόμενη δε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα, η συνήγορος επισήμανε ότι επρόκειτο για ένα μεμονωμένο περιστατικό, μικρής διάρκειας, ότι δεν υπήρχε προσχεδιασμός, ότι ο πελάτης της έδρασε με ανωριμότητα, όντας τυφλωμένος λόγω της συναισθηματικής του φόρτισης (ενόψει του ότι η παραπονούμενη του ανακοίνωσε ότι επιθυμεί να διακοπεί η μεταξύ τους σχέση) καθώς και ότι η παρούσα διαφοροποιείται από περιπτώσεις όπου το θύμα παρουσιάζει μόνιμα κατάλοιπα στην υγεία του από την επίθεση που δέχεται. Η κα Αδάμου αναφέρθηκε περαιτέρω, στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου και στις προσωπικές και λοιπές του περιστάσεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το αδίκημα το οποίο διέπραξε ο κατηγορούμενος είναι σοβαρό. Αυτό διαφαίνεται κατ' αρχάς από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτό από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, που προβλέπει ο Νόμος και είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά.
(1990)2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248). Συγκεκριμένα, το άρθρο 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, προβλέπει ποινή φυλάκισης 7 ετών ή χρηματική ποινή ή και τις δύο αυτές ποινές. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 4
(1)
(2)(ι) του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 (το οποίο φέρει πλαγιότιτλο «Άκρως σοβαρή βία»), στο οποίο στηρίζεται η κατηγορία 2 στην παρούσα, όταν το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης διαπράττεται από ένα µέλος της οικογένειας σε βάρος άλλου µέλους, θεωρείται αυξηµένης σοβαρότητας και έτσι αυξημένη είναι και η προβλεπόμενη ποινή, που είναι αυτή της φυλάκισης των 10 ετών ή η χρηματική ποινή ή και οι δύο αυτές ποινές. Η σοβαρότητα του αδικήματος αυτού έγκειται στο ότι ενέχει το στοιχείο της ηθελημένης χρήσης βίας εναντίον άλλου προσώπου. Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας, πλήττει το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του (βλ. Αστυνομία ν. Μιχαήλ, Ποιν. Έφεση Αρ. 78/2019, ημερ. 15/10/2020). Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης είτε ως μέσο εκδίκησης ή τιμωρίας δεν έχει θέση στην ανθρώπινη κοινωνία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλος
(2001)2 Α.Α.Δ. 95). Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς (βλ. και Urgur v. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 189). Η ποινή για τέτοιου είδους αδικήματα πρέπει να είναι ανάλογη και με την έκταση της χρήσης βίας, τα μέσα που χρησιμοποιούνται, τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται, το προβλεπτό αυτών και τις επιπτώσεις τους στο θύμα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639, Σακαρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 272 και Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342). Η ύπαρξη ή έλλειψη προσχεδιασμού ή προσυνεννόησης είναι επίσης στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είτε ως επιβαρυντικός είτε ως ελαφρυντικός παράγοντας αντίστοιχα (βλ. Αχτάρ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397 και Νικολάου ν. Αστυνομίας
(2016)2Α Α.Α.Δ. 268). Εδώ να σημειωθεί ότι η αντιμετώπιση της νομολογίας μας είναι αυστηρότερη για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, σε σχέση με άλλα αδικήματα χρήσης βίας (βλ. Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 414, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μάστρου
(2003)2 Α.Α.Δ. 166 και Πουλλαΐδης ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 427). Πρέπει να λεχθεί περαιτέρω ότι η σοβαρότητα της βίας είναι βέβαια αυτόδηλη όταν αυτή ασκείται κατά μελών της ίδιας οικογένειας. Για αυτό άλλωστε αδικήματα βίας καθίστανται, με βάση τις διατάξεις του περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου 119(Ι)/2000, αυστηρότερα όταν διαπράττονται από μέλη της οικογένειας εναντίον άλλων μελών της. Ως λέχθηκε στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 272, η αύξηση που είχε παρατηρηθεί τότε στα περιστατικά βίας που ασκούνταν από μέλος οικογένειας προς άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας, κατέστησε αναγκαία την αντιμετώπιση του κοινωνικά απαράδεκτου αυτού φαινομένου με τη θέσπιση του προαναφερόμενου Νόμου. Οι αυστηρές ποινές που προβλέπει ο Νόμος αυτός καθιστούν τα εγκλήματα βίας στην οικογένεια ακόμα πιο σοβαρά από ανάλογα εγκλήματα εναντίον προσώπων που βρίσκονται εκτός του κύκλου της οικογένειας και τιμωρούνται από τον Ποινικό Κώδικα. Η διάκριση είναι εμφανής. Η ευαισθησία του Νομοθέτη και κατ' επέκταση η αποδοκιμασία του κοινωνικού συνόλου προς τους ενόχους αδικημάτων βίας στην οικογένεια εκφράζεται μέσω της αυστηρότερης ποινής ενώ ταυτόχρονα επιδιώκεται, μέσω της ποινής, η εξυπηρέτηση του σκοπού της αποτροπής (βλ. επίσης Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575). Τέτοια αδικήματα στρέφονται εναντίον της αξιοπρέπειας των θυμάτων, μειώνουν την αυτοεκτίμηση τους, δημιουργούν ανυπέρβλητα προβλήματα στον ψυχικό κόσμο των θυμάτων και αποτελούν πιθανή εστία συνεχούς έντασης και διάπραξης και άλλων αδικημάτων μέσα στην οικογένεια. Περαιτέρω, εκτός από τα τραύματα που επιφέρουν, τείνουν να πλήξουν τη συνοχή της οικογένειας και την υπόσταση των μελών της. Ως έχει λεχθεί, η χρήση βίας από τον σύζυγο κατά της συζύγου του αποτελεί ιδιαίτερη πτυχή εγκλημάτων βίας στην οικογένεια, τα οποία έχουν ως γενεσιουργό αιτία τη χρήση βίας ως μέσο επιβολής της θέλησης του συζύγου επί της συζύγου του και την κυριαρχία του στην οικογένεια, με έρεισμα τη σωματική του δύναμη. Η βία αντικαθιστά το λόγο και η ισχύς τη λογική. Εξαρθρώνεται δε το κλίμα ισότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει τις σχέσεις των συζύγων (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Α. Γεωργίου
(2002)2 Α.Α.Δ. 464). Τα πιο πάνω θα πρέπει να λεχθεί ότι προφανώς ισχύουν και στις περιπτώσεις που η βία ασκείται από τον συμβίο εναντίον της συμβίας του, όταν αυτοί συζούν ως αντρόγυνο (βλ. ορισμό "μέλος της οικογένειας" στο άρθρο 2 του Νόμου 119(Ι)/2000). Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(2003)2 Α.Α.Δ. 534 λέχθηκε δε ότι είναι αδιανόητο κάποιος να κακοποιείται στο οικογενειακό σπίτι, που αποτελεί το καταφύγιο του και όπου θα έπρεπε να βρίσκει προστασία και στοργή. Η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων και η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών, έχει επαναληφθεί και πιο πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ. Ανδρέου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 29/2022, ημερ. 23/06/2022). Εδώ να σημειωθεί ότι το αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος (καθώς επίσης άλλα συναφή αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της χρήσης βίας) παρουσιάζει και σήμερα έξαρση στη διάπραξη του, γεγονός για το οποίο λαμβάνουμε δικαστική γνώση τόσο μέσα από τη σχετική νομολογία, όσο και από τον αριθμό των υποθέσεων που αφορούν τέτοια και καταχωρούνται ενώπιον μας αλλά και στα λοιπά πρωτόδικα Δικαστήρια. Ως εκ τούτου έχουμε κατά νου την αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικών ποινών προς αντιμετώπιση τέτοιων αδικημάτων. Σε σχέση δε με το ύψος των ποινών έχουμε υπόψη μας ότι δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως προηγούμενων αποφάσεων. Η αναφορά σε προηγούμενη νομολογία ενδεικτική μόνο σημασία μπορεί να έχει διότι ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων. Οι προηγούμενες σχετικές αποφάσεις και προφανώς αναφερόμαστε σε αποφάσεις Ανώτερων Δικαστηρίων, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για τα συγκεκριμένα αδικήματα και δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη. Εκείνο στο οποίο οι προηγούμενες αποφάσεις βοηθούν είναι η παροχή κατευθυντήριων γραμμών ως προς τα όσα ένα Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη υπέρ ή εναντίον ενός κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να κρίνουν, χωρίς προδεσμεύσεις, τη συγκεκριμένη υπόθεση που τίθεται ενώπιον τους, επιβάλλοντας εκείνη την ποινή που θεωρούν εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σαμπή ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100). Να πούμε βέβαια ότι, προς διαπίστωση του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο επιμέτρησης της ποινής σε σχέση με αδικήματα όπως τα επίδικα, έχουμε μελετήσει και έχουμε υπόψη μας τη σχετική νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων. Δεν μας διαφεύγει δε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο Νόμος προνοεί. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του επιφέρει (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391). Κάθε υπόθεση κρίνεται λοιπόν με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της και ανάλογα με αυτά διαβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στην επιβληθείσα ποινή. Στην προκειμένη, η σοβαρότητα του επίδικου αδικήματος προκύπτει αναμφίβολα από την όλη βίαιη συμπεριφορά του κατηγορουμένου έναντι της συμβίας του (παραπονουμένης), η οποία ήταν κλιμακούμενη και τέτοιας έντασης ώστε καταδεικνύει αδιαφορία του κατηγορουμένου ως προς τη σωματική ακεραιότητα της συμβίας του. Συγκεκριμένα, ενώ μετά που η παραπονούμενη του ανακοίνωσε ότι ήθελε να χωρίσουν και να φύγει από το δωμάτιο όπου συμβίωναν, ο κατηγορούμενος έδειξε να μην έχει οποιοδήποτε θέμα, ακολούθως όταν αυτή μπήκε στο μπάνιο, ο κατηγορούμενος της ζήτησε να έλθουν σε σεξουαλική επαφή και όταν αυτή αρνήθηκε, αμέσως άρχισε να της ασκεί βία. Αρχικά τη χαστούκισε στο πρόσωπο και στη συνέχεια την άρπαξε από το στήθος και την έσφιξε. Δεν σταμάτησε όμως εκεί. Όταν η παραπονούμενη άρχισε να φωνάζει για βοήθεια, ο κατηγορούμενος άρχισε να τη βρίζει και την άρπαξε από τα μαλλιά με αποτέλεσμα αυτή να γλιστρήσει και να πέσει κάτω. Ούτε όμως και τότε σταμάτησε τη βίαια συμπεριφορά του αλλά αντίθετα την κλιμάκωσε. Συγκεκριμένα, ενώ ακόμη η παραπονούμενη βρισκόταν στο πάτωμα, ο κατηγορούμενος την έσυρε, τραβώντας την από τα μαλλιά ως το υπνοδωμάτιο και αφού την έβαλε πάνω στο κρεβάτι, άρπαξε ένα μαξιλάρι και της το έβαλε στο πρόσωπο. Καθώς δε η παραπονούμενη αντιστεκόταν, έπεσε από το κρεβάτι και τότε ο κατηγορούμενος δεν δίστασε να την αρπάξει από το λαιμό με τα χέρια του και να τη σφίξει, προσπαθώντας ουσιαστικά να την πνίξει. Δεν σταμάτησε δε παρά μόνο όταν, σύμφωνα με τον ίδιο, φοβήθηκε όταν είδε ότι η παραπονούμενη κοκκίνησε. Σοβαρές ήταν και οι συνέπειες των πράξεων του κατηγορουμένου εις βάρος της παραπονουμένης εφόσον ως αποτέλεσμα της ως άνω συμπεριφοράς του, η παραπονούμενη υπέστη σειρά σοβαρών σωματικών βλαβών, με προεξάρχουσα την ενδοεγκεφαλική αιμορραγία με οίδημα (ενδοπαρεγχυματικό αιμάτωμα στον εγκέφαλο), για την οποία χρειάστηκε να νοσηλευτεί για 7 ημέρες. Το γεγονός ότι η παραπονούμενη χρειάστηκε να παραμείνει στο Νοσοκομείο για τόσο χρόνο καταδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης της και κατ' επέκταση ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από άλλες περιπτώσεις στις οποίες τα τραύματα αντιμετωπίστηκαν αυθημερόν, χωρίς να χρειαστεί νοσηλεία. Από την άλλη δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι στην προκειμένη η παραπονούμενη, μετά την εφταήμερη παραμονή της στο Νοσοκομείο, έλαβε εξιτήριο και ότι ευτυχώς δεν παρέμειναν μόνιμα κατάλοιπα ή βλάβες στην υγεία της. Δεν μας διαφεύγει ούτε το ότι η ως άνω συμπεριφορά του κατηγορουμένου, αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό στη ζωή του, που ευτυχώς δεν είχε μεγάλη χρονική διάρκεια. Από την άλλη δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε, έναντι της για 7 χρόνια συμβίας του, μια σοβαρής μορφής και με σοβαρές συνέπειες, βίαιη, βάναυση και επικίνδυνη αντικοινωνική συμπεριφορά, η οποία δεν μπορεί να γίνει ανεκτή και για σκοπούς αποτροπής θα πρέπει να τύχει της ανάλογης ποινικής μεταχείρισης. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπομνησθεί ότι τα Δικαστήρια στο πλαίσιο της εξατομίκευσης μιας ποινής δεν βασίζονται μόνο στη σοβαρότητα ενός αδικήματος και στην προβλεπόμενη ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορομένου. Σε καμία περίπτωση δεν μειώνεται η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί ακόμη και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Τονίζεται όμως ότι η εξατομίκευση δεν θα πρέπει να οδηγεί σε εξουδετέρωση ούτε της σοβαρότητας, ούτε του στοιχείου της αποτροπής, που επιβάλλουν η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171). Προς όφελος του κατηγορουμένου, πέραν των όσων σχετικών τέθηκαν ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή του στο Δικαστήριο, η οποία αν και δεν ήταν άμεση, υπό την έννοια δηλαδή ότι δεν έγινε όταν απάντησε για πρώτη φορά, εντούτοις έγινε χωρίς καθυστέρηση και σε κάθε περίπτωση πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή ενός κατηγορουμένου λαμβάνεται υπόψη σαν μετριαστικός παράγοντας (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28). Η βαρύτητα που μπορεί να της αποδοθεί ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση. Δεν υπάρχει αμφιβολία στην προκειμένη, ότι ενόψει της παραδοχής του κατηγορουμένου, εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Δεν μας διαφεύγει δε ότι η παραδοχή ενοχής θα πρέπει να ανταμοίβεται με έκπτωση στην ποινή καθότι πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη της ειλικρινούς μεταμέλειας του κατηγορουμένου, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. G. Piki, Sentencing in Cyprus (2nd ed.) σελ. 65-66). Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη, ως στοιχείο που επίσης καταδεικνύει τη μεταμέλεια του κατηγορουμένου, το γεγονός ότι φαίνεται να αντιλήφθηκε τη σοβαρότητα των πράξεων του, ως προκύπτει μέσα από το ότι δηλώνει ντροπιασμένος και από την απολογία που εξέφρασε στο Δικαστήριο, μέσω της συνηγόρου του, η οποία απευθυνόταν και στην παραπονούμενη, προς την οποία δεν είχε την ευκαιρία να τη μεταφέρει, εφόσον δεν είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία μετά τον χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Άλλα στοιχεία που λαμβάνουμε υπόψη, ως καταδεικνύοντα τη μεταμέλεια του κατηγορουμένου, είναι η άμεση παραδοχή του στην Αστυνομία και η συνεργασία που επέδειξε, όταν ανακρινόμενος παραδέχτηκε τη διάπραξη του αδικήματος, δίδοντας λεπτομέρειες της παράνομης συμπεριφοράς του (βλ. Mbakoub v. Δημοκρατίας
(2015)2Α Α.Α.Δ. 119 και Πισσάς ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 229/2016, ημερ. 14/03/2018). Λαμβάνουμε ακόμα υπόψη ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το επίδικο αδίκημα, εβρισκόμενος υπό έντονη συναισθηματική φόρτιση, όταν η παραπονούμενη του ανακοίνωσε την επιθυμία της να διακόψουν τη επταετή σχέση τους επειδή γνώρισε κάποιον άλλον άνδρα. Λειτούργησε λοιπόν υπό συναισθηματική φόρτιση, η οποία είχε προφανώς ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των μηχανισμών αυτοελέγχου του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603, Kyprianou v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 158, Katsiaris v. Republic
(1975)2 C.L.R. 17, Σάββα ν. Δημοκρατίας
(1992)2 A.A.Δ. 231 και Ιωάννου κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 200). Θα πρέπει όμως ταυτόχρονα να λεχθεί ότι, το πιο πάνω δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη διάπραξη του πολύ σοβαρού επίδικου αδικήματος, αφού ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε μεν ανώριμα, ως ανέφερε η συνήγορος του, αλλά με ιδιαίτερα βίαιο τρόπο. Δεν παραγνωρίζουμε ότι ένιωσε πληγωμένος και προδομένος, μετά από τα όσα του ανέφερε η επί 7 χρόνια συμβία του. Όφειλε όμως να επιδείξει αυτοσυγκράτηση και ωριμότητα και όχι να δράσει με τον πιο πάνω αναφερόμενο τρόπο. Το ότι βέβαια έδρασε υπό συναισθηματική φόρτιση καταδεικνύει εξ αντιδιαστολής ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός στη διάπραξη του αδικήματος, κάτι που αποτελεί ελαφρυντικό παράγοντα. Προς όφελος του κατηγορουμένου, λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη και το ότι είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, στοιχείο που του δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Ψωμά ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 40). Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές, οικογενειακές και λοιπές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ως αυτές αναγράφονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα συμπληρωματικά τέθηκαν από τη συνήγορο του και ιδιαίτερα ότι: · Είναι ηλικίας 36 ετών, άγαμος και άτεκνος. · Κατάγεται από τη Ρουμανία και είναι το δεύτερο παιδί πολυμελούς οικογένειας. Όλα δε τα μέλη της οικογένειας του διαμένουν στο εξωτερικό και δεν διατηρεί οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί τους. · Διέκοψε τη φοίτησή του στην Ε΄ τάξη δημοτικού λόγω προβλημάτων υγείας. Συγκεκριμένα, σε ηλικία 12 ετών υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση στον σπόνδυλο και έκτοτε λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Σε ηλικία 15 ετών, άρχισε να εργάζεται για να στηρίξει οικονομικά την οικογένειά του. Εργάστηκε για 5 χρόνια ως ράφτης σε εργοστάσιο και ακολούθως ως οικοδόμος. · Το 2009, η τότε αρραβωνιαστικιά του και το παιδί τους, έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του τοκετού. · Βρίσκεται στην Κύπρο από το 2017, όταν ήλθε για σκοπούς εργασίας. · Ερχόμενος στην Κύπρο, σύναψε δεσμό με την παραπονούμενη συμπατριώτισσα του, με την οποία γνωρίζονταν από το 2007 και για 7 χρόνια συμβίωναν. Στην Κύπρο εργάσθηκε σε εστιατόριο μέχρι το 2022 και τα τελευταία δύο περίπου χρόνια εργαζόταν σε οικοδομές. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπομνήσουμε βέβαια ότι, σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη, αποτελούν παράγοντες που πρέπει και συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει αποτρεπτική ποινή, όπως στην παρούσα, οι παράγοντες αυτοί δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής αφού προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (βλ. Xiaojin κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 104, Ιωάννου άλλως Μουσικός v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286, Κλεοβούλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ζαννέτου
(2001)2 Α.Α.Δ. 438). Συνεκτιμώντας όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα του αδικήματος που ο κατηγορούμενος διέπραξε, τις συνθήκες διάπραξης του, τις συνέπειες αυτού, τη συχνότητα που παρατηρείται στη διάπραξη του και τη συναφή ανάγκη που υπάρχει για επιβολή αποτρεπτικών ποινών και παράλληλα όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες και συνθήκες του κατηγορουμένου, κρίνουμε ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή στην παρούσα είναι αυτή της φυλάκισης. Ως εκ των άνω επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 ετών στην κατηγορία
- Η περίοδος έκτισης της ως άνω ποινής μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση για την παρούσα, δηλαδή από τις 30/04/
- (Υπ.) .................... Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) .................... Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................... Α. Τζ. Σολομωνίδου, E.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο