ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. XXX, Αρ. Υπόθεσης: 16822/24, 20/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. Α. Φυλακτού, A.Ε.Δ. Α. Τζ. Σολομωνίδου, E.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16822/24 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ν. XXX Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 20/12/2024 Για τη Δημοκρατία: κ. Λ. Κάρνος. Για τον Kατηγορούμενο: κα Μ. Λαβίθια. Κατηγορούμενος παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, μετά από παραδοχή του, σε κατηγορίες κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β΄, κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977 (κατηγορίες 2 και 1 αντίστοιχα) και σε κατηγορία νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, κατά παράβαση του περί της Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188(Ι)/2007 (κατηγορία 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικημάτων των εν λόγω κατηγοριών, ο κατηγορούμενος, στη Λεμεσό, στις 30/09/2024: · Κατείχε και κατείχε με σκοπό να το προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα, ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β΄, ήτοι κάνναβη συνολικού βάρους 63 κιλών και 628.16 γραμμαρίων (κατηγορίες 2 και 1 αντίστοιχα). · Κατείχε το χρηματικό ποσό των €18.900 ενώ γνώριζε (ως διευκρινίσθηκε κατά την παράθεση των γεγονότων) ότι αυτό αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος (κατηγορία 3). Τα γεγονότα της υπόθεσης, ως έχουν εκτεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή και δεν έχουν αμφισβητηθεί, είναι τα ακόλουθα:
- O κατηγορούμενος είναι κάτοχος βρετανικού διαβατηρίου με αριθμό [ ] και αφίχθηκε αεροπορικώς στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από το Λονδίνο, στις 19/09/2024 και περί ώρα 13:
- Στις 30/09/2024, λήφθηκε πληροφορία από την Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (η «Υ.ΚΑ.Ν.») ότι αλλοδαπός άνδρας που διακινείτο με μηχανοκίνητο όχημα ενοικίασεως μάρκας Suzuki Swift χρώματος μπλε, είχε στην κατοχή του μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, την οποία θα μετέφερε στο ξενοδοχείο με την ονομασία «NAVARRIA HOTEL» («το NAVARRIA»), που βρίσκεται στην περιοχή του Αγίου Τύχωνα στη Λεμεσό, όπου και θα διέμενε.
- Περί ώρα 16:10 της ίδιας ημέρας, μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση την περιοχή του ξενοδοχείου NAVARRIA προς αναζήτηση του πιο πάνω προσώπου και οχήματος. Το εν λόγω όχημα εντοπίστηκε περί ώρα 16:18, να βρίσκεται σταθμευμένο σε σημείο επί της Λεωφόρου Αμαθούντος και διαπιστώθηκε πως έφερε αριθμούς εγγραφής [ ] («το όχημα»). Αμέσως μετά τον εντοπισμό, θεάθηκε ο κατηγορούμενος να εισέρχεται στο όχημα και να αναχωρεί με αυτό, κινούμενος προς συγκεκριμένη κατεύθυνση. Κατόπιν συνεχούς παρακολούθησης της ύποπτης και εναλλασσόμενης πορείας που ακολούθησε το όχημα, μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. το ανέκοψαν για έλεγχο, περί ώρα 16:25 σε σημείο επί της Λεωφόρου Αμαθούντος. Αφού εξακριβώθηκαν τα προσωπικά στοιχεία του κατηγορουμένου, ακολούθησε έρευνα του ιδίου αλλά και των εσωτερικών χώρων του οχήματος από τα μέλη της Υ.ΚΑ.Ν., κατόπιν σχετικής πληροφόρησης και επίστησης της προσοχής του κατηγορουμένου στο Νόμο. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, διαπιστώθηκε πως από το εσωτερικό του οχήματος αναδυόταν έντονη οσμή κάνναβης και εντός αυτού εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν, από διαφορετικά σημεία και στην παρουσία του κατηγορουμένου, διάφορα τεκμήρια, αφού προηγουμένως επιστήθηκε δεόντως η προσοχή του στο Νόμο. Ανάμεσα στα τεκμήρια που εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν ήταν ένα χειροποίητο τσιγάρο που περιείχε ποσότητα ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως B΄, δηλαδή κάνναβης μαζί με βιομηχανικό καπνό, σε σχέση με το οποίο ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι του ανήκε.
- Μετά το πέρας της έρευνας του οχήματος, περί ώρα 16:35 ο κατηγορούμενος, αφού προηγουμένως είχε συλληφθεί και πληροφορηθεί αναφορικά με τα δικαιώματά του, οδηγήθηκε από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν. στο ξενοδοχείο NAVARRIA όπου, στη βάση προγενέστερης γραπτής του συγκατάθεσης και στην παρουσία του, ερευνήθηκε, μεταξύ των ωρών 16:40 - 17:34, το δωμάτιο υπ' αρ.
- H κράτηση του εν λόγω δωματίου, όπως διαπιστώθηκε, είχε γίνει διαδικτυακά για την περίοδο από 30/09/2024 - 01/10/2024 και το κλειδί του δωματίου αρ. 111 εντοπίστηκε στην κατοχή του κατηγορουμένου κατά την έρευνα του οχήματος.
- Κατά τη διάρκεια της έρευνας στο δωμάτιο αρ. 111, εντοπίστηκαν και παραλήφθηκαν από διαφορετικά σημεία του δωματίου, μια αθλητική τσάντα εντός της οποίας υπήρχαν 11 διαφανείς συσκευασίες που περιείχαν ποσότητα κάνναβης και μια ταξιδιωτική βαλίτσα εντός της οποίας υπήρχαν άλλες 30 διαφανείς συσκευασίες που επίσης περιείχαν ποσότητα κάνναβης. O κατηγορούμενος αφού επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο κατά τον χρόνο εντοπισμού του κάθε τεκμηρίου, ανέφερε πως τόσο η τσάντα όσο και η βαλίτσα με τα περιεχόμενά τους, του είχαν παραδοθεί από τρίτο πρόσωπο και τα είχε ο ίδιος μεταφέρει στο συγκεκριμένο δωμάτιο.
- Μετά την ολοκλήρωση των ερευνών στο δωμάτιο αρ. 111 του ξενοδοχείου NAVARRIA, ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε περί ώρα 17:53, από μέλη της Υ.ΚΑ.Ν., στο συγκρότημα διαμερισμάτων Greenfield Apts που βρίσκεται στην οδό [ ], στο χωριό Γερμασόγεια, για σκοπούς διεξαγωγής έρευνας εντός του διαμερίσματος υπ' αρ.
- H κράτηση του εν λόγω διαμερίσματος είχε γίνει από τον κατηγορούμενο για την περίοδο από 26/09/2024 - 03/10/2024 και το κλειδί του διαμερίσματος εντοπίστηκε στην κατοχή του κατά την έρευνα του οχήματος.
- Κατά τη διάρκεια της έρευνας του διαμερίσματος αρ. 15, που έλαβε χώρα μεταξύ των ωρών 18:00 - 19:00, στην παρουσία του κατηγορουμένου και αφού είχε εξασφαλιστεί η προγενέστερη γραπτή του συγκατάθεση, εντοπίστηκε και παραλήφθηκε, από διαφορετικά σημεία του διαμερίσματος, αριθμός τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων τα ακόλουθα: (α) 3 ταξιδιωτικές βαλίτσες που η κάθε μια εξ αυτών περιείχε στο εσωτερικό της χωριστές συσκευασίες που περιείχαν ποσότητα κάνναβης, (β) διάφορες άλλες τσάντες, σακούλια και συσκευασίες, που επίσης περιείχαν ποσότητα κάνναβης, (γ) αριθμός νάιλον συσκευασιών, συμπεριλαμβανομένων και συσκευασιών αεροστεγούς σφράγισης ή εξωτερικής αναρρόφησης (vacuum), (δ) μια ηλεκτρική συσκευή αεροστεγούς σφράγισης ή εξωτερικής αναρρόφησης (vacuum sealer), (ε) ένα ρολό πλαστικής διαφανούς μεμβράνης και (στ) ένα δερμάτινο τσαντάκι εντός του οποίου υπήρχε το χρηματικό ποσό των €18.900 μαζί με ποσότητα περιτυλιγμένης κάνναβης.
- Κατά τον εντοπισμό ενός εκάστου των τεκμηρίων που παραλήφθηκαν κατά τη διάρκεια της έρευνας του διαμερίσματος αρ. 15, επιστήθηκε η προσοχή του κατηγορουμένου στο Νόμο και αυτός έδωσε διάφορους ισχυρισμούς. Όσον δε αφορά το μεγαλύτερο μέρος της ποσότητας των ναρκωτικών που εντοπίστηκε σε διάφορες συσκευασίες, ισχυρίστηκε ότι αυτά είχαν τοποθετηθεί εντός του διαμερίσματος όπου διέμενε από το ίδιο πρόσωπο που τον είχε εφοδιάσει με τα ναρκωτικά που είχαν εντοπιστεί προηγουμένως στο δωμάτιο αρ.111 του ξενοδοχείου NAVARRIA, ενώ σε σχέση με το χρηματικό ποσό των €18.900 ανέφερε πως δεν γνώριζε οτιδήποτε σχετικό.
- Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας του διαμερίσματος υπ' αρ. 15, ο κατηγορούμενος μαζί με το σύνολο των τεκμηρίων που είχαν παραληφθεί κατά τις προαναφερόμενες έρευνες, μεταφέρθηκαν στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λεμεσού. Αφού ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε γραπτώς αναφορικά με τα δικαιώματά του, μεταξύ των ωρών 19:50 (της 30/09/2024) - 02:10 (της 01/10/2024), συσκευάστηκαν και σφραγίστηκαν στην παρουσία του όλα τα τεκμήρια. Στη συνέχεια λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στο πλαίσιο της οποίας επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και ακολούθως του λήφθηκαν παρειακά επιχρίσματα και αποτυπώματα, στη βάση γραπτής του συγκατάθεσης.
- Μέσα από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθηκαν από το Εργαστήριο Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Γενικού Χημείου του Κράτους, στο πλαίσιο διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, διαπιστώθηκε πως η συνολική ποσότητα κάνναβης που εντοπίστηκε κατά τις προαναφερόμενες έρευνες, ήταν βάρους 63 κιλών και 628.16 γραμμαρίων.
- Την 01/10/2024 ο κατηγορούμενος συνελήφθη εκ νέου στη βάση δικαστικού εντάλματος σύλληψης, κατά την εκτέλεση του οποίου επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής.
- Στις 05/10/2024, λήφθηκε νέα ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στο πλαίσιο της οποίας ομολόγησε την κατοχή της συνολικής ποσότητας κάνναβης που εντοπίστηκε κατά τις πιο πάνω έρευνες, εκφράζοντας μεταμέλεια. Μεταξύ άλλων ανέφερε πως (α) ήρθε στην Κύπρο αεροπορικώς από το Λονδίνο στις 19/09/2024, (β) ότι η κάνναβη που εντοπίστηκε κατά τις προαναφερόμενες έρευνες του είχε παραδοθεί σε διαφορετικές περιπτώσεις από άλλο πρόσωπο, το οποίο αρνήθηκε να κατονομάσει εκφράζοντας φόβους για τη ζωή του ιδίου αλλά και της οικογένειάς του, (γ) ότι ο ίδιος είχε υπό την φύλαξή του την κάνναβη και λάμβανε οδηγίες μέσω τηλεφώνου ως προς την παράδοσή αυτής σε τρίτους, (δ) ότι την ηλεκτρική συσκευή αεροστεγούς σφράγισης ή εξωτερικής αναρρόφησης (vacuum sealer), ως επίσης τις διάφορες συσκευασίες αεροστεγούς σφράγισης ή εξωτερικής αναρρόφησης (vacuum) που εντοπίστηκαν στο διαμέρισμά του, τις είχε αγοράσει ο ίδιος στη βάση οδηγιών που είχε λάβει, (ε) ότι την κάνναβη που εντοπίστηκε στο ξενοδοχείο NAVARRIA την είχε μεταφέρει ο ίδιος εκεί για να παραδοθεί σε άλλο πρόσωπο, (στ) ότι σε σχέση με τον ρόλο που ανέλαβε προτού έρθει στην Κύπρο από το Λονδίνο, είχε συμφωνήσει πως θα λάμβανε το χρηματικό ποσό των 5.000 λιρών μετά την επιστροφή του στο Λονδίνο και (ζ) ότι το χρηματικό ποσό των €18.900 και η ποσότητα κάνναβης που εντοπίστηκαν στο δερμάτινο τσαντάκι εντός του διαμερίσματός του, δεν του ανήκαν αλλά θα τα παρέδιδε σε άλλο πρόσωπο κατόπιν λήψεως σχετικών οδηγιών τις οποίες ανέμενε.
- Ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι το χρηματικό ποσό των €18.900 αποτελούσε έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, δηλαδή έσοδο σχετιζόμενο με παράνομη κατοχή και δοσοληψία κάνναβης. Η συνήγορος του κατηγορουμένου, στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του πελάτη της καθώς και στην άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο και στη συνεργασία του με την Αστυνομία. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες ο κατηγορούμενος διέπραξε τα επίδικα αδικήματα, στον ρόλο που αυτός είχε αλλά και στο είδος των ναρκωτικών και στο ότι δεν αποκόμισε οποιοδήποτε όφελος από τη διάπραξη των αδικημάτων. Τέλος, αναφορικά με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, η κα Λαβίθια υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και κατά την αγόρευση της προέβη σε συμπληρωματική αναφορά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα, τα οποία παραδέχθηκε ο κατηγορούμενος, είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται κατ' αρχάς από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, που είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου κ.ά.
(1990)2 Α.Α.Δ. 264 και Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248). Συγκεκριμένα, για το αδίκημα της κατοχής ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β΄ προβλέπεται ποινή φυλάκισης 8 ετών ενώ για το αδίκημα της κατοχής του ίδιου ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, προβλέπεται ποινή δια βίου φυλάκισης. Το αδίκημα δε της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος γνωρίζει ότι η περιουσία που κατέχει αποτελεί έσοδο από παράνομες δραστηριότητες, όπως στην προκειμένη, επισύρει ποινή φυλάκισης 14 ετών ή χρηµατική ποινή µέχρι €500.000 ή και τις δύο αυτές ποινές (βλ. άρθρο 4
(1)του Νόμου 188(Ι)/2007). Στην Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240 λέχθηκε ότι η χρήση ναρκωτικών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, γεγονός που επιβάλλει, κατά κανόνα, την επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Η χρήση των εν λόγω ουσιών έχει ποικιλόμορφα χαρακτηριστεί ως «κοινωνική μάστιγα και ως νάρκη στο θεμέλιο της κοινωνίας» εφόσον τα ναρκωτικά αποτελούν κίνδυνο τόσο για τη φυσική όσο και για την κοινωνική ευημερία του κοινού και ιδιαίτερα της νεολαίας μας. Ως δε επισημάνθηκε στην Κλεομένης v. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 350, στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι παραβάτες είναι πρόσωπα νεαρής ηλικίας ενώ είναι λυπηρή, οδυνηρή και τραγική η διαπίστωση πως η απώλεια ζωών, νέων κυρίως ανθρώπων, έχει γίνει μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας και πως η λίστα των νέων που έχουν εθιστεί στα ναρκωτικά μεγαλώνει μέρα με τη μέρα (βλ. και Γενικός Εισαγγελέας ν. Παπανικόλα, Ποιν. Έφεση Αρ. 214/2021, ημερ. 19/01/2024). Τα τελευταία χρόνια διακινούνται στη χώρα μας μεγάλες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών με αποτέλεσμα ο αριθμός των θυμάτων να αυξάνεται ανεξέλεγκτα. Το κοινωνικό και οικονομικό κόστος από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών είναι υπερβολικό. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες που έχουν καταβληθεί για την πρόληψη και την καταστολή του παγκόσμιου αυτού φαινομένου, φαίνεται το πρόβλημα να έχει διογκωθεί και να έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Ο ρόλος των Δικαστηρίων στην καταπολέμηση και πάταξη της σύγχρονης αυτής μάστιγας είναι ουσιαστικός. Τα πιο πάνω όπως και η σοβαρότητα τέτοιων αδικημάτων έχουν βέβαια επισημανθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο επανειλημμένα τόνισε την ανάγκη αυστηρής αντιμετώπισης τους και επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Η ανάγκη αυτή επισημάνθηκε και από το νέο Εφετείο (βλ. Μαυρόλουκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 74/2021 (Σχετ. Ποιν. Εφ. Αρ. 95/2021), ημερ. 31/10/2023 και Καμπίσιο κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 89-91/2023, ημερ. 13/06/2024). Η έξαρση στη χρήση των ναρκωτικών αλλά και οι δυσμενείς συνέπειες τους, ιδιαίτερα στη νεολαία μας, καθιστούν την αποτροπή κυρίαρχο στοιχείο στον καθορισμό της ποινής (βλ. Ξυδάς ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 807 και Bora ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 79/2017, ημερ. 13/03/2018, ECLI:CY:AD:2018:B110). Ο αποτρεπτικός χαρακτήρας των ποινών, ο οποίος πρέπει να αντανακλάται στο ύψος τους, αποτελεί λοιπόν το κύριο γνώρισμα τους (βλ. Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 557). Τόσο ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος 29/1977 όσο και η σχετική νομολογία προβαίνουν σε διαφοροποίηση ως προς τη μεταχείριση των χρηστών σε αντίθεση με τους εμπόρους ναρκωτικών. Έτσι στην Beyki ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60, λέχθηκε ότι θεμελιωμένη είναι η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ' αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιεικείας, το οποίο σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Η προαναφερόμενη διάκριση φαίνεται και στην Παγιαβλάς (ανωτέρω), όπου αναφέρθηκε ότι στην περίπτωση των εμπόρων η ανάγκη για την επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι κατάδηλη εφόσον αυτοί αποζούν από τη διασπορά της καταστροφής. Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Πέτρου, Ποιν. Έφεση Αρ. 71/2022, ημερ. 01/12/2022, μετά την επισήμανση ότι η κατάρα των ναρκωτικών έχει για τα καλά ριζώσει στον τόπο μας με ολέθριες συνέπειες όχι μόνο για τους παραβάτες, δυστυχώς νεαρούς, ακόμα και ανηλίκους αλλά και για την ίδια την κοινωνία, το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε, για ακόμα μια φορά, την ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών, ιδίως εκεί όπου η κατοχή των ναρκωτικών συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας ή με πρόθεση προμήθειας αυτών σε τρίτα πρόσωπα. Το είδος, η ποσότητα και ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται τα ναρκωτικά, ως και ο ρόλος του δράστη, είναι παράγοντες βαρύνουσας σημασίας κατά τον καθορισμό της ποινής. Η επιβολή ιδιαίτερα σοβαρών ποινών ενδείκνυται σε περιπτώσεις όπου η ποσότητα είναι μεγάλη και η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών (βλ. Γεωργίου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις ΑΡ. 105, 118 και 119/2019, ημερ. 25/06/2021 και Χαραλάμπους κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 127 και 130/2019, ημερ. 10/03/2021). Σοβαρό είναι και το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Πρόκειται για αυτοτελές αδίκημα, το οποίο διαπράττεται, επειδή στα αδικήματα αυτά περιλαμβάνονται και τα γενεσιουργά αδικήματα, και στα τελευταία περιλαμβάνονται όλα τα αδικήματα που καθορίζονται ως ποινικά αδικήματα από Νόμο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνίσταται δε στη χρήση/απόλαυση των καρπών της παρανομίας. Ό,τι έχει λοιπόν σημασία, για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, είναι το είδος και το ύψος των καρπών της παρανομίας που απολαμβάνει ο αδικοπραγήσας ως αποτέλεσμα μιας παράνομης δραστηριότητάς (βλ. Μαληκκίδη v. Δημοκρατίας
(2016)2Β Α.Α.Δ. 1186). Στο πλαίσιο επιμέτρησης της ποινής λαμβάνουμε υπόψη και την πάγια νομολογιακή αρχή, ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσεως αδικημάτων, παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών (βλ. Selmani κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2016)2 Α.Α.Δ. 854, Μιχαήλ (ανωτέρω) και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551). Στην προκειμένη δέον όπως λεχθεί ότι τα επίδικα αδικήματα παρουσιάζουν έξαρση, γεγονός για το οποίο έχουμε γνώση όχι μόνο μέσω της νομολογίας αλλά και από τον μεγάλο αριθμό υποθέσεων που αφορούν τέτοια και καταχωρούνται ενώπιον μας και στα άλλα πρωτόδικα Δικαστήρια. Σε σχέση δε με το ύψος των ποινών έχουμε υπόψη μας ότι δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως προηγούμενων αποφάσεων. Η αναφορά σε προηγούμενη νομολογία ενδεικτική μόνο σημασία μπορεί να έχει διότι ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων. Οι προηγούμενες σχετικές αποφάσεις και προφανώς αναφερόμαστε σε αποφάσεις Ανώτερων Δικαστηρίων, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας για τα συγκεκριμένα αδικήματα και δεν έχουν τον δεσμευτικό χαρακτήρα που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου, αφού η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε κατηγορούμενο είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων της κάθε υπόθεσης και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του κάθε παραβάτη. Εκείνο στο οποίο οι προηγούμενες τέτοιες αποφάσεις βοηθούν είναι η παροχή κατευθυντήριων γραμμών ως προς τα όσα ένα Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη υπέρ ή εναντίον ενός κατηγορουμένου, ενώ τα Δικαστήρια έχουν ευρεία διακριτική ευχέρεια να κρίνουν, χωρίς προδεσμεύσεις, τη συγκεκριμένη υπόθεση που τίθεται ενώπιον τους, επιβάλλοντας εκείνη την ποινή που θεωρούν εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις (βλ. Σαμπή ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 100). Να πούμε βέβαια ότι, προς διαπίστωση του μέτρου τιμωρίας και των παραμέτρων που λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο επιμέτρησης της ποινής σε σχέση με αδικήματα όπως τα επίδικα, έχουμε μελετήσει και έχουμε υπόψη μας τη σχετική νομολογία των Ανώτερων Δικαστηρίων. Δεν μας διαφεύγει δε ότι ο χαρακτηρισμός κάποιου αδικήματος ως σοβαρού δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ανώτατο όριο ποινής που ο νόμος προνοεί. Εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει (βλ. Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391). Κάθε υπόθεση κρίνεται λοιπόν με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της και ανάλογα με αυτά διαβαθμίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων, η οποία θα πρέπει να αντανακλάται στην επιβληθείσα ποινή. Στην προκειμένη, η σοβαρότητα της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου έγκειται κατ' αρχάς στο γεγονός ότι είχε στην κατοχή του μια τεράστια ποσότητα ναρκωτικών ουσιών και δη 63 κιλά και 628.16 γραμμάρια κάνναβης. Εδώ να λεχθεί ότι δεν μας διαφεύγει το είδος των εν λόγω ναρκωτικών, τα οποία δεν εμπίπτουν στα σκληρά ναρκωτικά. Από την άλλη δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι η κατοχή μιας τέτοιας τεράστιας ποσότητας ναρκωτικών, σε συνδυασμό με τον σκοπό της κατοχής, που ήταν η προμήθεια σε τρίτα πρόσωπα και την ανάλογη βλάβη που η διάθεση της ποσότητας αυτής θα προκαλούσε σε μεγάλο αριθμό χρηστών αλλά και στην κοινωνία γενικότερα - κάτι τέτοιο ευτυχώς απετράπη, μόνο όμως λόγω της έγκαιρης παρέμβασης της Αστυνομίας - καθιστούν την παρούσα υπόθεση ως μια από τις σοβαρότερες του είδους της. Σε σχέση δε με το ρόλο του κατηγορουμένου στη διάπραξη των αδικημάτων δέον όπως αναφερθούν τα εξής: Σύμφωνα με τα γεγονότα ως έχουν εκτεθεί, ο κατηγορούμενος έφθασε στην Κύπρο από το εξωτερικό στις 19/09/2024. Το σύνολο των ναρκωτικών εντοπίσθηκε στην κατοχή του στις 30/09/2024, δηλαδή μόλις 11 μέρες αργότερα, σε δύο διαφορετικούς χώρους, των οποίων ο ίδιος κατείχε τα κλειδιά. Ως ο ίδιος ομολόγησε, αυτά του είχαν παραδοθεί σε διαφορετικές περιπτώσεις από άλλο πρόσωπο, το οποίο αρνήθηκε να κατονομάσει, εκφράζοντας φόβους για τη ζωή του ιδίου αλλά και της οικογένειάς του. Δέχθηκε δε ότι είχε υπό την φύλαξή του τα ναρκωτικά και ότι λάμβανε οδηγίες μέσω τηλεφώνου ως προς την παράδοση αυτών σε τρίτους. Ήταν ο κατηγορούμενος που μετά από οδηγίες αγόρασε ηλεκτρική συσκευή και συσκευασίες για σκοπούς αεροστεγούς σφράγισης ή εξωτερικής αναρρόφησης. Την κάνναβη που εντοπίστηκε στο ξενοδοχείο NAVARRIA την είχε μεταφέρει ο ίδιος για να παραδοθεί σε άλλο πρόσωπο. Έδρασε δε με τον πιο πάνω τρόπο αφού ταξίδευσε στη χώρα μας από τη χώρα καταγωγής του, για να διαπράξει εδώ τα πολύ σοβαρά επίδικα αδικήματα, με μόνο κίνητρο το κέρδος, κάτι που προκύπτει από το ότι, ως περαιτέρω ομολόγησε, προτού έλθει στην Κύπρο, συμφώνησε όπως, για τον ρόλο που ανέλαβε, θα λάμβανε το ποσό των 5.000 λιρών μετά την επιστροφή του στο Λονδίνο. Στην κατοχή του βρέθηκε και το μεγάλο χρηματικό ποσό των €18.900, το οποίο γνώριζε ότι αποτελούσε έσοδο σχετιζόμενο με παράνομη κατοχή και «δοσοληψία κάνναβης» και το οποίο θα παρέδιδε σε άλλο πρόσωπο κατόπιν οδηγιών τις οποίες ανέμενε. Από τα πιο πάνω προκύπτει βέβαια και το λαμβάνουμε δεόντως υπόψη ότι τα εν λόγω ναρκωτικά δεν ανήκαν στον κατηγορούμενο και ότι αυτός δεν ήταν ο ιθύνων νους της όλης επιχείρησης. Από την άλλη προκύπτει σαφώς και δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι ο κατηγορούμενος, με κίνητρο το χρηματικό αντάλλαγμα των 5.000 λιρών, έλαβε μέρος σε ένα σχέδιο φύλαξης και διακίνησης, για λογαριασμό και υπό τις οδηγίες του εντολέα του («εξυπηρέτησε τον επαγγελματία προμηθευτή - ιδιοκτήτη των ουσιών στην εκπλήρωση των παράνομων του σκοπών» ως η κα Λαβίθια ανέφερε), μιας τεράστιας ποσότητας ναρκωτικών. Στο πλαίσιο δε αυτό ανέλαβε να φυλάξει και να παραδώσει και ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, γνωρίζοντας ότι αποτελούσε έσοδο από τη διάδοση τέτοιων ουσιών. Δεν μας διαφεύγει και λαμβάνουμε φυσικά υπόψη ότι ο κατηγορούμενος δεν ασχολήθηκε οποτεδήποτε στο παρελθόν με την εμπορία των ναρκωτικών. Ο ρόλος του όμως στην προκειμένη, ως προκύπτει από τα όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, παρά το ότι δεν τον κατατάσσει σε αυτό του εμπόρου ναρκωτικών, δεν μπορεί να θεωρηθεί περιορισμένος, ως υποστήριξε η συνήγορος του. Από το σύνολο της προαναφερόμενης δράσης του προκύπτει ότι ο ρόλος του δεν ήταν επουσιώδης και περιφερειακός αλλά αντίθετα βασικός και αναγκαίος στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, αφού χωρίς αυτόν ως ενδιάμεσο δεν θα ήταν εφικτή η φύλαξη και η περαιτέρω διακίνηση και διάδοση τους στην κοινωνία (βλ. Κωνσταντίνου v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466). Δεν μας διαφεύγει επίσης ότι, ως έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά, πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ' ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές ή διαμεσολαβητές. Η ίδια όμως νομολογία παράλληλα επισημαίνει ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ελαφρυντικό ο λόγος διακίνησης των ναρκωτικών. Αυτό διότι, είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος, είτε για άλλο όφελος, η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα και η μόλυνση της κοινωνίας. Τα πιο πάνω λέχθηκαν στην Xhaferi ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 207/2021, ημερ. 16/11/2022, ECLI:CY:AD:2022:B453, από όπου και το ακόλουθο απόσπασμα: «Εκείνο το οποίο, ωστόσο, παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Εφεσείων αναμφίβολα κατέστη συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον τελικό προμηθευτή και έμπορο ναρκωτικών, όποιος και αν ήταν αυτός. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από τη συνδρομή στη διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε και τα ακόλουθα: Παρότι αυτός ο τρόπος δράσης δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νου και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου, που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος, χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης του ίδιου του εμπόρου από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους, εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος, συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα διακίνησης ναρκωτικών κατά τρόπο που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. Στην παρούσα περίπτωση λοιπόν αυτό ακριβώς έπραξε ο Εφεσείων. Έχοντας υπό τη φύλαξη του τα ναρκωτικά σε αποθήκη της οποίας αυτός κρατούσε το κλειδί, ορθά κρίθηκε από το Κακουργιοδικείο ότι έδιδε καθοριστικής σημασίας κάλυψη στον πραγματικό ιδιοκτήτη των ναρκωτικών μέχρι τέλους, αφού δεν τον κατονόμασε. Ορθώς, επομένως, το Κακουργιοδικείο σημείωσε ότι ο Εφεσείων διαπράττοντας τα αδικήματα είχε κύρια συνδρομή στην αλυσίδα διακίνησης των ναρκωτικών, δίδοντας ξεκάθαρα σημαντικό «χέρι βοήθειας» προφανώς σε εμπόρους τους οποίους επέλεξε να μην αποκαλύψει». Λαμβάνουμε βέβαια υπόψη ότι τελικά ο κατηγορούμενος δεν προσπορίσθηκε οποιοδήποτε όφελος από την παράνομη δράση του. Όμως από την άλλη δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι αυτό προφανώς οφείλεται στο γεγονός ότι συνελήφθη πριν ολοκληρώσει τον «ρόλο που ανέλαβε» και επιστρέψει στο εξωτερικό και δεν μεταβάλλει το ουσιώδες που είναι ότι έδρασε με τον πιο πάνω παράνομο τρόπο, με κίνητρο το οικονομικό όφελος και παραγνωρίζοντας τις συνέπειες που θα είχε η μετέπειτα διάθεση της τεράστιας αυτής ποσότητας ναρκωτικών στην κοινωνία. Ως προς τον λόγο που ενεπλάκη στην σοβαρή αυτή εγκληματική συμπεριφορά, η κα Λαβίθια ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε έτσι καθότι είχε απελπιστεί εφόσον βρέθηκε «σε πολύ δεινή οικονομική κατάσταση». Ο λόγος όμως αυτός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη σοβαρή παράνομη συμπεριφορά που επέδειξε. Ο κατηγορούμενος όφειλε, προς επίλυση των οικονομικών του προβλημάτων, να αναζητήσει νόμιμες πηγές εσόδων για τις όποιες ανάγκες του και όχι να ενδώσει στον πειρασμό και να καταφύγει στην αποκόμιση γρήγορου οικονομικού οφέλους με την εν λόγω παράνομη δράση του, δρώντας μάλιστα μακριά από τη χώρα του. Ως αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στην Μακρή ν. Δημοκρατίας
(2013)2 Α.Α.Δ. 15, «αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου». Είναι προφανές στην προκειμένη, επαναλαμβάνουμε, ότι ο κατηγορούμενος επέλεξε να εμπλακεί στη σοβαρή αυτή υπόθεση, προς εξασφάλιση οικονομικού οφέλους, παραγνωρίζοντας τις συνέπειες που θα είχαν οι πράξεις του στους συνανθρώπους του, στους οποίους τελικά θα κατέληγαν τα ναρκωτικά και ιδιαίτερα σε νέους ανθρώπους. Ως προς τη θέση της κας Λαβίθιας ότι ο «ιδιοκτήτης» των ναρκωτικών ήταν άτομο το οποίο ασκεί επιρροή στον κατηγορούμενο, θα πρέπει να λεχθεί ότι πέραν της γενικής αυτής αναφοράς, κανένα άλλο στοιχείο δεν τέθηκε ενώπιον μας που να καταδεικνύει και να εξηγεί την ύπαρξη οποιασδήποτε επιρροής προς τον κατηγορούμενο, σε βαθμό μάλιστα που να δείχνει ότι αυτή επίδρασε στο να εμπλακεί στη διάπραξη των πολύ σοβαρών επίδικων αδικημάτων. Σε κάθε περίπτωση δέον όπως λεχθεί ότι ως υποδεικνύει η σχετική νομολογία, συνθήκες ως οι προαναφερόμενες, υπό τις οποίες δηλαδή ο κατηγορούμενος ενεπλάκη στη φύλαξη και διακίνηση των ναρκωτικών, είναι οριακής σημασίας σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις όσον αφορά τον καθορισμό της ποινής. Αυτό καθότι, ως έχει σημειωθεί από τη σχετική νομολογία, η πείρα καταδεικνύει ότι οι έμποροι ναρκωτικών επιλέγουν συνήθως συνεργάτες άτομα ευάλωτα, με ειδικά προβλήματα, που έχουν κάποια ανάγκη, όπως ο κατηγορούμενος στην προκειμένη. Η κατανόηση αυτών των αδυναμιών και προβλημάτων δεν μπορεί όμως να επιδράσει κατά τρόπο που να εξασθενίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου (βλ. Marius v. Δημοκρατίας
(2015)2Α Α.Α.Δ 397). Στο σημείο αυτό δέον όπως λεχθεί ότι δεν μας διαφεύγει ότι τα Δικαστήρια, στο πλαίσιο της εξατομίκευσης μιας ποινής, δεν βασίζονται μόνο στη σοβαρότητα ενός αδικήματος και στην προβλεπόμενη ποινή, αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές και λοιπές περιστάσεις ενός κατηγορουμένου. Σε καμία περίπτωση δεν μειώνεται λοιπόν η ανάγκη για εξατομίκευση της ποινής ούτως ώστε αυτή να μην συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245 αυτό ισχύει ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής. Παράλληλα διατηρούμε κατά νου και δεν μας διαφεύγει, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν πρέπει να οδηγεί στην εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας του Νόμου ή να αναιρεί τον αποτρεπτικό χαρακτήρα της ποινής, που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος τόσο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και για το κοινό γενικότερα (βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 C.L.R. 21 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Προς όφελος του κατηγορουμένου, πέραν των όσων σχετικών λέχθηκαν ανωτέρω, λαμβάνουμε υπόψη και τα λοιπά που τέθηκαν ενώπιον μας. Κατ' αρχάς λαμβάνουμε ιδιαίτερα υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου, στοιχείο που του δίδει το δικαίωμα να αιτείται την επιείκεια του Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 525 και Αριστοδήμου ν. Δημοκρατία, Ποιν. Έφεση Αρ. 121/2017 ημερ. 21/09/2017), ECLI:CY:AD:2017:D311. Περαιτέρω, προς όφελος του λαμβάνουμε υπόψη την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο και την απολογία του, ως αυτή εκφράστηκε μέσω της συνηγόρου του, στοιχεία που καταδεικνύουν τη μεταμέλεια του. Ως προς τούτο να λεχθεί ότι πέραν του ότι με τη στάση του αυτή εξοικονομήθηκε πολύτιμος δικαστικός χρόνος και έξοδα (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28), έχουμε πάντα υπόψη μας τη βασική αρχή ότι η παραδοχή ενοχής πρέπει να ανταμοίβεται με έκπτωση στην ποινή καθότι πέραν του ότι αποτελεί ένδειξη ειλικρινούς μεταμέλειας του κατηγορουμένου, προάγει και τους σκοπούς της Δικαιοσύνης και ωφελεί την κοινωνία γενικότερα (βλ. G. Piki, Sentencing in Cyprus, (2nd ed.) σελ. 65-66). Άλλα στοιχεία που λαμβάνουμε υπόψη, ως καταδεικνύοντα τη μεταμέλεια του κατηγορουμένου, είναι η συνεργασία του με την Αστυνομία, η οποία έλαβε χώραν εξ αρχής, μετά δηλαδή την ανακοπή του οχήματος του (βλ. Mbakoub v. Δημοκρατίας
(2015)2Α Α.Α.Δ. 119 και Πισσάς ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 229/2016, ημερ. 14/03/2018). Συγκεκριμένα, μετά την ανακοπή του δεν αρνήθηκε την έρευνα του οχήματος του ενώ στη συνέχεια έδωσε γραπτή συγκατάθεση για έρευνα του δωματίου του ξενοδοχείου στο οποίο διέμενε. Κατά την εν λόγω έρευνα, μετά από εντοπισμό εκεί μέρους της ποσότητας των ναρκωτικών, την κατοχή των οποίων παραδέχθηκε, ανέφερε πως τόσο η τσάντα όσο και η βαλίτσα με τα περιεχόμενά τους, του είχαν παραδοθεί από τρίτο πρόσωπο και τα είχε ο ίδιος μεταφέρει στο συγκεκριμένο δωμάτιο. Στη συνέχεια και πάλι έδωσε γραπτή συγκατάθεση για έρευνα του άλλου διαμερίσματος όπου ανευρέθηκε το υπόλοιπο των ναρκωτικών ουσιών που παραδέχθηκε ότι κατείχε. Περαιτέρω, στις 05/10/2024 έδωσε νέα ανακριτική κατάθεση στην οποία ομολόγησε την κατοχή της συνολικής ποσότητας κάνναβης που εντοπίστηκε κατά τις πιο πάνω έρευνες και έδωσε λεπτομέρειες σε σχέση με τα αδικήματα που διέπραξε. Λαμβάνουμε λοιπόν υπόψη και ότι με την εν λόγω συνεργασία του, ο κατηγορούμενος διευκόλυνε τις αστυνομικές αρχές στη διερεύνηση της υπόθεσης, στην έκταση βεβαίως που αφορούσε μόνο τη δική του δράση, εμπλοκή και ρόλο, αφού δεν κατονόμασε τον «ιδιοκτήτη» των ναρκωτικών για λογαριασμό του οποίου δρούσε, κατόπιν οδηγιών. Δεν μας διαφεύγει βέβαια ότι σε υποθέσεις ναρκωτικών, ως έχει νομολογηθεί, η παραδοχή δεν πρέπει να υπερτιμάται εφόσον τέτοιας φύσεως παράνομη συμπεριφορά δεν βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με άλλες περιπτώσεις παραβατικής συμπεριφοράς. Περαιτέρω, δεν μας διαφεύγει ούτε ότι σύμφωνα με τη νομολογία, με δεδομένο ότι ο κατηγορούμενος κατελήφθη επ' αυτοφώρω να κατέχει τα ναρκωτικά που εντοπίστηκαν, η παραδοχή του ως προς τούτα είναι μειωμένης αξίας (βλ. Κατσαπάου ν. Δημοκρατία
(2012)2 Α.Α.Δ. 318). Από την άλλη όμως, δεν παραγνωρίζουμε ότι η παραδοχή έχει τη σημασία της, ακόμα και σε τέτοιες περιπτώσεις, ως απτό στοιχείο της μεταμέλειας του (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2015)2 A.A.Δ. 424). Ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι και το νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου. Στο σύγγραμμα G. Piki, Sentencing in Cyprus (2nd ed.) σελ. 88-90, τονίζεται το πόσο ευαίσθητο έργο αποτελεί το καθήκον επιβολής ποινής σε νεαρά άτομα για τα οποία έμφαση πρέπει να δίδεται στην αναμόρφωση παρά στην τιμωρία. Για αυτά υπερισχύει η αρχή της υποβοήθησης τους να αναμορφωθούν, αφού ακριβώς η πιθανότητα αναμόρφωσης στους νέους είναι ισχυρότερη από τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα (βλ. επίσης Ioannou v. Police
(1986)2 C.L.R. 149). Το στοιχείο της αποτροπής στην περίπτωση νεαρών ατόμων θα πρέπει να μετριάζεται από το συμφέρον της κοινωνίας στην αναμόρφωση τους (βλ. Savvides v. Republic
(1988)2 C.L.R. 51, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ελευθερίου, Ποιν. Έφεση Αρ. 46/23, ημερ. 16/07/2024 και Α.Β. ν. Γενικού Εισαγγελέα, Ποιν. Εφέσεις Αρ. 142/2023 και 166/2023, ημερ. 29/11/2024). Από την άλλη το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορούμενου δεν αποτελεί πάντοτε παράγοντα που επηρεάζει από μόνος του την ποινή. Συνεκτιμάται και αυτός με όλους τους άλλους σχετικούς παράγοντες (βλ. Φανάρας κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 50). Εδώ να λεχθεί επίσης ότι σε υποθέσεις που αφορούν ναρκωτικά το Ανώτατο Δικαστήριο τόνισε ότι, ναι μεν το νεαρό της ηλικίας ενός παραβάτη δεν πρέπει να παραγνωρίζεται, αλλά ειδικά σε αυτό τον τομέα οι νεαροί θα πρέπει να αναπτύξουν ιδιαίτερες αντιστάσεις, σκεπτόμενοι ότι τα ναρκωτικά προορίζονται κυρίως για συνομήλικους τους, στην εξαθλίωση των οποίων συμβάλλουν με την εμπλοκή στη διακίνηση τους (βλ. Marius ανωτέρω). Στην προκειμένη έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, λαμβάνουμε υπόψη ότι, κατά τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος ήταν 28 ετών, χωρίς βέβαια να μας διαφεύγει η σοβαρότητα της κολάσιμης συμπεριφοράς του, ως την έχουμε περιγράψει ανωτέρω. Επίσης λαμβάνεται υπόψη προς όφελος του κατηγορουμένου, η απουσία οποιωνδήποτε παραγόντων που καθιστούν τα αδικήματα που διέπραξε ιδιαίτερα σοβαρά, εν τη εννοία του άρθρου 30
(4)(α) του Νόμου 29/1977, γεγονός που τα καθιστά ολιγότερο σοβαρά (βλ. άρθρο 30
(4)(β)(vιι)). Επιπρόσθετα, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές και λοιπές συνθήκες του κατηγορουμένου, ως αυτές φαίνονται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στα όσα συμπληρωματικά ανέφερε η συνήγορος του και ιδιαίτερα ότι ο κατηγορούμενος: · Είναι 28 ετών, δεσμευμένος με σύμφωνο συμβίωσης και πατέρας μιας θυγατέρας ηλικίας 7 ετών και δίδυμων αγοριών ηλικίας 1 έτους. · Κατάγεται από την Αγγλία. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν 13 ετών. · Μετά την αποφοίτηση του από το Λύκειο φοίτησε για 2 χρόνια σε Πανεπιστήμιο στο Λονδίνο στον Κλάδο Νομικής και Εγκληματολογίας αλλά διέκοψε τη φοίτηση του λόγω της απόκτησης παιδιού και της ανάγκης να εργαστεί. · Εργαζόταν κυρίως ως διανομέας τα τελευταία χρόνια σε μεγάλες εταιρείες ενώ η τελευταία εργασία ήταν στο ΙΚΕΑ περίπου για ένα χρόνο. · Από σχέση που διατηρούσε την περίοδο 2016-2020 απέκτησε τη θυγατέρα του ενώ από το 2020 μέχρι σήμερα διατηρεί άλλη σχέση και απέκτησε τα δίδυμα αγόρια του. Περαιτέρω είναι «θετός» πατέρας των δύο παιδιών της συζύγου του (με το σύμφωνο συμβίωσης), τα οποία είναι ανήλικα και αντιμετωπίζουν αναπηρίες (το ένα πάσχει από αυτισμό ενώ το άλλο από σοβαρότατη πάθηση στο στομάχι). Πριν τη σύλληψη του, ο κατηγορούμενος μεγάλωνε και αυτά τα παιδιά και τους στάθηκε ως δεύτερος πατέρας, χωρίς να τα ξεχωρίζει από τα βιολογικά του τέκνα. · Η σύζυγος του ηλικίας 27 ετών δεν εργάζεται ώστε να έχει την αποκλειστική φροντίδα των παιδιών της και λαμβάνει ένα μικρό επίδομα από το Κράτος. Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπομνήσουμε, ότι σύμφωνα με τη νομολογία μας, οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες ενός παραβάτη, σε αυτού του είδους τις υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια σε κάποιο βαθμό υπόψη και η εξατομίκευση έχει τη θέση της, αλλά δεν μπορεί να εξουδετερώσουν ή να αποδυναμώσουν τη μέριμνα για προστασία της κοινωνίας και τη συναφή αντιμετώπιση των σοβαρότατων συνεπειών που προκύπτουν για αυτήν και ιδίως για νέους ανθρώπους, από την κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών ουσιών (βλ. Μιχαήλ (ανωτέρω), Abe ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 211 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσάνθου
(2016)2Α Α.Α.Δ. 423). Ως προς τη θέση της κας Λαβίθιας ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια του κατηγορουμένου και στη σύζυγο του, η οποία συνεπεία της καταδίκης του θα αναγκαστεί να μεγαλώσει, για κάποιο χρονικό διάστημα, μόνη της τα ανήλικα τέκνα τους και κυρίως στον ψυχικό κόσμο των ανηλίκων, τα οποία βρίσκονται σε τρυφερή ηλικία, δέον όπως λεχθεί ότι οι επιπτώσεις ενδεχόμενης επιβολής ποινής φυλάκισης, στην οικογένεια ενός κατηγορουμένου συγκαταλέγονται πράγματι μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων. Από την άλλη, ως έχει νομολογηθεί, τέτοιες επιπτώσεις δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 328 και Okmelashvili ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφεση Αρ. 146/2020, ημερ. 22/12/2021). Εδώ να σημειωθεί ότι έχουμε υπόψη μας την Μ.Θ. ν Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 174, στην οποία μας παρέπεμψε η κα Λαβίθια. Τα όσα όμως σχετικά λέχθηκαν εκεί αφορούσαν ιδιαίτερα την περίπτωση που ο κατηγορούμενος καταδικάζεται σε ποινή φυλάκισης για αδικήματα εις βάρος μελών της οικογένειας του, τα οποία, με τη στέρηση των μέσων επιβίωσής τους, ενδέχεται να υποστούν βλάβη, επιπρόσθετα εκείνης που υπέστησαν με το αδίκημα. Αυτό δεν ισχύει στην παρούσα. Στην προκειμένη οι προαναφερόμενες επιπτώσεις στα μέλη της οικογένειας του κατηγορουμένου λαμβάνονται λοιπόν υπόψη αλλά δεν μπορούν να έχουν αποφασιστική σημασία στον καθορισμό της ποινής. Τέλος, λαμβάνουμε υπόψη ότι ο κατηγορούμενος, καθ' ον χρόνο τελεί υπό κράτηση, επιδεικνύει καλή διαγωγή, ευγένεια και άψογη συνεργασία με το προσωπικό των φυλακών αλλά και με τους συγκρατούμενους του (βλ. Κιλινκαρίδης v. Δημοκρατίας
(2015)2Α Α.Α.Δ 277). Αφού εξετάσαμε και λάβαμε λοιπόν υπόψη όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, περιλαμβανομένων των μετριαστικών παραγόντων που εκθέσαμε ανωτέρω αλλά και την ανάγκη για αποτροπή, που επιβάλλουν η φύση και η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και κατόπιν συνυπολογισμού αυτών και στάθμισης όλων των σχετικών παραγόντων, κρίνουμε ότι οι μόνες αρμόζουσες ποινές στην παρούσα είναι αναπόφευκτα αυτές της φυλάκισης. Ως εκ των άνω επιβάλλονται στον κατηγορούμενο οι ακόλουθες ποινές: § Στην κατηγορία 1: ποινή φυλάκισης 19 ετών. § Στην κατηγορία 3: ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην κατηγορία 2 δεν επιβάλλεται ποινή διότι τα γεγονότα αυτής εμπεριέχονται στα γεγονότα της κατηγορίας 1, στην οποία επιβάλαμε ήδη ποινή (βλ. Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 385 και Περικλέους ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 34). Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και η περίοδος έκτισης τους, μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο κατηγορούμενος τελεί σε προφυλάκιση για την παρούσα, δηλαδή από τις 29/02/2024. Τα τεκμήρια της υπόθεσης να παραμείνουν στην κατοχή της Αστυνομίας. Όσον αφορά το ποσό των €18.900, ο κ. Κάρνος ζήτησε όπως αυτό δημευθεί δυνάμει του άρθρου 31 του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/1977, κάτι στο οποίο συμφώνησε και η συνήγορος του κατηγορουμένου. Ενόψει των πιο πάνω αλλά και του ότι το εν λόγω ποσό σχετίζεται με τα επίδικα αδικήματα, ασκώντας την εξουσία που μας παρέχει το άρθρο 31 του Νόμου 29/1977, διατάσσουμε όπως αυτό δημευθεί και κατατεθεί στα Δημόσια Ταμεία. (Υπ.) .................. Φ. Τιμοθέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ....................... Α. Φυλακτού, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................... Α. Τζ. Σολομωνίδου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο