Δημοκρατία ν. Sai Avinash Kalluri, Υπόθεση Αρ.: 11535/2024, 16/12/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Μ. Γ. Λοΐζου, Α.Ε.Δ. E. Xατζήπαπα - Αβραάμ, Ε.Δ. Υπόθεση Αρ.: 11535/
- Δημοκρατία Κατηγορούσα Αρχή -v- Sai Avinash Kalluri Κατηγορουμένου -------------------- Ημερομηνία: 16/12/
- Για τη Δημοκρατία: κ. Π. Βαρνάβας. Για Κατηγορούμενο: κ. Σπηλιωτόπουλος. Κατηγορούμενος, Παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος, μετά από δική του παραδοχή, έχει κριθεί ένοχος και καταδικαστεί, στην κατηγορία αρ. 3, που αφορά το ποινικό αδίκημα των Πράξεων που Σκοπεύουν την Πρόκληση Βαριάς Σωματικής Βλάβης, με βάση το Άρθρο 228 (α) του Περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154 (εφεξής «το Κεφ. 154»). Σύμφωνα με την περιγραφή της κατηγορίας αρ. 3 στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος, στις 04/08/2024, στη Λεμεσό, με σκοπό την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον Mallikrjuna Rao Nelavalli από την Ινδία, τον μαχαίρωσε και του προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη. Ο κατηγορούμενος, αντιμετώπιζε και τις κατηγορίες αρ. 1 και 2, που αφορούσαν, αντιστοίχως, τα ποινικά αδικήματα της Απόπειρας για Φόνο, κατά παράβαση του Άρθρου 214 (α) του Κεφ. 154 και της Πρόκλησης Βαριάς Σωματικής Βλάβης, κατά παράβαση του Άρθρου 231 του Κεφ. 154, για τις οποίες ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρισε αναστολή δίωξης και για αυτό ο κατηγορούμενος έχει απαλλαχθεί. Χωρίς να χρειάζεται να επαναλάβουμε τα γεγονότα τα οποία έχουν παρουσιαστεί από την Κατηγορούσα Αρχή, είναι αρκετό, σε ότι αφορά τα ουσιώδη στοιχεία του εν λόγω ποινικού αδικήματος και περιστάσεις της υπόθεσης, να αναφερθούν τα εξής: Ο Mallikrjuna Rao Nelavalli, δηλαδή το θύμα (εφεξής «το θύμα»), και ο κατηγορούμενος, είναι αλλοδαποί φοιτητές από την Ινδία. Γνωρίζονταν και πριν από τα περιστατικά αυτής της υπόθεσης, επειδή παλαιότερα ήταν συγκάτοικοι. Στις 04/08/2024, περί τις 21:00, το θύμα, μαζί με τον Rayavarapu David, M.K.3 (εφεξής «ο Μ.Κ.3») και άλλα δύο πρόσωπα, μετέβησαν στην οικία του κατηγορουμένου, όπου προηγουμένως διέμενε και ο Μ.Κ.3, για να παραλάμβαναν κάποια προσωπικά αντικείμενα του Μ.Κ.3, που τα είχε αφήσει εκεί. Καθώς βρίσκονταν στην οικία, με αφορμή τα αντικείμενα που ο Μ.Κ.3 προσπαθούσε να παραλάβει, Μ.Κ.3 και κατηγορούμενος διαπληκτίστηκαν. Κατόπιν, αφού πρώτα το θύμα, o M.K.3 και τα άλλα πρόσωπα που τους συνόδευαν, κατάφεραν να παραλάβουν κάποια από τα αντικείμενα και να τα μεταφέρουν εκτός της οικίας, το θύμα επέστρεψε, μόνος του αυτή την φορά, εντός της οικίας. Τότε, ξαφνικά, ο κατηγορούμενος, χωρίς να υπάρξει μεταξύ του και του θύματος, οποιαδήποτε συζήτηση ή και να δεχθεί από το θύμα κάποια επίθεση, πήρε ένα μαχαίρι και έπληξε με αυτό το θύμα στην κοιλιακή χώρα, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του. Παριστάμενοι στην σκηνή, επενέβησαν και κατάφεραν να περιορίσουν τον κατηγορούμενο και να του αποσπάσουν το μαχαίρι, καθώς το θύμα εξήλθε της οικίας ζητώντας βοήθεια. Ο κατηγορούμενος, παρέμεινε περιορισμένος στην σκηνή μέχρι την άφιξη της Αστυνομίας, ενώ το θύμα, λόγω του τραυματισμού του, μεταφέρθηκε από τους φίλους του για περίθαλψη, στο Τ. Α. Ε. Π. του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Εκεί, διαπιστώθηκε ότι έφερε θλαστικό τραύμα μήκους, εννέα περίπου εκατοστών, στην περιοχή του αριστερού υποχόνδριου, από νύσσον όργανο, δηλαδή, μαχαίρι. Για σκοπούς συνεκτίμησης κατά την επιμέτρηση της ποινής, ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, αναφέρθηκε και στα επακόλουθα του πιο πάνω περιστατικού, κυρίως σε σχέση με τον τραυματισμό του θύματος και την διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία, καθώς και στο ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο συνήγορος υπεράσπισης, αγορεύοντας, αναφέρθηκε σε όλους τους μετριαστικούς παράγοντες που, κατά την κρίση του, θα πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο, κατά την επιβολή της ποινής. Αναφορικά με τα περιστατικά της υπόθεσης, είπε ότι, με την επάνοδο του θύματος στην οικία, λόγω των όσων είχαν προηγηθεί, ο κατηγορούμενος, «θεώρησε ότι υπήρξε απειλή στο πρόσωπό του, ένιωσε κάποιον φόβο» και για αυτό τον λόγο, διέπραξε το ποινικό αδίκημα. Διευκρίνισε ότι, τα ανωτέρω, αφορούν μίαν εντελώς υποκειμενική και λανθασμένη υπό τις περιστάσεις, αντίληψη του κατηγορουμένου περί των πραγμάτων, ωστόσο, ζήτησε όπως, κατά το δυνατόν, ληφθούν υπόψη κατά τον καθορισμό της ποινής. Εν σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, υιοθέτησε το περιεχόμενο της έκθεσης που έχει ετοιμαστεί από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, εστιάζοντας στο νεαρό της ηλικίας του, των 23 ετών, και στο λευκό του ποινικό μητρώο. Επιπλέον, σχολίασε θετικά την στάση του κατηγορουμένου κατά την διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία και υποστήριξε ότι, ο κατηγορούμενος, έχει στεναχωρηθεί, έχει μετανιώσει και απολογείται για την εγκληματική του συμπεριφορά και αυτό, όπως τόνισε, φαίνεται και από την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναμφίβολα, είμαστε ενώπιον μίας πολύ σοβαρής υπόθεσης. Με βάση το Άρθρο 228 (α) του Κεφ. 154, για το ποινικό αδίκημα των Πράξεων που Σκοπεύουν την Πρόκληση Βαριάς Σωματικής Βλάβης, προνοείται ποινή φυλάκισης δια βίου. Η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος και λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, καθώς επίσης, συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του είδους της ποινής, όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία v. Kυριάκου κ. α.,
(1990)2 Α.Α.Δ. 264, Souilmi v. Aστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Λεβέντης v. Αστυνομίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 632). Όσο μεγαλύτερη είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή, τόσο σοβαρότερο πρέπει να θεωρείται και το ποινικό αδίκημα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το Νόμο, είναι η αρχή από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή (βλ. Λεβέντης v. Αστυνομίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 632, Γενικός Εισαγγελέας v. Αριστοτέλους
(2004)2 Α.Α.Δ. 166 και Μαληκκίδης ν. Δημοκρατίας,
(2016)2Β Α.Α.Δ 1186). Οι περιστάσεις διάπραξης του ποινικού αδικήματος, επίσης, επιδρούν καθοριστικά στο ζήτημα της ποινής. Και αυτό επειδή, όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Μιχαηλίδης v. Δημοκρατίας,
(1991)2 Α.Α.Δ. 391, η σοβαρότητα ενός ποινικού αδικήματος, δεν εξαρτάται αποκλειστικά, από το ανώτατο όριο της ποινής που ο νόμος προνοεί για τη διάπραξή του, αλλά: «. σε μεγάλο βαθμό από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν τη διάπραξή του και διαγράφουν το μέγεθος της βλάβης και τις εν γένει συνέπειες που η διάπραξή του μπορεί να επιφέρει στην κοινωνία και οι οποίες δυνατόν είτε να υποβιβάζουν ένα αδίκημα για το οποίο προνοείται πολυετής φυλάκιση σε απλή και τυπική παράβαση, είτε να καθιστούν εξαιρετικά σοβαρό ένα αδίκημα για το οποίο δεν προνοείται αυστηρή ποινή υπό μορφή πολυετούς φυλάκισης.». Ποινικά αδικήματα που εμπεριέχουν το στοιχείο της άσκησης βίας, πλήττουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και καταρρακώνουν την αξιοπρέπεια του προσώπου που δέχεται την επίθεση. Ενέργειες άσκησης βίας, με σκοπό την επικράτηση, ή για λόγους εκδίκησης ή τιμωρίας, δεν γίνονται δεκτές από την κοινωνία μας και πρέπει να τιμωρούνται με αυστηρότητα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου,
(2001)2 Α.Α.Δ. 95. Όπως προκύπτει από τη νομολογία, το προαναφερόμενο ποινικό αδίκημα των Πράξεων που Σκοπεύουν την Πρόκληση Βαριάς Σωματικής Βλάβης, αντιμετωπίζεται από τα Δικαστήρια με επιβολή αποτρεπτικών ποινών και κατά κανόνα, ποινών φυλάκισης, οι οποίες, σε κάποιες των περιπτώσεων, είναι και πολυετής, αναλόγως των περιστατικών της κάθε υπόθεσης, το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για τη διενέργεια της εγκληματικής πράξης και την έκταση των τραυμάτων που προκλήθηκαν στο θύμα. Τονίζεται επίσης, η ιδιαίτερη σοβαρότητα του. (Βλ. Ιωσήφ v. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930). Χαρακτηριστικό, είναι ότι το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 342: «Το έγκλημα, για το οποίο καταδικάστηκε ο εφεσείων, είναι από τα πλέον σοβαρά που στοιχειοθετεί ο Ποινικός Κώδικας. Το άρθρο 228 του Κεφ.154 ποινικοποιεί σοβαρές πράξεις βίας επαγόμενες δυσμενείς συνέπειες για το θύμα και πράξεις βίας, δυνάμενες, μέσω των επιθετικών μέσων (όπλων) που χρησιμοποιούνται, μεταξύ των οποίων και το μαχαίρι (άρθρο 228 (β)) να επιφέρουν σοβαρά πλήγματα στη σωματική ακεραιότητα και υγεία του θύματος. Στην προκειμένη περίπτωση χρησιμοποιήθηκε μαχαίρι, με αποτέλεσμα την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στο θύμα. Τα αποτελέσματα της βίας και της εγκληματικής δράσης γενικά σχετίζονται άμεσα με τη σοβαρότητα του συγκεκριμένου εγκλήματος. Οι συνέπειες εγκλήματος βίας στο θύμα άπτονται άμεσα αυτού τούτου του εγκλήματος και συνιστούν μίαν από τις παραμέτρους που προσδιορίζουν τη σοβαρότητά του. Μόνο όπου οι συνέπειες που επιφέρει το έγκλημα στον παραπονούμενο δεν είναι προβλεπτές, μειώνεται η σημασία τους στον προσδιορισμό της σοβαρότητας εγκλήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, οι συνέπειες βίας ήταν και προβλεπτές και το άμεσο αποτέλεσμα της βίας που ασκήθηκε.». Στην υπόθεση Φαναρτζής v. Δημοκρατίας,
(1998)2 Α.Α.Δ. 43, λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο επίσης, πως: «Αποτελεί συστατικό του αδικήματος που διέπραξε ο εφεσείων, η πρόθεση για ακρωτηριασμό, παραμόρφωση, πρόκληση αναπηρίας ή βαριάς σωματικής βλάβης ... Όπως έχει εξηγηθεί, σχετικές είναι οι υποθέσεις Δημοκρατία v. Κυριάκου κ.ά.
(1990), 2 Α.Α.Δ. 264 και Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(1992), 2 Α.Α.Δ. 129: «Αποτελεί ευθύνη του Νομοθέτη η ταξινόμηση της εγκληματικής συμπεριφοράς για σκοπούς τιμωρίας. Ο νομοθέτης κατέταξε όλες τις διαζευκτικές περιπτώσεις που εντάχθηκαν στο αδίκημα του άρθρου 228(α) στο ίδιο επίπεδο από την άποψη της σοβαρότητάς τους, αφού προέβλεψε για όλες την ίδια ανώτατη ποινή και δεν παρέχονται περιθώρια για τη διαφοροποίησή της. Η ιδιαίτερη σοβαρότητα της κάθε περίπτωσης στο πλαίσιο της ταξινόμησης από τον Νόμο κρίνεται πλέον με γνώμονα τα περιστατικά της.». Παραπέμπουμε, επιπλέον, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Achraf v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 156/2021, 15/04/2022, ECLI:CY:AD:2022:B154, όπου λέχθηκε ότι: «Το αδίκημα του άρθρου 228(α) του Κεφ.154 που οι εφεσείοντες παραδέχθηκαν ότι διέπραξαν είναι πολύ σοβαρό και πιο σοβαρό από το αδίκημα δυνάμει του άρθρου 231 του Κεφ.154. Οι επιπτώσεις στο θύμα μπορεί να είναι οι ίδιες, δηλαδή η πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, όμως υπάρχει ειδοποιός διαφορά ως προς την πρόθεση του παραβάτη. Στην περίπτωση του άρθρου 231, η πρόκληση της βλάβης παραπέμπει σε ηθελημένη ενέργεια, αλλά δεν περιλαμβάνει πρόθεση του κατηγορούμενου να επιφέρει το αποτέλεσμα. Προνοείται ποινή φυλάκισης μέχρι και 7 χρόνια. Στην περίπτωση του άρθρου 228 υπάρχει σκοπός, δηλαδή πρόθεση πρόκλησης της βαριάς σωματικής βλάβης, που διαφοροποιεί άρδην τα δεδομένα. Σε αυτήν την περίπτωση ο νομοθέτης προνόησε τη διά βίου φυλάκιση.». Στην υπόθεση Δημοκρατία v. Λαζαρή, Ποινική Έφεση Αρ. 25/2021, 08/03/2022, ECLI:CY:AD:2022:D89, όπου και τονίστηκε εκ νέου η σοβαρότητα του, για το ποινικό αυτό αδίκημα, ειπώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο και τα εξής: «Για το αδίκημα που ο εφεσίβλητος διέπραξε, άρθρο 228(α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης διά βίου. Η πρόθεση του Νομοθέτη, όπως αυτή αποκαλύπτεται μέσα από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ανώτατη ποινή, είναι ένα σημαντικό στοιχείο που τα Δικαστήρια οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη κατά την επιμέτρησή της (Souilmi v Αστυνομίας
(1992), 2 Α.Α.Δ. 248). Να σημειώσουμε εδώ πως το αδίκημα το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 228(α) δεν υστερεί από απόψεως σοβαρότητας από το αδίκημα της απόπειρας φόνου, άρθρο 214 του Ποινικού Κώδικα. Και για τα δύο αδικήματα ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης διά βίου. Τα δύο εξίσου σοβαρά αδικήματα διαφέρουν στα συστατικά τους στοιχεία και κυρίως στην πρόθεση. Για το μεν αδίκημα της απόπειρας φόνου απαιτείται ειδική πρόθεση θανάτωσης, ενώ για το αδίκημα του άρθρου 228(α) ειδική πρόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης (σχετικές είναι οι υποθέσεις Παρούτη v. Δημοκρατίας
(2009), 2 Α.Α.Δ. 446 και Σεργίου v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 172/15, απόφαση ημερομηνίας 13/03/2018), ECLI:CY:AD:2018:D108.». Η ανάλογη και σχεδόν ταυτόσημη σε διατάξεις νομοθετική ρύθμιση στο Ηνωμένο Βασίλειο, περιλαμβάνεται στο Section 18 του Offences Against the Person Act 1861, η σοβαρότητα του οποίου επεξηγήθηκε από το Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Attorney-General's References Nos 59, 60 & 63 of 1998 (Goodwin and Others), [1999] 2 Cr.App.R.(S.) 128, από την οποία, λόγω της συνάφειας του με το αντίστοιχο ποινικό αδίκημα του Άρθρου 228 του Κεφ. 154 υπό συζήτηση, αντλούμε σχετική καθοδήγηση. Ειπώθηκαν τα εξής: «An offence against this section has always been regarded as of great seriousness, reflected in the maximum penalty of life imprisonment. The reason is obvious. Not only must there be proof of grievous or serious injury, but that injury must have been caused intentionally or deliberately. There is an obvious contrast with section 20 of the same Act. Under that section the same injury must be proved, but the commission of the offence does not depend on proof of intention to cause it. The difference lies in the criminality of the defendant's intention. That is a significant difference, reflected in the maximum penalty of five years imprisonment on conviction under section
- The seriousness with which section 18 offences are regarded is evident not only in the severity of the potential punishment but also in the fact that a section 18 conviction ranks as "a serious offence" for the purposes of section 2 of the Crime (Sentence) Act
- The consequence of that is that a second conviction of "a serious offence" obliges the court, in the absence of exceptional circumstances, to impose a sentence of life imprisonment. It is true to say that all offences against section 18 are serious because they involve the deliberate or intentional causing of serious injury. But as with any other crime, some instances are more serious than others: the use of a firearm, a razor, a knife, a broken bottle, a club, a baseball bat, or a pick helve, or something of that sort, has usually been held to aggravate the offence. The courts have also, however, been obliged to recognise that injuries of almost equal seriousness can be caused by kicking with a shot foot or biting. It is also of course possible to inflict serious injury with the bare fist, although that is usually regarded as less serious, partly because in that instance the offender may lack the premeditation usually shown by a defendant who has armed himself with a dangerous weapon. Perhaps the least inexcusable example of an offence against section 18 is where a defendant entitled to defend himself responds with unreasonable and excessive force directed against an aggressor. Even then a custodial sentence, probably of some length, will usually be appropriate. In any other case a custodial sentence will almost inevitably follow.». Πέραν των πιο πάνω, θα πρέπει να λεχθεί ότι, ποινικά αδικήματα τα οποία εμπεριέχουν τη χρήση βίας και απειλής εναντίον προσώπου, βρίσκονται σε διαχρονική έξαρση, όπως προκύπτει, τόσο από τις πολλές υποθέσεις που άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου, κάτι για το οποίο έχουμε δικαστική γνώση, όσο και από την σχετική νομολογία (βλ. Μιχαήλ v. Αστυνομίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 577, Urgur v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 189 και Selmani κ. α. v. Δημοκρατίας,
(2016)2Β Α.Α.Δ 854 και Δημοκρατία v. Λαζαρή, Ποινική Έφεση Αρ. 25/2021, 08/03/2022), ECLI:CY:AD:2022:D89, οπόταν, σε τέτοιες περιπτώσεις, επιβάλλεται η επιβολή ακόμα πιο αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Urgur v. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 189: «Τα φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μας προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Η βία στα γήπεδα, στους δρόμους, στην οικογένεια ακόμη και στα σχολεία είναι πλέον θέματα της καθημερινότητας. Προτού αυτά τα φαινόμενα προσλάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις και με ολέθριες συνέπειες, κάποιοι πρέπει να προβληματιστούν ώστε εγκαίρως και με τα κατάλληλα μέτρα να αντιμετωπιστεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά η κατάσταση. Τα δικαστήρια από τη δική τους πλευρά, οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές, στέλλοντας έτσι μήνυμα μηδενικής ανοχής.». Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών. Η αποτροπή, ως παράγοντας, ο οποίος επενεργεί στον καθορισμό της ποινής, έχει δύο παραμέτρους. Η μία, έχει ως λόγο την αποτροπή του ίδιου του παραβάτη από την επανάληψη του εγκλήματος ή παρόμοιων εγκλημάτων στο μέλλον. Η άλλη, αφορά την αποτροπή τρίτων από τη διάπραξη όμοιων ή παρόμοιων εγκλημάτων. Η δεύτερη αυτή περίπτωση, έχει δύο συνισταμένες. Πρώτον, την αποτροπή, η οποία είναι συνυφασμένη με τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος και δεύτερον, την αποτροπή, ως μέσο για την καταστολή ποινικών αδικημάτων που βρίσκονται σε έξαρση. Στην περίπτωση σοβαρών ποινικών αδικημάτων, το στοιχείο της αποτροπής είναι αλληλένδετο, με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία ποινικό αδίκημα και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους. Οι συνέπειες του ποινικού αδικήματος, προσμετρούν στον καθορισμό της σοβαρότητάς του (βλ. Πισκόπου ν. Δημοκρατίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ιωάννου,
(1999)2 Α.Α.Δ. 603). Στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνουμε υπόψη μας ως ιδιαίτερα σοβαρό και επιβαρυντικό, το γεγονός ότι, κατά το περιστατικό, ο κατηγορούμενος, ως μέσο επίθεσης εναντίον του θύματος, χρησιμοποίησε μαχαίρι, το οποίο είναι όπλο υψηλής επικινδυνότητας. Αδιαμφισβήτητα, η χρήση μαχαιριού ως επιθετικού μέσου, μπορεί να προκαλέσει στο πρόσωπο που δέχεται την επίθεση, σοβαρό πλήγμα στη σωματική του ακεραιότητα και υγεία. Ιδιαίτερα όταν, όπως έγινε σε αυτή την περίπτωση, η στόχευση του χτυπήματος από τον κατηγορούμενο, ήταν στην κοιλιακή χώρα του θύματος, στην περιοχή του αριστερού υποχόνδριου. Δηλαδή, στο ανώτερο τμήμα της κοιλιάς του, ακριβώς κάτω από τη θωρακική περιοχή προς τα αριστερά. Δεδομένο που καθιστούσε τις συνέπειες που θα επέφερε αυτή του η πράξη, προβλεπτές, και την βαριά σωματική βλάβη που τελικά προκλήθηκε στο θύμα, όπως ήταν άλλωστε και η πρόθεση του, το άμεσο αποτέλεσμα της βίας που άσκησε. Εξίσου σοβαρό και επιβαρυντικό, είναι και το γεγονός ότι, παρά το γεγονός ότι ο τραυματισμός του θύματος, δεν ήταν μόνιμος και μη ανατρέψιμος, ή είχε ως αποτέλεσμα κάποια ουσιαστική και μακροπρόθεσμη επίδραση στην ικανότητα και λειτουργίες του ή κατάλοιπα εφ' όρου ζωής, ήταν ιδιαίτερα σοβαρός και απειλητικός για την ζωή του. Με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, ως και προαναφέρθηκε, το θύμα, από το πλήγμα με το μαχαίρι που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, υπέστη θλαστικό τραύμα μήκους εννέα εκατοστών, στην περιοχή του αριστερού υποχόνδριου. Πρόκειται για μία αντικειμενικά μεγάλη πληγή. Υπολογιστική τομογραφία στην οποία υποβλήθηκε μετά την μεταφορά του στο Τ. Α. Ε. Π. του Γενικού Νοσοκομείο Λεμεσού, κατέδειξε ότι, ενδοκοιλιακά, είχε σημαντική ποσότητα αίματος και πως, η κατάσταση του, τραυματολογικά, ήταν σοβαρή. Ως εκ τούτου, και για σκοπούς αποκατάστασης της βλάβης, υποβλήθηκε άμεσα σε χειρουργική επέμβαση και ακολούθως, σε κρίσιμη κατάσταση και διασωληνωμένος, νοσηλεύτηκε στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας, για περίοδο μίας περίπου εβδομάδας, μέχρι και την 11ην/08/2024. Ένα άλλο δεδομένο που προσθέτει σοβαρότητα στις προαναφερόμενες πράξεις του κατηγορουμένου και επιβαρύνει ποινολογικά την θέση του, είναι και το γεγονός ότι, ο κατηγορούμενος, προκύπτει από τα περιστατικά της υπόθεσης πως, καίτοι χωρίς προμελέτη, οποιαδήποτε οργάνωση ή κάποιο ιδιαίτερο σχεδιασμό, σχημάτισε, έστω και στιγμιαία (όπως μας αναφέρθηκε: «ξαφνικά»), την πρόθεση να προκαλέσει στο θύμα, πλήττοντας τον με μαχαίρι, βαριά σωματική βλάβη, χωρίς να είχε προηγηθεί οτιδήποτε το οποίο, αντικειμενικά, θα μπορούσε, πάντοτε για σκοπούς μετριασμού της ποινής του, να δικαιολογήσει τέτοια εγκληματική συμπεριφορά. Είναι ξεκάθαρο από τα γεγονότα (δηλώθηκε εξάλλου απερίφραστα και από τον συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου), πως ο κατηγορούμενος, δεν έδρασε, ως πιο πάνω αναφέρθηκε, ως απάντηση, στην οποιαδήποτε μορφής βία ή κακοποίηση δέχτηκε από πλευράς του θύματος, ή έστω, υπό συνθήκες πρόκλησης του από το θύμα, οποιασδήποτε μορφής. Ούτε και γενικότερα φαίνεται να υπήρξε κάτι τέτοιο. Το γεγονός ότι, ως συνάγεται από τα περιστατικά, λόγω της επίσκεψης των πιο πάνω προσώπων, περιλαμβανομένου και του θύματος, της οικίας του κατηγορουμένου (που, αν και με κάποια δικαιολογία που αφορούσε τα προσωπικά αντικείμενα του Μ.Κ.3, δεν είναι ξεκάθαρο, εφόσον δεν θίχτηκε, ειδικότερα από πλευράς της υπεράσπισης, αν ήταν κατόπιν πρόσκλησης ή και προειδοποίησης που έλαβε χώρα) και του συμβάντος του διαπληκτισμού που είχε προηγηθεί μεταξύ του κατηγορουμένου και του Μ.Κ.3 για τα προσωπικά αντικείμενα του τελευταίου, υπήρξε προηγουμένως κάποια ένταση, σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούσε την πιο πάνω πολύ σοβαρή, άκρως επικίνδυνη, αντικοινωνική και ποινικά κολάσιμη συμπεριφορά του κατηγορουμένου έναντι του θύματος. Το οποίο, θύμα, ως και πάλι προκύπτει από τα γεγονότα, ήταν εκεί ως συνοδεία και για να βοηθούσε τον Μ.Κ.3 με την μετακίνηση των προσωπικών του αντικειμένων και πέραν της παρουσίας του, δεν ήταν, με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, συμμέτοχος στην ένταση που είχε προηγουμένως δημιουργηθεί. Η απειλή και ο φόβος που ο κατηγορούμενος προβάλλει ότι αισθάνθηκε, που δεν δικαιολογούνταν από τις συνθήκες, ως ζήτημα που άπτεται καθαρά της εσωτερικής νοητικής του κατάστασης, δεν μπορούν να λειτουργήσουν για να μετριάσουν το αποτέλεσμα των αντιδράσεων του, που ήταν πραγματικές, είχαν χαρακτήρα κακουργηματικό και επιπτώσεις για το θύμα πολύ σοβαρές. Αν και δεν διαφεύγει της προσοχής μας ότι, μετά που ο κατηγορούμενος κατάφερε το πλήγμα με το μαχαίρι στο θύμα, ήταν αναγκαία η παρέμβαση «των υπολοίπων που ήταν παρόντες», για να «κατάφερναν να τον περιορίσουν» και να του «αποσπούσαν» το μαχαίρι, (στοιχείο που δείχνει ότι, η επιθετική του ορμή που συνόδευσε την πιο πάνω πράξη του, ήταν συνεχιζόμενη και, θα μπορούσε να υποστηριχθεί, ενείχε και το στοιχείο της οργής), στο βαθμό που τα προαναφερόμενα μπορούν να δικαιολογήσουν ότι ο χαρακτήρας της επίθεσης του προς το θύμα δεν ήταν εκδικητικός, λαμβάνονται υπόψη και τους δίδεται η ανάλογη βαρύτητα για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Συναφώς, δεν αγνοούμε και το συνυπολογίζουμε ότι, όταν τα προαναφερόμενα περιστατικά έλαβαν χώρα, ο κατηγορούμενος, βρισκόταν εντός της οικίας του, όπου το σπίτι του καθενός πρέπει να αποτελεί το ασφαλέστερο καταφύγιο και να απολαμβάνει ασφαλή ηρεμία και ανενόχλητη ειρήνη. Ωστόσο, και το τονίζουμε, αυτό θα είχε ιδιαίτερη σημασία και ουσιαστικό μετριαστικό χαρακτήρα για σκοπούς ποινής, αν από τις περιστάσεις πρόκυπτε ότι, ο κατηγορούμενος, ενήργησε για να προστάτευε, είτε τον ίδιο, είτε περιουσία του, αλλά υπερέβη του ευλόγως επιτρεπτού και αναλογικού μέτρου (βλ. Revil v. Newbery, [1996] 1 All E.R. 291 και R v. Hastings, [2003] EWCA Crim 3730). Δεν είμαστε όμως ενώπιον μιας τέτοιας περίπτωσης. Τέτοιου είδους συμπεριφορές, φαινόμενα βίας και ποινικά αδικήματα που στρέφονται εναντίον της σωματικής ακεραιότητας και υγείας του ατόμου, πρέπει να τιμωρούνται με αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές, για να δίδεται το μήνυμα μηδενικής ανοχής. Ωστόσο, η κάθε περίπτωση, θα πρέπει να κρίνεται με βάση τα δικά της περιστατικά και κατά την επιμέτρηση της ποινής, απαιτείται η εξατομίκευση της, έτσι ώστε, αυτή, να είναι ανάλογη της σοβαρότητας του ποινικού αδικήματος, σε συνδυασμό με τα ελαφρυντικά στοιχεία του κατηγορουμένου και των γεγονότων της υπόθεσης. Η υποχρέωση για εξατομίκευση της τιμωρίας, δεν ατονεί ώστε να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη, νοουμένου ότι η εξατομίκευση δεν οδηγεί στην εξουδετέρωση του στοιχείου της αποτροπής που επιβάλλουν, η φύση και τα περιστατικά της υπόθεσης. Σχετικές είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Φιλίππου ν. Αστυνομίας,
(1996)2 Α.Α.Δ. 245, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας,
(1989)2 Α.Α.Δ. 224 και Κόκκινος v. Αστυνομίας,
(1995)2 Α.Α.Δ. 135. Προς όφελος του κατηγορούμενου, λαμβάνουμε υπόψη την παραδοχή του στο Δικαστήριο, την οποία θεωρούμε ως άμεση, αφού, μετά την προσθήκη της κατηγορίας αρ. 3 για το υπό συζήτηση ποινικό αδίκημα, πρόβηκε αμέσως σε παραδοχή (βλ. Gorko κ. α. v. Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 458). Είναι πάγια νομολογημένο ότι, η παραδοχή, αποτελεί παράγοντα μετριασμού της ποινής. Στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 28, τονίστηκε ότι, η παραδοχή ενοχής, πρέπει να αμείβεται από το Δικαστήριο με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων με συνέπεια και να μην σπαταλείται πολύτιμος δικαστικός χρόνος στην ακρόαση υποθέσεων. Στην υπόθεση Ανδρέου ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 163/2015, 11/07/2016, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο επίσης ότι: «. η παραδοχή είναι ο μόνος απτός τρόπος για να "μεταφερθεί" στο Δικαστήριο η μεταμέλεια ενός κατηγορουμένου και γι' αυτό το λόγο έχει δεσπόζουσα σημασία στην επιμέτρηση της ποινής.» (βλ. επίσης, M. C. T. ν Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 222/2020, 14/10/2022), ECLI:CY:AD:2022:B386. Εν προκειμένω, αποδεχόμαστε ότι, η μεταμέλεια του κατηγορούμενου, είναι έμπρακτη, αφής στιγμής, πέραν της άμεσης παραδοχής του, εκφράστηκε ρητώς και χωρίς περιστροφές μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης του (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ. α. v. Θεοφάνους,
(2010)2 Α.Α.Δ. 288). Τούτων λεχθέντων, δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε με την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης, σε σχέση με το ότι, η στάση του κατηγορουμένου, επακόλουθα του επίδικου περιστατικού και ειδικότερα, κατά την διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία, αποτελεί παράγοντα που δικαιολογεί μετριασμό της ποινής του. Κατ' αρχάς, τονίζουμε ότι, ο κατηγορούμενος, διέπραξε το προαναφερόμενο ποινικό αδίκημα, στην παρουσία, πολλών άλλων προσώπων, που θα μπορούσαν να προσφέρουν άμεση μαρτυρία για τα γεγονότα που το συνθέτουν. Πέραν τούτου, ο κατηγορούμενος, μετά που επιτέθηκε και έπληξε το θύμα με το μαχαίρι, αν και «παρέμεινε στην σκηνή» μέχρι την άφιξη της Αστυνομίας, ωστόσο, αυτό, «αφού περιορίστηκε από άλλα άτομα». Επιπρόσθετα, μετά την άφιξη της Αστυνομίας στην σκηνή, αλλά και ακολούθως, κατά την διαδικασία της διερεύνησης της υπόθεσης, ο κατηγορούμενος, μπορεί μεν να ήταν συνεργάσιμος, από την άποψη του ότι, αφού του επιστήνετο η προσοχή του στον Νόμο, δεν τηρούσε το δικαίωμα του σε σιωπή, και αναφέρθηκε στα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα, στα γεγονότα που στοιχειοθετούν αντικειμενικά το υπό συζήτηση ποινικό αδίκημα, προβαίνοντας και σε υπόδειξη σκηνής. Ωστόσο, αυτό, είναι προφανές, έγινε στο πλαίσιο της προσπάθειας του να έθετε υπόβαθρο προβολής ισχυρισμού για αυτοάμυνα. Αρχικά, ενόσω στην σκηνή, ανέφερε ότι το θύμα του είχε επιτεθεί και ότι, η πράξη του να πάρει το μαχαίρι και να τον πλήξει με αυτό στην κοιλιακή χώρα, ήταν στα πλαίσια της προσπάθειας του να προστατευθεί. Επέμεινε μάλιστα σε αυτό του τον ισχυρισμό και όταν, αργότερα εκείνη την ημέρα, κατά την υπόδειξη του σημείου όπου έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν, πρόβαλε την θέση ότι, αφού είχε δεχθεί την επίθεση από το θύμα, πήρε το μαχαίρι για να αμυνθεί. Τελικά, η θεληματική του κατάθεση, αφορούσε τον ισχυρισμό του ότι, η επίθεση που είχε δεχθεί, ήταν από διάφορα άτομα και ότι, μαχαίρωσε το θύμα για να αμυνθεί. Ότι έδρασε για σκοπούς αυτοάμυνας, το είπε και κατά την σύλληψη του, μεταγενέστερα. Η αυτοάμυνα, με βάση το Άρθρο 17 του Κεφ. 154, αποτελεί υπεράσπιση. Εμπίπτει στο ευρύτερο «doctrine of justification» και στην ουσία, εξουδετερώνει τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας με την έννοια ότι η επιτυχής προβολή της, σημαίνει ταυτόχρονα και την αποτυχία της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η εγκληματική συμπεριφορά δεν ήταν είτε δικαιολογημένη, είτε νόμιμη (βλ. Αχτάρ ν. Αστυνομίας, κ. α.,
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Συνεπώς, με βάση τα πιο πάνω, αν και σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η συνεργασία ενός κατηγορουμένου με την Αστυνομία είναι ένας σοβαρός μετριαστικός παράγοντας, σε αυτή την περίπτωση, δεν υφίσταται για να ληφθεί υπόψη (βλ. Yusuf v. Δημοκρατίας,
(2016)2 Α.Α.Δ. 140, Ευστρατίου ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 42, Kolev ν. Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 197 και την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γιαννακού ν. Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 235/2023, 19/07/2024). Η άμεση παραδοχή λοιπόν του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο και η έμπρακτη μεταμέλεια του, λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και θα τους δοθεί η δέουσα, υπό τις περιστάσεις, βαρύτητα. Επιπρόσθετα, σοβαρά υπόψη, λαμβάνουμε και το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, καθότι αποτελεί ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του προς την νομιμότητα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ματθαίου,
(1994)2 Α.Α.Δ. 1). Προς εξατομίκευση και περαιτέρω μετριασμό της ποινής του κατηγορουμένου, λαμβάνουμε υπόψη και τις προσωπικές του περιστάσεις, ως αυτές αποκαλύπτονται από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου και υιοθετήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης του, καθώς και κάθε τι μας αναφέρθηκε κατά την προφορική του αγόρευση. Η ποινή, έχουμε ήδη αναφέρει, όπως είναι καθολικά αποδεκτό, δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο έγκλημα, αλλά και στον παραβάτη. Όταν διαπιστώνεται αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής, ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής, δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε τέτοια έκταση, ώστε να εξουδετερώνει, τον παράγοντα της αποτροπής (βλ. Αστυνομία ν. Βακανά, Ποινική Έφεση Αρ. 173/2020, 20/05/2021, ECLI:CY:AD:2021:B200, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας,
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Souilmi v. Αστυνομίας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 248 και Τσουλόφτας ν. Αστυνομίας,
(1990)2 Α.Α.Δ. 391). Όμως, όσο και αν η ανάγκη για αποτροπή μειώνει ανάλογα τη δυνατότητα εξατομίκευσης, δεν την καταργεί ως υπαρκτή επιδίωξη (βλ. Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας,
(1994)2 Α.Α.Δ. 14). Εν προκειμένω, λαμβάνουμε υπόψη μας ότι, ο κατηγορούμενος, είναι 23 ετών, αλλοδαπός, ινδικής υπηκοότητας, που βρίσκεται στην Κύπρο με το καθεστώς του φοιτητή. Προέρχεται από πενταμελή, συγκροτημένη οικογένεια, όλα τα μέλη της οποίας διαμένουν στην Ινδία. Ο πατέρας του, 44 ετών, είναι εργοδηγός και η μητέρα του, 38 ετών, είναι οικοκυρά. Έχει δύο αδέλφια, ηλικίας 20 και 11 ετών αντίστοιχα. Στην Κύπρο, φοιτούσε σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο, έχοντας την οικονομική υποστήριξη των γονέων του και κατά τον χρόνο της σύλληψης του από την Αστυνομία, βρισκόταν στο δεύτερο έτος. Συνυπολογίζουμε όλες τις πιο πάνω προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και λαμβάνουμε υπόψη ιδιαιτέρως το σχετικά νεαρό της ηλικίας του και ότι είναι δευτεροετής φοιτητής πανεπιστημίου. Θα πρέπει ωστόσο, με βάση τις πιο πάνω αρχές, να λεχθεί ότι, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, στο πλαίσιο της αποτελεσματικής εφαρμογής του Νόμου και προστασίας της κοινωνίας, δεν πρέπει να εξατομικεύονται σε τέτοιο βαθμό, που να εξουδετερώνουν την ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικής ποινής (βλ. Ζωμενής ν. Αστυνομίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 400, Ρεσλάν ν. Αστυνομίας,
(2006)2 Α.Α.Δ. 127, Sovanovic v. Αστυνομίας,
(2005)2 Α.Α.Δ. 635, Μακρή v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 33/2012, 15/01/2013). Στην υπόθεση Λαζαρή ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 25/2021, 08/03/2022, ECLI:CY:AD:2022:D89, το Ανώτατο Δικαστήριο, με ανάλογο σκεπτικό ανέφερε: «Και η εξατομίκευση έχει πάντα τη θέση της. Όμως εδώ επιβάλλετο, υπό το φως όλων των πιο πάνω, η απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή . (Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 176/18 (Σχ. 202/18), απόφαση ημερ. 11.1.2019). Η επιβληθείσα από το Κακουργιοδικείο ποινή εξουδετέρωσε τόσο το στοιχείο της σοβαρότητας, όσο και το στοιχείο της αποτροπής.». Συναφώς, δεν αγνοούμε το ενδεχόμενο και το συνυπολογίζουμε, ως αποτέλεσμα της ποινής, αν αυτή είναι στερητική της ελευθερίας, οι προαναφερόμενες σπουδές του κατηγορουμένου, να διακοπούν. Κρίνουμε ωστόσο ότι, δεδομένης της φύσης της υπόθεσης και της σοβαρότητας του ποινικού αδικήματος που διαπράχθηκε από τον κατηγορούμενο, αυτός ο παράγοντας, μπορεί να διαδραματίσει ρόλο κατά την επιμέτρηση της ποινής, μετριαστικά, και όχι να καθορίσει το είδος της. Ιδιαίτερη βαρύτητα, τονίζουμε, προσδίδουμε στο σχετικά νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου, ως έχει αναφερθεί ανωτέρω. Δηλαδή, ότι αυτός είναι ηλικίας 23 ετών. Σύμφωνα με τη νομολογία, το νεαρό της ηλικίας αποτελεί επιπρόσθετο ελαφρυντικό παράγοντα (βλ. Φανάρας κ. α. ν. Δημοκρατίας,
(1999)2 Α.Α.Δ 50). Τούτο επειδή, σε άτομα νεαρής ηλικίας, η ανάγκη για αποτροπή μετριάζεται, από το συμφέρον της κοινωνίας στην αναμόρφωση. Επισημαίνουμε ωστόσο ότι, ακόμα και στην περίπτωση νεαρών παραβατών, το Δικαστήριο δεν θα διστάσει να επιβάλει ποινή φυλάκισης και μάλιστα, πολυετή, αν κρίνει ότι αυτό είναι η μόνη ορθή επιλογή (βλ. Savvides v. The Republic,
(1988)2 C.L.R. 51, Φαναράς κ. α. v. Δημοκρατίας,
(1999)2 A.A.Δ. 50 και Α. Β. ν. Δημοκρατίας, κ. α., Ποινική Έφεση Αρ. 142/2023, κ. α., 29/11/2024). Στην υπόθεση Velcu v. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση, 100/2019, 20/01/2021, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού επισήμανε ότι η συνεχιζόμενη παραβατική συμπεριφορά του εφεσείοντα, παρά το νεαρό της ηλικίας του, συνιστούσε πολύ ανησυχητικό παράγοντα, τόνισε τα ακόλουθα: «Η αναγκαιότητα, όμως, για επιτέλεση του σκοπού της αναμόρφωσης, δεν μπορεί να εξουδετερώνει τους υπόλοιπους στόχους της επιβολής ποινής που αφορούν στην αποτροπή διάπραξης αδικημάτων, τόσο από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, όσο και από τρίτους, και, επιπλέον, στοχεύει στην προστασία του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου από συμπεριφορές όπως αυτές του εφεσείοντα. Δεν θα ήταν ορθό το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορουμένου να θεωρηθεί ότι αποτελεί παράγοντα αποφυγής των συνεπειών του νόμου και απουσίας επιβολής οποιασδήποτε ποινής.». Σε ότι αφορά την σημασία των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορουμένου και ειδικότερα, σχετικά με την σημασία που πρέπει να αποδίδεται στην ηλικία του όταν τιμωρείται για το υπό συζήτηση ποινικό αδίκημα των Πράξεων που Σκοπεύουν στην Πρόκληση Βαριάς Σωματικής Βλάβης του Section 18 της Offences against the Person Act 1861, στην πιο πάνω υπόθεση, Goodwin and Others, το Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου, πραγματευόμενο το νεαρό της ηλικίας ενός κατηγορουμένου, επεσήμανε τα εξής: «It must be recognised that an effective means of protecting the public in the future is to reform a criminal whether young or old. Sentencers must, however, always bear in mind that the welfare of the young offender is never the only consideration to be taken into account. When an offender, however young, deliberately inflicts serious injury on another there is a legitimate public expectation that such offender will be severely punished to bring home to him the gravity of the offence and to warn others of the risk of behaving in the same way. If such punishment does not follow, public confidence in the administration of the criminal law is weakened and the temptation arises to give offenders extra-judicially the punishment that the formal processes of the law have not given. When we speak of the public we do not forget of the victim, the party who has actually suffered the injury, and those close to him. If punishment of the offender does little to heal the victim's wounds, there can be little doubt that inadequate punishment adds insult to injury.». Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και συγκεκριμένα, από τη μια, τη σοβαρότητα του ποινικού αδικήματος υπό αναφορά, τις περιστάσεις διάπραξης του και την ανάγκη που υπάρχει για αποτροπή και από την άλλη, όλα τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου, κρίνουμε ότι, η ποινή φυλάκισης, δεν μπορεί να αποφευχθεί και είναι η μόνη ενδεδειγμένη υπό τις περιστάσεις. Το ποινικό αδίκημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος και οι περιστάσεις διάπραξης του είναι σοβαρές και όλοι οι προαναφερόμενοι μετριαστικοί παράγοντες θα παίξουν ρόλο στο ύψος της ποινής και όχι στο είδος της, το οποίο δεν μπορεί να είναι άλλο από ποινή στερητικής της ελευθερίας του. Οποιαδήποτε άλλη ποινή, θα έστελνε λανθασμένα μηνύματα και δεν θα εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Νόμου. Η νομολογία είναι καθοδηγητική για τον τρόπο αντιμετώπισης τέτοιου είδους ποινικών αδικημάτων και για το ύψος της ποινής που θα πρέπει να επιβάλλεται, αλλά όχι δεσμευτική καθότι, κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Σύμφωνα με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποφάσεις του για το ζήτημα της ποινής σχετικά με συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, είναι μόνο ενδεικτικές της ποινικής μεταχείρισης που ένας κατηγορούμενος μπορεί να τύχει από το Δικαστήριο, επειδή: «Ουδέποτε υπάρχει απόλυτη ταύτιση μεταξύ των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων δύο υποθέσεων.». Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ναζίπ ν. Αστυνομίας,
(2014)2 Α.Α.Δ. 808: «Εκείνο στο οποίο βοηθά η προηγούμενη νομολογία, είναι το πλαίσιο ανάδειξης εκείνου του μέτρου που ακολουθείται σε διάφορες υποθέσεις, ώστε να εξετάζεται σφαιρικά και η ποινή που θα επιβληθεί στη συγκεκριμένη υπόθεση που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου.». (βλ. επίσης, Μαυρουδής v. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ. 112/2021, 19/12/2022), ECLI:CY:AD:2022:B485. Σχετικές, λοιπόν, με αυτή την υπόθεση, κρίνουμε ότι είναι οι ακόλουθες υποθέσεις: Στην υπόθεση Kaouras v. The Republic,
(1977)2 C.L.R. 335, ανωτέρω, ο κατηγορούμενος ήταν 52 ετών, παντρεμένος με παιδιά, ωστόσο, κατά τον χρόνο διάπραξης του ποινικού αδικήματος των Πράξεων που Σκοπεύουν την Πρόκληση Βαριάς Σωματικής Βλάβης του Άρθρου 228 (α) του Κεφ. 154 και για ένα περίπου χρόνο προηγουμένως, συζούσε με το θύμα. Λόγω διαπληκτισμού που είχε μαζί της στις 04:00 π. μ. της ημέρας του περιστατικού και πρόκλησης που δέχθηκε από λόγια της, πήρε στα χέρια του μία σιδερένια ράβδο, την οποία είχε βρει πρόχειρα μέσα στο διαμέρισμα, και την χτύπησε με αυτήν στο κεφάλι δύο φορές. Αμέσως μετά, πήγε μόνος του στον Αστυνομικό σταθμό και ανέφερε το συμβάν. Το θύμα είχε μεταφερθεί στο Νοσοκομείο αναίσθητη με δύο βαθιές πληγές στο κεφάλι της και με αιμορραγία στο αριστερό της αυτί. Για κάποιο χρονικό διάστημα, η ζωή της ήταν σε κίνδυνο, αλλά τελικά ανάρρωσε, χωρίς οποιαδήποτε κατάλοιπα που να την καθιστούσαν με τον οποιοδήποτε τρόπο ανίκανη. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος είχε καταδικαστεί από το Δικαστήριο κατόπιν δικής του παραδοχής, είχε προηγούμενες καταδίκες, όχι όμως συναφείς με το εν λόγω ποινικό αδίκημα, είχε δηλώσει μετανιωμένος για την εγκληματική του συμπεριφορά και είχε συμφιλιωθεί με το θύμα, η οποία μάλιστα προέβη και σε σχετική δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατ' έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο, ο κατηγορούμενος πρόβαλε την θέση ότι η ποινή φυλάκισης των δυόμιση χρόνων που του είχε επιβάλει το Δικαστήριο ήταν έκδηλα υπερβολική, η οποία όμως δεν έγινε αποδεκτή. Στην υπόθεση Ιωσήφ v. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 930, όπου ο εφεσειών, 74 ετών, πυροβόλησε με κυνηγετικό όπλο τον οδηγό αυτοκινήτου που ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα κατά το οποίο έχασε τη ζωή της η επιβάτιδα εγγονή του, η ποινή των δυόμιση χρόνων για το ποινικό αδίκημα των Πράξεων που Σκοπεύουν την Πρόκληση Βαριάς Σωματικής Βλάβης του Άρθρου 228 (α) του Κεφ. 154 επικυρώθηκε κατ΄ έφεσιν και απορρίφθηκε κατά πλειοψηφία το αίτημα για αναστολή εκτέλεσης της. Δύο από τα πολλαπλά μικρά τραύματα, σε διάφορα σημεία του σώματος του παραπονούμενου, τα οποία προήλθαν από τα σφαιρίδια των φυσιγγίων, έπληξαν τον δεξί του πνεύμονα, εισήχθη στη μονάδα εντατικής θεραπείας και παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης του, η ανάρρωση του ήταν ομαλή. Υπήρξε άμεση παραδοχή και μεταμέλεια. Ο εφεσειών, ήταν λευκού ποινικού μητρώου, φιλήσυχο άτομο και αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας. Σε εκείνη την υπόθεση ο εφεσειών ήταν σε μια: «κατάσταση μόνιμης συναισθηματικής φόρτισης» και ενέργησε σε μια έκρηξη της στιγμής. Παρόλα αυτά, υιοθετήθηκε η θέση του Κακουργιοδικείου: «πως δεν θα μπορούσε να παραγνωριστεί ότι ο εφεσειών πήρε ο ίδιος το Νόμο στα χέρια του, προβαίνοντας στην εγκληματική πράξη με τη χρήση κυνηγετικού όπλου, κατά τρόπο που έθεσε σε άμεσο κίνδυνο την ζωή του παραπονούμενου». Στην υπόθεση Πισκόπου v. Δημοκρατίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 342, επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ποινή φυλάκισης έξι ετών στον εφεσείοντα ο οποίος, κρατώντας σουγιά, κατάφερε τραύμα στον παραπονούμενο, στη μεσότητα της αριστερής τραχηλικής χώρας, που δυστυχώς έφτασε μέχρι το νωτιαίο μυελό, προκαλώντας μόνιμη τετραπληγία στο θύμα. Τα γεγονότα ήταν ότι, η θυγατέρα του εφεσείοντος και ο παραπονούμενος, συνήψαν σχέση και οι συγγενείς των δύο νέων, ήθελαν να αποτρέψουν τον γάμο. Έτσι, όταν οι δύο νέοι επισκέφθηκαν στο πατρικό σπίτι του παραπονούμενου και άρχισαν συζήτηση για τα σχέδια τους, ο παραπονούμενος, είπε στον εφεσείοντα ότι θα πάρει την κόρη του ανεξαρτήτως των όποιων αντιδράσεων, η κόρη συμφώνησε, και τότε ο εφεσείων τη χαστούκισε, παρενέβη ο παραπονούμενος και τον κτύπησε με τα χέρια στο πρόσωπο, έπεσαν στο πάτωμα και ο εφεσείων με τον σουγιά προκάλεσε τα ανωτέρω τραύματα. Στην εν λόγω υπόθεση, λήφθηκε ως μετριαστικός παράγων πως δεν υπήρχε προσχεδιασμός ή προμελέτη εγκλήματος, καθώς επίσης, πως είχε γίνει άμεση παραδοχή και υπήρξε από μέρος του εφεσείοντος συνεργασία με την Αστυνομία. Λήφθηκε ακόμη υπόψιν και το λευκό του ποινικό μητρώο. Ταυτόχρονα, τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, ότι ο ερωτικός δεσμός μεταξύ ενηλίκων νέων που στην προκειμένη περίπτωση είχε προκαλέσει τις αντιδράσεις των γονιών τους, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί πρόκληση, ούτως ώστε να δικαιολογείται η αντίδραση βίας. Λέχθηκε πως το κτύπημα που ο εφεσείων δέχθηκε από τον παραπονούμενο ήταν πρόκληση, η οποία όμως συσχετίστηκε με την αντίδραση του εφεσείοντος να ανταποδώσει το κτύπημα, αλλά όχι με την ενέργεια του να ανασύρει σουγιά και να πλήξει τον παραπονούμενο σε ένα από τα πιο ευαίσθητα μέρη του σώματος του. Στην υπόθεση Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας,
(2007)2 Α.Α.Δ. 468, ο κατηγορούμενος, λόγω προσβολής που κατά την αντίληψη του δέχθηκε από την ενέργεια του θύματος, φρουρού ασφαλείας σε νυχτερινό κέντρο, να τον οδηγήσει έξω από αυτό στη βάση οδηγιών του ιδιοκτήτη του επειδή στο παρελθόν είχε εμπλακεί σε ανεπιθύμητα επεισόδια, 25 περίπου λεπτά μετά την αποβολή του, επέστρεψε στην είσοδο του νυκτερινού κέντρου, όπου και, όταν τον προσέγγισε το θύμα για να διαπιστώσει τις προθέσεις του, τον χτύπησε με μαχαίρι στο στήθος και έφυγε. Καταδιώχθηκε όμως από αυτόπτες μάρτυρες και ακινητοποιήθηκε λίγο πιο κάτω. Το θύμα, μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου και κρατήθηκε στην Εντατική Μονάδα Θεραπείας της Χειρουργικής Κλινικής. Από εξετάσεις, διαπιστώθηκε ότι έφερε κάταγμα της πλευράς στο σημείο εισόδου και κάκωση του παρεγχύματος του πνεύμονα, τα οποία, τελικά, δεν του άφησαν μόνιμες βλάβες. Ο κατηγορούμενος, σε προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, δήλωσε την παραδοχή του και καταδικάστηκε από το Δικαστήριο, στην κατηγορία για το ποινικό αδίκημα των Πράξεων που Σκοπεύουν την Πρόκληση Βαριάς Σωματικής Βλάβης του Άρθρου 228 (α) του Κεφ. 154 και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τρεισήμισι χρόνων. Ήταν ηλικίας 22 ετών και λόγω πολλών προβλημάτων που βίωσε από την παιδική ηλικία ήταν διαταραγμένος ψυχοσυναισθηματικά. Το Δικαστήριο, τιμώρησε τον κατηγορούμενο, στην βάση του ότι, υπήρξε κάποια χαλάρωση στους μηχανισμούς αυτοσυγκράτησης του λόγω κατανάλωσης αλκοόλ, χωρίς ωστόσο να δεχθεί την θέση του ότι ήταν σε κατάσταση μέθης και απέρριψε περαιτέρω την θέση του ότι, υπό τις περιστάσεις, υπήρξε πρόκλησης του από το θύμα. Η έφεση που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο στο Ανώτατο Δικαστήριο με την οποία πρόσβαλε την ποινή που του επιβλήθηκε ως έκδηλα υπερβολική, απορρίφθηκε. Στην υπόθεση Kesov v. Aστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 348, ο εφεσείων, μαζί με τους δύο πρώην συγκατηγορούμενους του, επιτέθηκαν στους δύο παραπονούμενους, οι οποίοι είναι αδέλφια και τους κτύπησαν, προκαλώντας στον μεν ένα, βαριά σωματική βλάβη, στο δε άλλον, πραγματική σωματική βλάβη. Της επίθεσης, προηγήθηκε έντονη λογομαχία, μεταξύ εφεσείοντος και των δύο πρώην συγκατηγορουμένων του από τη μια και παραπονουμένων από την άλλη, με αφορμή την επίμονη απαίτηση του ενός από τους παραπονούμενους, να του καταβάλλονταν από τον εφεσείοντα δεδουλευμένα του. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επικύρωσε τις πρωτόδικα επιβληθείσες συντρέχουσες ποινές φυλάκισης των 2 ετών και 4 μηνών, για τα προαναφερόμενα ποινικά αδικήματα δυνάμει των Άρθρων 228 (α) και 243 του Κεφ. 154, αντίστοιχα. Στην υπόθεση Ioja ν. Δημοκρατίας,
(2009)2 Α.Α.Δ. 624, το Ανώτατο Δικαστήριο, έκρινε υπερβολική την επιβληθείσα από το Κακουργιοδικείο ποινή των 2½ ετών, μετά από παραδοχή, σε άτομο που τραυμάτισε σοβαρά με μαχαίρι στην κοιλιακή χώρα, άλλο άτομο το οποίο εισήλθε στο σπίτι του με δύο άλλα πρόσωπα, απαιτώντας την καταβολή χρηματικού ποσού. Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου, η δε ποινή αντικαταστάθηκε με 12 μήνες φυλάκιση. Λήφθηκε υπόψη όμως σε εκείνη την υπόθεση η ισχυρή πρόκληση που είχε δεχθεί ο εφεσείων, ο οποίος διέπραξε το αδίκημα, κάτω από: «. την έξαψη, την πίεση, τη φόρτιση και, εν τέλει, την κατάσταση απειλής στην οποία βρέθηκε μέσα στο σπίτι του από τρεις αγνώστους.». Στην υπόθεση Φαναρτζής ν. Δημοκρατίας,
(1998)2 Α.Α.Δ. 43, ο κατηγορούμενος, ηλικίας 46 ετών, έπασχε από σχιζοφρένια και, ενώ μπορούσε να διαχωρίσει μεταξύ του καλού και του κακού, είχε μειωμένη κρίση και δρούσε υπό το κράτος παραληρητικών ιδεών. Εντελώς απρόκλητα, είχε επιτεθεί κατά του θύματος, γείτονα του, και του κατάφερε επανειλημμένα κτυπήματα με μαχαίρι στο πρόσωπο, στη ράχη και σε άλλα μέρη του σώματός του. Ανακόπηκε μόνο μετά από επέμβαση τρίτου προσώπου. Το θύμα, λόγω των πολλαπλών τεμνόντων τραυμάτων που υπέστη, είχε κρατηθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για περίοδο τεσσάρων ημερών. Η έφεση που ασκήθηκε από τον κατηγορούμενο στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον της επιβληθείσας ποινής των τεσσάρων χρόνων στην κατηγορία για το ποινικό αδίκημα των Πράξεων που Σκοπεύουν την Πρόκληση Βαριάς Σωματικής Βλάβης του Άρθρου 228 (α) του Κεφ. 154, κρίθηκε ανεδαφική και απορρίφθηκε. Στην υπόθεση Παρούτη ν. Δημοκρατίας,
(2009)2 Α.Α.Δ. 446, η κατηγορούμενη, με ηθελημένη ενέργεια της, είτε δια αεροβολισμού με ημιτελή βολή, είτε με πλήγμα που έγινε με το χέρι, προκάλεσε το κάρφωμα βέλους ψαροντούφεκου στην πλάτη του θύματος. Το θύμα, ενώ βρισκόταν όρθια μπροστά στο νιπτήρα του μπάνιου για να πλύνει το πρόσωπό της, δέχθηκε το κτύπημα με το βέλος στην αριστερή της πλευρά σε βάθος τριών εκ. Πέφτοντας προς τα κάτω, δέχθηκε κτύπημα στο κεφάλι με τη χειρολαβή του ψαροντούφεκου που η κρατούσε η κατηγορούμενη. Ως αποτέλεσμα, το θύμα τραυματίστηκε και στο τριχωτό της βρεγματικής χώρας. Ακολούθησε πάλη μεταξύ κατηγορούμενης και θύματος, μέχρις ότου το περιστατικό έγινε αντιληπτό από τους γονείς της κατηγορούμενης, οι οποίοι επενέβησαν προς τερματισμό του. Η κατηγορούμενη, αντιμετώπισε κατηγορητήριο ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο καταδικάστηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας και ακολούθησε η επιβολή ποινής. Κατ' έφεση, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, στον βαθμό που αφορούσε την καταδίκη της κατηγορούμενης στις κατηγορίες για το ποινικό αδίκημα των Πράξεων που Σκοπεύουν την Πρόκληση Βαριάς Σωματικής Βλάβης του Άρθρου 228 (α) του Κεφ. 154 και του τραυματισμού του Άρθρου 234 (α) του Κεφ. 154, για τις οποίες της είχαν επιβληθεί συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, με μεγαλύτερη αυτή των τριών χρόνων, που επιβλήθηκε στο ποινικό αδίκημα των Πράξεων που Σκοπεύουν την Πρόκληση Βαριάς Σωματικής Βλάβης του Άρθρου 228 (α) του Κεφ. 154 . Έχοντας υπόψη μας όλα τα πιο πάνω, στον κατηγορούμενο, στην κατηγορία αρ. 3, επιβάλλουμε ποινή φυλάκισης 3 ½ ετών. Αυτή να μειωθεί κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση και συγκεκριμένα, από τις 13/08/2024 μέχρι και σήμερα. Σε σχέση με τα τεκμήρια της υπόθεσης, το κινητό τηλέφωνο και το δερμάτινο πορτοφόλι να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους και τα υπόλοιπα να καταστραφούν. Υπογραφή: ____________________ Χρ. Ι. Χριστοδούλου, Π. Ε. Δ. Υπογραφή: ____________________ Μ. Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ. Υπογραφή: ____________________ Ε. Χατζήπαπα - Αβραάμ, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο