ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. C.C.O κ.α., Υπόθεση Αρ.: 16569/2023, 11/9/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Μ. Γ. Λοϊζου, Α.Ε.Δ. Ε. Χαταζήπαπα - Αβραάμ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16569/23 Mεταξύ: ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ v.
- S.Er
- C.C.O
- C.A
- B.J --------------------------------------------------------------------------- Hμερ.: 11/09/2024 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π. Βαρνάβα Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενος 2, παρών. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αρ. 2 (από τώρα και στο εξής «ο κατηγορούμενος») αντιμετωπίζει με βάση το κατηγορητήριο, 22 κατηγορίες που αφορούν, τα αδικήματα της συνομωσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της κατοχής ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α και Β, της κατοχής τους με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, της προμήθειας τους σε άλλα πρόσωπα και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των πιο πάνω κατηγοριών, αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ότι συνωμότησε με τους υπόλοιπους κατηγορούμενους να διαπράξουν αδίκημα, δηλαδή την παράνομη κατοχή ελεγχόμενων φαρμάκων τάξεως Α και Β με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα, ότι στις 10/08/2023 παράνομα κατείχε 21,41 γραμμάρια κοκαϊνης, 14,27 γραμμάρια κάνναβης και 584,6 γραμμάρια κοκαϊνης και κατείχε τα εν λόγω ναρκωτικά με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Του αποδίδεται, επίσης, ότι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ Ιουνίου του 2023 και 10/08/2023 προμήθευσε άγνωστο πρόσωπο άγνωστη ποσότητα κοκαϊνης (τρεις κατηγορίες) και άγνωστη ποσότητα κάνναβης (επτά κατηγορίες). Κατηγορείται, περαιτέρω, ότι συνωμότησε με τους υπόλοιπους κατηγορουμένους να διαπράξουν αδίκημα, δηλαδή την κατοχή περιουσίας που αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, ότι στις 10/08/2023 κατείχε το ποσό των €825 και ότι μεταξύ Ιουνίου του 2023 και 10/08/2023 απέκτησε το ποσό των €7,200, ενώ γνώριζε ότι αμφότερα τα ποσά αποτελούσαν έσοδο από παράνομες δραστηριότητες. Η υπόθεση για τους υπόλοιπους κατηγορουμένους ολοκληρώθηκε σε προγενέστερο στάδιο δια της διακοπής κάποιων κατηγοριών και παραδοχής τους σε άλλες, στις οποίες επιβλήθηκε ποινή. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και η υπόθεση προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία. Κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας και καθ΄ ον χρόνο ο Μ.Κ.2 Α/Αστ.2715 Αναστάσης Σαββίδης, δίνοντας μαρτυρία επιχείρησε να καταθέσει στο Δικαστήριο, ως Τεκμήριο, την δεύτερη ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ. 14/08/23, η συνήγορος του ήγειρε ένσταση στην κατάθεση της εισηγούμενη ότι θα πρέπει να διεξαχθεί δίκη εντός δίκης, για να αποφασιστεί κατά πόσο αυτή μπορεί να αποτελέσει μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Η εισήγηση της αυτή εδραζόταν σε δύο σημεία. Ότι ο κατηγορούμενος δεν υπέγραψε εκούσια την κατάθεση του, δηλαδή, την υπέγραψε κατόπιν πίεσης και παραπλάνησης των Ανακριτικών Αρχών, δεν του διαβάστηκε η κατάθεση του και το περιεχόμενο της δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ότι ο δικηγόρος του κατηγορούμενου δεν ήταν παρών όταν ο τελευταίος έδινε την πιο πάνω κατάθεση. Ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, τοποθετούμενος στην ένσταση της συνηγόρου, διαφώνησε με αυτή για τους λόγους που πρόβαλε στο Δικαστήριο και σημειώνονται στα πρακτικά. Ήταν η θέση του, επίσης, ότι δεν απαιτείται η διεξαγωγή δίκης εντός δίκης αφού ο Κατηγορούμενος αμφισβητεί το περιεχόμενο της κατάθεσης και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ανάφερε τα όσα καταγράφονται. Το Δικαστήριο αφού διήλθε του περιεχομένου της πιο πάνω ανακριτικής κατάθεσης διαπίστωσε ότι σε αυτή υπάρχουν ομολογίες ή τουλάχιστον ενοχοποιητικές δηλώσεις του κατηγορούμενου, κάτι με το οποίο και οι δύο πλευρές συμφώνησαν. Ειδικότερα, αφού ο κατηγορούμενος στην Ερώτηση 13 παραδέχεται ότι ένα πράσινο σημειωματάριο με χειρόγραφες σημειώσεις και ονόματα το οποίο βρέθηκε στο υπνοδωμάτιο του κατά την έρευνα από την Αστυνομία, του ανήκει και είναι δικό του και αφού πληροφορήθηκε ότι σε ορισμένες σελίδες αυτού του τετραδίου είναι γραμμένη η λέξη "weed" που είναι μια αργκό λέξη για την κάνναβη και "coc" που είναι συντομογραφία για την κοκαϊνη και ότι στο σημειωματάριο αυτό αναγράφονται διάφορα ονόματα, ημερομηνίες, βάρη σε γραμμάρια ανάφερε τα εξής: «Ναι, έγραψα τα πάντα σε αυτό το σημειωματάριο επειδή πουλούσα κάνναβη και κοκαϊνη, αυτή είναι η αλήθεια.» Στην συνέχεια, αφού του επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή του στο Νόμο, στην Απάντηση 16 της ανακριτικής κατάθεσης, ο Κατηγορούμενος δίνει περισσότερες λεπτομέρειες για τον τρόπο δράσης του, τα έσοδα του από την πώληση ναρκωτικών και τους λόγους που το έπραξε. Κατόπιν τούτου, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του και συμφώνως των νομολογηθέντων στη υπόθεση Δημοκρατία v. Κirnouyan και Άλλου
(1996)2 Α.Α.Δ. 126, διέταξε τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης καθορίζοντας ότι τα πιο πάνω δύο σημεία θα αποτελούσαν το πλαίσιο εντός του οποίου αυτή θα διεξαγόταν. Στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης κατέθεσαν από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, ο Α/Αστ.2715 Αναστάσης Σαββίδης (Μ.1 Δ.Ε.Δ. στο εξής «o Μ.1») και ο Λοχίας 3158 Νίκο Χριστοφή (Μ.2 Δ.Ε.Δ. στο εξής «o Μ.2»). Εκ μέρους της Υπεράσπισης δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία και έτσι μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των Μ.1 και Μ.2 οι συνήγοροι προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους. Ο Μ.1, κατά την κυρίως εξέταση του, αναγνώρισε την κατάθεση του ημερομηνίας 21/08/2023 (Έγγραφο Β στα πλαίσια της κυρίως δίκης), η οποία στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης σημειώθηκε ως Έγγραφο Α. Επίσης, αναγνώρισε την ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ. 14/08/2023 (Τεκμήρια Χ και Χ1 στην αγγλική και ελληνική γλώσσα, αντίστοιχα), λέγοντας ότι είναι ο ίδιος που έλαβε την εν λόγω ανακριτική κατάθεση στην αγγλική γλώσσα. Αναγνώρισε, επίσης, τα Τεκμήρια 16Α και 16Β, ως τα δικαιώματα συλληφθέντα που επέδωσε στον κατηγορούμενο στις 11/08/2023, τα οποία στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 1Α και 1Β στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, αντίστοιχα. Σε περαιτέρω ερωτήσεις, ο μάρτυρας ανέφερε πως όταν ο κατηγορούμενος βρισκόταν υπό κράτηση στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου είχαν τηλεφωνική επικοινωνία με τον δικηγόρο κ. Σπηλιωτόπουλο, τον οποίο ο κατηγορούμενος επέλεξε, και αφού διευθέτησαν ραντεβού συναντήθηκαν την προκαθορισμένη ημερομηνία στον Σταθμό για τη λήψη κατάθεσης από τον κατηγορούμενο. Εξ' όσων θυμάται, ο εν λόγω δικηγόρος πήγε στο Σταθμό με τη μοτοσικλέτα του. Ανέφερε, επίσης, ότι ο πιο πάνω δικηγόρος καθώς και ο Λοχίας 3158 Νικόλας Χριστοφή της ΥΚΑΝ Λεμεσού (Μ.2), ήταν παρόντες καθ' όλη τη διαδικασία λήψης της κατάθεσης του κατηγορούμενου. Όπως εξήγησε, ο Μ.2 καθόταν δίπλα του στο γραφείο και απέναντι τους κάθονταν ο κατηγορούμενος και ο δικηγόρος του. Κληθείς να αναφερθεί στη διαδικασία που ακολούθησε για τη λήψη της κατάθεσης από τον κατηγορούμενο, ανέφερε πως του έκανε μία εισαγωγική συζήτηση, όπου τον πληροφόρησε για την πρόθεσή του να τον ανακρίνει και του εξήγησε τη διαδικασία που θα ακολουθούσε, την οποία διαδικασία του εξήγησε και ο δικηγόρος του. Ο ίδιος συμπλήρωσε αρχικά το έντυπο με τα στοιχεία του κατηγορούμενου και των παρόντων προσώπων και ακολούθως προχώρησε με τη λήψη της κατάθεσης. Αρχικά τον πληροφόρησε γραπτώς για τα αδικήματα που διερευνούσε και του επίστησε την προσοχή του στον Νόμο. Όταν ο κατηγορούμενος υπόγραψε την επίστηση στο σημείο που του υπέδειξε, προχώρησε στη λήψη της κατάθεσης. Σε σχετικές ερωτήσεις, απάντησε ότι κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης του ο κατηγορούμενος φαινόταν να αντιλαμβάνεται πλήρως τη διαδικασία, τόσο της επίστησης όσο και της λήψης της κατάθεσης του και να έχει επίγνωση γενικά της όλης διαδικασίας. Δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο για τη διαδικασία. Όπως είπε, στις περισσότερες ερωτήσεις που έθεσε στον κατηγορούμενο, αυτός δεν ενοχοποιούσε τον εαυτό του, μέχρι το σημείο που του υπέδειξε το σημειωματάριο με τις χειρόγραφες σημειώσεις, όπου άρχισε να κάνει ενοχοποιητικές αναφορές. Σ' εκείνο το σημείο, όπως περαιτέρω είπε ο μάρτυρας, επέστησε εκ νέου την προσοχή του κατηγορούμενου στο Νόμο και αυτός υπόγραψε εκ νέου την επίστηση. Όταν ο κατηγορούμενος τέλειωσε την κατάθεση του, τον πληροφόρησε ότι μπορούσε να τη διαβάσει, αλλά αυτός προτίμησε να του την διαβάσει ο ίδιος, κάτι το οποίο έπραξε. Ακολούθως, αφού τον πληροφόρησε ότι μπορούσε να κάνει οποιεσδήποτε διορθώσεις, προσθήκες ή αλλαγές ήθελε στο περιεχόμενό της, ο ίδιος έγραψε το σχετικό ιδιόχειρο λεκτικό, το οποίο ο κατηγορούμενος υπέγραψε, αφού είχε ήδη υπογράψει και την κατάθεσή του. Ανέφερε, επίσης, ότι και στις υπόλοιπες σελίδες της κατάθεσής του υπάρχει η υπογραφή του κατηγορούμενου, τις οποίες και υπέδειξε στο Δικαστήριο. Κατά τη διάρκεια των υπογραφών, ο κατηγορούμενος, όπως είπε, ήταν μια χαρά και ούτε αυτός αλλά ούτε και ο δικηγόρος του, εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο ή δυσαρέσκεια. Στις 19/08/2023 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού, έλαβε και άλλη ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην παρουσία του δικηγόρου Χαράλαμπου Γάτου και του Μ.2 (Τεκμήριο 2Α και 2Β στην αγγλική και ελληνική γλώσσα, αντίστοιχα). Ο λόγος που του λήφθηκε η εν λόγω κατάθεση ήταν, όπως είπε, για να ξεκαθαριστούν κάποια ζητήματα από τις προηγούμενες καταθέσεις του και περισσότερο από την τελευταία του κατάθεση ημερ. 14/08/2023. Όπως είπε, ακολούθησε την ίδια διαδικασία για τη λήψη της εν λόγω κατάθεσης και ο κατηγορούμενος τόσο κατά τη διάρκεια λήψης της όσο και κατά την υπογραφή της φαινόταν να είναι μια χαρά και δεν εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο ή δυσαρέσκεια για την όλη διαδικασία. Κατά την αντεξέταση του, διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε ότι, δηλαδή, ο λόγος που έλαβε από τον κατηγορούμενο την κατάθεση ημερ. 19/08/203 ήταν γιατί ένιωθε ανασφάλεια και ήθελε να λάβει ακόμη μία κατάθεση για τα «ίδια πράγματα», ένεκα του ότι γνώριζε πως ο κατηγορούμενος δεν είπε ποτέ «τέτοια πράγματα». Ερωτηθείς αν ο κατηγορούμενος είχε ζητήσει δικηγόρο, απάντησε ότι αποτελεί ένα από τα δικαιώματα του, άσχετα αν έχει ή όχι πρόθεση να ομολογήσει. Στην προκείμενη περίπτωση δεν διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να ομολογήσει στις αρχικές ερωτήσεις που του υπέβαλε, μέχρι το σημείο που του υπέδειξε το σημειωματάριο και του ανέφερε κάποια συγκεκριμένα πράγματα. Εξ' όσων θυμάται η λήψη της κατάθεσης στο Σταθμό Αραδίππου άρχισε στις 12:00 το μεσημέρι και διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε ότι ο δικηγόρος, κ. Σπηλιωτόπουλος, ουδέποτε πήγε στον πιο πάνω Σταθμό, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι ο τελευταίος ήταν παρών κατά τη διάρκεια της κατάθεσης, γεγονός που μπορεί, όπως είπε, να επιβεβαιώσει τόσο ο ίδιος όσο και ο Μ.2 που ήταν παρών. Διαφώνησε, επίσης, με τη θέση που του υποβλήθηκε, ότι όταν ο κατηγορούμενος τέλειωσε την κατάθεση του τηλεφώνησαν του κ. Σπηλιωτόπουλου, ότι έδωσαν το τηλέφωνο στον κατηγορούμενο να του μιλήσει και ότι ο κος Σπηλιωτόπουλος είπε στον κατηγορούμενο «Υπόγραψε εκεί που σου δείχνουν». Ερωτηθείς, εάν έχει κάποια εξήγηση ως προς το ότι, ενώ στην αρχή της κατάθεσης του ο κατηγορούμενος αρνείται τα πάντα, «ξαφνικά» προς το τέλος προβαίνει σε παραδοχές, απάντησε ότι αυτό συνέβη όταν του υπέδειξε κάποια συγκεκριμένα σημεία από τα γραφόμενα του σημειωματάριου. Διαφώνησε με τις θέσεις που του υποβλήθηκαν, ότι δεν ήταν παρών ο πιο πάνω δικηγόρος και ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε τι υπέγραφε. Ο Μ.2 ανέφερε ότι υπηρετεί στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών, στο Κλιμάκιο Λεμεσού και ότι είχε από την αρχή εμπλοκή στη υπόθεση, δηλαδή, από την ημέρα που έγινε η επιχείρηση στην οικία του κατηγορούμενου και μετέπειτα όταν ο ίδιος έλαβε μερικές καταθέσεις για την υπόθεση. Ήταν, επίσης, παρών όταν λήφθηκαν κάποιες άλλες καταθέσεις από τον Μ.1, πού ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης. Ακολούθως, αναγνώρισε τα Τεκμήρια Χ και Χ1, ως μία από τις καταθέσεις που λήφθηκε από τον Μ.1 στην παρουσία τόσο του ιδίου όσο και του δικηγόρου του κατηγορούμενου, κ. Σπηλιωτόπουλου. Ανέφερε, επίσης, με ποιο μεταφορικό μέσο έφυγε από τον Αστυνομικό Σταθμό ο πιο πάνω δικηγόρος και ακολούθως περιέγραψε σε ποιο σημείο του γραφείου καθόταν ο ίδιος, ο Μ.1, ο κατηγορούμενος και ο δικηγόρος του κατά τη λήψη της υπό εξέταση κατάθεσης. Στη συνέχεια ανέφερε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για τη λήψη της υπό εξέτασης κατάθεσης και ειδικότερα τις εξηγήσεις που ο Μ.1 έδωσε στον κατηγορούμενο πριν του υποβάλει τις ερωτήσεις. Όπως, επίσης είπε, κατά τη διάρκεια που ο κατηγορούμενος έδινε τη κατάθεση του ήταν μια χαρά, ήρεμος και αντιλαμβανόταν ό,τι αναφερόταν. Όταν όμως, όπως είπε, του υποδείχθηκε ένα πρόχειρο σημειωματάριο με κάποιες σημειώσεις που υπήρχαν σε αυτό, άρχισε να αναστατώνεται, άλλαξε η ψυχολογική του κατάσταση και άρχισε να προβαίνει σε παραδοχές. Είπε, επίσης, ότι με το πέρας της κατάθεσης, ο Μ.1 την διάβασε στον κατηγορούμενο, τον πληροφόρησε ότι μπορούσε να αλλάξει ή να διορθώσει ό,τι ήθελε σε αυτή και όταν ο τελευταίος απάντησε ότι δεν ήθελε οτιδήποτε, την υπέγραψε. Ακολούθως, ο μάρτυρας αναγνώρισε τις υπογραφές του κατηγορούμενου στην υπό εξέταση κατάθεση του, λέγοντας ότι ενόσω την υπέγραφε ήταν μία χαρά και ο δικηγόρος του ήταν δίπλα του. Στη συνέχεια αναγνώρισε την τρίτη ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ. 19/08/2023 (Τεκμήρια 2Α και 2Β), η οποία, όπως είπε, λήφθηκε από τον Μ.1 στην παρουσία του ιδίου και του δικηγόρου κ. Γάτου. Όπως, επίσης, είπε για τη λήψη της πιο πάνω κατάθεσης ακολουθήθηκε ακριβώς η ίδια διαδικασία με αυτή της υπό εξέταση κατάθεσης. Κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε στο λόγο που κρίθηκε αναγκαία η λήψη της κατάθεσης ημερ. 19/08/2023 και διαφώνησε με τη θέση που του υποβλήθηκε, ότι ο λόγος που την έλαβαν ήταν γιατί γνώριζαν ότι η υπό εξέταση κατάθεση δεν τους κάλυπτε με την παραδοχή στην οποία ο κατηγορούμενος, προέβη «ξαφνικά». Διαφώνησε, επίσης, με τη θέση που του υποβλήθηκε, ότι ο κ. Σπηλιωτόπουλος δεν ήταν παρών όταν ο κατηγορούμενος έδινε την υπό εξέταση κατάθεση του και ότι μετά που του τηλεφώνησαν, αυτός είπε στον κατηγορούμενο «Υπόγραψε ό,τι σου δίνουν», επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι καθ' όλη τη διάρκεια της λήψης της υπό εξέτασης κατάθεσης ο δικηγόρος του κατηγορούμενου ήταν παρών και ότι μάλιστα τον συμβουλευόταν αρκετές φορές τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της κατάθεσης του. Ανέφερε, επίσης, ότι η μοτοσυκλέτα του πιο πάνω δικηγόρου δεν ήταν σταθμευμένη στο χώρο στάθμευσης του Σταθμού στον οποίο ο ίδιος είχε ορατότητα από το σημείο του γραφείου που ο ίδιος βρισκόταν. Όταν όμως, όπως είπε, τέλειωσε η κατάθεση έφυγαν όλοι από το γραφείο και ενώ ο ίδιος περιφερόταν στον Σταθμό είδε τον πιο πάνω δικηγόρο που έφευγε με τη μοτοσυκλέτα του. Στην υποβληθείσα θέση, ότι στις καταθέσεις ημερ. 14 και 19/08/23 δεν υπάρχει από πλευράς του κατηγορούμενου παραδοχή για τις επίδικες κατηγορίες, ο μάρτυρας ανέφερε ότι υπάρχει παραδοχή για τα περισσότερα αδικήματα που του αποδίδονται, όχι όμως για όλα. Στην υποβληθείσα θέση, ότι τα αγγλικά του κύριου Σπηλιωτόπουλου «δεν είναι τέτοια που να μπορεί να συνεννοείται για σοβαρές υποθέσεις», ο μάρτυρας απάντησε πως μιλούσε καλά την αγγλική γλώσσα και ότι συνεννοείτο με τον πελάτη του. Νομική Πτυχή Η ομολογία ενός κατηγορούμενου είναι η καλύτερη δυνατή μαρτυρία που μπορεί να παρουσιασθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και μπορεί αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του. Ομολογία είναι η παραδοχή του κατηγορούμενου για τα αδικήματα που κατηγορείται ή δηλώσεις ενοχοποιητικές αυτών. Έχοντας υπόψη τη σημασία που έχει μια ομολογία, οι ανακριτικές αρχές στα πλαίσια του υπερβάλλοντος ζήλου για εξιχνίαση ενός εγκλήματος πολλές φορές καταφεύγουν σε ανεπιθύμητες μεθόδους που οδηγούν στην απόσπαση ακούσιων καταθέσεων (βλ. Kokkinos v. Police
(1967)2 C.L.R. 217). Εχέγγυο όμως, για την αποδοχή μιας ομολογίας αποτελεί η θεληματικότητα της και αυτή να αποτελεί το προϊόν της ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου. Σε περίπτωση που εγείρεται ζήτημα θεληματικότητας μιας κατάθεσης, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει για τη θεληματικότητα ή μη τέτοιας κατάθεσης στα πλαίσια δίκης εντός δίκης. Στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, η οποιαδήποτε αξιολόγηση μαρτυρίας, θα πρέπει να περιοριστεί σε τέτοιο βαθμό, όσο είναι επαρκής για να διαφωτιστούν τα επίδικα θέματα, όπως αυτά τέθηκαν με την έναρξη της ρηθείσας διαδικασίας. Και αυτό, για να αποφευχθεί η κρίση ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και ειδικότερα του κατηγορούμενου με πιθανό συνεπακόλουθο, τον δυσμενή επηρεασμό του στην υπεράσπιση του (βλ. Ioannides ν. The Republic
(1968)2 C.L.R. 169 και Petri ν. The Police
(1968)2 C.L.R. 40). Όπως προκύπτει από τη, σχετική με το θέμα της θεληματικότητας μιας κατάθεσης, νομολογίας, είναι ότι αν δεν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι μια κατάθεση κατηγορούμενου είναι θεληματική, υπό την έννοια ότι ήταν το αποτέλεσμα της δικής του θέλησης και ότι δεν λήφθηκε κάτω από φόβο για βλάβη ή δυσμενή συνέπεια ή υπό καθεστώς ελπίδας για αποκόμιση οφέλους, που προκλήθηκε και/ή δημιουργήθηκε από πρόσωπο που ασκεί εξουσία, τότε το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης δεν μπορεί να γίνει δεκτό ενώπιον του Δικαστηρίου ως μαρτυρία. Την ίδια τύχη, θα πρέπει να έχει και το περιεχόμενο κατάθεσης κατηγορούμενου η οποία λήφθηκε με καταπιεστικό τρόπο (βλ. R v. Priestley
(1965)51 Cr. App. R. 1). Οι πιο πάνω νομικές αρχές, οδήγησαν τους Άγγλους Δικαστές το 1964 να διαμορφώσουν Κανόνες οι οποίοι θα πρέπει να εφαρμόζονται από τα αστυνομικά όργανα όταν λαμβάνονται καταθέσεις από ύποπτα πρόσωπα. Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, «..όλοι οι κανόνες που έχουν διαμορφωθεί από τα Δικαστήρια σχετικά με τη δεκτότητα ομολογίας σκοπό έχουν να διαπιστώσουν τη θεληματικότητα της, που είναι το βασικό επίδικο θέμα σε κάθε περίπτωση.». Σκοπός της εφαρμογής των Δικαστικών Κανόνων είναι η δημιουργία δίκαιων, ορθών και κατάλληλων περιστάσεων λήψης κατάθεσης έτσι που στο βαθμό που είναι δυνατό να διασφαλιστεί η θεληματικότητα της. Αν οι Δικαστικοί Κανόνες παραβιαστούν, τότε το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική εξουσία να αποδεχθεί την κατάθεση ως μαρτυρία αν κρίνει ότι η εν λόγω παράβαση είναι τυπικού χαρακτήρα ή εν πάση περιπτώσει, ότι δεν ήταν τέτοια που να επηρέασε καθ' οιονδήποτε τρόπο την ελεύθερη βούληση του κατηγορουμένου και κατ' ακολουθία τη θεληματικότητα της κατάθεσης. Αν όμως η παράβαση των Δικαστικών Κανόνων είναι ουσιαστική, υπό την έννοια του να δημιουργούνται στο Δικαστήριο έστω αμφιβολίες ως προς το εκούσιο της κατάθεσης ή που να δημιουργείται στο Δικαστήριο η εικόνα ότι η κατάθεση λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες, τότε το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να μην την αποδεχθεί ως μαρτυρία. Επομένως, ουσιαστική σημασία θα πρέπει να προσδίδεται στις συνέπειες που επιφέρει η παράβαση των Δικαστικών Κανόνων, πάντοτε αναφορικά και σε σχέση με τον ενδεχόμενο επηρεασμό της ελεύθερης βούλησης του προσώπου από το οποίο λαμβάνεται μία κατάθεση. Επιπρόσθετα, μία κατάθεση δεν θα γίνει δεκτή ως μαρτυρία από το Δικαστήριο αν φανεί ότι «πάρθηκε κάτω από περιστάσεις τέτοιες που έκδηλα θέτουν τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου.». Όπως έχει νομολογηθεί, μία κατάθεση δυνατό να μην γίνει δεκτή ως μαρτυρία, έστω και αν πρόκειται για θεληματική κατάθεση. Ουσιαστικής σημασίας είναι οι συνθήκες και οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες δίνεται μία κατάθεση. Τέλος και πάντοτε σε σχέση με την αποδεκτότητα ή μη μίας κατάθεσης ως μαρτυρία, έχει αναφερθεί ότι όταν εξετάζεται από το Δικαστήριο εισήγηση ότι μία κατάθεση αποτελεί αποτέλεσμα καταπιεστικής συμπεριφοράς από πλευράς της αστυνομίας, τότε το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του, μεταξύ άλλων, και το χρονικό διάστημα της ανάκρισης, τον αριθμό των συνεντεύξεων, την ηλικία του υπόπτου, την κατάσταση της υγείας του και το χαρακτήρα του υπόπτου. (Για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος βλ. Reg. v. Sfongaras 22 C.L.R.113, Kokkinos v. The Republic
(1967)2 C.L.R. 217, Petri ν. The Police (ανωτέρω), Ioannides ν. The Republic (ανωτέρω), Azinas and Another v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Φουρνίδης ν. Δημοκρατίας
(1986)2 Α.Α.Δ. 73, Ονησίλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556, Π.Π. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2000)2 A.A.Δ. σελ. 457, Imbrahim v. R.
(1914)A.C. 599, 609, Callis v. Gunn
(1964)1 QB 495, 501, Commissioners of Customs and Exeise v. Harz and Power
(1967)1 All E.R. 177 (H.L.) D.P.P. v. Ping Lin
(1975)3 All E.R. 175 και Lord Devlin «The Criminal Prosecution in England»
(1960)p.p. 38 - 39). Είχαμε την ευκαιρία στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσουμε προσεκτικά τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής που κατέθεσαν ενώπιον μας για τους σκοπούς της δίκης εντός δίκης. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, αναφορικά με την αξιολόγηση των μαρτύρων σε μια δίκη εντός δίκης, η ενώπιον μας μαρτυρία θα προσεγγιστεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να διαφυλαχθεί ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας τους και θα διατυπωθούν μόνο εκείνα τα ευρήματα στο βαθμό που αυτά είναι αρκετά, για να καλύψουν τους περιορισμένους σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, χωρίς να υπεισέλθουμε σε ζητήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ουσία της υπεράσπισης του κατηγορούμενου. Ξεκινώντας με το πρώτο υπό κρίση ζήτημα κατά πόσο, δηλαδή, ο κατηγορούμενος υπέγραψε την κατάθεση του ημερ. 14/08/2023, κατόπιν πίεσης και παραπλάνησης των Ανακριτικών Αρχών, αναφέρουμε πως εκείνο το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία των Μ.1 και Μ.2 είναι ότι οι μάρτυρες αυτοί παρέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου με λεπτομέρεια και σαφήνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες λήφθηκε η πιο πάνω κατάθεση και παρέμειναν σταθεροί στην εκδοχή τους, ότι ο κατηγορούμενος προέβη στις ενοχοποιητικές δηλώσεις του όταν ο Μ.1 του υπέδειξε κάποια από τα γραφόμενα του σημειωματάριου. Η μαρτυρία τους, επίσης, ως προς τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου και την αντίληψη που αυτός είχε για τη διαδικασία που ακολουθείτο καθ' όλη τη διάρκεια της λήψης και υπογραφής της κατάθεσης του την οποία, όπως ανέφεραν και οι δύο μάρτυρες και δεν αμφισβητήθηκαν, του διαβάστηκε από τον Μ.1, υπήρξε σαφής και ξεκάθαρη και δεν έχουμε διαπιστώσει, αλλά ούτε και τέθηκε από την Υπεράσπιση, ότι η μαρτυρία τους σκοπό είχε να βοηθήσει την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής. Στη βάση των πιο πάνω, κρίνουμε ότι μπορούμε να βασιστούμε στη μαρτυρία τους σε σχέση με τον τρόπο λήψης της κατάθεσης από τον κατηγορούμενο και συγκεκριμένα ότι αυτή δεν προέκυψε κατόπιν πίεσης και παραπλάνησης των Ανακριτικών Αρχών. Και τούτο, πέραν των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, αφού λάβαμε υπόψη το περιεχόμενο της επίδικης κατάθεσης, όλη τη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί και την όλη ροή των γεγονότων. Ειδικότερα, έχουμε πεισθεί από τη μαρτυρία των Μ.
- και Μ.2 ότι έχει διαβαστεί η κατάθεση στον κατηγορούμενο, την έχει αντιληφθεί και ο ίδιος την υπόγραψε. Το επόμενο ζήτημα το οποίο παραμένει για εξέταση είναι, κατά πόσο ο δικηγόρος του κατηγορούμενου, κ Σπηλιωτόπουλος, ήταν παρών κατά τη λήψη και υπογραφή της υπό εξέταση κατάθεσης. Και επ' αυτού του ζητήματος η μαρτυρία και των δύο μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής ήταν λεπτομερής και σαφής και δεν έχει διαφανεί σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας τους ότι υπάρχει το ενδεχόμενο ο εν λόγω δικηγόρος να μην ήταν παρών κατά τη λήψη της κατάθεσης από τον κατηγορούμενο. Πιο συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Μ.1, ο κατηγορούμενος είχε επιλέξει ως δικηγόρο του τον κ. Σπηλιωτόπουλο με τον οποίο, όπως επίσης, ανέφερε ο μάρτυρας είχε διευθετηθεί η ημερομηνία συνάντησης τους στον Σταθμό Αραδίππου με σκοπό τη λήψη της υπό εξέταση κατάθεσης από τον κατηγορούμενο. Το πιο πάνω μέρος της μαρτυρίας του Μ.1 δεν έτυχε αμφισβήτησης και δεν εντοπίζουμε να συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος για να μην το αποδεχθούμε. Ο πιο πάνω δικηγόρος, σύμφωνα με τον Μ.1, η μαρτυρία του οποίου συμπλέει με αυτή του Μ.2, ήταν παρών τόσο κατά την επεξήγηση της διαδικασίας από τον Μ.1 στον κατηγορούμενο όσον και καθ' όλη τη διάρκεια λήψης και υπογραφής της κατάθεσης του και η παρουσία του αναφέρεται στην επίδικη κατάθεση. Όπως, μάλιστα, ανέφεραν και οι δύο μάρτυρες, ο πιο πάνω συνήγορος είχε εξηγήσει και αυτός στον κατηγορούμενο τη διαδικασία που θα ακολουθείτο. Οι μάρτυρες, επίσης, περιέγραψαν με σαφήνεια και λεπτομέρεια που κάθονταν οι ίδιοι αλλά και ο κατηγορούμενος με τον δικηγόρο του, κατά τον χρόνο λήψης της υπό εξέτασης κατάθεσης και παρέμειναν σταθεροί στην εκδοχή τους ως προς το μεταφορικό μέσο που ο συνήγορος χρησιμοποίησε για να μεταβεί στον πιο πάνω Αστυνομικό Σταθμό. Η μη κατάθεση του εν λόγω συνηγόρου στο Δικαστήριο ως μάρτυρα, δεν αφήνει κενό μαρτυρίας, όπως ήταν η θέση της συνηγόρου για τον κατηγορούμενο. Αμφότεροι οι μάρτυρες που κατάθεσαν στο Δικαστήριο είχαν άμεση γνώση για το γεγονός της παρουσίας του. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μας οποιαδήποτε αντίθετη εκδοχή ή άλλη θέση, πέραν από την αμφισβήτηση της παρουσίας του συγκεκριμένου δικηγόρου. Oύτε έχει τεθεί ενώπιον μας οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι ο εν λόγω δικηγόρος έδωσε οδηγίες στον κατηγορούμενο από το τηλέφωνο για να υπογράψει την εν λόγω κατάθεση χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο της και στην ουσία ότι συνεργάστηκε με την Αστυνομία για να ενοχοποιήσουν τον Κατηγορούμενο. Στη βάση των πιο πάνω, κρίνουμε ότι και για το δεύτερο επίδικο θέμα μπορούμε να βασιστούμε στη μαρτυρία των Μ.1 και Μ.2, ότι δηλαδή, ο συνήγορος του κατηγορούμενου ήταν παρών όταν ο τελευταίος έδινε την κατάθεση του, τεκμήριο Χ και Χ
- Έχοντας υπόψη μας όλα τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι κατά τη διάρκεια που ο κατηγορούμενος έδινε και υπέγραφε την υπό εξέταση κατάθεση του ημερ. 14/08/2023, παρών ήταν και ο δικηγόρος του κος Σπηλιωτόπουλος. Κρίνουμε, επίσης, ότι η εν λόγω κατάθεση του κατηγορούμενου έγινε και υπογράφηκε με την ελεύθερη βούληση του και προς τούτο δεν παραμένει οποιαδήποτε αμφιβολία στην βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας για το ζήτημα αυτό.. Αποτελεί, συνεπώς, κατάληξη μας, ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει πετύχει να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό, δηλαδή, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι η κατάθεση του κατηγορούμενου λήφθηκε στην παρουσία του δικηγόρου του και ότι αυτή αποτελούσε το προϊόν της ελεύθερης βούλησης του και υπογράφτηκε από αυτόν αφού προηγουμένως του είχε διαβαστεί. Η ένσταση, επομένως, της Υπεράσπισης απορρίπτεται και ως εκ τούτου, η κατάθεση του κατηγορούμενου ημερ. 14/08/2023, που σημειώθηκε με το γράμμα Χ και Χ1 στη δίκη εντός δίκης, γίνεται δεκτή ως Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. (Υπ.).............. Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. (Υπ.)............. Μ. Γ. Λοϊζου, Α.Ε.Δ (Υπ.)............ Ε. Χατζήπαπα - Αβραάμ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο